← Κύπρος

ΜΕΤΑΞΑ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 2/2021, 26/3/2021

ΜΕΤΑΞΑ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 2/2021, 26/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 2/2021 Αναφορικά με τον περί Νομικής Αρωγής Νόμο 165(Ι)/2002 και Αναφορικά με την αίτηση του ΧΧΧΧ Μεταξά (Α.Τ. ΧΧΧΧ) για δωρεάν νομική αρωγή Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΜΕΤΑΞΑ Αιτητή v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 26.03.2021 Εμφανίσεις: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται των υποθέσεων χωρίς τη φυσική παρουσία των διαδίκων ή των συνηγόρων των διαδίκων, λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση της διασποράς του Covid-

  1. Ο Αιτητής εκτίει διαδοχικές ποινές φυλάκισης δια βίου που του επιβλήθηκαν από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας την 24.06.2019, στην Ποινική Υπόθεση ΧΧΧΧ/
  2. Την 15.02.2021, η ΧΧΧΧ, μητέρα και διαχειρίστρια της περιουσίας της ΧΧΧΧ από τις Φιλιππίνες, ο ΧΧΧΧ, διαχειριστής της περιουσίας της ΧΧΧΧ από τις Φιλιππίνες, και ο ΧΧΧΧ ανήλικος δια του πατρός και πλησιέστερου συγγενή και φίλου ΧΧΧΧ από τις Φιλιππίνες, καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή 210/2021, με την οποίαν ενάγουν τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ως Εναγόμενο 1, και τον Αιτητή, ως Εναγόμενο
  3. Οι αξιώσεις των Εναγόντων στην αγωγή είναι συναφείς με το αντικείμενο και την κατάληξη της ποινικής δίκης. Το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής 210/2021 επιδόθηκε στον Αιτητή στις Κεντρικές Φυλακές την 23.02.
  4. Δια του οποίου, του ζητείται να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης εντός 10 ημερών από την επίδοση, ειδάλλως ενδέχεται να εκδοθεί εναντίον του δικαστική απόφαση, λόγω παράλειψής του να εμφανιστεί στη διαδικασία. Αυτή είναι γενικά η δικονομική συνέπεια της παράλειψης ενός εναγόμενου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης σε αγωγή που του επιδίδεται. Την 24.02.2021, ο Αιτητής, δια σχετικού εντύπου των φυλακών, υπέβαλε αίτηση δια της οποίας προώθησε επιστολή του προς το Δικαστήριο και ζήτησε νομική αρωγή, για να μπορέσει να εκπροσωπηθεί στην αστική δίκη, αίτημα το οποίο διαβιβάστηκε από το Τμήμα Φυλακών στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού την 02.03.2021, και την 05.03.2021 υποβλήθηκε η υπό εξέταση αίτηση νομικής αρωγής με βάση τον περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ. 1) 3/2003 («ΔΚ 3/2003»). Όπως προκύπτει από την αίτηση και τα γραφόμενα του Αιτητή, ο Αιτητής, διαζευγμένος με 2 παιδιά, είναι άνεργος και χωρίς πόρους, ένεκα του ότι βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές, ωστόσο επιθυμεί να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή που καταχωρίστηκε εναντίον του, λόγος για τον οποίον ζητά τη νομική αρωγή. Με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου 165(Ι)/2002 για την έννοια «Επαρχιακό Δικαστήριο» και την αναφορά σε «οποιονδήποτε δικαστή» του Επαρχιακού Δικαστηρίου που προβλέπεται από τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 («Νόμος 14/1960»), σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το άρθρο 22 του Νόμου 14/1960 δεν προνοεί διαφορετικά, το παρόν Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί της αίτησης, για να διαπιστώσει εάν η περίπτωση καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου 165(Ι)/2002, ασχέτως εάν η νομική αρωγή ζητείται για εκπροσώπηση σε αγωγή κλίμακας €100.000 - €500.000 (δεν αποφασίζεται η αγωγή). Η αναφορά του άρθρου 7 του Νόμου 165(Ι)/2002 σε Δικαστήριο «ενώπιον του οποίου εκκρεμεί οποιαδήποτε από τις διαδικασίες» καλύπτονται δεν εννοεί κατ' ανάγκη το Δικαστήριο το οποίο θα επιληφθεί κατ' ουσία της υπόθεσης. Εξάλλου, αίτηση για νομική αρωγή μπορεί να υποβληθεί και στο Δικαστήριο της συνήθους διαμονής ενός αιτητή. Με βάση τον Κανονισμό 5 ΔΚ 3/2003, κατά την πρώτη ημερομηνία εμφάνισης, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσον η περίπτωση καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου 165(Ι)/
  5. Αν αποφασιστεί ότι η περίπτωση δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση. Αν αποφασιστεί ότι η περίπτωση καλύπτεται, το Δικαστήριο διατάσσει την κατάθεση στο Πρωτοκολλητείο, μέσα σε προθεσμία που καθορίζει λαμβανομένης υπόψη και της φύσης της διαδικασίας στην οποία αφορά η αίτηση, κοινωνικοοικονομικής έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας για τους σκοπούς του άρθρου 7

(1)(α) του Νόμου 165(Ι)/2002 και έγγραφης δήλωσης το περιεχόμενο της οποίας καθορίζεται στον Τύπο 2, για τους σκοπούς του άρθρου 8 του Νόμου και ορίζει ημερομηνία για την εξέταση της αίτησης. Η παροχή νομικής αρωγής με βάση τον Νόμο 165(Ι)/2002 παρέχεται, σύμφωνα με το άρθρο 3, στις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 4, 4Α, 5, 6, 6Α, 6Β, 6Γ, 6Δ, 6Ε και 6ΣΤ, στην έκταση και υπό τους όρους που διαλαμβάνονται στον Νόμο αυτό. Συνάγεται πως δεν μπορεί να εξεταστεί αίτηση για νομική αρωγή για οποιεσδήποτε άλλες διαδικασίες. Για τις αστικές δίκες, όπως προκύπτει από το άρθρο 5 του Νόμου 165(Ι)/2002, η δυνατότητα παροχής νομικής αρωγής είναι περιορισμένη στις περιπτώσεις όπου πρόσωπο ενάγει την Κυπριακή Δημοκρατία για ζημιά που υπέστη συνεπεία καθορισμένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής δεν ενάγει την Κυπριακή Δημοκρατία για καθορισμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά είναι Εναγόμενος σε αστική δίκη, και φαίνεται ότι η περίπτωσή του δεν καλύπτεται από τον Νόμο 165(Ι)/2002, συνεπώς, με δεδομένο ότι και στα υπόλοιπα άρθρα δεν υπάρχει πρόνοια που να καλύπτει την περίπτωση του Αιτητή, και η αίτηση γίνεται με βάση τον Νόμο 165(Ι)/2002, η κατάληξη θα είναι αναπόφευκτα η απόρριψη της αίτησης. Δεν διαφεύγει καθόλου της προσοχής του Δικαστηρίου πως το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη και η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας υπάρχουν εγγενώς στις απαιτήσεις μιας δίκαιης δίκης, και ότι τόσο το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως και τα άρθρα 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστούν δίκαιο που εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση, υπέρτερο. Εάν η άρνηση παροχής δωρεάν νομικής αρωγής - ή κατά το δίκαιο της Ένωσης «ευεργετήματος πενίας» - σε αυτό το στάδιο (γιατί δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που καλύπτει ο Νόμος) ή σε κάποιο επόμενο στάδιο (γιατί δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις) - θα μπορούσαν να απολήξουν σε περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, που να θίγει τον πυρήνα του, κρίνεται σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας εκτίμησης, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη το αντικείμενο της διαφοράς, τις εύλογες πιθανότητες νίκης του Αιτητή, το πόσο σοβαρό είναι για τον ίδιο το διακύβευμα, την πολυπλοκότητα της διαδικασίας, καθώς και τη δυνατότητα του Αιτητή να υπερασπισθεί αποτελεσματικά την υπόθεσή του. Για να εκτιμήσει την αναλογικότητα, το Δικαστήριο μπορεί επίσης να λάβει υπόψη το ύψος των δικαστικών εξόδων που πρέπει να καταβληθούν και εάν ενδεχομένως συνιστούν ή όχι ανυπέρβλητο εμπόδιο για πρόσβαση στη Δικαιοσύνη[1]. Στην McVicar v. The United Kingdom (αρ. 46311/99, 07.05.2002), απασχόλησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) περίπτωση εναγόμενου σε δίκη για λίβελλο που με βάση την αγγλική Legal Aid Act 1988 δεν μπορούσε να λάβει νομική αρωγή. Είχε ουσιαστική υπεράσπιση, για την οποίαν είχε λόγο να συμμετάσχει στη δίκη, η οποία δεν ήταν απλή, όπως προδιαγράφηκε και εν τέλει εξελίσσονταν. Το ΕΔΑΔ υπενθύμισε[2] πως το άρθρο 6 § 3(γ) της ΕΣΔΑ, παρότι δεν αναφέρεται σε αστική δίκη, μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εξαναγκάσει σε παροχή βοήθειας δικηγόρου, όταν τέτοια βοήθεια αποδεικνύεται απαραίτητη για την αποτελεσματική πρόσβαση σε Δικαστήριο, είτε επειδή η νομική εκπροσώπηση καθίσταται υποχρεωτική είτε λόγω της πολυπλοκότητας της διαδικασίας ή της υπόθεσης. Το άρθρο 6 § 1 αφήνει στο κάθε κράτος να επιλέγει τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την εγγύηση του δικαιώματος αποτελεσματικής πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Η απάντηση στο ερώτημα εάν το άρθρο αυτό απαιτεί ή όχι την παροχή νομικής εκπροσώπησης σε συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης και, συγκεκριμένα, από το εάν το άτομο θα μπορούσε να παρουσιάσει την υπόθεσή του σωστά και ικανοποιητικά χωρίς τη βοήθεια δικηγόρου. Το ΕΔΑΔ, στη νομολογία του[3], επεσήμανε μια σειρά από περιστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σωρευτικά σε διαπίστωση ότι υπάρχει στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης σε Δικαστήριο λόγω της άρνησης παροχής νομικής συνδρομής από το Κράτος. Μεταξύ αυτών, ενδεικτικά, το περίπλοκο της διαδικασίας (π.χ. εμπλοκή νομικών ζητημάτων, αποδεικτικές δυσκολίες με απαιτήσεις εμπειρογνωμοσύνης, κ.λπ.) σε συνάρτηση με το βάρος απόδειξης, η φύση της διαδικασίας, η ένταση της συναισθηματικής εμπλοκής που μπορεί να είναι ασυμβίβαστη με τον βαθμό αντικειμενικότητας που απαιτείται για υπεράσπιση στο Δικαστήριο, ο βαθμός δημόσιας έκθεσης από τη δίκη, οι προσωπικές καταστάσεις και χαρακτηριστικά των διαδίκων (π.χ. ταπεινότητα και έλλειψη πόρων του εναγόμενου, οικονομική και κοινωνική δύναμη του ενάγοντος, βαθμός μόρφωσης εκάστου, κ.λπ.), τα ποσοστά εκπροσώπησης από δικηγόρους σε συγκεκριμένο είδος υποθέσεων. Με βάση τα δεδομένα που είναι γνωστά στο Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, ο Αιτητής είναι εναγόμενος σε αστική υπόθεση στην οποία αξιώνονται εναντίον του θεραπείες υπέρ της περιουσίας και των κληρονόμων της ΧΧΧΧ, της οποίας ο Αιτητής προκάλεσε τον θάνατο, πράξη στην οποία καταδικάστηκε κατόπιν δικής του ομολογίας ενοχής[4], σε ποινική δίκη στην οποία εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, και εκτίει ποινή φυλάκισης δια βίου, μεταξύ άλλων διαδοχικών ποινών δια βίου φυλάκισης. Ζητά νομική αρωγή προκειμένου να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο που θα καταχωρίσει εκ μέρους του σημείωμα εμφάνισης, εφόσον ο ίδιος δεν μπορεί να πληρώσει δικηγόρο, λόγω έλλειψης πόρων (άπορος), εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές, ωστόσο είναι δεδομένο πως η περίπτωσή του δεν καλύπτεται από τον Νόμο 165(Ι)/2002, ως τουλάχιστον έχει σήμερα. Παρεμβάλλεται πως, αν και προβλέπεται διαχρονικά στους διαδικαστικούς κανονισμούς χωρών του κοινοδικαίου και διαδικασία από και εναντίον άπορων ατόμων (in forma pauperis/as paupers), όπως και στην εγχώρια Δ.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ως μια - θα μπορούσε να λεχθεί- πρώιμη ιδέα νομικής αρωγής στις αστικές δίκες, η μακρά ιστορία της ρύθμισης στο Αγγλικό δίκαιο δεν βρίσκει κάποιαν εφαρμογή στην εγχώρια πρακτική. Στη σημερινή εποχή, επανέρχεται μεν στο προσκήνιο ποικιλοτρόπως η ανάγκη για περαιτέρω διεύρυνση του θεσμού της νομικής αρωγής σε ορισμένες ακόμα αστικές δίκες, αλλά μέσα από τον ίδιο τον θεσμό της νομικής αρωγής, ως αυτός συναρτάται με τα σύγχρονα δικαιώματα. Προς μια τέτοια κατεύθυνση, ο Νόμος 165(Ι)/2002 πρόσφατα τροποποιήθηκε και περιέλαβε τις διαδικασίες πλειστηριασμών. Οι κρατούμενοι, αν και συνιστούν ευάλωτη πληθυσμιακή ομάδα, που έλκει ιδιαίτερη νομική προστασία, δεν έχουν εκ προοιμίου δικαίωμα νομικής αρωγής σε οποιεσδήποτε αστικές δίκες δεν σχετίζονται με την κράτησή τους ή με τα δικαιώματά τους που απορρέουν από το καθεστώς τους ως κρατούμενοι. Η παροχή νομικής ή άλλης βοήθειας σε ορισμένες ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες θα μπορούσε ίσως να βρει έδαφος σε εθελοντικές δράσεις, αλλά ο εγκλεισμός ενός ατόμου σε φυλακή, όπως και οποιοσδήποτε άλλος φυσικός περιορισμός του, δεν αποκλείει από μόνος του τη δυνατότητά του να είναι δικονομικά παρόν σε αστική δίκη που τον αφορά. Τουλάχιστον και οι περί Φυλακών (Γενικοί) Κανονισμοί (Κ.Δ.Π. 121/1997), ως τροποποιήθηκαν, ουδόλως μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοιο συμπέρασμα, και δεν θεωρείται, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής, επειδή είναι έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές, και μόνον εξ αυτού, στερείται της δυνατότητας συμμετοχής στην αγωγή που καταχωρίστηκε εναντίον του ή ότι δικαιούται σε νομική αρωγή ανεξαρτήτως των όσων διαλαμβάνει ο Νόμος 165(Ι)/2002 ή οποιωνδήποτε άλλων προϋποθέσεων. Είναι αναμενόμενες ορισμένες δυσκολίες μεταφοράς κρατουμένων, ιδίως των βαρυποινιτών, για σκοπούς χειρισμού αστικών δικών στις οποίες ενάγονται. Όπως ευλόγως αναμενόμενες είναι και οι ανάλογες διευκολύνσεις ή παροχές από τη διεύθυνση των φυλακών[5] ή ορισμένοι πιθανοί χειρισμοί (π.χ. διαδικαστική ελαστικότητα) από το Δικαστήριο της αγωγής ή από το Πρωτοκολλητείο. Η αποδοχή εκπροσώπησης, όχι κατ' ανάγκη νομικής, για την αντιμετώπιση πρακτικών δυσκολιών, όταν αυτές προκύπτουν, δεν αποκλείεται[6], έχοντας υπόψη και το άρθρο 30 του περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ. 2[7]. Σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνία με το Δικαστήριο, και με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων, δεν απαγορεύεται[8], ενώ έχει δρομολογηθεί και η εισαγωγή του συστήματος ηλεκτρονικών καταχωρίσεων (iJustice). Είναι δικαίωμα κάθε εναγόμενου σε αστική δίκη, μη εξαιρουμένου του Αιτητή, να καταχωρίσει εμφάνιση, με σκοπό να προβάλει την υπεράσπισή του, εάν βεβαίως διαθέτει υπεράσπιση δια της οποίας αμφισβητεί την απαίτηση αυτών που τον ενάγουν. Δεν είναι γνωστές οι προσωπικές ικανότητες των διαδίκων στην αγωγή, επακριβώς οι οικονομικές τους δυνάμεις, κατά πόσον η μία πλευρά είναι πιο ευάλωτη από την άλλη λόγω των συνθηκών της. Δεν είναι γνωστή επίσης η υπεράσπιση που θα ήθελε να προβάλει ο Αιτητής δια της εμφάνισής του, για να διαφανεί επί του παρόντος βαθμός πολυπλοκότητας ή αποδεικτικής δυσκολίας της αστικής δίκης που έχει να αντιμετωπίσει ο Αιτητής, και κατ' επέκταση για να εκτιμηθεί η αναγκαιότητα νομικής εκπροσώπησης. Είναι γνωστό ότι οι Ενάγοντες εκπροσωπούνται από δικηγόρο, χωρίς, όμως, αυτό, από μόνο του, να δημιουργεί, επί του παρόντος, συνθήκες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ανισότητα των όπλων μεταξύ των Εναγόντων και του Αιτητή. Είναι επίσης γνωστό πως ο Αιτητής είχε ομολογήσει ενοχή στη σχετική ποινική δίκη. Οι διάδικοι έχουν αναμφίβολα δικαίωμα και σε νομική εκπροσώπηση στις δικαστικές διαδικασίες που τους αφορούν. Το δικαίωμα σε νομική εκπροσώπηση δεν ταυτίζεται με το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη ή με το δικαίωμα ακρόασης, αν και κοινά συνυφαίνονται με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, και παρόλο που συσχετίζονται μεταξύ τους, ώστε η αδυναμία άσκησης του ενός δυνατόν να εμποδίζει την άσκηση του άλλου. Η καταχώριση σημειώματος εμφάνισης στην αστική δίκη, διαδικαστικά, δεν είναι πολύπλοκη, και δεν γίνεται κατ' ανάγκη μέσω δικηγόρου[9]. Την πολιτική δίκη βεβαίως διέπουν διαδικαστικοί κανονισμοί που προβλέπουν διαδικασίες, προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα έντυπα, ιδίως στο στάδιο ετοιμασίας των δικογράφων και της προδικασίας που ακολουθεί τη συμπλήρωση των δικογράφων, κατ' επέκταση υπάρχει κάποιος βαθμός δυσκολίας λόγω της απαιτούμενης διαδικαστικής επιμέλειας (diligence)· ωστόσο, υπάρχει και δωρεάν πρόσβαση στους διαδικαστικούς κανονισμούς που περιέχουν τα σχετικά έντυπα, αρκετοί διάδικοι εμφανίζονται αυτοπροσώπως, το κόστος της διαδικασίας δεν είναι απαγορευτικό για κάποιον εναγόμενο που υπερασπίζεται τον εαυτό του αυτοπροσώπως, και το καθεστώς του Αιτητή ως κρατούμενου σε συνάρτηση με την ορθότητα της τήρησης των διαδικασιών στο πλαίσιο της εναντίον του αγωγής δεν είναι κάτι που απασχολεί επί του παρόντος[10]. Από όλα τα προαναφερόμενα δεδομένα, ιδωμένα σωρευτικά, δεν φαίνεται πως η απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για δωρεάν νομική αρωγή σε αυτό το στάδιο, επειδή η περίπτωσή του δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που καλύπτει ο Νόμος 165(Ι)/2002, θα μπορούσε να απολήξει σε κατάργηση κάποιου δικαιώματος του Αιτητή, ως εναγόμενου, να έχει πρόσβαση στο Δικαστήριο της αγωγής ή και να προβάλει τυχόν υπεράσπιση που έχει. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή να διαβιβάσει την απόφαση στον Αιτητή, μέσω του Τμήματος Φυλακών, και στη Νομική Υπηρεσία. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπετε και ΔΕΕ, C-279/09, DEB Deutsche Energiehandels- und Beratungsgesellschaft mbH v. Bundesrepublik Deutschland, 2010, σε σχέση με τα νομικά πρόσωπα. [2] Βασιζόμενο στον λόγο της Airey v. Ireland (αρ. 6289/1973, 09.10.1979), η οποία όμως ήταν υπόθεση οικογενειακού δικαίου. [3] Airey v. Ireland (αρ. 6289/1973, 09.10.1979), McVicar v. The United Kingdom (αρ. 46311/99, 07.05.2002). [4] Βλέπετε Alexandrescu and Others v. Romania (αρ. 56842/08 και άλλες, 24.11.2015), § 22. [5] βλ. και Yevdokimov and Others v. Russia (αρ. 27236/05 και άλλες, 16.02.2016) §§ 33-47. [6] βλ. και Margaretić v. Croatia (αρ. 16115/2013, 05.06.2014). [7] Με τις επιφυλάξεις της Φελλά ν. Nικοδήμου (Aρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. [8] βλ. και Pönkä v. Estonia (αρ. 64160/2011, 08.11.2016) §
  2. [9] Δ.16,κ.3(α) Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. [10] βλ. και Kunert v. Poland (αρ. 8981/2014, 04.04.2019) §§ 34-
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.