← Κύπρος

Παπαϊωάννου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2856/20, 25/2/2021

Παπαϊωάννου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2856/20, 25/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2856/20 Μεταξύ: XXX Παπαϊωάννου εκ Λεμεσού Ενάγοντας Και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγομενοι ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 2/12/20 Ημερομηνία: 25/2/2021 Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Γ. Διογένους για κ.κ. Γεώργιος Διογένους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Γαντζίδου για κ.κ. Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την υπό εξέταση Αίτηση του επιδιώκει την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να προχωρήσουν στην εκποίηση και/ή στην αναγκαστική πώληση και/ή στον πλειστηριασμό δύο ακινήτων του, συγκεκριμένα του καταστήματος με μεσοπάτωμα αρ. 3 και του καταστήματος με μεσοπάτωμα αρ. 1 στο ισόγειο, με αριθμούς εγγραφής X/XXX και X/XXX αντίστοιχα, τεμάχιο XXX, Φ/Σχ. XX/XXX, τμήμα 2 στον Άγιο Σπυρίδωνα, Λεμεσός, τα οποία βαρύνονται με την υποθήκη υπ' αρ. ΥXXX/1993, μέχρι της τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή και μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση καταχωρίστηκε αρχικά ως μονομερής. Το Δικαστήριο όμως έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί στους Εναγόμενους, με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε διά κλήσεως. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε τρεχούμενους λογαριασμούς με τους Eναγόμενους από κοινού με τον αδελφό του Ν. Παπαϊωάννου, με τον οποίο διατηρούσε επιχειρήσεις πώλησης αυτοκινήτων και ως εκ τούτου είχαν τραπεζικές διευκολύνσεις προς χρηματοδότηση των επιχειρήσεων τους. Περί τον Μάιο του 1993 οι Εναγόμενοι απαίτησαν την παραχώρηση επιπλέον εξασφαλίσεων. Μετά από έντονες συζητήσεις, παραχώρησαν με τον αδελφό του προς όφελος των Εναγομένων την υποθήκη υπ' αριθμόν ΥXXX/

  1. Δύο μήνες αργότερα, συγκεκριμένα στις 15/7/1993 οι ανωτέρω τραπεζικές διευκολύνσεις εξοφλήθηκαν με την καταβολή των ποσών Λ.Κ.XXX και Λ.Κ.XXX αντίστοιχα. Στις 15/7/1993 οι Εναγόμενοι του παραχώρησαν δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.XXX το οποίο ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.740 εκάστη, η πρώτη δόση πληρωτέα την 15/8/1993 και οι υπόλοιπες την 15η μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τέλειας εξοφλήσεως. Το ανωτέρω δάνειο εγγυήθηκε η σύζυγος του Δ. Παπαϊωάννου. Ενόψει των παράνομων χρεώσεων που επέβαλλαν μονομερώς και αυθαίρετα οι Εναγόμενοι στο ανωτέρω δάνειο, σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις του με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να καταχωρήσουν εναντίον του την αγωγή υπ' αριθμό XXX/2009 με την οποία αξίωσαν το ποσόν των €XXX πλέον τόκους. Δεν είχαν αξιώσει όμως οποιοδήποτε διάταγμα εκποίησης της ανωτέρω υποθήκης. Στις 13/3/2017 εκδόθηκε εναντίον του απόφαση στην ανωτέρω αγωγή μετά από ακροαματική διαδικασία για το ποσό των €XXX πλέον τόκο προς 9% από 8/3/2016 μέχρι εξοφλήσεως. Εναντίον της ανωτέρω απόφασης καταχώρησε την έφεση υπ' αριθμό XXX/2017 η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, υπάρχει ζήτημα εγκυρότητας της υποθήκης υπ' αριθμό ΥXXX/1993 επειδή υπεγράφη πριν τη συμφωνία δανείου ημερ. 15/7/1993, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι αρχικές τραπεζικές διευκολύνσεις οι οποίες, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, έχουν εξοφληθεί. Στις 2/9/2019 του επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις τύπου «Θ» και «Ι» με συνημμένη κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταγράφεται το εξ αποφάσεως χρέος με βάση την απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή υπ' αριθμό XXX/
  2. Στις 25/10/2020 παρέλαβε την ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» με την οποία ενημερωνόταν για τη διενέργεια πλειστηριασμού στις 26/2/2021 για εκποίηση της ανωτέρω περιγραφόμενης υποθήκης. Κατόπιν αυτού καταχώρησε την παρούσα αγωγή του με την οποία ζητά την ακύρωση της ανωτέρω αναφερόμενης υποθήκης. Σε περίπτωση που ο ισχυρισμός του για τη μη εγκυρότητα της ανωτέρω υποθήκης γίνει αποδεκτός και, κατ' επέκταση, δικαιωθεί από το Δικαστήριο, δεν θα μπορέσει να ανακτήσει τα επίδικα ακίνητα του καθότι ενδέχεται να πωληθούν σε τρίτο πρόσωπο μέσα από την διαδικασία του πλειστηριασμού, κάτι το οποίο θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ/ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Οι Εναγόμενοι με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  3. O Αιτητής επιδιώκει, λανθασμένα μέσω της παρούσας Αίτησης, την απαγόρευση της διαδικασίας εκποίησης των επίδικων ακινήτων και η παρούσα Αίτηση δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα, εφόσον αντιστρατεύεται και καταστρατηγεί το Μέρος VIA του Νόμου.
  4. Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 προκειμένου να καθίσταται δυνατή η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού και/ή απαγορευτικού διατάγματος.
  5. Δεν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
  6. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει ορατή προοπτική ή πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του.
  7. Καμία ανεπανόρθωτη ζημιά έχει υποδειχθεί και αποδειχθεί στην περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή γενικότερα ζημιά που να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα.
  8. Δεν αποδεικνύεται ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  9. Υπήρξε ουσιαστική καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αγωγής και αίτησης και δεν δίδεται επαρκής εξήγηση από τον Ενόρκως Δηλούντα/Αιτητή σχετικά με το γιατί δεν προχώρησε άμεσα στην καταχώρηση αγωγής.
  10. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν δικαιολογείται το στοιχείο του κατ' επείγοντος.
  11. Το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφέστατα κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, καθώς τυχόν επιτυχία της παρούσας Αίτησης θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, καταστρατηγώντας τον ίδιο τον σκοπό θέσπισης του Νόμου που ήταν η επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης.
  12. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενήργησαν καθόλα νόμιμα, ασκώντας τα δικαιώματα που τους παρέχονται από το Μέρος VIA του Ν.9/1965 και ενδεχόμενη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει τα ανωτέρω δικαιώματα.
  13. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι καταχρηστική και έχει ως απώτερο σκοπό να καθυστερήσει τους Καθ' ων η Αίτηση από το να προχωρήσουν στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, πλήττοντας έτσι τα εκ του Νόμου 9/1965 παρεχόμενα δικαιώματά τους .
  14. Ο Αιτητής κωλύεται να ισχυριστεί ότι θα προκληθεί σ' αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά από την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, διότι προέβη αυτοβούλως στην υπογραφή της ΥXXX/
  15. Η διαδικασία εκποίησης της ΥXXX/1993 στη βάση του νόμου X/XXX, είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη ή μη διατάγματος εκποίησης που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής.
  16. Η ΥXXX/1993 είναι καθ' όλα νόμιμη και ισχυρή, παράγουσα έννομα αποτελέσματα και υποχρεώσεις για τον Αιτητή.
  17. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ενώ δεν υποστηρίζει την αίτηση και δεν καταδεικνύει τους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητη και/ή αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
  18. Ο Αιτητής στην ένορκή του δήλωση αναφέρει κατά λανθασμένο τρόπο περιστατικά και/ή αποκρύπτει γεγονότα προκειμένου να επιτύχει την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Δ. Χριστοφίδη, υπαλλήλου των εναγομένων, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Περί το έτος 1993 ο Ενάγοντας και ο αδελφός του διατηρούσαν πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή τρεχούμενων λογαριασμών στην τότε Κτηματική Τράπεζα Κύπρου Λίμιτεδ. Στις 3/12/2010 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διέταξε την παραχώρηση και/ή ανάθεση και/ή εκχώρηση και/ή μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης και/ή υποχρεώσεων και/ή δικαιωμάτων της Κτηματικής Τράπεζας Κύπρου Λίμιτεδ στους εναγόμενους. Στις 14/5/1993 παραχωρήθηκε από τον Ενάγοντα και τον αδελφό του η υποθήκη υπ' αρ. ΥXXX/XXX για το ποσόν των Λ.Κ.XXX, η οποία θα λειτουργούσε ως εξασφάλιση για τις ήδη υπάρχουσες κατά τον χρόνο εκείνον πιστωτικές διευκολύνσεις αλλά και για μελλοντικές υποχρεώσεις. Ακολούθως στις 15/7/1993 υπεγράφη μεταξύ του Ενάγοντα και της Κτηματικής Τράπεζας Κύπρου Λτδ σύμβαση δανείου για το ποσό των Λ.Κ.XXX. Ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με τις συμβατικές του υποχρεώσεις και σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις του ανωτέρω δανείου του. Ως αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης του με τις συμβατικές του υποχρεώσεις καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους στις 13/10/2009 η αγωγή υπ' αριθμό 4384/
  19. Στην ανωτέρω αγωγή οι Εναγόμενοι δεν αξίωσαν την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης υπ' αριθμόν ΥXXX/XXX για τον λόγο ότι επιδιώχθηκε η εκποίηση της μέσω αίτησης που υπεβλήθη στο Κτηματολόγιο. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγομένων, η παρούσα Aίτηση δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάδημα για την ακύρωση της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Αντ' αυτής θα έπρεπε να καταχωρηθεί αίτηση/έφεση εντός της προβλεπόμενης υπό του νόμου προθεσμίας των 45 ημερών από τη λήψη της ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ» για τους λόγους οι οποίοι περιοριστικά καθορίζονται στο άρθρο 44Γ του Ν.9/
  20. Όπως επίσης τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγομένων σε περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει την παρούσα αίτηση και ο Εναγοντας επιτύχει στην αγωγή του, η ζημιά που θα υποστεί είναι καθαρά χρηματική και εύκολα υπολογίσιμη. Η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του θα είναι αρκετή με την επιδίκαση αποζημιώσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Aίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα Άρθρα 4 - 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.1 θ.2, Δ.48, ΘΘ 1-9, Δ.55 και Δ.64, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 ως έχει τροποποιηθεί, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς του 2015 - ΚΔΠ 185/2015, στον Περί Οφειλετών (Αναβολή Πωλήσεων Ακινήτου Ιδιοκτησίας) Νόμο (107/1973), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στην διακριτική ευχέρεια, την πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωσή του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν διιστάμενων εκδοχών διαφαίνεται ως κοινός τόπος το ότι οι Εναγόμενοι τροχιοδρόμησαν την προβλεπόμενη στο Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 διαδικασία εκποίησης των ακινήτων του Ενάγοντα, τα οποία βαρύνονται με την υποθήκη Υ3023/1993, επιδίδοντας τις σχετικές ειδοποιήσεις. Με την ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» η οποία επιδόθηκε στον Ενάγοντα, καθορίστηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων η 26/2/2021. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 θεωρώ ορθό να εξετάσω πρώτα τον λόγο ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση ότι η παρούσα Αίτηση δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα για την απαγόρευση της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Το ορθό, κατά τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση, δικονομικό διάβημα είναι το προβλεπόμενο στο άρθρο 44Γ
(3)του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 ένδικο μέσο της έφεσης. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων τους υποστηρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση αντιστρατεύεται και καταστρατηγεί το Μέρος VIA του Ν. 9/1965 και αυτό το οποίο επιδιώκεται από τον Αιτητή είναι να υποκαταστήσει τη διαδικασία που προνοεί το ανωτέρω ειδικό νομοθέτημα, με σκοπό να πετύχει την ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης. Πρωτίστως θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων ότι με την παρούσα Αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση της σκοπούμενης εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Αυτό το οποίο στην ουσία επιδιώκει ο Ενάγοντας είναι τη μέχρι την εκδίκαση της αγωγής του απαγόρευση εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Είμαι της άποψης ότι οι διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/1965 είναι αυτές που παρέχουν το δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη να επιδιώξει την ακύρωση του πλειστηριασμού μέσω του προβλεπόμενου στο άρθρο 44Γ
(3)ένδικου μέσου της έφεσης. Αντίθετα, ό,τι μπορεί να επιδιώξει με ενδιάμεση αίτηση η οποία καταχωρείται στο πλαίσιο αγωγής είναι την απαγόρευση της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αφορά η αγωγή. Για να καταλήξω στην ανωτέρω άποψη μου έχω λάβει καθοδήγηση από την πρόσφατη απόφαση ΜΥΛΩΝΑΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Πολ. Έφεση Αρ. Ε176/2019 ημερ. 10/12/2019 από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα: «Σημειώνουμε, εκ προοιμίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασμού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της. Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε και προς τούτο ο Εφεσείοντας, όπως μας έχει πληροφορήσει, καταχώρησε έφεση στο Ε.Δ. Λάρνακας. Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι μπορούσε να εκδοθεί, νοουμένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Στην προκείμενη περίπτωση επισημαίνεται ότι αυτό το οποίο αξιώνει ο Ενάγοντας με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή του είναι την ακύρωση της υποθήκης υπ' αριθμό Υ3023/1993 η οποία βαρύνει τα ακίνητα του. Συνεπώς έχει κάθε δικαίωμα να αξιώσει την απαγόρευση της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής του. Κάτω από τα δεδομένα που έχω παραθέσει πιο πάνω δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγομένων ότι η παρούσα διαδικασία δεν είναι το ορθό δικονομικό διάβημα. Κατ' επέκταση δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η θέση τους ότι η παρούσα διαδικασία αντιστρατεύεται και καταστρατηγεί το Μέρος VIA του Ν. 9/1965. [Έχοντας κατά νου τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω προχωρώ τώρα στην εξέταση του κατά πόσο ο Ενάγοντας πέτυχε να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αυτό το οποίο αξιώνεται από τον Ενάγοντα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής είναι η ακύρωση της υποθήκης υπ' αρ. XXXXX/1993, για τον λόγο ότι οι τραπεζικές διευκολύνσεις τις οποίες και εξασφάλιζε έχουν εξοφληθεί. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω είμαι ικανοποιημένος ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα περιλαμβάνει αναγνωρισμένο αγώγιμο δικαίωμα. Συνεπώς ο Ενάγοντας πέτυχε να αποκαλύψει μια συζητήσιμη υπόθεση. Θα προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου
  1. Αυτό το οποίο διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα είναι ότι εγείρεται ζήτημα εγκυρότητας της επίδικης υποθήκης για τον λόγο ότι (α) οι αρχικές τραπεζικές διευκολύνσεις, τις οποίες εξασφάλιζε έχουν εξοφληθεί και (β) υπεγράφη σε ημερομηνία προγενέστερη της παραχώρησης του δανείου ημερομηνίας 15/7/1993 για το οποίο, κατά τον ισχυρισμό των Εναγομένων, παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση. Επισημαίνεται ότι η ημερομηνία σύστασης της είναι η 14/5/1993, όπως επιμαρτυρεί το περιεχόμενο της (Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα). Αξίζει να αναφερθεί ότι το αμέσως πιο πάνω αναφερόμενο δάνειο ήταν το αντικείμενο της αγωγής υπ' αρ. XXX/XXX η οποία ηγέρθη εναντίον του Ενάγοντα από τους Εναγόμενους, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για το ποσό των €XXX πλέον τόκοι. Από το κείμενο της ανωτέρω απόφασης, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα (Τεκμήριο 6) δεν προκύπτει ότι η υποθήκη ΥXXX/1993 ήταν ένα εκ των επίδικων ζητημάτων στην ανωτέρω αγωγή, κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται δεδικασμένο, το οποίο θα εμπόδιζε τον Ενάγοντα να προβάλει στην παρούσα υπόθεση τους ανωτέρω ισχυρισμούς του. Είμαι της άποψης ότι τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τον Ενάγοντα είναι επαρκή ώστε να καθίσταται ορατό το ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής του. Από πλευράς τους οι Εναγόμενοι, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης τους, δεν αρνούνται ότι οι αρχικές τραπεζιτικές διευκολύνσεις, για την εξασφάλιση των οποίων είχε παραχωρηθεί η επίδικη υποθήκη εξοφλήθηκαν. Ισχυρίζονται όμως ότι αυτή αποτελεί συνεχή εγγύηση η οποία εξασφάλιζε όχι μόνο τις υφιστάμενες, αλλά και τις μελλοντικές υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη, με αποτέλεσμα να καλύπτει το ανωτέρω δάνειο ημερομηνίας 15/7/
  2. Φυσικά θα πρέπει να επισημανθεί ότι το κατά πόσο η επίδικη υποθήκη αποτελεί ή όχι συνεχή εγγύηση είναι ζήτημα το οποίο προϋποθέτει την ερμηνεία των όρων τόσο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου όσο και του συνοδευτικού αυτής εγγράφου (Τεκμήρια 3 και 4 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα). Αναμφίβολα όμως δεν είναι έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό να προβεί στην ερμηνεία των ανωτέρω εγγράφων και στην εξαγωγή τελικών ευρημάτων και συμπερασμάτων, έργο το οποίο ανάγεται σε τελικό στάδιο (ΚΟΥΠΠΑ ν. ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.ά.
(2014)1 ΑΑΔ 1665). Κάτω από τα δεδομένα τα οποία έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι έχει ικανοποιηθεί και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της συνδρομής της 3ης προϋπόθεσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που δικαιωθεί από το Δικαστήριο σε τελικό στάδιο δεν θα μπορέσει να ανακτήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα του για τον λόγο ότι ενδέχεται να πωληθούν σε τρίτο πρόσωπο μέσα από τη διαδικασία του πλειστηριασμού και, στην περίπτωση που αυτό επισυμβεί, θα υποστεί δυσβάστακτες συνέπειες καθώς και ανεπανόρθωτη βλάβη. Στην υπόθεση LOYCAS PANAYIOTOU ESTATES LTD κ.ά. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11/9/2019 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ουσιαστική θεραπεία η οποία επιδιώκεται από τον Ενάγοντα με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή του είναι η ακύρωση της υποθήκης υπ' αρ. ΥXXX/XXX η οποία βαρύνει τα ακίνητα του. Αναμφίβολα σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι συνεχίσουν τη διαδικασία εκποίησης της ανωτέρω υποθήκης, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα τα ενυπόθηκα ακίνητα του να περάσουν στην ιδιοκτησία τρίτου προσώπου, κάτι το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα να τα απωλέσει οριστικά. Συνεπώς εφόσον δικαιωθεί σε τελικό στάδιο από το Δικαστήριο, η αγωγή του στην ουσία θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Είμαι της άποψης ότι στην προκείμενη περίπτωση καθίσταται αναγκαία η προστασία των ενυπόθηκων ακινήτων κατά τρόπο ώστε να καταστεί δυνατή η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε τελικό στάδιο. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστοφίδη ότι η ζημιά που θα υποστεί ο Ενάγοντας, σε περίπτωση πλειστηριασμού των επίδικων ακινήτων του, είναι καθαρά χρηματική και θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με την επιδίκαση αποζημιώσεων, τις οποίες έχουν την ικανότητα να καταβάλουν οι Εναγόμενοι. Δεν θεωρώ ότι η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού αποζημίωσης θα μπορούσε να υποκαταστήσει τη βλάβη που θα υποστεί ο Ενάγοντας από την απώλεια των ακινήτων του. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι είναι ορατός ο κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον Ενάγοντα εφόσον προχωρήσει η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων του. Οι Εναγόμενοι στους λόγους ένστασης τους ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας κωλύεται να ισχυριστεί ότι θα προκληθεί σ' αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά για τον λόγο ότι προέβηκε αυτοβούλως στην υπογραφή της υποθήκης ΥXXX. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων τους υποστηρίζεται ότι, όπως προκύπτει ευθέως από την παράγραφο 3 του Εγγράφου Υποθήκης, ο Ενάγοντας τους έδωσε το δικαίωμα να προχωρήσουν με την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους. Πρωτίστως θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν αμφισβητείται η οικειοθελής υπογραφή από τον Ενάγοντα της επίδικης υποθήκης. Από τη στιγμή όμως που τίθεται υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο αυτή καλύπτει το χρέος, του οποίου επιδιώκεται η είσπραξη με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, προέχει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο ποιες επακριβώς τραπεζικές διευκολύνσεις εξασφάλιζε η παραχώρηση της. Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα κωλύματος του Ενάγοντα από του να ισχυριστεί ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη συνέχιση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω ότι έχει ικανοποιηθεί και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, αφού στάθμισα όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τις εκατέρωθεν πλευρές και έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως αυτές επαναδιατυπώθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Εκδόσεις «Αρκτινος» Λτδ κ.α. ν. Λοϊζίδου Π.Ε. 7/2018 ημερ. 21.3.2019, καταλήγω ότι η πλάστιγγα γέρνει προς την πλευρά του Ενάγοντα. Είμαι της άποψης ότι η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει σ' αυτόν, συγκριτικά, πολύ μεγαλύτερη αδικία και ζημιά από αυτή την οποία τυχόν προκαλέσει στους Εναγόμενους η έκδοση του. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ο ισχυρισμός της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστοφίδη ότι η τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα προκαλέσει στους Εναγόμενους ανεπανόρθωτη βλάβη. Πρόκειται περί γενικού και αόριστου ισχυρισμού χωρίς να επεξηγείται ποια είναι η βλάβη την οποία θα υποστούν από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι Εναγόμενοι στους λόγους ένστασης τους εγείρουν ζήτημα αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής του Ενάγοντα και της παρούσας Αίτησης καθώς επίσης και απουσίας του στοιχείου του κατεπείγοντος. Αναφορικά με το στοιχείο του κατεπείγοντος θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση της Αίτησης. Αναμφίβολα, ο παράγοντας χρόνος είναι σημαντικός ακόμα και στις περιπτώσεις όπου το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδίδεται μονομερώς. Σίγουρα όμως δεν διαδραματίζει τον ίδιο σημαντικό ρόλο, όπως στις μονομερείς αιτήσεις, όπου το διάταγμα εκδίδεται χωρίς πρώτα να ακουστεί η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση. Στην τελευταία περίπτωση το κατεπείγον του αιτήματος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. (Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604). Πέραν των πιο πάνω, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των Εναγομένων ότι υπήρξε ουσιαστική καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Όπως έχει διαφανεί, καταχωρίστηκε μετά από πάροδο σχεδόν 40 ημερών από την 25/10/2020, ημερομηνία παραλαβής από τον Ενάγοντα της ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ» με την οποία καθορίστηκε η ημερομηνία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι λόγοι για τους οποίους απαιτήθηκε το ανωτέρω διάστημα επεξηγούνται επαρκώς στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, ένας εκ των οποίων είναι και η καθυστέρηση λόγω κορονοϊού, του Κτηματολογικού Γραφείου στο οποίο αποτάθηκε, για να του παραδώσει τα έγγραφα τα οποία ζητήθηκαν από τον δικηγόρο του. Δεν συμμερίζομαι τη θέση των Εναγομένων ότι δεν δικαιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Εν πάση περιπτώσει θα ήθελα να αναφέρω ότι το διάστημα των 38 για την ακρίβεια ημερών που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης δεν θα μπορούσε να κριθεί ως ιδιαίτερα μεγάλο. Υποστηρίζεται ακόμα στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφίδη ότι εσφαλμένα ο Ενάγοντας εκλαμβάνει ως αφετηρία της έναρξης του χρόνου για την καταχώρηση της αίτησης του την ημερομηνία κατά την οποία του επιδόθηκε η ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ». Όφειλε και μπορούσε, κατά τον κ. Χριστοφίδη, να προβεί σε διαδικαστικά διαβήματα πολύ νωρίτερα, συγκεκριμένα από τον χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων του τύπου «Ι» και «Θ». Με βρίσκει σύμφωνο η θέση ότι ο Ενάγοντας θα μπορούσε να ζητήσει τη βοήθεια του Δικαστηρίου από τον χρόνο παραλαβής των ανωτέρω ειδοποιήσεων, η επίδοση των οποίων σηματοδότησε και την έναρξη της διαδικασίας του πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων, κάτω από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν. 9/1965. Η επιλογή του όμως να προωθήσει την αγωγή του και την παρούσα Αίτηση μετά την παραλαβή της ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ» σε καμιά περίπτωση θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για την υπόθεση του. Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 A.A.Δ. 2029, το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του Ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, ο Ενάγοντας κατέδειξε το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής του. Επιπρόσθετα, δεν έχει διαφανεί ότι οι Εναγόμενοι έχουν επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από την όποια καθυστέρηση του Ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο. Επισημαίνω ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφίδη το εγειρόμενο ζήτημα της καθυστέρησης δεν διασυνδέεται με οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό των Εναγομένων. Κάτω από τα δεδομένα τα οποία έχω παραθέσει πιο πάνω οι ανωτέρω λόγοι ένστασης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Οι ίδιες παρατηρήσεις μου ισχύουν και αναφορικά με τον λόγο ένστασης ότι ο Ενάγοντας απέκρυψε από το Δικαστήριο γεγονότα προκειμένου να πετύχει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δεν έχει διαφανεί ότι ο Ενάγοντας απέκρυψε οποιαδήποτε γεγονότα και εν πάση περιπτώσει δεν διευκρινίζεται από τους Εναγόμενους ποια είναι τα γεγονότα τα οποία, κατά τον ισχυρισμό τους, δεν αποκάλυψε ο Ενάγοντας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατ' εφαρμογή των όσων νομολογήθηκαν στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη
(2009)1 ΑΑΔ317 ο Ενάγοντας θα υπογράψει προσωπική εγγύηση για το ποσό των €100.000 προς κάλυψη οποιωνδήποτε ζημιών οι οποίες ήθελαν προκληθεί στους Εναγόμενους από την έκδοση του διατάγματος. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος του Ενάγοντα. Με βάση τα πιο πάνω εκδίδεται, υπό τον όρο της υπογραφής της ανωτέρω εγγύησης, διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους να προχωρήσουν στην εκποίηση και ή αναγκαστική πώληση και ή πλειστηριασμό των περιγραφόμενων στην παράγραφο Α της Αίτησης ακινήτων του, τα οποία βαρύνονται με την υποθήκη XXXXX/1993 μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή και μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................................... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.