← Κύπρος

Ιωάννου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αγωγή αρ.: 3424/2013, 26/2/2021

Ιωάννου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αγωγή αρ.: 3424/2013, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3424/2013 Μεταξύ:

  1. XXX Ιωάννου
  2. XXX Ξενοφώντος Ενάγοντες Και
  3. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  4. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  5. Γενικός Εισαγγελέας Εναγόμενοι -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 26/2/2021 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα 1: κα Ελ. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την εναγόμενη 1: κα Κ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η αξίωση Ο ενάγοντας 1 αξιώνει από την εναγόμενη 1 (από τώρα θα καλείται η τράπεζα), ως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, το ποσό των €100.000, πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή των εναγόντων 1 και 2 εναντίον των εναγομένων 2 και 3 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε, ενώ η αγωγή της ενάγουσας 2 εναντίον της τράπεζας διακόπηκε. Β. Τα δικόγραφα Ο ενάγοντας, ως αναφέρεται, ήταν πελάτης της τράπεζας για αρκετά χρόνια και έτσι αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης. Κατά ή περί την 30.7.2008 αγόρασε, χωρίς την ελεύθερη βούλησή του, 100.000 μετατρέψιμα χρεόγραφα 2013/2018 της τράπεζας, για το συνολικό ποσό των €100.000, τα οποία στη συνέχεια, κατά το έτος 2009, μετατράπηκαν σε αξιόγραφα και ακολούθως, κατά το έτος 2011, σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ). Η αγορά των πιο πάνω κινητών αξιών, ως προβάλλεται, ήταν αποτέλεσμα απάτης/ψευδών παραστάσεων, από μέρους της τράπεζας. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, η τράπεζα παρουσίασε στον ενάγοντα ότι, οι πιο πάνω κινητές αξίες, επρόκειτο για ασφαλή και ιδανική κατάθεση, ότι δεν σχετίζονται με μετοχές και το χρηματιστήριο και ότι το κεφάλαιο και οι τόκοι ήταν εξασφαλισμένοι. Στην περίπτωση που ο ενάγοντας, χρειαζόταν χρήματα, πριν τα πέντε χρόνια (χρόνος διάρκειας των χρεογράφων), η τράπεζα θα του παραχωρούσε δάνειο και σε τέτοια περίπτωση, ως εξασφάλιση της πιστωτικής διευκόλυνσης, θα μπορούσε να ενεχυριάσει τις πιο πάνω κινητές αξίες. Έτσι, κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης, η τράπεζα τον εξώθησε να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα, διαβεβαιώνοντάς τον ότι η υπογραφή του, ήταν μία τυπική διαδικασία, ώστε να ολοκληρωθεί η συμμετοχή του στο νέο, ασφαλές, καταθετικό σχέδιο. Επιπρόσθετα δε, ως προβάλλεται, η τράπεζα τον διαβεβαίωσε ότι η μετατροπή των χρεογράφων σε αξιόγραφα θα ήταν προς το συμφέρον του. Η τράπεζα, ως αναφέρεται, απέκρυψε από τον ενάγοντα ότι πρόκειται για πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, τα οποία εμπεριέχουν κινδύνους και περαιτέρω, παρείχε σ' αυτόν επενδυτική συμβουλή, κατά την παροχή των επίδικων κινητών αξιών, κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και δεν ενήργησε καλόπιστα, έντιμα και δίκαια. Επιπρόσθετα, κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης, κατά ή περί τις 13.3.2009, συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου, με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στον ενάγοντα δάνειο ύψους €80.000 και, για περαιτέρω εξασφάλιση, ενεχυριάστηκαν, προς όφελος της τράπεζας, τα πιο πάνω χρεόγραφα. Η τράπεζα, με την έκθεση υπεράσπισής της, αποδέχεται την αγορά των χρεογράφων και ότι αυτά στη συνέχεια μετατράπηκαν, ως αναφέρεται πιο πάνω, πλην όμως αρνείται ότι ο ενάγοντας προέβηκε στην πιο πάνω αγορά χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή του. Αρνείται δε, τα όσα της αποδίδονται για απάτη, ψευδείς παραστάσεις κ.ο.κ. Προβάλλεται ότι ο ενάγοντας είχε αναγνώσει και υπογράψει τις σχετικές αιτήσεις για την αγορά και μετατροπή των κινητών αξιών και με αυτές, ρητά, βεβαίωνε ότι είχε τη γνώση και ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης του, ότι αποδεχόταν τους όρους έκδοσης και αναγνώριζε τους παράγοντες κινδύνου που περιέχονταν στα ενημερωτικά δελτία. Έτσι, ως αναφέρεται, ο ενάγοντας κωλύεται από το να προβαίνει στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης καθότι έχει αναγνώσει, υπογράψει και αποδεχτεί κάθε όρο της έκδοσης. Στην έκθεση υπεράσπισης επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι όλες οι εκδόσεις χρεογράφων-αξιογράφων προσφέρθηκαν στο επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς, με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και ετοιμάστηκαν ενημερωτικά δελτία, τα οποία εγκρίθηκαν. Περαιτέρω δε, στάληκαν σε όλους τους μετόχους και κατόχους επιλέξιμων αξιών, σχετικές επιστολές παραχώρησης μαζί με ειδικό ενημερωτικό σημείωμα, στο οποίο γινόταν εκτενής αναφορά στους όρους έκδοσης τους. Είναι η θέση της, ότι υπήρχε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου και, ως εκ τούτου, η διαδικασία που ακολουθήθηκε παρείχε ικανοποιητική πληροφόρηση και διασφάλιζε την προστασία του κάθε ενδιαφερόμενου επενδυτή, ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης του, σε σχέση με επενδυτικά θέματα. Προβάλλει ότι υιοθετήθηκαν ικανοποιητικές διαδικασίες και δικλείδες ασφαλείας, με σκοπό την αποφυγή παροχής οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας στους ενδιαφερόμενους επενδυτές. Είναι η θέση της, ότι δεν παρείχε οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή και έτσι δεν έχει εφαρμογή ο Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμος (Ν.144

(1)/2007, από τώρα θα καλείται ο Νόμος). Γ. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του ενάγοντα Ο ενάγοντας, για στοιχειοθέτηση της απαίτησής του, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος, ως επίσης κάλεσε και τους XXX Σιαρλή, XXX Πιερίδη και XXX Θεοδώρου. Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι είναι απόφοιτος πανεπιστημίου και με την επιστροφή του στην Κύπρο εξακολουθεί να εργάζεται, ως πολιτικός μηχανικός. Η δε σύζυγός του, ενάγουσα 2, είναι λογίστρια. Κατά την περίοδο 1989-1992 και κατά τα έτη 2006 και 2007 αγόραζε και πουλούσε διάφορες μετοχές. Αναγνώρισε την υπογραφή του σε επιστολή παραχώρησης δικαιωμάτων προτίμησης (βλ. Τεκ. 9), πλην όμως δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο της. Ως ανέφερε, συνεργάζονταν με την τράπεζα για αρκετά χρόνια και κατέθετε σ' αυτήν τα χρήματα που λάμβανε από την εργασία του (βλ. Τεκ. 1). Στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι κατά το έτος 2008, η οικογένεια της συζύγου του πώλησε ένα ακίνητο και, από το τίμημα πώλησης, κατατέθηκε το ποσό των €100.000 σε τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα, με σκοπό την ολοκλήρωση των κατασκευαστικών εργασιών της οικίας τους στον Πωμό. Ακολούθως, γύρω στον Ιούλιο του 2008, επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του ο διευθυντής του καταστήματος της τράπεζας, κ. XXX Παπαλεοντίου, ο οποίος του ανέφερε ότι η τράπεζα έβγαλε ένα πολύ καλό σχέδιο με ψηλό επιτόκιο, το οποίο προσφέρει στους καλούς φίλους και πελάτες της, όπως ήταν και ο ίδιος. Όταν ο ενάγοντας, του ζήτησε σχετικές πληροφορίες, του δήλωσε ότι πρόκειται για κατάθεση, υπό μορφή γραμματίου, η οποία είχε χρονική διάρκεια πέντε χρόνια, αντί ένα χρόνο, ως συμβαίνει συνήθως, και δίνει ψηλό τόκο ύψους 6,5% και μετά τη λήξη των πέντε ετών, θα λάμβανε πίσω ολόκληρο το ποσό της κατάθεσής του. Ο ενάγοντας του ανέφερε ότι, τα χρήματα τα διατηρούσε για να ολοκληρωθούν οι κατασκευαστικές εργασίες της πιο πάνω κατοικίας τους και θα τα χρειαζόταν σύντομα. Τότε, ο διευθυντής της τράπεζας του δήλωσε, ότι είναι προς το συμφέρον του να προχωρήσει στην κατάθεση αφού, όταν θα χρειαζόταν τα χρήματα, θα του διδόταν δάνειο για το ποσό που θα χρειαζόταν και ως μοναδική εξασφάλιση του δανείου θα ήταν η κατάθεση των χρημάτων του, για την οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Με βάση τα πιο πάνω, και αφού είχε εμπιστοσύνη στην τράπεζα, καθότι συνεργαζόταν με αυτή για αρκετά χρόνια, αποφάσισε να προχωρήσει με τη μετατροπή της μέχρι τότε κατάθεσής του, σε χρεόγραφα, θεωρώντας ότι πρόκειται για ασφαλή πενταετή κατάθεση. Ο πιο πάνω διευθυντής της τράπεζας, τον ενημέρωσε ότι θα τον καλούσε για να υπογράψει, όπως και έγινε. Όταν μετέβηκε στην τράπεζα για τις σχετικές υπογραφές, ως ισχυρίστηκε, ουδείς τον ενημέρωσε για τους κινδύνους από την συγκεκριμένη πράξη, δεν του ανέφεραν ότι υπήρχαν έντυπα που να επεξηγούν τι είναι τα χρεόγραφα και δεν ρωτήθηκε κατά πόσο είναι γνώστης του αντικειμένου. Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε ότι στις 29.7.2008 υπέβαλε, αφού υπέγραψε, δύο αιτήσεις για αγορά μετατρέψιμων χρεογράφων. Η μεν πρώτη αφορά το ποσό των €60.000 και η δεύτερη το ποσό των €40.000 (βλ. Τεκ. 10 και 11). Στις εν λόγω αιτήσεις, ρητά αναφέρεται ότι έχει τη γνώση και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσής του, ότι αποδέχεται τους όρους έκδοσης, όπως περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο και επιπρόσθετα ότι δεν του έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την τράπεζα για τα μετατρέψιμα χρεόγραφα της συγκεκριμένης έκδοσης. Ήταν η θέση του όμως, ότι δεν διάβασε τις πιο πάνω αιτήσεις καθότι, ως δήλωσε, «. όπως είναι η προσφιλής τακτική της τράπεζας, πας εκεί και σου λέει έλα δαμαί, υπόγραψε δαμαί και υπογράφεις, όπως είναι η προσφιλής τακτική, ούτε σου τα δίνουν από πριν ούτε σου δίνουν χρόνο να τα διαβάσεις». Τα μόνα που είδε ήταν τα ποσά και υπόγραψε. Τα ψιλά γράμματα, ως ισχυρίστηκε, δεν τα διάβασε. Στη συνέχεια, η τράπεζα, με σχετική επιστολή της, ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι στις 30.7.2008 παραχωρήθηκαν σ' αυτόν 100.000 χρεόγραφα, με τιμή διάθεσης €1 το καθένα (βλ. Τεκ. 2). Κατά το Μάρτιο του 2009, αποτάθηκε στην τράπεζα για να εξασφαλίσει δάνειο. Οι δε υπάλληλοι της τελευταίας, του ανέφεραν ότι θα μπορούσαν να του παραχωρήσουν το 80% των πιο πάνω χρημάτων του, καθότι ο σκοπός του δανείου αφορούσε κατασκευαστικές εργασίες της κατοικίας τους. Έτσι, στις 13.3.2009, συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου, με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στον ενάγοντα το ποσό των €80.000 (βλ. Τεκ. 3). Για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, ενεχυρίασε προς όφελος της τράπεζας τις πιο πάνω κινητές αξίες - χρεόγραφα (βλ. Τεκ. 4). Στη μαρτυρία του, επισήμανε, ότι η συνεννόηση με τον πιο πάνω τραπεζίτη του ήταν, ότι η πληρωμή του δανείου θα γινόταν από τους τόκους των κινητών αξιών και ότι στη λήξη των πέντε ετών η τράπεζα θα λάμβανε τις €80.000, που του δάνεισε και θα του επιστρέφονταν οι υπόλοιπες €20.
  1. Στη συνέχεια, γύρω στα μέσα του 2009, ο πιο πάνω διευθυντής του καταστήματος της τράπεζας, επικοινώνησε με τον ενάγοντα και τον ενημέρωσε ότι, ενόψει του γεγονότος ότι τα χρεόγραφα ήταν συνδεδεμένα με το euribor το οποίο παρουσίαζε πτώση, θα μειωνόταν και το ποσοστό του τόκου των χρεογράφων. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να λαμβάνει λιγότερους τόκους, από αυτούς που έπρεπε να πληρώνονται στο δάνειό του, και τον κάλεσε να μεταβεί στην τράπεζα για να υπογράψει μια τυπική μετατροπή των χρεογράφων σε αξιόγραφα και, ως του ανέφερε, επρόκειτο για πενταετή κατάθεση, πιο αναβαθμισμένη, η οποία θα έφερε επιτόκιο ύψους 6,5%. Ως ισχυρίστηκε, με βάση τις συμβουλές και υποδείξεις του, μετέβηκε στην τράπεζα και υπέγραψε για την μετατροπή των χρεογράφων σε αξιόγραφα. Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε ότι υπέγραψε σχετική αίτηση (βλ. Τεκ. 13), την οποία και πάλιν δεν διάβασε καθότι του είχε πλήρη εμπιστοσύνη. Στη συνέχεια, η τράπεζα, με επιστολή της, τον ενημέρωσε ότι παραχωρήθηκαν σ' αυτόν στις 6.6.2009, 100.000 αξιόγραφα, με τιμή διάθεσης €1 έκαστο (βλ. Τεκ. 5) και κατένειμε τόκο ύψους 5,5% (βλ. Τεκ. 6). Στη μαρτυρία του, ως ανέφερε, γύρω στα τέλη του 2011, ο διευθυντής της τράπεζας, του ζήτησε όπως για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου του, παραχωρήσει υποθήκη, προς όφελος της τράπεζας, καθότι η αξία των αξιογράφων μειώθηκε και σε περίπτωση που αποδεχόταν, θα διασφάλιζε τη συμμετοχή του σε νέα αξιόγραφα της τράπεζας. Ο ενάγοντας όμως αρνήθηκε και, ως δήλωσε, τότε ήταν που διαπίστωσε ότι κατά την παραχώρηση του πιο πάνω δανείου του, η σύζυγος του εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό, επεξηγώντας ότι την ίδια ημέρα που συνομολογήθηκε η συμφωνία δανείου, η τράπεζα παραχώρησε αντίστοιχο δάνειο και στην ενάγουσα 2 - σύζυγό του. Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε ότι υπέγραψε σχετική αίτηση για μετατροπή των αξιογράφων σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (από τώρα θα καλούνται ΜΑΕΚ, βλ. Τεκ. 14). Την εν λόγω αίτηση, ως ισχυρίστηκε, και πάλι δεν την διάβασε, για τους ίδιους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω και, ως ανέφερε, προσπαθούσε να καλυτερεύσει τη θέση του και να μην καταβάλλει επιπρόσθετα χρήματα, ως του δήλωνε ο πιο πάνω διευθυντής της τράπεζας. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 2012, η τράπεζα του απέστειλε επιστολή για ανταλλαγή των αξιογράφων με υποχρεωτικά μετατρέψιμα ομόλογα (βλ. Τεκ. 7), πλην όμως δεν την υπέγραψε, καθότι δεν τον ενδιέφερε. Ακολούθως, γύρω στα μέσα προς τα τέλη του 2012, η τράπεζα επικοινώνησε μαζί του, πληροφορώντας τον ότι το δάνειο του παρουσιάζει καθυστερήσεις, οπόταν και ενημερώθηκε για τη διακοπή πληρωμής τόκων στα αξιόγραφα. Τότε, ζήτησε να του επιστρέψουν τις €20.000, που ήταν η διαφορά μεταξύ των χρημάτων που έδωσε στην τράπεζα για τα χρεόγραφα και των χρημάτων που δανείστηκε, για να διευθετηθεί πλήρως το ζήτημα, πλην όμως η τράπεζα δεν έκανε αποδεκτή την πρότασή του. Η τράπεζα, με επιστολές της ημερ. 12.8.2013 και 6.12.2013, τον ενημέρωνε, μεταξύ άλλων, ότι παρατηρείται καθυστέρηση στην καταβολή του οφειλόμενου δανείου (βλ. Τεκ. 8.1 και 8.2). Στη συνέχεια η τελευταία, με επιστολή της ημερ. 17.3.2014, τερμάτισε τη συμφωνία δανείου και αξίωσε ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο (βλ. Τεκ. 8.3). Παρουσιάστηκαν και οι απαντητικές επιστολές των δικηγόρων του ενάγοντα (βλ. Τεκ. 8.4, 8.5 και 8.6). Ο κ. XXX Σιαρλή, στη μαρτυρία του ανέφερε ότι σπούδασε οικονομικά και λογιστικά και εργάστηκε στο Λονδίνο για περίπου 19 χρόνια. Ήταν πρώην διευθυντικό στέλεχος τράπεζας, από την οποία αφυπηρέτησε το 2010 πλην όμως συνέχισε να συνεργάζεται και μετά την συνταξιοδότησή του για ακόμα ένα περίπου χρόνο. Στη συνέχεια, από το 2012 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2013, διετέλεσε Υπουργός Οικονομικών της Δημοκρατίας. Στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι γνωρίζει τον ενάγοντα ενόψει των σχέσεων που ανέπτυξε με άτομα της οικογένειάς του και λόγω της συμμετοχής του στην εταιρεία K. Xenofontos Estates Ltd, η οποία συστάθηκε από τον πεθερό του ενάγοντα (βλ. Τεκ. 25 και 26). Ο τελευταίος απεβίωσε το 2013, οπόταν και ανέλαβε ως διαχειριστής της περιουσίας του (βλ. Τεκ. 24). Ως ανέφερε, διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας Ξενοφώντος και γνώριζε πολύ καλά τις οικονομικές τους πράξεις και τις σχέσεις τους με την τράπεζα. Η σύζυγος του ενάγοντα και η πιο πάνω εταιρεία ήταν συνιδιοκτήτες ενός ακινήτου το οποίο πώλησαν, κατά τον Ιούλιο του 2008, για το ποσό των €6.834.405 (βλ. Τεκ. 27). Το πιο πάνω ακίνητο ήταν υποθηκευμένο στην τράπεζα και έτσι η τελευταία ήταν πλήρως ενημερωμένη για την πιο πάνω συμφωνία (βλ. Τεκ. 28). Πέρα δε τούτου, ο XXX Καραγιάννης, διευθυντής καταστήματος της τράπεζας στη Λεμεσό στο οποίο εργαζόταν ο κ. XXX Παπαλεοντίου, ήταν σε συνεχή επαφή με τον XXX Ξενοφώντος, για θέματα που αφορούσαν την πιο πάνω πώληση. Η πώληση του ακινήτου ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2008 (βλ. Τεκ. 30), αφού καταβλήθηκαν χρηματικά ποσά στη σύζυγο του ενάγοντα, στον XXX Ξενοφώντος (βλ. Τεκ. 29) και στην εταιρεία (βλ. Τεκ. 31). Στη μαρτυρία του ανέφερε, ότι κατ' εκείνη την περίοδο που η τράπεζα εξέδωσε τα χρεόγραφα σειράς 2013-2018, ο κ. XXX Παπαλεοντίου επικοινώνησε με τον ενάγοντα, την σύζυγο του και τον αποβιώσαντα πατέρα της, εξωθώντας τους να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα που εισέπραξαν από την πώληση του ακινήτου, για να αγοράσουν χρεόγραφα της τράπεζας. Ήταν η θέση του ότι αποτελούσε τακτική της τράπεζας να προσεγγίζει άτομα που γνώριζε ότι είχαν χρήματα αλλά και άτομα που κατείχαν μετοχές της, για να τους ωθήσει στην αγορά των χρεογράφων, όπως άλλωστε αποκάλυψε και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με την απόφαση της ημερ. 13.9.2013 (βλ. Τεκ. 32). Παρουσίασε και την έκθεση ειδικού ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκ. 33). Ως ανέφερε, με βάση τα πιο πάνω, και όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, ο ενάγοντας αλλά και ολόκληρη η οικογένεια Ξενοφώντος έτυχαν της ίδιας προσέγγισης. Επιπρόσθετα, στη μαρτυρία του, παρουσίασε και επιστολή που απέστειλε ο XXX Ξενοφώντος, πρώην μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας, που απευθύνεται, μεταξύ άλλων, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η οποία κοινοποιήθηκε στην τότε διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκ. 34). Αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε ότι εκκρεμούν αγωγές που καταχωρίστηκαν από την τράπεζα εναντίον του, οι οποίες, ως ανέφερε, αφορούν την αγορά χρεογράφων και επιπρόσθετα εκκρεμεί και σχετική αίτηση για ακύρωση μεταβίβασης λόγω δόλιας μεταβίβασης περιουσίας του. Η κα XXX Θεοδώρου, λειτουργός στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο τμήμα εποπτείας, δεν γνώριζε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αποκτήθηκαν οι επίδικες κινητές αξίες από τον ενάγοντα. Στη μαρτυρία της, αναφέρθηκε στα προσόντα της και επισήμανε ότι αρμόδια εποπτική αρχή για τις τράπεζες είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ενώ η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι η εποπτική αρχή, για τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), με τον πιο πάνω Νόμο. Έτσι, ως ανέφερε, γνωρίζει τόσο τις υποχρεώσεις των ΕΠΕΥ κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών όσο και τις εξουσίες και υποχρεώσεις της εποπτικής αρχής. Παρουσίασε το δημόσιο μητρώο πιστοποιημένων προσώπων, το οποίο τηρείται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου (βλ. Τεκ. 19) και τον οδηγό επενδυτών για συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά μέσα που δημοσίευσε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, γύρω στα μέσα Οκτωβρίου του 2008 (βλ. Τεκ. 15). Επιπρόσθετα, παρουσίασε στο Δικαστήριο τα ενημερωτικά δελτία που αφορούσαν, τα χρεόγραφα του 2008 (βλ. Τεκ. 16), τα αξιόγραφα του 2009 και τα ΜΑΕΚ του 2011 (βλ. Τεκ. 17 και 18 αντίστοιχα). Επισήμανε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενέκρινε τα πιο πάνω ενημερωτικά δελτία ως προς την πληρότητα των πληροφοριών τους και επιπρόσθετα αναφέρθηκε στους κινδύνους, ως καταγράφονται σ' αυτά. Αντεξεταζόμενη, αναγνώρισε ότι υπήρχαν και περιληπτικά σημειώματα. Στη μαρτυρία της, αναφέρθηκε στις κινητές αξίες, οι οποίες, ως δήλωσε, είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) και επεξήγησε ότι είναι αορίστου διάρκειας και οι κάτοχοι τους θεωρούνται δανειστές των τραπεζών και κατ' επέκταση πρόκειται για επενδυτές και όχι καταθέτες. Επιπρόσθετα, δεν είχαν εξασφαλισμένη τοκοφορία και ήταν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, δευτερεύουσας προτεραιότητας υποχρεώσεις της τράπεζας, που δεν προστατεύονται από τα σχέδια προστασίας καταθετών. Η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση εξαγοράς των χρεογράφων και αξιογράφων, σε οποιοδήποτε χρονικό στάδιο. Οι υπό εξέταση αξίες, ως ανέφερε, αποτελούν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, που ενέχουν σημαντικούς κινδύνους (βλ. Τεκ. 20, 21 και 23). Έτσι, ως επισήμανε, επαυξάνει τις υποχρεώσεις των παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών για προστασία του πελάτη, με την παροχή κατάλληλης πληροφόρησης και σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές και διαδικασίες. Αναφέρθηκε σε σημαντικά στοιχεία, τα οποία θα έπρεπε να τονίζονται κατά τρόπο σαφή στους υποψήφιους αγοραστές (βλ. Ένδειξη Β, σελ. 4-5) και περαιτέρω, ως δήλωσε, θα έπρεπε να υφίσταται αρχείο στην τράπεζα, αναφορικά με την ενημέρωση. Ήταν η θέση της ότι, τόσο στην αίτηση για απόκτηση των ΜΑΕΚ (βλ. Τεκ. 14) όσο και στο αντίστοιχο ενημερωτικό δελτίο, χρησιμοποιούνται περίπλοκοι οικονομικοί όροι, τους οποίους ο μέσος επενδυτής πιθανόν να μην μπορεί να κατανοήσει. Η ΕΠΕΥ, ως ανέφερε, όταν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες προς ιδιώτη πελάτη, θα πρέπει να διεξάγει προηγουμένως ελέγχους καταλληλότητας, συμβατότητας και στην περίπτωση που το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει σχετικά (βλ. Τεκ. 22). Ο κ. XXX Πιερίδης, είναι λειτουργός στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και υπεύθυνος του τμήματος ερευνών και παρακολούθησης της αγοράς. Αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα και στην εμπειρία του. Κατέχει πτυχίο οικονομικών και μεταπτυχιακό στις διεθνείς επιχειρήσεις, ως επίσης είναι εγκεκριμένος λογιστής. Δεν γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, ο ενάγοντας απέκτησε τις επίδικες αξίες ούτε και εάν ανέγνωσε το ενημερωτικό δελτίο. Ως δήλωσε, του ζητήθηκε να αναφερθεί στο ενημερωτικό δελτίο της Τράπεζας Κύπρου, ημερ. 5.4.2011 (βλ. Τεκ. 18). Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ενέκρινε τα ενημερωτικά δελτία που αφορούν τα χρεόγραφα, αξιόγραφα και ΜΑΕΚ, πλην όμως, ως διευκρίνισε, δεν προέβηκε σε έλεγχο ουσίας αλλά σε έλεγχο συμμόρφωσης και η τράπεζα είναι αυτή που έχει την ευθύνη για την ακρίβεια και πληρότητα των πληροφοριών που περιέχονται σ' αυτά. Ανέφερε ότι, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ήταν δέκτης παραπόνων από επενδυτές που επιζητούσαν εξηγήσεις για τις ζημιές που υπέστησαν. Έτσι, διεξήχθηκε έρευνα, αφετηρία της οποίας ήταν η ζημιά ύψους περίπου €1,5 δις, την οποία υπέστη η τράπεζα από το «κούρεμα» των ομολόγων ελληνικού δημοσίου (ΟΕΔ). Ο πιο πάνω μάρτυρας, μαζί με άλλους συναδέλφους του, διορίστηκε ως ερευνών λειτουργός και, στα πλαίσια των καθηκόντων του, διεξήγαγε έρευνα, στα πλαίσια της οποίας μελέτησε διάφορα έγγραφα. Στην συνέχεια η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου εξέδωσε απόφαση, αναφορικά με την επένδυση της Τράπεζας Κύπρου σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου, η οποία δημοσιεύτηκε στις 5.6.2014 (βλ. Τεκ. 35). Ήταν η θέση του, ότι στο πιο πάνω ενημερωτικό δελτίο δεν έγινε ανάδειξη των μεγάλων κινδύνων από την κατοχή των ΟΕΔ, τα οποία ήδη βρίσκονταν στην κατοχή της τράπεζας. Υπήρχε μια τεράστια συγκέντρωση κινδύνου και ειδικότερα, από τα €2,8 δις κεφάλαια της τράπεζας, τα €2,3 δις ήταν επενδυμένα στα ΟΕΔ. Τα τελευταία κατατάσσονταν από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης στην επενδυτική βαθμίδα «σκουπίδια» (junk). Επισήμανε ότι υπήρχε ένας τεράστιος πιστωτικός κίνδυνος και η Ελλάδα ενδεχομένως να μην μπορούσε να αποπληρώσει σε χρήματα τους κατόχους των ΟΕΔ. Οι κίνδυνοι αυτοί, ως ανέφερε, δεν αναδείχθηκαν στο ενημερωτικό δελτίο και ήταν η θέση του, ότι εάν κάποιος επενδυτής το μελετούσε, δεν θα είχε σαφή εικόνα για την κατάστασή της (βλ. Τεκ. 18). Στο τμήμα II, του ενημερωτικού δελτίου ημερ. 5.4.2011, γίνεται αναφορά στους παράγοντες κινδύνου ότι η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρή ύφεση και το ελληνικό δημόσιο μια σοβαρή πίεση στα δημόσια οικονομικά, ότι η αύξηση του ελληνικού δημοσιονομικού ελλείματος προκάλεσε φόβους ως προς τη δυνατότητα του ελληνικού κράτους να αποπληρώσει τα δάνειά του και οι φόβοι αυτοί οδήγησαν στην αύξηση της απόδοσης των δεκαετών ΟΕΔ και σε υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης κατά το έτος 2010 και 2011, ότι επηρεάστηκε η ρευστότητα και η κερδοφορία του ελληνικού οικονομικού συστήματος, ότι μειώθηκε η αξία των ΟΕΔ, ότι υπάρχει πιθανή αποτυχία υλοποίησης των όρων του μνημονίου και η μη επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων μπορεί να οδηγήσει σε άρση της παροχής οικονομικής υποστήριξης από το ΔΝΤ, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, εξέλιξη η οποία δυνατό να οδηγήσει σε αδυναμία του ελληνικού χρέους να συνεχίσει την κανονική αποπληρωμή του ελληνικού δημόσιου χρέους (βλ. Τεκ. 18, σελ. 36). Αναγνώρισε ότι, πράγματι γίνεται η πιο πάνω αναφορά στο ενημερωτικό δελτίο, πλην όμως, ως ανέφερε, δεν καταγράφεται σ' αυτό, το ύψος της επένδυσης της τράπεζας στα ΟΕΔ. Η Κεντρική Τράπεζα με επιστολή της, ημερ. 1.3.2010, ενημέρωνε την τράπεζα για τους κινδύνους από τα ομόλογα ελληνικού δημοσίου. Παρά το γεγονός ότι στο ενημερωτικό δελτίο η τράπεζα δήλωνε ρητώς ότι υιοθετεί τον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης, εντούτοις, ως ανέφερε, στην πραγματικότητα παραβίαζε συγκεκριμένες αρχές του κώδικα αυτού και ειδικότερα την αρχή Α1, η οποία προβλέπει ότι κάθε εισηγμένη εταιρεία πρέπει να διευθύνεται από ένα αποτελεσματικό Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο θα πρέπει να καθοδηγεί και να ελέγχει την εταιρεία. Το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας, ως ανέφερε, δεν ήταν αποτελεσματικό, αφού δεν διαχειρίστηκε τους κινδύνους από την επένδυση στα ΟΕΔ και δεν υφίστατο, από την τράπεζα, σύστημα διαχείρισης κινδύνου των ΟΕΔ. Ήταν θέση του ότι, η τράπεζα παραβίασε και την αρχή Α3, του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης, η οποία προνοεί ότι το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει έγκυρη, έγκαιρη και ολοκληρωμένη πληροφόρηση που να επιτρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά της. Περαιτέρω, ως ανέφερε, υπήρξε παραβίαση και της αρχής Γ2, η οποία προνοεί ότι το Διοικητικό Συμβούλιο πρέπει να διατηρεί ένα υγιές σύστημα εσωτερικού ελέγχου, προκειμένου να διασφαλίζεται η επένδυση των μετόχων και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Η τράπεζα, ως ισχυρίστηκε, δεν διατηρούσε τέτοιο σύστημα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις 14.1.2011 ο οίκος αξιολόγησης Fitch και άλλοι οίκοι σε μεταγενέστερες ημερομηνίες, κατέταξαν τα ΟΕΔ σε «σκουπίδια». Έτσι, ως εισηγήθηκε, θα έπρεπε να συγκληθεί η αρμόδια επιτροπή για να προχωρήσει σε πώληση των ΟΕΔ. Με τον τρόπο αυτό, αν η τράπεζα ενεργούσε σε ορθολογιστική βάση, δεν θα ζήμιωνε €1,5 δις. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στη μαρτυρία του ενάγοντα και όλων των προσώπων που κλήθηκαν από αυτόν, στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Δ. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την εναγόμενη 1-τράπεζα Η εναγόμενη 1 κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, τους ΧΧΧ Παπαλεοντίου, ΧΧΧ Σωφρονίου και ΧΧΧ Μαννάρη. Ο κ. ΧΧΧ Παπαλεοντίου, εργάζεται στην τράπεζα από το 1993 και από το 2000 περίπου είναι τοποθετημένος στο τμήμα δανειοδοτήσεων. Τα καθήκοντα του, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν και τον χειρισμό πελατών που αποτείνονται για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Ανέφερε ότι τον ενάγοντα τον γνώρισε γύρω στο έτος 2007, όταν τοποθετήθηκε σε συγκεκριμένο κατάστημα της τράπεζας, στη Λεμεσό και χειριζόταν τις υποθέσεις των επιχειρήσεων της οικογένειας Ξενοφώντος. Ο ενάγοντας είναι σύζυγος της ΧΧΧ Ξενοφώντος και, ως ανέφερε, η επικοινωνία που είχε ήταν περισσότερο με τον ΧΧΧ Ξενοφώντος και τη θυγατέρα του, αδελφή της συζύγου του ενάγοντα. Στη μαρτυρία του, αρνήθηκε τα όσα του απέδωσε ο ενάγοντας και ήταν η θέση του ότι, δεν παρείχε οποιεσδήποτε επενδυτικές συμβουλές στον ενάγοντα, ούτε και τον προέτρεψε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να αγοράσει κινητές αξίες. Η οικογένεια Ξενοφώντος και ειδικότερα ο κ. ΧΧΧ Ξενοφώντος, ήταν πελάτες της τράπεζας, κατείχαν αρκετές μετοχές και δεν θα μπορούσε να τους συστήσει το οποιοδήποτε επενδυτικό προϊόν, το οποίο δεν ενέπιπτε στα καθήκοντά του αλλά και ενόψει του γεγονότος ότι η εν λόγω οικογένεια και ειδικότερα ο ΧΧΧ Ξενοφώντος, αδελφός του ΧΧΧ Ξενοφώντος, ήταν ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της τράπεζας και, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, είχαν ενημέρωση εκ των άνω δωμάτων της τράπεζας. Στη μαρτυρία του επισήμανε ότι έλαβε γνώση ότι ο ενάγοντας απόκτησε χρεόγραφα, όταν αιτήθηκε από την τράπεζα πιστωτική διευκόλυνση και ειδικότερα δάνειο, για την ανέγερση κατοικίας στην επαρχία Πάφου και μία από τις εξασφαλίσεις ήταν η δέσμευση των χρεογράφων. Έτσι, στις 13.3.2009 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου για το ποσό των €80.000 και για εξασφάλιση υπέγραψε ως εγγυητής η σύζυγός του ενάγοντα και ενεχυριάστηκαν, προς όφελος της τράπεζας, οι πιο πάνω κινητές αξίες (βλ. Τεκ. 3 και 4). Ήταν η θέση του ότι, για την αγορά των επίδικων κινητών αξιών, συνολικής τότε αξίας €100.000, χρησιμοποιήθηκε και το όριο ύψους €34.172, που διατηρούσε στην τράπεζα η εταιρεία Κ. Xenofondos & A. Ioannou Developments Co Ltd, ως επίσης και άλλα χρήματα που προήλθαν από άλλη τράπεζα. Παρουσίασε στο Δικαστήριο καταστάσεις λογαριασμού (βλ. Τεκ. 36). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ενάγοντας, με δύο αιτήσεις του ημερ. 29.7.2008, ζητούσε την αγορά χρεογράφων συνολικής αξίας €100.
  2. Η μεν πρώτη αίτηση, αφορούσε το συνολικό ποσό των €60.
  3. Από το τελευταίο αυτό ποσό, οι €45.000 προήλθαν από τον λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας. Στις 24.7.2008 μεταφέρθηκε από την Alpha Bank, το ποσό των €15.000 σε λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα η εταιρεία A.C. Ioannou Developments Ltd και έτσι αγοράστηκαν χρεόγραφα αξίας €60.
  4. Ο ενάγοντας με την δεύτερη αίτηση του, ημερ. 29.7.2008, ζητούσε την αγορά χρεογράφων αξίας €40.000 και στο πλαίσιο αυτής, κατέθεσε επιταγή της Alpha Bank για το πιο πάνω ποσό (βλ. Τεκ. 11, σελ. 3). Με τις δύο αιτήσεις που περιγράφονται ανωτέρω, αγοράστηκαν χρεόγραφα αξίας €100.000 και, ως ισχυρίστηκε, ο ενάγοντας χρησιμοποίησε και χρήματα που διατηρούσε η πιο πάνω εταιρεία σε λογαριασμό παρατραβήγματος. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε ζήτησε, κατά το έτος 2011, από τον ενάγοντα να παραχωρήσει, προς όφελος της τράπεζας, υποθήκη, ως ισχυρίστηκε ο τελευταίος. Η κα ΧΧΧ Σωφρονίου εργοδοτήθηκε το 1996 στη Cisco και το Μάϊο του 2015 τοποθετήθηκε στη μονάδα διαχείρισης μεγάλων επιχειρήσεων. Από το Νοέμβριο του 2016 βρίσκεται στην υπηρεσία διαχείρισης ακινήτων της Τράπεζας Κύπρου. Στη μαρτυρία της επισήμανε ότι δεν γνωρίζει τον ενάγοντα, ούτε και τον τρόπο που αυτός απέκτησε τις κινητές αξίες. Κατά την περίοδο που εκδόθηκαν τα χρεόγραφα/αξιόγραφα, ήταν τοποθετημένη στη Cisco και λόγω της θέσης και του ρόλου της είχε ενεργό συμμετοχή στην έκδοσή τους. Επεξήγησε ότι τα αξιόγραφα κεφαλαίου είναι μία μορφή κινητών αξιών, οι οποίες προσμετρούν στις κεφαλαιακές απαιτήσεις των διαφόρων τραπεζικών οργανισμών και εκδίδονται για τον σκοπό αυτό. Τα χαρακτήρισε ως περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Η έκδοση του 2008, ως ανέφερε, αφορούσε χρεόγραφα. Η διαφορά τους με τα αξιόγραφα είναι η χρονική τους διάρκεια. Τα τελευταία είναι αόριστης διάρκειας ενώ τα χρεόγραφα είναι συγκεκριμένης διάρκειας. Η συγκεκριμένη έκδοση αφορούσε δεκαετή χρεόγραφα, τα οποία αρχικά προσφέρθηκαν στους μετόχους της Τράπεζας Κύπρου και ακολούθως σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο επενδυτή, με βάση το ενημερωτικό δελτίο (βλ. Τεκ. 16). Ακολούθησαν οι εκδόσεις του 2009 και του 2011 και στα πλαίσια αυτών εκδόθηκαν ενημερωτικά δελτία (βλ. Τεκ. 17 και 18, αντίστοιχα). Όλα τα πιο πάνω ενημερωτικά δελτία, εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ήταν διαθέσιμα ηλεκτρονικά στις ιστοσελίδες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Τράπεζας Κύπρου ως επίσης βρίσκονταν και σε έντυπη μορφή σε καταστήματα της τελευταίας και στη Cisco. Επιπρόσθετα, στις κατοικίες των δικαιούχων αποστέλλονταν περιληπτικά σημειώματα (βλ. Τεκ. 37 και 38). Αναφορικά με τη διαδικασία αιτήσεων, σε σχέση με την τελευταία έκδοση, επισήμανε ότι οι συγκεκριμένες αξίες προσφέρθηκαν στους μετόχους, οι οποίοι μπορούσαν να συμμετάσχουν στην έκδοση, στο ποσό που τους αναλογούσε. Στη συνέχεια, δικαίωμα είχαν οι κάτοχοι αξιογράφων και χρεογράφων που δεν ήταν μέτοχοι. Έτσι, το τμήμα μετοχών και χρεογράφων της τράπεζας απέστελλε στους δικαιούχους σχετική αίτηση-επιστολή παραχώρησης μαζί με συνοδευτικό υλικό (βλ. Τεκ. 37 και 38). Ο δικαιούχος, εάν επιθυμούσε να συμμετάσχει, μπορούσε να μεταβεί σε οποιοδήποτε κατάστημα της τράπεζας και να υποβάλει την αίτησή του. Ο ταμίας της τελευταίας, με βάση τη μερίδα επενδυτή, συνδεόταν με το σύστημα του τμήματος μετοχών, όπου συμπληρώνονταν αυτόματα τα στοιχεία του επενδυτή. Ο ταμίας, κατά την υποβολή της αίτησης, θα μπορούσε να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό του αιτητή-πελάτη και να γίνει η ανάλογη χρέωση στις περιπτώσεις όπου το αντίτιμο θα πληρωνόταν σε μετρητά. Στην περίπτωση, που αιτητής δεν ήταν πελάτης της τράπεζας, μπορούσε να καταθέσει επιταγή, για το ποσό που αφορούσε η αίτηση. Τα καταστήματα της τράπεζας, ως ανέφερε, παραλάμβαναν τις αιτήσεις, χρεοπίστωναν τους λογαριασμούς και δεν εισέπρατταν χρήματα. Ο δε ρόλος τους, ως ισχυρίστηκε, ήταν η διεκπεραίωση της πληρωμής του τιμήματος της αίτησης. Ήταν η θέση της, ότι η τράπεζα δεν έδωσε κίνητρα στους πελάτες της να εξαργυρώνουν γραμμάτια, με σκοπό την επένδυση στις πιο πάνω κινητές αξίες. Στην περίπτωση όμως, που επενδυτής επιθυμούσε να ρευστοποιήσει γραμμάτιο πριν τη λήξη του, με σκοπό την αγορά κινητών αξιών, η τράπεζα, σε τέτοια περίπτωση, δεν επέβαλλε οποιαδήποτε επιβάρυνση συνεπεία της εξαργύρωσης του γραμματίου. Στη μαρτυρία της, ανέφερε, ότι η Τράπεζα Κύπρου στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτούργησε ως εκδότης και η υλοποίηση της έκδοσης των κινητών αξιών δεν συνεπαγόταν παροχή επενδυτικής υπηρεσίας. Οι εν λόγω αξίες, ως ανέφερε, προσφέρθηκαν με ενημερωτικό δελτίο στην πρωτογενή αγορά και αν δεν υποβάλλονταν αιτήσεις, οι αξίες δεν θα εκδίδονταν. Ισχυρίστηκε ότι, η λήψη, η διαβίβαση και η εκτέλεση είναι συναλλαγή στη δευτεροβάθμια αγορά, δηλαδή για αξίες που ήδη υφίστανται. Δήλωσε ότι η τράπεζα αποφάσισε όπως μην δίδονταν οποιεσδήποτε επενδυτικές συμβουλές για αγορά οποιωνδήποτε αξιών και η τράπεζα δεν παρείχε επενδυτική υπηρεσία. Η τελευταία εξέδωσε γενική εγκύκλιο σε σχέση με την προώθηση των αξιογράφων (βλ. Τεκ. 39). Αντεξεταζόμενη, επισήμανε ότι για κάθε έκδοση γίνονταν περιφερειακές συναντήσεις και δινόταν υλικό στους διευθυντές και συνήθως υποδιευθυντές κάποιων καταστημάτων της τράπεζας, για να γνωρίζουν πως θα απαντούσαν σε πιθανές ερωτήσεις (βλ. Τεκ. 40.1, 40.2 και 40.3). Αναφορικά με το τηλεφωνικό κέντρο, για το οποίο γίνεται αναφορά στην πιο πάνω εγκύκλιο, αυτό λειτούργησε το Μάϊο του
  5. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της παρουσιάστηκαν διάφορα έγγραφα όπως, επιστολή της Τράπεζας Κύπρου προς την Κεντρική Τράπεζα, ανακοίνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (βλ. Τεκ. 41, 42 και 43). Ο κ. ΧΧΧ Μαννάρης είναι αναλογιστής και αναφέρθηκε στα προσόντα και στην εμπειρία του. Διετέλεσε, πρόεδρος διοικητικού συμβουλίου εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, πρόεδρος διασυνοριακού ταμείου επαγγελματικών παροχών, πρόεδρος της επιτροπής επενδύσεων του διοικητικού συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας και υπηρέτησε για 5 χρόνια στο διαιτητικό συμβούλιο της Τράπεζας Κύπρου. Αναφερόμενος στα αξιόγραφα, τα χαρακτήρισε ως πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα και δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ενάγοντας, τα απέκτησε. Αφού μελέτησε τα συγκεκριμένα έγγραφα, ανέφερε ότι ο ενάγοντας απέκτησε τις κινητές αξίες στην πρωτογενή αγορά μέσω δημόσιας προσφοράς, με ενημερωτικό δελτίο και συνακόλουθα, ως ισχυρίστηκε, δεν υφίσταται επενδυτική υπηρεσία αφού οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές συμμετείχαν στην έκδοση με την συμπλήρωση και την παράδοση αιτήσεων. Ήταν η θέση του ότι, στην περίπτωση που υφίσταται δημόσια προσφορά, μέσω ενημερωτικού δελτίου, προς το κοινό, στην πρωτογενή αγορά, «. η προστασία του κοινού εξαντλείται από το ενημερωτικό δελτίο ...» Ο εκδότης, ως ανέφερε, παραλαμβάνει αιτήσεις από ενδιαφερόμενους, οι οποίοι επιθυμούν να συμμετάσχουν σε έκδοση στην πρωτογενή αγορά και συνακόλουθα δεν υφίσταται η διαμεσολάβηση μεταξύ τρίτων ώστε να χαρακτηριστεί επενδυτική υπηρεσία. Ήταν η θέση του ότι, η παραλαβή αιτήσεων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επενδυτική υπηρεσία, παραθέτοντας το παράδειγμα όπου κάποιος παραδίδει την αίτηση στον ταχυδρόμο. Τα καταστήματα της τράπεζας, ως ισχυρίστηκε, παραλάμβαναν τις αιτήσεις και «. ενεργούσαν ως κιβώτια προσφορών ή σαν ταχυδρόμοι». Δεν υφίστατο η σχέση επενδυτή με παροχέα επενδυτικών υπηρεσιών, ώστε να εφαρμόζονται οι πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Ισχυρίστηκε ότι, στην περίπτωση που η τράπεζα ή άλλη οντότητα εκδώσει τίτλους στην πρωτογενή αγορά και ενημερώσει το κοινό με ενημερωτικό δελτίο, δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων και η διαχείριση των κινδύνων εξαντλείται μέσω του ενημερωτικού δελτίου. Ε. Αγορεύσεις Αγορεύοντας, η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα, εισηγήθηκε ότι ο τελευταίος έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση του, αφού η μαρτυρία, που προσκομίστηκε από μέρους του, ήταν πειστική. Τόνισε ότι η τράπεζα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες στον ενάγοντα και παρέβηκε τις θεσμοθετημένες υποχρεώσεις της, όπως καθορίζονται στο Νόμο. Δεν ενήργησε δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, δεν διασφάλισε τα συμφέροντα του και με ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, τον έπεισε να τα αγοράσει αφού, μεταξύ άλλων, του παρουσίασε ότι επρόκειτο για ασφαλή κατάθεση με εξασφαλισμένο το κεφάλαιο και τους τόκους. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας η οποία, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του ενάγοντα δεν ήταν πειστική, για τους λόγους που εξήγησε. Επιπρόσθετα, ως ανέφερε, ο ενάγοντας κωλύεται από του να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή, καθότι έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα του εναντίον της τράπεζας, με την υπογραφή και αποδοχή των όρων που συμπεριλαμβάνονταν στις επίδικες συμφωνίες απόκτησης των χρεογράφων και της μετέπειτα μετατροπής τους σε αξιόγραφα και ΜΑΕΚ. Ο ενάγοντας είχε επαρκή γνώση σε σχέση με τα ζητήματα που προέκυπταν από την απόκτηση των κινητών αξιών και γενικότερα από τις ενέργειες που προέβηκε. Ήταν η θέση της ότι, οι επίδικες κινητές αξίες εκδόθηκαν κατά τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο και τα ενημερωτικά δελτία εγκρίθηκαν από την αρμόδια αρχή. Περαιτέρω, για τους λόγους που εξήγησε, η τράπεζα δεν παρείχε στον ενάγοντα επενδυτικές υπηρεσίες και ειδικότερα, δεν παρείχε σ' αυτόν επενδυτική συμβουλή και, περαιτέρω, δεν άσκησε την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολής σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα. Στ. Η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας Απαραίτητη είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας για την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Το Δικαστήριο θα αναφερθεί εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσει ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρεί ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγείται πιο πάνω ήταν διαφορετική, το Δικαστήριο θα καλείτο να εξετάσει πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B160, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητα τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε και με θεωρίες που ευφάνταστα μπορούν να προωθηθούν. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την παράβαλε και διεύρυνε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέτει ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό στο να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν. Ηροδότου και άλλων
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο ενάγοντας έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό: (
  1. i)τα όσα αποδίδει στην τράπεζα σε σχέση με τον τρόπο που αρχικά αποκτήθηκαν τα χρεόγραφα και τον τρόπο που στη συνέχεια μετατράπηκαν, αρχικά σε αξιόγραφα και ακολούθως σε ΜΑΕΚ, (
  2. ii)ότι η τράπεζα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες, στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου και, σε τέτοια περίπτωση, κατά πόσο παρέβηκε τις θεσμοθετημένες υποχρεώσεις της, όπως καθορίζονται στο Νόμο και (iii) ότι υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία των πιο πάνω, στην περίπτωση που έχει επιτύχει να στοιχειοθετήσει τα όσα εκτίθενται υπό (
  3. i)και (
  4. ii)ανωτέρω. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν, ενώπιον του Δικαστηρίου, η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας, ημερ. 13.9.2013 (βλ. Τεκ. 13) και η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (βλ. Τεκ. 35). Το κατά πόσο η τράπεζα παραβίασε με τις πράξεις ή παραλήψεις της, τη νομοθεσία και συνεπεία αυτής, ο ενάγοντας υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά, θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και όχι βασιζόμενο στα ευρήματα της Κεντρικής Τράπεζας και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (βλ. Γιάλλουρου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ., 1635). Εν κατακλείδι, ο ενάγοντας θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα αγώγιμα δικαιώματά του και γενικότερα τα όσα καταλογίζει στην τράπεζα. Με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ενάγοντας, απέκτησε χρεόγραφα της τράπεζας, αφού κατέβαλε το συνολικό ποσό των €100.000, αφού προηγουμένως υπέβαλε δύο αιτήσεις ημερ. 29.7.2008 για την απόκτηση τους (βλ. Τεκ. 10 και Τεκ. 11). Στη συνέχεια, μετά από σχετική αίτηση του ημερ. 25.5.2009, μετατράπηκαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα (βλ. Τεκ. 13) και ακολούθως, το 2011, μετά από αίτηση του, μετατράπηκαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) (βλ. Τεκ. 14). Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του ανέφερε ότι το έτος 2008, η οικογένεια της συζύγου του πώλησε ένα ακίνητο και από το προϊόν της πώλησης, ποσό €100.000, κατατέθηκε, σε δικό του λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, ο ενάγοντας, με δύο αιτήσεις του ημερ. 29.7.2008, αιτήθηκε την αγορά μετατρέψιμων χρεογράφων ύψους €100.
  1. Ειδικότερα, στη μία από τις δύο αιτήσεις, που υπέγραψε, αιτήθηκε την αγορά χρεογράφων ύψους €60.000 και σε αυτήν ρητά αναφέρεται ότι το πιο πάνω ποσό, καταβάλλεται με τη δέσμευση, του ποσού των €45.000, από λογαριασμό της εταιρείας "K. Xenofontos & A. Ioannou" και του ποσού των €15.000 από την εταιρεία "A.C. Iοannou Developments" (βλ. Τεκ. 10). Περαιτέρω, με την άλλη αίτηση του, της ίδιας ημέρας, αιτήθηκε την αγορά μετατρέψιμων χρεογράφων ύψους €40.000 και το εν λόγω ποσό προήλθε με την κατάθεση επιταγής, άλλης τράπεζας (βλ. Τεκ. 11). Στο στάδιο της αντεξέτασης, δήλωσε ότι δεν γνώριζε ότι η εταιρεία K. Xenofontos & A. Ioannou Developments Ltd, από την οποία προήλθαν οι €45.000 για την αγορά των χρεογράφων, διατηρούσε όριο στην τράπεζα, ύψους €34.
  2. Όταν δε, στο στάδιο της αντεξέτασης, του υποδείχθηκαν οι δύο πιο πάνω, αιτήσεις ημερ. 29.7.2008, και του τέθηκε ότι χρησιμοποίησε και το παραχωρηθέν όριο που δόθηκε στην πιο πάνω εταιρεία από την τράπεζα, για την αγορά των χρεογράφων, έφτασε στο σημείο να αμφισβητήσει την γνησιότητα των σχετικών αιτήσεων. Σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης, στην προσπάθεια του να επανορθώσει, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τη διαδρομή των χρημάτων, πλην όμως, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ήταν σαφής ότι «Το έτος 2008, η οικογένεια της ενάγουσας 2, είχε πωλήσει ένα ακίνητο και από το προϊόν της πώλησης, κατατέθηκαν στο δικό μου λογαριασμό που διατηρούσα στην εναγομένη 1 €100.000 .». Με βάση τα πιο πάνω, για την αγορά των χρεογράφων, ο ενάγοντας χρησιμοποίησε και το όριο που παραχώρησε η τράπεζα στην πιο πάνω εταιρεία. Συνεπώς, δεν γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι και το έτος 2008 ποσό €100.000 κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό. Ήταν η θέση του ότι, γύρω στον Ιούλιο του 2008, ο ΧΧΧ Παπαλεοντίου του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ένα πολύ καλό σχέδιο με ψηλό επιτόκιο που προσφέρει η τράπεζα και όταν τον ρώτησε πληροφορίες, του ανέφερε ότι πρόκειται για κατάθεση, υπό μορφή γραμματίου, η οποία δίνει ψηλό επιτόκιο ύψους 6,5% και αν χρειαζόταν δάνειο θα του παραχωρείτο. Κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε, προχώρησε με την αγορά των χρεογράφων. Στις 13.3.2009 συνομολόγησε συμφωνία, με την οποία η τράπεζα του παραχώρησε δάνειο, ύψους €80.000, το οποίο, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο ύψους 8,25%. Η συνεννόηση του ενάγοντα με τον τραπεζίτη, ήταν ότι η πληρωμή του δανείου θα γινόταν από τους τόκους των χρεογράφων και στη λήξη των πέντε ετών, η τράπεζα θα λάμβανε τις €80.000 που του δάνεισε και θα του επέστρεφε το ποσό των €20.
  3. Τα χρεόγραφα, όμως, έφεραν τόκο 6,5%, ενώ το δάνειο, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, έφερε ψηλότερο επιτόκιο, ήτοι 8,25%. Όταν συνομολογήθηκε η συμφωνία δανείου κατά το Μάρτιο του 2009, γνώριζε ότι δεν μπορούσε να του επιστραφεί το ποσό των €20.000, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, αφού το δάνειο έφερε ψηλότερο επιτόκιο απ' ότι τα χρεόγραφα. Ο ενάγοντας, ως ο ίδιος ανέφερε, πρόκειται για άτομο με πανεπιστημιακή μόρφωση, πολιτικός μηχανικός, η σύζυγος του είναι λογίστρια και στο παρελθόν αγόραζε και πωλούσε μετοχές και ειδικότερα την περίοδο 1989-1992, 2006 και 2007 και πιθανόν το
  4. Στο στάδιο της αντεξέτασης αναγνώρισε ότι στο παρελθόν, υπέγραψε αίτηση για άσκηση των δικαιωμάτων προτίμησης, στα πλαίσια της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας (βλ. Τεκ. 9). Παρά ταύτα, στην προσπάθεια του να καταδείξει άγνοια, σε σχέση με επενδύσεις, δήλωσε ότι δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς αφορά η συγκεκριμένη αίτηση. Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Αφού δεν γνώριζε, γιατί υπέβαλε την σχετική αίτηση; Καμία πειστική εξήγηση έδωσε περί τούτου. Στις αιτήσεις για αγορά των μετατρέψιμων χρεογράφων 2013/2018 και στη συνέχεια για μετατροπή τους σε μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου και σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου, τις οποίες να σημειωθεί υπέγραψε, ρητά βεβαιώνει, μεταξύ άλλων, ότι είχε τη γνώση και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσής του, αποδεχόταν τους όρους έκδοσης που περιέχονταν στα ενημερωτικά δελτία και περαιτέρω δήλωνε ότι δεν του παρασχέθηκε οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την τράπεζα ή από οποιονδήποτε υπάλληλό της. Περαιτέρω δε, αναφορικά με την αγορά των ΜΑΕΚ, επιπρόσθετα δήλωνε ότι δεν παροτρύνθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο (βλ. Τεκ. 10, 11, 13 και 14). Αναφερόμενος, στις πιο άνω αιτήσεις, ήταν η θέση του ότι είδε μόνο τα ποσά και υπέγραψε. Τα «ψιλά γράμματα» δεν τα διάβασε καθότι, ως δήλωσε, «. είναι η προσφιλής τακτική της τράπεζας, πας εκεί και σου λέει, έλα δαμαί, υπόγραψε δαμαί και υπογράφεις, ., ούτε σου τα δίνουν από πριν, ούτε σου δίνουν χρόνο να τα διαβάσεις». Ισχυρίστηκε δε ότι «Ο τρόπος που λειτουργεί η τράπεζα δεν σε αφήνει ποτέ να υπογράψεις .». Τα όσα περί τούτου ανέφερε, πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Δεν έχει καθορίσει, με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται, το τι ακριβώς διαδραματίστηκε κατά την υπογραφή των αιτήσεων. Πέρα δε τούτου, επισημαίνεται ότι οι σχετικές αιτήσεις δεν πρόκειται για πολυσέλιδα έγγραφα και οι σχετικές δηλώσεις του, όπως καταγράφονται σε αυτές, βρίσκονται ακριβώς πάνω από το ποσό, το οποίο ως ο ίδιος ανέφερε, διάβασε, είναι ευανάγνωστες και διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή, απλό και κατανοητό. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζεται ότι ο ενάγοντας είναι άτομο με πανεπιστημιακή μόρφωση, ο οποίος μάλιστα αγόραζε και πωλούσε μετοχές στο παρελθόν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο ενάγοντας έκανε εκτενή αναφορά στον τρόπο απόκτησης των χρεογράφων του 2008 και τη μετατροπή αυτών σε αξιόγραφα. Όταν ρωτήθηκε για την μετατροπή των τελευταίων σε ΜΑΕΚ, ανέφερε ότι «. Προσπαθούσα να διασφαλίσω, να καλυτερεύσω τη θέση μου για να μην πληρώνω επιπρόσθετα λεφτά, όπως μου έλεγε ο κ. ΧΧΧ Παπαλεοντίου.» Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ρητά ανέφερε ότι γύρω στα τέλη του 2011 επικοινώνησε μαζί του ο κ. ΧΧΧ Παπαλεοντίου, ο οποίος τον κάλεσε να υποθηκεύσει περιουσία του, ως εξασφάλιση του δανείου, διότι δεν καλυπτόταν και ο ίδιος αρνήθηκε. Δεν παρέθεσε λεπτομέρειες σε σχέση με το τι διαδραματίστηκε και πως τον εξώθησε ώστε τα αξιόγραφα του 2009 να μετατραπούν σε ΜΑΕΚ το
  5. Ο ενάγοντας, στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι στις 13.3.2009 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου, με την οποία η τράπεζα του παραχώρησε δάνειο ύψους €80.000 (βλ. Τεκ. 3). Ήταν η θέση του ότι αντιλήφθηκε, για πρώτη φορά, ότι η σύζυγος του ήταν εγγυήτρια στο πιο πάνω δάνειο, κατά το έτος 2011, όταν επικοινώνησε μαζί του ο κ. ΧΧΧ Παπαλεοντίου αφού την ίδια ημέρα που του παραχωρήθηκε το δάνειο, η τράπεζα παραχώρησε αντίστοιχο δάνειο και στην σύζυγό του. Οι πιο πάνω δηλώσεις του, κατ' ελάχιστον, κατατάσσονται, ως μη πειστικές. Και εξηγώ. Στις 5.3.2009, ο ενάγοντας υπέβαλε σχετική αίτηση προς την τράπεζα, για να του παραχωρηθεί δάνειο ύψους €80.000 και ρητά αναφέρεται σ' αυτήν ότι, ως εξασφάλιση θα ενεχυριάζονταν τα 100.000 χρεόγραφα της Τράπεζας Κύπρου και η ΧΧΧ Ξενοφώντος θα παραχωρούσε προσωπική εγγύηση «. πάνω στο ενσωματωμένο εγγυητήριο έγγραφο της συμφωνίας δανείου .» (βλ. Τεκ. 3, σελ. 1). Πέρα δε τούτου, αμέσως μετά τη συμφωνία δανείου, υπάρχει εγγύηση για περιορισμένο ποσό από το πιο πάνω πρόσωπο (βλ. Τεκ. 3). Η όλη παρουσία του ενάγοντα, στο εδώλιο του μάρτυρα, δεν ήταν θετική. Όπως υποδεικνύεται πιο πάνω, η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης και χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, παλινδρομήσεις, ταλαντεύσεις και υπεκφυγές. Εμφανής ήταν η πρόθεση του να ανακτήσει την ζημιά που υπέστηκε συνεπεία της αγοράς, από μέρους του, των πιο πάνω αξιών, παραθέτοντας ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή σε όση έκταση έρχεται σε σύγκρουση με τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Ο ενάγοντας κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. ΧΧΧ Σιαρλή, ο οποίος διετέλεσε Α' γενικός διευθυντής του συγκροτήματος της τράπεζας και στα πλαίσια των καθηκόντων του, ασχολήθηκε με τα χρεόγραφα/αξιόγραφα. Όπως ο ίδιος αναγνώρισε, εναντίον του εκκρεμούν αγωγές που καταχωρίστηκαν από την τράπεζα, οι οποίες αφορούν την αγορά χρεογράφων και επιπρόσθετα, εκκρεμεί και αίτηση για ακύρωση δόλιας μεταβίβασης. Ήταν η θέση του πιο πάνω προσώπου ότι, η τράπεζα γνώριζε για την πώληση του ακινήτου της οικογένειας Ξενοφώντος και ο ΧΧΧ Καραγιάννης, διευθυντής της τράπεζας, ήταν σε συνεχή επαφή με τον ΧΧΧ Ξενοφώντος και παρακολουθούσε την πώληση και είσπραξη του ποσού της αγοραπωλησίας. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι ο ΧΧΧ Παπαλεοντίου, του οποίου προϊστάμενος ήταν ο ΧΧΧ Καραγιάννης, «επικοινώνησε όχι μόνο με τον ενάγοντα αλλά και με τη σύζυγο του και τον αποβιώσαντα πατέρα της, εξωθώντας τους να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα που γνώριζε ότι εισέπραξαν από την πώληση του ακινήτου .» για να αγοράσουν χρεόγραφα της τράπεζας. Παρέλειψε να παραθέσει όλες εκείνες τις λεπτομέρειες, σε σχέση με τον τρόπο που εξώθησε ο ΧΧΧ Παπαλεοντίου τον ενάγοντα, στην αγορά των χρεογράφων. Πέραν δε τούτου, στη γραπτή του δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του, ρητά δήλωσε ότι όλα όσα αναφέρει σ' αυτή τα γνωρίζει προσωπικά, λόγω της ενασχόλησης του στην τράπεζα αλλά και λόγω του γεγονότος ότι ήταν διαχειριστής της περιουσίας του ΧΧΧ Ξενοφώντος. Ανέφερε ότι, εξ όσων θυμόταν, ο ΧΧΧ Παπαλεοντίου εξώθησε τον ενάγοντα να αγοράσει χρεόγραφα. Στο στάδιο της αντεξέτασης όμως, αναγνώρισε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον ενάγοντα και ότι η πληροφόρηση του, προερχόταν από τον ΧΧΧ Καραγιάννη, πράγμα το οποίο παρέλειψε να αναφέρει στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Ο κ. ΧΧΧ Σιαρλή, στο στάδιο της αντεξέτασης, δήλωσε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο απόκτησης των χρεογράφων από τον ενάγοντα, ο ΧΧΧ Καραγιάννης τον διαβεβαίωσε ότι ο υφιστάμενος του, ΧΧΧ Παπαλεοντίου, ήταν σε επαφή με την σύζυγό του ενάγοντα. Σε μεταγενέστερο όμως στάδιο διαφοροποιήθηκε, αναφέροντας ότι, ως τον πληροφόρησε ο ΧΧΧ Καραγιάννης, ο τελευταίος ήταν που μίλησε με τη σύζυγο του ενάγοντα, ενώ σε σχέση με τον ενάγοντα, το είχε αναθέσει στον ΧΧΧ Παπαλεοντίου. Ήταν η θέση του κ. ΧΧΧ Σιαρλή ότι αποτελούσε τακτική της τράπεζας να προσεγγίζει άτομα που γνώριζε ότι είχαν χρήματα αλλά και άτομα που κατείχαν μετοχές της, για να τους ωθήσει στην αγορά των χρεογράφων. Οι δε υπάλληλοι της τράπεζας, ως ανέφερε, δεν ευθύνονται με οποιοδήποτε τρόπο καθότι ήταν πολιτική της τράπεζας. Κατ' αρχήν, τα όσα περί τούτου ανέφερε, πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Αναμενόταν από το συγκεκριμένο πρόσωπο, διευθυντικό στέλεχος της Τράπεζας Κύπρου κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο οποίος ασχολήθηκε με τα χρεόγραφα/αξιόγραφα, να καθορίσει, με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται, όλες τις σχετικές λεπτομέρειες αναφορικά με την απόφαση με την οποία καθορίστηκε η πολιτική της τράπεζας και με την οποία ωθούσε πρόσωπα να αποκτήσουν κινητές αξίες. Δεν το έπραξε. Επιπρόσθετα, αναγνώρισε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την κάθε περίπτωση πώλησης αξιογράφων από την τράπεζα, πλην όμως, κατά τρόπο αυθαίρετο, εξήγαγε το συμπέρασμα ότι η πώληση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και σε άλλες, δεν ήταν η ενδεικνυόμενη υπό τις περιστάσεις, βασιζόμενος, ουσιαστικά, στην απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας. Έφτασε στο σημείο να αναφέρει ότι, η προσπάθεια που γίνεται, ώστε η κάθε περίπτωση πώλησης κινητών αξιών να εξετάζεται χωριστά, είναι λανθασμένη, ενόψει της πιο πάνω απόφασης. Επί τούτου επισημαίνεται, ότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι, οι νομικοί σύμβουλοι της τράπεζας δεν τους υπέδειξαν ότι ο τρόπος διάθεσης των κινητών αξιών, ήταν λανθασμένος και ότι τέτοια προσέγγιση ήταν παράνομη. Με ευκολία, επέρριψε ευθύνες σε άλλους, χωρίς προηγουμένως να θέσει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν ήταν θετική. Εμφανής ήταν η πρόθεση του να βοηθήσει την πλευρά του ενάγοντα, παραθέτοντας ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και εξήγαγε, κατά τρόπο αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο, συμπεράσματα τα οποία αφορούσαν και την παρούσα υπόθεση. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του. Στην αντίπερα όχθη, σε σχέση με τις συνθήκες απόκτησης των κινητών αξιών από τον ενάγοντα, η τράπεζα κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. ΧΧΧ Παπαλεοντίου. Η μαρτυρία του έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης. Ήταν η θέση του ότι δεν παρέσχε οποιεσδήποτε επενδυτικές συμβουλές στον ενάγοντα και δεν τον προέτρεψε καθ' οιονδήποτε τρόπο να αγοράσει κινητές αξίες. Εξάλλου, ως ανέφερε, ο θείος της συζύγου του ενάγοντα ήταν ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της τράπεζας και, ως χαρακτηριστικά δήλωσε, η οικογένεια Ξενοφώντος είχε ενημέρωση εκ των άνω δωμάτων της τράπεζας. Ήταν η θέση του, ότι για την αγορά, από τον ενάγοντα, των επίδικων κινητών αξιών, συνολικής τότε αξίας €100.000, χρησιμοποιήθηκε και το όριο ύψους €34.172, που διατηρούσε η εταιρεία Κ. Xenofondos & A. Ioannou Developments Co Ltd στην τράπεζα, ως επίσης και άλλα χρήματα που προήλθαν από άλλη τράπεζα. Παρουσίασε στο Δικαστήριο καταστάσεις λογαριασμού (βλ. Τεκ. 36). Για την αγορά των πιο πάνω χρεογράφων, ο ενάγοντας διέθεσε €45.000, το οποίο προήλθε από λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας (βλ. Τεκ. 10), ως επίσης και το ποσό των €15.000 που μεταφέρθηκε από την Alpha Bank σε λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία A.C. Ioannou Developments Ltd, στην τράπεζα. Επιπρόσθετα δε ο ενάγοντας, για τη συμπλήρωση του ποσού των €100.000 για την αγορά χρεογράφων, κατέθεσε επιταγή της Alpha Bank για το ποσό των €40.000 (βλ. Τεκ. 11, σελ. 3). Έτσι, ως ισχυρίστηκε, ο ενάγοντας για την αγορά των χρεογράφων, χρησιμοποίησε και χρήματα που διατηρούσε η πιο πάνω εταιρεία σε λογαριασμό παρατραβήγματος. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στο δάνειο που έλαβε ο ενάγοντας από την τράπεζα. Ήταν η θέση του ότι, ουδέποτε ζήτησε από τον ενάγοντα κατά το έτος 2011 να παραχωρήσει προς όφελος της τράπεζας υποθήκη, ως ισχυρίστηκε ο τελευταίος. Ο κ. ΧΧΧ Παπαλεοντίου δεν περιέπεσε σε οποιανδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Παρέθεσε την πραγματικότητα, όπως την συνέλαβε, χωρίς διαθλάσεις ή εξογκώσεις ή υπερβολές. Με σαφή, πειστικό και αταλάντευτο τρόπο αναφέρθηκε στα γεγονότα, όπως ο ίδιος τα γνώριζε. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του, χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό. Οι υπόλοιποι μάρτυρες, που κλήθηκαν, δεν είχαν ιδία γνώση σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ενάγοντας απέκτησε τα χρεόγραφα και τον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος τα μετέτρεψε, αρχικά σε αξιόγραφα και ακολούθως σε ΜΑΕΚ. Η μαρτυρία της κας ΧΧΧ Θεοδώρου και του κ. ΧΧΧ Πιερίδη περιστράφηκε, μεταξύ άλλων και στο περιεχόμενο των ενημερωτικών δελτίων. Τονίζεται, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, ο τελευταίος δεν γνώριζε για την ύπαρξη των ενημερωτικών δελτίων και δεν βασίστηκε σ' αυτά για την αγορά των επίδικων κινητών αξιών αλλά τις απέκτησε βασιζόμενος στις δηλώσεις του διευθυντή της τράπεζας. Η μαρτυρία του ενάγοντα δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Η παρούσα, δεν είναι η περίπτωση όπου το πρόσωπο απέκτησε τις κινητές αξίες, βασιζόμενο στην εσφαλμένη, πλημμελή ή ελλιπή ενημέρωση του ενημερωτικού δελτίου και συνεπεία τούτου υπέστηκε ζημιά. Παρά ταύτα, όμως, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση των πιο πάνω προσώπων. Η μαρτυρία της κας ΧΧΧ Θεοδώρου, λειτουργού στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά των επίδικων κινητών αξιών, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, τα οποία ενέχουν κινδύνους, γεγονός το οποίο παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Στη μαρτυρία της, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε σε σημαντικά στοιχεία, τα οποία θα έπρεπε να τονίζονται στους υποψήφιους αγοραστές και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, θα έπρεπε να τους τονίζεται «με μεγάλα γράμματα», μεταξύ άλλων, ότι τα χρεόγραφα/αξιόγραφα δεν αποτελούν κατάθεση, ούτε γραμμάτιο τακτής προθεσμίας, ότι δεν είναι εξασφαλισμένα, δεν έχουν ημερομηνία λήξης, ότι η τράπεζα μπορεί να ακυρώσει την τοκοφορία και ότι υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων. Αυτά, κατά τη θέση της, συνιστούν κατανοητή μορφή και στα ενημερωτικά δελτία εμπεριέχονται περίπλοκοι οικονομικοί όροι. Εκείνο που έχει σημασία, δεν είναι η εξαντλητική αναφορά στο ενημερωτικό δελτίο, το τι δεν αποτελούν τα χρεόγραφα/αξιόγραφα/ΜΑΕΚ. Με το ενημερωτικό δελτίο θα πρέπει να καλύπτονται οι ανάγκες πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, ως καθορίζονται στον Περί Δημόσιας Προσφοράς του Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου και θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να διασφαλιστεί η ακρίβεια, πληρότητα, σαφήνεια και επικαιρότητα του με στόχο την ορθή, πλήρη και αντικειμενική πληροφόρηση των επενδυτών. Περαιτέρω, αυτό θα πρέπει να περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, προκειμένου να παρέχεται στους επενδυτές η δυνατότητα να εκτιμούν με πληρότητα τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τη χρηματοοικονομική κατάσταση, τα κέρδη, τις ζημιές και τις προοπτικές του εκδότη, καθώς και τα δικαιώματα που ενσωματώνονται στις κινητές αξίες, ως επίσης περιγραφή των κινδύνων που σχετίζονται με την επένδυση στη συγκεκριμένη κινητή αξία, τους όρους προσφοράς, ως επίσης και άλλα στοιχεία, ως καθορίζονται στο Νόμο. Αντεξεταζόμενη, απέφευγε να απαντήσει με ευθύτητα, κατά πόσο είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα αξιογράφων. Επί τούτου, σε σχετική ερώτηση ανέφερε «Απαντώ πως δεν εργάζομαι στο αρμόδιο τμήμα έγκρισης των ενημερωτικών δελτίων». Στη μαρτυρία της ανέφερε ότι στα ενημερωτικά δελτία εμπεριέχονται περίπλοκοι οικονομικοί όροι, τους οποίους ο μέσος επενδυτής πιθανόν να μην μπορεί να κατανοήσει. Υπενθυμίζεται ότι τα ενημερωτικά δελτία εγκρίθηκαν, ως προς την πληρότητα των πληροφοριών τους, από την αρμόδια αρχή και ως ο Νόμος ρητά ορίζει, οι πληροφορίες που περιέχονται σ' αυτά θα πρέπει να παρουσιάζονται με εύληπτο τρόπο ώστε να είναι ευχερής η ανάγνωση τους (βλ. άρθρο 8
(2)του πιο πάνω Νόμου). Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Αν δεν ήταν έτσι, γιατί εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, λαμβανομένων υπόψη των όσων ανέφερε; Καμία πειστική εξήγηση έδωσε. Πέρα δε τούτου, στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω, ο ενάγοντας, προτού προβεί στην αγορά των επίδικων αξιών, με τις αιτήσεις του δήλωνε, μεταξύ άλλων, ότι είχε τη γνώση και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης του, αποδεχόταν τους όρους έκδοσης, ότι δεν του παρασχέθηκε οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή και επιπρόσθετα, αναφορικά με την αγορά των ΜΑΕΚ, δήλωνε ότι δεν παροτρύνθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από οποιοδήποτε υπάλληλο της τράπεζας. Γενικά η παρουσία της, στο εδώλιο του μάρτυρα, δεν ήταν θετική και για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή, σε όση έκταση έρχεται σε σύγκρουση με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Η μαρτυρία του κ. ΧΧΧ Πιερίδη έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Πιττάλης κ.α. ν. Iarina Enterprises Ltd. Κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. V. Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013). Με βάση τα ακαδημαϊκά του προσόντα και εμπειρία, όπως περιγράφονται ανωτέρω, το πιο πάνω πρόσωπο θεωρείται εμπειρογνώμονας για χρηματοοικονομικά θέματα. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησε ο ενάγοντας τις επίδικες αξίες, ούτε και εάν ανέγνωσε τα ενημερωτικά δελτία. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα ενημερωτικά δελτία όπου επισήμανε ότι δεν γίνεται ανάδειξη των μεγάλων κινδύνων από την κατοχή των ΟΕΔ, από την τράπεζα και επιπρόσθετα, η τελευταία παραβίασε συγκεκριμένες αρχές του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης (Α1, Α3 και Γ2). Ανέφερε ότι στις 14.1.2011 οι οίκος αξιολόγησης Fitch, ως επίσης και άλλοι οίκοι σε μεταγενέστερες ημερομηνίες, κατέταξαν τα ΟΕΔ σε «σκουπίδια». Το ενημερωτικό δελτίο που αφορούσε τα ΜΑΕΚ ήταν ημερομηνίας 5.4.2011 και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνώριζε ότι η τράπεζα κατείχε τα ΟΕΔ. Αναμενόταν, από την τελευταία, να γνωρίζει ότι τα ΟΕΔ κατατάχθηκαν ως «σκουπίδια». Όπως ο ίδιος ανέφερε, τα ενημερωτικά δελτία εγκρίθηκαν, ως προς την πληρότητα των στοιχείων τους, σε σχέση με την κάλυψη των αναγκών πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού. Ευλόγως γεννιέται το ακόλουθο ερώτημα. Γιατί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου τα ενέκρινε αφού σ' αυτά, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε, δεν έγινε ανάδειξη των πιο πάνω κινδύνων; Καμία πειστική εξήγηση δεν δόθηκε από μέρους του. Με την κατάταξη των ΟΕΔ σε «σκουπίδια» θα έπρεπε, ως ανέφερε, να συγκληθεί η αρμόδια επιτροπή της τράπεζας για να προχωρήσει στην πώλησή τους και με τον τρόπο αυτό, αν η τράπεζα ενεργούσε σε ορθολογιστική βάση, δεν θα ζήμιωνε €1,5 δις. Από τη στιγμή που κατατάχθηκαν ως «σκουπίδια», καθώς αντιλαμβάνομαι δεν είχαν οποιαδήποτε σημαντική αξία. Συνεπώς, τα όσα πιο πάνω ανέφερε, περί ορθολογιστικής αντιμετώπισης από μέρους της τράπεζας και ότι οι κάτοχοι αξιογράφων δεν θα ζήμιωναν, επρόκειτο για γενικό, αόριστο, ατεκμηρίωτο και αυθαίρετο συμπέρασμα. Γενικά, η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική και για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Η εναγόμενη-τράπεζα, κάλεσε ως μάρτυρα και την κα ΧΧΧ Σωφρονίου. Το πιο πάνω πρόσωπο αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις διάφορες εκδόσεις χρεογράφων/αξιογράφων. Αναγνώρισε ότι πρόκειται για περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα και επεξήγησε τις μεταξύ τους διαφορές. Ανέφερε δε ότι τα ενημερωτικά δελτία που εκδόθηκαν, εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (βλ. Τεκ. 16, 17 και 18) και ήταν διαθέσιμα τόσο σε ηλεκτρονική όσο και σε έντυπη μορφή, στα καταστήματα της Τράπεζας Κύπρου, ως επίσης στις κατοικίες των δικαιούχων αποστέλλονταν περιληπτικά σημειώματα. Αναφορικά με την τελευταία της αναφορά, δεν μπορεί να εξαχθεί με οιονδήποτε τρόπο το συμπέρασμα ότι αποστάληκε περιληπτικό σημείωμα και στον ενάγοντα, αφού ελλείπει οποιαδήποτε, περί τούτου, σχετική μαρτυρία. Επιπρόσθετα δε, αναφέρθηκε στη διαδικασία των αιτήσεων. Επισήμανε ότι ο αιτητής μπορούσε να μεταβεί σε οποιοδήποτε κατάστημα της τράπεζας και να υποβάλει την αίτηση του. Ο ταμίας της τελευταίας, με βάση την μερίδα επενδυτή, συνδεόταν με το σύστημα του τμήματος μετοχών, όπου συμπληρώνονταν τα στοιχεία του επενδυτή και ακολούθως δεσμευόταν το ανάλογο ποσό από το λογαριασμό του επενδυτή, ώστε να διεκπεραιωθεί η αίτηση. Στην περίπτωση, που ο αιτητής δεν ήταν πελάτης της τράπεζας, μπορούσε να καταθέσει επιταγή για το ποσό που αφορούσε η αίτηση του. Η κα ΧΧΧ Σωφρονίου δεν γνώριζε τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο ενάγοντας απόκτησε τα χρεόγραφα και στη συνέχεια τις συνθήκες που μετατράπηκαν αρχικά σε αξιόγραφα και ακολούθως σε ΜΑΕΚ. Ανέφερε ότι η τράπεζα εξέδωσε γενική εγκύκλιο σε σχέση με την προώθηση των αξιογράφων (βλ. Τεκ. 39) και επιπρόσθετα γίνονταν περιφερειακές συναντήσεις και δινόταν υλικό στους διευθυντές και συνήθως υποδιευθυντές κάποιων καταστημάτων της τράπεζας, για να γνωρίζουν πως να απαντούν σε σχετικές ερωτήσεις (βλ. Τεκ. 40.1 - 40.3). Επιπρόσθετα, κατά το έτος 2011 λειτούργησε και τηλεφωνικό κέντρο. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η πιο πάνω εγκύκλιος (βλ. Τεκ. 39), αφορά τις αιτήσεις για την αγορά ΜΑΕΚ του 2011. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι οι ερωτήσεις-απαντήσεις που δόθηκαν από την τράπεζα σε προσωπικό της, αφορούσαν τα μετατρέψιμα χρεόγραφα (βλ. Τεκ. 40.1), τα μετατρέψιμα αξιόγραφα (βλ. Τεκ. 40.2) και τα ΜΑΕΚ (βλ. Τεκ. 40.3). Από την ύπαρξη των πιο πάνω εγγράφων και αυτή καθ' εαυτή τη λειτουργία του τηλεφωνικού κέντρου το 2011, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της απόκτησης των χρεογράφων και των μετατρέψιμων αξιογράφων, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η τράπεζα, σε καμία περίπτωση, δεν παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, εξέφρασε και άποψη σε νομικά ζητήματα και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η παραλαβή αίτησης για αγορά χρηματοοικονομικών μέσων, δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, για τους λόγους που εξήγησε. Το κατά πόσο η λήψη και η διαβίβαση εντολών, σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα, συνιστά επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα, αυτό θα διαπιστωθεί από το Δικαστήριο με βάση τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τη σχετική νομοθεσία. Στη μαρτυρία της, ανέφερε ότι η τράπεζα δεν έδωσε κίνητρα στους πελάτες της να εξαργυρώσουν γραμμάτια, με σκοπό την επένδυση τους στις πιο πάνω κινητές αξίες. Εκείνο που γινόταν από την τράπεζα, στην περίπτωση που οι επενδυτές επιθυμούσαν να εξαργυρώσουν γραμμάτια, με σκοπό την αγορά κινητών αξιών, ήταν η μη επιβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης σ' αυτά. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της, ότι δεν έδωσε κίνητρα η τράπεζα, ως αναφέρεται πιο πάνω, δεν γίνεται αποδεκτός. Και εξηγώ. Η μη επιβάρυνση, ήταν μορφή επιβράβευσης και ήταν μιας μορφής κίνητρο. Παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ενάγοντας απέκτησε τα πιο πάνω χρηματοοικονομικά μέσα, εντούτοις, ήταν η θέση της ότι η τράπεζα δεν παρείχε σ' αυτόν επενδυτική συμβουλή ή και οποιεσδήποτε άλλες επενδυτικές υπηρεσίες. Όταν ρωτήθηκε, στο στάδιο της αντεξέτασης, ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τι έλεγαν οι υπάλληλοι των καταστημάτων στους υποψήφιους επενδυτές, καθότι δεν ήταν παρούσα, αυτή ανέφερε «Το γνωρίζω, γιατί ήμουν στη συγκεκριμένη ομάδα εργασίας και τις τρεις εκδόσεις, είναι τι μπορούσαν να πουν, ακόμη και τις απορίες που είχαν τι τους λέγανε.» Επιπρόσθετα δε, όταν ρωτήθηκε, πως είναι σε θέση να καθορίζει με βεβαιότητα ότι δεν παρέχοναν επενδυτικές συμβουλές, αυτή απάντησε «Η επενδυτική συμβουλή ορίζεται, το γνωρίζετε πολύ καλά, με κάποια συγκεκριμένα πράγματα. Άρα σίγουρα οποιοσδήποτε υπάλληλος συνάδελφος στην τράπεζα δεν μπορούσε να δώσει επενδυτική συμβουλή και νομίζω ούτε θα ήθελε να δώσει επενδυτική συμβουλή.». Εμφανής ήταν η πρόθεση της να βοηθήσει την εργοδότη της - τράπεζα. Επιπρόσθετα δε, το πιο πάνω συμπέρασμα της, κατ' ελάχιστον κατατάσσεται ως αυθαίρετο και μη πειστικό αφού, όπως η ίδια έχει αναγνωρίσει, δεν ήταν παρούσα σε κάθε περίπτωση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το γεγονός ότι στάληκαν σε υπαλλήλους της τράπεζας, εγκύκλιοι και άλλα έγγραφα, ως επίσης ότι λειτούργησε τηλεφωνικό κέντρο το 2011, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι, οι υπάλληλοι της τράπεζας δεν παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες, όπως π.χ. επενδυτική συμβουλή, πλην όμως συνυπολογίζονται στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας για την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Στη μαρτυρία της ανέφερε ότι τα καταστήματα της τράπεζας παραλάμβαναν τις αιτήσεις, χρεοπίστωναν τους λογαριασμούς και δεν εισέπρατταν χρήματα και, ως τόνισε, ο ρόλος τους ήταν η διεκπεραίωση της πληρωμής του τιμήματος που αφορούσε η αίτηση. Παρά ταύτα, όμως, με βάση τα όσα η ίδια ανέφερε, σε σχέση με αιτητές που δεν ήταν πελάτες της τράπεζας, αποδέχονταν καταθέσεις επιταγών, με σκοπό να υλοποιήσουν το αίτημά τους. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 219/12 ημερ. 29.11.13 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το μέρος της μαρτυρίας της κας Α. Σωφρονίου, το οποίο ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, έχει ως ακολούθως: (
  1. i)Η τράπεζα προέβηκε σε εκδόσεις χρεογράφων, μετατρέψιμων αξιογράφων και ΜΑΕΚ. (
  2. ii)Τα ενημερωτικά δελτία, που αφορούν τις πιο πάνω εκδόσεις, εγκρίθηκαν από την αρμόδια αρχή και ήταν διαθέσιμα. (iii) Τα καταστήματα της τράπεζας παραλάμβαναν αιτήσεις για αγορά κινητών αξιών και ο ταμίας της τελευταίας, με βάση τη μερίδα επενδυτή, συνδεόταν με το σύστημα του τμήματος μετοχών, όπου συμπληρώνονταν αυτόματα τα στοιχεία του επενδυτή. Ο ταμίας, μπορούσε να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό του επενδυτή και, σε τέτοια περίπτωση, δεσμευόταν το ανάλογο ποσό, ώστε να διεκπεραιωθεί η αίτηση. Στην περίπτωση όπου αιτητής δεν ήταν πελάτης της τράπεζας, κατέθετε επιταγή, προς διεκπεραίωση του αιτήματός του. (
  3. iv)Η τράπεζα έδωσε σε προσωπικό της, ερωτοαπαντήσεις (βλ. Τεκ. 40.1-40.3) και ότι κατά το έτος 2011 λειτούργησε τηλεφωνικό κέντρο. Τα πιο πάνω, αδιαμφισβήτητα γεγονότα, γίνονται αποδεκτά, σε αντίθεση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της που, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν γίνεται αποδεκτό. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, δεν γίνονται αποδεκτά τα αυθαίρετα συμπεράσματα της ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση η τράπεζα δεν παρείχε στον ενάγοντα επενδυτική υπηρεσία καθότι δεν είχε ιδία γνώση για τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Η μαρτυρία του κ. ΧΧΧ Μαννάρη, αναλογιστή, έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Κατ' αρχήν, επισημαίνεται ότι δεν γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ενάγοντας απέκτησε τις επίδικες κινητές αξίες. Αφού μελέτησε τα συγκεκριμένα έγγραφα, δήλωσε ότι ο ενάγοντας, τις απέκτησε στην πρωτογενή αγορά μέσω δημόσιας προσφοράς με ενημερωτικό δελτίο και συνακόλουθα, ως ισχυρίστηκε, δεν υφίσταται επενδυτική υπηρεσία αφού, οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές, συμμετείχαν στην έκδοση με την συμπλήρωση και την παράδοση αιτήσεων. Πρόκειται για αυθαίρετο συμπέρασμα. Και εξηγώ. Το γεγονός ότι, αποκτούνται, χρηματοοικονομικά μέσα όπως καθορίζονται στο Νόμο, στην πρωτογενή αγορά, δεν οδηγεί από μόνο του, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι η τράπεζα δεν παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες. Το τι συνιστά επενδυτική υπηρεσία ρητά αναφέρεται στο Νόμο και αν παρείχε ή όχι η τράπεζα τέτοιες υπηρεσίες, είναι ζήτημα πραγματικό. Ήταν η θέση του ότι, στην περίπτωση που υφίσταται δημόσια προσφορά, μέσω ενημερωτικού δελτίου προς το κοινό, στην πρωτογενή αγορά, η διαχείριση των κινδύνων εξαντλείται μέσω του ενημερωτικού δελτίου και δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων. Δήλωσε, χαρακτηριστικά, «. η προστασία του κοινού εξαντλείται από το ενημερωτικό δελτίο». Όταν η τράπεζα, παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, οφείλει να εφαρμόζει τις πρόνοιες του Νόμου και η προστασία του κοινού δεν εξαντλείται μόνον από το ενημερωτικό δελτίο. Η πιο πάνω αναφορά του κατατάσσεται ως αυθαίρετη και επιπρόσθετα, με τη δήλωση του αυτή, εμφανής ήταν η πρόθεση του, να βοηθήσει την πλευρά της τράπεζας. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι η παραλαβή αιτήσεων από την τράπεζα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επενδυτική υπηρεσία, παραθέτοντας το παράδειγμα, όπου κάποιος παραδίδει την αίτηση, για απόκτηση κινητών αξιών, στον ταχυδρόμο και έτσι, ως προέβαλε, ο τελευταίος δεν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες. Τα καταστήματα της τράπεζας, ως ισχυρίστηκε, παραλάμβαναν τις αιτήσεις και «. ενεργούσαν ως κιβώτια προσφορών ή σαν ταχυδρόμοι». Στη μαρτυρία της, η κα ΧΧΧ Σωφρονίου, ανέφερε ότι ο αιτητής, ο οποίος επιθυμούσε να αγοράσει κινητές αξίες, μπορούσε να μεταβεί σε οποιοδήποτε κατάστημα της τράπεζας και να υποβάλει την αίτηση του. Ο ταμίας της τελευταίας, με βάση τη μερίδα επενδυτή, συνδεόταν με το σύστημα του τμήματος μετοχών, όπου συμπληρώνονταν αυτόματα τα στοιχεία του επενδυτή. Ο ταμίας μπορούσε να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό του επενδυτή και, σε τέτοια περίπτωση, δεσμευόταν το ανάλογο ποσό, ώστε να διεκπεραιωθεί η αίτηση. Στην περίπτωση όπου αιτητές δεν ήταν πελάτες της τράπεζας, κατέθεταν επιταγές. Τα δε καταστήματα διεκπεραίωναν την πληρωμή του τιμήματος πώλησης. Τα πιο πάνω, που περιέγραψε η κα ΧΧΧ Σωφρονίου, δεν μπορούσαν να διενεργηθούν από ταχυδρόμο, ως ο κ. ΧΧΧ Μαννάρης ανέφερε στη μαρτυρία του. Επιπρόσθετα, διέλαθε της προσοχής του, ότι ο ταχυδρόμος δεν είναι, ούτε αδειοδοτημένη ΕΠΕΥ, για να παρέχει υπηρεσίες, ούτε και τράπεζα η οποία, εκ του Νόμου δύναται να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες (βλ. άρθρο 118 του Νόμου). Εμφανής η πρόθεση του να βοηθήσει, με κάθε τρόπο, την πλευρά της τράπεζας. Η όλη παρουσία του, στο εδώλιο του μάρτυρα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν ήταν θετική. Εμφανής ήταν η πρόθεση του να βοηθήσει την πλευρά της τράπεζας, παραθέτοντας ισχυρισμούς οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και επιπρόσθετα εξήγαγε συμπεράσματα κατά τρόπο ατεκμηρίωτο και αυθαίρετο. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του. Ζ. Ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: (
  4. i)Ο ενάγοντας, απόφοιτος πανεπιστημίου, εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός και κατά την περίοδο 1989-1992 και κατά τα έτη 2006, 2007, αγόραζε και πουλούσε μετοχές. (
  5. ii)Ο ενάγοντας, μετά από δύο σχετικές αιτήσεις του, ημερ. 29.7.2008 (βλ. Τεκ. 10 και 11), τις οποίες υπέβαλε σε κατάστημα της τράπεζας, απέκτησε χρεόγραφα της τράπεζας, ύψους €100.000, αφού κατέβαλε το αντίστοιχο ποσό. (iii) Στις 13.3.2019 συνομολογήθηκε συμφωνία, με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στον ενάγοντα δάνειο, για το ποσό των €80.000, κατόπιν σχετικής αίτησης του τελευταίου, ημερ. 5.3.2009 (βλ. Τεκ. 3). Για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, ενεχυριάστηκαν, προς όφελος της τράπεζας, τα πιο πάνω χρεόγραφα και επιπρόσθετα, η σύζυγος του ενάγοντα, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του τελευταίου (βλ. Τεκ. 3 και 4). (
  6. iv)Μετά από σχετικές αιτήσεις του ενάγοντα, τα πιο πάνω χρεόγραφα μετατράπηκαν, κατά το έτος 2009 σε αξιόγραφα και στη συνέχεια τα τελευταία μετατράπηκαν, κατά το έτος 2011, σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (βλ. Τεκ. 13 και 14, αντίστοιχα). (
  7. v)Σε όλες τις πιο πάνω αιτήσεις, τις οποίες υπέγραψε, για απόκτηση χρεογράφων και για την μετέπειτα μετατροπή τους σε αξιόγραφα και σε ΜΑΕΚ, ρητά βεβαίωνε ότι έχει τις γνώσεις και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης του και δήλωνε ότι αποδέχεται τους όρους έκδοσης, όπως περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο, ως επίσης ότι δεν του έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. Επιπρόσθετα, στην τελευταία αίτησή του, για απόκτηση των ΜΑΕΚ, ρητά δήλωνε ότι δεν παροτρύνθηκε από την τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. (
  8. vi)Οι πιο πάνω κινητές αξίες αποτελούν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, τα οποία εμπεριέχουν κινδύνους. Στα πλαίσια των εκδόσεων των χρεογράφων/αξιογράφων/ΜΑΕΚ, εκδόθηκαν ενημερωτικά δελτία, τα οποία εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ήταν διαθέσιμα (βλ. Τεκ. 16, 17 και 18). (vii) Αναφορικά δε με την διαδικασία υποβολής των αιτήσεων για απόκτηση των πιο πάνω κινητών αξιών, ο κάθε ενδιαφερόμενος επενδυτής μπορούσε να μεταβεί σε οποιοδήποτε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου και να υποβάλει την αίτηση του. Ο ταμίας της τελευταίας, με βάση τη μερίδα επενδυτή, συνδεόταν με το σύστημα του τμήματος μετοχών της τράπεζας, όπου συμπληρώνονταν τα στοιχεία του επενδυτή. Επιπρόσθετα δε, δεσμευόταν το ανάλογο ποσό από το λογαριασμό του, ώστε να διεκπεραιωθεί η συναλλαγή. Στην περίπτωση, που ο αιτητής δεν ήταν πελάτης της τράπεζας, μπορούσε να καταθέσει επιταγή, για το ποσό που αφορούσε η αίτησή του. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στα ευρήματα, όταν θα εξετάζονται οι εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Η. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο ενάγοντας αποδίδει ότι οι πιο πάνω κινητές αξίες αποκτήθηκαν συνεπεία απάτης, ψευδών παραστάσεων κ.ο.κ., από την τράπεζα. Μία σύμβαση, για να είναι έγκυρη, πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου και Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602). Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με, (α) εξαναγκασμό ή (β) ψυχική πίεση ή (γ) απάτη ή (δ) ψευδή παράσταση ή (ε) πλάνη. Η συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει των πιο πάνω (βλ. άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου). Στην περίπτωση που η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό (βλ. άρθρο 19
(1)του πιο πάνω Νόμου). Το τι συνιστά απάτη και ψευδής παράσταση καθορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του Περί Συμβάσεως Νόμου, αντίστοιχα. Το βάρος απόδειξης του δόλου ή της απάτης το φέρει εκείνος που το επικαλείται και πρέπει να το αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Όπως έχει επεξηγηθεί από την νομολογία το αθώο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις θα πρέπει να ικανοποιήσει:
(1)ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης υπό την έννοια ότι είναι ο τύπος της παράστασης που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση κατά πόσο να προβεί στην επίδικη σύμβαση,
(2)ότι η συναίνεση του αθώου συμβαλλομένου παρασχέθηκε συνεπεία και ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης δηλ. θα πρέπει να αποδείξει ότι βασίστηκε στην παράσταση του άλλου συμβαλλομένου και ότι ήταν σαν αποτέλεσμα αυτής της παράστασης που συνομολόγησε την επίδικη σύμβαση και
(3)έστω και αν η συναίνεση του αθώου μέρους παρασχέθηκε ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης του μέρους του οποίου η συναίνεση προκλήθηκε με τον τρόπο αυτό δεν θα αποκτήσει τα συνήθη δικαιώματα που απορρέουν από ψευδή παράσταση, αν το αθώο μέρους ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια. Το αδίκημα της απάτης συνίσταται στην εν γνώσει του Εναγόμενου ψευδή παράσταση με την πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή και με το αποτέλεσμα να ενεργήσει έτσι και να υποστεί ζημιά. Τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η παράσταση γεγονότος, (β) ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής, (γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή, (δ) ότι ο Ενάγων ενήργησε με βάση αυτή, και (ε) υπέστη ζημιά. Νοείται ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο (βλ. άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Τόμος Ι, σελ.120 - 122). Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο ενάγοντας απέτυχε να προσκομίσει πειστική μαρτυρία που να αποδεικνύει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι τα πιο πάνω χρηματοοικονομνικά μέσα αποκτήθηκαν από μέρους του, συνεπεία δόλου, απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων από μέρους της τράπεζας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους του, όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζεται ότι ο ενάγοντας δεν απέκτησε τις κινητές αξίες βασιζόμενος στην εσφαλμένη, πλημμελή ή ελλιπή ενημέρωση του ενημερωτικού δελτίου και συνεπεία τούτου, υπέστηκε ζημιά. Επιπρόσθετα, δεν υφίσταται ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας ότι η τράπεζα απέκρυψε από τον ενάγοντα οποιοδήποτε γεγονός, ικανό να διαμορφώσει τις αποφάσεις του για την απόκτηση των επίδικων αξιών. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ο ενάγοντας υπέβαλε, γραπτές αιτήσεις, τις οποίες υπέγραψε, για την απόκτηση των χρεογράφων και τη μετέπειτα μετατροπή τους σε αξιόγραφα και στη συνέχεια σε ΜΑΕΚ. Σε όλες τις πιο πάνω αιτήσεις, ρητά βεβαίωνε ότι έχει τις γνώσεις και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης του και δήλωνε ότι αποδέχεται τους όρους έκδοσης, όπως περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο, ως επίσης ότι δεν του έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. Επιπρόσθετα, στην τελευταία αίτησή του, για απόκτηση των ΜΑΕΚ, ρητά δήλωνε ότι δεν παροτρύνθηκε από την τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. Η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel), ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγοντας υπέγραψε τα έγγραφα που περιγράφονται πιο πάνω. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι σε σωρεία αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας σε υποθέσεις ενοικιαγορών, εφόσον εκείνο που επιζητείτο να καταδείξει η εξωγενής μαρτυρία ήταν η πραγματική φύση των συναλλαγών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2067, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν Χίνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 818). Το κώλυμα μπορεί να είναι: · Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record), · Kώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και · Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει. Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ' αρχήν, εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του, θα πρέπει να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης του non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε (βλ. Εργατίδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολ. Έφεση 293/12, ημερ. 7.2.2018 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Σχετικές με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και οι υποθέσεις Χ»Στυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989, Ιωάννου ν Οργανισμού Χρημ. Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522 και το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 12th Ed., στη σελ. 912. Στην υπόθεση Saunders v Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961, στη σελ. 963 διαβάζουμε τα πιο κάτω: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But, that could only be in very exceptional circumstances; Certainly not where his reason for not scrutinising his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.» Ο κανόνας του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το έγγραφο είναι αποτέλεσμα λάθους (βλ. Nilson v Wilson
(1969)3 All E.R. 945) ως επίσης και στις περιπτώσεις απάτης (βλ. Greer v Kettle
(1937)4 All E.R. 396). Πρόσωπο το οποίο υπογράφει ένα έγγραφο μπορεί να μην επιτραπεί σ' αυτό να εγείρει την υπεράσπιση του non est factum όπου επέδειξε αμέλεια (negligence) κατά την υπογραφή του. Το Δικαστήριο στην υπόθεση Saunders v Anglia Building Society (ανωτέρω) αποφάνθηκε ότι δεν έχει σημασία σε ποια κατηγορία κατατάσσεται το έγγραφο και περαιτέρω επισημάνθηκε ότι αμέλεια ή απερισκεψία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο τον αποκλείει από την υπεράσπιση του non est factum. Το πιο πάνω δεν βασίζεται στην αρχή του κωλύματος αλλά στην αρχή ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει πλεονεκτήματα από τα δικά του λάθη. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 26η Έκδοση, στη σελ. 252 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Although it is thus now well established that, at least as against a third parry, negligence may defeat a plea of non est factum, other defences may be available arising out of the same facts, such as undue influence, and negligence may be no answer to such a defence.» Στην υπό εξέταση περίπτωση, η σχετική μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του ενάγοντα δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Ο τελευταίος απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία, αποδεκτή, ώστε να δύναται να αποδεσμευτεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του. Επιπρόσθετα, ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις και στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος ή υποχρέωσης που επιβάλλει ο Νόμος. Δεν είναι η περίπτωση όπου ο Νόμος δεν προβλέπει αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς οπόταν θα χρειαζόταν να εξεταστούν οι δύο εξαιρέσεις στον κανόνα ότι όπου ο Νόμος δεν προβλέπει αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση ζημιάς αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. (βλ. Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Τόμος ΙΙ, σελ.375 - 386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456, Peristeronopigi Transport Co. Ltd. v Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196). Στην προκείμενη περίπτωση προβλέπεται αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση ζημιάς η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο Νόμος. Ειδικότερα ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμος (Νόμος 144
(1)/2017) ρητά προνοεί ότι οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού 1287/06 ΕΚ, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από το Νόμο ή και τον πιο πάνω Κανονισμό (βλ. άρθρο 143 του Νόμου). Σχετικά με τη ρύθμιση της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εκδόθηκε παλαιότερα η οδηγία 93/22/ΕΟΚ και ακολούθως καταργήθηκε με την οδηγία 2004/39/ΕΚ, η οποία εντάχθηκε στο δικαϊκό μας σύστημα με τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο (Ν.144
(1)/2007 από τώρα θα καλείται ο Νόμος). Ο πιο πάνω Νόμος, προστατεύει τους επενδυτές και καθορίζει, μεταξύ άλλων, ποιες υπηρεσίες και δραστηριότητες θεωρούνται επενδυτικές, την παροχή των οποίων ρυθμίζει, οι οποίες αφορούν οποιαδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος. Στα πιο πάνω χρηματοοικονομικά μέσα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς. Μετά που τέθηκε σε ισχύ ο πιο πάνω Νόμος εκδόθηκαν, η οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τις προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων από τις τράπεζες (βλ. Κ.Δ.Π. 557/2007), ως επίσης και η οδηγία για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων (βλ. Κ.Δ.Π. 558/2007). Οι επενδυτικές υπηρεσίες διακρίνονται σε κύριες και παρεπόμενες. Κύριες επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες είναι οι ακόλουθες: 1. Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα. 2. Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών. 3. Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό. 4. Διαχείριση χαρτοφυλακίων. 5. Παροχή επενδυτικών συμβουλών. 6. Αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. 7. Διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. 8. Λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (βλ. άρθρο 2 και Τρίτο Παράρτημα του Μέρους Ι του Νόμου). Περαιτέρω ο Νόμος καθορίζει και τις παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες (βλ. άρθρο 2 και Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου). Οι τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, μεταξύ αυτών και η Εναγομένη 1 - τράπεζα ή που έχουν λάβει άδεια από αρμόδιες αρχές άλλων Κρατών μελών, δύνανται να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες και/ή να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες οι οποίες αφορούν οποιαδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που καθορίζονται στο Μέρος III του Τρίτου Παραρτήματος (βλ. άρθρο 118 του Νόμου). Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν υφίσταται αποδεκτή μαρτυρία ότι η τράπεζα παρέσχε οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή στον ενάγοντα, αφού η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους του δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που έχουν ήδη επεξηγηθεί. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η τράπεζα παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών, σχετικά με τα επίδικα χρηματοοικονομικά μέσα. Η λήψη και η διαβίβαση εντολών σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα συνιστά, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα. Λήψη είναι η πράξη κατά την οποία λαμβάνει κανείς κάτι και διαβίβαση είναι η μεταβίβαση ή μεταφορά από ένα σημείο σε άλλο. (βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Δ΄ έκδοση). Το κυρίαρχο στοιχείο που χαρακτηρίζει τη λήψη και τη διαβίβαση εντολής, καθώς αντιλαμβάνομαι, είναι η ανάληψη υποχρέωσης διαβίβασης της εντολής σχετικά με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα και όχι η σύσταση κατάλληλης ευκαιρίας σε σχέση με αυτά. Περαιτέρω δε τα πρόσωπα που απασχολούνται στην ΚΕΠΕΥ ή σε τράπεζα για να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 52 του Νόμου, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση εντολών επενδυτικών συμβουλών σχετικά με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 και να είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 53. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η τράπεζα παρέλαβε τις αιτήσεις του για απόκτηση χρεογράφων (βλ. Τεκ.10 και 11 αντίστοιχα) και στη συνέχεια τις αιτήσεις του, για μετατροπή αυτών σε αξιόγραφα και ακολούθως σε ΜΑΕΚ (βλ. Τεκ. 13 και 14, αντίστοιχα). Οι αιτήσεις του, στη συνέχεια διαβιβάστηκαν με σκοπό την υλοποίηση τους. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, η τράπεζα παρείχε επενδυτική υπηρεσία και ειδικότερα της λήψης και διαβίβασης εντολών σε σχέση με τα πιο πάνω χρηματοοικονομικά μέσα. Ακολούθως θα εξεταστεί κατά πόσο η Εναγόμενη 1 - τράπεζα παραβίασε τις υποχρεώσεις της που προβλέπονται στο Νόμο κατά την παροχή των πιο πάνω επενδυτικών υπηρεσιών. Οι διατάξεις για την προστασία των επενδυτών, όπως καθορίζονται στο άρθρο 36 του Νόμου, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας όπως περιγράφεται πιο πάνω (βλ. άρθρο 120 του Νόμου). Το άρθρο 36 ρητά προνοεί τα ακόλουθα: «36. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με τις κατωτέρω αρχές: (α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές· οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες· (β) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες ή στους πιθανούς της πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με: (
  1. i)Την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (
  2. ii)τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (
  3. i)τους τόπους εκτέλεσης, (
  4. ii)το κόστος και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού Ε.Ε. Παρ.Ι(I), Αρ.4142, 26/10/2007 144(I)/2007 67 μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση· οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή· (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του· (δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεπομένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· .» Η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι η τράπεζα παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών και παρέβηκε τις υποχρεώσεις της, όπως καθορίζονται στο άρθρο 36(δ), ανωτέρω. Όπως έχει επισημανθεί πιο πάνω η τράπεζα, δεν παρείχε την επενδυτική υπηρεσία, της επενδυτικής συμβουλής καθότι ο ενάγοντας παρέλειψε να προσκομίσει επαρκή μαρτυρία, πλην όμως η τράπεζα, για τους λόγους που εξηγούνται, παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολής χρηματοοικονομικών μέσων. Η τράπεζα, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες, πλην αυτής της επενδυτικής συμβουλής, οφείλει να ζητεί από τον πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα, σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου χρηματοοικονομικού μέσου, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσο το χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτό και, στην περίπτωση που κρίνει, με βάση τις πληροφορίες που έλαβε, ότι δεν είναι συμβατό, οφείλει να τον προειδοποιήσει. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο ενάγοντας υπέγραψε τις σχετικές αιτήσεις για απόκτηση των χρεογράφων και τη μετατροπή αυτών σε αξιόγραφα και ακολούθως σε ΜΑΕΚ και, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ρητά βεβαίωνε ότι έχει τις γνώσεις και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης του και δήλωνε ότι αποδέχεται τους όρους έκδοσης, όπως περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο, ως επίσης ότι δεν του έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. Επιπρόσθετα, στην τελευταία του αίτηση, για απόκτηση των ΜΑΕΚ, ρητά δήλωνε ότι δεν παροτρύνθηκε από την τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω ενυπόγραφων δηλώσεών του ενάγοντα, η τράπεζα δεν παρέβηκε την υποχρέωση της, ως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 36(δ) του Νόμου. Και κάτι ακόμη. Επισημαίνεται ότι, από αυτήν καθ' εαυτήν, την παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας, της λήψης και της διαβίβασης εντολών, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι έγινε από μη εγγεγραμμένο πρόσωπο στο δημόσιο μητρώο κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 52 και 53 του Νόμου, δεν καταδεικνύεται, να προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στον ενάγοντα. Επιπρόσθετα, δεν υφίσταται ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας ότι η τράπεζα, στην προκείμενη περίπτωση, ενήργησε αδίκως, ανέντιμα και μη επαγγελματικά και περαιτέρω ότι, ενήργησε κατά παράβαση του σχετικού Νόμου. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του στον απαιτούμενο βαθμό. Συνακόλουθα, η αγωγή του ενάγοντα 1, εναντίον της εναγόμενης 1, απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 1 και εναντίον του ενάγοντα 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.