← Κύπρος

Α.Β. ν. Α.Β. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2553/15, 4/2/2021

Α.Β. ν. Α.Β. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2553/15, 4/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2553/15 Μεταξύ: XXXXXXX Ενάγοντoς και

  1. XXXXXX
  2. XXXXXX
  3. XXXXXX
  4. XXXXXX Εναγόμενων ----------------- Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κα Ε. Πρωτοπαπά Για τον Εναγόμενη 1: κ. Κλεόπας Στυλιανού για Τορναρίτη & Σια ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή αρχικώς καταχωρήθηκε εναντίον 4 εναγομένων. Στην πορεία όμως αποσύρθηκε εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 και προωθήθηκε εν τέλει μόνο εναντίον της εναγόμενης
  5. Εναντίον της ο ενάγων αξιώνει αφενός διάταγμα ακύρωσης της συμφωνίας αγοράς αξιογράφων αξίας €54,485 και αφετέρου, αποζημιώσεις και επιστροφή όλων των καταβληθέντων ποσών με τόκους. Στηρίζει δε την αξίωσή του σε κατ' ισχυρισμόν απάτη, δόλο, ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις/δηλώσεις και παράβαση νόμιμων καθηκόντων εκ μέρους της Εναγομένης
  6. Η Διαδικασία Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσε εκ μέρους του ενάγοντα ο ίδιος (ΜΕ1), ενώ ως δεύτερη μάρτυρας (ΜΕ2) κλήθηκε η XXXX Νικολάου. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ο XXXXXX Κκαφάς (ΜΥ1) και ο XXXX Καλησπερίδης (ΜΥ2). Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δύο πλευρών με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση της μαρτυρίας. Άλλωστε όπως έχει λεχθεί και στην απόφαση G&K Exclusive Fashions Ltd v. Ρόδου Παπαδόπουλου κ.α.

(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 88, το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να επαναλάβει το σύνολο της μαρτυρίας ή να αναφερθεί σε κάθε πτυχή της. Σύνοψη ακολουθεί. Η μαρτυρία Ο ενάγων με τη μαρτυρία του υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Α) με την οποία επεξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησε τα επίδικα αξιόγραφα, όπου στη ουσία υποστήριξε πως η αγορά τους έγινε κατόπιν προσέγγισης του ίδιου τηλεφωνικώς από υπάλληλο της εναγόμενης 1 με αναφορά στο νέο αυτό προϊόν το οποίο του παρουσίασε ως καταθετικό προϊόν διάρκειας 5 χρόνων, με τόκο 7%, δηλαδή πολύ ψηλότερο απ' ότι έδιναν άλλα ιδρύματα ή άλλα αποταμιευτικά σχέδια. Ακολούθως μετέβη στο υποκατάστημα για να μιλήσει με τον διευθυντή του υποκταταστήματος, όπου μαζί του ήταν ένας υπάλληλος από τη Λευκωσία και εν πολλοίς υποστήριξε ότι του παρουσίασαν το εν λόγω σχέδιο μόνο με αναφορά στα θετικά και συγκεκριμένα ότι ήταν μόνο για 5 χρόνια, ενώ το ψηλό ποσοστό τόκου το δικαιολόγησαν με βάση το ότι τα χρήματα που θα "κατέθετε" θα χρησιμοποιούνταν για τη χρηματοδότηση αυτοκινήτων όπου ο τόκος είναι 15% εξου και ο ίδιος θα λάμβανε τόκο 7%. Επίσης ανέφερε ότι δεν του ανέφεραν ο,τιδήποτε για ρίσκο ή κίνδυνο να χάσει και το ποσό που κατέθεσε πέραν του κινδύνου να σταματήσει η καταβολή των τόκων. Όπως επίσης προώθησε προσπάθησαν να ολοκληρώσουν τη διαδικασία γρήγορα και συνοπτικά χωρίς όμως να τον πιέσουν. Επίσης προώθησε τη θέση πως δεν είχε συμφωνήσει ποτέ να αγοράσει €54,485 αξιόγραφα του €1, αλλά μόνον €50000 αξιόγραφα του €1, και ότι το υπόλοιπο ποσό που αφορά τα €4,485, προέκυψε κατόπιν κλοπής του εν λόγω ποσού από την εναγόμενη 1, χωρίς την συγκατάθεση του και χωρίς να του δοθεί απόδειξη. Επίσης ενώ αρχικά ανέφερε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή του στο Τεκμήριο 1 (αίτηση) και 2 (κατηγοριοποίηση πελάτη, επιστολή συναίνεσης και προειδοποιητικό μήνυμα) εντούτοις στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν τα αναγνωρίζει και δεν θυμάται να τα έχει υπογράψει εκφράζοντας μάλιστα και δυσπιστία ως προς την πηγή προέλευσης τους. Επίσης δέχθηκε ότι είχε προηγουμένως αγοράσει αξιόγραφα και χρεόγραφα της Τράπεζας Κύπρου καθώς και ότι είχε διαπραγματευτεί μετοχές στο ΧΑΚ, υποστηρίζοντας για τα μεν αξιόγραφα/χρεόγραφα ότι ήταν "η ίδια κουβέντα" και τον ξεγέλεσαν, ενώ για τις μετοχές ότι το δεδομένο χρονικό διάστημα που είχε ασχοληθεί και ο τελευταίος τσοπάνης ασχολείτο με το ΧΑΚ. Η ΜΕ2 είναι υπάλληλος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και συγκεκριμένα Λειτουργός Α στο Τμήμα Εποπτείας και κλήθηκε να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, στις τυχόν ομοιότητες τους με μετοχές καθώς και επίσης αναφέρθηκε στο θέμα της εποπτείας την οποία ασκεί η επιτροπή κεφαλαιαγοράς σε ΕΠΕΥ καθώς και η Κεντρική Τράπεζα σε τράπεζες. Η μάρτυρας αυτή δεν γνώριζε τον ενάγοντα, ούτε και τις περιστάσεις απόκτησης, των επίδικων αξιογράφων από αυτόν. Ο ΜΥ1 XXXXX Κκαφάς υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση Έγγραφο Β με την οποία ανέφερε ότι μέχρι το 2013 ήταν υπάλληλος στην Εναγόμε­νη 1 τράπεζα και συγκεκριμένα κατείχε τη θέση του Διευθυντή Ελέγχων Ε­ξωτερικού, ενώ από την 01/11/2013 μέχρι και σήμερα εργάζεται στο Γραφείο του Διαχειριστή της Εναγόμενης 1 για τη διεκπεραίωση όλων των εργασιών που αφορούν την δια­δικασία εξυγίανσης της Εναγομένης
  1. Στο Γραφείο του Διαχειριστή έχει, μεταξύ άλλων, την ευθύνη της συνεργασίας με τους διάφορους δικηγόρους, την εύρεση των σχετικών εγγράφων για κάθε υπόθεση, αλλά και την εν γένει συνεργασία σε σχέση με θέματα που προκύ­πτουν αναφορικά με υποθέσεις που έχουν να κάνουν με τα αξιόγραφα της Εναγόμενης 1 και των διαφόρων αγωγών που έχουν κατατεθεί εναντίον της για αυτά. Ο μάρτυρας αυτός παρουσίασε το Τεκμήριο 4 αναφορικά με τον ενάγοντα για να καταδείξει ουσιαστικά πως αυτός είχε αγοράσει χρεόγραφα και αξιόγραφα πριν την επίδικη αγορά καθώς και το Τεκμήριο 5 για να δείξει ότι είχε συναλλαγές σε μετοχές. Συγεκριμένα ανέφερε ότι από το Τεκμήριο 4 στην 2η σελίδα φαίνεται ότι ο ενάγοντας κατείχε αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου στις 6/7/2009, ενώ επίσης φαίνεται ότι 9/6/2011 κατείχε χρεόγραφα της Τράπεζας Κύπρου κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Όσον αφορά το Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι είναι συγκεντρωτική κατάσταση η οποία εξήχθη από τα αρχεία του ΧΑΚ και της CISCO και όπως εξήγησε ουσιαστικά η εκτύπωση αυτή στη 2η σελίδα με τίτλο κίνηση λογαριασμού 27/10/06-20/3/2013, δείχνει συναλλαγές και συγκεκριμένα αγοραπωλησίες μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας και στην 3η σελίδα την αγορά αξιογράφων με κωδικό CPBCD πρώτη στήλη αριστερά όπου φαίνεται ότι έχουν αγοραστεί 54485 αξιόγραφα. Επίσης με αναφορά στα εν λόγω έγγραφα ανέφερε ότι οι συναλλαγές διενεργήθηκαν κατόπιν εντολών του επενδυτή. Επίσης υπέδειξε στο Τεκμήριο 6 τα ποσά των €50000 και €4,485 αφορούν τα επίδικα αξιόγραφα παραπέμποντας στην 1η σελίδα του Τεκμήριο 6, ημερ,. 15/6/2011 όπου φαίνεται η χρέωση των πιο πάνω ποσών με κωδικό ΜΑΕΚ 2011 που είναι ο κωδικός των αξιογράφων του 2011 καθώς και τις πιστώσεις των τόκων στη 2η σελίδα του Τεκμηρίου με ημερομηνία 29/9/2011 (€810,47 και κωδικό ΜΑΕΚCY INTEREST), και στη συνέχεια 29/12/2011 με τον ίδιο κωδικό πίστωση τόκου €828,48 και στη συνέχεια 29/3/2012 πίστωση €819,47 με τον ίδιο κωδικό. Περαιτέρω κατέθεσε το ενημερωτικό δελτίο που αφορά τη συγκεκριμένη έκδοση ημερομηνίας 19/5/2011 και συμπληρωματικό ενημερωτικό δελτίο ημερομηνίας 8/6/2011 με το οποίο τροποποιούνταν οι αρχικοί όροι (βλ. Τεκμήρια 7 και 8), ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν ήταν παρών και δεν έχει σχέση με τη διαδικασία προώθησης ή πώλησης των αξιογράφων προς τον Ενάγοντα. Ο ΜΥ2 υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση Έγγραφο Γ και ανέφερε ότι εργάζεται ως υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου από τις 18/09/2013 στο τμήμα είσπραξης χρεών (Recoveries) της εν λόγω τράπεζας στη Λεμεσό, ενώ προηγουμένως ήταν υπάλληλος της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (CPB). Συγκεκριμένα από το 2008 και μέχρι και την ημερομηνία που αποχώρησε από την CPB εργα­ζόταν ως «products specialist» και ήταν εντεταλμένος αντιπρόσωπος της CPB και είχε ως καθήκον του να ενημερώνει πελάτες της τράπεζας σε σχέση με μη τραπεζικά προϊόντα ή με προϊόντα που ήταν ασυνήθιστα όπως αμοιβαία κεφά­λαια, χρεόγραφα ή και εν τέλει τα αξιόγραφα. Παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι και το Μάρτιο
  2. Αναγνώρισε την υπογραφή του στην αίτηση του ενάγοντα ημερομηνίας 15.6.2011 την οποία υπογράφει και ο ίδιος, αλλά όπως ανέφερε δεν θυμόταν ξεκάθαρα την περίπτωση του ενάγοντα, αφού έχουν περάσει 9 χρόνια, πλην όμως υποστήριξε ότι επειδή ήταν πολύ συντηρητικός και προσεκτικός στη δουλειά του χωρίς καμία εξαίρεση, υπό την έννοια του ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μη δει τον ενδιαφερόμενο και να του μιλήσει και να σιγουρευτεί ότι κατάλαβε τα όσα του ανέφερε σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα, απέκλεισε τις θέσεις του ενάγοντος και υποστήριξε ότι εξήγησε ως όφειλε τους κινδύνους ενώ δεν πουλούσε, ούτε προ­ωθούσε αξιόγραφα και περαιτέρω δεν επωφελείτο οικονομικά με οποιοδήποτε τρόπο από την πώληση αξιόγραφων. Οι αιτήσεις περνούσαν από τους ίδιους ως products specialists και ο πελάτης θα λάμβανε την πληροφόρηση από τους ίδιους, εφόσον ο ίδιος ενδιαφερόταν να αγοράσει ή εφόσον τους καλούσε το υποκατά­στημα του και τους πληροφορούσε ότι ο εν λόγω αγοραστής ενδιαφερόταν να αγοράσει. Επίσης ανέφερε ότι ο ενάγων είχε ως υποκατάστημα του το Ζακάκι όπου Διευθυντής ήταν ο κύριος XXXX Μοράρης ο οποίος εξ όσων γνώριζε ο ΜΥ2, ήταν εκ των παλαιοτέρων υπαλ­λήλων της CPB και πολύ προσεκτικό και συντηρητικό άτομο στην προώ­θηση τέτοιων προϊόντων, αφού ήταν και πολύ κοντά στην αφυπηρέτησή του και έτσι δεν είχε φιλοδοξίες που πιθανόν να έχει ένας νεαρό­τερος διευθυντής υποκαταστήματος για πώληση τέτοιων προϊόντων, αλλά ήταν εν πάση περιπτώσει σαφής πως δεν θυμόταν συγκεκριμένα τι ακριβώς έγινε. Επίσης υποστήριξε ότι γενικά τα αξιόγραφα παρά τον όγκο των Ενημερωτικών Δελτίων δεν είναι ιδιαίτερα πολύ­πλοκα επενδυτικά προϊόντα όπως για παράδειγμα ήταν τα αμοιβαία κεφάλαια ή ακόμα και οι μετοχές και επεξήγησε τους κινδύνους που ενείχαν λέγοντας πως υπήρχαν δύο συγκεκριμένοι κίνδυνοι: Ο πρώτος ήταν ότι αν ο δείκτης κεφα­λαίων της τράπεζας πήγαινε κάτω από τον απαιτούμενο δείχτη για κεφαλαιου­χική επάρκεια, τότε δε θα πληρωνόντουσαν τόκοι και ο δεύτερος κίνδυνος ήταν ότι αν η τράπεζα έκλεινε τότε δε θα μπορούσαν να εξαγοραστούν στα 5 χρόνια. Ήταν χρηματοοικονομικά προϊόντα δευτερευούσης προτεραιότητας, δηλαδή σε περίπτωση διάλυσης της τράπεζας πρώτα πληρωνόντουσαν οι καταθέτες, μετά οι κάτοχοι αξιογράφων και τέλος οι μέτοχοι. Ο δείχτης ιδίων κεφαλαίων τότε ήταν στο 9% και για να σταματούσε η πληρωμή των τόκων θα έπρεπε να πέσει κάτω από το 5%. Επίσης, υποστήριξε ότι κανένας από την Κύπρο δεν περίμενε ότι θα έκλεινε μία οποιαδήποτε τράπεζα και ειδικότερα μία από τις δύο μεγαλύτερες τράπεζες της Κύπρου. Ήταν η θέση του ότι ένα από τα καθήκοντα του ήταν να υποδείξει, επεξηγήσει και λάβει υπογραφή συγκεκριμένων εγγράφων, τα οποία έδινε στους πελάτες και είχαν σχέση με τις υποχρεώσεις του ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο τα οποία και εξήγησε. Κατά την αντεξέταση του επέμεινε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε από τις αναφορές που καταλόγισε ο ενάγων τον ίδιο και τον Διευθυντή του καταστήματος και πως είχαν επεξηγηθεί δεόντως οι κίνδυνοι στον ενάγοντα. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Στην αξιολόγηση προβαίνω έχοντας υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνω επίσης πως κατά την αξιολόγηση έλαβα υπόψη σειρά από παράγοντες οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να παρατεθούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η αμεσότητα και η συνοχή των απαντήσεων των μαρτύρων, η ύπαρξη αντιφάσεων ή υπερβολών σε αυτές, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η ειλικρίνεια τους, η μνήμη τους και εν γένει η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά νου είχα και την πολλάκις νομολογημένη αρχή πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, (Χ. Χρίστου ν. Ευγενίας Khoreva
(2002)1Α Α.Α.Δ 454, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, και Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212 [1]) νοουμένου βέβαια ότι αυτή η επιλογή εξηγείται (Χ. Τσιντίδης Λτδ ν. Α. Χαριδήμου, Πολ. Έφεση 224/07 ημερ. 18.10.2012). Σημειώνω επίσης ότι λαμβάνω υπόψη και την αρχή ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, αλλά όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, εξετάζεται συνολικά υπό το φως όλης της δοθείσας μαρτυρίας. Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγούν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Aντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική. Τέλος κατά την αξιολόγηση, σημειώνω ότι έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ενάγων Ο ενάγων ως μάρτυρας δεν άφησε στο Δικαστήριο ιδιαίτερα καλή εντύπωση για τους λόγους που με λεπτομέρεια επεξηγώ πιο κάτω, έτσι που δεν θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια στη μαρτυρία του για εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς ενώ ο ίδιος δικογραφεί ξεκάθαρα ότι αγόρασε τα επίδικα αξιόγραφα πληρώνοντας €54,485, με τη δήλωση του Έγγραφο Α αλλά και εν γένει την προφορική του μαρτυρία, προώθησε τη θέση ότι το ποσό που πείστηκε ως η θέση του να επενδύσει ήταν €50000 και παρ΄ όλα αυτά, η εναγόμενη 1 πήρε το ποσό των €54,000 που ήταν το ποσό που της κατάθεσης στο λογαριασμό του χωρίς την έγκριση του και χωρίς να του δώσουν απόδειξη. Πέραν του ότι το ποσό που επενδύθηκε είναι €54,485, και όχι €54,000, το ουσιώδες είναι πως δεν εντοπίζεται στο δικόγραφο του ενάγοντα οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοιους ισχυρισμούς, ούτε βέβαια εντοπίζεται στο δικόγραφο του η θέση που προώθησε με την προφορική του μαρτυρία, ότι δηλαδή η ενέργεια της εναγόμενης 1 να πάρει το υπόλοιπο ποσό ήταν καθαρή "κλοπή". Η προώθηση θέσεων αντιφατικών προς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ενός διαδίκου λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Εξ άλλου και με δεδομένο ότι η θέση αυτή δεν δικογραφείται, δεν μπορεί ούτως ή άλλως να προωθείται και επομένως δεν τίθεται θέμα ενασχόλησης του Δικαστηρίου με τέτοιο ζήτημα επί της ουσίας του, αφού ως είναι παγίως νομολογημένο θέσεις και θέματα που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση (βλ. Φελλά κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Εφ. 94/2010 και Πολ. Εφ. 158/10 ημερ. 28/9/15, Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου v. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ 24, Πουρίκκος v. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507). Τούτο το αναφέρω καθ' ότι το Δικαστήριο έδωσε την ευχέρεια στην υπεράσπιση να τοποθετηθεί επί της γραπτής δήλωσης του ενάγοντα προτού κατατεθεί, πλην όμως με βάση τα ανωτέρω ακόμα και εάν ο συνήγορος υπεράσπισης δεν ήγειρε το ζήτημα αυτό, δεν μπορεί με βάση και τις ανωτέρω αρχές να οδηγήσει στην αποδοχή μαρτυρίας μη καλυπτόμενης από το δικόγραφο του ενάγοντα. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, η θέση του αυτή ούτως ή άλλως δεν πείθει ούτε και συνάδει λογικά εφόσον, εάν έτσι είχαν τα πράγματα θα αναμένετο να διαμαρτυρηθεί όταν πήρε την επιστολή Τεκμήριο 3, την οποία σημειώνω ότι δεν αμφισβήτησε ότι έλαβε, και στην οποία αναφέρεται πολύ καθαρά ότι ο αριθμός μετατρέψιμων αξιογράφων που του είχαν παραχωρηθεί ήταν €54485 και ήταν αξίας €1 έκαστο. Επίσης σε σχέση με το σύνολο των αξιογράφων που του παραχωρήθηκαν έλαβε σε 3 περιπτώσεις τόκους, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί και χωρίς ποτέ να προβάλει τη θέση ότι δεν είχε συμφωνήσει να αγοράσει τα επιπλέον €4,485 και μάλιστα δέχθηκε ότι διαμαρτυρήθηκε μόνο όταν αντελήφθη ότι θα σταματούσε η καταβολή των τόκων. Συγκεκριμένα ερωτηθείς αν μετά που πήρε την επιστολή τον Αύγουστο του 2011 πήγε να τους πει ότι αυτά που του έδωσαν δεν ήταν κατάθεση αλλά αξιόγραφα, ανέφερε ότι δεν πήγε να τους πει ότι τον ξεγέλασαν, αλλά ανέφερε ότι αυτά που έλαβε ήταν οι τόκοι που συμφώνησαν. Σε ερώτηση αν σκέφτηκε ότι τον ξεγέλασαν μετά που σταμάτησε να παίρνει τους τόκους απάντησε καταφατικά. Πέραν τούτου όμως προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως πρόσωπο το οποίο είχε μια ανύπαρκτη ουσιαστικά σχέση με χρηματιστηριακές συναλλαγές (βλ. παράγραφο 3 της γραπτής του δήλωσης όπου αναφέρει ότι ουδέποτε είχε οποιοαδήποτε άλλη σχέση με χρηματοοικονομικά και/ή κατέχει τις οποιεσδήποτε χρηματοοικονομικές γνώσεις και/ή ικανότητα) ενώ όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του ΜΥ1 η οποία δεν αμφισβητήθηκε ο ενάγων πριν την αγορά των επίδικων αξιογράφων είχε αγοράσει αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου, χρεόγραφα της Τράπεζας Κύπρου καθώς και μετοχές που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ, συναλλαγές στις οποίες ο ενάγων επιμελώς παρέλειψε να αναφερθεί. Η δε θέση του ότι με βάση το τί του είχαν αναφέρει, πίστευε πως το σχέδιο δεν ήταν επενδυτικό, αλλά καταθετικό δεν συνάδει με το γεγονός ότι στην επιστολή Τεκμήριο 3, την οποία επαναλαμβάνω δεν αμφισβήτησε ότι έλαβε, αναφέρεται στο πάνω μέρος Μερίδα Επενδυτή την οποία μερίδα όπως δέχθηκε τελικώς και όπως εξ άλλου παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από τη μαρτυρία, την είχε λάβει από προηγουμένως ο ενάγων και δεν προέκυψε κατόπιν αυθαίρετων ενεργειών της εναγόμενης 1, ως εν πολλοίς ήταν και ο δικογραφημένος ισχυρισμός του ενάγοντα. Αλλά και στα έγγραφα που υπέγραψε και ιδιαίτερα στην επιστολή ημερ. 15/6/2011 που φέρει τίτλο "Προειδοποιητικό Μήνυμα" (βλ. Τεκμήριο 2) και την οποία υπογράφει γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στο ότι η αγορά αξιογράφων δεν είναι συμβατή με τον ίδιο και ο ίδιος μάλιστα υπογράφει δήλωση στην οποία αναφέρονται τα εξής τα οποία παραθέτω αυτούσια: "Δηλώνω/ουμε ότι η Marfin Popular Bank Public Co Ltd με/μας έχει προειδοποιήσει ότι δεν διαθέτω/ουμε την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις προκειμένου να κατανοήσω/ουμε τους κινδύνους που συνδέονται με την αγορά Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και συνεπώς ότι η Marfin Popular Bank Public Co Ltd, θεωρεί ότι η αγορά Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου δεν είναι συμβατή με εμένα/εμάς. Έχοντας λάβει υπόψη μου/μας την προειδοποίηση της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, με την παρούσα δηλώνω ότι επιθυμώ/ούμε να προχωρήσουμε με την εν λόγω συναλλαγή με δική μου/μας πρωτοβουλία και χωρίς οποιαδήποτε συμβουλή εισήγηση, σύσταση, ή υπόδειξη από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Αναγνωρίζω/ουμε και αναλαμβάνω/ουμε πλήρως και αποκλειστικώς την ευθύνη για τον οποιοδήποτε κίνδυνο ένέχει η εν λόγω συναλλαγή." (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Πέραν του εν λόγω προειδοποιητικού μηνύματος με το οποίο η τράπεζα τον ενημερώνει ότι δεν τον κρίνει συμβατό για την εν λόγω συναλλαγή, ανάλογη αναφορά εντοπίζεται και επί της αίτησης Τεκμήριο 1, όπου ακριβώς πιο πάνω από το σημείο που έθεσε την υπογραφή του σημειώνονται τα εξής: "Επίσης δηλώνω ότι η Τράπεζα με ενημέρωσε για τους κινδύνους που συνεπάγεται η συγκεκριμένη συναλλαγή στην εν λόγω έκδοση των ΜΑΕΚ. Υπογράφοντας την παρούσα αίτηση συμμετοχής δηλώνω ότι η συναλλαγή θα πραγματοποιηθεί με δική μου πρωτοβουλία έχοντας λάβει υπόψη την ενημέρωση και την προειδοποίηση της Τράπεζας και αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για οποιοδήποτε επενδυτικό κίνδυνο ενέχει η εν λόγω συναλλαγή." (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Πέραν τούτου στο εν λόγω Τεκμήριο 1 ο ενάγων δηλώνει ότι έχει λάβει πλήρη γνώση του ενημερωτικού δελτίου και του συμπληρώματος αυτού και περαιτέρω αναφέρει ότι αποδέχεται τους όρους έκδοσης των ΜΑΕΚ και επιθυμεί να συμμετάσχει. Εν σχέση με το ενημερωτικό δελτίο θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ενώ στην έκθεση απαίτησης αφήνεται να νοηθεί πως το παράπονο του ήταν ότι δεν του επεξηγήθηκε το ενημερωτικό δελτίο επαρκώς ή και καθόλου, με τη μαρτυρία του προώθησε τη θέση ότι δεν το έλαβε, ούτε το είδε καν, κατ' αντίθεση βεβαίως και με το έγγραφο που πιο πάνω αναφέρεται (βλ. Τεκμήριο 1) και το οποίο ρητώς ανέφερει πως είχε πλήρη γνώση αυτού. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι καταρρίτπουν και τη θέση του πως αν γνώριζε πως αφορούσε χρηματιστήριο δεν θα συμμετείχε, όχι μόνο διότι είχε εμπλοκή με το χρηματιστήριο και στο παρελθόν, αλλά και διότι από τα έγγραφα που υπέγραφε προκύπτει το γεγονός πως δεν ήταν καταθετικό προϊόν, ενώ ακόμα και όταν του στάληκε η επιστολή Τεκμήριο 3 σε σχέση με το τί αγόρασε όπου γινόταν αναφορά σε μερίδα επενδυτή, ουδέν επραξε για να διαμαρτυρηθεί εφόσον ως η θέση του δεν είχε αντιληφθεί τι αγόραζε, αλλά απλά περιορίστηκε στο να εισπράξει τους τόκους. Ιδιαίτερα όμως αρνητική εντύπωση άφησε το γεγονός ότι όταν του υποδείχθηκαν τα έγγραφα αυτά (βλ. Τεκμήριο 1 και 2) ο ίδιος συμφώνησε πως τα υπέγραψε, και παρά ταύτα σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του αναφορικά με το τεκμήριο 2 ερωτηθείς αν είναι η υπογραφή του ανέφερε δεν το θυμόταν και δεν το αναγνώριζε. Σε υποβολή ότι υπέγραψε τα έγγραφα αυτά που ρητά τον προειδοποιούσαν για την αγορά που θα έκανε, ανέφερε «Τούτα δεν ξέρω πως τα έφτιαξαν τζιείνοι που τα έφτιαξαν», θέτοντας εμμέσως πλην σαφώς θέμα γνησιότητας των εγγράφων αυτών, ενώ αρχικά είχε αποδεχθεί ότι επί αυτών εμφαίνετο η υπογραφή του. Εν τέλει και σε σχέση με το Τεκμήριο 1, αναίρεσε τη θέση του περί υπογραφής του, αφού ενώ δέχθηκε αρχικά ότι φέρει την υπογραφή του και παρόλο που και στην γραπτή δήλωση που κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας αποδέχεται ότι υπήρξε υπογραφή συμφωνίας, εντούτοις κατά την επανεξέταση ανέφερε ότι δεν υπέγραψε καθόλου χαρτιά και ότι απλώς ο ίδιος τους ανέφερε "εντάξει πιάστε τα". Δήλωσε δε με βεβαιότητα ότι δεν έδωσαν στον ίδιο οποιαδήποτε χαρτιά και δεν γνώριζε πως βρέθηκαν όλα αυτά τα χαρτιά. Παρά δε την πιο πάνω δήλωση του, θα πρέπει να σημειωθεί πως σε προγενέστερο σημείο της μαρτυρίας του ερωτηθείς για κάποιες ημερομηνίες τις οποίες δεν θυμόταν, ο ίδιος ανέφερε ότι θα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα χαρτιά αφήνοντας σαφέστατα να νοηθεί ότι υπήρχαν έγγραφα που συνδέονταν με την επίδικη συναλλαγή. Ερωτηθείς δε σε ποια χαρτιά αναφέρεται, εφόσον ο ίδιος δεν είχε παρουσιάσει οποιαδήποτε χαρτιά, ανέφερε ότι μπορεί να έχει και ο ίδιος χαρτιά δημιουργώντας έτσι μια σύγχυση ως προς το εάν η θέση του ήταν ότι υπέγραψε ή όχι τα έγγραφα ή κατά πόσον είχε ή όχι τελικά έγγραφα που σχετίζονταν με την επίδικη συναλλαγή στην κατοχή του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω αντιφάσεων και ανακριβειών στη μαρτυρία του δεν θεωρώ ασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Η XXXX Νικολάου (ΜΕ2) Η μάρτυρας αυτή άφησε καλή εντύπωση όμως η μαρτυρία της δεν μπορούσε να βοηθήσει ιδιαίτερα στα επίδικα θέματα της παρούσας, αφού αφενός η ίδια δεν γνώριζε τον ενάγοντα ή την υπόθεση για να μπορεί να αναφερθεί σε τυχόν παραβιάσεις εκ μέρους της εναγόμενης 1, αφετέρου δε ως λέχθηκε, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε σχέση με τράπεζες είναι υπεύθυνη να ελέγχει τα ενημερωτικά δελτία σε σχέση με την έκδοση τέτοιων αξιών, αλλά από θέμα εποπτείας ξεκαθάρισε ότι αν το προϊόν προέρεχεται από ΕΠΕΥ, τότε είναι υπό την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, εάν όμως είναι παρέχεται από τράπεζα τότε είναι υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας Ο ΜΥ1 ΧXXXX Κκαφάς Ούτε ο μάρτυρας αυτός δεν μπορούσε να βοηθήσει ιδιαίτερα στα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης, εφόσον δεν είχε εμπλοκή στην περίπτωση απόκτησης των ΜΑΕΚ από τον ενάγοντα και έτσι παρά τις γενικές αναφορές του ως προς το ποια διαδικασία είχε αντιληφθεί από άλλους ότι ακολουθείτο, δεδομένου του ότι ο ίδιος δεν είχε αντίστοιχα καθήκοντα τότε, δεν μπορούσε να γνωρίζει ούτε και κατ' επέκταση να τοποθετηθεί θετικά, σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή. Τα έγγραφα όμως που κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκαν και μέσα από αυτά προκύπτει η αγορά από τον εναγόμενο αξιογράφων της Τράπεζας Κύπρου (βλ. Τεκμήριο 4 σελ. 2 -6/7/09) και χρεογράφων της Τράπεζας Κύπρου (βλ. Τεκμήριο 4 9/6/2011) καθώς και αγοραπωλησίας μετοχών στο ΧΑΚ (βλ. Τεκμήριο 5) κάτι το οποίο καταδεικνύει τουλάχιστον ότι είχε και προηγουμένως εμπλοκή με το Χρηματιστήριο κατ' αντίθεση προς τα όσα με τη μαρτυρία του ανέφερε ο ενάγων. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε και το ενημερωτικό δελτίο που αφορά τη συγκεκριμένη έκδοση ημερομηνίας 19/5/2011 και συμπληρωματικό ενημερωτικό δελτίο ημερομηνίας 8/6/2011 με το οποίο τροποποιούνταν οι αρχικοί όροι (βλ. Τεκμήρια 7 και 8) χωρίς να αμφισβητηθεί ότι τα συγκεκριμένα ήταν τα έγγραφα που διήπαν τη επίδικη έκδοση. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι με βάση τα αρχεία της εναγόμενης 1 ο ενάγων ήταν πελάτης στο υποκατάστημα στο Ζακάκι ούτε και η θέση του ότι το συνολικό ποσό που δαπανήθηκε για την αγορά των επίδικων αξιογράφων προέρχετο από λογαριασμό του (βλ. Τεκμήριο 6) καθώς και ότι έλαβε 3 φορές τόκους[2]. Ο ΜΥ2 XXXX Καλησπερίδης δεν μπορώ να πω ότι άφησε ιδιαίτερα καλή εντύπωση εφόσον παρόλο που δεν αμφισβητήθηκε ότι είχε την δέουσα διαπίστευση από την Κεφαλαιαγορά (βλ. Τεκμήριο σελ. 6 σελίδα με αριθμό διαπίστευσης CN 1801), η μαρτυρία του κινήθηκε σε ένα γενικό και αφηρημένο επίπεδο χωρίς ποτέ να μπορεί να αναφερθεί συγκεκριμένα στο τί ακριβώς ανέφερε στον ενάγοντα. Ανάλωσε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του για να επεξηγεί τα καθήκοντα του και το σκοπό του ο οποίος ως ανέφερε ότι ήταν "να ενημερώνουμε δεόντως και ορθά οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο αναφέροντας του τα χαρακτηριστικά τους αλλά και τους κινδύνους που εμπεριείχαν τα διάφορα προϊόντα", χωρίς όμως πουθενά να μπορεί να αναφερθεί συγκεκριμένα στο τί ανέφερε και τί όχι στον ενάγοντα, αφού όπως εξ αρχής ξεκαθάρισε ο ίδιος δεν θυμόταν την περίπτωση του ενάγοντος δεδομένου του μεγάλου χρόνου (9 έτη) που παρήλθε έκτοτε. Αναφέρει δε χαρακτηριστικά ότι προχώρησε στην "ανάλογη" πληροφόρηση χωρίς πουθενά να προσδιορίσει με αναφορά στο πρόσωπο του ενάγοντα τί ακριβώς αυτή εμπεριείχε. Κατά ανάλογο τρόπο αναφέρθηκε εκτενώς στους κινδύνους και στα χαρακτηριστικά των αξιογράφων[3] χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει τι εξ αυτών εξήγησε και τί όχι στον ενάγοντα. Πρέπει δε να λεχθεί πως περαιτέρω προβληματισμό δημιουργεί και η προσπάθεια του να αποκλείσει τις θέσεις του ενάγοντα, αναφέροντας ότι ο διευθυντής του υποκαταστήματος του ενάγοντα ήταν ο κύριος XXXX Μοράρης ο οποίος ήταν εκ των παλαιότερων υπαλ­λήλων της CPB και πολύ προσεκτικό και συντηρητικό άτομο στην προώ­θηση τέτοιων προϊόντων, αφού ήταν και πολύ κοντά στην αφυπηρέτησή του και έτσι δεν είχε τις φιλοδοξίες που πιθανόν να έχει ένας νεαρό­τερος διευθυντής υποκαταστήματος για πώληση τέτοιων προϊόντων, θέσεις τις οποίες προώθησε εμφανώς για να προκαταλάβει ή να επηρεάσει το Δικαστήριο, χωρίς να θυμάται συγκεκριμένα τι ακριβώς το εν λόγω άτομο ή ο ίδιος ανέφερε κατά την εν λόγω συνάντηση. Έτσι παρόλο που δέχομαι ότι δεν είχε προσωπικό όφελος αν τελικά θα αγόραζε ή όχι ο ενάγων τα αξιόγραφα, χωρίς βεβαίως να μου διαφεύγει ότι ήταν υπάλληλος της εναγόμενης 1 και παρόλο που δέχομαι ότι τα εν λόγω έγγραφα Τεκμήρια 1 και 2 υπεγράφησαν στην παρουσία του, αφού ούτε και ο ενάγων αμφισβήτησε ότι ο ΜΥ2 ήταν παρών, εντούτοις δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του ως προς τι διημήφθη μεταξύ των δύο αμέσως προ της υπογραφής των εν λόγω εγγράφων. Ευρήματα Στην προκειμένη περίπτωση και με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του ενάγοντα ως μαρτυρία επί της οποίας θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων και δη ως προς το τι διημήφθη ακριβώς πριν υπογράψει τα έγγραφα Τεκμήρια 1 και 2 τα οποία κρίθηκε αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι υπογράφηκαν από τον ίδιο, και με δεδομένη την περαιτέρω κρίση του Δικαστηρίου ότι ούτε η μαρτυρία της ΜΕ2 ή του ΜΥ1 σχετιζόταν με το επίδικο αυτό ζήτημα αφού δεν ήταν παρόντες ούτε και γνώριζαν λετπομέρειες της συναλλαγής, ο δε ΜΥ2 επίσης δεν θυμόταν τον ενάγοντα και κρίθηκε πως η μαρτυρία του δεν μπορούσε να συναρτηθεί με τον ενάγοντα και δη ως προς το τί ακριβώς διημήφθη κατά την δεδομένη ημερομηνία, πέραν των όσων προκύπτουν από τα έγγραφα που έχω αποδεχθεί ότι υπέγραψε ο ενάγων, καταλήγω ότι ο ενάγων κατόπιν δικού του αιτήματος απέκτησε αρχικά 4,485 αξιόγραφα του €1 και ακολούθως 50,000 αξιόγραφα του €1, και προς τούτο υπέγραψε τα έγγραφα Τεκμήρια 1 και 2, η δε έκδοση και παραχώρηση των εν λόγω αξιογράφων διέπετο από το ενημερωτικό δελτίο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 (βλ. Τεκμήριο 7) καθώς και το συμπληρωματικό ενημερωτικό δελτίο (βλ. Τεκμήριο 8) των οποίων είχε γνώση ως στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, σημειώνεται εκ προοιμίου ότι η αγωγή έχει βασιστεί σε διάφορες νομικές βάσεις, οι οποίες μέσω της δικογράφησης πρέπει να λεχθεί ότι δεν αναδύονται με την δέουσα ευκρίνεια και καθαρότητα. Πιο κάτω εξετάζονται αυτές που εντοπίζονται από τη δικογραφία κατά ενότητες, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης της απόφασης. Απουσία ελεύθερης συναίνεσης (Απάτη‑Ψευδείς Παραστάσεις‑ Μη Αποκάλυψη‑Ψυχική Πίεση- Άρθρο 14 Κεφ. 149) Στην ενότητα αυτή έχουν συμπεριλφηθεί όλες οι βάσεις που σχετίζονται με το δίκαιο των συμβάσεων και δη την ισχυριζόμενη απουσία ελεύθερης συναίνεσης από πλευράς του ενάγοντος, οι οποίες στην πραγματικότητα έχουν ως βάση το άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη εκτός εάν έχει δοθεί δια (α) εξαναγκασμού (β) ψυχικής πίεσης (γ) απάτης, (δ) ψευδούς παράστασης ή (ε) πλάνης, ως οι όροι αυτοί ερμηνεύονται στο νόμο και ως περαιτέρω αναλύθηκαν στα πλαίσια της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεωρείται δε μη ελεύθερη όταν διαπιστώνεται ότι δεν θα παρείχετο εάν δεν συνέτρεχε κάποια από τις πιο πάνω περιστάσεις. Δεν είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης να εμβαθύνω περαιτέρω στα πιο πάνω, αφού το ουσιώδες σε σχέση με τη συγκεκριμένη βάση αξίωσης για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι ότι με εξαίρεση την πλάνη (αμοφτέρων των συμβαλλομένων), σύμβαση η οποία δεν συνήφθη με ελεύθερη συναίνεση, για κάποιον από τους πιο πάνω λόγους, δεν είναι αυτομάτως άκυρη, αλλά καθίσταται ακυρώσιμη κατ' επιλογήν του συμβαλλόμενου μέρους του οποίου η συναίνεση δόθηκε υπό τέτοιες περιστάσεις, στη βάση των άρθρων 19, 20 και 22. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, (reissue), Τόμος 9
(1), παράγραφος 607: "A "voidable contract" is one which is initially valid, but where one or more of the parties has a right of election to avoid or to continue and so validate it. Unless and until a right of avoidance is exercised, a voidable contract remains valid". Στην παρούσα περίπτωση, ο ενάγων που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης δεν έχει προσφέρει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι επέλεξε να ακυρώσει τη σύμβαση, να κάνει χρήση δηλαδή του δικαιώματος που ως η θέση της συνηγόρου του, του παρείχε η συμπεριρφορά της εναγόμενης
  1. Τούτου δεδομένου θεωρώ ότι δεν μπορεί να προωθείται αξίωση στη βάση αυτή. Αστικό Αδίκημα της Απάτης (Άρθρο 36, Κεφ. 148) Προχωρώντας στην επόμενη ενότητα διαπιστώνεται ότι ο ενάγων στήριξε την αξίωσή του και στο αστικό αδίκημα της απάτης (fraud, deceit). Σύμφωνα με το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων, Κεφ. 148, η απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής ή άνευ πίστης για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιαφορώντας για το κατά πόσον είναι αληθής ή ψευδής, επί σκοπώ όπως ο εξαπατηθείς ενεργήσει επί τη βάσει αυτής. Είναι δε απαραίτητο όπως η παράσταση όχι μόνο να έγινε επί σκοπώ εξαπατήσεως αλλά πράγματι αυτή να είχε εξαπατήσει τον ενάγοντα, ο οποίος να ενήργησε βάσει αυτής και εξαιτίας αυτού να έχει υποστεί ζημιά. Για να στοιχειοθετηθεί λοιπόν το αστικό αδίκημα της απάτης, απαιτείται να καταδειχθεί: Α) Παράσταση γεγονότος Β) Εν γνώσει ότι αυτή είναι ψευδής Γ) Με σκοπό να βασιστεί σε αυτήν ο ενάγων Δ) Ο οποίος να ενήργησε με βάση την παράσταση και Ε) Να έχει υποστεί ζημιά. Στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένη τη μη αποδοχή της μαρτυρίας του ενάγοντος ως προς το τί ακριβώς διημήφθη προφορικά πριν την υποβολή αίτησης για την αγορά αξιογράφων πράγμα το οποίο αποτέλεσε και το κύριο αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων, δεν υπάρχει υπόβαθρο για να στοχειοθετηθεί ψευδής παράσταση γεγονότος. Εξ άλλου η θέση του ενάγοντος ότι του παρέστησαν ότι ο ψηλός τόκος δικαιολογείτο στη βάση του ότι τα χρήματα που θα κατέθετε ο ίδιος θα χρησιμοποιούνταν για σκοπούς χρηματοδότησης αυτοκινήτων όπου ο τόκος είναι 15%, εξ ου και ο ίδιος θα λάμβανε τόκο 7%, δεν δικογραφείται καν. Από την άλλη η δικογραφημένη θλεση του (βλ. παράγραφο 9(Β) και (Γ) της Ε/Α) ότι δηλαδή η εναγόμενη 1 του είχε παραστήσει ότι το εν λόγω σχέδιο θα προφερόταν μόνο σε καλούς πελάτες και φίλους των εναγομένων μεταξύ των οποίων ήταν και ο ιδιος ο ενάγων ή και ότι αν χρειαζόταν χρήματα πριν την πάροδο των 5 ετών θα του χορηγείτο ισόποσο δάνειο με χαμηλότερο επιτόκιο και εξασφάλιση τα χρήματα τα οποία θα κατέθετε στο εν λόγω σχέδιο, δεν προωθήθηκε μέσω της μαρτυρίας του ενάγοντα. Ούτε όμως και υπεδείχθη ο,τιδήποτε στα έγγραφα που υπέγραψε ο ενάγων ή στο ενημερωτικό δελτίο το οποίο διήπε τη συγκεκριμένη έκδοση που μπορεί να θεωρηθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις για να τύχει τέτοιας εξέτασης. Περαιτέρω σημειώνεται ότι ακόμα και εάν εντοπιζόταν κάποια δήλωση που θα μπορούσε να τύχει εξέτασης θα ήταν απαραίτητο να καταδειχθεί η σκέψη και πρόθεσή των συγκεκριμένων προσώπων κατά την εκφορά της δήλωσης και με τη σειρά του αυτό να αποδοθεί στην ίδια την Εναγόμενη
  2. Όπως έχει αναφερθεί στην Petri v. Police
(1968), 2 C.L.R. 40: "In Derry v. Peek it was clearly laid down that in an action of deceit it was necessary to prove actual fraud, that is to show that the false representation had been made knowingly or without belief in its truth, or recklessly without caring whether it was true or false. Mere carelessness or absence of reasonable ground for believing the statement to be true, might be evidence of fraud; but the inference could be displaced by showing that it was made under an honest impression that it was true. Incidentally, this definition of fraud at common law appears to have been substantially reproduced in our Civil Wrongs Law, Cap. 148, section 36 ". Παράβαση Νομίμων Καθηκόντων Όσον αφορά την παράβαση νόμιμου καθήκοντος αξίζει να σημειωθεί ότι στην Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, Πολ. Εφ. 140/11, ημερ. 22.12.16[4], το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε εκ νέου ότι η ως άνω βάση αξίωσης είναι ξεχωριστή από το αστικό αδίκημα της αμέλειας και απαιτεί ξεχωριστή δικογράφηση και περαιτέρω απαιτεί ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών που αφορούν σε παραβίαση των νομίμων καθηκόντων του εναγόμενου. Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να λεχθεί πως παρόλο που δεν είναι πολύ ξεκάθαρος ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται η προώθηση της αξίωσης για παράβαση νόμιμων καθηκόντων της εναγόμενης 1, εντούτοις από την συνδυασμένη θεώρηση των παραγράφων 15 και 20 της έκθεσης απαίτησης προκύπτουν οι λεπτομέρειες στη βάση των οποίων προωθείται η σχετική αξίωση την οποία και θα εξετάσω. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 15 αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ήταν νομική υποχρέωση και/ή καθήκον των εναγομένων, ως παρέχοντες επενδυτική υπηρεσία και/η συμβουλή :
  1. Να ενεργούν καλόπιστα, έντιμα, δίκαια, κατά την παροχή επενδυτικών και/η συναφών υπηρεσιών, και όχι αυθαίρετα, και/ή καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή ανέντιμα και/ή εγωιστικά , αφού λάβουν υπόψη τα κατά τον ουσιώδη χρόνο κρατούντα συναλλακτικά ήθη, αλλά και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των εναγόντων ως πελατών της, όπως και τις κατά τον ουσιώδη χρόνο λογικές προσδοκίες τους ως προς την σχέση των διαδίκων αλλά και της υποχρέωσης για προστασία των δικαιωμάτων και/η συμφερόντων τους.
  2. Να διαφωτίσουν και/ή ενημερώσουν και/ή να εξηγήσουν πλήρως και επαρκώς στον ενάγοντα τους κινδύνους που αναλάμβαναν, πριν και/ή κατά το χρόνο υπογραφής των εγγράφων που τους παρουσιάστηκαν προς αγορά των επίδικων αξιόγραφων δίδοντας και/η απευθύνοντας τους ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές πληροφορίες χωρίς να αποκρύπτονται και/ή υποβαθμίζονται σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις και/η προειδοποιήσεις και χωρίς να δίδεται έμφαση σε πιθανά οφέλη και/ή πλεονεκτήματα, προστατεύοντας και/ή διασφαλίζοντας έτσι τα νόμιμα συμφέροντα του ενάγοντα.
  3. Να επιβεβαιώνουν και/η να διασφαλίζουν ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα επίδικα αξιόγραφα που παρείχαν στους ενάγοντες να είναι συμβατά και κατάλληλα για αυτούς και προς τούτο όφειλαν και/η είχαν καθήκον να αντλήσουν και/η να λάβουν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα δεδομένα, την γνώση, και πείρα του Ενάγοντα στον επενδυτικό τομέα, σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο του χρηματοοικονομικού μέσου καθώς και τη οικονομική του κατάσταση και τους επενδυτικούς τους στόχους, ούτως ώστε να τους συστηθεί το κατάλληλο για την περίπτωση τους χρηματοοικονομικό μέσο το οποίο να είναι σύμφωνο με τους επενδυτικούς τους στόχους, και να μπορούν οι ίδιοι οικονομικά να επωμισθούν το βάρος κάθε επενδυτικού κινδύνου συμβατού με τους στόχους αυτούς.
  4. Να διασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα που οι εναγόμενοι απασχολούν και/η απασχολούσαν κατά τους ουσιώδεις χρόνους και προσέφεραν και/η προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες και/η προωθούσαν τα αξιόγραφα, κατείχαν και/ή κατέχουν τα απαραίτητα πιστοποιητικά και/η επαγγελματική άδεια και/ή έχουν πετύχει σε εξετάσεις και είναι εγγεγραμμένοι στο δημόσιο προβλεπόμενο μητρώο.
  5. Να εφαρμόζουν κατάλληλες πολιτικές και/η διαδικασίες για εξασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωση τους, συμπεριλαμβανομένων των Διευθυντών, υπαλλήλων, αντιπροσώπων, με τις νομικές υποχρεώσεις και/η απαιτήσεις
  6. Να παρέχουν στον ενάγοντα ως πελάτες και/ή ως πιθανούς πελάτες τους, κατάλληλη και πλήρη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σε σχέση με τις υπηρεσίες τους, τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, να παρέχουν την κατάλληλη, δίκαιη και/η εμφανή και/η με τρόπο κατανοητό και/η επαρκής ένδειξη και/η καθοδήγηση και/η ενημέρωση και/η να διασφαλίσουν ότι ο ενάγοντας ως πιθανός επενδυτής θα πληροφορηθεί επαρκώς και/η κατανοήσει: (α) Τους σχετιζόμενους κινδύνους με επεξηγήσεις για τη σχετική μόχλευση και τα αποτελέσματα της, καθώς και τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσης, (β) Τη μεταβλητότητα της τιμής του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου και τους περιορισμούς στη διαθέσιμη αγορά για αυτό μέσο. (γ) Το γεγονός ότι ενδέχεται να αναλάβουν επιπρόσθετες οικονομικές δεσμεύσεις και/η υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων ενδεχόμενων επιπρόσθετων οφειλών από το κόστος απόκτησης των εν λόγω μέσων, (δ) Τις λεπτομέρειες διάθεσης του ενημερωτικού δελτίου στο κοινό. (ε) Το κόστος και επιβαρύνσεις, ούτως ώστε να είναι σε εύλογη θέση να κατανοούν τους κίνδυνους και την φύση της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και ως εκ τούτου οι ενάγοντες να μπορούν και/ή να είναι σε θέση να λάβουν επενδυτική απόφαση με επίγνωση. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 20 "οι εναγόμενοι με τις προαναφερθείσες ενέργειες τους καταστρατήγησαν και/η παρέκαμψαν νομικά καθήκοντα και/η υποχρεώσεις και/η τους ξεγέλασαν και/η παραπλάνησαν και/η καταδολίευσαν, συνεπώς οι ενάγοντες νόμιμα και/ή δικαιωματικά δικαιούνται σε ακύρωση και/η τερματισμό της συμφωνίας απόκτησης 54.485 αξιόγραφων κατά το έτος 2011 καθώς και αποζημιώσεις για δόλο και/η καταδολίευση και/η ψευδείς παραστάσεις και/η για οποιαδήποτε άλλη νόμιμη αιτία." Εξετάζοντας αυτή τη βάση αξίωσης σημειώνω ότι βασική θέση της υπερασπισης ήταν ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο ο Ν.144
(1)/07 καθότι, όπως αναφέρεται, ουδεμία παροχή ή άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών έλαβε χώρα και διότι σε κάθε περίπτωση ο νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής σε τραπεζικά ιδρύματα. Το ζήτημα εξετάστηκε πολύ πρόσφατα από τον ΠΕΔ Χ. Χαραλάμπους στην αγωγή 7022/12 Ε.Δ. Λευκωσίας, *** Χατζημάρκου v. Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., ημερ. 4.12.2020, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά με τα οποία συμφωνώ και παραθέτω αυτούσια: "Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, ευρίσκετο σε ισχύ ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Ν.144
(1)/07 (εφεξής "ο Νόμος"). Όπως αναφέρεται και στο προοίμιό του, ο Νόμος αυτός είχε ψηφιστεί για σκοπούς εναρμόνισης με διάφορες πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ των οποίων η Οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις Αγορές Χρηματοπιστωτικών Μέσων και ο Κανονισμός (ΕΚ) αρ.1287/2006 για την Εφαρμογή της εν λόγω Οδηγίας. Η εισήγηση της Εναγόμενης είναι ότι η εν λόγω Οδηγία (γνωστή ως MiFId I), εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που επιχείρηση επενδύσεων (ΚΕΠΕΥ ή ΕΠΕΥ) ή πιστωτικό ίδρυμα το οποίο είναι αδειοδοτημένο να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, παρέχει τέτοιες υπηρεσίες σε επαγγελματική βάση και δη σε πελάτη του, ενώ εδώ ο επενδυτής αγόρασε από τον ίδιο τον εκδότη. Είναι γεγονός πως ο Νόμος περιέλαβε πρόνοιες για το δικαίωμα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων, τη λειτουργία των Κυπριακών Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής" ΚΕΠΕΥ "), τα Ταμεία Αποζημίωσης Επενδυτών (εφεξής "ΤΑΕ"), τις προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων από τράπεζες, καθώς και για την αστική ευθύνη οποιουδήποτε ενεργούσε κατά παράβασή του ή και των βάσει αυτού εκδοθεισών Οδηγιών ή και του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1287/2006. Βασικός σκοπός του Νόμου ήταν η ρύθμιση της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (άρθρο 3). Δικαίωμα παροχής τέτοιων υπηρεσιών είχαν εκτός από τις ΚΕΠΕΥ ή τις ΕΠΕΥ και οι τράπεζες κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 118 (άρθρο 4). Βάσει του άρθρου 118, οι τράπεζες οι οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, δύνανται να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες. Ας σημειωθεί πως σύμφωνα με τη Σκέψη αρ.
(18)και το άρθρο 31 της Οδηγίας, διευκρινίστηκε επίσης ότι πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δεν έχρηζε άλλης άδειας στα πλαίσια της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ για να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή για να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες. Σε τέτοιες τράπεζες εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν αφενός πλείστες όσες πρόνοιες του Νόμου από όσες ισχύουν για τις ΚΕΠΕΥ (άρθρο 120) με υποκατάσταση όμως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από την Κεντρική (σε θέματα κυρώσεων ή εποπτείας) και αφετέρου οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1287/06. Όπως έχει λεχθεί πιο πριν, ο Νόμος προέβλεψε και για την αστική ευθύνη των παραβατών οποιωνδήποτε διατάξεών του και συγκεκριμένα, στο άρθρο 143 ως ακολούθως: "143.‑
(1)Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψής του κατά παράβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1287/2006". (έμφαση δοθείσα) Σαφέστατα πρόκειται για δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος από τον ίδιο τον Νόμο. Μια από τις Οδηγίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 143 και στην οποία βασίζεται ειδικότερα η αξίωση του Ενάγοντος, είναι η Οδηγία για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων, ΚΔΠ 558/07 της Κεντρικής Τράπεζας. Είναι λοιπόν προφανές πως για να επιτύχει η αξίωση του Ενάγοντος στη νομική αυτή βάση, θα πρέπει να έχει αποδειχθεί σωρευτικά ότι: 1. Υπήρξε παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και άρα τυγχάνει εφαρμογής η Οδηγία MiFID, ο Νόμος και η Οδηγία της Κεντρικής. 2. Υπήρξε παράβαση του Νόμου ή των Οδηγιών ή του Κανονισμού από την Εναγόμενη. 3. Υπήρξε ζημιά ή απώλεια κέρδους από την εν λόγω παράβαση. E.1. Επενδυτικές Υπηρεσίες-Εφαρμογή της νομοθεσίας MiFID I Ο ίδιος ο Νόμος ορίζει πως "επενδυτικές υπηρεσίες" και "δραστηριότητες" είναι οποιαδήποτε από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημά του, η οποία αφορά οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία απαριθμούνται επίσης στο ίδιο Παράρτημα (βλ. Άρθρο 2). Στο Μέρος I του εν λόγω Παραρτήματος προνοείται πως (α) η λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με χρηματοοικονομικά μέσα, (β) η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών και (γ) η παροχή επενδυτικών συμβουλών, περιλαμβάνονται στις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες. Στο Μέρος III του ιδίου Παραρτήματος προβλέπεται ότι οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς περιλαμβάνονται στα χρηματοοικονομικά μέσα. Κατά συνέπειαν, για το ειδικότερο εξεταζόμενο θέμα τα ερωτήματα τα οποία απασχολούν είναι (α) κατά πόσον τα αξιόγραφα είναι χρηματοοικονομικά μέσα και (β) κατά πόσον η Εναγόμενη παρείχε σε σχέση με αυτά επενδυτικές υπηρεσίες, δηλαδή κατά πόσον έλαβε ή διαβίβασε ή εκτέλεσε εντολή ή παρείχε επενδυτική συμβουλή. Εάν η απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα είναι καταφατική, τότε τυγχάνει εφαρμογής η σχετική νομοθεσία και τίθεται το ερώτημα κατά πόσον υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιές της ή παράβαση στη βάση του άρθρου 143 του Νόμου. Τόσο για τις "κινητές αξίες" όσο και για τα "μέσα χρηματαγοράς", ο Νόμος περιέχει ορισμούς στο ερμηνευτικό άρθρο 2. Βασικό χαρακτηριστικό και των δύο είναι ότι τυγχάνουν διαπραγμάτευσης οι μεν πρώτες στην Κεφαλαιαγορά, τα δε δεύτερα στη Χρηματαγορά. Τα τελευταία είναι κυρίως τα έντοκα γραμμάτια δημοσίου και άλλοι τίτλοι σχετιζόμενοι με το χρήμα και ασφαλώς τα αξιόγραφα δεν συμπεριλαμβάνονται σ' αυτά. Οι "κινητές αξίες" όμως είναι κυρίως οι μετοχές και άλλοι τίτλοι εταιρειών, τα ομόλογα ή άλλες μορφές τυποποιημένου χρέους, καθώς και οποιαδήποτε άλλη αξία η οποία παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων μεταβιβάσιμων αξιών (άρθρο 2). Στην προκειμένη περίπτωση όπως και στην πιο πάνω υπόθεση και σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, τα επίδικα "αξιόγραφα κεφαλαίου αόριστης διάρκειας (Hybrid Tier 1)" (βλ. σελ. 19 του Τεκμηρίου 7) που αποτελούσαν μέρος του πρωτοβάθμιου κεφαλαίου της τράπεζας, ήταν σαφές πως προορίζονταν για διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ (βλ. σελ. 22 Τεκμηρίου 7 όπου γίνεται αναφορά στο χρονοδιάγραμμα εισαγωγής τους στο ΧΑΚ). Υπήρχε όμως και όρος ότι εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν καθίστατο δυνατή η εισαγωγή στο Χ.Α.Κ., τότε αυτά και πάλι θα μπορούσαν να μεταβιβάζονται βάσει διαδικασίας την οποία θα καθόριζε το Δ.Σ. της τράπεζας βάσει του Κεφ. 113 (βλ. σελ. 164 Τεκμηρίου 7). Επομένως και με βάση τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως τα επίδικα αξιόγραφα παρείχαν δικαίωμα αγοραπωλησίας, ήτοι αποτελούσαν μεταβιβάσιμες κινητές αξίες καλυπτόμενες από τον Νόμο και ως τέτοιες σαφώς ήταν χρηματοοικονομικά μέσα. Όσον αφορά το ζήτημα των επενδυτικών υπηρεσιών στην ως άνω απόφαση λέχθηκε πως "... δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση των όρων "λήψη" και "διαβίβαση" εντολής για λογαριασμό πελάτη. Οι όροι αυτοί ασφαλώς έχουν τη συνήθη εννοιολογική σημασία των λέξεων. Τον όρο "εκτέλεση" τον ερμηνεύει ο ίδιος ο Νόμος ο οποίος ορίζει ότι "εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών" σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς, πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών (άρθρο 2)." Και πάλιν στην προκειμένη περίπτωση όπως και στην πιο πάνω υπόθεση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν υπήρξε εντολή υπό την αυστηρή έννοια του όρου αφού το Τεκμήριο 1 είναι αίτηση του Ενάγοντος προς τον εκδότη δηλ. την εναγόμενη 1 για αγορά αξιογράφων ως στο σώμα του εν λόγω εγγράφου αναφέρεται. Τώρα ως προς τον όρο "επενδυτική συμβουλή" αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 ως ακολούθως: "Επενδυτική συμβουλή» σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που - (α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, (β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών: (
  1. i)αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, (
  2. ii)άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό". Στην παρούσα περίπτωση, εξυπακούεται πως ως ΕΠΕΥ λογίζεται η ίδια η τράπεζα και ότι δεν υπήρξε αίτηση του πελάτη για συμβουλή. Ως προς το ερώτημα του κατά πόσον υπήρξαν συστάσεις και συμβουλή για την αγορά και εγγραφή των επίδικων αξιογράφων επ' ονόματί του σημειώνω ότι στην πιο πάνω απόφαση Χατζημάρκου του Ε. Δ. Λευκωσίας λέχθηκε πως είναι αυτονόητο πως οι ίδιες οι έννοιες "σύσταση" και "συμβουλή" περιλαμβάνουν κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση πληροφοριών ή γεγονότων ή στοιχείων ή γενικά ενημέρωσης προς τον πελάτη. Οι έννοιες αυτές απαιτούν, ως επεξηγείται, την έκφραση γνώμης, τον σχολιασμό και γενικά την αξιολογική κρίση του εμπλεκόμενου ομιλητή, η οποία να ωθεί ή να παροτρύνει ή να πείθει τον πελάτη να συγκατανεύσει και προβεί στην επένδυση. Στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένη τη μη αποδοχή της μαρτυρίας του ενάγοντα ως προς το τί διημήφθη προ της υποβολής της αίτησης για απόκτηση των επίδικων αξιογράφων Τεκμήριο 1, καθώς και της υπογραφής του Τεκμηρίου 2, το μόνο που παραμένει προς εξέταση είναι το εάν από τα έγγραφα που υπεγράφησαν δηλαδή το Τεκμήριο 1 και 2 ή και το Τεκμήριο 7 και 8 που διήπε την επίδικη έκδοση και του οποίου ο ενάγων φαίνεται ότι είχε λάβει γνώση, καταδεικνύουν την παροχή σύστασης ή συμβουλής. Η θέση μου επί τούτου είναι ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο και επομένως δεν μπορεί να τίθεται θέμα εφαρμογής του νόμου στην παρούσα περίπτωση. Και τούτο διότι κατ' αρχάς με το Τεκμήριο 1 ο ίδιος ο ενάγων αποδέχεται ότι η τράπεζα τον ενημέρωσε για τους κινδύνους που συνεπάγετο η συγκεκριμένη συναλλαγή και ότι η συναλλαγή πραγματοποειίται με δική του πρωτοβουλία και έχοντας λάβει υπόψη την ενημέρωση και την προειδοποίηση της Τράπεζας και αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για τον οποιοδήποτε επενδυτικό κίνδυνο ενέχει η εν λόγω συναλλαγή. Περαιτέρω φαίνεται ότι ενημερώθηκε με βάση το προειδοποιητικό μήνυμα (βλ. Τεκμήριο 2) ότι βάσει αξιολόγησης η αγορά μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου δεν είναι συμβατή με τον ίδιο, και παρά ταύτα ο ίδιος αναφέρει και προσυπογράφει πως έχει προειδοποιηθεί ότι δεν διαθέτει την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις προκειμένου να κατανοήσει τους κινδύνους που συνδέονται με την αγορά των ΜΑΕΚ και ότι η εναγόμενη 1 κρίνει ότι η αγορά ΜΑΕΚ δεν είναι συμβατή με τον ίδιο και παρά ταύτα δηλώνει ότι επιθυμεί να προχωρήσει με δική του πρωτοβουλία χωρίς συμβουλή εισήγηση ή σύσταση ή υπόδειξη από την Μarfin Popular Bank Public Co Ltd αναγνωρίζοντας και αναλαμβάνοντας πλήρως τον κίνδυνο που ενέχει η εν λόγω συναλλαγή. Περαιτέρω ούτε από τα Τεκμήρια 7 και 8 προκύπτει να υπήρξε σύσταση ή συμβουλή για αγορά, και προς τούτο σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 7 καταγράφονται με ευκρίνεια οι κίνδυνοι που ενείχε η αγορά αξιογράφων, το οποίο ο ενάγων φαίνεται τόσο μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του αλλά και μέσα από το Τεκμήριο 1 το οποίο φέρει την υπογραφή του, ότι το έλαβε. Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι εν γένει από το Τεκμήριο 7 δεν προκύπτει ότι οι όποιες πληροφορίες είχαν δοθεί ήταν ανακριβείς ασαφείς ή παραπλανητικές ή ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις επαγγελματικής δεοντολογίας κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ως προβλέπει το άρθρο 36 του Ν. 144(Ι)/07. Ο δε ΜΥ2 ήταν άτομο δεόντως πιστοποιημένο και εγγεγραμμένο στο σχετικό μητρώο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Υπό το φως των ανωτέρω θεωρώ ότι η αξίωση του ενάγοντος δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ούτε επί αυτής της βάσης. Αμέλεια Πρέπει να λεχθεί πως στην αγόρευση της συνηγόρου του ενάγοντα αναλύεται και το αστικό αδίκημα της αμέλειας ως βάση για την αξίωση του ενάγοντα χωρίς ωστόσο στην έκθεση απαίτησης να υπάρχει ξεχωριστή ή και σαφής δικογράφηση των ισχυρισμών του ενάγοντα που στοιχειοθετούν την εν λόγω βάση αγωγής, ως απαιτεί η σχετική με το θέμα νομολογία αναφορά στην οποία έγινε πιο πάνω. Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η σχετική αξίωση θα μπορούσε να καλύπτεται από τις πιο πάνω παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης, (βλ. 15 και 20) σημειώνω ότι και πάλι η αξίωση δεν θα μπορούσε να επιτύχει για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγώ. Το ζήτημα της αμέλειας υπό την έννοια αμελών συμβουλών αναλύθηκε και αυτό πολύ περιεκτικά στην υπόθεση Χατζημάρκου (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα εξής τα οποία παραθέτω αυτούσια: "Όσον αφορά τη συνήθη αμέλεια, επαναλαμβάνεται αυτό το οποίο τονίστηκε στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. Κ. Ν. Zoo Bar Restaurant Ltd κ.α. Πολ. Εφ. 447/11, ημερ. 15.12.16, ήτοι ότι είναι έννοια νομικά πασίγνωστη, δεν απαιτεί ιδιαίτερη ανάλυση, οριοθετείται από το άρθρο 51 του Κεφ. 148 και ότι: "Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου". Ειδικά όμως εν σχέσει με αμελείς δηλώσεις, πληροφορίες ή συμβουλές, εξηγείται στο σύγγραμμα "Αστικά Αδικήματα", Π.Γ. Πολυβίου (ανωτέρω, σελ. 277) πως για πρώτη φορά με την υπόθεση Hedley Byrne & Co v. Heller & Partners
(1964)A.C. 465, αναγνωρίστηκε ότι είναι δυνατό να αποτελέσουν το αντικείμενο της αγωγής για αμέλεια, νοουμένου ότι συντρέχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Μετά την ανάλυση όλης της σχετικής νομολογίας, οι προϋποθέσεις συνοψίζονται ως ακολούθως στο εν λόγω σύγγραμμα (σελ. 283): "Με άλλα λόγια, σε υποθέσεις όπου καταβάλλεται προσπάθεια εξασφάλισης αποζημιώσεων για οικονομική απώλεια που προκλήθηκε από κατ' ισχυρισμόν αμελείς πληροφορίες και συμβουλές, πρέπει να στοιχειοθετηθούν τα ακόλουθα: Πρώτον, ο Εναγόμενος έχει δώσει συμβουλές ή πληροφορίες σε κάποιο πρόσωπο με το οποίο δεν έχει συμβατική σχέση, γνωρίζοντας όμως ότι το άλλο πρόσωπο θα βασιστεί επ' αυτών. Δεύτερον, ο Ενάγων είτε αυτός είναι το πρόσωπο προς το οποίο κοινοποιούνται οι επίδικες συμβουλές ή πληροφορίες είτε κάποιο τρίτο πρόσωπο προς το οποίο ο άμεσος αποδέκτης θα κοινοποιήσει τις συγκεκριμένες πληροφορίες, έχει εύλογα βασιστεί επ' αυτών. Τρίτον, υπήρχε σε εξέλιξη ή ήταν υπό συζήτηση κάποια συγκεκριμένη συναλλαγή ή δοσοληψία και οι επίδικες συμβουλές ή πληροφορίες δόθηκαν από τον Εναγόμενο και χρησιμοποιήθηκαν από τον Ενάγοντα σε σχέση με τη συγκεκριμένη συναλλαγή ή δοσοληψία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εγείρεται καταρχήν καθήκον αμέλειας, νοουμένου ότι οι πληροφορίες ή συμβουλές παρέχονται από τον Εναγόμενο χωρίς αυτός να καθιστά σαφές ότι πράττει τούτο χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης και νοουμένου ότι ο Ενάγων που βασίστηκε επί των επίδικων πληροφοριών ή συμβουλών έπραξε τούτο εύλογα, υπό τις περιστάσεις". Στην ημεδαπή υπόθεση Premier Chemical Co Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 1951, αναγνωρίστηκε η ίδια αρχή, ότι δηλαδή πρόσωπο το οποίο, χωρίς να υπέχει συμβατική ή άλλη ευθύνη, δίδει πληροφορίες ή συμβουλές υπό περιστάσεις υπό τις οποίες ένας λογικός άνθρωπος θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι του δίδεται εμπιστοσύνη, ότι δηλαδή ο δέκτης βασίζεται σε αυτές και παράλληλα, ο δότης παραλείπει να καταστήσει σαφές ότι πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη ευθύνης, τότε έχει νομική υποχρέωση να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως (σελ. 288): "Ειδικότερα όσον αφορά το θέμα της αμέλειας, γύρω από το οποίο περι­στρέφεται κατά κύριο λόγο η έφεση, η εφεσείουσα επεδίωξε να στηρίξει την ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους της εφεσίβλητης πάνω στη βάση της αρχής που διατυπώθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Hedley Byrne & Co ν. Heller & Partners
(1963)2 All E.R. 575, όπως αναλύθη­κε και επεξηγήθηκε με τις νεότερες αποφάσεις, επίσης της Βουλής των Λόρδων, στις υποθέσεις Caparo Industries Pic ν. Dickman
(1990)2 A.C. 605, Henderson v. Merret Syndicates
(1994)3 All E.R. 506 και White v. Jones
(1995)1 All E.R. 691. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, αν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του ένα πρόσωπο ζητήσει πληροφορίες ή συμβουλές από ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν υπέχει έναντι του συμβατική ή άλλη ευθύ­νη να του δώσει πληροφορίες ή συμβουλές, κάτω από τέτοιες συνθή­κες που ένας λογικός άνθρωπος θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι του δίδεται εμπιστοσύνη, ότι δηλαδή εκείνος που επιζητεί τις πληροφορίες ή τις συμβουλές βασίζεται στην εξειδικευμένη κατάρτιση και κρίση του, και αποφασίζει να παράσχει τις πληροφορίες ή τις συμβουλές, χωρίς να καθιστά σαφές ότι πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη οποιοσ­δήποτε ευθύνης, τότε το πρόσωπο αυτό έχει νομική υποχρέωση να επι­δείξει την υπό τις περιστάσεις απαιτούμενη επιμέλεια προτού δώσει τις απαντήσεις του. Η δε τυχόν παράλειψή του να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια στοιχειοθετεί το αδίκημα της αμέλειας αν, λόγω των απαντή­σεων που έδωσε, το άλλο άτομο ενήργησε με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική απώλεια (economic loss)". Έχοντας υπόψιν την ανάλυση στο πιο πάνω σύγγραμμα "Αστικά Αδικήματα" (σελ. 113) και ειδικότερα την υπόθεση Robinson v. Chief Constable of West Yorkshire Police
(2018)2 W.L.R. 595, κρίνω πως δεν απαιτείται να ακολουθηθεί η μεθοδολογία της υπόθεσης Caparo Industries plc v. Dickman
(1990)2 A.C. 605, καθότι στη σχέση τραπεζίτη-πελάτη υπάρχει καθιερωμένο καθήκον επιμέλειας κατά τη χορήγηση συμβουλών ή πληροφοριών από την εποχή της πρώτης βασικής αυθεντίας, ήτοι της υπόθεσης Hedley Byrne & Co (ανωτέρω), στην οποία μάλιστα αυτή χρησιμοποιήθηκε ως κλασικό παράδειγμα στο ακόλουθο απόσπασμα: "I shall therefore content myself with the proposition that wherever there is a relationship equivalent to contract, there is a duty of care. Such a relationship may be either general or particular. Examples of general relationship are those of solicitor with client and of banker and customer. [.] There may well be others yet to be established. Where there is a general relationship of this sort, it is unnecessary to do more than prove its existence and the duty follows". Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι λόγω της σχέσης του ενάγοντα με την τράπεζα (σχέση τραπεζίτη-πελάτη) ενυπήρχε το καθήκον επιμέλειας κατά τη χορήγηση συμβουλών ή πληροφοριών, εντούτοις με δεδομένο το γεγονός ότι δεν κρίθηκε αποδεκτή η μαρτυρία του ως προς το τί διημήφθη αμέσως προς της υποβολής της αίτησης για αγορά των αξιογράφων, για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγήθηκαν, δεν θα μπορούσε να επιτύχει η αξίωση παρ' ότι φαίνεται ότι έχει πράγματι υποστεί οικονομική ζημιά από την αγορά των εν λόγω αξιογράφων ο ενάγων. Και τούτο διότι δεν προκύπτει να έχουν δοθεί αμελείς ή παραπλανητικές συμβουλές προς τον ίδιο για τους ίδιους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια ανάλυσης της αξίωσης για παράβαση νομίμων καθηκόντων της εναγόμενης 1. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την αξίωση του και συνεπώς η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 1 και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ..................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στη σελίδα 216 αναφέρονται τα εξής:"A witness may either be believed or disbelieved wholly or in part according to the view taken of his credibility". [2] (βλ. 2η σελίδα του Τεκμηρίου με ημερομηνία 29/9/2011 φαίνεται πίστωση τόκου €810,47 και κωδικό ΜΑΕΚCY INTEREST, και στη συνέχεια 29/12/2011 με τον ίδιο κωδικό πίστωση τόκου €828,48,και στη συνέχεια 29/3/2012 πίστωση €819,47 με τον ίδιο κωδικό). [3] Υπήρχαν δύο συγκεκριμένοι κίνδυνοι: Ο πρώτος ήταν ότι αν ο δείκτης κεφα­λαίων της τράπεζας πήγαινε κάτω από τον απαιτούμενο δείχτη για κεφαλαιου­χική επάρκεια, τότε δε θα πληρωνόντουσαν τόκοι και ο δεύτερος κίνδυνος ήταν ότι αν η τράπεζα έκλεινε τότε δε θα μπορούσαν να εξαγοραστούν στα 5 χρόνια. Ήταν χρηματοοικονομικά προϊόντα δευτερευούσης προτεραιότητας, δηλαδή σε περίπτωση διάλυσης της τράπεζας πρώτα πληρωνόντουσαν οι καταθέτες, μετά οι κάτοχοι αξιογράφων και τέλος οι μέτοχοι. Ο δείχτης ιδίων κεφαλαίων τότε ήταν στο 9% αν θυμάμαι καλά και για να σταματούσε η πληρωμή των τόκων θα έπρεπε να πέσει κάτω από το 5%. Επίσης, κανένας από την Κύπρο δεν περίμενε ότι θα έκλεινε μία οποιαδήποτε τράπεζα και ειδικότερα μία από τις δύο μεγαλύτερες τράπεζες της Κύπρου. [4] Έχει πλειστάκις αναφερθεί στη νομολογία ότι το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι διαφορετικό από τη θεμελίωση της παράβασης νόμιμου καθήκοντος. Όπως υποδείχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωστάκη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, αλλά και πιο πρόσφατα στη Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σια Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα και M.K. Stavrinos Limited v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Εφ. αρ. 378/2009 και 386/2009, ημερ. 10.7.2015, η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παραβίασης νομίμων καθηκόντων αποτελεί θεραπεία του κοινοδικαίου και δεν πρέπει να συγχίζεται ή να αναμειγνύεται με την αξίωση αποζημιώσεων για αμέλεια έστω και αν η ίδια ζημιά είναι δυνατό να προέλθει είτε από συμπεριφορά που συνάδει με συνήθη αμέλεια, είτε με συμπεριφορά που ισοδυναμεί με διάρρηξη νομίμου καθήκοντος. Το ζήτημα δεν είναι ακαδημαϊκό ή θεωρητικό διότι στην πρακτική του διάσταση, η ορθή δικογράφηση οφείλει να παραπέμπει σε ξεχωριστή καταγραφή των δύο αγωγίμων δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη London Passenger Transport Board v. Upson
(1949)A.C. 155 και το σύγγραμμα Bullen & Leak: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 59-60. Περαιτέρω, απαιτείται σύμφωνα με τη Δ.19 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών που αφορούν σε παραβίαση νομίμων καθηκόντων, (δέστε και Ελπινίδη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145 και Annual Practice 1958, Order 19 Rule 15, στις σελ. 468-169). Η ορθή και επιμελημένη δικογράφηση δίδει το στίγμα ως προς το τι αναμένεται να παρουσιαστεί από τον ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του τόσο από πλευράς ισχυρισμών επί γεγονότων, όσο και από πλευράς στοιχειοθέτησης της νομικής πτυχής, έτσι ώστε και ο εναγόμενος να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην έκθεση υπεράσπισης του, και βεβαίως να προσαγάγει την ανάλογη μαρτυρία και να τοποθετηθεί επί της νομικής βάσης της αξίωσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.