MARINE SERVICE SHIPPING (GIBRALTAR) LIMITED ν. ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, BUNDESREPUBLIK DEUTSCHLAND (GERMAN) δια μέσω του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ κ.α., Αγωγή αρ. 360/2021, 5/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 360/2021 Μεταξύ: MARINE SERVICE SHIPPING (GIBRALTAR) LIMITED Εναγόντων και
- ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, BUNDESREPUBLIK DEUTSCHLAND (GERMAN) δια μέσω του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
- ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 02.03.2021 Ημερομηνία: 05.03.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κυρία Β. Χάμπα για ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΛΕΩΝΙΔΟΥ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, η οποία εδράζεται στο Γιβραλτάρ, καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, βάσει της οποίας εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση δικαιωμάτων της, όπως το περιουσιακό δικαίωμα, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και το απόρρητο της επικοινωνίας, στην εργασία, σε δίκαιη δίκη, και σε αποτελεσματική θεραπεία, λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 κατάσχεσαν, κατά τη θέση της παράνομα, και διαβίβασαν στο εξωτερικό, εκτός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, και η Εναγόμενη 1 παρέλαβε, κατακρατεί και επεξεργάζεται, 26 κιβώτια και 2 φακέλους που περιέχουν συσκευασμένα και σφραγισμένα έγγραφα που ανήκουν στην Ενάγουσα («τα έγγραφα»). Τα έγγραφα είχαν κατασχεθεί από μέλη της Αστυνομίας της Κύπρου (Τμήματος Ανίχνευσης Εγκλημάτων Λεμεσού) την 23.02.2016, κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος έρευνας ημερομηνίας 10.02.2016, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, σε σχέση με τα γραφεία και υποστατικά της εταιρείας CHEMIKALIEN SEETRANSPORT CYPRUS LTD («τα έγγραφα» «η Κυπριακή εταιρεία»). Η Ενάγουσα ζητά, επίσης, την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να παραβιάσει ή και να έχει πρόσβαση ή και να επεξεργαστεί τα έγγραφα εκτός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και να χρησιμοποιήσει την περιουσία της Ενάγουσας, και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 1 να επιστρέψει την κατοχή των εγγράφων στην Ενάγουσα. Τέλος, αξιώνει αποζημιώσεις για κατάχρηση ή και υπέρβαση εξουσίας ή και αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων των Εναγόμενων 1, 2 και 3 ή και παραβίαση των αρχών της επιείκειας ή και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο της αγωγής της, την 02.03.2021, καταχώρισε και την υπό εξέταση αίτηση, μονομερώς, δια της οποίας ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 να μεταφέρει ή και να επεξεργαστεί τα έγγραφα στο εξωτερικό, εκτός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, καθώς και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 2 και 3 να εξαντλήσουν όλα τα διαβήματα για την ανάκτηση της κατοχής των επιδίκων εγγράφων ή και να παρέχουν μηνιαία ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρουν τις ενέργειες στις οποίες έχουν προβεί προς τον σκοπό αυτό. Με την ίδια αίτησή της, ζητά και άδεια για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, στην Εναγόμενη 1, καθώς και διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην Εναγόμενη 1, στις διευθύνσεις που αναφέρει, δια διπλοσυστημένης αποστολής. Η αίτηση της Ενάγουσας βασίζεται στις Δ.2, Δ.5,κ.9, Δ.6,κκ.1-9, Δ.39, Δ.51, Δ.48,κκ.1-9, Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), στα άρθρα 2, 29, 30, 31, 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 2, 25, 26, 27, 28, 32, 170Α και 175 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, στα άρθρα 16, 17, 23, 25, 28, 30, 33, 34 και 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 1, 6, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), στα άρθρα 9 και 10 του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου 23(Ι)/2001, στον περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα Κυρωτικού Νόμου 2(ΙΙΙ)/2000, στον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί Επίδοσης και Κοινοποίησης στα κράτη μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, τη νομολογία και στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και επιείκειας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ, δικηγόρου εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας, με την οποία η ομνύουσα δηλώνει γνώστρια των γεγονότων και εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα να υποστηρίξει την αίτησή της ενόρκως. Ως προς τα γεγονότα, εξιστορεί και τεκμηριώνει με σχετική έγγραφη μαρτυρία ότι, κατά την 10.02.2016, μέλος της Αστυνομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατόπιν αιτήματος αρωγής από τις Αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ημερομηνίας 08.05.2015, καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δήλωση με όρκο, με την οποία ζήτησε την έκδοση εντάλματος έρευνας στα γραφεία και υποστατικά της Κυπριακής εταιρείας, σε σχέση με διερευνώμενη, από τις Γερμανικές Αρχές, υπόθεση εναντίον και της Ενάγουσας, για φορολογικά αδικήματα, τα οποία συνιστούν ποινικά αδικήματα και στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στα γραφεία της Κυπριακής εταιρείας φυλάγονταν τα «επαγγελματικά έγγραφα» της Ενάγουσας. Το ένταλμα έρευνας εκτελέστηκε την 23.02.2016, οπότε και παραλήφθηκαν τα έγγραφα αυτά από τις ανακριτικές αρχές. Η Ενάγουσα θεωρεί ότι το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε παράνομα και ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις έκδοσής του. Κυρίως, το μέλος της Αστυνομίας, στον όρκο του, δεν ενημέρωνε το Δικαστήριο τι ακριβώς μεσολάβησε στο χρονικό διάστημα από την 27.05.2015, που είχε εκδοθεί το αίτημα για αρωγή, μέχρι και την 10.02.2016, που αποτάθηκε στο Δικαστήριο ζητώντας το ένταλμα έρευνας, αλλά ούτε και το ότι η δικαστική εντολή βάσει της οποίας στάλθηκε το αίτημα για αρωγή είχε ισχύ για 6 μήνες και είχε λήξει, όπως είναι η γνωμάτευση που εξασφαλίστηκε από νομικό, οπότε δεν υπήρχε δικαίωμα να παράσχουν τέτοια αρωγή, κατ' επέκταση να κατάσχουν τα έγγραφα της. Η ομνύουσα αναφέρεται στην πολυετή προσπάθεια που ακολούθησε, για την ακύρωση του εντάλματος έρευνας. Είχε καταχωριστεί στο Ανώτατο Δικαστήριο (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία) η Πολιτική Αίτηση 40/2016, με την οποία ζητούσε άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για την ακύρωση του εντάλματος έρευνας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 27.04.
- Εφεσίβαλε επιτυχώς την απόφαση αυτή δια της ECLI:CY:AD:2018:A48, Πολιτικής Έφεσης 153/2016, στην οποία εκδόθηκε απόφαση του Εφετείου την 30.01.2018, ωστόσο η Πολιτική Αίτηση 7/2018 που ακολούθησε για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία) ημερομηνίας 15.04.
- Εναντίον της απορριπτικής αυτής απόφασης, η Ενάγουσα καταχώρισε την Πολιτική Έφεση 150/2019, η οποία επίσης απορρίφθηκε. Παράλληλα με τις προσπάθειες της Ενάγουσας να προσβάλει το ένταλμα έρευνας μέσω ακυρωτικού προνομιακού εντάλματος, η Αστυνομία αιτούνταν την έκδοση διαταγμάτων κατακράτησης των τεκμηρίων των εγγράφων, και εκδίδονταν τέτοια διατάγματα, με το τελευταίο διάταγμα να ήταν ημερομηνίας 25.04.
- Η Ενάγουσα παραπονείται και για εκείνο το διάταγμα πως, παρόλο που είχε διαταχθεί η επίδοσή του στην Καθ' ης η αίτηση, δεν της είχε δοθεί δικαίωμα ένστασης. Στο πλαίσιο της σχετικής ποινικής αίτησης, είχε καταχωρίσει αίτηση με την οποία ζητούσε επίσης διάφορες θεραπείες, η οποία απορρίφθηκε με δικαστική απόφαση ημερομηνίας 29.10.
- Την 05.11.2019, η Ενάγουσα καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και την αγωγή με αριθμό 2562/2019, εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 στην παρούσα αγωγή, δια της οποίας αξίωσε αποζημιώσεις για παράβαση συνταγματικών της δικαιωμάτων, και στο πλαίσιο της οποίας καταχώρισε επίσης αίτηση για ενδιάμεσες θεραπείες, όμοια με ό,τι ζητά και με την υπό εξέταση αίτησή της, μέχρι να εκδικαστεί η Πολιτική Έφεση 150/
- Απέσυρε εκείνη την αίτηση. Στη συνέχεια, είχε καταχωρίσει, στο πλαίσιο της ίδιας προαναφερόμενης αγωγής, νέα αίτηση για όμοιες ενδιάμεσες θεραπείες μέχρι την εκδίκαση της αγωγής εκείνης, στο πλαίσιο της οποίας, και ενώ εκκρεμούσε η καταχώριση ένστασης από τους Καθ' ων η αίτηση, την 26.02.2021 ενημερώθηκε το Δικαστήριο της αγωγής εκείνης ότι οι Κυπριακές Αρχές παρέδωσαν τελικά τα έγγραφα στην Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο, ενέργεια που η Ενάγουσα θεωρεί ότι συνιστά κατάχρηση εκείνης της δικαστικής διαδικασίας. Η Ενάγουσα διέκοψε την αγωγή 2562/2019 την 02.03.2021, με σχετική επιστολή στη βάση της Δ.15,κ.1 ΚΠΔ, και αμέσως καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, στην οποία προσέθεσε ως διάδικο, Εναγόμενη 1, και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και με την οποία επιδιώκει εκ νέου ενδιάμεσες θεραπείες. Η ομνύουσα επιχειρηματολογεί ότι, υπό αυτά τα γεγονότα που αναφέρει, πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων που ζητά η Ενάγουσα. Το Δικαστήριο, το οποίο επιλήφθηκε της αίτησής της αυθημερόν, έθεσε τα εξής ζητήματα στην κυρία ΧΧΧΧ: (α) Με δεδομένο ότι δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό στην ένορκη της δήλωση, γιατί θεωρεί ότι δεν υπάρχει ο χρόνος ή ότι δεν θα πρέπει πρώτα να επιδοθεί η αίτηση της Ενάγουσας στους Καθ' ων η αίτηση, τι δηλαδή είναι αυτό που ανάγει την περίπτωση σε κατεπείγουσα ή ειδική, ώστε να ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει περαιτέρω την αίτηση χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά. Έπειτα, (β) με δεδομένη την αναφορά της, στην ένορκη της δήλωση, ότι τα έγγραφα ήδη παραδόθηκαν στη Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο, κατά πόσο θεωρεί ότι όντως αυτά βρίσκονται εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ώστε να έχει νόημα να ζητά παρέμβαση του Κυπριακού Δικαστηρίου για να μην διαφύγουν από τη Δημοκρατία, και (γ) κατά πόσον έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού να εκδώσει διάταγμα που να απαγορεύει ή να διατάσσει το ξένο κράτος σε σχέση με περιουσία κατέχει, για τον σκοπό που την κατέχει. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας τοποθετήθηκε προφορικά, ωστόσο της δόθηκε άνεση χρόνου και η δυνατότητα να αποστείλει στο Δικαστήριο ηλεκτρονικά και προσεγμένα τις θέσεις της, όπως και έπραξε. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του ό,τι του αναφέρθηκε. Το κατεπείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση, όπως προκύπτει και από το κείμενο του άρθρου 9 § 1 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, συνιστά δικαιοδοτικό όρο, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα φυσικής δικαιοσύνης ότι και τα δύο μέρη θα πρέπει να ακούγονται[1]. Η απουσία του κατεπείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Η ανάγκη της Ενάγουσας να αιτηθεί μονομερώς φαίνεται να προκύπτει από την πεποίθησή της ότι τα έγγραφα που θέλει να δεσμεύσει βρίσκονται εντός της γεωγραφικής έκτασης της Κύπρου, αλλά παραδόθηκαν στην Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, γεγονός που πληροφορήθηκε την Παρασκευή 26.02.2021, και ότι υπάρχει το ενδεχόμενο αυτά, ανά πάσα στιγμή, να διαβιβαστούν εκτός του «εδάφους» της Κύπρου. Η ανάγκη της αυτή εδράζεται και στην προηγούμενα παρατηρούμενη συμπεριφορά των Κυπριακών Αρχών, που θεωρεί καταχρηστική, εφόσον, ενώ εκκρεμούσε διαδικασία αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία και προσπάθειες της Ενάγουσας να παρεμποδίσει την παροχή της αρωγής με συγκεκριμένα επιχειρήματα, στο μεταξύ διαβίβασαν τα έγγραφα στην Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο και δεν προστάτευσαν την περιουσία της, χωρίς παράλληλα να απαντηθούν και επί της ουσίας τα ζητήματα που έθεσε. Γι' αυτό η Ενάγουσα αιτήθηκε μονομερώς και άμεσα, θέλοντας να προλάβει την περαιτέρω «διαφυγή» των εγγράφων. Είναι δεκτό ότι το Δικαστήριο, διαδικαστικά, μπορεί να επιληφθεί της αίτησής της μονομερώς, όσον αφορά τα αιτήματα υπό τα σημεία 1 και 2 του αιτητικού της αίτησής της, έχοντας υπόψη και τη φύση και τον σκοπό τέτοιων διαταγμάτων, που δεσμεύσουν κινητή περιουσία, αλλά και τις περιστάσεις που ανέφερε η Ενάγουσα. Όσον αφορά το παρεμπίπτον διάταγμα που ζητά η Ενάγουσα υπό το σημείο 3 του αιτητικού της αίτησής της, που αφορά στους Εναγόμενους 2 και 3, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει και ο χρόνος και η δυνατότητα να ακουστούν οι Εναγόμενοι 2 και 3, και γι' αυτό δεν θεωρεί ότι πρέπει να αναλάβει τη δικαιοδοσία να εξετάσει το εναντίον τους αίτημα χωρίς προηγούμενη ειδοποίησή τους· όμως θα επανέλθω σε αυτό το σημείο, για τον χειρισμό της αίτησης εναντίον των Εναγόμενων 2 και
- Το ζήτημα της δικαιοδοσίας που έθεσε το Δικαστήριο αναφορικά με τα διατάγματα που ζητά η Ενάγουσα εναντίον της Εναγόμενης 1 είναι σχετικό με το σύνολο των διαταγμάτων που ζητά η Ενάγουσα με την αίτησή της εναντίον της Εναγόμενης
- Είναι ξεκάθαρο το δεδομένο πως η ενδιάμεση θεραπεία που ζητά η Ενάγουσα εναντίον της Εναγόμενης 1 είναι η δέσμευση κινητής περιουσίας ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, ήτοι εγγράφων, που βρίσκονται στην Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο, και η απαγόρευση χρησιμοποίησής τους για τους σκοπούς για τους οποίους παραδόθηκαν σε αυτήν από τις ανακριτικές αρχές. Το επιχείρημα της συνηγόρου της Ενάγουσας είναι πως: «Παρόλο που οι χώροι της Πρεσβείας είναι απαραβίαστοι λόγω του δικαιώματος της ασυλίας-ετεροδικίας, εντούτοις σύμφωνα με τον περί Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Κρατικού Προνομίου Ετεροδικίας και Πρόσθετον Πρωτόκολλον (Κυρωτικό) Νόμο 6/1976, άρθρο 11, ένα συμβαλλόμενο κράτος, στην συγκεκριμένη περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση 1, δεν απολαμβάνει του προνομίου της ετεροδικίας έναντι της δικαιοδοσίας δικαστηρίου ετέρου συμβαλλόμενου κράτους εάν το επίδικο θέμα αφορά αποζημίωση συνέπεια βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία η οποία έχει φυσική υπόσταση, εφόσον τα γεγονότα διαδραματίστηκαν στην εδαφική επικράτεια του κράτους και εφόσον ο δράστης της βλάβης ή της ζημιάς ευρίσκετο στην εδαφική επικράτεια κατά τον χρόνο τελέσεως των γεγονότων». Το επιχείρημα, ωστόσο, αυτό, αφορά στη διεθνή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκδίκαση της απαίτησης της Ενάγουσας για αποζημιώσεις. Το ζήτημα δεν έχει να κάνει μόνον ή πρώτιστα με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Έχει να κάνει πρώτα απ' όλα με το εάν υπάρχει καθόλου ιδιωτική διαφορά μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, κατ' επέκταση ιδιωτικό δίκαιο, για την εφαρμογή του οποίου το παρόν Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει πολιτική δικαιοδοσία. Εάν υφίσταται ιδιωτική διαφορά και πολιτική δικαιοδοσία και υπάρχουν απλά στοιχεία διεθνότητας σε αυτήν, τότε είναι που απασχολεί και η ανάληψη της διεθνούς δικαιοδοσίας με βάση το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, και αρχίζει και η αναζήτηση των διαθέσιμων στοιχείων συνδεσιμότητας με το forum της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε εκείνο το πλαίσιο, θα μπορούσε ενδεχομένως να απασχολήσει και πιθανό προνόμιο ετεροδικίας (par in parem non habet judicium) της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ή εξαιρέσεις από αυτό, και ευρύτερα πώς και μέχρι πού τυχόν παρεμβάλλει το δημόσιο διεθνές δίκαιο και οι διπλωματικές σχέσεις στη δυνατότητα και στο δικαίωμα του κάθε πολίτη, ημεδαπού ή αλλοδαπού, για δραστική δικαστική προστασία, σε σχέση με την περιουσία του που βρίσκεται στην Κύπρο. Το νομικό καθεστώς της Πρεσβείας τέθηκε, όμως, ως ζήτημα περισσότερο λόγω της θεώρησης, από την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας, πως η Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο συνιστά «έδαφος» της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατ' επέκταση του αιτήματος της να παρέμβει το Κυπριακό Δικαστήριο, για να μην «διαφύγουν» τα έγγραφα της «εκτός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας», όπως συναρτήθηκε και με τον τρόπο που η ίδια αντιλήφθηκε το κατεπείγον. Αλλά και γιατί αξίωσε από το Δικαστήριο να παρέμβει και να δεσμεύσει έγγραφα που κατέχει η Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο, επειδή και η Πρεσβεία και τα έγγραφα βρίσκονται στο «έδαφος» της Κύπρου. Αν και η δέσμευση δια παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, που λειτουργεί in personam, δεν εντέλλει κατάσχεση, εν τάχει να λεχθεί πως, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Σύμβασης της Βιέννης περί Διπλωματικών Σχέσεων, που κυρώθηκε με τον περί της Συμβάσεως της Βιέννης του 1961 περί Διπλωματικών Σχέσεων (Κυρωτικό) Νόμο 40/1968, υπάρχει το απαραβίαστο των χώρων των ξένων αποστολών, όπως είναι και η Πρεσβεία κάθε ξένου κράτους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όπως ήταν και η διατύπωση στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (αρ. 1) επί Unitica Enterprises Limited v. The Slovak Republic
(1999)1 Α.Α.Δ. 284, η Πρεσβεία θεωρείται δευτερεύον κρατικό όργανο και αποτελεί μέρος του Υπουργείου Εξωτερικών μιας ξένης χώρας, χωρίς αυτόνομη νομική προσωπικότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 22 § 3 του Νόμου 40/1968, οι χώροι της αποστολής, η επίπλωση των και τα λοιπά επί τούτων ευρισκόμενα είδη, ως και τα μεταφορικά μέσα τής αποστολής, χαίρουν ασυλίας από έρευνα, επίταξη, κατάσχεση ή εκτελεστικά μέτρα. Το άρθρο 24 του Νόμου 40/1968 αναφέρεται, επίσης, στο απαραβίαστο των εγγράφων της αποστολής. Η ασυλία επεκτείνεται αναγκαστικά και στα έγγραφα και στις περιεχόμενες σε αυτά πληροφορίες που κατέχει η διπλωματική αποστολή. Το απαραβίαστο εκτέλεσης πράξεων, μεταξύ άλλων, της δικαστικής εξουσίας εντός της Πρεσβείας ενός ξένου κράτους στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπως και των αρχείων, προκύπτει και από τα άρθρα 5 § 2 και 7 του περί Διπλωματικών Δικαιωμάτων, Ασυλιών και Προνομίων Νόμου 60/
- Το απαραβίαστο αυτό και γενικότερα οι ασυλίες δεν έχουν να κάνουν ακριβώς με τον θεσμό της ετεροδικίας και με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Κρατικού Προνομίου Ετεροδικίας και Πρόσθετον Πρωτόκολλον (Κυρωτικός) Νόμο 6/1976 και την κυρωθείσα δι' αυτού Σύμβαση. Η Σύμβαση και κατ' επέκταση ο Νόμος 6/1976 προβλέπουν ορισμένες εξαιρέσεις από το προνόμιο της ετεροδικίας για τα Συμβαλλόμενα κράτη, όπως είναι και η Γερμανία, η οποία υπέγραψε και κύρωσε τη Σύμβαση (αν και η Γερμανία δεν κύρωσε μέχρι στιγμής το Πρόσθετο Πρωτόκολλο). Η Σύμβαση και ο Νόμος 6/1976 απασχολούν μεν, για σκοπούς ανάληψης της διεθνούς δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της αγωγής ή μέρους της, αλλά το ζήτημα αυτό δεν ταυτίζεται με το ζήτημα του τι συνιστά την «επικράτεια» της Κυπριακής Δημοκρατίας σε κάθε περίπτωση (εδαφική, οικονομική, δικαιική, κ.λπ[2].). Και το άρθρο 23 της Σύμβασης, ως κυρώθηκε με τον Νόμο 6/1976, προβλέπει πως ουδέν εκτελεστικό ή προληπτικό μέτρο κατά τής περιουσίας Συμβαλλομένου Κράτους δύναται να λαμβάνεται στην εδαφική επικράτεια ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους, πλην όταν και καθ' ην έκταση το κράτος κατά τρόπο ρητό και εγγράφως συγκατατίθεται σε αυτό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ελλείψει μιας τέτοιας ξεχωριστής έγγραφης συγκατάθεσης, θα μπορούσε να ερμηνευτεί πως δεν υπάρχει δυνατότητα για το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού να παρέμβει με προληπτικό μέτρο, όπως είναι κάποιο προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, κατά περιουσίας που κατέχει το ξένο αυτό κράτος· ασχέτως εάν το ξένο κράτος υπαχθεί ή όχι στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ή εάν θα προβάλει προνόμιο ετεροδικίας. Παρόλο που η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος συνιστά μία παρεμβατική δικαστική πράξη που απευθύνεται σε ένα άλλο κράτος σε σχέση με περιουσία κατεχόμενη από αυτό και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να απασχολεί το δημόσιο διεθνές δίκαιο και την ανάγκη να διαφυλάσσεται ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας των ανεξάρτητων κρατών από παρεμβάσεις άλλων κρατών, δεν είναι αυτή η οδός που ακολουθεί, επί του παρόντος τουλάχιστον, το Δικαστήριο, για να καταλήξει επί της αίτησης, και η αναφορά ήταν για να καταστεί σαφές στην ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας πως η παράδοση των εγγράφων της στην Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο συνιστά παράδοση των εγγράφων της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και δεν υπάρχει νομική διαφοροποίηση εάν τα έγγραφα που πλέον κατέχει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ως ύλη, βρίσκονται τοποθετημένα στη γεωγραφική έκταση της Κύπρου. Το θέμα δεν θέμα «εδάφους» ή φυσικής εγγύτητας των εγγράφων. Έχοντας επιτρέψει στην Ενάγουσα να ξεπεράσει, προσωρινά τουλάχιστον, αμφότερα τα πιθανά δικονομικά κωλύματα, του κατεπείγοντος ή της ειδικής περίστασης από τη μια, και της ετεροδικίας από την άλλη, τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να επανεξετάσει και μετά από ακρόαση της άλλης πλευράς, επανερχόμενη στο ζήτημα που πρωτίστως έχει σημασία επί του παρόντος, όπως λέχθηκε και προηγουμένως η χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας εξαρτάται από την ύπαρξη πολιτικής δικαιοδοσίας, στο πλαίσιο άσκησης της οποίας να μπορεί να δοθεί η ενδιάμεση θεραπεία, σύμφωνα και με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Για τη διαπίστωση του κατά πόσον υπάρχει διαφορά ιδιωτικού δικαίου μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, το Δικαστήριο βασίζεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ και σε όσα αναφέρει σε αυτήν, έχοντας η ίδια η Ενάγουσα το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητά. Ο νομικός χαρακτηρισμός των πράξεων της Εναγόμενης 1, ως δημόσιων/κυριαρχικών ή ιδιωτικού δικαίου, γίνεται αναγκαστικά με βάση τις δικαιικές αντιλήψεις που επικρατούν στην έννομη τάξη του παρόντος Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί στην εγχώρια νομολογία, ένα όργανο κυβερνητικό ή οργανισμός δημόσιου δικαίου ενεργεί στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου, εάν ο πρωταρχικός σκοπός της πράξης ή απόφασής του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η προώθηση δημόσιου σκοπού. Ιδιωτικό δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ υποκειμένων που δεν ασκούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δημόσια εξουσία. Κριτήρια για την κατάταξη της πράξης στο δημόσιο δίκαιο είναι η φύση της πράξης ή απόφασης, το δημόσιο συμφέρον που σκοπεύει να προαγάγει και το ενδιαφέρον του κοινού γενικά, ή μέρος αυτού[3]. Δια του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής, η Ενάγουσα ζητά γενικά αποζημιώσεις για παράβαση δικαιωμάτων ή και κατάχρηση ή υπέρβαση εξουσίας ή και αμέλεια στην εκτέλεση καθηκόντων, με τρόπο που καταλαμβάνει όλους όσους περιέλαβε στο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής ως Εναγόμενους, αλλά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή της εξειδικεύει. Η Ενάγουσα, νομικό πρόσωπο του ιδιωτικού δικαίου από το Γιβραλτάρ, ενάγει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η εμπλοκή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στα γεγονότα εκκινεί από την έκδοση αιτήματος αρωγής βάσει δικαστικής εντολής από Δικαστήριο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με σκοπό τη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων φορολογικής φύσης σε σχέση και με την Ενάγουσα, που συνιστά έναν δημόσιο σκοπό, και φθάνει μέχρι την εκτέλεση του αιτήματος και την παροχή της αρωγής από την Κυπριακή Δημοκρατία, και κατ' επέκταση και την αποδοχή της από διπλωματικούς αντιπροσώπους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο, με την κατάσχεση και παράδοση των εγγράφων της Ενάγουσας που βρίσκονταν στην Κύπρο. Από τα γεγονότα αυτά, φαίνεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ενήργησε ως ιδιώτης (fiscus) σε σχέση με την περιουσία της Ενάγουσας που φυλάττονταν στην Κύπρο, στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου (acta jure gestionis), και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα προκύπτει πως η διαφορά σχετίζεται με την άσκηση, από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κυριαρχικής εξουσίας (acta jure imperii). Οι πράξεις αυτές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δια οποιωνδήποτε λειτουργών ή αντιπροσώπων της, δεν συνιστούν παράβαση σύμβασης με την Ενάγουσα, ενώ, για να μπορεί να υπάρξει βάση για αστική ή αδικοπρακτική ευθύνη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ακόμα και jure imperii) εναντίον της περιουσίας ή άλλων εννόμων αγαθών της Ενάγουσας, θα πρέπει, εάν όχι να προηγηθεί κρίση αρμόδιου Δικαστηρίου ότι συγκεκριμένη κρατική δράση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ενείχε παρανομία, στην προκειμένη περίπτωση με ενδεχόμενη χρήση και του Γερμανικού δικαίου, να υπάρχει τουλάχιστον κάτι παραπάνω από μια νομική γνώμη. Μέσα από τη μαρτυρία της Ενάγουσας, η ίδια καταλογίζει κυρίως αδικοπρακτική ευθύνη των εγχώριων Αρχών (δια παράβασης συνταγματικών δικαιωμάτων), ήτοι «παράνομη» έκδοση και εκτέλεση εντάλματος έρευνας, για τον λόγο ότι, κατά τη θέση της, το αίτημα για αρωγή που εστάλη βασίζονταν σε δικαστική εντολή από το Δικαστήριο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που είχε «λήξει» με βάση το Γερμανικό δίκαιο, θέση που βασίζει σε μία νομική γνωμάτευση που εξασφάλισε. Από αυτή τη γνωμάτευση και μόνον, θεωρεί ότι και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έπρεπε να εκτελέσει το αίτημα για αρωγή, κατάσχοντας έγγραφα, αλλά και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έπρεπε να λάβει τα έγγραφα για τέτοια αρωγή. Δεν επαρκεί μια νομική γνώμη, για να θεωρήσει το παρόν Δικαστήριο δεδομένη κάποια παρανομία είτε της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είτε αντιπροσώπων της, που η Ενάγουσα μπορεί να θεωρεί ότι εξακολούθησαν την ποινική διερεύνηση εναντίον της και κατ' επέκταση τη διακρατική συνεργασία γι' αυτήν καθ' υπέρβαση της δημόσιας εξουσίας τους, και ότι δημιουργείται έδαφος για διάγνωση αδικοπρακτικής ευθύνη, άμεσα ή εκ προστήσεως, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας έναντι στην Ενάγουσα· ότι υφίσταται ιδιωτική διαφορά, που, σε ένα επόμενο στάδιο, να εμπλέκει και τη διεθνή δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ούτε το παρόν Δικαστήριο μπορεί να διαγνώσει εξ αρχής το ίδιο παρανομία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ή αντιπροσώπων της, με βάση το Γερμανικό δίκαιο, και όσον αφορά την από μέρους των ποινική διερεύνηση και κατ' επέκταση διακρατική συνεργασία της γι' αυτήν, για να στοιχειοθετήσει πιθανή αστική ευθύνη στην Κυπριακή Δημοκρατία, όταν τέτοια διάγνωση συνιστά βασικά έλεγχο νομιμότητας της κρατικής δράσης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με βάση το δικό της δίκαιο, και όπως φαίνεται και μέσα στο δικό της forum. Ο συλλογισμός που αναπόφευκτα ακολουθεί είναι πως, εάν νόμιμα ή παράνομα είχε εκδοθεί ή μη ακυρωθεί και εξακολουθήσει να ισχύει το αίτημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για αρωγή, με σκοπό τη διερεύνηση φορολογικών αδικημάτων εναντίον και της Ενάγουσας, εάν είχε λήξει ή όχι η δικαστική εντολή βάσει της οποίας είχε εκδοθεί, εάν δεν έπρεπε να ληφθεί η αρωγή από το αιτούν κράτος που τελικά παρασχέθηκε, και γενικά εάν υπήρξαν ελαττώματα στην ποινική διερεύνηση από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στη διακρατική της συνεργασία γι' αυτήν, παρότι εμπλέκουν δικαιώματα της Ενάγουσας, δεν δημιουργούν αυτομάτως διαφορές ιδιωτικού δικαίου, ούτε και ζητήματα που μπορούν να εξεταστούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, άμεσα ή παρεμπιπτόντως. Ειδικότερα, δεν είναι δυνατόν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού να ασκήσει δικαστικό έλεγχο σε σχέση με τη νομιμότητα και το κύρος πράξεων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που διενεργήθηκαν ή θα διενεργηθούν κατά την άσκηση είτε της δικαστικής είτε της εκτελεστικής εξουσίας του κράτους αυτού, στη Γερμανία ή στην Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο. Εάν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέλαβε, δια των διπλωματικών αντιπροσώπων της στην Κύπρο, τα έγγραφα της Ενάγουσας, στο πλαίσιο αρωγής που ζήτησε, χωρίς να δικαιούται να το πράξει, είτε γιατί έπαυσε να υφίσταται ο δημόσιος σκοπός ή η δικαστική νομιμοποιητική βάση είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο μπορεί να καθιστά τη δράση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας έναντι στον επηρεαζόμενο πολίτη μη νόμιμη, αφενός δεν έπραξε ως ιδιώτης σε σχέση με την Ενάγουσα ή την περιουσία της Ενάγουσας, αφετέρου δεν μπορεί να διαγνωστεί από το Κυπριακό Δικαστήριο παρανομία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μέσα στο δικό της forum, για να ενδιαφέρει δευτερευόντως εάν επεκτάθηκε ή έλαβε χώρα (και) στο forum της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και αυτή η τελευταία παράμετρος, για να εξεταστεί ειδικότερα, θα χρειάζονταν περισσότερες πρακτικές λεπτομέρειες, για να διαπιστωθεί ποιες πράξεις, από όλη την αλυσίδα των γεγονότων, που αρχίζει από την έκδοση δικαστικής εντολής από Δικαστήριο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και καταλήγει στην αποδοχή της αρωγής από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έλαβαν χώρα στο forum της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ποιες στο forum της Κυπριακής Δημοκρατίας, και κυρίως ποιες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι ζημιογόνες για την Ενάγουσα (πού επήλθε η ζημιά της Ενάγουσας). Διαπιστώνοντας ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει πως έχει βάση εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που να αναφύεται από γεγονότα που να ανάγονται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, η κατάληξη είναι πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν μπορεί να ασκήσει πολιτική δικαιοδοσία εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και να εκδώσει εναντίον της οποιοδήποτε διάταγμα. Σε τέτοια περίπτωση παρέλκει η εξέταση της διεθνούς δικαιοδοσίας και έπειτα της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Ακόμα, όμως, και εάν το Δικαστήριο δέχονταν ότι υπάρχει διαφορά ιδιωτικού δικαίου μεταξύ της Ενάγουσας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και προχωρούσε να εξετάσει και τη διεθνή δικαιοδοσία, βάσει και του άρθρου 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, θα έπρεπε να ικανοποιηθεί και ότι (α) η βάση της αγωγής προκύπτει από παράβαση σύμβασης στη Δημοκρατία ή σε σχέση με περιουσία που υπόκειται στους νόμους της Δημοκρατίας ή ότι η βάση αγωγής προέκυψε στη Δημοκρατία, αλλά και ότι (β) η αγωγή δεν δύναται να εκδικαστεί αλλού παρά μόνο στη Δημοκρατία ή δύναται να εκδικαστεί ευχερέστερα στη Δημοκρατία παρά αλλού. Στην αίτηση της Ενάγουσας, δεν εντοπίζεται πώς πληρούνται σωρευτικά αυτές οι προϋποθέσεις, για ανάληψη και της διεθνούς δικαιοδοσίας αναφορικά με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ώστε να αναληφθεί η διεθνής δικαιοδοσία και να εκδοθεί και κάποιο παρεμπίπτον διάταγμα, αλλά και να επιτραπεί η επίδοση δικαστικών εγγράφων εκτός της δικαιοδοσίας, στην Εναγόμενη
- Ακόμα κι αν εντοπίζονταν αστικό αδίκημα τελούμενο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ή διπλωματικούς αντιπροσώπους της στην εδαφική περιοχή του forum της Κυπριακής Δημοκρατίας (που δεν προκύπτει εκ πρώτης όψεως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα), η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για αποζημιώσεις ή για διαμόρφωση της συμπεριφοράς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε σχέση με έγγραφα που κατέχει, θα ήταν ευχερέστερο, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, να εκδικαστεί από Δικαστήριο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ενδεχομένως και με την εφαρμογή του Γερμανικού δικαίου. Εκείνη ήταν το κράτος που ενεργοποίησε τη διακρατική συνεργασία για το συγκεκριμένο ποινικό θέμα και εκεί βρίσκονται επί του παρόντος και τα έγγραφα, επί των οποίων η Ενάγουσα αξιώνει διατάγματα. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο δέχονταν πως μπορεί να αναλάβει και τη διεθνή δικαιοδοσία εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ή ακόμα και ιδωμένο, το αίτημα της Ενάγουσας για δέσμευση των εγγράφων που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας, ως μορφή ενδιάμεσης θεραπείας παρεμπίπτουσα στην όλη απαίτησή της, και εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3, για αποζημιώσεις, ασχέτως εάν τα σημεία 1 και 2 της αίτησής της απευθύνονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εμπόδιο θα υπήρχε και στις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ορίζει το ίδιο τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 μα και σε πολλές άλλες αποφάσεις. Νοουμένου πάντοτε ότι το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία επί του εναγόμενου, όπως και στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία να αποδείξει ότι:
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας·
- υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια· 3. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή . Όπως γνωρίζουμε από την C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, όπου ζητείται η δέσμευση περιουσίας, δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση, και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) συνυπολογίζεται σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Έχοντας υπόψη και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, ενώ θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η Ενάγουσα εισάγει γνωστές στο δίκαιο βάσεις αγωγής, που είναι οι παραβάσεις δικαιωμάτων της, λόγω ελαττωμάτων στη διαδικασία ποινικής διερεύνησης εναντίον της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με βάση το Γερμανικό δίκαιο, και κατ' επέκταση στη διακρατική συνεργασία που ζητήθηκε για τον σκοπό αυτό, και άρα εισάγει συζητήσιμη υπόθεση, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί και για τις πιθανότητες επιτυχίας της Ενάγουσας, στον βαθμό που απαιτείται για τους σκοπούς χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας. Πέραν των όσων έχουν προαναφερθεί και του ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ ως προς τις πράξεις και παραλείψεις ενός εκάστου με βάση και το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο που ισχύει για τη διακρατική αρωγή, η νομιμότητα του εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και εκτελέστηκε από την Αστυνομία της Κυπριακής Δημοκρατίας προσβλήθηκε ήδη, ανεπιτυχώς, δια όλων των ένδικων βοηθημάτων και ένδικων μέσων που έλαβε η Ενάγουσα. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να ελέγχει την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα[4], να ακυρώνει εντάλματα έρευνας δια της πολιτικής του δικαιοδοσίας, να ελέγχει την ορθότητα των αποφάσεων άλλων Δικαστηρίων ή να παρεκκλίνει από αποφάσεις που επέλυσαν τελεσίδικα το θέμα της νομιμότητας του εντάλματος έρευνας και της κατάσχεσης τεκμηρίων που προέκυψε δια της εκτέλεσής του. Έπειτα, δεν έχει ούτε πληροφορίες για το κατά πόσον εκκρεμεί η ποινική διερεύνηση εναντίον της Ενάγουσας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ή για τη σημαντικότητα των «επαγγελματικών εγγράφων» που κατασχέθηκαν και του περιεχομένου τους, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει το μέτρο των περιορισμών που επιβλήθηκαν στα δικαιώματα που εκθέτει η Ενάγουσα, κατά πόσον ήταν αθέμιτοι ή μη αναγκαίοι ή δυσανάλογοι ή όχι, για να μπορεί να καταλήξει στο εάν υπήρξαν ή όχι συγκεκριμένες παραβάσεις του καθενός από αυτά τα δικαιώματα, με τον τρόπο προσέγγισης που είθισται να ακολουθείται για τη διάγνωση παραβάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι θα υπήρχε ενδεχόμενο να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην Ενάγουσα ή ζημιάς που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα από τους Εναγόμενους 2 και 3, ως άλλωστε είναι και η τελική θεραπεία που ζητά η Ενάγουσα εναντίον των Εναγόμενων, έχοντας υπόψη και τα προαναφερόμενα, όπως και το άρθρο 6 § 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα. Διαπιστώνοντας ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε πως εισάγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διαφορά ιδιωτικού δικαίου με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο αυτό να μπορεί να ασκήσει καθόλου πολιτική δικαιοδοσία, ως προαπαιτείται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, και έπειτα ότι, ακόμα κι αν μπορούσε να ασκήσει πολιτική δικαιοδοσία, δεν παρέχει η Ενάγουσα επαρκή βάση για την ανάληψη της διεθνούς δικαιοδοσίας εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, και έπειτα ότι, ακόμα κι αν μπορούσε να αναλάβει και τη διεθνή δικαιοδοσία εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ή ασκώντας την πολιτική του δικαιοδοσία εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3, δεν θα πληρούνταν όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, η κατάληξη είναι αναπόφευκτα η απόρριψη της αίτησης. Όσον αφορά το σημείο 3 του αιτητικού της αίτησης, που όπως προαναφέρθηκε δεν υπάρχει δικαιοδοσία να εξεταστεί χωρίς ειδοποίηση προς τους Εναγόμενους 2 και 3, το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να καθιστά δια κλήσεως μιαν αίτηση που υποβάλλεται μονομερώς, και στην προκειμένη περίπτωση, που στην ίδια αίτηση συνενώθηκαν διάφορα άλλα αιτήματα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση αυτή δεν θα πρέπει να καταστεί δια κλήσεως, μόνο για το σημείο 3 του αιτητικού της αίτησης· βεβαίως άνευ βλάβης του δικαιώματος της Ενάγουσας να αιτηθεί δια κλήσεως τέτοια ενδιάμεση θεραπεία αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και
- Η Ενάγουσα έπραξε ό,τι μπορούσε, τουλάχιστον στην Κύπρο, για να εμποδίσει την παροχή της αρωγής από την Κυπριακή Δημοκρατία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατ' επέκταση την εξέλιξη του να κατασχεθούν και να παραδοθούν τα έγγραφα της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Τα επιχειρήματά της βασικά είναι πως η αρωγή αυτή δεν θα έπρεπε να παρασχεθεί, αλλά να διαφυλαχθεί η περιουσία της. Είναι ορατά και ο αγώνας αλλά και η αγωνία να μην «διαφύγουν» τα έγγραφα της, όπως καλώς μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο από την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας. Αλλά από τη στιγμή που τα έγγραφα ήδη παραδόθηκαν στην Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Κύπρο, κατ' επέκταση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και ολοκληρώθηκε αυτή η αρωγή, δεν φαίνεται να υπάρχει οποιοδήποτε άλλο περιθώριο χρησιμοποίησης των εγχώριων δικαστικών διαδικασιών, για να αναχαιτιστεί οτιδήποτε σχετικά με τα έγγραφα. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. [2] Για παράδειγμα, κατά το διεθνές δίκαιο, οι εγκαταστάσεις της αντιπροσωπείας ξένου κράτους δεν θεωρούνται μέρος της «εδαφικής επικράτειας» του εκπροσωπούμενου κράτους, ωστόσο στην «οικονομική επικράτεια» του περιλαμβάνονται οι εδαφικοί θύλακες έξω από τη γεωγραφική του επικράτεια, δηλαδή οι γεωγραφικές περιοχές που βρίσκονται στην αλλοδαπή και χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με διεθνείς συμβάσεις ή διακρατικές συμφωνίες, από κυβερνητικούς φορείς της χώρας (π.χ. πρεσβείες), για όλες τις συναλλαγές, εκτός από εκείνες που αφορούν την κυριότητα του εδάφους που αποτελεί τον θύλακα και των κτιρίων που υπάρχουν στο έδαφος αυτό κατά το χρόνο της αγοράς. [3] Δείτε ενδεικτικά Ορφανίδης ν. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(1991)4 Α.Α.Δ. 1585, Παντελίδου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 3397, Benita Diane Moss ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ.
- [4] Δέστε και άρθρο 5 του κυρωτικού Νόμου 2(ΙΙΙ)/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο