Αντωνιάδη ν. Γιαννακού, Αρ. Αγωγής: 4989/12, 3/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4989/12 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Αντωνιάδη, από την Πάφο Ενάγουσα και ΧΧΧΧ Γιαννακού, από το Πισσούρι Εναγόμενη Ημερομηνία: 3.2.21 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Ν. Παπακλεοβούλου για κκ Ν. Παπακλεοβούλου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κ. Π. Κονταξής για κ. Σ. Σωφρονίου ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η Ενάγουσα/Αιτήτρια εξαιτείται διατάγματος και/ή αδείας του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής διά της προσθήκης του ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.19, θθ. 1, 2, 4 και 10, Δ.12, θθ. 1, 3-5, Δ.25, θθ 1-6, Δ.48, θθ. 1-3, 5, 7, 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, την Νομολογία, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της ίδιας της Καθ' ης η αίτηση. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην ένορκο δήλωση της Αιτήτριας που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η αγωγή αφορά στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης έκτασης 21 τετραγωνικών μέτρων στο τεμάχιο της Αιτήτριας από την Καθ' ης η αίτηση με κτίσματα εντός και επί του τεμαχίου της Αιτήτριας το οποίο συνορεύει με το τεμάχιο της Καθ' ης η αίτηση. Εκκρεμούσης της αγωγής και συνεπεία της κλήτευσης ως μάρτυρα αρμόδιου κτηματολογικού υπαλλήλου η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση ενημέρωσε τον δικηγόρο της Αιτήτριας στις 23.10.19 και εκείνος την ίδια ότι στις 4.1.19 ο τίτλος ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση μεταφέρθηκε στον ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου. Ο ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου είναι σήμερα ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου και συνεχιστής ένεκα της μεταβίβασης σε αυτόν του τίτλου της προειρημένης παράνομης επέμβασης. Ο ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου θα πρέπει να συνενωθεί ως αναγκαίος διάδικος στην αγωγή και δη ως Εναγόμενος 2. Στην παράγραφο 6 της ένορκης της δήλωσης η Αιτήτρια παραθέτει τις αναγκαίες ως εκ της τροποποίησης του τίτλου της αγωγής τροποποιήσεις στην Έκθεση Απαίτησης. Οι αιτούμενες θεραπείες ουδόλως επηρεάζουν τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της Καθ' ης η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους: 1.Η υπό κρίση αίτηση είναι καταπιεστική, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή γίνεται με κακή πίστη 2.Αν επιτραπεί η τροποποίηση θα θιγούν τα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση. Η Αιτήτρια επιδιώκει νέα ευκαιρία αναδόμησης της υπόθεσής της. Επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής νέου διαδίκου και η εισαγωγή γεγονότων και ισχυρισμών εναντίον του νέου διαδίκου 3.Η Αιτήτρια ζητά δεύτερη ευκαιρία να επανασυντάξει την γραμμή της απαίτησής της, να καταχωρήσει νέα Έκθεση Απαίτησης 4.Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται σε ανύπαρκτους και/ή λανθασμένους λόγους και/ή δεν στηρίζεται επί του αναγκαίου υπόβαθρου και/ή η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν παραθέτει επαρκή γεγονότα ώστε να επαληθεύεται το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας κάτω από τα νέα δεδομένα για να μπορέσει το Δικαστήριο να ικανοποιήσει το αίτημα τροποποίησης και/ή είναι αόριστη και σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος 5.Σύμφωνα με την Διάταξη 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και, κατ' επέκταση, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην κρινόμενη περίπτωση τίποτα από τα πιο πάνω δεν ισχύει ή δικαιολογείται και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν κρίνεται αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης 6.Η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει πλέον σχέση με τα επίδικα θέματα αφού δεν είναι πλέον ιδιοκτήτρια και όποια απόφαση ή διάταγμα τυχόν εκδοθούν εναντίον της δεν θα μπορούν να εκτελεσθούν. Ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον της θα πρέπει να απορριφθεί, διαφορετικά θα θιγούν τα συμφέροντά της 6.Βάσει του άρθρου 58 του Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, ο νέος διάδικος ως νέος ιδιοκτήτης, ουδέποτε έλαβε γνώση της επιτόπιας εξέτασης που διενεργήθηκε από το Κτηματολόγιο ώστε να μπορεί να την εφεσιβάλει. Θα πρέπει να γίνει νέα επιτόπια εξέταση από το Κτηματολόγιο στην οποία θα πρέπει να κληθεί να παραστεί ώστε να μπορεί να την εφεσιβάλει. Διαφορετικά η αγωγή θα θεωρείται πρόωρη και τυχόν έκδοση απόφασης εναντίον του δεν θα δεσμεύει ούτε αυτόν 7.Η υπό κρίση αίτηση δεν γίνεται καλόπιστα και θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και θα βλάψει και/ή θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση και/ή τα συμφέροντα τόσο της Καθ' ης η αίτηση όσο και του νέου διάδικου. Και οι δύο θα βρεθούν σε μειονεκτική θέση. Ο επηρεασμός των δικαιωμάτων τους δεν μπορεί να καλυφθεί αποτελεσματικά με την επιδίκαση εξόδων. H Δ.9, θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά αναφορικά με όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή. Δυνάμει του πιο πάνω θεσμού το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα για προσθήκη συνεναγόμενου και να επιλέξει να χειρισθεί την υπόθεση αναφορικά με τα δικαιώματα του διαδίκου που βρίσκεται ενώπιον του. Σημειώνεται ότι οι εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο με βάση τον πιο πάνω θεσμό θα πρέπει να ασκούνται με προσοχή και αν με την αιτούμενη προσθήκη θα προκληθεί σοβαρός επηρεασμός σε κάποιο από τους διαδίκους το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει στην έκδοση του διατάγματος, παρόλο που, γενικά ομιλούντες, το Δικαστήριο θα προβεί σε τέτοιες αλλαγές όσον αφορά τους διαδίκους ως είναι αναγκαίες για να υποβοηθήσει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στην υπόθεση. Άδεια, ωστόσο, για προσθήκη συνεναγόμενου μπορεί να μην παραχωρηθεί αν αυτό θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd
(1983)1 CLR 178, Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81). Eπίσης δεν θα επιτραπεί προσθήκη τρίτων ως εναγόμενων όταν τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν είναι πρόσωπα που θα έπρεπε να εναχθούν από την αρχή ή δεν είναι πρόσωπα η παρουσία των οποίων ως εναγόμενοι είναι αναγκαία για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως και αποτελεσματικά επί όλων των εγειρόμενων στην υπόθεση ζητημάτων (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd
(1983)1 CLR 178). Στοιχεία και παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που το Δικαστήριο έχει με βάση την Δ.9, θ.10 είναι εκτός από το κατά πόσο με την προσθήκη συνεναγομένου θα προκύψει νέα αιτία αγωγής και το κατά πόσο η απόφαση στην αγωγή θα επηρεάσει άμεσα τρίτα πρόσωπα ή κατά πόσο τρίτα πρόσωπα θα κληθούν άμεσα ή έμμεσα να πληρώσουν οτιδήποτε ή αν θα δεσμεύονται από το αποτέλεσμα της δίκης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(2000)1Β ΑΑΔ 1335 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin στην Αγγλική υπόθεση Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273: «Όπως αναφέρθηκε στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273, στη σελίδα 287:- "The only reason which makes it necessary to make a person a party to an action is so that he may be bound by the result of an action and the question to be settled therefore must be a question in the action which cannot be effectively and completely settled unless he is a party"». Σύμφωνα με το πιο πάνω απόσπασμα ο μοναδικός λόγος που δικαιολογεί την προσθήκη εναγόμενου είναι το τρίτο πρόσωπο να δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Αν ναι, τότε, η υπόθεση δεν μπορεί να αποφασισθεί πλήρως και αποτελεσματικά εκτός αν το πρόσωπο αυτό είναι διάδικος. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε από τον John Stephenson J. στην Αγγλική υπόθεση Fire, Auto and Marine Insurance Co. Ltd v. Greene
(1964)2 All E R 761 και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Maroulla Georghiou & Another
(1963)2 CLR 117. Στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E R 328 ο Λόρδος Denning M.R. επέλεξε διαφωνώντας με την στενή ερμηνεία που δόθηκε από τον Λόρδο Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273, πιο πάνω, να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από το Λόρδο Esher M.R. στην Byrne v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657. Σύμφωνα με τον Λόρδο Denning θα πρέπει να δοθεί τέτοια ευρεία ερμηνεία στον θεσμό ώστε να δύναται να προστεθεί τρίτο πρόσωπο όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Δεν θα ήταν ορθό για το νομικό σύστημα αν αυτό επέτρεπε την διεξαγωγή δύο παράλληλων διαδικασιών με το ίδιο επίδικο θέμα αφού συν τοις άλλοις σε μια τέτοια περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποφασισθούν τα ίδια επίδικα θέματα διαφορετικά και διαφορετικά Δικαστήρια να καταλήξουν σε διαφορετικά και αντιφατικά αποτελέσματα. Η ευρεία ερμηνεία που δόθηκε στον θεσμό από τον Λόρδο Denning υιοθετήθηκε από το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) στην υπόθεση Vandervell Trusts
(1969)3 All E R 490 πλην όμως η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου ανατράπηκε από την Βουλή των Λόρδων. Ο Viscount Dilhorne ανέφερε τα ακόλουθα ενδεικτικά στις σελίδες 23-24: «My difficulty about accepting Lord Denning's wide interpretation is that it appears to me wholly unrelated to the wording of the rule. I cannot construe the language of the rule as meaning that a party can be added whenever it is just or convenient to do so. That could have been simply stated if the rule was intended to mean that. However wide an interpretation is given, it must be an interpretation of the language used. The rule does not give power to add a party whenever it is just or convenient to do so. It gives power to do so only if he ought to have been joined as a party or if his presence is necessary for the effectual and complete determination and adjudication on all matters in dispute in the cause or matter». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η δυσκολία που έχω να αποδεχθώ την ευρεία ερμηνεία του Λόρδου Denning είναι ότι κατά την άποψή μου αυτή δεν σχετίζεται καθόλου με το λεκτικό του θεσμού. Δεν μπορώ να δώσω στο λεκτικό του θεσμού την ερμηνεία ότι διάδικος δύναται να προστεθεί όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Αν ο σκοπός του θεσμού ήταν αυτός πολύ απλά θα μπορούσε να περιληφθεί στο λεκτικό του. Όσο ευρεία μπορεί να είναι η ερμηνεία που θα δοθεί θα πρέπει να είναι η ερμηνεία του λεκτικού που χρησιμοποιείται. Ο θεσμός δεν δίδει την εξουσία για προσθήκη ενός διαδίκου όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Δίδει την εξουσία προς την πιο πάνω κατεύθυνση μόνο όταν ο νέος διάδικος θα πρέπει να προστεθεί ως διάδικος ή όταν η παρουσία του είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων ζητημάτων στην υπόθεση». Σύμφωνα δε με τον Λόρδο Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273 η παρεμπόδιση της πολλαπλότητας των διαδικασιών δεν αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό του θεσμού. Το Δικαστήριο διαθέτει άλλους τρόπους για να παρεμποδίσει την πολλαπλότητα των διαδικασιών. Όπως με το να διατάξει συνένωση αγωγών ή να επιτρέψει την έγερση διαδικασίας τριτοδιάδικου. Ο πρωταρχικός σκοπός του θεσμού ήταν η αντικατάσταση του plea in abatement, δηλαδή, η αναστολή ή ο τερματισμός μιας αγωγής όταν δεν βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου οι απαραίτητοι διάδικοι. Ο θεσμός είναι πιο ευέλικτος από το plea αλλά ο σκοπός του είναι ο ίδιος. Για την εμβέλεια της εξουσίας του Δικαστηρίου διαφωτιστική είναι και η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1372, σελίδα 1375: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους (ανωτέρω) η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις». Σχετική, επίσης, είναι και η υπόθεση P.T. Κiani Kertas v. Ιnterorient Navigation Company Limited κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ
- Η Δ.9 θ.10 αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Ο.16 r.
- Είναι, συνεπώς, χρήσιμα τα σχόλια που παρατίθενται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) στην σελίδα 348 κάτω από τον τίτλο «When Order refused»: «When Order Refused - Where the addition will have the effect of adding a new cause of action the order may be refused (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81; cf. Ashley, v. Taylor 10 Ch. D. 768 and O.28, r.1(n)). A person indirectly interested will not be added (Moser v. Marsden,
(1892)1 Ch. 487); and a defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter (Hood-Barrs v. Frampton & Co.,
(1924)W.N. 287); a third party notice in such a case is usually the proper course». Με βάση την πιο πάνω περικοπή αίτηση για προσθήκη εναγόμενου δεν εγκρίνεται αν η προσθήκη θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή αν αφορά πρόσωπα που ενδιαφέρονται στη διαδικασία μόνο έμμεσα ή αν καμία θεραπεία δεν επιδιώκεται από τον ενάγοντα σε σχέση με τον προτεινόμενο εναγόμενο και ο ενάγων δεν επιθυμεί την προσθήκη. Στην τελευταία δε περίπτωση η ενδεδειγμένη πορεία είναι η καταχώρηση ειδοποίησης τριτοδιάδικου. Άλλοι πρόσθετοι παράγοντες που δεν επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, το ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι αλλοδαπός εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 CLR 127) καθώς και το κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης (Βλ. Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479, Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd
(1970)1 QBD 393). Η Νομολογία κατέδειξε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέπει την προσθήκη εναγόμενου εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν επιθυμεί να στραφεί εκτός αν υπάρχει πολύ δυνατή υπόθεση που να δεικνύει ότι στην δεδομένη περίπτωση δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη εκτός αν ο εναγόμενος προστεθεί στην διαδικασία (Βλ. το Αγγλικό Σύγγραμμα The Digest 37
(2), 1983, επανέκδοση, σελ. 373, παράγραφος 2317). Σχετικές είναι και οι Aγγλικές αποφάσεις Νorris v. Beazley
(1877)(1874-80) All E R 774 και Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch 33, 38. Aν, όμως, η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί η προσθήκη, το Δικαστήριο δύναται να πράξει ανάλογα (Βλ. Megas Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd a.o
(1978)1 CLR 545). Αναμφίβολα, έχοντας υπόψη την γενική αρχή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Βλ. Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους
(1991)ΑΑΔ 906 και Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1372). Το πρόσωπο που η Αιτήτρια προτίθεται να προσθέσει ως εναγόμενο είναι ο νυν ιδιοκτήτης του τεμαχίου που συνορεύει με το τεμάχιο της Αιτήτριας και από το οποίο ξεκινά η παράνομη επέμβαση σύμφωνα με την Αιτήτρια και, επομένως, το πρόσωπο προς το οποίο θα στραφεί η Αιτήτρια για να εκτελέσει το διάταγμα που αξιώνεται με την παράγραφο Β του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης σε περίπτωση που η παράνομη επέμβαση ήθελε αποδειχθεί και το Δικαστήριο κρίνει ορθό και σκόπιμο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα. Επίσης ως νέος ιδιοκτήτης του τεμαχίου επηρεάζεται από τυχόν έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος Α του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Εναντίον του, επίσης, αξιώνονται αποζημιώσεις. Είναι, επομένως, ο ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου αναγκαίος διάδικος αφού θα έχει άμεσο ενδιαφέρον στην διαδικασία και θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα. Επίσης αν δεν καταστεί διάδικος το Δικαστήριο δεν θα δύναται να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά αναφορικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Αναφορικά με τον λόγο που απαριθμείται ως τέταρτος λόγος ένστασης ανωτέρω δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Η Αιτήτρια επικαλέσθηκε συγκεκριμένο και ικανό λόγο για την προσθήκη του XXXXX Χρυσοστόμου ως εναγόμενου στην αγωγή. Λόγο που σύμφωνα με την Δ.9, θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και την Νομολογία που ανωτέρω παρατάθηκε δικαιολογεί πλήρως την προσθήκη. Οι θέσεις που προβάλλονται με τον λόγο αυτό δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Κατά συνέπεια απορρίπτεται και ο λόγος αυτός. Αναφορικά με τον λόγο που απαριθμείται ως πέμπτος λόγος ένστασης ανωτέρω αναφέρονται τα ακόλουθα. Η Διαταγή 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφορά στην προσθήκη διαδίκων στην περίπτωση που πρόσωπα κακώς δεν συνενώθηκαν ως διάδικοι σε αγωγή ή στην διαγραφή διαδίκων στην περίπτωση που πρόσωπα κακώς συνενώθηκαν ως διάδικοι σε αγωγή. Η Διαταγή 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφορά στην τροποποίηση δικογράφων. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι αιτούμενες τροποποιήσεις στην Έκθεση Απαίτησης δεν περιορίζονται σε εκείνες που καθίστανται αναγκαίες από την προσθήκη εναγόμενου. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέπει την προσθήκη διαδίκου η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης η οποία είναι αναγκαία ώστε να ανταποκρίνεται η Έκθεση Απαίτησης με τον νέο τίτλο της αγωγής επιτρέπεται δίχως άλλο και το Δικαστήριο δεν μπαίνει στην διαδικασία να εξετάσει πώς να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια στην βάση της Διαταγής 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Διαφορετικά δεν θα είχε νόημα η προσθήκη διαδίκου και, κατ' επέκταση, η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Επομένως θα ασχοληθώ με τις τροποποιήσεις εκείνες της Έκθεσης Απαίτησης που δεν περιορίζονται σε εκείνες που καθίστανται αναγκαίες από την προσθήκη εναγόμενου γιατί εκείνες θα επιτραπούν δίχως άλλο. Πρόκειται για τα αιτητικά υπό παράγραφους (Β)(γ) και (Β)(δ) της υπό κρίση αίτησης. Με την παράγραφο (Β)(γ) της υπό κρίση αίτησης επιδιώκεται η αλλαγή της ημερομηνίας της αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λεμεσού και με την παράγραφο (Β)(δ) της υπό κρίση αίτησης η απάλειψη της παραγράφου 10 της Έκθεσης Απαίτησης και η αντικατάστασή της με νέα παράγραφο 10. Η παλαιά Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή, κατά κανόνα επιτρέπεται όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά (Βλ. Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426). Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ 33). Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (Βλ. Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714). Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε ότι η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από την Νομολογία είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν αναπτύσσεται στην ολότητά του ο πέμπτος λόγος ένστασης όπως αυτός διατυπώνεται στο σώμα της ένστασης. Στην ένορκό της δήλωση η Καθ' ης η αίτηση περιορίσθηκε να ισχυρισθεί ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης καθότι αυτές δεν προωθούν τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Αυτό μόνο προτίθεμαι να εξετάσω. Το υπόλοιπο μέρος του πέμπτου λόγου ένστασης που απαντά στο σώμα της ένστασης δεν θα το εξετάσω καθότι αυτό δεν υποστηρίζεται από ένορκη μαρτυρία. Διαφωνώντας με την πιο πάνω διατυπωθείσα θέση της Καθ' ης η αίτηση κρίνω ότι οι πιο πάνω τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Υπό το φως των πιο πάνω ο λόγος που απαριθμείται ως πέμπτος λόγος ένστασης ανωτέρω είναι έκθετος σε απόρριψη. Αναφορικά με τον λόγο που απαριθμείται ως έκτος λόγο ένστασης ανωτέρω σημειώνονται τα ακόλουθα. Το ότι η Αιτήτρια δεν απέσυρε την αγωγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση η οποία πλέον δεν είναι κύριος και ιδιοκτήτρια και αξιώνει τις ίδιες θεραπείες εναντίον τόσο της Καθ' ης η αίτηση όσο και του προσώπου που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει να καταστήσει συνεναγόμενο δεν είναι λόγος για να μην εγκρίνω την υπό κρίση αίτηση. Το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του προς εξέταση αίτημα για προσθήκη του ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου ως εναγόμενου στην αγωγή. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της προσθήκης για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγούνται δικαιολογούν το αίτημα και βεβαίως δεν καθιστούν ως προϋπόθεση για την έγκριση της προσθήκης την απόσυρση της αγωγής εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Επίσης όπως λέχθηκε και ανωτέρω η επιλογή των προσώπων που ενάγονται σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει στον ενάγοντα. Αναφορικά με την θέση ότι αν η αγωγή δεν απορριφθεί τα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση θα θιγούν σημειώνεται ότι η εν λόγω θέση παρέμεινε γενικόλογη και αόριστη. Δεν μου διαφεύγει ότι στον έκτο λόγο ένστασης που απαντά στο σώμα της ένστασης αναφέρεται ότι ο λόγος που η Καθ' ης η αίτηση θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση από την προσθήκη είναι γιατί αυτή δεν θα μπορεί να συμμορφωθεί με τα διατάγματα που τυχόν εκδοθούν ενόψει του ότι δεν είναι πλέον η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου. Παρόλο που η πιο πάνω αναφορά δεν υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και για τον λόγο αυτό δεν καλούμαι να την εξετάσω αισθάνομαι την ανάγκη να αναφέρω ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι η Καθ' ης η αίτηση ευθύνεται για οτιδήποτε το Δικαστήριο θα εκδώσει εναντίον της και υπέρ της Αιτήτριας τέτοιες θεραπείες για την Αιτήτρια οι οποίες αρμόζουν και δικαιολογούνται σύμφωνα με τον νόμο. Συνεπώς ούτε ο λόγος αυτός έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Η προσθήκη του ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου ως εναγόμενου 2 στην αγωγή δεν συνεπάγεται την προσθήκη νέας βάσης αγωγής. Τουναντίον, η βάση της αγωγής θα παραμείνει ακριβώς η ίδια με την προσθήκη. Το μόνο που θα αλλάξει είναι η προσθήκη του νέου κύριου και ιδιοκτήτη του τεμαχίου που προηγουμένως ανήκε στην Αιτήτρια. Συνεπώς η Αιτήτρια δεν επιδιώκει με την υπό κρίση αίτηση την ευκαιρία αναδόμησης της υπόθεσής της ή την «επανασύνταξη της γραμμής της απαίτησής της». Επίσης, με την προσθήκη του νέου διαδίκου δεν θίγονται τα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση, ούτε και θα επηρεασθεί δυσμενώς η υπόθεσή της. Τέτοιος κίνδυνος δεν καταδείχθηκε από την Καθ' ης η αίτηση να υπάρχει και οι αναφορές της Καθ' ης η αίτηση επί του προκειμένου είναι γενικές και αόριστες. Αυτό που τουναντίον διαπιστώνεται είναι ότι η τροποποίηση είναι επωφελής για σκοπούς συνέχισης της διαδικασίας. Γενικές και αόριστες ήταν και οι αναφορές της Καθ' ης η αίτηση περί καταπίεσης και κατάχρησης της διαδικασίας. Οι λόγοι που απαριθμούνται ως λόγοι ένστασης 1-3 ανωτέρω είναι, επομένως, έκθετοι σε απόρριψη. Αναφέρθηκε ανωτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι επωφελής για σκοπούς συνέχισης της διαδικασίας. Αυτό αναιρεί δίχως άλλο την θέση ότι η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από κακοπιστία. Συν τοις άλλοις καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Καθ' ης η αίτηση που να συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση. Το ότι η υπό κρίση αίτηση θα προκαλέσει καθυστέρηση στην διαδικασία δεν σημαίνει ότι αυτή διαπνέεται από κακοπιστία. Τουναντίον, έχει κριθεί ότι η προσθήκη είναι αναγκαία και απαραίτητη για την συνέχιση της διαδικασίας, πράγμα που σημαίνει ότι η καθυστέρηση που θα προκληθεί από την προσθήκη διαδίκου δεν είναι αδικαιολόγητη και δεν δίνει έναυσμα για ανησυχία. Επίσης, κανένας κίνδυνος δυσμενούς επηρεασμού της υπόθεσης της Καθ' ης η αίτηση ή των συμφερόντων της δεν καταδείχθηκε να συντρέχει από την υπό κρίση αίτηση ή την καθυστέρηση που θα επέλθει από την τροποποίηση και οι αναφορές της Καθ' ης η αίτηση στην ένορκό της δήλωση επί των σημείων αυτών παρέμειναν, επίσης, γενικές και αόριστες. Συνεπώς ο λόγος που απαριθμείται ως έβδομος λόγος ένστασης ανωτέρω είναι έκθετος σε απόρριψη. Τέλος αναφορικά με τον λόγο που απαριθμείται ως έκτος λόγος ένστασης ανωτέρω σημειώνεται ότι το ζήτημα που εγείρεται με τον λόγο αυτό είναι ζήτημα που δέον να αποφασισθεί, αν εγερθεί, κατά την δίκη και όχι στο στάδιο αυτό. Επομένως και ο λόγος αυτός είναι έκθετος σε απόρριψη. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 8-9 στο σώμα της ένστασης δεν υποστηρίζονται από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ενόψει τούτου, ότι, δηλαδή, οι θέσεις που διατυπώνονται στους πιο πάνω λόγους δεν τεκμηριώνονται ενόρκως κρίνω ότι δεν καλούμαι να εξετάσω τις πιο πάνω θέσεις και, κατ' επέκταση, τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Αναφορικά με τα έξοδα ενδεικτικά είναι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 31, σελίδα 36, και που πιο κάτω παρατίθενται: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση». Εφαρμογή των πιο πάνω απολήγει στην επιδίκαση των εξόδων της υπό κρίση αίτησης υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας κατά το ήμισυ. Αναφορικά δε με τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) αυτά για λόγους ευνόητους θα επιδικασθούν υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας εξ' ολοκλήρου. Συνακόλουθα εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β(α, β, γ, δ, ε και στ) της υπό κρίση αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο να καταχωρηθεί εντός 7 (επτά) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Υπεράσπιση στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα από την Εναγόμενη 1 να καταχωρηθεί εντός 10 (δέκα) ημερών από της παράδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 10 (δέκα) ημερών από της παράδοσης της Υπεράσπισης. Οι Θεσμοί να ακολουθήσουν για τον Εναγόμενο 2. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας κατά το ήμισυ. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας εξ' ολοκλήρου. (Υπ.) ................ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο