← Κύπρος

A.Z. Dailys Cleaning Product Ltd ν. Henan Harvest Group Co. Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1181/20, 5/2/2021

A.Z. Dailys Cleaning Product Ltd ν. Henan Harvest Group Co. Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1181/20, 5/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1181/20 Μεταξύ: A.Z. Dailys Cleaning Product Ltd, από την Λεμεσό Ενάγουσα και 1.Henan Harvest Group Co. Ltd, από Κίνα 2.Meditteranean Shipping Company (Cyprus) Ltd, από την Λεμεσό Εναγόμενων Ημερομηνία: 5.2.21 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα εταιρεία/Αιτήτρια: κκ Α. Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2 εταιρεία/Καθ' ης η αίτηση: κκ A. Chr. Theophilou LLC ------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε μονομερώς εκ μέρους της Ενάγουσας/Αιτήτριας στις 6.8.20 με την οποία ζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος ως ακολούθως (παρατίθενται αυτολεξεί τα αιτητικά υπό παραγράφους 1 και 2 της αίτησης): Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 2, οι αξιωματούχοι, συνεργάτες, υπάλληλοι, υπηρέτες, αντιπρόσωποι τους ή οποιοσδήποτε εξ αυτών, ως μεσεγγυούχοι και/ή ως τα πρόσωπα που έχουν την κατοχή των εμπορευμάτων που αφίχθηκαν στο λιμάνι Λεμεσού σας 16/06/2020 με το πλοίο ΧΧΧ ΑΝΝΑ σε 2 εμπορευματοκιβώτια που περιέχουν έκαστο 80 Drum (
  2. s)STC ISOPRPYL ALCOHOL (IPA) CLASS : 3, των οποίων η μεταφορά διέπεται από τους όρους της φορτωτικής (Bill of Lading) με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ9 ημερομηνίας 06/05/2020, όπως παραδώσουν τα εν λόγω εμπορεύματα στους Ενάγοντες έναντι της καταβολής του ποσού των €607,02 και τυχόν επισταλιών με την παρουσίαση αντιγράφου της φορτωτικής (Bill of Lading) με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ9. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 4-9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θθ 1-4, 8-9, την διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου ο οποίος είναι ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Delbut Tradings Ltd, Διευθύντριας της Ενάγουσας εταιρείας/Αιτήτριας, από τώρα και στο εξής «η Αιτήτρια» και ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧ Κτίστη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας. Τόσο ο κύριος Κωνσταντίνου όσο και η κυρία Κτίστη είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι από την Αιτήτρια να προβούν ο καθένας στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για λογαριασμό της Αιτήτριας. Ο κύριος Κωνσταντίνου ορκίσθηκε την ένορκό του δήλωση στις 6.8.20 και η κυρία Κτίστη μετά την υποβολή της αίτησης και συγκεκριμένα στις 11.8.20. Το Δικαστήριο στις 11.8.20 ενέκρινε μονομερώς την αίτηση εκδίδοντας διάταγμα ως το αιτητικό υπό παράγραφο 1 της αίτησης. Επίσης περιέλαβε και δεύτερη παράγραφο στο διάταγμα ως ακολούθως: «Καθορίζεται ότι ο χώρος φύλαξης του εν λόγω φορτίου είναι τα υποστατικά της εταιρείας A. Z. DAILYS CLEANING PRODUCTS LTD στη βιομηχανική περιοχή ΧΧΧΧ και είναι συγκεκριμένα ο χώρος αποθήκευσης, τον οποίο ο διευθυντής της εταιρείας ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου έχει υποδείξει χτες 10 Αυγούστου 2020 στον προϊστάμενο του Επαρχιακού Γραφείου Εργασίας Λεμεσού Κύπρο Κύπρου και την επιθεωρήτρια εργασίας ΧΧΧΧ Σιάμαρου και είναι ο χώρος, τον οποίο οι εν λόγω επιθεωρητές έχουν ελέγξει και έχουν εξεύρει κατάλληλο». Η Εναγόμενη 2 εταιρεία/Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση», ενέστη στην συνέχιση της ισχύος του διατάγματος ημερομηνίας 11.8.20, από τώρα και στο εξής «το επίδικο διάταγμα», καταχωρώντας προς τούτο Ειδοποίηση Ένστασης η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κύριου ΧΧΧΧ Κλεοβούλου, διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτήν να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση εκ μέρους της. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην ένορκο δήλωση του κύριου Κωνσταντίνου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η Αιτήτρια είναι εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο, εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, με αριθμό HE 323455 και ασχολείται με την παραγωγή ειδών καθαρισμού και απολύμανσης στην Κύπρο τα οποία διανέμει κυρίως στην Κυπριακή αγορά. Η Εναγόμενη 1 είναι Κινέζικη εταιρεία η οποία ασχολείται με την παραγωγή και εξαγωγή χημικών πρώτων υλών από την Κίνα. Η Καθ' ης η αίτηση είναι εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο, εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, με αριθμό HE ΧΧΧΧΧ5 και εκτελεί εργασίες ναυτιλιακών πρακτόρων. Η Καθ' ης η αίτηση ήταν και εξακολουθεί να είναι το πρόσωπο που από την άφιξη και εκφόρτωση του πλοίου ΧΧΧ ΑΝΝΑ στο Λιμάνι Λεμεσού έχει στην κατοχή της 2 εμπορευματοκιβώτια έκαστο από τα οποία περιέχει 80 Drums SCT Isopropyl Alcohol (IPA) Class 3, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας, τα οποία φορτώθηκαν στο Λιμάνι ΧΧΧΧ για μεταφορά στο Λιμάνι της Λεμεσού στην βάση της φορτωτικής (Bill of Lading) με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ9 ημερομηνίας 6.5.20. Η Αιτήτρια μετά από διαπραγματεύσεις με την Εναγόμενη 1 στις 22.3.20 αποδέχτηκε την προσφορά της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 21.3.20 για την αγορά 25,6 μετρικών τόνων αλκοόλης (Isopropyl Alcohol) στην τιμή των 1.780 Δολαρίων Αμερικής ανά μετρικό τόνο καταλήγοντας, έτσι, σε συμφωνία, από τώρα και στο εξής «η συμφωνία». Αντίγραφο της προσφοράς (proforma invoice) επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Αντίγραφο της ίδιας προσφοράς με ένδειξη επ' αυτής της αποδοχής εκ μέρους της Αιτήτριας γενομένη στις 22.3.20 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2. Από την συμφωνία προκύπτει ότι: 1. η τιμή πώλησης των εμπορευμάτων συμφωνήθηκε στα 1.780 Δολάρια Αμερικής ανά μετρικό τόνο 2. το συνολικό ποσό της συμφωνίας ανέρχετο στα 45.568 Δολάρια Αμερικής και θα καταβάλλετο τοις μετρητοίς με την παράδοση των σχετικών εγγράφων φόρτωσης περιλαμβανομένης της φορτωτικής (Bill of lading) (cash against documents (cad)) 3. η φόρτωση των εμπορευμάτων στο λιμάνι φόρτωσης θα γινόταν σε 2 εμπορευματοκιβώτια και σε κάθε εμπορευματοκιβώτιο θα φορτώνονταν 80 drums αλκοόλης (isopropyl alcohol) 4. το πρώτο εμπορευματοκιβώτιο θα φορτώνονταν στις 6.4.20 και το δεύτερο μια εβδομάδα αργότερα. Στις 22.3.20 η Εναγόμενη 1 επιβεβαίωσε ότι η περιεκτικότητα του εμπορεύματος σε αλκοόλ ήταν 99.9% (ΙΡΑ). Αντίγραφο της σχετικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ημερομηνίας 22.3.20 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3. Στις 15.4.20 η Αιτήτρια λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 καθυστερούσε να αποστείλει τα εμπορεύματα εισηγήθηκε για χάρη της άμεσης φόρτωσης των εμπορευμάτων την καταβολή του 30% του συνολικού ποσού της συμφωνίας προκαταβολικά και του υπόλοιπου ποσού με την παράδοση των εγγράφων περιλαμβανομένης και της φορτωτικής, πρόταση η οποία έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη 1. Η Αιτήτρια συμμορφούμενη με την πιο πάνω διευθέτηση κατέβαλε όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο του τραπεζικού εμβάσματος ημερομηνίας 18.4.20 στην Εναγόμενη 1 το ποσό των 13.670,40 Δολάρια Αμερικής, ήτοι το 30% του συνολικού ποσού της συμφωνίας. Επισυνάπτεται αντίγραφο του τραπεζικού εμβάσματος ημερομηνίας 18.4.20 ως Τεκμήριο 4. Στις 5.5.20 η Εναγόμενη 1 ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι το πρώτο εμπορευματοκιβώτιο είχε φορτωθεί οπότε η Αιτήτρια απαίτησε από την Εναγόμενη 1 μέσω της εφαρμογής WeChat αντίγραφο της φορτωτικής που θα αποδείκνυε την πραγματοποίηση της φόρτωσης. Σύμφωνα με τον κύριο Κωνσταντίνου η Εναγόμενη 1 δεσμεύτηκε όπως αποστείλει στην Αιτήτρια αντίγραφο της φορτωτικής σε μια εβδομάδα για να αποφευχθεί η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην φόρτωση του δεύτερου εμπορευματοκιβωτίου. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 5. Ανεξάρτητα από την συμφωνία η Αιτήτρια ζήτησε προσφορά για αγορά 4 επιπλέον εμπορευματοκιβωτίων αλκοόλης (isopropyl alcohol) στην ίδια τιμή των 1.700 Δολαρίων Αμερικής τον μετρικό τόνο, πρόταση την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε με τον όρο ότι ολόκληρο το ποσό που αφορούσε τα 4 εμπορευματοκιβώτια θα καταβάλλετο προκαταβολικά. Η Αιτήτρια δεν αποδέχτηκε την εισήγηση της Εναγομένης 1 και μετά από διαπραγματεύσεις τα μέρη συμφώνησαν όπως καταβληθεί το 40% της παραγγελίας προκαταβολικά και το υπόλοιπο 60% με την παράδοση των εγγράφων περιλαμβανομένης της φορτωτικής. Αντίγραφο της σχετικής συνομιλίας της Αιτήτριας με την Εναγόμενη 1 μέσω της εφαρμογής WeChat μαζί με αντίγραφο του προτιμολογίου (proforma invoice) επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6. Η Εναγόμενη 1 απέστειλε την προσφορά μέσω της εφαρμογής WeChat πλην όμως όταν η Αιτήτρια ζήτησε όπως αυτή αποσταλεί και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η Εναγόμενη 1 υπαναχωρώντας από την επιτευχθείσα συμφωνία επιχείρησε να αυξήσει μονομερώς την συμφωνηθείσα τιμή πώλησης στα 1.900 Δολάρια Αμερικής τον μετρικό τόνο. Η Αιτήτρια επέμεινε στους όρους της επιτευχθείσας συμφωνίας και ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 ότι θα υπέγραφε την προσφορά που είχε αποσταλεί μέσω της εφαρμογής WeChat στις 8.5.20 στην οποία δηλωνόταν ως συμφωνηθείσα τιμή τα 1.700 Δολάρια Αμερικής τον μετρικό τόνο. Στις 11.5.20 η Εναγόμενη 1 συνέχισε την προσπάθεια της να αυξήσει την τιμή πώλησης των 4 εμπορευματοκιβωτίων, αυτή την φορά, στα 2.100 Δολάρια Αμερικής τον μετρικό τόνο κατά παράβαση της συμφωνίας η οποία καταμαρτυρείται από την συνομιλία μέσω WeChat την οποία εκ των υστέρων δήλωσε ότι θεωρούσε άκυρη. Περαιτέρω διαπραγματεύσεις που αφορούσαν την αγορά των τεσσάρων εμπορευματοκιβωτίων αλκοόλης απέτυχαν οπότε η Αιτήτρια αποφάσισε να μην προχωρήσει στην αγορά περισσότερης ποσότητας αλκοόλης από την Εναγόμενη 1. Η Εναγόμενη 1 στις 12.5.20 κατά τρόπο εκβιαστικό δήλωσε ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια δεν αποδέχονταν την αγορά των 4 εμπορευματοκιβωτίων αλκοόλης θα ακύρωνε και την αρχική συμφωνία των 2 εμπορευματοκιβωτίων. Εναλλακτικά απαίτησε όπως η Αιτήτρια καταβάλει επιπρόσθετο ποσό ύψους 11.776 Δολαρίων Αμερικής ως ποινική ρήτρα (penalty) για να της αποσταλεί η πρωτότυπη φορτωτική (original bill of lading) αναφορικά με τα 2 εμπορευματοκιβώτια που είχαν φορτωθεί επί του πλοίου ΧΧΧ ΑΝΝΑ. Στις 19.5.20 η Εναγόμενη 1 απαίτησε την πληρωμή του υπόλοιπου 70% της συμφωνίας από την Αιτήτρια και απέστειλε στην Αιτήτρια αντίγραφο της φορτωτικής (bill of lading) με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ9, αντίγραφο του τιμολογίου με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧ2, αντίγραφο της κατάστασης συσκευασίας (packing list) και πιστοποιητικό ανάλυσης (certificate of analysis) των εμπορευμάτων επιβεβαιώνοντας ότι τα πρωτότυπα έγγραφα θα αποστέλλονταν με την λήψη της πληρωμής του ποσού των 31.897,60 Δολαρίων Αμερικής που αποτελούσε το 70%, ήτοι το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος. Αντίγραφο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με τα επισυνημμένα έγγραφα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7. Οι διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης 1 για αποστολή των πρωτότυπων φορτωτικών εγγράφων περιλαμβανομένης της φορτωτικής συνεχίστηκαν μέχρι τις 10.6.20, ημερομηνία κατά την οποία καταβλήθηκε το ποσό των 31.897,60 Δολαρίων Αμερικής. Αντίγραφο του τραπεζικού εμβάσματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8. Με την εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των 2 εμπορευματοκιβωτίων η Αιτήτρια απαίτησε από την Εναγόμενη 1 μέσω της εφαρμογής WeChat την αποστολή της πρωτότυπης φορτωτικής (bill of lading) σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης 1. Συγκεκριμένα όταν στάλθηκε στην Εναγόμενη 1 αντίγραφο του τραπεζικού εμβάσματος η τελευταία διαβεβαίωσε την Αιτήτρια ότι θα ελευθέρωνε τα πρωτότυπα φορτωτικά έγγραφα αποστέλνοντας της τα αμέσως μετά που το εμβασθέν ποσό θα εμφανίζετο/λαμβάνετο στον τραπεζικό της λογαριασμό. Αντίγραφο της συνομιλίας της Αιτήτριας με την Εναγόμενη 1 μέσω της εφαρμογής WeChat από τις 10.6.20 μέχρι τις 15.6.20 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9. Η Εναγόμενη 1 παραβιάζοντας τους όρους της συμφωνίας που αφορούσε τα 2 εμπορευματοκιβώτια και παρά την διαβεβαίωση της ότι θα απέστελλε τα πρωτότυπα φορτωτικά έγγραφα με την λήψη του ποσού των 31.897,60 Δολαρίων Αμερικής και παρά το ότι το έμβασμα λήφθηκε στον λογαριασμό της στις 15.6.20 υπαναχώρησε στην δέσμευση της αξιώνοντας όπως η Αιτήτρια καταβάλει το 30% της αξίας των εμπορευμάτων για τα οποία δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία. Αντίγραφο των ανταλλαγέντων μηνυμάτων μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγόμενης 1 μέσω της εφαρμογής WeChat ημερομηνίας 15.6.20 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10. Στις 16.6.20 η Αιτήτρια έλαβε από την Καθ' ης η αίτηση την καθιερωμένη ενημέρωση για άφιξη των εμπορευμάτων που είχαν φορτωθεί στο πλοίο MSC ΑΝΝΑ με την οποία η Καθ' ης η αίτηση καλούσε την Αιτήτρια όπως παραλάβει τα εμπορεύματα με την παρουσίαση της πρωτότυπης φορτωτικής (original bill of lading) και της καταβολής του ποσού των Ευρώ 607,02 σεντ οπότε και θα της παραδίδονταν διαταγή παραλαβής (delivery order) για να παραλάβει τα εμπορεύματα από αποθήκη του Λιμανιού στην οποία θα τοποθετούνταν. Αντίγραφο της ειδοποίησης άφιξης (Arrival Notification) ημερομηνίας 16.6.20 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11. Στις 16.6.20 η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή στην Πρεσβεία της Κίνας στην Κύπρο ζητώντας της να μεσολαβήσει για την αποστολή των πρωτότυπων εγγράφων και να εξηγήσει, πρώτο, ότι τα εμπορεύματα ήταν εύφλεκτα και, επομένως, επικίνδυνα και, δεύτερο, ότι για την φύλαξη τους η Αιτήτρια θα αναγκάζονταν να πληρώνει Ευρώ 200,00 σεντ ημερησίως. Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 16.6.20 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 12. Η Αιτήτρια συνέχιζε τις προσπάθειες να πείσει την Εναγόμενη 1 να αποστείλει τα πρωτότυπα έγγραφα, αλλά η Εναγόμενη 1 παράλογα εκβίαζε την Αιτήτρια για πληρωμή λύτρων για να της τα αποστείλει. Στις 19.6.20 μέσω της εφαρμογής WeChat η Εναγόμενη 1 για να αποστείλει στην Αιτήτρια τα πρωτότυπα έγγραφα απαίτησε όπως η Αιτήτρια της καταβάλει είτε το ποσό των 8.704 Δολαρίων Αμερικής (10%) ως ποινική ρήτρα (penalty) για τα άλλα 4 εμπορευματοκιβώτια, είτε το ποσό των 13.056 Δολαρίων Αμερικής (30%) ως προκαταβολή για 2, προδήλως, από τα 4 εμπορευματοκιβώτια. Αντίγραφο της συνομιλίας της Αιτήτριας με την Εναγόμενη 1 μέσω της εφαρμογής WeChat ημερομηνίας 19.6.20 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 13. Επανειλημμένες προσπάθειες της Αιτήτριας να πείσει την Καθ' ης η αίτηση να ακολουθήσει την καθιερωμένη πρακτική που ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις στην βάση της οποίας τα εμπορεύματα ελευθερώνονται στους παραλήπτες τους χωρίς την παρουσίαση της πρωτότυπης φορτωτικής (original bill of lading) απέτυχαν. Στις 22.6.20 οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν επιστολή στην Καθ' ης η αίτηση καλώντας την όπως παραδώσει τα εμπορεύματα στην Αιτήτρια που ήταν η μόνη ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων με δεδομένο ότι η φορτωτική δεν ήταν εις διαταγή (to order), ο ναύλος αποδεδειγμένα είχε εξοφληθεί και δηλώνοντας ότι ήταν διατεθειμένη να υπογράψει την συνηθισμένη δέσμευση (undertaking) στην βάση της οποίας θα ήταν υπόλογη στην Καθ' ης η αίτηση και/ή στους μεταφορείς σε περίπτωση που παρουσιαστεί τρίτο πρόσωπο με κατοχή της πρωτότυπης φορτωτικής και αξιώσει την ιδιοκτησία των εμπορευμάτων. Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 22.6.20 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 14. Στις 24.6.20 οι δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση με ηλεκτρονικό μήνυμα αρνήθηκαν την παράδοση των εμπορευμάτων και ανέφεραν ότι τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν μόνο με την παρουσίαση της πρωτότυπης φορτωτικής ή μετά από «πιστοποιημένες αδιαμφισβήτητες οδηγίες παράδοσης των εμπορευμάτων» από την Εναγόμενη 1. Αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 24.6.20 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 15. Υπό τις περιστάσεις η συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτηση να ασκεί ουσιαστικά δικαίωμα επίσχεσης (lien) επί εμπορευμάτων ιδιοκτησίας της Αιτήτριας για τα οποία έχει καταβληθεί ο ναύλος συνιστά κατάχρηση και δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου με την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την Καθ' ης η αίτηση να παραδώσει άμεσα τα εμπορεύματα στην Αιτήτρια χωρίς την παρουσίαση της πρωτότυπης φορτωτικής καταθέτοντας προς τούτο εγγύηση που το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει υπό τις περιστάσεις. Η Αιτήτρια παρά το ότι έχει καταβάλει πλήρως το τίμημα πώλησης των εμπορευμάτων που αφίχθηκαν στο Λιμάνι Λεμεσού στις 16.6.20 με το πλοίο ΧΧΧ ΑΝΝΑ σε 2 εμπορευματοκιβώτια των οποίων η μεταφορά διέπεται από τους όρους της φορτωτικής (Bill of Lading) με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ9 ημερομηνίας 6.5.20 εμποδίζονται από του να παραλάβουν τα εμπορεύματα λόγω της άρνησης της Εναγόμενης 1 να αποστείλει την πρωτότυπη φορτωτική (bill of lading) και της Καθ' ης η αίτηση να παραδώσει τα εμπορεύματα χωρίς την παρουσίαση της πρωτότυπης φορτωτικής. Η φύλαξη των εμπορευμάτων λόγω του ότι πρόκειται για εύφλεκτο (flammable) υλικό χρεώνεται με το ποσό των Ευρώ 200,00 σεντ ημερησίως ως επισταλίες (demurrages) και καταβάλλεται από τον παραλήπτη του εμπορεύματος στον ναυτιλιακό πράκτορα του πλοίου στο Λιμάνι της Λεμεσού σε περίπτωση που ο παραλήπτης παραλείψει να παραλάβει τα εμπορεύματα άμεσα. Σε περίπτωση που τα εμπορεύματα δεν παραληφθούν εντός ενός μηνός από την ημερομηνία άφιξής τους παρέχεται το δικαίωμα όπως αυτά μεταφερθούν στις αποθήκες του δημοσίου και διατεθούν με δημόσιο πλειστηριασμό. Σε τέτοια περίπτωση κατά κανόνα διατίθενται σε πολύ χαμηλή τιμή για κάλυψη των εξόδων αποθήκευσης των. Μονομερής αίτηση της Αιτήτριας για άμεση παράδοση των εμπορευμάτων απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 3.7.20. Τα εμπορεύματα είναι αλκοόλη η οποία είναι επικίνδυνο υλικό λόγω της εξαιρετικά μεγάλης ευφλεκτότητάς της. Ως εκ τούτου είναι εξαιρετικά επείγον όπως το αιτούμενο διάταγμα εκδοθεί το συντομότερο ώστε να μεταφερθούν τα εμπορεύματα σε χώρο φύλαξης της Αιτήτριας όπου δεν θα υπάρχει κίνδυνος ανάφλεξης και/ή έκρηξης τους. Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Αιτήτρια δηλώνει την ετοιμότητα της να υπογράψει εγγύηση προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση η οποία θα καλύπτει οποιοδήποτε ποσό η Καθ' ης η αίτηση τυχόν διαταχθεί να πληρώσει σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν θα έπρεπε να εκδοθεί. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και η Αιτήτρια έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή. Τα εμπορεύματα αποτελούν την πρώτη ύλη παραγωγής αντισηπτικών και αντιβακτηριακών υγρών απολύμανσης και θα διατεθούν στην Κυπριακή αγορά σε συγκεκριμένους πελάτες της Αιτήτριας για αντιμετώπιση του κορωνοϊού. Συνεπεία της μέχρι σήμερα άρνησης στην παράδοση των εμπορευμάτων και της μη παράδοσης των παραγγελιών τους πολλοί από τους πελάτες της Αιτήτριας έχουν διακόψει την συνεργασία τους μαζί της, γεγονός που έχει ήδη επιφέρει τεράστιες ανυπολόγιστες ζημιές στο καλό όνομα της Αιτήτριας που δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Η Αιτήτρια έχει αποδεχτεί παραγγελίες για την παραγωγή μεγάλης ποσότητας υγρών απολύμανσης και η μη υλοποίηση των παραγγελιών θα επηρεάσει περαιτέρω το καλό όνομα της Αιτήτριας στην αγορά αφού δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις παραγγελίες αυτές. Το αγοραστικό δε κοινό της Κύπρου θα πληγεί καθότι δεν θα είναι σε θέση να προμηθευτεί αντισηπτικά και να προστατευτεί από την πανδημία που εξακολουθεί να πλήττει την Κύπρο. Περαιτέρω, αν το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού τα εμπορεύματα αποτελούνται από πολύ εύφλεκτο υλικό το οποίο βρίσκεται σε χώρο της Καθ' ης η αίτηση για σκοπούς προσωρινής φύλαξης ο οποίος δεν είναι κατάλληλος για φύλαξη τέτοιου είδους εμπορευμάτων. Ως εκ τούτου υπάρχει ορατός κίνδυνος ανάφλεξης και/ή έκρηξης τους η οποία θα προκαλέσει μη αναστρέψιμη και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια και πιθανόν στην Κυπριακή Δημοκρατία και τους πολίτες της η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Στον αντίποδα αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Καθ' ης η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημία αφού ενεργεί ως μεσεγγυούχος των εμπορευμάτων. Είναι δε εμφανές από τα Τεκμήρια 6, 9, 10 και 13 ότι η Εναγόμενη 1 δεν προβάλλει καμία απολύτως νόμιμη αιτιολογία για την άρνηση της να παραδώσει τα εμπορεύματα στην Αιτήτρια. Σκοπός της είναι να συνεχίσει να εκβιάζει την Αιτήτρια για την απόσπαση χρημάτων. Η ΧΧΧΧ Κτίστη στην δική της ένορκο δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 7.8.20 εκπρόσωπος της Αρχής Λιμένων επικοινώνησε με τον δικηγόρο κύριο ΧΧΧΧ Γιωρκάτζη, δικηγόρο στην δικηγορική εταιρεία Αντρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ, ο οποίος χειρίζεται την αγωγή εκ μέρους της Αιτήτριας, λέγοντας του ότι μετά από ενημέρωση που έτυχε η Αρχή Λιμένων από την Eurogate Container Terminal Limassol Ltd περιήλθε σε γνώση της Αρχής η επικινδυνότητα του φορτίου το οποίο βρισκόταν αποθηκευμένο στο τερματικό της εν λόγω εταιρείας στο Λιμάνι Λεμεσού η οποία καθίστατο μεγαλύτερη ένεκα των ψηλών θερμοκρασιών οι οποίες ανέβαζαν την θερμοκρασία εντός των εμπορευματοκιβωτίων στους 90 βαθμούς Κελσίου. Ο κύριος Γιωρκάτζης ενημέρωσε την Αρχή ότι οι πράκτορες του πλοίου ΧΧΧ ANNA αρνούνται να παραδώσουν το φορτίο στην Αιτήτρια που είναι ο ιδιοκτήτης του εκτός αν η Αιτήτρια τους παρουσιάσει την πρωτότυπη φορτωτική την οποία, όμως, η Αιτήτρια δεν είχε στην κατοχή της. Επισυνάπτεται επιστολή του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 7.8.20 η οποία περιήλθε εις γνώση της πλευράς της Αιτήτριας στις 10.8.20 - Τεκμήριο 1. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο η ισοπροπυλική αλκοόλη είναι εύφλεκτο χημικό προϊόν και η τοποθέτηση του φορτίου στον συγκεκριμένο χώρο δεν ήταν ασφαλής για μόνιμη φύλαξη καθότι ο χώρος δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις της σχετικής Νομοθεσίας. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων απέστειλε επιστολή στην Καθ' ης η αίτηση συστήνοντας σε αυτήν να συνεργασθεί παραδίδοντας πάραυτα το φορτίο στην Αιτήτρια ή διευθετώντας όπως τα δύο εμπορευματοκιβώτια μετακινηθούν από την περιοχή του Λιμένος Λεμεσού και τοποθετηθούν σε κατάλληλη αποθήκη εντός της ημέρας εκείνης. Ενόψει της άρνησης της Καθ' ης η αίτηση να συνεργασθεί στην συνέχεια επενέβη ο ίδιος ο Υπουργός Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων καλώντας την Καθ' ης η αίτηση να παραδώσει πάραυτα τα εμπορεύματα στην Αιτήτρια. Οι εκπρόσωποι, όμως, της Καθ' ης η αίτηση δήλωσαν ότι μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου θα ήταν διατεθειμένοι να συνεργασθούν καθότι μετά από νομική συμβουλή που είχαν λάβει υπήρχε ο κίνδυνος να εμφανισθούν τρίτοι και να αξιώσουν ιδιοκτησία επί των εμπορευμάτων και, κατ' επέκταση, κίνδυνος η Καθ' ης η αίτηση να υποστεί ζημία. Προσπάθειες από μέρους της Αρχής Λιμένων Κύπρου, επίσης, αποβήκαν άκαρπες. Σύμφωνα με την Αρχή Λιμένων Κύπρου τα εμπορεύματα εμπίπτουν στην κατηγορία επικίνδυνων αγαθών δυνάμει του Περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (Λειτουργία Περιοχών Λιμένων) Διατάγματος του 2016. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 2 το οποίο είναι επιστολή η οποία απευθύνεται στην Αιτήτρια, την Καθ' ης η αίτηση και την Eurogate Container Terminal Limassol Ltd. Μετά από παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας έγινε σύσκεψη στην οποία μετείχαν, μεταξύ άλλων, η Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Αρχηγός Αστυνομίας, εκπρόσωπος της Πυροσβεστικής και εκπρόσωπος του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και κατά την οποία αποφασίσθηκε όπως τα δύο εμπορευματοκιβώτια μεταφερθούν προσωρινά και μέχρι να επιληφθεί του θέματος το Δικαστήριο σε χώρο που κρίθηκε ασφαλής στην κοινότητα Δαλίου της επαρχίας Λευκωσίας. Με επιστολή της ημερομηνίας 10.8.20 η Υπουργός Δικαιοσύνης ενημέρωσε τους δικηγόρους της Αιτήτριας ότι κατόπιν αιτήματος του Υπουργού Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων η Αστυνομία ενεπλάκη με την Πυροσβεστική Υπηρεσία στην άμεση απομάκρυνση των εμπορευμάτων από το τερματικό της Eurogate Container Terminal Limassol Ltd και την ασφαλή μεταφορά τους για σκοπούς φύλαξής τους κάτω από κατάλληλες συνθήκες για την φύση τους. Στις 10.8.20 ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κύριο ΧΧΧΧ Γιωρκάτζη ενημέρωσε τον τελευταίο ότι τα εμπορεύματα έπρεπε να μετακινηθούν πάραυτα από την αποθήκη στο Δάλι όπου είχαν τοποθετηθεί προσωρινά γιατί η αποθήκευση συν τοις άλλοις αποτελούσε επιβάρυνση στο Δημόσιο. Σε επικοινωνία του κύριου Γιωρκάτζη με εκπρόσωπο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας στην Λεμεσό θεωρήθηκε ως η πλέον ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις λύση η τοποθέτηση των εμπορευμάτων στις αποθήκες της Αιτήτριας που βρίσκονται στην Βιομηχανική Περιοχή Αγίου Συλά οι οποίες κρίθηκαν κατάλληλες για την φύλαξη των εμπορευμάτων από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 6. Η Αιτήτρια δεσμεύεται να καταβάλει στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό των Ευρώ 607,08 σεντ που σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση οφείλεται από την Αιτήτρια ως έξοδα παραλαβής. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω: 1. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, και/ή του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, για έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων 2. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης και/η συνέχισης ισχύος του υπό ένσταση διατάγματος και/ή οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 2, ούτε καλή βάση αγωγής, ούτε υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ή και πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους εναντίον της 3. Δεν έχει αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογείται η έκδοση του υπό ένσταση διατάγματος χωρίς ειδοποίηση. 4. Η θεραπεία των αποζημιώσεων θα είναι επαρκής αν επιτύχει η αγωγή 5. Οι Ενάγοντες παραβίασαν το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και/ή δεν προβήκαν σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή σκόπιμα απέκρυψαν σημαντικά γεγονότα τα οποία γνώριζαν και/ή όφειλαν να αποκαλύψουν και/ή παρέπεμψαν σε άλλα γεγονότα που δημιουργούν λανθασμένη εντύπωση ανυπαρξίας των παραληφθέντων και παραπληροφόρησαν και παραπλάνησαν το Δικαστήριο και δεν δικαιούνται θεραπείας υπό τις περιστάσεις εφόσον δεν ενήργησαν με καλή πίστη και/ή δεν προσήλθαν με «καθαρά χέρια» στο Δικαστήριο 6. Οι Ενάγοντες απέκρυψαν σκόπιμα από το Δικαστήριο την ύπαρξη του διατάγματος ημερομηνίας 7.7.20, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση και αντ' αυτού παρέπεμψαν στην απόρριψη από το Δικαστήριο προηγούμενης άλλης μονομερούς αίτησης τους ούτως ώστε το Δικαστήριο να πιστεύει ότι δεν εκκρεμούσε κατά τον χρόνο που επιλήφθηκε της παρούσας αίτησης άλλο διάταγμα, ήτοι το διάταγμα - Τεκμήριο Α 7. Η ύπαρξη του διατάγματος - Τεκμήριο Α - καθιστά την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου 1 του υπό ένσταση διατάγματος περιττή, αδικαιολόγητη και μάταιη 8. Η έκδοση του υπό ένσταση διατάγματος αρ. 1 ημερομηνίας 11.8.20 δεν στηρίζεται και δεν δικαιολογείται από την νομική βάση της παρούσας αίτησης και την σχετική Νομολογία 9. Το υπό ένσταση διάταγμα αρ.1 δεν προσδιορίζει ότι η παράδοση των εμπορευμάτων είναι προσωρινή θεραπεία μέχρι εκδίκασης της αγωγής αλλά με τη συγκεκριμένη διατύπωση του υπονοείται (κακώς) ότι ουσιαστικά παραδίδει την ιδιοκτησία των εμπορευμάτων και αποφασίζει τη διαφορά της αγωγής μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων 1 στην απουσία τους 10. Η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, καθότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποκαλύψουν στην ένορκη τους δήλωση γεγονότα που καθιστούν την έκδοση του υπό ένσταση διατάγματος κατεπείγουσα 11. Η ύπαρξη του διατάγματος - Τεκμήριο Α - στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα ένσταση όχι μόνο αποκλείει το κατεπείγον του αιτήματος αλλά αποκλείει την εν γένει έκδοση του διατάγματος 12. Η έκδοση του υπό ένσταση Διατάγματος αρ. 1 ημερομηνίας 11.8.20 δεν είναι αναγκαία και/ή δεν δικαιολογείται από νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και/ή δεν είναι δίκαιο και εύλογο να παραμείνει σε ισχύ 13. Στην Αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν δεν έχουν τεθεί τέτοιοι και/ή οποιοιδήποτε ισχυρισμοί και/ή δεν αποκαλύπτεται ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε και/ή επαρκής μαρτυρία και/ή οποιαδήποτε γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση και/ή συνέχιση ισχύος του υπό ένσταση διατάγματος με βάση τις συμφυείς εξουσίες και/ή την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου 14. Οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν σε περίπτωση ακύρωσης του υπό ένσταση διατάγματος ανεπανόρθωτη ή οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα αν ακυρωθεί το υπό ένσταση διάταγμα 15. Οι Εναγόμενοι 2 είναι φερέγγυα πρόσωπα και ιδιοκτήτες σεβαστής αξίας κινητής και ακίνητης περιουσίας κάτι που γνωρίζουν οι Ενάγοντες και δεν υπάρχει κίνδυνος αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα να μην μπορούν να ικανοποιήσουν την οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος των Εναγόντων 16. Τυχόν διατήρηση του υπό ένσταση διατάγματος 1 θα προκαλέσει αδικία στην Καθ' ης η Αίτηση και ζημία πολλαπλάσια των αξιούμενων εναντίον της αποζημιώσεων, ενώ η μη διατήρηση του ουδεμία αδικία ή ταλαιπωρία θα προσθέσει στους Ενάγοντες ιδιαίτερα και ενόψει της ύπαρξης του διατάγματος ημερομηνίας 7.7.20 - Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση - και/ή το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ της Καθ' ης η αίτηση 17. Η παρούσα αίτηση έγινε αντικανονικά, καταχρηστικά, αδικαιολόγητα και κακόπιστα αφού γίνεται προσπάθεια να μετατραπεί η ενδιάμεση αυτή διαδικασία σε κυρίως δίκη επί της ουσίας της διαφοράς μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης 1 18. Υπό τις περιστάσεις δεν είναι δίκαιο πρόσφορο ή εύλογο και προς το δημόσιο συμφέρον να διατηρηθεί σε ισχύ το υπό ένσταση διάταγμα Αρ. 1. Στην ένορκο δήλωση του κύριου Κλεοβούλου που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η Καθ' ης η αίτηση είναι Κυπριακή εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη με αριθμό εγγραφής HE 135241 και ασχολείται με ναυτιλιακές δραστηριότητες μεταξύ των οποίων και η αντιπροσώπευση πλοίων στη Λεμεσό μεταξύ των οποίων και τα πλοία της γνωστότατης παγκόσμιας εταιρείας MSC. Στην παράγραφο 2 του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αναφέρεται ότι τα επίδικα εμπορεύματα είναι της Αιτήτριας και αφίχθηκαν στο Λιμάνι Λεμεσού στις 16.6.20 με το πλοίο ΧΧΧ ΑΝΝΑ. Οι πιο πάνω αναφορές είναι λανθασμένες. Τα επίδικα εμπορεύματα δεν ήταν ιδιοκτησίας της Αιτήτριας, θα γίνονταν δε δικά της μόνο αν οι φορτωτές, προδήλως, εννοείται η Εναγόμενη 1, της είχε παραδώσει την πρωτότυπη φορτωτική. Επίσης δεν αφίχθηκαν στο Λιμάνι Λεμεσού στις 16.6.20 με το πλοίο ΧΧΧ ΑΝΝΑ, αλλά με άλλο πλοίο. Επίσης, ο ισχυρισμός στην παράγραφο 4 του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος «για συνομωσία των Εναγόμενων 2 με τους Εναγόμενους 1 για την κατακράτηση» των εμπορευμάτων ουδόλως υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση. Ο ισχυρισμός της κυρίας Κτίστη που προβάλλεται στην παράγραφο 11 της ένορκής της δήλωσης ότι η Καθ' ης η αίτηση «ενεργούσε κακόπιστα» δεν υποστηρίζει ισχυρισμό συνομωσίας. Ούτε και ο ισχυρισμός του κύριου Κωνσταντίνου στη δική του ένορκη δήλωση σύμφωνα με τον οποίο η Καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε να παραδώσει στην Αιτήτρια τα εμπορεύματα χωρίς την πρωτότυπη φορτωτική υποστηρίζει ισχυρισμό συνομωσίας. Ο κύριος Κωνσταντίνου παραθέτει, μάλιστα, και τους λόγους που πρόβαλε η Καθ' ης η Αίτηση γι' αυτή της την άρνηση μέσω του Τεκμηρίου 15. Στα πλαίσια μονομερούς αίτησης που υποβλήθηκε από την Αιτήτρια στις 6.7.20 εκδόθηκε την επόμενη μέρα, 7.7.20, διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση να αποξενώσει και/ή παραδώσει τα επίδικα εμπορεύματα σε οποιοδήποτε πρόσωπο πλην της Αιτήτριας - Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Κλεοβούλου. Μέχρι σήμερα δεν προβλήθηκε ένσταση στο εν λόγω διάταγμα και ο χρόνος αναλώθηκε σε εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης. Συνεπώς το εν λόγω διάταγμα εξακολουθεί να ισχύει από τις 7.7.20 και με βάση αυτό η Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να διαθέσει τα εμπορεύματα παρά μόνο στην Αιτήτρια. Το διάταγμα ημερομηνίας 7.7.20 προστατεύει την Αιτήτρια στον μέγιστο βαθμό αφού η Καθ' ης η αίτηση οφείλει μέχρι εκδίκασης της αγωγής να μην διαθέσει ή αποξενώσει τα επίδικα εμπορεύματα παρά μόνο παραδίδοντας τα στην ίδια την Αιτήτρια. Συνεπώς η έκδοση του επίδικου διατάγματος παράγραφος 1 δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό που ένα προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να εξυπηρετεί. Το επίδικο διάταγμα κακώς εκδόθηκε με την διαδικασία μονομερούς αίτησης αφού η ύπαρξη του διατάγματος ημερομηνίας 7.7.20 κατοχύρωσε κάθε πιθανό έννομο συμφέρον της Αιτήτριας επί των εμπορευμάτων και απέκλεισε πλέον τον κίνδυνο αποξένωσης τους μέχρι εκδίκασης της αγωγής ενώ ταυτόχρονα εξέλιπε το στοιχείο του κατεπείγοντος και οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην αποδοθεί δικαιοσύνη μετά την απόφαση. Στην υπό κρίση αίτηση δεν υπάρχει καμία αναφορά στην ύπαρξη του διατάγματος ημερομηνίας 7.7.20 με αποτέλεσμα η ύπαρξη του εν λόγω διατάγματος να μην είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου όταν αποφάσιζε την υπό κρίση αίτηση. Αν η πλευρά της Αιτήτριας αποκάλυπτε στο Δικαστήριο το ουσιωδέστατο γεγονός της ύπαρξης του εν λόγω διατάγματος το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε το επίδικο διάταγμα καθότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο για την προστασία της Αιτήτριας. Εκτός από τη μη αποκάλυψη της ύπαρξης του διατάγματος ημερομηνίας 7.7.20 υπάρχει και ένα άλλο επιλήψιμο σημείο. Αυτό της αποκάλυψης, αυτή την φορά, μιας άλλης αίτησης. Συγκεκριμένα ο κύριος Κωνσταντίνου στην παράγραφο 34 της ένορκής του δήλωσης έκρινε σκόπιμο να αναφέρει γενικά και χωρίς λεπτομέρειες ότι υπήρξε και άλλη αίτηση, μονομερής, υποβληθείσα από την Αιτήτρια «για άμεση παράδοση των Εμπορευμάτων» η οποία «απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 03/07/2020». Πρόκειται για την πρώτη αίτηση που καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια ημερομηνίας 26.6.20. Αυτή την αίτηση την αποκάλυψε. Την άλλη, όμως, που ακολούθησε ημερομηνίας 6.7.20 στην βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 7.7.20 ο κύριος Κωνσταντίνου δεν την αποκάλυψε. Ο συνδυασμός της μη αποκάλυψης του διατάγματος ημερομηνίας 7.7.20 από τον κύριο Κωνσταντίνου με την αποκάλυψη από τον ίδιο της πρώτης αίτησης οδηγεί κάποιον στο να θεωρήσει ότι κατά το χρόνο εξέτασης της υπό κρίση αίτησης δεν υπήρχε σε ισχύ προηγούμενο διάταγμα παρεμφερές προς το επίδικο διάταγμα όπως ήταν το διάταγμα ημερομηνίας 7.7.20. Της υπό κρίση αίτησης επιλήφθηκε Δικαστής άλλη από εκείνη που επιλήφθηκε των αιτήσεων με ημερομηνίες 26.6.20 και 6.7.20. Η Δικαστής που επιλήφθηκε της υπό κρίση αίτησης δεν γνώριζε τον φάκελο της υπόθεσης και δεν γνώριζε για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 7.7.20 όταν εξέδιδε το επίδικο διάταγμα με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί. Στην ένορκό του δήλωση ο κύριος Κωνσταντίνου προσπαθεί να πείσει το Δικαστήριο ότι τα εμπορεύματα για τα οποία η Αιτήτρια πλήρωσε την Εναγόμενη 1 της ανήκουν ιδιοκτησιακά έστω και αν δεν κατέχει την πρωτότυπη φορτωτική. Επίσης η αίτηση και το επίδικο διάταγμα δεν προσδιορίζουν ότι η παράδοση των εμπορευμάτων είναι προσωρινή μέχρι εκδίκασης της αγωγής και όχι τελική απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Η ένορκη δήλωση της κυρίας Κτίστη αναφέρεται στο κατεπείγον της έκδοσης του επίδικου διατάγματος στη βάση της επικινδυνότητας των εμπορευμάτων χωρίς να υποδεικνύει στο Δικαστήριο ότι η επικινδυνότητα επηρεάζει μόνο τον χώρο φύλαξης των εμπορευμάτων. Η παράγραφος 2 του επίδικου διατάγματος εκδόθηκε χωρίς να έχει ζητηθεί εξειδικευμένα. Οι αξιώμενες με την αγωγή θεραπείες δεν περιλαμβάνουν παράδοση των εμπορευμάτων αλλά την επιδίκαση αποζημιώσεων. Για να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα θα έπρεπε να προϋπάρξουν και να αποδεικνύονταν στον βαθμό που προβλέπει η Νομολογία ισχυρισμοί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος δεν θα ικανοποιείτο η οποιαδήποτε απόφαση εις βάρος της Καθ' ης η αίτηση για λόγους που αφορούν την Καθ' ης η αίτηση, όπως, για παράδειγμα, λόγω της αφερεγγυότητάς της. Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση ότι η Καθ' ης η αίτηση θα αδυνατεί να ικανοποιήσει την οποιαδήποτε τυχόν απόφαση εναντίον της στην αγωγή. Και ούτε θα μπορούσε να υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο γιατί η Καθ' ης η αίτηση, όπως γνωρίζουν ο κύριος Κωνσταντίνου και η κυρία Κτίστη, είναι ιδιοκτήτρια μεγάλης αξίας ακινήτων και πλήρως αξιόχρεη. Ο κύριος Κωνσταντίνου στην παράγραφο 43 της ένορκης του δήλωσης προβάλλει τον ψευδή ισχυρισμό ότι τα εύφλεκτα εμπορεύματα βρίσκονταν «σε ανασφαλή χώρο προσωρινής φύλαξης των Εναγόντων» ενώ γνώριζε ότι αυτά τότε βρίσκονταν στο Λιμάνι Λεμεσού υπό την φύλαξη της διαχειρίστριας του Λιμένος Eurogate, όπως αναφέρει η κυρία Κτίστη στις παραγράφους 12-14 της ένορκης της δήλωσης διαψεύδοντας τον κύριο Κωνσταντίνου. Περαιτέρω η κυρία Κτίστη αποκαλύπτει ότι ήδη πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος τα εμπορεύματα είχαν μεταφερθεί σε ασφαλή χώρο στο Δάλι - άρα δεν κινδύνευαν πλέον - και το μόνο που παρέμεινε ήταν το κόστος φύλαξης τους εκεί από έξι αστυνομικούς που εξέλιπε κι' αυτό με την έκδοση του διατάγματος υπό παράγραφο 2. Με τις αναφορές της κυρίας Κτίστη στην ένορκη της δήλωση ότι τα εμπορεύματα βρίσκονταν ήδη πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος σε ασφαλή χώρο στο Δάλι ο ισχυρισμός του κύριου Κωνσταντίνου στην παράγραφο 43 της ένορκης του δήλωση περί πιθανότητας ανεπανόρθωτης ζημιάς της Αιτήτριας λόγω πιθανής καταστροφής των εμπορευμάτων κατέπεσε και ο ισχυρισμός τέτοιου κινδύνου σαν δικαιολογία έκδοσης του επίδικου διατάγματος, παράγραφος 1, ήταν αίολος. Η έκδοση του επίδικου διατάγματος το οποίο αποδίδει τα επίδικα εμπορεύματα στην Αιτήτρια χωρίς την παράδοση της πρωτότυπης φορτωτικής και, μάλιστα, χωρίς να προνοεί ότι θα ίσχυε μέχρι εκδίκασης της αγωγής είναι παράνομη αφού μπορεί να παρερμηνευτεί ότι δεν αποδίδει προσωρινή θεραπεία αλλά επίλυση της διαφοράς μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγόμενης 1 στην απουσία της τελευταίας στην οποία η Αιτήτρια ούτε καν προσπάθησε να επιδώσει την αγωγή ή την αίτηση. Μόνο η κατοχή της πρωτότυπης φορτωτικής θα βοηθούσε την Αιτήτρια να αποκτήσει δικαιώματα ιδιοκτησίας επί των εμπορευμάτων. Χωρίς την πρωτότυπη φορτωτική η Αιτήτρια είχε απλά δικαίωμα να αποζημιωθεί για μη παράδοση των εμπορευμάτων από την πωλήτρια Εναγόμενη 1. Δεν είναι με το πλοίο «ΧΧΧ ΑΝΝΑ» ως διατείνονται τόσο ο κύριος Κωνσταντίνου όσο και η κυρία Κτίστη στις ένορκές τους δηλώσεις που τα εμπορεύματα έφθασαν στο Λιμάνι Λεμεσού, αλλά με το πλοίο «ΧΧΧ MASHA». Στην φορτωτική η Αιτήτρια πράγματι κατονομάζεται ως παραλήπτης του φορτίου. Το πλοίο «ΧΧΧ ΑΝΝΑ» ήταν ο αρχικός μεταφορέας των εμπορευμάτων από την Κίνα τα οποία στη συνέχεια μεταφορτώθηκαν στο πλοίο «ΧΧΧMASHA» που εν τέλει τα μετάφερε στην Λεμεσό. Ως η διεθνής πρακτική το πλοίο «ΧΧΧ MASHA» παρέδωσε τα εμπορεύματα στο Λιμάνι Λεμεσού στο όνομα της αντιπροσώπου του, Καθ' ης η αίτηση, ως μεσεγγυούχου (escrow agent) μεταξύ του πλοίου και των φορτωτών των εμπορευμάτων, ήτοι της Εναγόμενης 1, για να μπορέσει το «ΧΧΧ MASHA» να αποπλεύσει. Τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στην Καθ' ης η αίτηση για παράδοση τους στον παραλήπτη τους, αφού αυτός προσκομίσει και παραδώσει στην Καθ' ης η αίτηση μεταξύ άλλων εγγράφων και την πρωτότυπη φορτωτική σαν απόδειξη του δικαιώματος του να παραλάβει τα εμπορεύματα. Η πρωτότυπη φορτωτική επενεργεί στην μεταφορά διά θαλάσσης παγκοσμίως ως ο τίτλος επί των εμπορευμάτων από την στιγμή που φορτώθηκαν για μεταφορά και υπό προϋποθέσεις είναι και μεταβιβάσιμη σε τρίτους με οπισθογράφηση της. Με την οπισθογράφηση μεταβιβάζεται η κυριότητα των εμπορευμάτων σε καθορισμένο πρόσωπο/εταιρεία ή στον κομιστή της. Ανεξάρτητα της δυνατότητας οπισθογράφησης της φορτωτικής ή όχι έχει καθιερωθεί και είναι ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας μεταφοράς αγαθών διά θαλάσσης μεταξύ του φορτωτή και του μεταφορέα ότι ο αντιπρόσωπος του μεταφορέα και φορτωτή, μεσεγγυούχος των εμπορευμάτων, όπως είναι στην παρούσα υπόθεση η Καθ' ης η αίτηση, δεν έχει το δικαίωμα να παραδώσει τα εμπορεύματα σε άλλον παρά τον νόμιμο κάτοχο της πρωτότυπης φορτωτικής με ή χωρίς οπισθογράφηση. Διαφορετικά ο μεταφορέας θα ευθύνεται για αποζημιώσεις έναντι του φορτωτή ή/και του νόμιμου κατόχου της φορτωτικής όταν αυτή θα έχει ήδη μεταβιβαστεί και παραδοθεί σε τρίτον, αν είτε ο ίδιος είτε η Καθ' ης η αίτηση ως αντιπρόσωπος μεταφορέα και φορτωτή όπως στην παρούσα περίπτωση παραβεί τη συμφωνία αυτή. Οι πιο πάνω όροι τέθηκαν και αναγνωρίζονται διεθνώς για να προστατεύουν τόσο τον φορτωτή όσο και τον μεταφορέα και τον αντιπρόσωπο τους, στην προκειμένη περίπτωση, την Καθ' ης η αίτηση, αλλά προστατεύουν και τον παραλήπτη που απέκτησε τίτλο επί των εμπορευμάτων δια της παραλαβής της φορτωτικής ώστε τελικά τα εμπορεύματα να παραδίδονται στον πραγματικό ιδιοκτήτη τους. Όπως η εκ των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση κυρία ΧΧΧ Θεοφίλου δήλωσε στις 30.7.20 προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 6.7.20 η Καθ' ης η αίτηση είχε λάβει μέσω του αντιπροσωπευόμενου από αυτήν μεταφορέα γραπτές οδηγίες από την Εναγόμενη 1 φορτωτή του φορτίου να μην παραδώσει το φορτίο χωρίς την πρωτότυπη φορτωτική που η Εναγόμενη 1 δεν είχε ελευθερώσει και παραδώσει στην Αιτήτρια λόγω διαφορών μεταξύ τους. Η διαφορά σε αυτή την αγωγή αφορά την Αιτήτρια και την Εναγόμενη 1 σε σχέση με την μεταξύ τους συμφωνία πώλησης των εμπορευμάτων και δεν αφορά τον μεταφορέα και/ή την Καθ' ης η αίτηση εφόσον η Αιτήτρια δεν κατέχει την πρωτότυπη φορτωτική. Επισυνάπτεται αντίγραφο των πιο πάνω οδηγιών ως Τεκμήριο Β. Ο κύριος Κωνσταντίνου στην ένορκό του δήλωση παραδέχεται στην παράγραφο 31 ότι η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε να αποστείλει στην Αιτήτρια την πρωτότυπη φορτωτική, κάτι που δικαιολογεί την άρνηση της Καθ' ης η αίτηση με την πιο πάνω ιδιότητα της ως μεσεγγυούχος να παραδώσει τα επίδικα εμπορεύματα στην Αιτήτρια χωρίς παράδοση της πρωτότυπης φορτωτικής. Εξάλλου ο κύριος Κωνσταντίνου παραδέχεται και περιγράφει στις παραγράφους 10-23 και 25-26 της ένορκής του δήλωσης τις διαφορές της Αιτήτριας με την Εναγόμενη 1 και η Καθ' ης η αίτηση δεν είχε ούτε δικαίωμα ούτε και υποχρέωση προς την Αιτήτρια να παραβεί τα καθήκοντα της και να παραδώσει τα εμπορεύματα χωρίς την δεδηλωμένη θέληση της Εναγόμενης 1 είτε με την παράδοση της πρωτότυπης φορτωτικής, είτε με γραπτές οδηγίες της, όπως οι δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση αναφέρουν στο Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση του κύριου Κωνσταντίνου. Στα πλαίσια της πιο πάνω ιδιότητας της ως μεσεγγυούχου και αντιπροσώπου του μεταφορέα η Καθ' ης η αίτηση πληροφόρησε την Αιτήτρια στις 16.6.20 με το Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση του κύριου Κωνσταντίνου για την άφιξη των εμπορευμάτων στη Λεμεσό. Αναμένετο ότι η Αιτήτρια θα παρουσίαζε την πρωτότυπη φορτωτική για την παραλαβή τους. Ο κύριος Κωνσταντίνου στην παράγραφο 25 της ένορκής του δήλωσης αναφέρει ότι στις 16.6.20, ήτοι αμέσως μόλις πήραν την γνωστοποίηση άφιξης των εμπορευμάτων - Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση του κύριου Κωνσταντίνου - απέστειλε στην Πρεσβεία της Κίνας στην Κύπρο την επιστολή Τεκμήριο 12 στην ένορκό του δήλωση ζητώντας με την τελευταία παράγραφο την βοήθεια της Πρεσβείας της Κίνας να πιέσει την Εναγόμενη 1 να αποστείλει στην Αιτήτρια τα έγγραφα για να παραλάβουν τα εμπορεύματα, ενώ στην αμέσως προτελευταία παράγραφο, 2η γραμμή, αναφέρει ότι η Αιτήτρια αναμένει την πρωτότυπη φορτωτική για να παραλάβει τα εμπορευματοκιβώτια από το λιμάνι» («the original Bill of Lading to take the containers from the port»). Η Αιτήτρια γνώριζε ότι έπρεπε να παρουσιάσει την πρωτότυπη φορτωτική για να παραλάβει τα εμπορεύματα. Σχετικές είναι και οι παράγραφοι 21-28 της ένορκης δήλωσης του κύριου Κωνσταντίνου καθώς και η προαναφερόμενη επιστολή στην πρεσβεία της Κίνας ημερομηνίας 16.6.20 - Τεκμήριο 12 στην ένορκό του δήλωση. Γνώριζε, επίσης, ότι είχε προβλήματα με την Εναγόμενη 1 - σχετικές είναι οι παράγραφοι 23-28 της ένορκης δήλωσης του κύριου Κωνσταντίνου - και παρά τις προσπάθειες της Αιτήτριας ακόμα και μέσω της Πρεσβείας της Κίνας - σχετικό είναι το Τεκμήριο 12 και παράγραφος 25 της ένορκης δήλωσης του κύριου Κωνσταντίνου - η Εναγόμενη 1 δεν παρέδιδε στην Αιτήτρια την πρωτότυπη φορτωτική. Όταν η Αιτήτρια παρά τα πιο πάνω ζήτησε από την Καθ' ης η αίτηση στις 22.6.20 με την επιστολή των δικηγόρων της - Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του κύριου Κωνσταντίνου - παράδοση σ' αυτήν των επίδικων εμπορευμάτων με υπογραφή προσωπικής εγγύησης αντί παράδοσης της πρωτότυπης φορτωτικής ο ίδιος ο κύριος Κλεοβούλου πληροφόρησε την Αιτήτρια πως η Καθ' ης η αίτηση δεν είχε τέτοια εξουσία ή δικαίωμα. Αυτή ήταν και η άποψη των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση. Σχετική είναι η επιστολή των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 24.6.20 - Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση του κύριου Κωνσταντίνου. Αντίθετα, όμως, προς την πιο πάνω ξεκάθαρη θέση της ότι, δηλαδή, η παρουσίαση της πρωτότυπης φορτωτικής είναι απαραίτητη για την παραλαβή των εμπορευμάτων ο κύριος Κωνσταντίνου: 1. στην παράγραφο 27 της ένορκής του δήλωσης αναφέρεται ψευδώς και με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και χωρίς την παράθεση ίχνους μαρτυρίας σε δήθεν «καθιερωμένη πρακτική στην βάση της οποίας» η Καθ' ης η αίτηση δήθεν «θα μπορούσαν να ελευθερώσουν τα εμπορεύματα στους παραλήπτες των χωρίς την παρουσίαση της πρωτότυπης φορτωτικής». Ο κύριος Κλεοβούλου αρνείται την ύπαρξη τέτοιας πρακτικής 2. στην παράγραφο 28 της ένορκής του δήλωσης αναφέρεται σε «συνηθισμένη δέσμευση» αντί της πρωτότυπης φορτωτικής. Ο κύριος Κλεοβούλου αρνείται την ύπαρξη τέτοιας πρακτικής ή συνήθειας και 3. στην παράγραφο 30 της ένορκής του δήλωσης ισχυρίζεται ότι τα εμπορεύματα ήταν ιδιοκτησίας της Αιτήτριας και ότι η μη παράδοση τους από την Καθ' ης η αίτηση στην Αιτήτρια χωρίς την πρωτότυπη φορτωτική αποτελούσε στην ουσία καταχρηστική άσκηση από την Καθ' ης η αίτηση δικαιώματος επίσχεσης (lien), κάτι που, επίσης, απορρίπτει ο κύριος Κλεοβούλου, αφού ο ίδιος ο κύριος Κωνσταντίνου με την ένορκη του δήλωση δήλωσε ότι υπήρχαν διαφορές με τους πωλητές των εμπορευμάτων - Εναγόμενη 1 - η οποία δεν παραχωρούσε στην Αιτήτρια την πρωτότυπη φορτωτική με την οποία θα αποκτούσε δικαίωμα επί των εμπορευμάτων. Τα οποιαδήποτε «δικαιώματα» τυχόν επιδικαστούν στην αγωγή υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης 1 θα είναι αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας αγοράς των εμπορευμάτων ως η αξίωση στο κλητήριο ένταλμα. Η Αιτήτρια δεν ζητά να της αποδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας των εμπορευμάτων. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κύριου Κωνσταντίνου στην παράγραφο 33 της ένορκής του δήλωσης σημειώνονται τα ακόλουθα. Παρά το ότι ο κύριος Κλεοβούλου ανέφερε στον εκτελωνιστή της Αιτήτριας που παρουσιάστηκε στο γραφείο του ως εκπρόσωπος της Αιτήτριας ήδη από τις 18.8.20 ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα παρέδιδε στην Αιτήτρια το delivery order αφού υλοποιήσει τους όρους του επίδικου διατάγματος άνευ βλάβης της ένστασης της Καθ' ης η αίτηση σε αυτό και παρά το ότι η Καθ' ης η αίτηση υπενθύμισε την Αιτήτρια με πολλά τηλεφωνήματα από υπαλλήλους της καθώς και με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 27.8.20 - Τεκμήριο Γ στην ένορκο δήλωση του κύριου Κλεοβούλου - εκ μέρους της Αιτήτριας μόλις στις 3.9.20 προσήλθαν να παραλάβουν και «παρέλαβαν» τυπικά τα εμπορεύματα αφού εκπλήρωσαν τους όρους του επίδικου διατάγματος. Η «παράδοση» των εμπορευμάτων στις 3.9.20 από την Καθ' ης η αίτηση έγινε με σημείωση στην «διαταγή παράδοσης» (Delivery Order) - Τεκμήριο Δ - ότι παραδόθηκαν «Με διαμαρτυρία λόγo ένστασης στο διάταγμα του δικαστηρίου». Πριν η Αιτήτρια προσέλθει στα γραφεία της Καθ' ης η αίτηση για την παράδοση του Delivery Order αυτή απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 1.9.20 - Τεκμήριο Ε στην ένορκο δήλωση του κύριου Κλεοβούλου - το περιεχόμενο της οποίας αντίκειται στην παράγραφο 1 του επίδικου διατάγματος στην οποία απάντησαν οι δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 3.9.20 - Τεκμήριο ΣΤ στην ένορκο δήλωση του κύριου Κλεοβούλου - επαναλαμβάνοντας ότι η παράδοση των εμπορευμάτων θα γινόταν άνευ επηρεασμού της ένστασης της στην παράγραφο 1 του επίδικου διατάγματος (such delivery is made without prejudice to their objection to the interim order dated 11/08/2020). Ο κύριος Κλεοβούλου δεν αμφισβητεί την εύφλεκτη φύση των εμπορευμάτων. Είναι, όμως, η θέση του ότι αυτά δεν εκρήγνυνται και η πλευρά της Αιτήτριας το γνωρίζει. Ο κύριος Κωνσταντίνου με τις παραγράφους 35 και 36 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται ψευδώς ότι τα εμπορεύματα θα μπορούσαν να εκραγούν, προφανώς, για να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο. Η Αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση ή πιθανότητα επιτυχίας εναντίον της Καθ' ης η αίτηση στην αγωγή. Εναντίον της Καθ' ης η αίτηση η Αιτήτρια θα είχε αγώγιμο δικαίωμα μόνο αν κατείχε την πρωτότυπη φορτωτική σαν τίτλο επί των εμπορευμάτων και η Καθ' ης η αίτηση αρνείτο να της παραδώσει τα εμπορεύματα. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας που προβάλλει ο κύριος Κωνσταντίνου στην παράγραφο 44 της ένορκης του δήλωσης το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη και τα δικαιώματα της Εναγόμενης 1 καθόσον αφορά την ιδιοκτησία των εμπορευμάτων καθώς και την αδικία που θα προκληθεί σ' αυτήν από την παράδοση των εμπορευμάτων στην περίπτωση που δεν θα έπρεπε να εκδοθεί το διάταγμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτα τους λόγους ένστασης που άπτονται της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Αιτήτριας αφού σύμφωνα με την Νομολογία όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων δεν προχωρεί σε εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Σχετικοί είναι οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 5-7. Σύμφωνα με τον έκτο λόγο ένστασης «Οι Ενάγοντες απέκρυψαν σκόπιμα από το Δικαστήριο την ύπαρξη του διατάγματος ημερομηνίας 7.7.20, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση και αντ' αυτού παρέπεμψαν στην απόρριψη από το Δικαστήριο προηγούμενης άλλης μονομερούς αίτησης τους ούτως ώστε το Δικαστήριο να πιστεύει ότι δεν εκκρεμούσε κατά τον χρόνο που επιλήφθηκε της παρούσας αίτησης άλλο διάταγμα, ήτοι το διάταγμα - Τεκμήριο Α». Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Ακριβώς επειδή στο στάδιο που η αίτηση υποβάλλεται η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στον Δικαστή όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν εις γνώση του Δικαστή οιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις του καθ' ου η αίτηση ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα ώστε η κρίση του Δικαστή να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (Βλ. Mark S.W. Hoyle, «The Mareva Injunction and Related Orders»,

(1997), 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση της μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (Βλ Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει την βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πική, όπως ήταν τότε, δίνοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597. Στις σελίδες 601-602 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε από τον Πρόεδρο Πική, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου, πιο πάνω, στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην Αγγλική υπόθεση The King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, ex parte Princess Edmond De Polignac
(1917)1 KB 486 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It has been for many years the rule of the Court and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Για πολλά χρόνια αποτελεί κανόνα του Δικαστηρίου και είναι πολύ σημαντικό όπως ο κανόνας αυτός διατηρηθεί σε ισχύ ότι όταν ένας αιτητής αποτείνεται στο Δικαστήριο για ενδιάμεση θεραπεία με μονομερή αίτηση οφείλει να κάνει πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων - γεγονότων και όχι του Νόμου. Δεν πρέπει να παραθέσει λανθασμένα τον Νόμο - το Δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει τον Νόμο. Δεν γνωρίζει, όμως, τίποτα για τα γεγονότα και η τιμωρία με την οποία διασφαλίζει την υποχρέωση αυτή είναι ότι αν το Δικαστήριο ανακαλύψει ότι τα γεγονότα δεν έχουν εκτεθεί ενώπιόν του πλήρως και με τρόπο δίκαιο θα παραμερίσει οποιοδήποτε διάβημα που εκδόθηκε στην βάση ανακριβής δήλωσης». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Τέλος, η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα, που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που ο αιτητής μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Βλ. Bank Mellat v. Nikpour
(1985)F.S.R. 87). Εναπόκειται στον Δικαστή, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει την σημασία των στοιχείων που απεκρύβησαν. Ο Δικαστής κρίνει, και όχι ο αιτητής ή ο δικηγόρος του, αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν ήταν γνωστό στον αιτητή ή όχι, αν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό ή αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Βλ. Rex Kensington Income Tax Commissioners
(1917)1 KB 486). Το γεγονός ότι το διάταγμα ημερομηνίας 7.7.20 βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου δεν απαλλάσσει την Αιτήτρια από την υποχρέωση να το φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου και, επομένως, να το αποκαλύψει αν πρόκειται για γεγονός ουσιώδες για την κρίση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διέλθει του φακέλου της υπόθεσης για να διαπιστώσει αν υπάρχει οτιδήποτε εντός αυτού που θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιώδες για την κρίση του γεγονός όταν έχει να αποφασίσει αίτημα για προσωρινό διάταγμα. Ο αιτητής υπέχει την υποχρέωση να το αποκαλύψει ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του όλα τα δεδομένα πριν ασκήσει την κρίση του στο αίτημα. Με το διάταγμα ημερομηνίας 7.7.20 απαγορεύτηκε στην Καθ' ης η αίτηση να αποξενώσει ή διαθέσει τα εμπορεύματα σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από την Αιτήτρια. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 6.7.20 αφορμή για την υποβολή της εν λόγω αίτησης ήταν πληροφορία που έλαβε η Αιτήτρια από την Καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με την οποία η Καθ' ης η αίτηση είχε λάβει οδηγίες από την Εναγόμενη 1 όπως παραδώσει τα εμπορεύματα σε κάποια άλλη εταιρεία. Ο κύριος Κωνσταντίνου εκ μέρους της Αιτήτριας πληροφορήθηκε προσωπικά από τον διευθυντή τρίτης εταιρείας ότι την τελευταία την είχε όντως προσεγγίσει η Εναγόμενη 1 και της είχε προσφέρει να της πωλήσει τα εμπορεύματα χωρίς να την ενημερώσει ότι γι' αυτά είχε καταβάλει το τίμημα η Αιτήτρια. Δεν βλέπω, όμως, πώς αυτό θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Ο λόγος που ώθησε την υποβολή της υπό κρίση αίτησης ήταν ο κίνδυνος καταστροφής των εμπορευμάτων ένεκα του ότι το μέρος στο οποίο αυτά φυλάσσονταν δεν ήταν ασφαλές για σκοπούς φύλαξης και η επιδίωξη όπως αυτά μεταφερθούν και φυλαχθούν σε μέρος ασφαλές. Το διάταγμα ημερομηνίας 7.7.20 δεν διασφάλιζε την Αιτήτρια γι' αυτόν τον κίνδυνο ο οποίος στην πορεία αναδείχθηκε. Τον κίνδυνο καταστροφής τους. Διασφάλιζε την Αιτήτρια για τον κίνδυνο διάθεσης των εμπορευμάτων σε τρίτους και, κατ' επέκταση, μη απόκτησης τους από την Αιτήτρια. Συνεπώς δεν βλέπω παρά την επιμονή του κύριου Κλεοβούλου και του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση στην αγόρευσή του πώς η αποκάλυψη της ύπαρξης του πιο πάνω διατάγματος θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφάσιζε για την υπό κρίση αίτηση. Διαφωνώντας με την εκ της Καθ' ης η αίτηση διατυπωθείσα θέση κρίνω πως αν το πιο πάνω διάταγμα αποκαλύπτονταν στο Δικαστήριο, αυτό, δεν θα απέτρεπε το Δικαστήριο από την απόφαση να εκδώσει το επίδικο διάταγμα. Επίσης το διάταγμα ημερομηνίας 7.7.20 δεν ήταν οριστικοποιημένο. Είχε εκδοθεί μονομερώς και η ισχύς του ανανεώνονταν κάθε φορά που οριζόταν από το Δικαστήριο η αίτηση ημερομηνίας 6.7.20. Την τελευταία δε φορά που το Δικαστήριο ανανέωσε την ισχύ του ήταν την 1.2.21. Την ημέρα εκείνη διατάχθηκε όπως αυτό παραμείνει σε ισχύ μέχρι τις 5.2.21. Τα πιο πάνω αποτελούν κατά την κρίση μου επιπρόσθετο λόγο για την απόρριψη των πιο πάνω λόγων ένστασης. Δεν θα απέτρεπε το Δικαστήριο να εκδώσει το επίδικο διάταγμα ένα άλλο διάταγμα η έκβαση του οποίου δεν ήταν βέβαιη. Το Δικαστήριο δικαιολογημένα θα συλλογιζόταν ότι στην αίτηση ημερομηνίας 6.7.20 θα καταχωρείτο ή ενδέχετο να καταχωρηθεί ένσταση, θα λάμβανε χώρα ακροαματική διαδικασία και ότι δεν αποκλείονταν εν τέλει το διάταγμα να ακυρωθεί. Στην περίπτωση, όμως, που το διάταγμα ακυρώνονταν η προστασία της Αιτήτριας, όπως χαρακτηρίζει η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση το διάταγμα ημερομηνίας 7.7.20, θα εξανεμίζονταν. Με ένα τέτοιο ενδεχόμενο το επιχείρημα της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση καταρρέει. Συνεπώς οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν κρίνονται βάσιμοι και απορρίπτονται. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Subject to any Rules of Court every Court, in the exercise of its civil jurisdiction, may, by order, grant an injunction (interlocutory, perpetual or mandatory) or appoint a receiver in all cases in which it appears to the Court just or convenient so to do, notwithstanding that no compensation or other relief is claimed or granted together therewith: Provided that an interlocutory injunction shall not be granted unless the Court is satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, that there is a probability that the plaintiff is entitled to relief and that unless an interlocutory injunction is granted it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage.
(2)Any interlocutory order made under sub-section
(1)may be made under such terms and conditions as the Court thinks just, and the Court may at any time, on reasonable cause shown, discharge or vary any such order. .................................». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
(2)Οιονδήποτε παρεπίμπτον διάταγμα εκδοθέν σύμφωνα με το εδάφιο
(1)δύναται να εκδοθεί υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο και το Δικαστήριο δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο επί αποδείξει εύλογου αιτίας να ακυρώσει ή τροποποιήσει οιονδήποτε τέτοιο διάταγμα». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Ο διάδικος που ζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει μέχρι τέλους το βάρος να αποδείξει ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 αλλά και να δικαιολογήσει την συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε στην βάση μονομερούς αιτήσεως (Βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Τέλος, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Στην υπόθεση Μαίρη Νίκη Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 κρίθηκε ορθή από το Εφετείο η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή ότι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση προκύπτει όταν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παρουσιαζόμενοι είτε ως λογικοί είτε ως αναδυόμενοι από τα στοιχεία που εκατέρωθεν τίθενται θα πρέπει να αφεθούν να εξετασθούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπάρχουν ισχυρισμοί που να εκτίθενται σε έγγραφες προτάσεις. Εξέταση της υπόθεσης στην Odysseos πιο πάνω αποκαλύπτει ότι ο όρος «pleadings» χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια του όρου και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd. ν. Χάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598). Πρόδηλο είναι ότι στην American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 τίποτε δεν αναφέρθηκε το οποίο να υποδηλώνει ότι η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης αποτελούσε προϋπόθεση για την χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα στην υπόθεση εκείνη οι εκατέρωθεν θέσεις είχαν προσδιορισθεί σε ένορκες δηλώσεις οι οποίες αποτέλεσαν και το βάθρο για την χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει ευθέως και από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Krashias v. Adidas
(1989)1 AAΔ (Ε) 750 και Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. Το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου, ήτοι οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, το περιεχόμενο των οποίων παρατέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρών πραγματικών και νομικών ζητημάτων για κρίση από το Δικαστήριο, όπως η νομική σημασία της κατοχής της πρωτότυπης φορτωτικής, κατά πόσο η Καθ' ης η αίτηση δικαιούνταν να κατακρατεί τα εμπορεύματα μέχρι να της παρουσιάζονταν από την Αιτήτρια η πρωτότυπη φορτωτική, κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούνταν στην παράδοση των εμπορευμάτων με την παρουσίαση της μη πρωτότυπης φορτωτικής νοουμένου ότι παρείχε στην Καθ' ης η αίτηση δέσμευση (undertaking) για κάλυψη τυχόν ζημιών που θα προκαλούνταν σε αυτήν σε περίπτωση που τρίτοι διεκδικούσαν την κυριότητα των εμπορευμάτων και αν εν τέλει η κατακράτηση των εμπορευμάτων ήταν παράνομη ή όχι. Οι αντικρουόμενες θέσεις είναι τέτοιες που θα πρέπει να αφεθούν να εξετασθούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές απεκάλυψαν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, ικανοποιείται. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 που πιο πάνω μνημονεύεται ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει μεν σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction»), όχι, όμως, σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκίζη κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Έχοντας κατά νου τους ισχυρισμούς που εκτέθηκαν ενόρκως και από τις δύο πλευρές και αξιολογώντας την ισχύ και μόνο των ισχυρισμών αυτών κρίνω ότι η πλευρά της Αιτήτριας ικανοποίησε το Δικαστήριο στον βαθμό που απαιτείται, που είναι, όπως πιο πάνω υποδείχθηκε, κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ότι το ενδεχόμενο να πετύχει η αγωγή της Αιτήτριας εναντίον της Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να αποκλεισθεί και, κατ' επέκταση, ότι στην βάση των θέσεών της υπάρχει ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής. Η πλευρά της Αιτήτριας παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, πράγμα που σημαίνει ότι η ισχύς των θέσεων της δεν κλονίσθηκε και που την ίδια στιγμή υπαγορεύει ότι οι θέσεις και ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με το μείζον θέμα που εγείρεται στην υπόθεση, αν, δηλαδή, η κατακράτηση των εμπορευμάτων από την Καθ' ης η αίτηση ήταν νόμιμη ή όχι, θα πρέπει να αφεθούν να αποφασισθούν από το Δικαστήριο στην δίκη όπου και θα κριθεί η ουσία της υπόθεσης. Έγινε πολύς λόγος στην ένορκο δήλωση του κύριου Κλεοβούλου και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση με αναφορά, μάλιστα, σε Νομολογία και σε βιβλιογραφία για την σημασία της παρουσίασης της πρωτότυπης φορτωτικής με την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση να διατείνεται ότι ενόψει του ότι η Αιτήτρια δεν ήταν κάτοχος της πρωτότυπης φορτωτικής δεν είχε μεταβιβασθεί σε αυτήν η κυριότητα των εμπορευμάτων. Άρα αφ' ης στιγμής κατά τον χρόνο που ζητήθηκε η παράδοση των εμπορευμάτων από την Αιτήτρια η τελευταία δεν είχε καταστεί κύριος και ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων δεν μπορούμε να μιλούμε για παράνομη κατακράτηση εμπορευμάτων από την Καθ' ης η αίτηση. Το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης συντελείται μόνο όταν τα αγαθά που κατακρατούνται από τον εναγόμενο είναι ιδιοκτησίας τρίτου, δηλαδή, του ενάγοντα. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι εγείρονται θέματα η απόφαση επί των οποίων θα είναι καθοριστική για τα δικαιώματα των διαδίκων. Τέτοια θέματα δεν μπορούν να αποφασισθούν στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Όπως υποδείχθηκε ανωτέρω στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ο Δικαστής στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφεύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Τα δικαιώματα των διαδίκων θα καθορισθούν σε μεταγενέστερο στάδιο, με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Τα κύρια ζητήματα που εγείρονται είναι η νομική σημασία της κατοχής της πρωτότυπης φορτωτικής, αν η Αιτήτρια δικαιούνταν σε παραλαβή των εμπορευμάτων με την παρουσίαση μη πρωτότυπης φορτωτικής, αν η Καθ' ης η αίτηση δικαιούνταν να κατακρατεί τα εμπορεύματα μέχρι την παρουσίαση της πρωτότυπης φορτωτικής και αν συντελέστηκε το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης αγαθών. Τα πιο πάνω ζητήματα είναι και τα επίδικα ζητήματα στην υπόθεση. Αν στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης το Δικαστήριο αποφασίσει επί των πιο πάνω ζητημάτων σημαίνει ότι θα αγγίξει την ουσία της υπόθεσης και αναπόφευκτα θα προδικάσει αναφορικά με θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, πορεία η οποία θα ήταν εσφαλμένη και έξω από το πνεύμα που διέπει αιτήσεις τέτοιας φύσεως. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, ικανοποιείται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση σημειώνονται τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που εμπίπτει σε αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Η Αιτήτρια εντάσσει την υπόθεσή της στην περίπτωση αυτή αφού στην ένορκό του δήλωση ο κύριος Κωνσταντίνου ισχυρίζεται ότι συνεπεία της μέχρι της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης άρνησης της Καθ' ης η αίτηση να παραδώσει τα εμπορεύματα πολλοί από τους πελάτες της Αιτήτριας διέκοψαν την συνεργασία τους μαζί της, γεγονός που έχει ήδη επιφέρει τεράστιες, ανυπολόγιστες ζημιές στο καλό όνομα της Αιτήτριας που δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Η μη υλοποίηση των παραγγελιών θα επηρεάσει περαιτέρω το καλό όνομα της Αιτήτριας στην αγορά αφού δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις παραγγελίες αυτές. Με το κλητήριο ένταλμα η Αιτήτρια αξιώνει εναντίον της Καθ' ης η αίτηση αποζημιώσεις για τις ζημιές και απώλειες που θα υποστεί συνεπεία της κατακράτησης των εμπορευμάτων, αποζημιώσεις για τις ζημιές και απώλειες που έχει υποστεί λόγω της ζημιάς στο καλό όνομα της συνεπεία της μη παράδοσης των εμπορευμάτων και αποζημιώσεις για συνωμοσία της Καθ' ης η αίτηση με την Εναγόμενη 1 για κατακράτηση των εμπορευμάτων το τίμημα των οποίων καταβλήθηκε από την Αιτήτρια στην Εναγόμενη 1. Σημειώνεται, επίσης, ότι με την ένορκό του δήλωση ο κύριος Κωνσταντίνου προώθησε μόνο την θεραπεία υπό παράγραφο 3 του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Δεν ισχυρίσθηκε ότι η Αιτήτρια υπέστη «ζημίες και απώλειες . συνεπεία της κατακράτησης των εμπορευμάτων .» άλλες από ζημία στο καλό της όνομα ως η παράγραφος 2 του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ή ότι αξιώνει αποζημιώσεις για συνομωσία μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και της Εναγόμενης 1 ως η παράγραφος 4 του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας από πλευράς της Αιτήτριας αναφορικά με τις θεραπείες που αξιώνονται με τις παραγράφους 2 και 4 του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η τρίτη προϋπόθεση θα κριθεί, επομένως, αποκλειστικά και μόνο στην βάση των ισχυρισμών του κύριου Κωνσταντίνου που άπτονται της θεραπείας υπό παράγραφο 3 του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Οι ισχυρισμοί του κύριου Κωνσταντίνου είναι γενικόλογοι. Ο κύριος Κωνσταντίνου μιλά για ζημιά στο καλό όνομα της Αιτήτριας, αλλά δεν τεκμηρίωσε επαρκώς και με μαρτυρία ούτε τον ισχυρισμό του ότι η Αιτήτρια έχει καλό όνομα στην αγορά, ούτε τον ισχυρισμό του για το μέγεθος της ζημιάς. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει δικαστική γνώση για το ότι η Αιτήτρια έχει καλό όνομα στην αγορά. Επίσης δεν καταδείχθηκε με σαφήνεια και θετικότητα ποιοι και πόσοι ήταν οι πελάτες που ως ο κύριος Κωνσταντίνου διατείνεται διέκοψαν την συνεργασία τους με την Αιτήτρια και ποιο το μέγεθος των παραγγελιών που δεν εκπληρώθηκαν. Ο κύριος Κωνσταντίνου μιλά για καλό όνομα της Αιτήτριας στην αγορά, για διακοπή συνεργασιών, για μεγάλη ζημιά στο όνομα της Αιτήτριας, αλλά τίποτα από τα πιο πάνω δεν τεκμηριώνει. Συνεπώς δεν μπορώ να δεχθώ ότι με τους πιο πάνω ισχυρισμούς η πλευρά της Αιτήτριας ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται για την ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστη το καλό της όνομα και η καλή της φήμη. Ο κύριος Κωνσταντίνου, επίσης, ισχυρίσθηκε ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο για τον εξής λόγο. Τα εμπορεύματα αποτελούνται από εύφλεκτο υλικό και βρίσκονται σε χώρο της Καθ' ης η αίτηση για σκοπούς προσωρινής φύλαξης τους ο οποίος δεν είναι κατάλληλος για την φύλαξη τέτοιου είδους εμπορευμάτων. Ως εκ τούτου υπάρχει ορατός κίνδυνος ανάφλεξης και/ή έκρηξης τους η οποία θα προκαλέσει μη αναστρέψιμη και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια και πιθανόν στην Κυπριακή Δημοκρατία και τους πολίτες της η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Στον αντίποδα αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Καθ' ης η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημία αφού ενεργεί ως μεσεγγυούχος των εμπορευμάτων. Η τυχόν καταστροφή των εμπορευμάτων διά ανάφλεξης ή έκρηξης καθώς και οποιαδήποτε άλλη ζημιά συνεπεία της πιο πάνω ζημιάς δεν έχει να κάνει με το δίκαιο της υπόθεσης. Η διαφύλαξη των εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνεται ανάμεσα στις θεραπείες που η Αιτήτρια αξιώνει με την αγωγή της. Οι θεραπείες που αξιώνονται με την αγωγή περιορίζονται σε επιδίκαση αποζημιώσεων και είναι αυτές που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι ανάγκη να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα γιατί υπάρχει κίνδυνος να καταστραφούν τα εμπορεύματα και το αντικείμενο της αγωγής να αφανισθεί. Τέτοιο ενδεχόμενο δεν υπάρχει αφού όπως ήδη αναφέρθηκε τα εμπορεύματα δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής αφού στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν αξιώνεται ως θεραπεία η παράδοσή τους στην Αιτήτρια. Κατά συνέπεια οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν προωθούν την τρίτη προϋπόθεση. Αν η πιο πάνω κρίση μου είναι λανθασμένη και ορθή είναι η άποψη ότι χωρίς την διαφύλαξη των εμπορευμάτων θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο θεωρώ ότι συντρέχει επιπρόσθετος λόγος για να θεωρήσω ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Κρίνω ότι το επίδικο διάταγμα με τον τρόπο που ζητήθηκε από την Αιτήτρια και εκδόθηκε από το Δικαστήριο δεν διασφαλίζει το δίκαιο της υπόθεσης. Καθότι αυτό προνοεί μόνο για παράδοση των εμπορευμάτων στην Αιτήτρια χωρίς ταυτόχρονα να απαγορεύει στην Αιτήτρια να διαθέσει ή αποξενώσει τα εμπορεύματα σε οποιονδήποτε τρίτο ή τρίτους. Σκοπός της παράδοσης δεν θα έπρεπε να είναι η συγκεκαλυμένη απόκτηση των εμπορευμάτων από την Αιτήτρια, αλλά η κατοχή των εμπορευμάτων από την Αιτήτρια μόνο για σκοπούς φύλαξης τους μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Μέχρι να αποφασισθεί αν ορθά και δικαιολογημένα η Καθ' ης η αίτηση αρνείτο να παραδώσει τα εμπορεύματα στην Αιτήτρια και αν, επομένως, η κατακράτηση ήταν παράνομη ή όχι. Με το επίδικο διάταγμα μπορεί να μην είναι βέβαιο ότι αποδόθηκε τελική θεραπεία καθότι η Αιτήτρια μπορεί να υπέστη ζημία από την κατακράτηση των εμπορευμάτων από την Καθ' ης η αίτηση για όσο καιρό αυτή διήρκησε και να επιδιώκει την συνέχιση της διαδικασίας για να αποζημιωθεί. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι μειώθηκε το ενδιαφέρον της Αιτήτριας για συνέχιση της αγωγής μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης. Όσον αφορά την Καθ' ης η αίτησης, αυτής, εξανεμίσθηκε εντελώς. Με το επίδικο διάταγμα η Αιτήτρια τεχνηέντως πέτυχε να πάρει αυτό που δεν μπορούσε να πάρει από την Καθ' ης η αίτηση. Την απόκτηση των εμπορευμάτων. Υπό το φως όλων των πιο πάνω το επίδικο διάταγμα δεν εξυπηρετεί τον σκοπό ενός συντηρητικού διατάγματος και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι χωρίς αυτό δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην πραγματικότητα δικαιοσύνη δεν θα απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο με την έκδοση του και όχι χωρίς. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, δεν ικανοποιείται. Τέλος θα ασχοληθώ με το στοιχείο του κατεπείγοντος. Στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το άρθρο 9
(1)του Κεφαλαίου 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Όπως παρετηρήθη από τον Πική, Π., στην υπόθεση Resola, ανωτέρω, στις σ. 604-605: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του. (In Re Stavros Hotel Appartments Ltd.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836). In Re B.P. CYPRUS LTD.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι:- ''Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.». Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του επείγοντος καθότι κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος τα εμπορεύματα βρίσκονταν στο Δάλι και, επομένως, σε ασφαλές μέρος όπου δεν κινδύνευαν να αναφλεγούν ή να εκραγούν αλλά και γιατί έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε κίνδυνος να εκραγούν. Στην ένορκη δήλωση του κύριου Κωνσταντίνου αναφέρεται ότι τα εμπορεύματα ήταν αλκοόλη η οποία είναι επικίνδυνο υλικό λόγω της μεγάλης ευφλεκτότητάς της. Ως εκ τούτου ήταν εξαιρετικά επείγον όπως το αιτούμενο διάταγμα εκδοθεί το συντομότερο ώστε να μεταφερθούν τα εμπορεύματα σε χώρο της Αιτήτριας για σκοπούς φύλαξης όπου δεν θα υπήρχε κίνδυνος ανάφλεξης και/ή έκρηξης τους. Το Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση της κυρίας Κτίστη είναι επιστολή του Διευθυντή του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας η οποία απευθύνεται στον Εκτελεστικό Διευθυντή της Eurogate Container Terminal Limassol Ltd. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο η ισοπροπυλική αλκοόλη είναι εύφλεκτο χημικό προϊόν και η τοποθέτηση των εμπορευμάτων στον χώρο που φυλάσσονταν δεν ήταν ασφαλής για σκοπούς αποθήκευσης επί μονίμου βάσεως καθότι ο χώρος αυτός δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις της σχετικής Νομοθεσίας. Ο Διευθυντής με την πιο πάνω επιστολή του προέτρεψε την εταιρεία να λάβει άμεσα μέτρα για την προστασία των εργοδοτουμένων της και άλλων προσώπων που μπορούσαν να επηρεαστούν με την άμεση μετακίνηση των βαρελιών εντός των οποίων υπήρχε η αλκοόλη σε χώρο αποθήκευσης που να πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου. Το Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση της κυρίας Κτίστη είναι επιστολή της Γενικής Διευθύντριας της Αρχής Λιμένων Κύπρου στην οποία επισημαίνεται ότι τα δύο εμπορευματοκιβώτια εμπίπτουν στην κατηγορία επικίνδυνων αγαθών δυνάμει του Περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (Λειτουργία Περιοχών Λιμένων) Διατάγματος του
  1. Η επιστολή προτρέπει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται, ήτοι την Αιτήτρια, την Καθ' ης η αίτηση και την εταιρεία Eurogate Container Terminal Limassol Ltd, να μετακινήσουν τα δύο εμπορευματοκιβώτια πάραυτα και το αργότερο μέχρι την επόμενη ημέρα και ώρα 12:
  2. Τέλος, μετά την παρέμβαση του ιδίου του Προέδρου της Δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στην οποία μετείχαν, μεταξύ άλλων, η Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Αρχηγός Αστυνομίας, εκπρόσωπος της Πυροσβεστικής και εκπρόσωπος του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας κατά την οποία αποφασίσθηκε όπως τα δύο εμπορευματοκιβώτια μεταφερθούν προσωρινά και μέχρι να επιληφθεί του θέματος το Δικαστήριο σε χώρο που κρίθηκε ασφαλής στην κοινότητα Δαλίου της επαρχίας Λευκωσίας. Ο χαρακτηρισμός του φορτίου ως εύφλεκτο και επικίνδυνο, η διαπίστωση από ειδικούς ότι ο χώρος που φυλάσσονταν εντός του λιμανιού δεν ήταν ασφαλής, οι κυβερνητικές συστάσεις για άμεση μετακίνηση των εμπορευμάτων και τοποθέτησή τους σε χώρο ασφαλούς φύλαξης και γενικότερα η όλη Κυβερνητική κινητοποίηση με επιστέγασμα την εν τέλει εμπλοκή του κράτους με την παροχή χώρου για σκοπούς προσωρινής φύλαξης καταδεικνύουν σωρευτικά ιδωμένα ότι συνέτρεχε σοβαρός λόγος άμεσης μετακίνησης των εμπορευμάτων από το Λιμάνι Λεμεσού για σκοπούς ασφαλείας. Ήταν, επομένως, επείγον να μετακινηθούν τα εμπορεύματα από το Λιμάνι και να τοποθετηθούν σε χώρο ασφαλούς φύλαξης. Και ταυτόχρονα επωφελές. Καθότι ως επικίνδυνα θα μπορούσαν τα ίδια να καούν αφ' ης στιγμής ήταν εύφλεκτα και να καταστραφούν, αλλά και να καταστρέψουν τον περιβάλλοντα χώρο εκρηγνυόμενα. Αυτός ήταν προδήλως ο φόβος των αρμοδίων οι οποίοι σύστηναν την άμεση μετακίνησή τους και την τοποθέτησή τους σε χώρο ασφαλούς φύλαξης. Ταυτόχρονα, όμως, κρίνω ότι η μετακίνησή τους δεν ήταν επείγουσα για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης. Για τους ίδιους λόγους που κρίθηκε ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Η Αιτήτρια αξιώνει την επιδίκαση αποζημιώσεων και όπως αποκρυσταλλώθηκε στην ένορκη δήλωση του κύριου Κωνσταντίνου αξιώνει μόνο την επιδίκαση αποζημιώσεων για βλάβη στο καλό της όνομα. Δεν αξιώνει την παράδοση των εμπορευμάτων στην ίδια. Άρα γιατί ήταν επείγον να διαφυλαχθούν τα εμπορεύματα; Φρονώ πως υπό το φως των πιο πάνω δεν ήταν. Δεν διαφωνώ με το ότι τα εμπορεύματα έπρεπε να μετακινηθούν για σκοπούς ασφάλειας τόσο για τα ίδια όσο και για τον χώρο του λιμανιού. Διαφωνώ με το ότι η διαφύλαξη τους προωθούσε το δίκαιο της υπόθεσης. Θεωρώ πως δεν το προωθούσε. Η διαφύλαξη των εμπορευμάτων δεν έχει σχέση με ό,τι με την αγωγή αξιώνεται. Συνεπώς δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Συνάγεται ότι η Αιτήτρια εκμεταλλεύτηκε την επικινδυνότητα του φορτίου για να πάρει τα εμπορεύματα, κάτι που δεν μπορούσε να πετύχει με τις παρακλήσεις της προς την Καθ' ης η αίτηση. Θεωρώ ότι με όλα τα πιο πάνω απαντήθηκαν όλοι οι λόγοι ένστασης εκτός από τους λόγους ένστασης με αριθμούς 14-16 τους οποίους για λόγους ευνόητους κρίνω περιττό να εξετάσω. Υπό το φως όλων των πιο πάνω το διάταγμα ημερομηνίας 11.8.20 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ...................... Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.