← Κύπρος

CAC Coral Limited ως αντικαταστάτης / υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS / DEVELOPERS LTD κ.α.,

CAC Coral Limited ως αντικαταστάτης / υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS / DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1115/2012, 17/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Ως ετροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του δικαστηρίου ημερ. 19.1.2018, 12.2.2019 και 23.9.2019 Αρ. Αγωγής: 1115/2012 Μεταξύ: CAC Coral Limited ως αντικαταστάτης / υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγοντες -και-

  1. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS / DEVELOPERS LTD
  2. PLATINA PROPERTIES LIMITED
  3. KARAOLIS GROUP PUBLIC LIMITED Εναγομένοι Αίτηση ημερομηνίας 11.12.2020 για Τροποποίηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερ.: 17 Φεβρουαρίου, 2021 Για τον Εναγόμενο αρ. 1 - Αιτητή: κ. Φ. Σωφρονίου Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κα Κ. Κακουλλή Για τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3: καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο κάτω αναφερόμενη ως «η Τράπεζα») καταχώρισε την 14.3.2021 την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία αξιοί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 ποσά €409.731,17, €911.693,55 και €506.525,93 πλέον τόκους, ενώ εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 αξιοί και 23 διατάγματα για πώληση ενυπόθηκων ακινήτων. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την 5.7.2012 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία αρνούνται την απαίτηση της Τράπεζας. Παραδέχονται μεν την υπογραφή των Συμφωνιών και των Υποθηκών αλλά ισχυρίζονται ότι η υπογραφή των Συμφωνιών ήταν αποτέλεσμα προτροπής της Τράπεζας, οι υπαλλήλοι της οποίας χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια συμβούλεψαν τους Εναγόμενους να υπογράψουν αυτές χωρίς να λάβουν υπόψιν ουσιαστικούς παράγοντες που αφορούσαν το καλώς νοούμενο συμφέρον τους. Σε σχέση με τις συμφωνίες εγγύησης, δικογραφημένη θέση αποτελεί ότι οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 έχουν απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις των λόγω πράξεων της Τράπεζας, ενώ σε σχέση με τις Υποθήκες ισχυρίζονται ότι αφορούσαν εξασφάλιση άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν εξοφληθεί ή δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι η Τράπεζα προέβη σε χρεώσεις και επιτόκια που δεν νομιμοποιείτο να πράξει. Είναι δε η θέση του ότι υπέστησαν ζημιά λόγω της αμέλειας της Τράπεζας και της παράβασης συμβατικών της υποχρεώσεων ή παράβασης καθηκόντων καταπιστευματοδόχου, αφού, μεταξύ άλλων δεν ενέκρινε 10 αγοραστές ακινήτων και δεν επέτρεψε εκταμίευση ποσών από τους λογαριασμούς των Εναγομένων. Ανταπαιτούν ποσό €3.400.000 ως απώλεια εισοδήματος από την πώληση 4 ακινήτων, γενικές αποζημιώσεις και δηλώσεις περί ακυρότητας και τερματισμού των εγγυήσεων και υποθηκών. Ακολούθησε την 12.9.2012 Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και ο ορισμός της αγωγής για οδηγίες. Μετά την εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων η αγωγή ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση την 28.11.
  4. Την 8.2.2017 καταχωρίστηκε αίτηση για εκτενή τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως. Την 26.4.2017 δόθηκε άδεια στους συνήγορους των Εναγομένων να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση αυτών και την 8.9.2017 καταχώρισε Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου ο κ. XXXXX Σωφρονίου ο οποίος αποδέχτηκε την 19.1.2018 την έκδοση του διατάγματος τροποποίησης καταχωρώντας στην συνέχεια και Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Την 10.8.2018 καταχωρίστηκε Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου από τους κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. εκ μέρους όλων των Εναγομένων (παρά το ότι στα δικόγραφα μετέπειτα αναφέρετο μόνο ως δικηγόρος των Εναγομένων αρ. 2 και 3), οι οποίοι ακολούθως καταχώρισαν και Αίτηση για εκτενή τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Το αιτούμενο διάταγμα εξεδόθη εκ συμφώνου την 12.2.2019 και το τροποποιημένο δικόγραφο καταχωρίστηκε την 19.2.
  5. Με επιστολές ημερ. 7.8.2019 το δικηγορικό γραφείο Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ενημέρωσε τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 περί της προθέσεως τους να αποσυρθούν από δικηγόροι τους. Την 23.9.2019 καταχωρίστηκε νέα αίτηση για τροποποίηση αυτή τη φορά της Έκθεσης Απαιτήσεως. Την 23.9.2019 δόθηκε άδεια για απόσυρση των δικηγόρων των Εναγομένων αρ. 2 και 3, ενώ εξεδόθη και το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης. Την 14.10.2020 άρχισε η ακροαματική διαδικασία σε σχέση με τους Εναγόμενους αρ.1 και η ταυτόχρονη διαδικασία για απόδειξη της υπόθεσης εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 η οποία συνεχίστηκε την 9.12.2020 οπόταν και ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του Μ.Ε.1 κ. XXX Χρίστου. Την 11.12.2020 καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι αρ. 1 εξαιτούνται τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχεται Άδεια τροποποίησης της Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως της Εναγομένης αρ.1, το οποίο να επιτρέπει την προσθήκη νέας παραγράφου με υπ' αρ. 4

(1)μετά το τέλος της παραγράφου υπ' αριθμό 4 της Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως, ως ακολούθως: «4
(1)Περεταίρω η Εναγομένη αρ.1 ισχυρίζεται ότι με βάση το άρθρο 3
(1)β του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για τα συναφή Θέματα Νόμος του 2015 (169 (Ι)/2015), η σχετική πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή παραχώρηση των χρεωστικών και των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ που αφορούσε την Εναγόμενη αρ.1 προς τους Ενάγοντες είναι παράνομη και/ή αντίκειται στο προαναφερόμενο άρθρο, εφόσον οι πωλούμενες και/ή παραχωρηθείσες και/ή μεταβιβασθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις αυτές υπερέβαιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο το συνολικό ποσό του €1.000.000 (ενός εκατομμύριου ευρώ). B. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει, σε περίπτωση έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος, όπως η καταχώρηση της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος και στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ. 1, 3 και 5, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2
(1), 3, 6, 7 και 8
(1)(v) και Δ.64, στο αρ. 3
(1)(β) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για τα Συναφή Θέματα Νόμο Ν169(Ι)/2015, στο Άρ. 26 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει η κα Μαρία Σωφρονίου δικηγόρος, εξουσιοδοτημένη από τον Διαχειριστή - Παραλήπτη των Εναγομένων αρ.
  1. Η κα Σωφρονίου αναφέρει ότι με βάση τα προβλήματα που αφορούσαν στην κατάρρευση της οικονομίας περί το 2018 η Τράπεζα επεξεργάστηκε σχέδιο διακανονισμού μεταξύ της και της εταιρείας CAC Coral Ltd για την πώληση αριθμού μη εξυπηρετούμενων δανείων, εγγυήσεων και υποθηκών το οποίο περιλάμβανε και τις επίδικες απαιτήσεις της Τράπεζας εναντίον των Εναγομένων. Την 20.12.2018 εξεδόθη σχετικό διάταγμα στο πλαίσιο της αίτησης με αρ. 947/18 αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 από τον Μ.Ε.
  2. Ο Διαχειριστής / Παραλήπτης την πληροφόρησε ότι ουδέποτε πριν από την καταχώριση της αίτησης με αρ. 947/18 είχαν λάβει οι Εναγομένοι αρ. 1 γνώση ή ειδοποίηση της αίτησης ώστε να εκφέρουν άποψη και να ενστούν εφόσον αυτή τους επηρέαζε, πράγμα που έγινε κατά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και του Συντάγματος. Γνώση για αυτό έλαβαν όταν έδινε μαρτυρία ο Μ.Ε.1 κ. XXX Χρίστου. Είναι η θέση της ότι η μεταβίβαση των δανείων έγινε βάσει του αρ. 3 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Ν.169(Ι)/15παρά το γεγονός ότι το συνολικό υπόλοιπο των δανείων υπερέβαινε το ποσό του €1εκ, ενώ η πώληση αυτή προσκρούει στο Αρ. 26 του Συντάγματος. Την 9.12.2020 κατά την ακροαματική διαδικασία διαπιστώθηκε ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν ήταν δικογραφημένοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Ισχυρίζεται ότι το λάθος αυτό δεν οφείλεται σε αμέλεια ή δόλο των Εναγομένων αρ. 1 και, παρά το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα, με την έγκριση της Αίτησης δεν θα προκληθεί καμία αδικία στους Ενάγοντες που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η αιτούμενη τροποποίηση αφορά σε καθαρά νομικό ζήτημα και αυτή θα γίνει μόνο στην έκταση που αφορά στην υπέρβαση του ποσού του €1εκ.. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.48 Θ.Θ. 2 - 7 και 9, Δ.64 Θ.Θ. 1 - 3, στο Αρ. 30.2 του Συντάγματος και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 8 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  3. Δεν συντρέχουν οι εκ των Θεσμών απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  4. Με την αιτούμενη τροποποίηση και την καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής, παραβλάπτονται ουσιωδώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση για μία σύντομη και δίκαιη δίκη, ενώ η υπόθεση επιβαρύνεται συνεχώς με αδικαιολόγητα έξοδα.
  5. Υπήρξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης από τους Αιτητές, της τάξης των δύο χρόνων από της λήψης των ειδοποιήσεων και των δημοσιεύσεων περί της πρόθεσης μεταβίβασης ημερομηνίας 26.10.2018 και των ειδοποιήσεων για τη μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων ημερομηνίας 21.12.
  6. Η Αίτηση είναι αδικαιολόγητη και καταχρηστική καθότι τα γεγονότα που επιδιώκουν να εισάγουν με τη Τροποποίηση, ήταν γνωστά στους Αιτητές από τα τέλη του 2018, δικογραφήθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση με την καταχώριση του τροποποιημένου Κλητηρίου ημερομηνίας 22.10.2019 και οι Αιτητές είχαν κάθε ευκαιρία να προβάλουν αυτούς τους νομικούς ισχυρισμούς με την καταχώριση της Τροποποιημένης τους Υπεράσπισης στις 6.2.2020 και δεν το έπραξαν.
  7. Η σκοπούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι αντινομική, καταχρηστική και καταφρονητική προς τις Δικαστικές διαδικασίες και/ή αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης των Αιτητών.
  8. Η προτεινόμενη Αιτητών και εισάγει εντελώς νέα βάση Υπεράσπισης, χωρίς να έχει τεθεί η αναγκαία δικαιολόγηση προς τούτο.
  9. Η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης στο παρόν στάδιο είναι αδικαιολόγητη και ανεπίτρεπτη από τη νομολογία.
  10. Η σκοπούμενη τροποποίηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και των Διαδικαστικών Θεσμών, αφού μεταξύ άλλων δεν ασκήθηκε η στοιχειώδης επιμέλεια από την πλευρά των Αιτητών, προκειμένου να θέσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς στο κατάλληλο στάδιο». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Μιχαηλίδη υπαλλήλου της Τράπεζας ο οποίος αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι μπορούσαν κάλλιστα να θέσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς κατά το στάδιο ετοιμασίας της Τροποποιημένης τους Υπεράσπισης αλλά δεν επέδειξαν την πρέπουσα επιμέλεια και επιδιώκουν σήμερα να εισάγουν νέους ισχυρισμούς κατ' επίκληση τεκμηρίων που είχαν στην κατοχή τους από τον Οκτώβριο
  11. Επισημαίνει ότι η Ενόρκως Δηλούσα στην Αίτηση ισχυρίζεται σε ένα σημείο ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση του Τεκμηρίου 4 όταν κατέθεσε αυτό ο Μ.Ε.1 την 14.10.
  12. Θέση του κ. Μιχαηλίδη, όμως, είναι ότι γνώση της διαδικασίας βάσει του Ν169(Ι)/15 είχαν οι Εναγόμενοι από τον Οκτώβριο 2018, πράγμα που φαίνεται από τα Τεκμήρια 2 και 3 που κατέθεσε ο Μ.Ε.
  13. Στις 12.2.2019 καταχωρίστηκε η Ειδοποίηση Υποκατάστασης και την 26.6.2019 αίτηση τροποποίησης στην οποία τέθηκαν όλοι οι ισχυρισμοί που αφορούσαν στην μεταβίβαση των δανείων. Το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίστηκε την 22.10.2019 και ο κατάλληλος χρόνος να έθεταν τους ισχυρισμούς τους οι Εναγόμενοι ήταν κατά την καταχώριση της τροποποιημένης Υπεράσπισης τους την 6.2.
  14. Επιπλέον γνώση της διαδικασίας μεταβίβασης με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 έλαβαν οι Εναγόμενοι από τον Ιούνιο 2019 μέσω αίτησης τροποποίησης που έγινε την 26.6.2019 στην οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο το διάταγμα που είχε εκδοθεί στην αίτηση με αρ. 947/
  15. Συνεπώς ο κ. Μιχαηλίδης απορρίπτει την θέση ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση την 14.10.2020 καθώς και την θέση ότι οι ισχυρισμοί δεν μπορούσαν να προβληθούν ενωρίτερα. Θέση του Ομνύοντα είναι ότι από την επιδιωκόμενη τροποποίηση θα δημιουργηθούν επιβλαβείς επιπτώσεις στα δικαιώματα των Εναγόντων, η δε μαρτυρία του Μ.Ε.1 έχει ήδη ολοκληρωθεί γεγονός που θα τους επηρεάσει ανεπανόρθωτα. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων οι συνήγοροι των Εναγομένων αρ. 1 και των Εναγόντων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους σημεία αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτή ίσχυε προ της πρόσφατης τροποποίησης των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οιονδήποτε εκ των διαδίκων να διαφοροποιήσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους όπως θα είναι δίκαιο, και όλες οι τροποποιήσεις αυτές θα γίνονται ως πιθανόν να είναι απαραίτητο για τον σκοπό του προσδιορισμού των πραγματικών θεμάτων υπό αμφισβήτηση μεταξύ των μερών[1]». Ως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης[2]. ΄Οπως λέχθηκε και στην Associated Leisure Ltd. and other v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 στη σελ. 757, η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. και άλλων
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 33 τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 36: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (βλ. επίσης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608). Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις, ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση «είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης». Ταυτόχρονα, όμως, στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ²Είναι η θέση της νομολογίας πώς, όταν υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης². Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εκκρεμεί από το 2012, γεγονός που δεν περιποιεί τιμή στο Δικαστικό μας σύστημα. Προηγήθηκαν 3 διατάγματα τροποποίησης ήδη. Σημαντικό, όμως, για το υπό εκδίκαση αίτημα, είναι ότι από την 12.2.2019 καταχωρίστηκε στην παρούσα αγωγή Ειδοποίηση Υποκατάστασης Εναγόντων στην οποία αναφέρεται ρητά ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή «αφορά πιστωτική διευκόλυνση η οποία έχει μεταβιβαστεί από τους Ενάγοντες ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ στην εταιρεία CAC CORAL LIMITED.» και ότι η τελευταία έχει «αυτόματα αντικαταστήσει και/ή υποκαταστήσει τους Ενάγοντες στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο». Επιπλέον, από της καταχώρισης της αίτησης για τροποποίηση ημερ. 26.6.2019, όλοι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων που αφορούν στην μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών των Εναγομένων τέθηκαν σε γνώση των τελευταίων Στην εν λόγω αίτηση επισυνάπτεται και το διάταγμα που είχε εκδοθεί στην αίτηση με αρ. 947/18, όπως και το Σχέδιο Διακανονισμού. Παρά τα πιο πάνω, όμως, οι Εναγόμενοι αρ. 1 καταχώρισαν την 6.2.2020 Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση χωρίς να γίνει καμία αναφορά σε ισχυρισμούς περί παρανομίας της πώλησης των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων από την Τράπεζα στους Ενάγοντες. Δεν μπορώ, κατ' επέκταση, να δεχτώ τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν για πρώτη φορά γνώση του διατάγματος κατά την μαρτυρία του Μ.Ε.1 την 14.10.2020. Με τα πιο πάνω δεδομένα, κατάληξη μου αποτελεί ότι δεν έχει δοθεί ικανοποιητικός λόγος ως προς το γιατί οι Εναγόμενοι αρ. 1 επέλεξαν το χρονικό αυτό σημείο να υποβάλουν την Αίτηση τους η οποία, με δεδομένο ότι όλα ήσαν θέματα γνωστά σε αυτήν από τις αρχές του 2019 τουλάχιστον, καταχωρίστηκε πολύ καθυστερημένα και στο μέσο της ακροαματικής διαδικασίας, αφού δε ο Μ.Ε.1 έχει ολοκληρώσει την μαρτυρία του. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση C. & A. Pelecanos Associates Ltd v. Πελεκάνου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Μας φαίνεται ότι το ιστορικό της υπόθεσης, στο οποίο αναφερθήκαμε, φανερώνει ανάγλυφη την αργοπορία των εφεσειόντων στο αίτημα τους για τροποποίηση. Η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση είναι, μέχρι του σημείου που εκτείνεται ορθή. Θα λέγαμε όμως πρόσθετα, έχοντας υπόψη το ιστορικό, πως ούτε και θα μπορούσε να εξηγηθεί. Πρόκειται, κατά την αντίληψή μας, για κτυπητή περίπτωση και δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στα επιμέρους. Έχουμε, με εκτίμηση, την άποψη πως οι εφεσείοντες εξάντλησαν κάθε περιθώριο και πως για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης προβάλλει εδώ ως ιδιαίτερα επιτακτική και υπερέχει η αναγκαιότητα για την όσο το δυνατό πιο σύντομη λήξη της αντιδικίας». Για τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται συνεπώς υπέρ των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ²The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties². [2] ²The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or. 19, r. 4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails². 3. ²I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money². cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.