← Κύπρος

ΣΟΛΩΜΟΥ κ.α. ν. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 4/2021, 12/3/2021

ΣΟΛΩΜΟΥ κ.α. ν. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 4/2021, 12/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4/2021 Μεταξύ:

  1. ΧΧΧΧ ΣΟΛΩΜΟΥ
  2. ΧΧΧΧ ΣΟΛΩΜΟΥ Ενάγοντες και
  3. ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
  4. ΧΧΧΧ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 08.01.2021 Ημερομηνία: 12.03.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Π. Κλεοβούλου Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κα Π. Κυριακίδου για Π. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, Ν. ΜΕΤΖΙΤΙΚΟΣ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Γεγονότα Με αγωγή που καταχώρισαν οι Ενάγοντες εναντίον των Εναγόμενων, η Ενάγουσα 1 αξιώνει αποζημιώσεις για ψυχοσωματικές βλάβες, ο Ενάγων 2 ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια ενοικίων. Αμφότεροι οι Ενάγοντες διεκδικούν και διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους Εναγόμενους ή σε εκπροσώπους τους να τους εξυβρίζουν, να τους προσβάλλουν την αξιοπρέπεια, να τους ασκούν λεκτική ή ψυχική βία, να τους απειλούν, να τους τρομοκρατούν ή να επεμβαίνουν άλλως πώς σε δικαιώματά τους. Ζητούν και διατάγματα άρσης επεμβάσεων που θεωρούν παράνομες και παύσης συμπεριφορών που θεωρούν οχληρές. Στο πλαίσιο της αγωγής τους, ήγειραν και την υπό εξέταση αίτηση. Ζητούν από το Δικαστήριο, με κύρια βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στους Εναγόμενους ή σε οποιουσδήποτε ενεργούν κατ' εντολή ή εκπροσώπηση των Εναγόμενων να εξυβρίζουν ή να απειλούν ή να επιτίθενται λεκτικά ή να ασκούν εκφοβισμό στην Ενάγουσα 1, να επεμβαίνουν ή να παραβιάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την κατοικία των Εναγόντων που βρίσκεται άνω από τα καταστήματα Β και Γ επί της οδού ΧΧΧΧ, στην ενορία ΧΧΧΧ, και να προκαλούν οχληρία με οποιονδήποτε τρόπο στην περιοχή των καταστημάτων. Όπως είναι η εκδοχή των Εναγόντων σε σχέση με τα γεγονότα, που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησής τους και εκτίθενται και στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 που συνοδεύει την αίτησή τους για ενδιάμεσες θεραπείες, τα δύο καταστήματα, που κατέχουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 βάσει ενοικίασης και στα οποία λειτουργούν επιχείρηση φρουταρίας, βρίσκονται σε κτίριο μέχρι πρότινος ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1 και πλέον ιδιοκτησίας του υιού της, Ενάγοντος 2, στο οποίο υπάρχουν επίσης διαμερίσματα όπου διαμένει η οικογένεια των Εναγόντων. Λόγω διαφορών που προέκυψαν σε σχέση με την ενοικίαση των δύο καταστημάτων και την εκδήλωση πρόθεσης εγκατάλειψής τους μόνον κατόπιν αποζημίωσης, οι σχέσεις της Ενάγουσας 1 με τους Εναγόμενους και ειδικότερα με την Εναγόμενη 2 κλονίστηκαν, ώστε, σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας 1, η Εναγόμενη 2 να εξυβρίζει την Ενάγουσα 1, αποκαλώντας την δημοσίως «πελλή», «παλαβή», «πελλή της γειτονιάς», «που****», «ξιμαρισμένη» και άλλως πώς. Επίσης, είναι η θέση των Εναγόντων πως η Εναγόμενη 2 απέκοψε δέντρο από την αυλή του κτιρίου χωρίς άδεια και τοποθέτησε σκυβαλοδοχείο για τα σκύβαλα της φρουταρίας, με τρόπο ώστε να μην μπορεί να μετακινηθεί εύκολα, και από τα σκύβαλα προκύπτουν ενοχλητικές οσμές. Η Ενάγουσα 1, στην ένορκη της δήλωση, ισχυρίζεται πως και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στην φρουταρία της ασκούν «τρομοκρατία» και δημιουργούν επίτηδες θορύβους από τις μηχανές των φορτηγών κατά τις εκφορτώσεις εμπορευμάτων, τα οποία πετούν με πάταγο στο πάτωμα, ακόμα και σε ακατάλληλες ώρες και ώρες ύπνου, και η όλη κατάσταση επηρεάζει αρνητικά την υγεία της, εφόσον αυτή αντιδρά, προβάλλοντας παρατηρήσεις, με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι να την εξυβρίζουν. Τον Ιανουάριο του 2020, η ίδια κατέφυγε σε ψυχίατρο/ψυχαναλυτή, ο οποίος διέγνωσε μετατραυματικό άγχος, κατάθλιψη, άγχος, αγχώδη διαταραχή, έντονο πανικό και αγοραφοβία, αλλά οι συνεχείς ενέργειες των Εναγόμενων θεωρεί πως αποτρέπουν την ανάρρωσή της. Αναφέρει ότι είναι καθημερινά που βιώνει τέτοια συμπεριφορά των Εναγόμενων και των τρίτων, αλλά τα συγκεκριμένα περιστατικά που αναφέρει χρονολογούνται το 2017 και το 2018 και αναφέρονται στην Εναγόμενη
  5. Αναφέρει ότι έγιναν καταγγελίες στην Αστυνομία, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα, και ότι είναι συμβουλή του ιατρού της να ανεύρει τρόπους απαγόρευσης στους ενοίκους να συνεχίσουν την επιθετική τους συμπεριφορά, προκειμένου να αποφύγει την έκθεσή της, διότι ενδέχεται να προκληθεί μη αναστρέψιμη βλάβη στη ψυχική υγεία της. Η αίτηση κατέστη δια κλήσεως. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν ένσταση, δια της οποίας προβάλλουν λόγους για τους οποίους θεωρούν πως δεν θα πρέπει να δοθούν ενδιάμεσες θεραπείες στους Ενάγοντες. Αυτοί εστιάζουν στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και ότι υπήρξε καθυστέρηση, που είναι ενδεικτική και της κακοπιστίας που ενυπάρχει στο διάβημα των Εναγόντων, εφόσον απώτερος σκοπός τους είναι ο εξαναγκασμός των Εναγόμενων σε οικειοθελή παράδοση της κατοχής των ενοικιαζόμενων καταστημάτων χωρίς να τύχουν εύλογης αποζημίωσης. Ο Εναγόμενος 1 που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγόμενων με ένορκη του δήλωση εξηγεί την εκδοχή των Εναγόμενων ως προς τα γεγονότα. Δεν αρνείται το βασικό πλαίσιο της διαφοράς, ότι λόγω διαφωνιών των μερών που σχετίζονται με την ενοικίαση των δύο καταστημάτων υπήρξε κλονισμός και στις προσωπικές σχέσεις. Η εκδοχή των Εναγόμενων βεβαίως είναι διαφορετική. Ισχυρίζονται πως είναι η Ενάγουσα 1 που συνηθίζει να προκαλεί προβλήματα στις σχέσεις της με τους ενοικιαστές και που έχει αναπτύξει εναντίον τους καταδιωκτική συμπεριφορά. Οι ίδιοι είναι νόμιμοι ενοικιαστές των καταστημάτων και δεν ενοχλούν με οποιονδήποτε τρόπο τους Ενάγοντες, όπως ούτε οποιονδήποτε άλλον. Αρνούνται το καθεστώς τρομοκρατίας που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 05.03.2021, το Δικαστήριο απέρριψε προφορικό αίτημα των Εναγόντων για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Το Δικαστήριο παρακολούθησε με προσοχή τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. Νομικές αρχές Προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ορίζει το ίδιο τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 CLR 557 μα και σε πολλές άλλες αποφάσεις. Νοουμένου πάντοτε ότι το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία επί του εναγόμενου, όπως και στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία να αποδείξει ότι:
  1. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[1]·
  2. υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια·
  1. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[3]. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) συνυπολογίζεται σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Προϋποθέσεις προληπτικών διαταγμάτων quia timet Τα διατάγματα που ζητούνται από τους Ενάγοντες ως ενδιάμεση θεραπεία είναι προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Ζητούνται στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, στο σύγχρονο δίκαιο των διαταγμάτων, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστούν οι ενάγοντες βλάβη στο μέλλον· θα πρέπει να υπάρχει ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά τους[4]. Στην Celsteel Ltd v. Alton House Holdings Ltd [1986] 1 WLR 512, το Court of Appeal αρνήθηκε να χορηγήσει τέτοια θεραπεία, για τον λόγο ότι δεν είχε αποδειχθεί ροπή προς αυτό που οι ενάγοντες ήθελαν να αποτρέψουν. Στην Khorasandjian v. Bush [1993] QB 727, δόθηκε η θεραπεία υπό την Wilkinson v. Downton [1897] 2 QB 57, στη βάση του ότι υπήρχε «ορατός» ή «εμφανής» ή «σοβαρός» κίνδυνος η εξακολούθηση της βλαπτικής παρακολουθητικής συμπεριφοράς (harassment) του εναγόμενου, που ήταν συστηματική και έντονα επαναλαμβανόμενη ώστε να τον είχε οδηγήσει και σε καταδίκη στο πρόσφατο παρελθόν, να προκαλέσει βλάβη στην υγεία της ενάγουσας, ασχέτως της απουσίας ιατρικής μαρτυρίας (σελ. 736 από Dillon LJ)[5]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται πάντως «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[6]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[7]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά των εναγόμενων θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο στο να χορηγήσει μια τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία οι εναγόμενοι μπορούν να υλοποιήσουν τον κίνδυνο[8] ή την προθυμία τους να ενεργήσουν κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστούν από κάποιο διάταγμα[9]. Η απλή άρνηση των εναγόμενων ότι έχουν διαπράξει ή προτίθενται να διαπράξουν το αστικό αδίκημα το οποίο φοβούνται οι ενάγοντες μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[10]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις των εναγόμενων, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[11]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[12]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζουν τους εναγόμενους εάν εκδοθούν. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right) σε κάθε αγωγή που έχει ως βάσεις της αστικά αδικήματα, για σκοπούς ειδικής πρόληψης της περαιτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς. Εφαρμογή επί του πραγματικού Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Έχοντας υπόψη τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις και εξετάζοντάς τες σε συνάρτηση με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρείται πως, δια της αγωγής, η Ενάγουσα 1 αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως βάσεις αγωγής γνωστές στο δίκαιο, που θα μπορούσαν να αναχθούν, μεταξύ άλλων, στην επίθεση του άρθρου 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, τελούμενη δια λεκτικής ή ψυχολογικής βίας, στην παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία του άρθρου 43 του Κεφ. 148, και στην ιδιωτική οχληρία του άρθρου 46 του Κεφ.
  3. Τα ίδια γεγονότα ανάγονται, από τους Ενάγοντες, σε παραβάσεις συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων από μέρους των Εναγόμενων, που, κατά τη θέση τους, δημιουργούν αστική ευθύνη των Εναγόμενων έναντι στους Ενάγοντες. Η σκόπιμη πρόκληση σωματικής ή ψυχικής βλάβης συνιστά επίσης αδικοπραξία όπως αναδείχθηκε και στην προαναφερόμενη Wilkinson v. Downton [1897] 2 QB
  4. Ο Ενάγων 2, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης των ενοικιαζόμενων καταστημάτων, χρησιμοποιεί τις ίδιες προαναφερόμενες βάσεις αγωγής. Πρόσθετα, ισχυρίζεται παραβάσεις της σύμβασης ενοικίασης που αρχικά συνάφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 1, ενόσω ήταν η ιδιοκτήτρια, και του Εναγόμενου
  5. Σε περίπτωση επιτυχούς απόδειξης της υπόθεσης, το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποδώσει θεραπείες του είδους που ζητούν οι Ενάγοντες με την αγωγή τους. Κρίνω ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  6. Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται τα γεγονότα και έχουν τη δική τους εκδοχή, ενισχύει το γεγονός ότι έχει τεθεί ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Πιθανότητες επιτυχίας και quia timet Ως προς τα τετελεσμένα αδικήματα που δικογραφούνται Από τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά των Εναγόντων δια της αίτησής της, η οποία δεν αξιολογείται αλλά θεωρείται στην όψη της, και έχοντας υπόψη και τη μαρτυρία της πλευράς των Εναγόμενων, υπάρχει ένα δεδομένο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων, προβαλλόμενο και από τις δύο πλευρές, που εκκινεί από τη διατάραξη της ενοικιαστικής σχέσης και εκτυλίσσεται προβληματικά στο προσωπικό επίπεδο, από το 2017 και μετέπειτα· χρονικό διάστημα που δείχνει κάποια συνέχεια, χωρίς οι εμπλεκόμενοι να επιλύουν το σχεσιακό πρόβλημα, για τους δικούς τους λόγους, τους πιθανότατα οικονομικούς. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 επιδιώκουν εύλογη αποζημίωση και οι Ενάγοντες επιθυμούν να αποδεσμευτούν από την ενοικίαση χωρίς να αδικηθούν. Η διαφορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν είναι η λύση των ζητημάτων ενοικίασης, αλλά ό,τι συνεπάγεται η επιμονή αμφότερων των πλευρών να διατηρούν ζωντανή αυτή την αιτία όλων των υπόλοιπων προβλημάτων τους. Υπάρχει μία τάση και στις δύο πλευρές, ειδικότερα μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης 2, να αλληλοκατηγορούνται, η μεν για εκφοβιστική και υβριστική συμπεριφορά, η δε για καταδιωκτική και καταπιεστική συμπεριφορά. Σε σχέση με την επίθεση, στις διάφορες μορφές της, οι αναφορές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εστιάζουν στην Εναγόμενη 2 και στη σχέση της με την Ενάγουσα 1[13]. Δεν αναφέρεται οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό που να εμπλέκει άμεσα τον Εναγόμενο
  7. Υπάρχουν αναφορές και σε «άλλα πρόσωπα» που εργάζονται στη φρουταρία, οι οποίες, όμως, επειδή είναι γενικές και αόριστες, δεν μπορούν να θεμελιώσουν εκ πρώτης όψεως τετελεσμένη επίθεση, άμεση ή εκ προστήσεως. Το Δικαστήριο θεωρεί πως, σε σχέση με την επίθεση και όσα ισχυρίζεται η Ενάγουσα 1 ως τετελεσμένα αδικήματα επίθεσης, υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας μόνον όσον αφορά την Εναγόμενη
  8. Παρεμβάλλεται εδώ πως δεν συμβαίνει το ίδιο, δηλαδή δεν υπάρχουν επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία για τετελεσμένη επίθεση, μεταξύ της Ενάγουσας 1 και του Εναγόμενου 1 ή μεταξύ του Ενάγοντος 2 και των Εναγόμενων 1 και
  9. Για τη βάση της ιδιωτικής οχληρίας, στη μαρτυρία των Εναγόντων γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, σε δυσοσμία από την εναπόθεση σκυβάλων της φρουταρίας σε σκυβαλοδοχείο που τοποθέτησε η Εναγόμενη 2 στην αυλή, κατά τρόπο που δύσκολα μπορεί να μετακινηθεί, καθώς και σε θόρυβο από τις φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων της φρουταρίας που λειτουργούν οι Εναγόμενοι 1 και 2, σε ώρες που είναι ακατάλληλες και με πάταγο στο πάτωμα, αλλά και από τη λειτουργία κομπρεσόρων κλιματιστικών που τοποθέτησαν οι Εναγόμενοι στους τοίχους. Με την μαρτυρία που προσκομίζεται, εκ πρώτης όψεως, ενδέχεται να πρόκειται για κατ' εξακολούθηση ενέργειες, λόγω της λειτουργίας της φρουταρίας των Εναγόμενων 1 και 2, που φαίνονται να επηρεάζουν τις ανέσεις των Εναγόντων που διαμένουν στο ίδιο κτίριο, ειδικότερα της Ενάγουσας
  10. Δίδονται επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας της τετελεσμένης ή εξακολουθούμενης ιδιωτικής οχληρίας. Δεν θα αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο ή για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, εάν όντως στοιχειοθετείται το αστικό αδίκημα ή εάν αυτή η λειτουργία της φρουταρίας (εναπόθεση σκυβάλων σε σκυβαλοδοχείο στον συγκεκριμένο χώρο που τοποθετήθηκε, φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων κατά τις συγκεκριμένες πρωινές ώρες και με τον τρόπο που γίνονται, λειτουργία κομπρεσόρων κλιματιστικών στα συγκεκριμένα σημεία των τοίχων) εμπίπτει ή όχι σε συμφωνημένο ή εύλογα αναμενόμενο πλαίσιο λειτουργίας της φρουταρίας εντός των ενοικιαζόμενων καταστημάτων. Η τελευταία παρατήρηση, όμως, οδηγεί στο ότι, όσον αφορά και τον Ενάγοντα 2, την ιδιωτική οχληρία, αλλά και τις επεμβάσεις στο κτίριο που αναφέρονται στις παραγράφους 22 και 23 και στις επόμενες της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων, που συνδέονται με την ιδιοκτησία του και τη δική του αξίωση για τήρηση της νομιμότητας στον χώρο ή για εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας του, ενώ εκ πρώτης όψεως με τη μαρτυρία που προσκομίζεται δεν αποκλείεται εκ προοιμίου να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 43 και 46 του Κεφ.148, κάτι το οποίο βεβαίως θα μπορούσε να αξιολογηθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, η αναφορά στην παράγραφο 24 της ίδιας ένορκης δήλωσης σε επιφύλαξη προσφυγής στο «αρμόδιο δικαστήριο» για την υποτιθέμενα αυθαίρετη μείωση του ενοικίου δημιουργεί επαρκείς αμφιβολίες ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας των βάσεων αγωγής του Ενάγοντος 2 εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, για θέματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παρεμπίπτοντα ή συμπληρωματικά της ενοικίασης. Για τις βάσεις αγωγής του Ενάγοντος 2 εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, με δεδομένη την αναφορά στη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες με τρόπο που εισάγει πιθανότητα ύπαρξης άλλου καθ' ύλη αρμόδιου Δικαστηρίου για την επίλυση θεμάτων σχετικών με την ενοικίαση, στον βαθμό που δεν διαφαίνεται από κάπου ότι οι επεκτάσεις ή ο τρόπος χρήσης των ενοικιαζόμενων δεν μπορούν να θεωρηθούν θέματα παρεμπίπτοντα ή συμπληρωματικά της ενοικίασης (ασχέτως εάν μπορούν να υπαχθούν και σε βάσεις άλλες από παράβαση της σύμβασης ενοικίασης ή να συνιστούν παράλληλα αστικά αδικήματα), και για τον λόγο ότι η καθ' ύλη αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου για τα θέματα αυτά δεν μαρτυρείται θετικά την ίδια στιγμή που αφήνεται η αμφιβολία, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας, στον βαθμό που απαιτείται ώστε ο Ενάγων 2 να διεκδικεί ενδιάμεσες θεραπείες εναντίον των Εναγόμενων 1 και
  11. Η Ενάγουσα 1, όπως ισχυρίζεται, δεν είναι πλέον η ιδιοκτήτρια των ενοικιαζόμενων καταστημάτων, ασχέτως εάν η ίδια συνήψε αρχικά τη συμφωνία ενοικίασης, και δεν φαίνεται προς το παρόν μεγαλύτερη πιθανότητα να μπορεί να περιληφθεί στην έννοια του ιδιοκτήτη με βάση τον νόμο που διέπει το ενοικιοστάσιο. Πιθανότητες επιτυχίας δεν προκύπτουν ούτε από τη γενική αναφορά σε σταθμεύσεις των οχημάτων των Εναγόμενων σε «ακατάλληλα σημεία» ώστε να εμποδίζεται η ελεύθερη διακίνηση «των γειτόνων» ή στην «οχληρία στην γειτονιά», έχοντας κατά νου ότι δεν δικογραφείται ούτε αναφέρεται συγκεκριμένη ειδική ζημιά στα πρόσωπα των Εναγόντων, αλλά και γνωρίζοντας το περιεχόμενο του άρθρου 45 του Κεφ. 148 που αναφέρεται στη δημόσια οχληρία. Η παραβίαση του «ασύλου της κατοικίας», επίσης, δεν φαίνεται να εξηγείται με οποιαδήποτε μαρτυρία, και, όπως φαίνεται, ό,τι ερμηνεύεται ως παράβαση της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, είναι η ενόχληση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα που συνιστούν, κατά τους Ενάγοντες, και την ιδιωτική οχληρία ή τις παράνομες επεμβάσεις στο ακίνητο. Ως προς την πρόληψη μελλοντικών αδικημάτων Όπως προαναφέρθηκε, οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 προσαρμόζονται ανάλογα στις ιδιαίτερες προϋποθέσεις των προληπτικών διαταγμάτων quia timet. Οι προϋποθέσεις των quia timet συχνότερα εξετάζονται στο πλαίσιο της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  12. Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή η αγωγή των Εναγόντων δεν είναι προληπτική (παρότι περιλαμβάνει προληπτικό διάταγμα) και είναι στο πλαίσιο αγωγής για τετελεσμένα αδικήματα που ζητείται θεραπεία quia timet, υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, αναγκαστικά η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης επεκτάθηκε και στις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής για τα τετελεσμένα αδικήματα. Αυτές όμως, όταν υπάρχουν, δεν στοιχειοθετούν κατ' ανάγκη και πιθανότητες επιτυχίας για το προληπτικό μέρος του διαβήματος και δεν δικαιολογούν πάντοτε προληπτικά διατάγματα. Η εικόνα που σχηματίστηκε είναι πως ο «φόβος» που βιώνει η Ενάγουσα 1 για πιθανή διάπραξη εναντίον της αστικών αδικημάτων επίθεσης στο μέλλον (εξύβρισης, εκφοβισμού, λεκτικής βίας, κ.λπ.) από τους Εναγόμενους, ειδικότερα από την Εναγόμενη 2, αν και αναφύεται από τις υπάρχουσες καταστάσεις μέσα στο πλαίσιο της διαχρονικής διαφωνίας της με τους γείτονές της, τροφοδοτείται περισσότερο από τη δική της κλονισμένη ψυχική υγεία (ασχέτως εάν ο κλονισμός της σχετίζεται αιτιωδώς ή όχι με οποιαδήποτε παρελθοντική συμπεριφορά των Εναγόμενων), παρά από κάποια σταθερή, συχνά επαναλαμβανόμενη, αναμενόμενη βλαπτική συμπεριφορά των Εναγόμενων ή της Εναγόμενης
  13. Τα συγκεκριμένα παραδείγματά της χρονολογούνται το 2017 ή το
  14. Η αναφορά της Ενάγουσας 1 και σε «καθημερινή συνθήκη» που βιώνει ή σε εξυβρίσεις εργαζόμενων στην φρουταρία, όταν η ίδια τους κάνει παρατηρήσεις, είναι αρκετά γενική και αόριστη και δεν δίνει επαρκή βάση για την πρόληψη έναντι συγκεκριμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των άγνωστων (μα οριστών) τρίτων ή των Εναγόμενων, προσωπικά ή ως εκπροστήσεως για αδικοπραξίες υπαλλήλων τους. Δεν προδιαγράφεται σαφώς κάποιος επικείμενος, ορατός, σοβαρός, ιδίως συγκεκριμένος κίνδυνος, βασισμένος σε συγκεκριμένα, τωρινά γεγονότα, με βαρύνουσα σημασία, η Ενάγουσα 1 να τύχει επίθεσης ή προσωπικής ενόχλησης (harassment) από την Εναγόμενη 2 ή από τους Εναγόμενους 1 και 2 ή τρίτα οριστά πρόσωπα, με τον ίδιο τρόπο που είχε προκύψει για παράδειγμα στην προαναφερόμενη Khorasandjian v Bush [1993] QB 727· κίνδυνος που να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά με την έκδοση προληπτικών διαταγμάτων. Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γίνεται με φειδώ και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικατολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι οι Εναγόμενοι θα διαπράξουν αδικοπραξίες γενικά. Η χρήση των διαταγμάτων quia timet και στις περιπτώσεις οχληρίας είναι εξαιρετική[14], και δεν συναντώνται οι περιστάσεις εξαιρετικότητας στην προκειμένη περίπτωση. Επισύρεται ιδιαίτερα η προσοχή στο ότι η Ενάγουσα 1 δεν ζητά άρση κάποιας οχληρής συμπεριφοράς με συγκεκριμένες πράξεις ή επιβαλλόμενες παραλείψεις (π.χ. μετακίνηση του σκυβαλοδοχείου σε ελάχιστη συγκεκριμένη απόσταση από το κτίριο ή απαγόρευση φορτοεκφορτώσεων σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας ή κατά τη νύχτα), αλλά προληπτικά διατάγματα με απαγορευτική διατύπωση. Παρεμπιπτόντως, αυτό το γεγονός, σε συνάρτηση με τη γενικότητα των πράξεων που θέλει να προλάβει ή να απαγορεύσει δια τέτοιων διαταγμάτων η Ενάγουσα 1 (π.χ. απαγόρευση εξύβρισης), δημιουργεί και μια συνθήκη όπου, εάν εκδοθούν προληπτικά διατάγματα, όπως τα ζητά η Ενάγουσα 1, θα εναπόκειται στην Ενάγουσα 1 ή στους Εναγόμενους 1 και 2 να ερμηνεύουν κάθε φορά τι συνιστά ή μπορεί να συνιστά ενόχληση της Ενάγουσας 1 (εξύβριση, εκφοβισμό, βία, οχληρία, κ.λπ.), με νομικούς ή ατομικούς όρους, ώστε να πυροδοτούνται κατ' εξακολούθηση οι μεταξύ τους διαφορές, πόσω μάλλον όταν από τη μια πλευρά δηλώνεται ιδιαίτερη ευαισθησία, λόγω κλονισμένης ψυχικής υγείας. Συμπεριφορές όπως η εξύβριση, ο εκφοβισμός, η βία, που μπορούν να υλοποιηθούν αναλόγως εύκολα όταν υπάρχουν εντάσεις στις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και τις οποίες μπορεί να αντιλαμβάνεται ο αποδέκτης τους σε κάποιο βαθμό αναλόγως των δικών του συνθηκών, δεν είναι εύκολο να εισέρχονται στο λεκτικό δικαστικών διαταγμάτων με τέτοια γενικότητα ή ευρύτητα, ακόμα και προληπτικών διαταγμάτων· εξ ου και μπορεί να φαίνεται ευκολότερο τα προληπτικά μέτρα να είναι δια απαγόρευσης ή προσταγής άλλων συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων (π.χ. απαγόρευση να πλησιάζει ο εναγόμενος σε συγκεκριμένη φυσική απόσταση τον ενάγοντα, κ.λπ.). Την ίδια στιγμή, η προσπάθεια της Ενάγουσας 1 να διασφαλίσει ότι δεν θα ενοχλείται γενικά από τους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι όμως αναγκαστικά βρίσκονται στο ίδιο κτίριο γιατί ενοικιάζουν καταστήματα κατ' επέκταση σε όχι αδικαιολόγητη φυσική εγγύτητα με την Ενάγουσα 1, δεν αποκλείεται να δημιουργεί και πρόβλημα στην κανονική χρήση των καταστημάτων από τους Εναγόμενους 1 και 2 ή να περιορίζει δυσανάλογα δικά τους δικαιώματα[15]. Τα προληπτικά διατάγματα quia timet δεν υποκαθιστούν παρεμβάσεις από ειδικούς ψυχικής υγείας σε άτομα που μπορεί να βιώνουν κάπως εντονότερα φόβο και ανησυχία, λόγω ψυχικών αδυναμιών, και που χρειάζονται μία πρόσθετη ασπίδα προστασίας. Όχι βεβαίως επειδή ο νόμος ή τα Δικαστήρια δεν γνοιάζονται για τα ευάλωτα άτομα και δεν τα προστατεύουν. Τα προληπτικά διατάγματα έχουν σχεδόν συνταγογραφηθεί από τον ιατρό της Ενάγουσας
  15. Ο νομικά δικαιολογημένος «φόβος» του ενάγοντος που ενεργοποιεί και την ανάγκη για έκδοση προληπτικών διαταγμάτων, έχοντας ως άξονά του τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του πιθανού (γνωστού ή ακόμα και άγνωστου αλλά οριστού) δράστη που ενάγεται και το πώς αυτή απειλεί αστικό αδίκημα που δεν έχει ακόμα τελεστεί και πρέπει να προληφθεί, ουδόλως ταυτίζεται με παθολογικής αιτίας φοβίες του ενάγοντος (phobias). Ο σκοπός της πρόληψης που επιτυγχάνεται μέσω των διαταγμάτων αυτού του είδους μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι δεν είναι εφικτή η αντιμετώπιση του κινδύνου (risk) με άλλον τρόπο τη δεδομένη χρονική στιγμή ή επειδή ο φόβος (fear) δεν έχει υλοποιηθεί και καταστεί ήδη ζημιά (injury). Εάν ο κίνδυνος πρέπει και μπορεί να περιοριστεί ή αντιμετωπιστεί και με κατάλληλες ενέργειες του προσώπου που αισθάνεται τον φόβο, εν προκειμένω της Ενάγουσας 1 (π.χ. μέτρα για απομάκρυνση του σκυβαλοδοχείου ή για ρύθμιση των ωρών φορτοεκφορτώσεων εμπορευμάτων της φρουταρίας ή ατομικά μέτρα για αποφυγή έκθεσης σε κινδύνους στους οποίους υπάρχει ευαισθησία, κ.λπ.), η προληπτική δικαιοσύνη δεν είναι η κατάλληλη παρέμβαση. Η προϋπόθεση της απουσίας δυνατότητας αντιμετώπισης του κινδύνου με άλλον τρόπο θέτει και ένα επιμέρους μέτρο, που βοηθά να τηρείται η αναλογικότητα. Όταν το Δικαστήριο παρεμβαίνει για να απαγορευθεί ή να εξαναγκαστεί, να περιοριστεί η καταρχάς ελεύθερη συμπεριφορά άλλων προσώπων, εξατομικευμένα πλέον συγκριτικά με τις γενικές νομοθετικές απαγορεύσεις, η κρίση του εμπεριέχει την εκτίμηση πως τα πρόσωπα αυτά είναι δυνητικά αστικοί παραβάτες, ασχέτως εάν δεν έχουν πράγματι ή ακόμα αδικοπραγήσει. Τα δεδομένα βάσει των οποίων πρέπει να κινείται το Δικαστήριο για τέτοιου είδους παρεμβατική προληπτική δικαιοσύνη δεν μπορεί παρά να είναι ξεκάθαρα. Δεν είναι ξεκάθαρα στην προκειμένη περίπτωση. Η μαρτυρία που συνοδεύει το διάβημα των Εναγόντων είναι μεν εμπλουτισμένη με το «timeo» («φοβάμαι») της Ενάγουσας 1, αυτό όμως συνδέεται συγκεκριμένα με την κατάσταση της δικής της ψυχικής υγείας. Πολύ πιο γενικά και αφηρημένα ή λιγότερο με την αντικειμενική διάσταση των πραγμάτων· με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά των Εναγόμενων ή των τρίτων και με τον κίνδυνο πρόληψης συγκεκριμένων επικείμενων αστικών αδικημάτων. Αυτό που έδειξε στο Δικαστήριο να χρειάζεται η Ενάγουσα 1, μέσω της προσπάθειάς της για ενδιάμεση θεραπεία, είναι γενικότερη ηρεμία από τα καθημερινά προβλήματα που βιώνει λόγω των μέχρι στιγμής ανεπίλυτων ζητημάτων της ενοικιαστικής σχέσης· να έχει ένα δικαστικό διάταγμα που να ορίζει γενικά να μην την ενοχλούν, επειδή αναζητά έναν τρόπο να μην ενοχλείται. Να μην ενοχλείται από συμπεριφορές (π.χ. θορύβους και οσμές που προκύπτουν από λειτουργίες μηχανημάτων που χρησιμοποιεί η φρουταρία, φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων ή σκύβαλα που απορρίπτει) που δεν οριοθετούνται εύκολα με μία γραμμή ανάμεσα στο τι συνιστά εύλογη κοινωνική ενόχληση από τη συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικές συνήθειες ή διαφορετικών δραστηριοτήτων ή χρήσεων χώρου, και στο τι συνιστά την παράνομη ενόχληση. Ερμηνεύει, η Ενάγουσα 1, αλλά χωρίς επαρκείς ενδείξεις, ότι είναι επίτηδες που απορρίπτονται τα σκύβαλα ή που απορρίπτονται συγκεκριμένα σκύβαλα με πιο δυσάρεστη οσμή· ότι είναι σκόπιμα που λειτουργούν οι κομπρεσόροι και τα μηχανήματα· ότι είναι με πρόθεση να την ενοχλήσουν που πετούν τα εμπορεύματα στο πάτωμα κατά την φορτοεκφόρτωση και δεν τα τοποθετούν ευγενικά ή που φορτοεκφορτώνουν νωρίς το πρωί, πριν ακόμα ξυπνήσει. Επειδή εκλαμβάνει η ίδια αυτού του είδους τις συμπεριφορές ως σκόπιμες και τις βιώνει ως ενοχλητικές, αντιδρά, με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι, που ίσως δεν καταλαβαίνουν γιατί αντιδρά ή που δεν γνωρίζουν τις ευαισθησίες της, να αντιδρούν επίσης με εκφράσεις και τρόπους, που, και πάλι, με τον ίδιο τρόπο, υπό τις ίδιες περιστάσεις, η Ενάγουσα 1 εισπράττει ως εξύβριση ή λεκτική βία, οπότε ανακυκλώνεται όλη η κατάσταση που βιώνει. Η δυσάρεστη κατάσταση. Αυτά που εξηγεί η Ενάγουσα 1 στο Δικαστήριο, και είναι κατανοητά, δεν συνιστούν αποδείξεις πρόθεσης διάπραξης συγκεκριμένων αστικών αδικημάτων εναντίον της. Η θεραπεία που ζητά η Ενάγουσα 1 δεν μπορεί να ληφθεί μέσω αυτής της διαδικασίας. Αναπόφευκτα, η διαπίστωση είναι πως δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 όσον αφορά το προληπτικό μέρος της αγωγής της Ενάγουσας 1 εναντίον των Εναγόμενων, ως συνυφαίνεται με τις προϋποθέσεις έκδοσης προληπτικών διαταγμάτων και δια ενδιάμεσης θεραπείας. Η υπόθεση τελειώνει εδώ και για την Ενάγουσα
  16. Επειδή δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε που να δεικνύει πως υπάρχει σοβαρός και άμεσα επικείμενος επαυξημένος κίνδυνος οι Εναγόμενοι, αποσκοπώντας να πλήξουν τα δικαιώματα της Ενάγουσας 1, να αδικοπραγήσουν, και ότι αυτός ο κίνδυνος δεν μπορεί να αναχαιτιστεί διαφορετικά παρά να προληφθεί δια διατάγματος. Να λεχθεί με συντομία πως, εάν το Δικαστήριο ικανοποιούνταν ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, θα έπρεπε να εξετάσει εάν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών, θα έπρεπε να καταδειχθεί και ότι, σε τέτοια περίπτωση, εάν δηλαδή οι Εναγόμενοι ή η Ενάγουσα 2 ή οι άγνωστοι άλλοι αδικοπραγήσουν, θα δημιουργηθεί αναπόφευκτη και ανεπανόρθωτη σοβαρότατη ζημιά (grave damage) στην Ενάγουσα 1, που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα[16]. Το Δικαστήριο ίσως να μην έβρισκε εμπόδια όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, ασχέτως της ποιότητας κάποιας ιατρικής μαρτυρίας, που δεν αξιολογείται· όπως λέχθηκε, υπήρχαν και περιπτώσεις που δεν υπήρξε καν ιατρική μαρτυρία. Δεν διαφέρει η επαπειλούμενη ψυχολογική βία έναντι στην επαπειλούμενη σωματική βία, αν και μερικές φορές η πρώτη είναι πιο δυσαπόδεικτη. Έπειτα, η απειλούμενη βλάβη στον άνθρωπο, συγκριτικά με την απειλούμενη ζημιά στην περιουσία, δικαιολογεί κάπως ευκολότερα τη δικαστική παρέμβαση, χωρίς να εμμένει τόσο μικροσκοπικά στη δυνατότητα χρηματικής κάλυψης της ζημιάς ή τη δυνατότητα επαναφοράς της υγείας, νοοτροπία που αναγκαστικά αντανακλάται και από τη γενικότερη απαγόρευση των βασανιστηρίων στον άνθρωπο· την απόλυτη απαγόρευση. Το Δικαστήριο, στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης, όμως, και πάλι, πιθανόν να μην επέλεγε την προληπτική δικαιοσύνη με τον γενικό τρόπο που αιτήθηκε η Ενάγουσα 1, αλλά άλλην ενδιάμεση θεραπεία, με την οποία να εξισορροπούνταν κάπως καλύτερα τα δικαιώματα αμφότερων των πλευρών, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Κατάληξη Επειδή οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δυστυχώς, δεν μπορούν να δοθούν από το Δικαστήριο οι ενδιάμεσες θεραπείες που έχουν ζητηθεί, όπως αυτές έχουν ζητηθεί, και η αίτηση απορρίπτεται. Ανεξαρτήτως της κατάληξης, η προτροπή είναι η εστίαση σε ό,τι προβάλλεται ως η αιτία του προβλήματος. Δεν έχει εξηγηθεί με έναν τρόπο λογικό γιατί έχει αφεθεί μια προβληματική ενοικιαστική σχέση να φθείρει τη ψυχολογία οποιουδήποτε δεν μπορεί να διαχειριστεί τις εντάσεις που αυτή, όπως οποιαδήποτε συμβατική σχέση που εξελίσσεται ανώμαλα, προκαλεί και περιέχει. Ως προς τα έξοδα, δεν έχει υποδειχθεί και δεν φαίνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για απόκλιση από τον κανόνα. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [2]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [3]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. [4] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [5] Βλ. και [1993] QB 727 σελ. 736, από Dillon LJ (συμφωνία και Rose LJ), και 746, από Peter Gibson J. Βλ. όμως και OPO and another v. Rhodes [2015] 4 All ER
  2. [6] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [7] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [8] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [9] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [10] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [11] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [12] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch
  1. [13]Ενδεικτικές οι παράγραφοι 8, 9, 10, 11, 17 και 29 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας
  2. [14] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. [15] Βλ. και Burris v. Azadani [1995] 1 WLR
  1. [16] Βλ. και «Διατάγματα» των κ.κ. Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, σελ. 11, 188,
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.