← Κύπρος

ΨΩΜΑ ν. GRIGORIS KALOGIROU DEVELOPMENT LIMITED, Αρ. Αγωγής 1247/2020, 15/2/2021

ΨΩΜΑ ν. GRIGORIS KALOGIROU DEVELOPMENT LIMITED, Αρ. Αγωγής 1247/2020, 15/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1247/2020 Μεταξύ: XXXX ΨΩΜΑ, εκ Λεμεσού Ενάγοντας και GRIGORIS KALOGIROU DEVELOPMENT LIMITED (HE 100838), εκ Λεμεσού Εναγομένης Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - αιτητή: κ.κ. Χ. Τιμοθέου & Λ. Νεοφύτου. Για Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση: κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23.9.2020 ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ [Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται ως δημόσια απαγγελθείσα] Με την αίτηση του ημερομηνίας 23/09/2020 (στο εξής καλουμένης «η υπό κρίση αίτηση»), ο Ενάγοντας ζητά από το Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση ένορκης δήλωσης, συμπληρωματικής της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 17/07/2020, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη και εν τέλει δυνάμει της οποία εγκρίθηκε και εξεδόθη, προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21/07/2020. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με την παράγραφο (Α) του αιτητικού μέρους της υπό κρίση αίτησης, ο Ενάγοντας ζητά την έκδοση διατάγματος ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης εκ μέρους του προς αντίκρουση ισχυρισμών επί των ενόρκων δηλώσεων του κ. XXXX Καλογήρου και της κας. XXXX Καλογήρου ημερομηνίας 10/9/2020, οι οποίες συνοδεύουν την ένσταση της Εναγομένης / Καθ΄ης η Αίτηση ημερομηνίας 10/9/2020.» Ζητά περαιτέρω τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης, πλέον Φ.Π.Α επί του ποσού των εξόδων. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39 Θ.1 Θ.2, Δ.48 Θ.4

(1)και
(2)Θ.Θ. 1, 2, 3, 4
(2), 5, 6, 7, 8 και 9, Δ. Θ.Θ 1 , 2 και 364 και επί των συμφυών δικαστικών εξουσιών, νομολογίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία αυτή στηρίζεται και που σύμφωνα με τον Ενάγοντα - αιτητή, δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκο δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα ημερομηνίας 23/09/
  1. Η υπό κρίση αίτηση συνάντησε την ένσταση της Εναγομένης - Καθ'ης η αίτηση, η οποία κατόπιν σχετικής αδείας, καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει η Εναγόμενη είναι׃ Α) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Β) Ο αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε «καλό λόγο» ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς δεν μπορεί να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Γ) Ο αιτητής επιδιώκει αλλοίωση της αρχικής εικόνας γεγονότων που θεμελίωσαν την αίτησή του για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στην προσαγωγή μαρτυρίας για να καλυφθούν κενά σε σχέση με τα γεγονότα ως αυτά είχαν προβληθεί με την αρχική ένορκη δήλωση του αιτητή. Δ) O αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς. Ε) Το κατεπείγον - που έπρεπε να αποτελέσει δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση του διατάγματος που εκδόθηκε - πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στ) Ο αιτητής επιχειρεί να αντιστρέψει το βάρος απόδειξης. Ζ) Ο αιτητής επιδιώκει ενίσχυση της αρχικής του μαρτυρίας που θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αρχικά, προκειμένου να εκδοθεί το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς. Η) Η αίτηση είναι κακόπιστη, επιδιώκει να καθυστερήσει την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 17/07/20 και να παρατείνει την ἰσχύ του μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Θ) Ο αιτητής ζητά από το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να προβεί σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Ι) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. K) Μέρος των όσων επιχειρεί να εισαγάγει ο αιτητής αποτελούν νομικά σημεία και επιχειρηματολογία. Λ) Δεν έχουν τεθεί νέα γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Μ) Ο αιτητής επιδιώκει την κάλυψη κενών και την προσθήκη γεγονότων που να αιτιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση διατάγματος. Τα θέματα που πραγματεύεται η συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι ζητήματα που αν ήθελε θα μπορούσε να είχε παραθέσει ο αιτητής με την αρχική του ένορκη δήλωση. Η ένσταση της Εναγομένης - Καθ' ης αίτηση, βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.39, Δ.48 θ.1-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960)Άρθρα 29, 30, 32, στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις αρχές τις επιείκειας (equity), καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς, εγγενείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία αυτή στηρίζεται και που σύμφωνα με την Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση, δεν δικαιολογούν την επιτυχία της υπό κρίση αίτησης και γι αυτό πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο, περιέχονται στην ένορκο δήλωση του πρώην διευθυντή της Εναγόμενης κ. XXXX Καλογήρου, ημερομηνίας 9/11/
  2. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης και ένστασης, καταγράφονται και προκύπτουν από τις αντίστοιχες πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν χρειάζεται να καταγραφούν τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένταση. Αυτά εύκολα διαπιστώνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και όλα όσα αναφέρονται σε αυτές έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψη του. Ακόμη τα όσα οι συνήγοροι του Ενάγοντα - αιτητή και της Εναγομένης - καθ' ης η αίτηση αναφέρουν στις γραπτές τους αγορεύσεις, με τις οποίες αυτοί ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τα αναφερόμενα στην αίτηση και ένσταση παραθέτοντας και επικαλούμενοι σχετική νομολογία επί του υπό εξέταση ζητήματος, έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους, επίσης εύκολα διαπιστώνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και συνακόλουθα δεν κρίνω αναγκαία την καταγραφή και επανάληψη τους στην παρούσα. Στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση, όπως και στο περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων, θα γίνεται αναφορά στη συνέχεια, εκεί και όπου θα κρίνεται αναγκαίο. Δικαιοδοτική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί η Δ.48 Θ. 4
(2), των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή τις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Η διαμόρφωση του θεσμού αυτού υπό την ως άνω διατύπωση που επήλθε με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 3 του 1999, ημερομηνίας 23/12/1999, αποσκοπούσε από τη μία την αποφυγή επέκτασης τυχόν προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας και προς εξοικονόμιση χρόνου και από την άλλη, να επιτυγχάνεται η παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων εκδίκασης μίας αίτησης με ελεγχόμενη την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων και αποφυγής της ατέρμονης ή αδικαιολόγητων καταχωρίσεων ενόρκων δηλώσεων. Ακόμη στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στον προηγούμενο Κανονισμό από τη Νομολογία, ώστε γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του στόχου που έγινε πρόβλεψη για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Έτσι με την νέα Διαταγή, αντί της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στο βαθμό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιζητείται για να απαντήσει αμφισβητούμενα γεγονότα, αφού η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των ένορκων δηλώσεων με δυνατότητα αντεξέτασης, επιτρέπεται, νοουμένου ότι καταδεικνύεται «καλός λόγος» (βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ 1377). Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, και αυτό, για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν σε δεδομένη περίπτωση ο αιτητής έχει τεκμηριώσει «καλό λόγο» και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της τεκμηρίωσης θα ικανοποιήσει αίτημα - γραπτό ή προφορικό - για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην υπόθεση Φιλόκυπρου ν. Ματθαίου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510 λέχθηκε ότι: «το κατά πόσον θα πρέπει να επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ανάλογα με την περίπτωση» Ακόμα στην υπόθεση Α. Messios and Sons Ltd v. Α. Λεωνίδα (αρ. 1)
(2010)1 (Α) ΑΑΔ 195 στην στην σελίδα 199 λέχθηκαν τα εξής: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων - αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δυο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης και σύμφωνα με τη θέση του Ενάγοντα, όπως αυτή παρουσιάζεται στην Ένορκη Δήλωση του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο Ενάγοντας, αυτό το οποίο επιδιώκει με τη καταχώριση της προτεινόμενης συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, είναι να απαντηθούν οι ανυπόστατοι, σύμφωνα με την θέση του, ισχυρισμοί που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση, στην έκδοση και διατήρηση σε ισχύ, του διατάγματος ημερομηνίας 21/07/2020. Συγκεκριμένα για να απαντηθούν οι ισχυρισμοί που προβάλλει στις παραγράφους 3 - 12, 14 - 26, 28 - 34 και 38 - 46, στη Ένορκη Δήλωση του ημερομηνίας 10/09/20, ο κ. XXXXX Καλογήρου και οι ισχυρισμοί που προβάλλει στις παραγράφους 5 και 6 στην ένορκο δήλωση της ημερομηνίας 10/09/20, η κα XXXXX Καλογήρου. Είναι νομολογημένο ότι αποτελεί κανόνα καθολικής εφαρμογής, ότι σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο παρέχει θεραπεία ύστερα από μονομερή αίτηση, δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο δια της ενόρκου δηλώσεως που υποστήριζε την μονομερή αίτηση. Όπως χρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1976: «Ο κανόνας καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράληψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο.» Είναι περαιτέρω νομολογημένο ότι όταν ένας αιτητής αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο για θεραπεία, οφείλει να παραθέσει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να το βοηθήσουν για να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα (βλ. Hardardskiy Prumyslony Holdings A.S. v. Darentree Resources Ltd κ.α.,
(2008)1Β Α.Α.Δ 801, η οποία παραπέμπει στην πλούσια νομολογία επί του θέματος). Παράβαση του καθήκοντος αυτού επιφέρει, άνευ ετέρου, την άρνηση του Δικαστηρίου να χορηγήσει την αιτούμενη θεραπεία ή αν την έχει χορηγήσει, να την ακυρώσει (βλ. Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895). Στην υπόθεση United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company
(2002)1 Α.Α.Δ 938, αναφέρεται ότι το καθήκον για αποκάλυψη, το οποίο συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται, υπάρχει σε περιπτώσεις όπου ακούγεται μόνο η μια πλευρά και δεν δίνεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη πλευρά. Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε αιτήσεις για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων (βλ. Bacardi v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788), αλλά ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση και σε εξαγωγή ευρημάτων, κατά πόσο συγκεκριμένος ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός ή απορριπτέος. Όπως δε προκύπτει με σαφήνεια από το λεκτικό της Δ.48 θ.4
(2), καμία πρόνοια γίνεται σε αυτήν, για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης, παρά μόνο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ακόμη όπως έχει νομολογηθεί, όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από μόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε μέσω αυτής να απαντούνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία που σε διαδικασίες Προσωρινών Διαταγμάτων δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση τόμος 24, σελ. 519, παρ. 972 υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.α, Π.Ε. 312/10, ημερ. 17 Ιουλίου 2014, λέχθηκε: «Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σε ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης καλού λόγου και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση Αρ. 29/2014, ημερομηνίας 3 Νοεμβρίου 2016: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Αποτελεί, τέλος, καθιερωμένη νομική αρχή, ότι κατά τη διαδικασία οριστικοποίησης διατάγματος που έχει εκδοθεί μονομερώς, τα μόνα σχετικά γεγονότα που δύναται να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο, είναι τα γεγονότα εκείνα που τέθηκαν ενώπιον του κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ 1453, Demstar Ltd v Zim Israel Navigiation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ 597 και Μαρία Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου (ανωτέρω). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, είναι πρόδηλο ότι, στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο παρέχει θεραπεία μονομερώς, δεν είναι επιτρεπτή η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία: (α). απλά αντικρούει, απορρίπτει και απαντά στην εκδοχή της άλλης πλευράς, εφόσον δεν είναι δυνατό στα πλαίσια της διαδικασίας Προσωρινού Διατάγματος να εξεταστεί και διαπιστωθεί από το Δικαστήριο η αποδεικτική της αξία και το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων, και (β). παρουσιάζει γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων, εφόσον η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση, δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα με συμπληρωματική ένορκη δήλωση και η μονομερής αίτηση για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων θα κριθεί από το Δικαστήριο επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Συνακόλουθα, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο λόγος τον οποίο επικαλείται ο Ένάγοντας - αιτητής και τα όσα ισχυρίζεται στην ένορκο του δήλωση ότι δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να του δίδεται άδεια για να καταχωρήσει την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση την οποία επισυνάπτει στην Ένορκη Δήλωση του, ως Παράρτημα «Α», όπως άλλωστε και ο ίδιος τον έχει εξειδικεύσει, με κανένα τρόπο τεκμηριώνει «καλό λόγο», αντίθετα ο λόγος που επικαλείται αντιστρατεύεται τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Τονίζεται περαιτέρω ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση δεν είναι επιτρεπτό να καταχωριστεί και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι, όπως ορθά επισημάνθηκε και από τον συνήγορο της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση, όλα τα σχετικά γεγονότα που ο Ενάγων - αιτητής επιθυμεί να παραθέσει στο Δικαστήριο προς απάντηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση, ήταν ήδη σε γνώση του και θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του ημερομηνίας 17/7/2020, δυνάμει της οποίας εξεδόθη το διάταγμα ημερομηνίας 21/07/
  1. Είναι δε προφανές από μία απλή ανάγνωση της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα - αιτητή, που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, πώς με τα όσα επιθυμεί να συμπεριλάβει στην συμπληρωματική του ένορκο δήλωση σε περίπτωση που του δινόταν σχετική άδεια, αφορούν την ουσία της προκύψασας επίδικης διαφοράς, κάτι άλλωστε που εντοπίζεται και στις ένορκες δηλώσεις των υποστηριζόντων την ένσταση της Εναγόμενης- Καθ' ης η αίτηση, στην έκδοση και διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος ημερομηνίας 21/07/
  2. Αυτό είναι όχι μόνο αχρείαστο, αλλά και ως η σχετική επί του ζητήματος αυτού Νομολογία αναγνωρίζει, ανεπίτρεπτο, αφού τυχόν απόφανση επί των όσων διατυπώνουν αμφότερες οι πλευρές που εκφεύγουν των όσων είναι επιτρεπτό και επιβαλλόμενο να εξετάζονται σε παρόμοιας φύσεως αιτήσεις, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην κατάληξη ευρημάτων που θα αποτελέσουν και ευρήματα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Θα οδηγούσε δηλαδή, στην εκ των προτέρων απόφανση, a priori, για τα αμφισβητούμενα θέματα και μαρτυρία, αλλά και για την αξιοπιστία επί των ουσιωδών γεγονότων των προσώπων που, ώς ευκόλως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο των εν λόγω Ενόρκων Δηλώσεων, είλογα αναμένεται ότι θα καταθέσουν και ως οι κύριοι μάρτυρες των δύο πλευρών (Βλ. Bacardi v. Vinco Ltd και Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.α ανωτέρω). Όπως επίσης αναφέρθηκε στην υπόθεση Parico Aluminium Co L.t.d. κ.α. v.
  3. Muskita Aluminioum Co Limited
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν θα επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία που προβάλλεται στις ένορκες δηλώσεις προβαίνοντας σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ούτε θα καταλήξει σε ευρήματα. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην εν λόγω υπόθεση από τον Δ. Καλλή, ως ήταν τότε: «Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης κατάληξης με την οποία έχει κριθεί ότι πληρούνται, σε σχέση με τη βάση της αιτίας αγωγής του αθέμιτου ανταγωνισμού, δυνάμει του πιο πάνω Νόμου 66/83, οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Θα πραγματευθούμε μαζί τους λόγους 3 - μέρος - και 5 της έφεσης. Στην T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 η εφεσείουσα έθεσε υπό αμβισβήτηση την ορθότητα της πρωτόδικης προσέγγισης σε σχέση με το κατά πόσο η εφεσίβλητη, ως εταιρεία με έδρα στις Η.Π.Α. παρουσίασε μαρτυρία που να υποστήριζε το συμπέρασμα ότι οι Η.Π.Α. προσυπέγραψαν, επικύρωσαν ή προσχώρησαν στις διεθνείς Συμβάσεις στις οποίες η εφεσίβλητη παρέπεμψε προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι αρύετο δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στην Κύπρο, αφού η αντίστοιχη εφαρμογή τους βασίζεται στην αμοιβαιότητα. Το Εφετείο επελήφθη ως εξής του πιο πάνω ζητήματος (απόφαση Νικολάου, Δ.): «Ως προς το κατά πόσο προσήχθη μαρτυρία για συμμετοχή των Η.Π.Α. στις Συμβάσεις τις οποίες η εφεσίβλητη επικαλείται και από τις οποίες θα μπορούσε να αρύεται δικαιώματα στην Κύπρο, θεωρούμε επιτρεπτή την πρωτόδικη άποψη ότι το περιεχόμενο εξειδικευμένων στο θέμα περιοδικών, διεθνούς εμβέλειας - παρουσιάστηκαν φωτοαντίγραφα με ένορκο δήλωση - αποτελούσε αρκετό εκ πρώτης όψεως υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας ασχέτως αν δεν θα γινόταν δεκτό για σκοπούς της δίκης. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» (Βλ. και Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653:: «... το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .... θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας»). Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω αναφερθέντα, κρίνω ότι το αίτημα του Ενάγοντα για την έκδοση διατάγματος ως η υπό κρίση αίτηση, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Η πιο πάνω κατάληξη μου αναπόδραστα καθορίζει και το αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης, που δεν είναι άλλο από την απόρριψη της. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 23/09/2020, απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση και σε βάρος του Ενάγοντα - αιτητή, τα οποία, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Tάσος Κατσικίδης Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.