CNP ASFALISTIKI LIMITED (πρώην ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ) κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4769/15, 3/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4769/15 Μεταξύ:
- CNP ASFALISTIKI LIMITED (πρώην ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ)
- XXX Χριστοφή Εναγόντων -και- ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Εναγομένων -και-
- ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Τριτοδιαδίκων Αίτηση ημ. 25/10/2019 για Τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ.κ. Ιωαννίδης και Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση 1: κ.κ. Η. Νεοκλέους και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Τριτοδιάδικο 1: κ.κ. Κώστας Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Τριτοδιάδικο 2: κα. Δ. Νικολάτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται ως δημόσια απαγγελθείσα] Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 02/12/15 σε Γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι Ενάγοντες 1 και 2 (ομού εν τοις εφεξής καλουμένων «οι Ενάγοντες»), αξιώνουν από τον Εναγόμενο, αποζημιώσεις ύψους €18.372,40, για ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν, όπως ισχυρίζονται, λόγω αμέλειας και / η παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Εναγομένου και συγκεκριμένα από την πλημμύρα που υπέστηκε, κατά ή περί την 07/12/12, το κατάστημα και/ή το υποστατικό του Ενάγοντα 2, που ευρίσκεται στην οδό XXXXX XXX, Άγιος Γεώργιος Χαβούζας, στη Λεμεσό. Περαιτέρω αξιώνουν γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις, συνεπεία παράνομης επέμβασης και/ή οχληρίας. Αξιώνουν ακόμη την καταβολή Νόμιμου τόκου και τα έξοδα της υπόθεσης. Το γενικά οπισθογραφημένο εν κλητήριο, επιδόθηκε στον Εναγόμενο την 13/01/2016, ο οποίος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δια των δικηγόρων του, την 21/03/
- Εν συνεχεία οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησης τους την 05/12/16, στην οποία ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα αρ.1 κατέβαλε δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου αποζημιώσεις ύψους €18.372,40, λόγω ζημιών που υπέστη τόσο το κατάστημα και / υποστατικό του Ενάγοντα 2, όσο και στο περιεχόμενο του, από πλημμύρα που προκλήθηκε στην περιοχή που αυτό ευρίσκεται, για την οποία καθιστούν υπεύθυνο τον Εναγόμενο στη βάση αμέλειας και/ή παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Ακόμη στην καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα 1, ισχυρίζεται ότι δυνάμει συμβατικής υποχρέωσης, η οποία απορρέει από ασφαλιστήριο έγγραφο, κατέβαλε δυνάμει των όρων αυτού προς τον Ενάγοντα 2, το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, εξ ού και το διεκδικεί και αυτή από τον Εναγόμενο. Με την αρχικά καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων για την προς αυτόν απόδοσης ευθύνης στη πρόκληση των κατ' ισχυρισμό ζημιών καθώς επίσης και το ύψος τους, ζητά δε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Ακολούθως και αφού την 6/3/2018 εκδόθηκε με την συγκατάθεση των Εναγόντων σχετικό διάταγμα, δια της καταχωρηθείσας Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος αρχικά εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και παράλληλα ότι αν υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, αυτό θα είχαν κατά του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας (εφεξής Σ.Α.Λ.Α) και/ή της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων (εφεξής ΤΑΥ). Περαιτέρω απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί πλημμύρας και ζημιών, καθώς και οποιαδήποτε ευθύνη του καταλογίζεται, αποδίδοντας τις όποιες τυχόν ευθύνες προκύπτουν σε περίπτωση που αποδειχθούν οι ζημιές από τις πλημμύρες, σε ανωτέρα βία (Αct of God) και / η στο ΣΑΛΑ και / ή στο ΤΑΥ. Ο Εναγόμενος επεφύλαξε περαιτέρω το δικαίωμα του για λήψη άδειας για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Μετά την καταχώρηση της Απάντησης των Εναγόντων στην Τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου, η αγωγή ορίστηκε για έκδοση οδηγιών δυνάμει της Δ.30, ως αυτή ίσχυε πρίν από την Τροποποίηση της, αφού η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε πρίν την 31/12/15 και η κλίμακα της είναι άνω των €10.000,
- Ως επακόλουθο του ορισμού της αγωγής για οδηγίες, την 23/10/2017, εκδόθηκε διάταγμα ένορκης αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων από τους κατά την εν λόγω ημερομηνία, υφιστάμενους διαδίκους, στο οποίο αμφότερες οι πλευρές, Εναγόντων και Εναγομένου συμμορφώθηκαν. Ο Εναγόμενος στη συνέχεια και αφού στις 23/04/18, εξασφάλισε την προς τούτο άδεια του Δικαστηρίου, εξέδωσε και επέδωσε ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου στο Σ.Α.Λ.Α και στο Τ.Α.Υ, οι οποίοι καταχώρισαν εμφάνιση δια των δικηγόρων τους. Το μεν ΣΑΛΑ στις 24/05/2018, το δε Τ.Α.Υ στις 14/05/
- Ακολούθησε η καταχώρηση στις 26/06/2018 Έκθεσης Απαίτησης του Εναγόμενου εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, οι οποίοι και καταχώρησαν τις υπερασπίσεις τους, ο μεν Τριτοδιάδικος αρ.1 στις 05/07/2018, ο δε Τριτοδιάδικος αρ.2 στις 03/12/
- Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση Απάντησης του Εναγόμενου στην Υπεράσπιση του Τριτοδιαδίκου αρ.1, στις 09/07/2018 και με την καταχώρηση Απάντησης του Εναγόμενου στην Υπεράσπιση του Τριτοδιαδίκου αρ.2, στις 05/12/2018 Αφού ακολούθησε η προβλεπόμενη από τη Δ.30 έκδοση κλήσης για οδηγίες, εκδόθηκαν σε σχέση με την διαδικασία Τριτοδιαδίκου, διατάγματα ένορκης αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων από τον Εναγόμενο και τους Τριτοδιάδικους 1 και 2, στο οποίο όλες πλευρές συμμορφώθηκαν. Επακόλουθο της ολοκλήρωσης της ανταλλαγής και συμπλήρωσης των δικογράφων και της συμμόρφωσης με τις οδηγίες - διατάγματα, του Δικαστηρίου για ένορκη αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, ήταν η αγωγή να οριστεί για ακρόαση για την 29/11/
- Πρίν δε την ημερομηνία που ορίστηκε η αγωγή για ακρόαση, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 25/10/2019, την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούν με την θεραπεία της παραγράφου (Α) τροποποίηση του τίτλου του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου ώστε να καταστήσουν πλέον ως εναγόμενους αρ.2 και αρ.3, τους Τριτοδιάδικους αρ.1 και αρ.
- Περαιτέρω επιζητούν δυνάμει της παραγράφου (Β), εκτεταμένες τροποποιήσεις της Έκθεσης Απαίτησης, οι οποίες, όπως ισχυρίζονται, προκύπτουν από την προσθήκη των προτεινόμενων Εναγόμενων και
- Οι εν λόγω τροποποιήσεις καταγράφονται στην υπό κρίση αίτηση και δεν κρίνω σκόπιμο να τις παραθέσω αυτολεξεί. Επισημαίνω μόνο, ότι αφορούν την περιγραφή της υπόστασης, των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των προτεινόμενων Εναγόμενων, καθώς και στην παράθεση λεπτομερειών που αφορούν την κατ' ισχυρισμό αμέλεια και/ή την εκ του νόμου παράβαση των καθηκόντων τους Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Διαταγή 9 Κανονισμούς 1-4, 5, 6-10, και 11, στη Δ.12, Δ.25, Θ.1
(3), 2-5, 8 και 9, Δ.48 1-9, 11, 12 ΚΑΙ 13, Δ.57 Θ.2, Δ.63 Θ.2 και Δ.64 και στις Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου ως επίσης και στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία αυτή στηρίζεται και που σύμφωνα με τους αιτητές - Ενάγοντες, δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκο δήλωση του κ. XXX Γεωργίου, δικηγόρου στο γραφείο των αιτητών. Η ένορκος δήλωση του κ. XXX Γεωργίου αποτελείται από 26 παραγράφους σε 5 δακτυλογραφημένες σελίδες. Περιληπτικά και τούτο διότι κρίνω ως μη παραγωγικό να εκθέσω αυτολεξεί το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του κ. XXX Γεωργίου, σε αυτήν αναφέρονται τα εξής: Ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες - αιτητές, ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τόσο από έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του, όσο και από πληροφορίες που συγκέντρωσε από την άσκηση των καθηκόντων του, αλλά και από τους ίδιους του αιτητές και ότι όπου δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων παραθέτει και αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Περαιτέρω αναφέρει ότι τα εγειρόμενα προς εξέταση ζητήματα στην υπό κρίση αίτηση, είναι αμιγώς νομικά. Με την αγωγή αξιώνεται η ανάκτηση ποσού ύψους Ευρώ 18.372,40 το οποίο καταβλήθηκε από την Ενάγουσα1, βάσει ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον ασφαλισμένο της, Ενάγοντα 2, για την κάλυψη ζημιών που υπέστη το υποστατικό του από έντονες βροχοπτώσεις και συνεπακόλουθη πλημμύρα η οποία σημειώθηκε στην επίδικη περιοχή περί τις 6/12/12 και 10/12/12, συνεπεία μεταξύ άλλων του ακατάλληλου και προβληματικού συστήματος απορροής όμβριων υδάτων. Δια της Υπεράσπισής του, ο Εναγόμενος καθ' ού η αίτηση, αρνείται την ευθύνη για το επίδικο συμβάν και καταλογίζει ευθύνη στους Τριτοδιάδικους 1 και 2 τους οποίους και προσεπικάλεσε στην διαδικασία ως τέτοιους. Στην βάση δε των στοιχείων που οι Ενάγοντες είχαν στην διάθεσή τους κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, περιλαμβανομένης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που είχε ετοιμασθεί από ειδικό εμπειρογνώμονα, η επίδικη πλημμύρα οφείλονταν στο φράξιμο παρακείμενου οχετού και στο σύστημα απορροής των όμβριων υδάτων της περιοχής το οποίο είναι εκ κατασκευής προβληματικό. Εκ παραδρομής όμως και λόγω καλόπιστου λάθους η δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση επέλεξε να προωθήσει την αγωγή εναντίον του Εναγόμενου μόνο στηριζόμενη στις πρόνοιες του Περί Δήμων Νόμου, Ν. 111/85, όπως τροποποιήθηκε, και δεν έλαβε υπόψη τις πρόνοιες του Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου, Ν. 1/71, όπως τροποποιήθηκε, ή τις πρόνοιες του Περί Αξιολόγησης, Διαχείρισης και Αντιμετώπισης των Κινδύνων Πλημμύρας Νόμου, Ν. 70(Ι)/10, όπως τροποποιήθηκε, οι οποίοι επιβάλλουν στους Τριτοδιάδικους 1 και 2 αντίστοιχα ορισμένα καθήκοντα. Ισχυρίζεται ακόμη ότι το ζήτημα κατά πόσο η αρμοδιότητα κατασκευής, συντήρησης, επιτήρησης και λειτουργίας φρεατίων, συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων και συστημάτων αποχετεύσεως όμβριων υδάτων εναποτίθεται σε Δήμο και σε Συμβούλιο Αποχετεύσεως ή σε ένα από τους δύο, δεν έχει επιλυθεί από την Κυπριακή Νομολογία, τουλάχιστον, «με τελεσίδικο και οριστικό τρόπο». Επομένως, σύμφωνα πάντα με τον κ.Γεωργίου, υπάρχει όχι μόνο νομική αλλά και πραγματική ασάφεια αναφορικά με το ποιος εν τέλει φέρει την ευθύνη για το ζημιογόνο συμβάν, ασάφεια η οποία συνέβαλε στο καλόπιστο λάθος να καταχωρηθεί η αγωγή εναντίον μόνο του Εναγόμενου. Είναι περαιτέρω η θέση του κ. XXX Γεωργίου, ότι η αναγκαιότητα καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης, προέκυψε λόγω των νέων στοιχείων που προέκυψαν κατά τη μελέτη της Υπεράσπισης του Εναγόμενου, της Έκθεσης Απαίτησης του εναντίον των Τριτοδιαδίκων και των εκθέσεων Υπεράσπισης των Τριτοδιαδίκων 1 και
- Είναι δε ισχυρισμός του, πώς τα όσα αναφέρονται στα εν λόγω δικόγραφα για πρώτη φορά περιήλθαν εις γνώση των Εναγόντων, αφού αφορούν στοιχεία για έργα που διεξήχθησαν κατά την επίδικη περίοδο από τον Εναγόμενο και τους Τριτοδιαδίκους, για τα οποία οι ίδιοι δεν είχαν και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζουν. Ο κ. ΧΧΧ Γεωργίου, προβάλλει ακόμη την θέση ότι παρά την παρέλευση αρκετών μηνών μετά την ανταλλαγή των δικογράφων μεταξύ Εναγομένου και Τριτοδιαδίκων 1 και 2, η υπό εξέταση αίτηση, δεν υπεβλήθει καθυστερημένα. Τούτο δε οφείλεται, στο χρόνο που απαιτείτο για τη μελέτη των εγερθέντων ισχυρισμών, των νέων στοιχείων και τη διεξαγωγή της απαραίτητης νομικής τους ανάλυσης. Ακόμα ότι η εν λόγω διαδικασία ήταν κάπως χρονοβόρα, εξ ου και η κάποια καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη ούτως ώστε να αποφασιστούν αποτελεσματικά τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, ενώ σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, οι Ενάγοντες διατρέχουν τον κίνδυνο να απορριφθεί η αγωγή τους στην ολότητα της, σε περίπτωση που το δικαστήριο καταλήξει ότι ο Εναγόμενος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για τις ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη ο Ενάγων αρ.
- Είναι ακόμα θέση του κ. XXX Γεωργίου, ότι το Σ.Α.Λ.Α. και το Τ.Α.Υ. αποτελούν αναγκαίους διάδικους, ούτως ώστε να δεσμεύονται και αυτοί από το αποτέλεσμα της αγωγής των Εναγόντων - αιτητών, εναντίον του Καθ' ου η αίτηση - Εναγομένου. Εισηγείται επίσης ότι δεν θα ήταν ορθό για το νομικό σύστημα, να επιτρέψει την διεξαγωγή δύο παράλληλων διαδικασιών με το ίδιο επίδικο θέμα αφού συν τοις άλλοις, σε μία τέτοια περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποφασισθούν τα επίδικα θέματα διαφορετικά και διαφορετικά δικαστήρια να καταλήξουν σε αντιφατικά αποτελέσματα. Εξ όσων δε πληροφορείται από τους δικηγόρους των αιτητών - Εναγόντων και ειλικρινά ο ίδιος πιστεύει, οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις έχουν ως στόχο την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων και αποτελούν γνήσια προσπάθεια διόρθωσης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης. Προς επίρρωση δε των εισηγήσεων του, προβάλλει και την θέση ότι το Σ.Α.Λ.Α. και το Τ.Α.Υ. είναι ήδη διάδικοι στην αγωγή, υπό την ιδιότητά όμως Τριτοδιαδίκων, κάτι που σημαίνει για τους Ενάγοντες - αιτητές, πώς ουδεμία αξίωση δύνανται να προωθήσουν εναντίον τους και επομένως, ακόμα και σε περίπτωση που διαφανεί ότι το Σ.Α.Λ.Α και/ή το Τ.Α.Υ, έχουν αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια για τα επίδικα γεγονότα, η αξίωση των Εναγόντων - αιτητών, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Εισηγείται επίσης ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουδόλως επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο, και μάλιστα δυσμενώς, οποιαδήποτε δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση Εναγομένου, και ουδόλως προκαλεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημία που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα. Ιδιαίτερα δε λαμβάνοντας υπόψιν ότι τα όσα οι αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν αποτελούν ισχυρισμούς που ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενος εγείρει και ότι η βάση της αγωγής ουδόλως αλλοιώνεται. Αντίθετα, ισχυρίζεται πώς αν δεν επιτραπεί η αιτούμενη προσθήκη και τροποποίηση, θα πληγούν σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντα των αιτητών Εναγόντων, αφού δεν θα μπορέσουν να προωθήσουν τις αξιώσεις τους εναντίον όλων των υπαιτίων για τις ζημιές που έχουν υποστεί. Αναφέρει ακόμη ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα των επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων αλλά ούτε και τον εκτροχιασμό της δίκης, δεδομένου και του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει ακόμη. Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις γίνονται καλόπιστα εκ μέρους των αιτητών - Εναγόντων και δεν μπορούν να αποτελέσουν υπό τις περιστάσεις κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου ακόμα και στο στάδιο αυτό. Περαιτέρω, είναι η θέση του πώς ουδένα ζήτημα παραγραφής δικαιωμάτων υφίσταται. Τέλος ισχυρίζεται ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση ουδεμία ζημιά θα προκαλέσει στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση - Εναγομένου, που να μην μπορεί να επανορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση τόσο του Εναγόμενου, όσο και αμφότερων των Τριτοδιαδίκων, στους οποίους επίσης έχει επιδοθεί. Δόθηκε δε άδεια σε αυτούς να καταχωρήσουν γραπτώς τις ενστάσεις τους όπως και έπραξαν, ο Εναγόμενος στις 23/12/19, ο Τριτοδιάδικος 1 στις 6/2/20 και Τριτοδιάδικος 2 στις 11/5/
- Με την ένσταση του ο Εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση, εγείρει 12 λόγους για τους οποίους εισηγείται ότι η αίτηση των Εναγόντων πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί είναι οι ακόλουθοι: α) Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή χωρίς κανένα νομικό ή πραγματικό έρεισμα και/ή άνευ αντικειμένου και/ή λανθασμένη και/ή δεν είναι σύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και τους διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως. β) Η υπό κρίση αίτηση γίνεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και/ή δεν γίνεται καλόπιστα και/ή θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση, καθώς θα επιφέρει ζημιά και επιπλέον έξοδα στη διαδικασία. γ) Οι αιτητές δεν δικαιολογούν επαρκώς και/ή καθόλου την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης. δ) Τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση ήταν γνωστά και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και συνεπώς δεν δικαιολογείται η καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος των αιτητών. ε) Η παρούσα αίτηση για προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 ως Εναγόμενων υπ' αριθμόν 2 και 3, αντίστοιχα και συνακόλουθα η τροποποίηση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης είναι καταχρηστική και/ή σκοπεί στην κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου. στ) Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι αιτητές για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι εντελώς αδικαιολόγητοι και/ή ανεπαρκείς και/ή αστήρικτοι και/ή χωρίς κανένα νομικό και/ή πραγματικό έρεισμα και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την ανάγκη των αιτούμενων τροποποιήσεων και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. ζ) Η υποβολή και προώθηση της υπό κρίση αίτησης εκτρέπει και επηρεάζει τη διαδικασία και/ή εκτρέπει τη διαδικασία από τη φυσιολογική της πορεία, προκαλώντας κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου και έξοδα και/ή αλλοίωση του πυρήνα της υπόθεσης, μεταβάλλει τη βάση της Αγωγής, εισάγει νέα επίδικα θέματα και/ή θέματα παραγραφής, προκαλεί καταστροφικά χρονοβόρες συνέπειες και περιπλέκει την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. η) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα είναι αντίθετη προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. θ) Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και/ή κακόβουλα και/ή εκδικητικά και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of process). ι) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι πραγματικά και/ή νομικά αναγκαίες και/ή επιβεβλημένες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και/ή οι Ενάγοντες - αιτητές δεν δικαιολογούν επαρκώς την αναγκαιότητα και/ή τη σχετικότητά τους. ια) Εάν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις επιτραπούν, τα συμφέροντα του του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση θα επηρεαστούν, αφού αυτός σε μια τέτοια περίπτωση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με καμία διαταγή εξόδων και/ή θα επηρεάσει δυσμενώς την υπεράσπισή του και/ή οιαδήποτε αξίωση εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και
- ιβ) Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων - αιτητών αλλά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον των Εναγόντων - αιτητών και υπέρ του του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Δ.9 ΘΘ 1-6, 9-11 και 11 (sic), Δ.12, Δ.20 και Δ.25 ΘΘ1-5, Δ.48 ΘΘ1-5, 8 και 9, Δ.48 ΘΘ1-9, 11, 12 και 13, Δ.57, Δ.63 Θ.2, και Δ.64, στα άρθρα 3, 6, 24 και 29 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 66(Ι)/2012, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία, στη εγγενή εξουσία, και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα δε επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧ Περικλέους, ημερ. 23/12/
- Η ένορκος δήλωση της κας ΧΧΧ Περικλέους, είναι πολυσέλιδη αποτελούμενη από 11 δακτυλογραφημένες σελίδες. Περιληπτικά και τούτο διότι κρίνω ως μη παραγωγικό να εκθέσω αυτολεξεί το περιεχόμενο της, αναφέρονται τα εξής: Ότι είναι νομικός λειτουργός στην υπηρεσία του Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενου, έχει πολύ καλή γνώση των γεγονότων που σχετίζονται με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, τόσο από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση, καθώς και από μελέτη των σχετικών με την παρούσα υπόθεση εγγράφων, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενο, να προβεί στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό του. Κάνει περαιτέρω εκτενή αναφορά στα γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση αίτηση, καθώς και στη νομική πτυχή αυτής, εκ των οποίων σύμφωνα με την συμβουλή που ο Εναγόμενος, αλλά και η ίδια έλαβε από τους δικηγόρους τους, δικαιολογούνται και τεκμηριώνονται πλήρως οι λόγοι ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Ισχυρίζεται ακόμη ότι: Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, νομικά και πραγματικά αστήρικτη, αβάσιμη και οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ο κ. ΧΧΧ Γεωργίου παράτυπα ορκίζεται προς υποστήριξη της αίτησης. Τούτο διότι, εφόσον τα θέματα που εγείρονται δεν είναι αμιγώς νομικά, σύμφωνα με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι δικηγόροι πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Στην ένορκο δήλωση του κ. Γεωργίου, που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, διαπιστούται αντιφατική αναφορά σε «καλόπιστη» παράλειψη από την μια και σε γεγονότα και περιστατικά που ήρθαν σε γνώση των αιτητών μεταγενέστερα του χρόνου καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής.. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και σε πολύ προχωρημένο για την υπόθεση στάδιο και χωρίς η καθυστέρηση να δικαιολογείται επαρκώς. Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 2.12.15, ήτοι τέσσερα χρόνια πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Εγείρεται δε το ερώτημα γιατί παρήλθαν 4 χρόνια και δεν έγινε αντιληπτό ένα τόσο ουσιώδες για την υπόθεση σφάλμα, αφ' ης στιγμής η δικηγόρος που έκανε το λάθος εργαζόταν στο ίδιο δικηγορικό γραφείο με αυτό που εκπροσωπεί τώρα τους Ενάγοντες. Αυτό δείχνει, σύμφωνα με την θέση της κας Περικλέους, ξεκάθαρα, ότι η παράλειψη των Εναγόντων να συμπεριλάβουν τους Τριτοδιάδικους ως εναγόμενους, δεν είναι ένα καλόπιστο λάθος αλλά προσπάθεια εκ μέρους τους να καταχραστούν την δικαστική διαδικασία και να αξιώσουν και εναντίον των Τριτοδιάδικων, με σκοπό να αυξήσουν τις πιθανότητες τους να αποζημιωθούν. Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης και των αιτουμένων δια ταύτης θεραπειών, θα προκληθεί υπερβολική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και θα υπάρξει περιπλοκή αν εγκριθούν τα διατάγματα του νομικού και πραγματικού υποβάθρου της αγωγής. Επίσης θα υπάρξει και επιβάρυνση της διαδικασίας με αχρείαστα έξοδα, όπως και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, λόγω του ότι επιδιώκεται από τους Ενάγοντες ο ίδιος ουσιαστικά σκοπός με διαφορετική διαδικασία. Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες όχι μόνο δεν αποσκοπούν στην διόρθωση καλόπιστου λάθους, αλλά έχουν αλλότρια κίνητρα και σκοπούς. Τούτο γιατί ο λόγος που επιδιώκουν να προσθέσουν τους Τριτοδιάδικους ως Εναγόμενους 2 και 3, είναι γιατί θεωρούν ότι τόσο ο Εναγόμενος όσο και οι Τριτοδιάδικοι έχουν από κοινού ευθύνη για την ζημιά που κατ' ισχυρισμό προκλήθηκε στους Ενάγοντες. Ενόψει αυτής της διαπίστωσης το αίτημα αναιρείται εκ θεμελίων και, κατ' επέκταση, η υπό κρίση αίτηση καθίσταται άνευ αντικειμένου αφού και την ελάχιστη ευθύνη να φέρει ο Εναγόμενος θα μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί ευθύνη και στους Τριτοδιάδικους. Αυτό δε χωρίς την συμπερίληψή τούτων ως εναγομένων, αφού σε μια τέτοια περίπτωση, θα εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για όλο το ποσό που θα θεωρήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούνται οι Ενάγοντες και στην συνέχεια απόφαση υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Τριτοδιάδικων, για ποσό που θα αναλογεί στο μερίδιο ευθύνης των Τριτοδιάδικων ως συνεισφορά. Το γεγονός ότι δεν ήταν αντικειμενικά αδύνατο να γνωρίζουν οι Ενάγοντες συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης, ουσιαστικά είναι παραδεκτό αφού στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του κ. Γεωργίου, αναφέρεται ότι «οι προτεινόμενες τροποποιήσεις έχουν ως στόχο να παραθέσουν την ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου, τα οποία εκ παραδρομής και αβλεψίας δεν έγιναν αντιληπτά στο στάδιο καταχώρησης της αγωγής ...». Συναφώς προκύπτει ότι τα περιστατικά στα οποία αναφέρονται οι Ενάγοντες, δεν ήρθαν σε γνώση τους, λόγω δικής τους παράλειψης και αμέλειας και σε καμία περίπτωση δεν ήταν αντικειμενικά αδύνατο να έρθουν σε γνώση τους. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης, αφού το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων - αιτητών, εναντίον των προτεινόμενων Εναγόμενων, έχει παραγραφεί και συνεπώς η έγκριση των διαταγμάτων θα τους δώσει δικαίωμα σε αίτηση παραμερισμού ενόψει της παραγραφής. Προς επίρρωση δε της θέσης της αυτής αναφέρει ότι επειδή οι ισχυριζόμενες πλημμύρες, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης των αιτητών - Εναγόντων, έλαβαν χώρα κατά ή περί την περίοδο μεταξύ 6/12/2012 και 10/12/2012 και με δεδομένο ότι η αξίωση των Εναγόντων βασίζεται στου ισχυρισμούς για επιδειχθήσαν αμέλεια από τον Εναγόμενο και τους προτιθέμενους Εναγόμενους 2 και 3, το αγώγιμο δικαίωμα τούτων έναντι των Τριοτοδιαδίκων έχει παραγραφεί. Τούτο διότι εκ της νομικής συμβουλής που έλαβε, σε αξιώσεις που αφορούν αποζημιώσεις για αμέλεια καμία αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, ήτοι στην παρούσα υπόθεση, από την ημέρα που έλαβαν χώρα οι ισχυριζόμενες πλημμύρες. Ωστόσο, υπάρχει αναστολή της περιόδου παραγραφής μέχρι την 1/1/
- Συνεπώς, από την 1/1/2016 μέχρι τις 25/10/2019, ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης και προσθήκης των νυν Τριτοδιαδίκων στην Αγωγή ως Εναγόμενους 2 και 3, έχουν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια Η παραπάνω διαπίστωση, επηρεάζει άμεσα τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση - Εναγομένου καθ' ότι σε περίπτωση επιτυχίας της υπό κρίση αίτησης, οι υφιστάμενοι Τριτοδιάδικοι θα προστεθούν ως Εναγόμενοι στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και συγχρόνως η υφιστάμενη διαδικασία Τριτοδιαδίκου θα καταστεί άνευ αντικειμένου και θα ακυρωθεί σύμφωνα με τη νομολογία. Αφότου προστεθούν οι νυν Τριτοδιάδικοι ως Εναγόμενοι και δεδομένου ότι το αγώγιμο δικαίωμα που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες - αιτητές, εναντίον τους έχει παραγραφεί, οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι θα έχουν ως διαθέσιμο δικονομικό διάβημα να αιτηθούν τον παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος με το οποίο θα διατάσσεται η προσθήκη τους ως Εναγόμενοι υπ' αριθμόν 2 και 3 στη διαδικασία. Η επιτυχία δε της αίτησης παραμερισμού των προτεινόμενων Εναγομένων, η οποία είναι εμφανής και ορατή για τους πιο πάνω λόγους, θα έχει ως αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αποχωρήσουν οριστικά από τη διαδικασία, εφόσον δεν θα υφίστανται ούτε ως Εναγόμενοι, αλλά ούτε ως Τριτοδιάδικοι. Αναφέρει ακόμη πώς σε περίπτωση που τα πράγματα εξελιχθούν ως ανωτέρω, θα επηρεαστούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενου αφού, όχι μόνο θα κινδυνεύει να βρεθεί ο μοναδικός υπόλογος για τις ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν οι Ενάγοντες - αιτητές, αλλά ταυτόχρονα η αξίωσή του εναντίον των νυν Τριτοδιαδίκων θα μείνει μετέωρη, εφόσον οι τελευταίοι με τον τρόπο που εξηγήθηκε ανωτέρω θα αποχωρήσουν από τη διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα οι Τριτοδιάδικοι, οι οποίοι πιθανότατα έχουν μερίδιο ευθύνης, αν όχι όλη την ευθύνη για τη ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν οι Ενάγοντες - αιτητές , σε περίπτωση που αποχωρήσουν από τη διαδικασία ο Καθ' ου η αίτηση Εναγόμενος, θα αναγκαστεί να καταχωρήσει νέα αγωγή εναντίον των νυν Τριτοδιαδίκων, κάτι που θα επιφέρει επιπρόσθετα έξοδα και καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνη. Συνεπώς, ο επηρεασμός του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση θα είναι τέτοιος, που δεν θα μπορεί να καλυφθεί με έξοδα αφού θα απωλεστούν όλα τα δικαιώματά του να αξιώσει συνεισφορά από τους υφιστάμενους Τριτοδιαδίκους σε μεταγενέστερο στάδιο, παρόλο που στα πλαίσια της υφιστάμενης διαδικασίας έχει λάβει όλα τα απαραίτητα δικονομικά βήματα εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Αναφέρει επιπλέον, ότι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και αληθώς πιστεύει, η υπό κρίση αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και ως καταχρηστική εφόσον οι αιτητές - Ενάγοντες, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν αυτά που κατ' ισχυρισμό δικαιούνται στα πλαίσια της υφιστάμενης διαδικασίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί υπέρμετρη καθυστέρηση και αχρείαστα έξοδα. Καταληκτικά είναι εισήγηση του ότι η υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και προσθήκη των νυν Τριτοδιαδίκων ως Εναγόμενων 2 και 3, είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου. Για όλους δε τους λόγους που επικαλείται στην ένορκο του δήλωση, εισηγείται πώς η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των Εναγόντων - αιτητών, και προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση. Με την ένσταση του ο Τριτοδιάδικος αρ.1 εγείρει 8 λόγους για τους οποίους εισηγείται ότι η αίτηση των Εναγόντων πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί είναι οι ακόλουθοι: α) Η αίτηση πάσχει αφού στερείται της ορθής νομικής βάσης. β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί και η νομολογία για τροποποίηση δικογράφων στο παρόν στάδιο. γ) Η ένορκη δήλωση περιέχει κακόπιστους και/ή παραπλανητικούς και/ή ψευδείς ισχυρισμούς. δ) Η αίτηση υποβάλλεται με παράλογη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε βάσιμη και/ή επαρκής αιτιολογία και/ή δικαιολογία για την καθυστέρηση. ε) Οι θέσεις και ισχυρισμοί που επιχειρούνται να εισαχθούν, ήταν εις γνώση και υπόψη των δικηγόρων των Εναγουσών από την καταχώρηση της αγωγής και/ή όφειλαν να τα γνωρίζουν ασκώντας εύλογη επιμέλεια καθότι αναφύονται από τον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο του 1971 και τον περί Αξιολόγησης, Διαχείρισης και Αντιμετώπισης των Κινδύνων Πλημμύρας Νόμο του 2010 και/ή κανένα νέο στοιχείο δεν έχει προκύψει από την έγερση της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. στ) Οι Ενάγουσες όφειλαν τις θέσεις και ισχυρισμούς που προωθούν με την υπό κρίση αίτηση να τις εγείρουν κατά το στάδιο έκδοσης οδηγιών για τους τριτοδιάδικους. Παρόλ' αυτά ουδέν έπραξαν και αντ' αυτού συγκατατέθηκαν στη διαδικασία τριτοδιαδίκου χωρίς καμία ένσταση. ζ) Η παράλειψη και/ή αμέλεια και/ή λάθος δικηγόρου δεν συνιστά καλό και/ή ικανοποιητικό λόγο για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτημάτων. η) Το δικαίωμα των Εναγουσών για διεκδίκηση αποζημιώσεων από το ισχυριζόμενο συμβάν ημερομηνίας 6/12/2012 που αποτελεί τη βάση και/ή την αιτία της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον των προτιθέμενων Εναγόμενων έχει παραγραφεί σύμφωνα με τη σχετική προς τούτο Νομοθεσία λόγω παρέλευσης 3 ετών από την εν λόγω ημερομηνία και/ή τις ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις για τις οποίες εγέρθηκε η παρούσα αγωγή και/ή οι Ενάγουσες κωλύονται και/ή εμποδίζονται να προωθήσουν την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των προτιθέμενων Εναγομένων και/ή οποιουδήποτε άλλου τρίτου προσώπου λόγω παραγραφής και/ή άλλως πως. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του Τριτοδιαδίκου αρ.1, βασίζεται στη Δ.48 ΘΘ1-4 και 9, Δ.9 Θ.10, Δ.10 θ.7, Δ.25 ΘΘ1-5, και στα άρθρα 3, 6, και 24 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 66(Ι)/2012, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία, στη εγγενή εξουσία, και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα δε επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧ Γιαννάκου, η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Τριτοδιάδικου αρ.1, ημερομηνίας 6/2/
- Σε αυτή περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, σε αυτήν δε επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, επιστολή ημερομηνίας 10/12/2012, η οποία στάληκε από την Ενάγουσα αρ.1 προς τον Τριτοδιάδικο αρ.
- Η ένορκος δήλωση της κας Γιαννακού είναι πολυσέλιδη αποτελούμενη από 4 δακτυλογραφημένες σελίδες και συνακόλουθα και επειδή κρίνω ως μη παραγωγικό να εκθέσω αυτολεξεί το περιεχόμενο της, σε αυτήν περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: Αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, εκτός εκείνους τους οποίους ρητά παραδέχεται. Η υπό κρίση αίτηση δεν πρέπει να εγκριθεί καθ' ότι στερείται της ορθής νομικής βάσης. Τούτο διότι ελλείπει από αυτήν η συμπερίληψη του Θ. 7
(3)της Δ.10, δυνάμει του οποίου δίδεται η εξουσία στο δικαστήριο να ακυρώσει η να παραμερίσει την διαδικασία Τριτοδιαδίκου. Επίσης δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Θεσμοί και η Νομολογία, για τροποποίηση δικογράφων. Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση περιέχει κακόπιστους, παραπλανητικούς και ψευδείς ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα ο ισχυρισμός του κ. Γεωργίου ότι τα νέα στοιχεία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης του Τριτοδιάδικου 1, δεν ευσταθεί. Η επιλογή των Εναγόντων να μην κινηθεί εναντίον των Τριτοδιάδικων ήταν συνειδητή. Κανένα νέο στοιχείο δεν προέκυψε από την έγερση της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Είναι, επίσης, αντιφατικό να ισχυρίζεται ο κ. Γεωργίου, από την μια, ότι προέκυψαν νέα στοιχεία και, από την άλλη, να υποστηρίζει ότι είναι λόγω νομικής και πραγματικής ασάφειας και καλόπιστου λάθους που καταχωρήθηκε η αγωγή εναντίον μόνο του Εναγόμενου. Η παράλειψη ή η αμέλεια ή το λάθος του δικηγόρου, δεν συνιστά καλό ή ικανοποιητικό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Ούτε συνιστά ικανοποιητικό λόγο η οποιαδήποτε αμέλεια που επέδειξαν οι Ενάγοντες και οι αντιπρόσωποί τους κατά την διερεύνηση του επίδικου συμβάντος ή το γεγονός ότι ορισμένα ζητήματα δεν είχαν προκύψει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων εφόσον μπορούσαν να είναι γνωστά με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας. Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με «παράλογη και υπέρμετρη καθυστέρηση» και χωρίς να δίδεται βάσιμη ή επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Οι Ενάγοντες είχαν πολύ χρόνο να διερευνήσουν τους ισχυρισμούς των υπόλοιπων διαδίκων και, κατ' επέκταση, τις συνθήκες του επίδικου συμβάντος. Τούτο διότι με δεδομένο ότι η επίδικη πλημμύρα έλαβε χώρα στις 6/12/12, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση 7 χρόνια μετά. Ακόμη οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση 2 σχεδόν χρόνια από την καταχώρηση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου, και 1½ χρόνο από την καταχώρηση του Τριτοδιάδικου
- Γι αυτή δε την καθυστέρηση, ουδεμία δικαιολογία και/η εξήγηση, δίδεται Το ότι υπάρχει δήθεν ασάφεια στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με το ποιος είναι υπεύθυνος σε περιπτώσεις όπως η παρούσα υπόθεση δεν συνιστά σοβαρή δικαιολογία για την μη συμπερίληψη των Τριτοδιάδικων ως Εναγόμενων εξ υπαρχής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι παραπλανητικός αφού αν όντως οι Ενάγοντες διαπίστωναν ασάφεια θα συμπεριελάμβαναν τον Τριτοδιάδικο 1 ως εναγόμενο στην αγωγή από την αρχή. Περαιτέρω η κα Γιαννακού ισχυρίζεται ότι οι Ενάγουσες όφειλαν τις θέσεις και ισχυρισμούς που προβάλλουν και προωθούν στην υπό κρίση αίτηση να τις είχαν εγείρει στο στάδιο έκδοσης οδηγιών για τους Τριτοδιάδικους, κάτι που όχι μόνο δεν έπραξαν αλλά αντίθετα συγκατατέθηκαν στην προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 χωρίς καμία ένσταση. Είναι ακόμη η θέση της κας Γιαννακού ότι, εκ της πληροφόρησης που έλαβε από τον δικηγόρο του Τριτοδιαδίκου 1, το δικαίωμα των Εναγόντων για διεκδίκηση αποζημιώσεων από το επίδικο συμβάν το οποίο έλαβε χώρα στις 6/12/12, που αποτελεί την βάση και την αιτία της αγωγής, έχει παραγραφεί σύμφωνα με την σχετική Νομοθεσία. Τούτο διότι έχουν παρέλθει τρία χρόνια από την πιο πάνω ημερομηνία. Σύμφωνα δε με την Νομολογία δεν επιτρέπεται η προσθήκη διαδίκου σε περιπτώσεις όπου το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προτιθέμενου διαδίκου έχει παραγραφεί αφού τυχόν έγκριση της αίτησης, θα αποστερούσε από τον προτιθέμενο εναγόμενο, το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της παραγραφής με αποτέλεσμα ο Τριτοδιάδικος 1 να υποστεί βλάβη και δυσμενείς επιπτώσεις που δεν αποκαθίστανται με έξοδα. Η απαίτηση συγκεκριμένα, σύμφωνα πάντα με την κα Γιαννακού, παραγράφηκε στις 6/12/
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων και υπέρ του Τριτοδιάδικου
- Με την ένσταση του ο Τριτοδιάδικος αρ.2 εγείρει 15 λόγους για τους οποίους εισηγείται ότι η αίτηση των Εναγόντων πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί είναι οι ακόλουθοι: α) Η αίτηση πάσχει αφού στερείται της ορθής νομικής βάσης. β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί και η νομολογία για τροποποίηση δικογράφων στο παρόν στάδιο. γ) Η ένορκη δήλωση περιέχει κακόπιστους και/ή παραπλανητικούς και/ή ψευδείς ισχυρισμούς. δ) Δεν δίδεται οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση ή αιτιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και σε ότι αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις τόσο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 2/12/2015 όσο και της Έκθεσης Απαίτησης ημερ.8/12/2016 και για ποιο λόγο αυτή δεν υποβλήθηκε σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. ε) Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπό τις περιστάσεις στην υποβολή της αίτησης και το στάδιο στο οποίο γίνεται η εν λόγω αίτηση τροποποίησης, για λόγους που ήταν γνωστοί και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστοί σε οιονδήποτε προγενέστερο στάδιο και εν πάση περιπτώσει μετά πάροδο πέραν των τριών ετών από την καταχώρηση της αγωγής, πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της αίτησης. στ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις στο στάδιο που επιζητείται να γίνουν και υπό τις συνθήκες που επιζητείται να γίνουν θα προκαλέσουν μεγάλη ταλαιπωρία και ανεπανόρθωτη βλάβη στον Τριτοδιάδικο αρ.
- ζ) Οι Ενάγοντες - αιτητές εμφανίζονται στο Δικαστήριο με κακή πίστη. η) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα δημιουργήσει αδικία, περαιτέρω καθυστέρηση στην πορεία της αγωγής και θα έχει ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα και συμφέροντα του Τριτοδιαδικου αρ.
- θ) Η μεγάλη καθυστέρηση που επέδειξαν οι Ενάγοντες στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης πλήττει το δημόσιο συμφέρον και/ή καθιστά αδύνατη τη δίκαιη δίκη. Είναι δε αδικαιολόγητη. ι) Συνεπεία του χρόνου που παρήλθε από τη γένεση του ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος ήτοι την 6/12/2012 και/ή 10/12/2012, που επεσυνέβηκε το επίδικο συμβάν στη βάση του οποίου εγείρεται η παρούσα αγωγή, μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης ήτοι στις 25/10/2019, το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων έναντι του Τριτοδιάδικου αρ.2 έχει παραγραφεί. κ) Στην ένορκο δήλωσή που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση παραλείπεται να γίνει αναφορά σε ουσιώδη και/ή επαρκή και/ή ικανοποιητικά στοιχεία και/ή γεγονότα και/ή εξηγήσεις για υποστήριξη της παρούσας αίτησης και συνεπώς αυτή πρέπει να απορριφθεί. λ) Τα όσα οι Δικηγόροι των Εναγόντων - αιτητών επικαλούνται για να δικαιολογήσουν τον χρόνο που παρήλθε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την παρούσα αίτηση δεν συνάδουν και/ή είναι αντίθετα με τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. Ειδικότερα προκύπτει ότι όχι μόνον δεν έγινε αντιληπτή η παρατυπία έγκαιρα, ούτε και προβλημάτισαν και/ή προβλημάτισαν έγκαιρα και/ή επαρκώς η Υπεράσπιση η οποία καταχωρήθηκε από μέρους του Εναγομένου από τις 12/5/2017, η Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκων η οποία καταχωρήθηκε από τις 30/4/2018 και η Υπεράσπιση των Τριτοδιαδίκων η οποία καταχωρήθηκε από τις 3/12/
- μ) Η παράλειψη και/ή αμέλεια και/ή λάθος δικηγόρου δεν συνιστά καλό και/ή ικανοποιητικό λόγο για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτητών. ν) Εν πάση περιπτώσει οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμες και ανυπόστατες. ξ) Δεν είναι ούτε ορθό, ούτε δίκαιο, ούτε εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του Τριτοδιαδίκου αρ.2, βασίζεται, στη Δ.9 Θ.10, Δ.10 θ.7, Δ.19, Δ.20, Δ.25, στη Δ.48 ΘΘ1-9, Δ.57, Δ.63, Δ.64, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 66(Ι)/2012, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στη νομολογία, στην εν γένει πρακτική, στις αρχές του κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες, και στη διακριτική ευχέρεια και εξουσία, του Δικαστηρίου. Η ένσταση του Τριτοδιάδικου 2, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της κας ΧΧΧ Χρίστου ημερομηνίας 11/5/20, στην οποία αναφέρει ότι είναι βοηθός γραμματειακός λειτουργός, εργάζεται στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη όπως προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Η ένορκος δήλωση της κας Χρίστου είναι πολυσέλιδη αποτελούμενη από 6 δακτυλογραφημένες σελίδες και συνακόλουθα και επειδή κρίνω ως μη παραγωγικό να εκθέσω αυτολεξεί το περιεχόμενο της, σε αυτήν περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: Η υπό κρίση αίτηση πάσχει αφού στερείται της ορθής νομικής βάσης. Ήτοι ελλείπει από την νομική βάση η Δ.10, θ.7
(3)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας με την οποία το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει ή ακυρώσει την διαδικασία τριτοδιάδικου. Χωρίς την ορθή νομική βάση η υπό κρίση αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Θεσμοί και η Νομολογία για τροποποίηση δικογράφων. Σύμφωνα με την νέα Διαταγή 25 η τροποποίηση δικογράφων δεν επιτρέπεται μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες εκτός μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται. Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση περιέχει κακόπιστους, παραπλανητικούς και ψευδείς ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα ο ισχυρισμός του κ. Γεωργίου ότι τα νέα στοιχεία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης του Τριτοδιάδικου 2 δεν ευσταθεί. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην οποία αναφέρεται ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 7, γίνεται αναφορά στον Τριτοδιάδικο 2 και από την αναφορά αυτή και μόνο, ήταν σε θέση να διερευνήσουν εναντίον ποιου θα κινούσαν την αγωγή τους οι Ενάγοντες. Δεν παρουσιάσθηκε ικανοποιητική εξήγηση ή αιτιολογία ή καλός λόγος για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και γιατί αυτή δεν υποβλήθηκε σε προγενέστερο στάδιο. Προβάλλεται ως δικαιολογία μόνο ότι τα νέα στοιχεία προέκυψαν μετά την μελέτη των δικογράφων και της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων του Εναγόμενου. Ενώ στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την μελέτη των δικογράφων και/ή λόγω νέων στοιχείων, δεν διευκρινίζεται πότε έγινε αυτό και ποια είναι τα νέα στοιχεία ώστε να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Αυτό από μόνο του καθιστά παντελώς αναιτιολόγητο το αίτημα καθότι προκύπτει ότι η αναγκαιότητα της τροποποίησης θα έπρεπε να είναι γνωστή στους Ενάγοντες προ καιρού. Παρόλα αυτά οι Ενάγοντες δεν προέβηκαν σε τροποποίηση από τότε, ούτε δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση και/ή ικανοποιητική εξήγηση για την σημειωθείσα καθυστέρηση η οποία δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη αφού με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να διαπιστωθεί το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον του Τριτοδιάδικου
- Έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει μεγάλη ταλαιπωρία και ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη στην πλευρά του Τριτοδιάδικου 2 η οποία θα αποφεύγονταν αν οι Ενάγοντες υπέβαλαν το αίτημά τους εγκαίρως, κάτι που ήταν εφικτό και δυνατόν να γίνει αφού η ανάγκη προσθήκης συνεναγόμενων θα έπρεπε να είναι υπόψη των Εναγόντων τουλάχιστον από τα αρχικά στάδια της αγωγής, αν όχι, πριν την καταχώρησή της. Αυτό καταδεικνύει κακοπιστία εκ μέρους των Εναγόντων. Πέραν της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης μέσω της συνεπαγόμενης ανταλλαγής δικογράφων, πιθανών αιτήσεων μεταξύ εναγόμενων η οποία δεν συνάδει με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος που προνοεί για διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου. Επίσης τα όσα ο κ. Γεωργίου ισχυρίζεται στις παραγράφους 22, 23 και 24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, δεν ευσταθούν. Η μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και η πάροδος αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι την καταχώρηση της αγωγής πλήττει το δημόσιο συμφέρον σε ότι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και/ή καθιστά αδύνατη την δίκαιη δίκη. Το μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την καταχώρηση της αγωγής καθιστά τον Τριτοδιάδικο 2 αδύναμο να αντιμετωπίσει την υπόθεση των Εναγόντων εναντίον του και/ή την δίκαιη δίκη του αδύνατη καθότι, μεταξύ άλλων, δεν μπορεί να εξευρεθεί μαρτυρία και/ή επαρκής μαρτυρία σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και/ή τις προβαλλόμενες απαιτήσεις τους. Επίσης σύμφωνα με την σχετική Νομοθεσία το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων έναντι του Τριτοδιάδικου 2 έχει παραγραφεί καθότι από την 7/12/12 κατά την οποία έλαβαν χώρα τα γεγονότα επί των οποίων οι Ενάγοντες βασίζουν το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμά τους και μέχρι τις 25/10/19 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση έχει παρέλθει η προθεσμία μέσα στην οποία έπρεπε να είχε καταχωρηθεί η αγωγή εναντίον του Τριτοδιάδικου
- Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προτιθέμενου διάδικου έχει παραγραφεί η προσθήκη διαδίκου δεν επιτρέπεται. Τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα αποστερούσε από τον Τριτοδιάδικο 2 το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της παραγραφής. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο κ. Γεωργίου παραλείπει να αναφέρει ουσιώδη ή επαρκή ή ικανοποιητικά στοιχεία ή γεγονότα ή εξηγήσεις για υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Ειδικότερα από την εν λόγω ένορκο δήλωση δεν προκύπτει ότι η παράλειψη συνένωσης του Τριτοδιάδικου 2 ως συνεναγόμενου οφείλεται σε καλόπιστο λάθος. Όπως, όμως, και να' χει η παράλειψη, αμέλεια ή το λάθος του δικηγόρου δεν συνιστά καλό ή ικανοποιητικό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτημάτων. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και ούτε είναι ορθό, δίκαιο ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εν όψει δε των όσων αναφέρει είναι εισήγηση της, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση με έξοδα υπέρ του Τριτοδιάδικου 2 και εναντίον των Εναγόντων. Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στα πλαίσια υποστήριξης των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους, περιορίστηκαν στο να υιοθετήσουν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων που υπέβαλαν στο Δικαστήριο για διευκόλυνση του, χωρίς έτσι να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται δυνάμει της Διαταγής 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, για αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων, η σχετική Νομολογία, οι νομικές αυθεντίες και τα συγγράμματα στα οποία παραπέμπεται το Δικαστήριο, έχουν μελετηθεί δεόντως και λαμβάνονται υπόψιν, πλήν όμως δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναδιατυπωθούν καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Κρίνω κατ' αρχάς ότι η σειρά με την οποία θα πρέπει να εξεταστούν οι θεραπείες τις οποίες ζητούν οι Ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση, είναι πρώτα η θεραπεία για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, ως Εναγομένων 2 και 3, ήτοι η θεραπεία της παραγράφου (Α) του αιτητικού μέρους αυτής και εν συνεχεία η θεραπεία με την οποία ζητείται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, ήτοι η θεραπεία της παραγράφου (Β) του αιτητικού μέρους αυτής. Τούτο διότι επί τη βάση του κειμένου των αιτούμενων τροποποιήσεων, αλλά και των λόγων που οι ίδιοι οι Ενάγοντες - αιτητές επικαλούνται, είναι πρόδηλο πώς η ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους, θα προκύψει μόνο και εάν, ικανοποιηθεί το αίτημα τους για την προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, ως Εναγομένων 2 και
- Εν όψει λοιπόν της πάνω κρίσης μου, παραθέτω κατωτέρω με την σειρά που έχω ήδη αναφέρει, την νομική πτυχή και τελική μου απόφανση, επί των αιτουμένων θεραπειών. Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι η αναφορά στην ένορκο δήλωση του κ. XXX Γεωργίου ότι στην παρούσα αγωγή τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της νέας Διαταγής 25, ήτοι μετά την γενόμενη σε αυτήν τροποποίηση, είναι εσφαλμένη. Τούτο διότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 2/12/2015 και η κλίμακα της είναι €10.000,00 - €50.000,00 και τούτο διότι η αξίωση των Εναγόντων - αιτητών, είναι για το ποσό των €18.372,40, ήτοι πέραν των €10.000,
- Συνακόλουθα το νομικό πλαίσιο και Νομολογιακές αρχές που καλύπτουν τα υπό εξέταση δια της υπό κρίση αίτησης ζητήματα, θα ιδωθούν και εξεταστούν υπό το πρίσμα των όσων ίσχυαν και ετυγχάναν εφαρμογής επί της Δ.25, ως αυτή ίσχυε πρίν από την γενόμενη τροποποίηση. Εξ ού και η αναφορά και παραπομπή του Δικαστηρίου από τους δικηγόρους των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 και Καθ' ου η αίτηση Εναγομένου, στις αποφάσεις το αδελφού Δικαστή Μ. Μυτίδη, στις υποθέσεις Ε.Δ Λεμεσού, 4763/15 και 47667/15, εκτός από το γεγονός ότι αυτές είναι πρωτόδικου Δικαστηρίου και δεν με δεσμεύουν, δεν μπορούν να αποτελέσουν υλικό προς καθοδήγηση στην παρούσα υπόθεση. Ακόμη και προτού παραθέσω την Νομική πτυχή και κρίση μου επί της ουσίας της υπό κρίση αίτησης, οι ισχυρισμοί των ενόρκων δηλούντων προς υποστήριξη των ενστάσεων των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι ο ενόρκως δηλών που την υποστηρίζει είναι δικηγόρος, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd κ.α. ν. E. Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ 82, το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που πηγάζουν από τη Νομολογία. Μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι θα πρέπει όμως, να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες, σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο. Στην περίπτωση δε, που δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε αυτός κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του. (Βλ. επίσης Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, Γεώργιου Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α.,
(2011)1Β Α.Α.Δ 1358). Συνακόλουθα εν όψει των πιο πάνω, το γεγονός και μόνο ότι την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση την ορκίζεται δικηγόρος, ο οποίος όπως ευκόλως συνάγεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου δεν χειρίστηκε την υπό κρίση αίτηση προσωπικά, δεν την καθιστά αντικανονική. Ακόμη εκ μέρους του Τριτοδιάδικου 1 προβλήθηκε η θέση ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει γιατί στερείται της ορθής νομικής βάσης. Τούτο διότι από την νομική βάση στην οποία στηρίζεται, ελλείπει η Δ.10, Θ.7
(3)των Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Από μία απλή ανάγνωση του εν λόγω Θεσμού, αυτό το οποίο αβίαστα συνάγεται είναι ότι αυτός προνοεί για τον καθ' οιονδήποτε χρόνο παραμερισμό της διαδικασίας τριτοδιάδικου. Δεν έχει, όμως, σχέση με τα αιτήματα των παραγράφων (Α) και (Β) του αιτητικού, της υπό εξέταση αίτησης. Τούτο διότι σε περίπτωση έγκρισης της υπό κρίση αίτησης, δεν θα παραμερισθεί η διαδικασία τριτοδιάδικου. Οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2, θα προστεθούν ως Εναγόμενοι 2 και 3, στην αγωγή και αυτή θα προχωρήσει με τρεις εναγόμενους. Η διαδικασία δε τριτοδιάδικου θα εξαλειφθεί, χωρίς να προηγηθεί έκδοση διατάγματος παραμερισμού της, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω, ούτε και ζητείται ως θεραπεία στην υπό κρίση αίτηση. Έχοντας αποφασίσει ως ανωτέρω επί των συγκεκριμένων ζητημάτων, προχωρώ με την παράθεση της κρίσης μου επί της Νομικής πτυχής και ουσίας της υπό κρίση αίτησης. H Δ.9, Θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, παρέχει στο Δικαστήριο την διακριτική εξουσία και ευχέρεια, να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά αναφορικά με όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή. Ως συγκεκριμένα προνοείται στην εν λόγω Διαταγή: «.The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Courtγ effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια του Θ.10 της Δ.9, των δικών μας Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, είναι το O.16 r.11. Όπως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα The Annual Practice,1958, ο σκοπός αυτής της Διαταγής, είναι η εξασφάλιση μίας απόφασης επί όλων των επίδικων θεμάτων, χωρίς καθυστέρηση και πρόκληση εξόδων σε ξεχωριστές αγωγές. Η δε έκδοση ή όχι τέτοιας διαταγής, ήτοι της προσθήκης διαδίκου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πολύ διαφωτιστικά για το υπό εξέταση ζήτημα, είναι τα σχόλια που παρατίθενται στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1958, στην σελίδα 348 στην παράγραφο με τον τίτλο «When Order refused». Όπως λοιπόν αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο: «When Order Refused - Where the addition will have the effect of adding a new cause of action the order may be refused (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81; cf. Ashley, v. Taylor 10 Ch. D. 768 and O.28, r.1(n)). A person indirectly interested will not be added (Moser v. Marsden,
(1892)1 Ch. 487); and a defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter (Hood-Barrs v. Frampton & Co.,
(1924)W.N. 287); a third party notice in such a case is usually the proper course». Όπως συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα, αίτηση για προσθήκη εναγόμενου δεν εγκρίνεται αν η προσθήκη θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή αν αφορά πρόσωπα που ενδιαφέρονται στη διαδικασία μόνο έμμεσα ή αν καμία θεραπεία δεν επιδιώκεται από τον ενάγοντα σε σχέση με τον προτεινόμενο εναγόμενο και ο ενάγων δεν επιθυμεί την προσθήκη. Στην τελευταία δε περίπτωση η ενδεδειγμένη πορεία είναι η καταχώρηση ειδοποίησης τριτοδιάδικου. Ακόμη το πιο πάνω ζήτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων, στις οποίες δια των σχετικών αποφάσεων του, ερμηνεύτηκαν τόσο οι διατάξεις της πιο πάνω Διαταγής και Θεσμού, όσο και οι νομικές αρχές που τα Δικαστήρια καλούνται να ακολουθήσουν και εφαρμόσουν, όπου εγείρεται τέτοιο θέμα (Βλ. Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd και άλλη
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1668, Perihan v. Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Ζόππου
(2007)1Β Α.Α.Δ 1213, και Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 772). Όπως δε προκύπτει από την δια της νομολογίας ερμηνεία των προνοιών του Θ.10 της Δ.9, αλλά και των δι αυτής καθιερωθέντων αρχών, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δια την προσθήκη διαδίκου, είναι ευρεία, αφού το Δικαστήριο δύναται όπου το κρίνει αναγκαίο, να επιφέρει τις αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους, είτε δια της διαγραφής, είτε δια της προσθήκης, είτε δια της αντικατάστασης, οι οποίες σκοπό έχουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων στην ίδια δικαστική διαδικασία και μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Η διακριτική δε αυτή ευχέρεια είναι μάλιστα τέτοια, που σε οποιοδήποτε στάδιο της δικαστικής διαδικασίας και προκειμένου να επιτευχθεί η επίλυση των επιδίκων ζητημάτων της υπόθεσης κατά τρόπο ολοκληρωμένο και ουσιαστικό, παρέχει την δυνατότητα στο Δικαστήριο ακόμη και από μόνο του και αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση οποιουδήποτε μέρους, να προσθέσει οποιοδήποτε πρόσωπο κρίνει ως απαραίτητο διάδικο, στη βάση όρων που το ίδιο θα θεωρήσει δίκαιους (βλ. Αναστασία Κώστα Αλεξάνδρου v. Αlexander Keith Edward
(2013)1Γ Α.Α.Δ 2387). Επισημαίνεται όμως ταυτόχρονα, πώς η ευρεία εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση τον πιο πάνω Θεσμό θα πρέπει να ασκείται και με προσοχή. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που με την αιτούμενη προσθήκη θα προκληθεί σοβαρός επηρεασμός σε κάποιον από τους υφιστάμενους διαδίκους ή στο πρόσωπο που ζητείται η προσθήκη του ως διάδικος. Έτσι, άδεια για προσθήκη συνεναγομένου μπορεί να μην παραχωρηθεί αν αυτό θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd
(1983)1 CLR 178, Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81). Επίσης δεν θα επιτραπεί προσθήκη προσώπου ή προσώπων, όταν αυτά δεν είναι πρόσωπα που θα έπρεπε να συμπεριληφθούν ως διάδικοι από την αρχή ή δεν είναι πρόσωπα η παρουσία των οποίων είναι αναγκαία ως τέτοια, για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως και αποτελεσματικά επί όλων των εγειρόμενων στην υπόθεση ζητημάτων (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd (ανωτέρω). Πρόσθετα δε στοιχεία και παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που το Δικαστήριο έχει με βάση την Δ.9, Θ.10, είναι, εκτός από το κατά πόσο με την προσθήκη συνεναγομένου θα προκύψει νέα αιτία αγωγής και το κατά πόσο η απόφαση στην αγωγή θα επηρεάσει άμεσα τρίτα πρόσωπα ή κατά πόσο τρίτα πρόσωπα θα κληθούν άμεσα ή έμμεσα να εφαρμόσουν τα όσα προνοούνται σε απόφαση Δικαστηρίου ή θα δεσμεύονται από το αποτέλεσμα της δίκης, κάτι που καθιστά την προσθήκη τους ως διάδικους, αναγκαία. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 1335, όπου ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κρονίδης, όπως ήταν τότε, υιοθετώντας απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin στην Αγγλική υπόθεση Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E. R 273, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Όπως αναφέρθηκε στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273, στη σελίδα 287:- "The only reason which makes it necessary to make a person a party to an action is so that he may be bound by the result of an action and the question to be settled therefore must be a question in the action which cannot be effectively and completely settled unless he is a party"». Σύμφωνα λοιπόν με το πιο πάνω απόσπασμα, ο μοναδικός λόγος που δικαιολογεί την προσθήκη εναγόμενου, είναι ότι το τρίτο πρόσωπο πρέπει και επιβάλλεται να δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της υπόθεσης καθ' ότι αν δεν προστεθεί, η υπόθεση δεν μπορεί να αποφασισθεί πλήρως και αποτελεσματικά. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε από τον Δ. John Stephenson, στην Αγγλική υπόθεση Fire, Auto and Marine Insurance Co. Ltd v. Greene
(1964)2 All E R 761, αλλά και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Maroulla Georghiou & Another
(1963)2 CLR 117. Ακόμη σύμφωνα με τον Λόρδο Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd (ανωτέρω), η παρεμπόδιση της πολλαπλότητας των διαδικασιών δεν αποτελεί τον μόνο και πρωταρχικό σκοπό του θεσμού. Τούτο διότι το Δικαστήριο διαθέτει και άλλους τρόπους για να την παρεμποδίσει, είτε με το να διατάξει συνένωση αγωγών, είτε να επιτρέψει την έγερση διαδικασίας τριτοδιάδικου. Για την εμβέλεια δε της διακριτικής ευχέρειας και εξουσίας του Δικαστηρίου, άκρως διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ 1372, σελίδα 1375: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους (ανωτέρω) η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις». Άλλοι πρόσθετοι παράγοντες που δεν επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου, είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, το ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι αλλοδαπός εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 CLR 127), καθώς και το κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης (Βλ. Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479, Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd
(1970)1 QBD 393). Ακόμη η Νομολογία κατέδειξε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέπει την προσθήκη εναγόμενου εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν επιθυμεί να στραφεί, εκτός αν υπάρχει πολύ δυνατή υπόθεση που να δεικνύει ότι στην δοσμένη περίπτωση δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη, εκτός αν ο εναγόμενος προστεθεί στην διαδικασία (Βλ. το Αγγλικό Σύγγραμμα The Digest 37
(2), Έκδοση 1983, σελ. 373, παράγραφος 2317). Σχετικές είναι επίσης και οι Αγγλικές αποφάσεις Norris v. Beazley
(1877)(1874-80) All E R 774 και Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch 33, 38. Αν, όμως, η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί η προσθήκη, το Δικαστήριο δύναται να πράξει ανάλογα (Βλ. Megas Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd a.o
(1978)1 CLR 545). Η απόφαση δε ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Βλ. Παπαχριστοφόρου v. Χαραλλάμπους
(1991)Α.Α.Δ. 906 και Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω). Έχοντας λοιπόν κατά νού όλα τα πιο πάνω, αναφορικά με τις αρχές που έχουν αναγνωριστεί από την Νομολογία και πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής όποτε εγείρεται παρόμοιο ζήτημα με αυτό της υπό κρίση αίτησης, προχωρώ πρώτα, ως άνωθι αναφέρεται, στη εξέταση κατά πόσο από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, στοιχειοθετούνται οι παράγοντες και προϋποθέσεις που έχουν διαμορφωθεί από την σχετική επί του ζητήματος Νομολογία, για την αναγκαιότητα προσθήκης των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, ως Εναγομένων 2 και
- Οι Ενάγοντες - αιτητές βασίζουν το αίτημά τους αυτό, ως συνάγεται από την ένορκο δήλωση του κ. XXX Γεωργίου που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, στους ισχυρισμούς που περιήλθαν σε γνώση τους μετά την προς αυτούς επίδοση της Έκθεσης Υπεράσπισης, της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου, από την Εκθεση Απαίτησης του Εναγομένου εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 και από τις Εκθέσεις Υπεράσπισης των Τριτοδιαδίκων 1 και
- Περαιτέρω στη θέση και ισχυρισμό ότι κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, είτε δυνάμει των στοιχείων που οι Ενάγοντες τότε είχαν στη διάθεση τους, είτε σε εκ παραδρομής και ή λόγω καλόπιστου λάθους της δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση, αυτή επέλεξε να προωθήσει την παρούσα αγωγή μόνο εναντίον του Εναγομένου. Τούτο δε χωρίς να λάβει υπόψη της τις πρόνοιες του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου Ν.1/1971, σε σχέση με τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του Σ.Α.Λ.Α. και ή των προνοιών του περί Αξιολόγησης, Διαχείρισης και Αντιμετώπισης των Κινδύνων Πλημύρας Νόμου του 2010, Ν.70(Ι)/2010, αναφορικά με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του Τ.Α.Υ., Τριτοδιαδίκων 1 και 2 αντίστοιχα. Ακόμα όπως συνάγεται από του ισχυρισμούς του κ. XXX Γεωργίου που περιέχονται στην ένορκο δήλωση του, ο λόγος που δεν περιελήφθηκαν από την αρχή οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2, ως Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή, ήταν η άγνοια που τελούσαν οι Ενάγοντες σε σχέση με επίδικα γεγονότα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους μόνο και όταν καταχωρήθηκαν τα πιο πάνω αναφερόμενα δικόγραφα. Οι πιο πάνω θέσεις του κ. Γεωργίου είναι πρόδηλο ότι αντιφάσκουν η μία την άλλη. Τούτο διότι δεν μπορεί από τη μία να επικαλείται κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής λάθος και/η παραδρομή από πλευράς της δικηγόρου που συνέταξε και καταχώρησε το κλητήριο ένταλμα και από την άλλη, ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην ανάγκη για καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, περιήλθαν σε γνώση τους σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο και με την καταχώρηση της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου και την ανταλλαγή των δικογράφων μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιαδίκων 1 και
- Ακόμα οι πρόνοιες των νομοθεσιών που επικαλούνται οι Ενάγοντες που δεν λήφθηκαν υπόψη από τη δικηγόρο που συνέταξε το κλητήριο ένταλμα, υφίσταντο κατά το χρόνο μελέτης και προετοιμασίας της υπόθεσης και της σύνταξης και καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος, αλλά και εξακολουθούν να υφίστανται. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα ότι μπορούσαν να περιέλθουν και περιήλθαν σε γνώση των δικηγόρων των Εναγόντων και ή στους Ενάγοντες, μόνο μετά την καταχώρηση της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου και την ολοκλήρωση της ανταλλαγής των δικογράφων μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιαδίκων 1 και
- Εν πάση περιπτώσει οι θέσεις του κ. Γεωργίου διαψεύδονται και από το περιεχόμενο της επιστολής που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Τριτοδιαδίκων 1, Τεκμήριο 1, ήτοι την επιστολή που η Ενάγουσα 1 εταιρεία απέστειλε προς τους Τριτοδιάδικους 1 ημερομηνίας 10/12/12, ήτοι άμεσα και/η λίγες μόνο μέρες μετά την επέλευση των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Όπως με απόλυτη σαφήνεια καταγράφεται στην εν λόγω επιστολή, από τις 10/12/2012, η Ενάγουσα θεωρούσε και καθιστούσε υπεύθυνους για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο Ενάγοντα 2 από τις πλημμύρες, τους Τριτοδιάδικους 1, τους οποίους μάλιστα ενημερώνει πώς επρόκειτο να στραφεί εναντίον τους για την διεκδίκηση οπουδήποτε ποσού θα κατέβαλλε προς τον Ενάγοντα
- Η εν λόγω δε επιστολή επισημαίνω ότι αποκαλύπτεται και αντίγραφο της επισυνάπτεται, στην Ένορκο Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων των Εναγουσών η οποία καταχωρήθηκε στις 12/1/
- Ακόμη όμως και στην περίπτωση που γίνει αποδεκτή η θέση του κ. Γεωργίου ότι μόνο μετά την καταχώρηση της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου και της ανταλλαγής των δικογράφων μεταξύ Εναγομένου και Τριτοδιαδίκων και ειδικότερα μετά την καταχώρηση της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου που έγινε στις 9/3/18, περιήλθαν σε γνώση των Εναγόντων τα γεγονότα που δικαιολογούν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ουδεμία ικανοποιητική δικαιολογία δίνεται για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της, για χρονικό διάστημα ενός και πλέον χρόνου και μετά την πάροδο του χρόνου παραγραφής που επικαλούνται ότι επήλθε, ο Εναγόμενος και οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2, στην αξίωση των Εναγόντων εναντίον τούτων. Είναι σαφέστατο από το περιεχόμενο της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου, ότι ο ίδιος ισχυρίζεται πως οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων υφίσταται μόνο εναντίον του Σ.Α.Λ.Α. και του Τ.Α.Υ. και συνακόλουθα, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, οι Ενάγοντες θα έπρεπε να στραφούν εναντίον τούτων ή και εναντίον τούτων. Επισημαίνω επίσης ότι το ζήτημα και οι ισχυρισμοί του Εναγομένου, περί μη ύπαρξης ευθύνης από μέρους του έναντι των Εναγόντων για τις κατ΄ ισχυρισμό προκληθείσες από τις πλημμύρες στον Ενάγοντα 2 ζημιές, αλλά και ο ισχυρισμός ότι προς τούτο ευθύνη φέρουν οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2, είχε εγερθεί και περιήλθε σε γνώση των Εναγόντων και διά της αίτησης και της ενόρκου δηλώσεως που την υποστήριζε, για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου ημερ. 24/1/
- Σημαντικό είναι ακόμη και το αδιαμφισβήτητο γεγονός, ως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, ότι το διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου εξεδόθη την 6/3/18 εκ συμφώνου, ήτοι με την συγκατάθεση των Εναγόντων - αιτητών και τούτο επίσης πριν την συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής της αξίωσης των Εναγόντων - αιτητών, για αμέλεια από τους Τριτοδιάδικους 1 και
- Όπως δε και πιο πάνω αναφέρεται οι Ενάγοντες - αιτητές, χωρίς καμία απολύτως δικαιολογία ή λόγο, όπως τουλάχιστον προκύπτει από την ένορκο δήλωση του κ. Γεωργίου, άφησαν να παρέλθει ένας χρόνος και οκτώ μήνες και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής για τις αξιώσεις των Εναγόντων σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό αμέλεια και ή παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Τριτοδιαδίκων, για να καταχωρήσουν την υπό εξέταση αίτηση. Ακόμη με την αιτούμενη προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, ως Εναγομένων 2 και 3 και της σε περίπτωση επιτυχίας του εν λόγω αιτήματος συνακόλουθης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, ως η θεραπεία της παραγράφου (Β), του αιτητικού της υπό κρίση αίτησης, είναι ιδιαιτέρως και άκρως σημαντικό, ότι οι Ενάγοντες δεν εγκαταλείπουν ούτε διαφοροποιούν κατ΄ ελάχιστο τις αξιώσεις τους εναντίον του υφιστάμενου Εναγόμενου. Τούτο συνάγεται αβίαστα από τους ισχυρισμούς επίδειξης αμέλειας από μέρους του, που περιέχονται στην παράγραφο
(7)της Έκθεσης Απαίτησης τους, αλλά και από τις αξιώσεις τους για έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου συνεπεία αμέλειας και ή παράβασης του εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του, όπως αυτές καταγράφονται στην παράγραφο 11 (Α) και (Β), της έκθεσης Απαίτησης τους, τις οποίες όχι δεν ζητούν να διαγράψουν, αλλά ούτε και να τροποποιήσουν. Συνακόλουθα είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω ότι οι Ενάγοντες ουδεμία πρόθεση έχουν να εγκαταλείψουν τις αξιώσεις τους εναντίον του Εναγομένου, αλλ' ακριβώς το αντίθετο. Αυτό το οποίο ζητούν είναι να καταστήσουν και προσθέσουν σαν συνεναγόμενους του Εναγομένου, τους Τριτοδιάδικους 1 και
- Υπό το φως δε της πιο πάνω διαπίστωσης μου κρίνω ότι το αίτημα των Εναγόντων- αιτητών και η προβολή από μέρους τους της θέσης ότι αν δεν προστεθούν οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2, ως Εναγόμενοι 2 και 3, δεν θα απονεμηθεί πλήρως και αποτελεσματικά η δικαιοσύνη, αναιρείται εκ βάθρων, ως η σχετική επί του θέματος Νομολογία αναγνωρίζει. Τούτο διότι και η ελάχιστη ευθύνη να καταλογιστεί στον Εναγόμενο, θα μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί ευθύνη και στους Τριτοδιάδικους 1 και 2, αφού σε τέτοια περίπτωση θα εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων - αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου και ακολούθως, αν και εφόσον έτσι ήθελε κριθεί, θα εκδοθεί απόφαση υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, για κάλυψη και/η συνεισφορά τούτου, στο μερίδιο της ευθύνης που ήθελε αποδοθεί σε αυτούς από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα, η υφιστάμενη διαδικασία είναι επαρκής για να κριθούν πλήρως και αποτελεσματικά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις όλων των υφιστάμενων και αναγκαίων διαδίκων, συπεριλαμβανομένων των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, χωρίς να είναι ανάγκη τούτοι να προστεθούν ως Εναγομένοι 2 και
- Η πιο πάνω κατάληξη μου, ενδεχομένως να ήταν διαφορετική, αν με την υπό κρίση αίτηση προβαλλόταν ως νέα θέση των Εναγόντων - αιτητών, ότι ο Εναγόμενος δεν φέρει ευθύνη για τις επίδικες πλημμύρες και την εξ αυτών πρόκληση ζημιών στους Ενάγοντες, αφού αποκλειστική ευθύνη γι' αυτές φέρουν οι Τριτοδιάδικοι 1 και
- Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να καθορίσει την ευθύνη και τις υποχρεώσεις των Τριτοδιαδίκων έναντι του Εναγομένου και κατ' επέκταση, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποφασίσει όλα τα επίδικα στη αγωγή ζητήματα πλήρως και αποτελεσματικά. Σε τέτοια δε περίπτωση και νοουμένου ότι συνέτρεχαν οι λοιπές προϋποθέσεις που η Νομολογία αναγνωρίζει και εφόσον δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα περί του αντιθέτου, ενδεχομένως οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2, να κρινόντουσαν ως αναγκαίοι διάδικοι, ήτοι ως Εναγόμενοι 2 και
- Αυτό διότι αν ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος δεν φέρει ευθύνη για τις επίδικες πλημμύρες, θα ήταν αδύνατο να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στους Τριτοδιαδίκους ένεκα του ότι μεταξύ των Εναγόντων - αιτητών, και των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, δεν υπάρχει η απαιτούμενη άμεση δικονομική σχέση. Μόνο που σε μια τέτοια περίπτωση κρίνω ότι οι Ενάγοντες - αιτητές, θα έπρεπε ταυτόχρονα να εξαιτούντο και αδείας του Δικαστηρίου για απόσυρση της αγωγής εναντίον του υφιστάμενου Εναγόμενου, διαφορετικά, ο σκοπός της αίτησης και πάλιν ως η Νομολογία αναγνωρίζει, θα ήταν αλλότριος. Αν ο Εναγόμενος δεν έχει ευθύνη δεν θα μπορούσε να παραμένει στην διαδικασία με σκοπό οι Ενάγοντες - αιτητές, να στραφούν εναντίον άλλου εναγόμενου. Η χρήση της διαδικασίας για αλλότριο σκοπό απολήγει σε κατάχρηση των διαδικασιών ή εν πάση περιπτώσει εκθεμελιώνει την αναγκαία προϋπόθεση της καλής πίστης. Απόλυτα σχετικά με τα πιο πάνω, είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην η υπόθεση Γεωργίου Ρίτα ν. Γιαννάκη Φιλιαστίδη κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ 526, με την οποία, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε το αίτημα για προσθήκη του τριτοδιαδίκου ως εναγόμενου, λόγω του ότι δεν ήταν αναγκαία για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα. Αυτό για το λόγο ότι η εκεί ενάγουσα ισχυριζόταν πώς και οι δυο οδηγοί έφεραν ευθύνη ως προς το δυστύχημα (εναγόμενος και τριτοδιάδικος). Επομένως η διαδικασία ως ήταν, εκρίθη επαρκής για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Δ. Χατζηχαμπή, ως ήταν τότε: «Η κατάληξή μας αυτή καθιστά αναγκαίο να διαγνώσουμε και το λόγο έφεσης που αφορά την ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου επί της αιτηθείσας τροποποίησης της αγωγής για να καθίστατο ο Τριτοδιάδικος Μανώλη ως Εναγόμενος. Η κατάληξη του ευπαιδεύτου Προέδρου όμως είναι ορθοτάτη και την προσυπογράφουμε. Το δικαστήριο καθοδηγήθηκε δεόντως από τη νομολογία και δεόντως την εφάρμοσε, υποδεικνύοντας την παντελή έλλειψη εξήγησης για τη μεγάλη καθυστέρηση στην επιδίωξη της τροποποίησης και την ανάγκη για αυτή. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: "Κοινή εισήγηση του εναγομένου και του τριτοδιαδίκου είναι ότι η προσθήκη του τριτοδιαδίκου ως εναγομένου δεν είναι αναγκαία ώστε να αποφασιστούν όλα τα εγειρόμενα θέματα μεταξύ όλων των εμπλεκομένων. Διότι αυτό μπορεί να γίνει στα πλαίσια της υφιστάμενης δικονομικής κατάστασης εάν βρεθεί ότι ο εναγόμενος έχει ευθύνη. Εφόσον, αν έχει οποιαδήποτε ευθύνη θα είναι εις ολόκληρο υπόλογος έναντι της ενάγουσας, ενώ και η διαφορά του με τον τριτοδιάδικο επίσης θα καθοριστεί στα πλαίσια της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Ειδικότερα επί του σημείου αυτού ο ευπαίδευτος δικηγόρος του τριτοδιαδίκου παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Manchester Lines Ltd v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, 184: "Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjointer, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved. (See Miquel Sanchez and Compania S.L. v. The Result [1958] P. 174." Η ενάγουσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι τώρα η θέση της είναι πως και οι δύο οδηγοί φέρουν ευθύνη. Αν όμως, ο εναγόμενος έχει έστω και ελάχιστη ευθύνη, όντως η υφιστάμενη διαδικασία επαρκεί για να κριθούν πλήρως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις όλων, περιλαμβανομένου του τριτοδιάδικου, χωρίς να είναι ανάγκη να προστεθεί ως εναγόμενος. Μόνο αν ο εναγόμενος δεν έχει ευθύνη, το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να καθορίσει τις υποχρεώσεις του τριτοδιάδικου έναντι της ενάγουσας, εφόσον δεν υφίσταται μεταξύ τους η απαιτούμενη άμεση δικονομική σχέση. Αν όμως αυτός είναι ο σκοπός της αίτησης, είναι αλλότριος. Διότι αν ο εναγόμενος δεν έχει ευθύνη, δεν μπορεί να παραμένει στη διαδικασία με σκοπό η ενάγουσα τώρα πλέον να στραφεί εναντίον ενός άλλου εναγόμενου. Η χρήση της διαδικασίας για αλλότριο σκοπό απολήγει σε κατάχρηση ή, εν πάση περιπτώσει εκθεμελιώνει την αναγκαία προϋπόθεση της καλής πίστης. .....................................................................................» Υπό το φως των πιο πάνω το αίτημα της παραγράφου (Α) του αιτητικού μέρους της υπό εξέταση αίτησης, για προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 ως Εναγομένων 2 και 3, καθ' ότι αυτοί είναι αναγκαίοι διάδικοι, κρίνω ότι δεν μπορεί να εγκριθεί. Για την απόρριψη, όμως του αιτήματος αυτού, συντρέχουν κατά την κρίση μου και άλλοι λόγοι οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί από την Νομολογία που έχει ήδη παρατεθεί ανωτέρω. Συγκεκριμένα στην ένστασή του ο Καθ' ου η αίτηση Εναγόμενος, αλλά και οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2 στη δική τους ένσταση, εγείρουν θέμα παραγραφής. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται, κατά πόσο ο σκοπούμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης, αποτελεί πρόσθετο παράγοντα που δεν επιτρέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου. Διαφωτιστική επί του θέματος τούτου είναι η υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479 στην οποία έγινε εκτεταμένη ανασκόπηση της Αγγλικής Νομολογίας. Για το συγκεκριμένο δε ζήτημα, συμφωνώ απόλυτα με τα όσα αναφέρει ο αδελφός Δικαστής Π. Μιχαηλίδης στην υπόθεση Ε. Δ. Λεμεσού με αριθμό 3515/2008, την οποία επικαλούνται και οι δικηγόροι του Εναγομένου στη γραπτή τους αγόρευση. Συγκεκριμένα όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση: «Στην ένστασή του ο Καθ' ου η αίτηση θέτει θέμα παραγραφής. Όπως και πιο πάνω είδαμε, κατά πόσο ο σκοπούμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης αποτελεί πρόσθετο παράγοντα που δεν επιτρέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου. Διαφωτιστική επί του θέματος τούτου είναι η υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479 στην οποία έγινε εκτεταμένη ανασκόπηση της Αγγλικής Νομολογίας. Μεταξύ άλλων, έγινε αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Liff v. Peasley
(1980)1 All E R 623, C.A. και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν από τους Λόρδους Δικαστές Stephenson L.J. και Brandon L.J. Στις σελίδες 488-489 της εν λόγω απόφασης παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Brandon L.J.: "It is an established rule of practice that the court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstance as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand, I shall refer to the established rule of practice as 'the rule of practice'. There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the 'relation back' theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of the rule of practice as the 'no useful purpose' theory". Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτουν τα ακόλουθα: σύμφωνα με τον καθιερωμένο κανόνα πρακτικής το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει την προσθήκη εναγόμενου αν η απαίτηση εναντίον του έχει ήδη παραγραφεί και το πρόσωπο που σκοπείται να προστεθεί ως εναγόμενος επιθυμεί να επικαλεσθεί την παραγραφή ως υπεράσπιση αν το Δικαστήριο επιτρέψει την προσθήκη στην βάση μονομερούς αιτήσεως, στην βάση του πιο πάνω κανόνα πρακτικής δεν θα επιτρέψει την συνέχιση της προσθήκης σε περίπτωση που ο διάδικος που προστέθηκε ενστεί στην προσθήκη η πιο πάνω πρακτική βρίσκει την δικαιολογία της σε δύο εναλλακτικές βάσεις: σύμφωνα με την πρώτη, γνωστή ως η θεωρία «relation back», αν η προσθήκη επιτραπεί θεωρείται ότι ανατρέχει πίσω στον χρόνο, με αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του προστιθέμενου διαδίκου όχι κατά τον χρόνο της τροποποίησης, αλλά κατά την ημέρα που καταχωρήθηκε το αρχικό κλητήριο. Με αποτέλεσμα ο διάδικος που προστέθηκε να στερείται κεκτημένης υπεράσπισης στην απαίτηση στην βάση της παραγραφής. Κάτι το οποίο θα επέφερε αδικία σε αυτόν. Σύμφωνα με την δεύτερη, γνωστή ως η προσέγγιση «no useful purpose», όταν πρόσωπο προστίθεται ως εναγόμενος σε υφιστάμενη αγωγή η αγωγή θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του κατά τον χρόνο της τροποποίησης του κλητηρίου και, επομένως, η υπεράσπιση της παραγραφής παραμένει διαθέσιμη σε αυτόν. Και επειδή η υπεράσπιση της παραγραφής αποτελεί πλήρη υπεράσπιση στην απαίτηση η προσθήκη δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479, που πιο πάνω μνημονεύεται, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι από τις αποφάσεις των Λόρδων Δικαστών Stephenson και Brandon προκύπτει ότι οι δύο πιο πάνω Δικαστές απέρριψαν την θεωρία «relation back» χάριν της προσέγγγισης «no useful purpose». Αναφορικά με την απόφαση του Brandon L.J., αυτό καθίσταται έκδηλο από σχετικό απόσπασμα το οποίο παρατίθεται στις σελίδες 489-490 της Κυπριακής υπόθεσης και που συνοψίζεται στα ακόλουθα. Η αίτηση από τον ενάγοντα για άδεια προσθήκης προσώπου ως εναγόμενου σε υφιστάμενη αγωγή κανονικά υποβάλλεται μονομερώς. Αν η αίτηση εγκριθεί το κλητήριο πρέπει να τροποποιηθεί και επιδοθεί στον διάδικο που προστέθηκε. Αν ο διάδικος που προστέθηκε και στον οποίο επιδόθηκε το τροποποιημένο κλητήριο ενίσταται στην προσθήκη στην βάση του ότι η απαίτηση είχε παραγραφεί πριν την τροποποίηση του κλητηρίου η σύνηθης πρακτική είναι όπως ο εν λόγω διάδικος καταχωρήσει εμφάνιση υπό όρους και, ακολούθως, αιτηθεί για παραμερισμό του τροποποιημένου κλητηρίου και της επίδοσής του σε αυτόν. Αν αποδείξει ότι η απαίτηση εναντίον του είχε παραγραφεί πριν την τροποποίηση του κλητηρίου δικαιούται σύμφωνα με τον πιο πάνω κανόνα πρακτικής στον παραμερισμό. Ο διάδικος που ακολουθεί την πιο πάνω διαδικασία τυγχάνει του ευεργετήματος του κανόνα πρακτικής και είναι άνευς σημασίας η ενασχόληση με το ποια από τις δύο εναλλακτικές βάσεις είναι η ορθή. Στην υπόθεση Liff v. Peasley
(1980)1 All E R 623, που πιο πάνω μνημονεύεται, οι δικηγόροι του εναγόμενου που προστέθηκε δεν είχαν ακολουθήσει την πιο πάνω διαδικασία. Το τροποποιημένο κλητήριο επιδόθηκε στον νέο εναγόμενο, αυτός καταχώρησε εμφάνιση άνευ όρων και στην συνέχεια καταχώρησε Υπεράσπιση στην οποία δικογραφόταν ότι η απαίτηση ήταν παραγεγγραμμένη. Το ερώτημα ήταν αν ο νέος διάδικος που είχε καταχωρήσει εμφάνιση άνευ όρων δικαιούτο να ενστεί στην προσθήκη του στην αγωγή. Η απάντηση ήταν καταφατική. Λέχθηκε ότι και αν ακόμα θεωρηθεί ότι η καταχώρηση εμφάνισης άνευ όρων εμποδίζει τον νέο διάδικο να ενστεί στην προσθήκη του στην βάση του σχετικού θεσμού των Κανονισμών δικαιούται, ωστόσο, να επικαλεσθεί τον Νόμο περί παραγραφής καθότι η βάση του κανόνα πρακτικής δεν είναι η θεωρία «relation back», αλλά το ότι η αγωγή εναντίον του προσώπου που προστέθηκε ως εναγόμενος θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του από την ημερομηνία κατά την οποία το κλητήριο τροποποιήθηκε, ώστε αν η αγωγή είχε τότε παραγραφεί δεν υπάρχει οποιοσδήποτε χρήσιμος σκοπός για να επιτραπεί η προσθήκη. Στην βάση των πιο πάνω λέχθηκε ότι η προσθήκη του εναγόμενου έχει ισχύ από την ημερομηνία που το κλητήριο τροποποιήθηκε και όχι από την ημερομηνία του αρχικού κλητηρίου. Επομένως, το Δικαστήριο μπορούσε να απορρίψει συνοπτικά την αγωγή στην βάση της παραγραφής. Το ότι η προσθήκη δεν ανατρέχει αναδρομικά, αλλά έχει ισχύ από την ημερομηνία της έκδοσης του διατάγματος που την επιτρέπει επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση Leadbitter v. Hodge Finance Ltd and others
(1982)2 All E R 167, στην οποία έγινε, επίσης, αναφορά στην Covotsos Textiles Ltd. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ξεκάθαρα ότι για σκοπούς εφαρμογής του κανόνα πρακτικής σύμφωνα με τον οποίο δεν θα πρέπει να προστίθεται πρόσωπο ως εναγόμενος σε υφιστάμενη αγωγή όταν η απαίτηση εναντίον του έχει παραγραφεί, η ημερομηνία στην βάση της οποίας θα πρέπει να εξετασθεί αν η απαίτηση έχει παραγραφεί είναι η ημερομηνία κατά την οποία ακούσθηκε η αίτηση για τροποποίηση του κλητηρίου ή όπως διαφορετικά διατυπώθηκε από τον Δικαστή Bush J. η ημερομηνία κατά την οποία το κλητήριο τροποποιήθηκε με άδεια του Δικαστηρίου. Στην Αγγλική υπόθεση Liptons Cash Registers and Business Equipment Ltd v. Hugin (GB) Ltd and others
(1982)1 All E R 595, στην οποία, επίσης, έγινε αναφορά στην Κυπριακή υπόθεση Covotsos Textiles Ltd, επιβεβαιώθηκε ότι ο κανόνας πρακτικής οφείλει την ύπαρξή του στο ότι αν κατά τον νόμο η προσθήκη έχει ισχύ από την ημερομηνία έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος ο εναγόμενος που προστέθηκε στερείται της υπεράσπισης της παραγραφής, ενώ αν η προσθήκη έχει ισχύ από την ημερομηνία τροποποίησης του κλητηρίου ο εναγόμενος που προστέθηκε δεν στερείται της πιο πάνω υπεράσπισης. Λέχθηκαν, επίσης, και τα ακόλουθα. Αν δεν είναι σαφές (plain), αλλά μόνο συζητήσιμο (arguable) κατά πόσο κατά την ημερομηνία τροποποίησης του κλητηρίου η υπεράσπιση της παραγραφής θα πετύχει αναφορικά με ολόκληρη ή μέρος της απαίτησης του ενάγοντα το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της ευρείας διακριτικής εξουσίας που κέκτηται από την Δ.15, θ.6
(2)(b)(ii) των παλαιών Αγγλικών Θεσμών να διατάξει την προσθήκη διαδίκου υπό τέτοιους όρους ως θα θεωρήσει δίκαιους έχει εξουσία να κάνει εξαίρεση στον κανόνα πρακτικής και να επιτρέψει την τροποποίηση υπό τον όρο ότι η διαδικασία εναντίον του νέου εναγόμενου θα θεωρείται ότι άρχισε κατά την ημερομηνία της τροποποίησης. Η πιο πάνω προσέγγιση εξασφαλίζει την επίτευξη δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, καθότι, αφενός, ο νέος εναγόμενος μπορεί να επικαλεσθεί την παραγραφή ως υπεράσπιση, αφετέρου, ο ενάγων μπορεί την ίδια στιγμή να αμφισβητήσει το βάσιμό της. Λέχθηκε, επίσης, ότι ο κανόνας ότι η προσθήκη διαδίκου σε υφιστάμενη αγωγή δεν επιτρέπεται αν στερεί στον εναγόμενο κεκτημένη υπεράσπιση παραγραφής δεν είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου αλλά μόνο κανόνας πρακτικής και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να παραχωρήσει άδεια για την προσθήκη ενός νέου εναγόμενου υπό τον όρο ότι η προσθήκη θα έχει ισχύ από την ημερομηνία της τροποποίησης του κλητηρίου και, βεβαίως, η προσέγγιση αυτή δεν αναιρεί τον σκοπό του κανόνα που είναι η διασφάλιση και διατήρηση της υπεράσπισης της παραγραφής η οποία μπορεί να είναι διαθέσιμη στον νέο εναγόμενο.» Στην παρούσα υπόθεση και υπό κρίση αίτηση, η απαίτηση των Εναγόντων βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Τα επίδικα δε γεγονότα έλαβαν χώραν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων - αιτητών, που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης τους, μεταξύ των ημερομηνιών 6/12/2012 και 10/12/
- Είναι δε η θέση του Εναγομένου, αλλά και των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, ότι δυνάμει των διατάξεων του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/2012, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, ότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων - αιτητών, έναντι των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, έχει παραγραφεί, καθότι από την 6/12/2012 και/ή 10/12/2012, περίοδο κατά την οποία έλαβαν χώρα τα γεγονότα επί των οποίων οι Ενάγοντες βασίζουν το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμά τους και μέχρι τις 25/10/2019, που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, έχει παρέλθει η προθεσμία μέσα στην οποία θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί η αγωγή εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και
- Ως εκ της πιο πάνω θέσης του Εναγομένου, αλλά και των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις πρόνοιες του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν.66(Ι)/2012, και του ιστορικού των διαφόρων τροποποιήσεων που επήλθαν σε αυτόν. Ο εν λόγω Νόμος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 31/05/2012 και ετέθη σε ισχύ την 01/07/
- Με αυτόν δε, καταργήθηκαν μεταξύ άλλων, ο Περί Παραγραφής Νόμος Κεφ. 15, ο Νόμος 110(Ι)/2002, πού ίσχυε μέχρι τότε, καθώς επίσης το άρθρο 68 του Κεφ. 148, «αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου 66(Ι)/2012»). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Ν.66(Ι)/2012, ως ίσχυε κατά τον χρόνο θέσπισης του: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την συμπλήρωση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.» Ακολούθως οι πρόνοιες του άρθρου 26 του Ν.66(Ι)/2012, τροποποιήθηκαν την 31/05/2013, με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2013, Ν.41(Ι)/2013, και διαμορφώθηκαν ως εξής: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2013, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.». Περαιτέρω στο πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο, ήτοι στο άρθρο 26 του Ν.66(Ι)/2012, επήλθε περαιτέρω τροποποίηση, την 13/12/2013, με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2013, Ν.159(Ι)/2013, δια του οποίου τούτο διαμορφώθηκε ως ακολούθως: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2014, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.». Ακόμη στο ίδιο άρθρο, ήτοι το 26 του Ν.66(Ι)/2012, έγινε τροποποίηση και την 16/12/2014, από τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014, Ν.190(Ι)/2014, δια του οποίου οι πρόνοιες του διαμορφώθηκαν ως ακολούθως: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2015 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.». Πρόσθετα με τον ίδιο Νόμο, ήτοι τον Ν.190(Ι)/2014, δια σχετικής τροποποίησης του άρθρου 28 του Ν.66(Ι)/2012, που προνοεί ότι ο Ν.66(Ι)/2012τίθεται σε ισχύ από την 01/07/2012, προστέθηκε η εξής επιφύλαξη: «Η διάταξη αυτή δεν παραγράφει και δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα δίδονται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 26 αναστολή.». Τελικά, το συγκεκριμένο άρθρο, ήτοι το άρθρο 26 του Ν.66(Ι)/2012, την 23/12/2015 καταργήθηκε δια του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, Ν.207(Ι)/2015, από 1/1/
- Με τον ίδιο δε Νόμο, ήτοι τον Ν.207(Ι)/2015, προστέθηκε, δια τροποποίησης του άρθρου 3 του Ν.66(Ι)/2012, που προνοεί ότι, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, με την προσθήκη επιφύλαξης ως προς το ότι: «Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016.». Το δε άρθρο 6
(2)του Ν.66(Ι)/2012, προνοεί ότι: «Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.». Στην Papaioannou Ltd v. Intermed Shipping S.R.L. κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 467, το Ανώτατο Δικαστήριο ενεργώντας ως Ναυτοδικείο, δια του τότε Πρόεδρου του Δ. Πική, εξετάζοντας το ζήτημα για το πώς επηρεάζεται αίτημα για προσθήκη διαδίκου σε υφιστάμενη αγωγή, όταν έχει παραγραφεί η αξίωση, αναφέρονται τα εξής: «Ζήτησα από τη δικηγόρο των αιτητών (εναγόντων) να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει νομολογία η οποία διαφωτίζει ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου η προθεσμία για την έγερση αγωγής εναντίον του νέου εναγομένου έχει εκπνεύσει. Έθεσε υπόψη μου την Payabi v. Armstel Shipping Corp [1992] 3 All E.R. 329, η οποία υποστηρίζει ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα προσθήκης νέου εναγόμενου και η πρόσδοση αναδρομικότητας στη διαταγή για τη συνένωσή του σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου το αγώγιμο δικαίωμα ατόνισε. Εξηγείται ότι μετά την πάροδο της χρονικής περιόδου που προβλέπεται από την παράγραφο 6 του Άρθρου III των Κανόνων της Χάγης. (The Hague Rules), περίοδος ενός έτους, το δικαίωμα για έγερση αγωγής εναντίον του μεταφορέα εκλείπει, καθώς και η αντίστοιχη ευθύνη του βάσει της σύμβασης μεταφοράς. Η θέση αυτή διασαφηνίζεται στην Aries Tanker Corp v. Total Transport Ltd [1977] 1 All E.R. 398,
- Διακρίνονται οι περιπτώσεις που αναφέρονται στους Κανόνες της Χάγης που συναρτούν το αγώγιμο δικαίωμα με την έγερση αγωγής μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, από εκείνες της παραγραφής στις οποίες το δικαίωμα δεν εκλείπει αλλά μόνο η δυνατότητα διεκδίκησής του. Βέβαια, δε θα επεκταθούμε σ' εκείνο το θέμα το οποίο δε μας αφορά. Η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38,47,48, είναι καθοριστική για το απαράδεκτο πρόσδοσης, αναδρομικής ισχύος σε διαταγή για την προσθήκη εναγόμενου όπου αυτό θα συνεπαγόταν την αναβίωση αγώγιμου δικαιώματος το οποίο έπαυσε να υφίσταται. Ανάλογη υπήρξε η θέση του ίδιου Δικαστηρίου στη Byron v. Cooper [1844] 11 C1 & Fin 556, 8 ER
- Στην Payabi υποδεικνύεται ότι η απόφαση στην The Joanna Borchard [1988] 2 Lloyd's Rep 274, η οποία θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως εμπεριέχουσα ευρύτερη αρχή, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της και ειδικά με το γεγονός ότι επρόκειτο για αντικατάσταση διαδίκου. Ο λόγος της Ketteman είναι ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού προς το σκοπό δημιουργίας ή αναβίωσης αγώγιμου δικαιώματος. Η εφαρμογή δικονομικού κανόνα, όπως η Ord.16 r. 13 (βλ. The Annual Practice, 1958 1, σ.351) (η οποία στην Αγγλία έχει αντικατασταθεί με νεότερες θεσμικές διατάξεις), δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου η προσθήκη νέου εναγομένου θα συνεπαγόταν την αποστέρηση ουσιαστικού δικαιώματος του διαδίκου του οποίου η προσθήκη επιδιώκεται, πράγμα που θα συνέβαινε σ' αυτή την υπόθεση αν εγκρινόταν το αίτημα. Και να εγκρινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις το αίτημα, η προσθήκη του νέου εναγόμενου θα είχε αφετηρία την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής για τη συνένωση του νέου διαδίκου και όχι την ημερομηνία που κινήθηκε η αγωγή. Οι θεσμικές διατάξεις ρυθμίζουν τη διαδικασία. Η εφαρμογή τους δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τη γένεση αγώγιμου δικαιώματος ή να αποστερήσει τον εναγόμενο από υπεράσπιση την οποία του παρέχει ο νόμος.» Στην δε Mabro v. Eagle Star and British Dominions Insurance Co Ltd
(1932)1 Κ.Β. 485, στην οποία επίσης με παρέπεμψε η δικηγόρος του Τριτοδιάδικου 2, αποφασίστηκε ότι τα Δικαστήρια αρνούνται να επιτρέψουν την προσθήκη διαδίκου ή βάση αγωγής, αν η προσθήκη θα ανατρέψει την υπεράσπιση που προβλέπεται από τον περί Παραγραφής Νόμο. Όπως λοιπόν συνάγεται από τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο ουσιώδης χρόνος από τον οποίο άρχισε να προσμετρά ο χρόνος παραγραφής των τριών ετών στην παρούσα υπόθεση, είναι η 1/1/
- Ο δε χρόνος καταχώρησης της αίτησης είναι η 25/10/
- Συνακόλουθα ο χρόνος παραγραφής των τριών ετών σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα που ισχυρίζονται ότι έχουν οι Ενάγοντες - αιτητές, εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, συνεπληρώθη πολύ νωρίτερα, ήτοι στις 31/12/
- Ως εκ τούτου, στις 25/10/2019 που καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες η υπό κρίση αίτηση, το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο τους δικαίωμα εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, είχε παραγραφεί. Στο σημείο δε αυτό και επειδή έχει παραδοθεί στο Δικαστήριο αντίγραφο της απόφασης αδελφού Δικαστή στην υπόθεση 4768/15 Ε. Δ. Λεμεσού, με την οποία σε παρόμοιας φύσης αίτηση επέτρεψε την προσθήκη των τριτοδιαδίκων στην εν λόγω αγωγή ως εναγομένων, επισημαίνω τα εξής: Κατ' αρχάς το αυτονόητο, ότι εν λόγω απόφαση, ως απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Ακόμη η εν λόγω απόφαση στηρίκτηκε κατά κύριο λόγο στην απόφαση της πλειοψηφίας στην Πολιτική Έφεση με αριθμό 118/2012, ........ Νεοφύτου - και -
- ...... Malak,
- ........ Χαραλάμπους, ημερομ. 21/6/
- Μελετώντας δε την απόφαση του Δ. Ναθαναήλ, ως ήταν τότε, διαπιστώνω πώς τα γεγονότα και δεδομένα αυτής, διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό από αυτά της παρούσας. Συγκεκριμένα στην υπόθεση εκείνη η οποία αφορούσε τροχαίο δυστύχημα, το αίτημα για προσθήκη εναγομένου δεν αφορούσε πρόσωπο που ήταν ήδη τριτοδιάδικος. Ακόμα όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση τα γεγονότα τα οποία δικαιολόγησαν την ανατροπή της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν ήταν γνωστά στον Εφεσείοντα κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής. Αυτό αναφέρεται με απόλυτη σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του Δ. Ναθαναήλ: «Όπως το θέτει το σύγγραμμα Street on Torts, 11η Έκδ., σελ. 626, η βάση αγωγής δημιουργείται, και επομένως από εκεί αρχίζει να μετρά και η όποια περίοδος παραγραφής, κατά το χρονικό σημείο που ένας προτιθέμενος ενάγων δικαιούται να επιτύχει σε αγωγή εναντίον ενός προτιθέμενου εναγόμενου. Εφόσον το σύνολο των γεγονότων είναι γνωστά στον προτιθέμενο ενάγοντα αναδύεται αγώγιμο δικαίωμα και βάση αγωγής. Εναπόκειται βεβαίως στον έχοντα απαίτηση διάδικο να κρίνει εναντίον ποιού ή ποιών εναγομένων επιθυμεί να εγείρει την αγωγή, (The Supreme Court Practice 1970, Vol. 1, σελ. 169, σχόλια στο O.15 r.6/9). Όλα τα γεγονότα πρέπει όμως να είναι αδιαψεύστως γνωστά για την επιλογή αυτή. Διαφορετικά επιτρέπεται ως θέμα δικαίου η προσθήκη διαδίκου ακόμη και αν η τροποποίηση ή προσθήκη επιδιώκεται μετά τη λήξη της περιόδου παραγραφής υπό την προϋπόθεση ότι διαπιστώνεται καλόπιστο λάθος στο όνομα ή το διάδικο και το λάθος αυτό δεν αφήνει αμφιβολία ως προς την πραγματική ταυτότητα του διαδίκου, (The Supreme Court Practice 1970 - ανωτέρω - σελ. 172, σχόλια στο O.15/6/14). Εξ ου και νομοθετικά είχε ήδη από το Κεφ. 15 αναγνωριστεί αυτή η δυνατότητα επέκτασης του χρόνου με το άρθρο 7, όταν λόγω δόλου ή λάθους δεν αποκαλύπτεται το αγώγιμο δικαίωμα, με παρόμοιες πρόνοιες στις διάφορες έκτοτε νομοθεσίες με την ίδια φιλοσοφία να έχει περάσει και στο νέο Νόμο αρ. 66(Ι)/
- Με άλλα λόγια, η ύπαρξη δόλου ή περιστάσεων που ανακόπτουν την περίοδο παραγραφής παραπέμπει στη μη συμπλήρωση, λόγω άγνοιας, της βάσης αγωγής, από πλευράς γεγονότων.» Ακόμα στην εν λόγω υπόθεση πρωτόδικα είχε γίνει απόπειρα προσθήκης της Εφεσίβλητης σε προγενέστερο της περιόδου παραγραφής χρόνου. Επισημαίνω ακόμη ότι η θέση των δικηγόρων των Εναγόντων - αιτητών, ότι το Δικαστήριο ακόμη κι αν έχει επέλθει ο χρόνος παραγραφής, δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και δυνάμει του άρθρου 22 του Ν.66(Ι)/2012, να επεκτείνει τον εν λόγω χρόνο αν αυτό κριθεί δίκαιο, για χρονικό διάστημα μέχρι και δύο έτη από τον χρόνο συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Με όλο το σέβας προς τους δικηγόρους των Εναγόντων - αιτητών, το εν λόγω άρθρο καθορίζει ότι για να τύχει εξέτασης τέτοιο αίτημα, δέον να ακολουθηθούν συγκεκριμένες διαδικασίες και σε καθορισμένα χρονικά σημεία. Ως είναι δε πρόδηλο από τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ουδεμία εναρκτήρια κλήση έχει καταχωρηθεί προς τούτο πρίν την έγερση της αγωγής ή της αίτησης για την πρόθεση των Εναγόντων να εγείρουν την αξίωση τους εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και
- Ακόμη σε περίπτωση που εγκρινόταν το αίτημα των Εναγόντων - αιτητών και επιτρεπόταν η προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, ως Εναγομένων 2 και 3, και στην περίπτωση που καταχωρείτο σχετική παρεμπίπτουσα αίτηση, μετά που θα εγειρόταν το ζήτημα της παραγραφής από τους Τριτοδιάδικους 1 και 2, κάτι που έχω ήδη αποδεκτεί πώς είναι βέβαιο πώς θα γίνει, δεν θα μπορούσε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς όφελος των Εναγόντων - αιτητών, αφού ήδη έχουν παρέλθει τα δύο χρόνια από τον χρόνο που επήλθε η παραγραφή, που, ως προνοεί το άρθρο 22 του Ν.66(Ι)/2012, είναι και το μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να επεκταθεί ο χρόνος παραγραφής. Συνακόλουθα παρέλκει η εξέταση περαιτέρω του ζητήματος αυτού και η εισήγηση αυτή δεν γίνεται αποδεκτή ως στερούμενη του αναγκαίου νομικού υπόβαθρου. Ενόψει των πιο πάνω η τελική μου κατάληξη είναι πως δυνάμει των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου Ν.66(Ι)/2012και επειδή η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των προσώπων που ζητείται η προσθήκη τους ως Εναγόμενοι 2 και 3, ήτοι των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, έχει παραγραφεί και συνακόλουθα το αίτημα των Εναγόντων - αιτητών, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και για τον λόγο αυτό. Κρίνω επίσης πώς το γεγονός ότι οι Τριτοδιάδικοι είναι ήδη διάδικοι στην παρούσα διαδικασία με αυτή τους την ιδιότητα, σε καμία απολύτως περίπτωση δικαιολογεί την με οποιοδήποτε τρόπο θέση, ότι ο χρόνος παραγραφής έχει ανασταλεί ή και έπαυσε να τρέχει με την άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο για να συμπεριληφθούν στη διαδικασία με αυτή τους την ιδιότητα. Τούτο διότι όπως και οι ίδιοι οι Ενάγοντες - αιτητές, ισχυρίζονται και αναφέρεται στη σχετική Νομολογία που έχουν παραπέμψει το Δικαστήριο, η διαδικασία μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιαδίκου ουσιαστικά ισοδυναμεί με την έγερση αγωγής από τον εναγόμενο εναντίον του τριτοδιαδίκου και αφορά αποκλειστικά και μόνο, την μεταξύ τους δικονομική θέση και κατάσταση πραγμάτων (βλ.Ανδρέας Νικήτα ν. MEDCON CONSTRUCTION LIMITED κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ σελίδα 643). Αυτό οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι εξέταση αιτήματος για προσθήκη εναγομένου, προσώπου το οποίο υφίσταται στη διαδικασία ως τριτοδιάδικος, κρίνεται εντελώς ανεξάρτητα από τα δεδομένα και ισχύοντα μεταξύ του υφιστάμενου εναγομένου και τριτοδιαδίκου επί τη βάση των δια της Νομολογίας διαμορφωθέντων αρχών. Ούτε και η παραπομπή του Δικαστηρίου σε αποφάσεις άλλων πρωτόδικων Δικαστηρίων που γίνεται από τους δικηγόρους των Εναγόντων - αιτητών, στην γραπτή τους αγόρευση, είναι βοηθητική για αυτούς. Όλες οι αποφάσεις στις οποίες με παραπέμπουν εκτός από το γεγονός ότι είναι πρωτόδικων Δικαστηρίων και δεν με δεσμεύουν, αφορούν την απλή προσθήκη εναγομένων κι όχι την προσθήκη υφισταμένων τριτοδιαδίκων ως εναγομένων. Ακόμη ούτε η εισήγηση πώς το θέμα της παραγραφής θα πρέπει να εξεταστεί μεταγενέστερα και στα πλαίσια της έγερσης του δια των υπερασπίσεων που θα καταχωρήσουν οι Τριτοδιάδικοι ως Εναγόμενοι 2 και 3 αν επιτραπεί η προσθήκη τους, μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το συγκεκριμένο ζήτημα εφόσον έχει ήδη τεθεί, και ως η σχετική Νομολογία έχει αναγνωρίσει, επιβάλλεται να εξεταστεί αφού δυνάμει της σχετικής Νομολογίας, αποτελεί ένα από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για το κατά πόσο θα επιτραπεί η όχι, η προσθήκη προσώπου ως αναγκαίου διάδικου. Ακόμη όμως κι αν αποδεχόμουν ότι η τροποποίηση ισχύει αναδρομικά, ήτοι από τον χρόνο καταχώρησης του κλητηρίου και πάλι δεν θα επέτρεπα την αιτούμενη προσθήκη. Τούτο διότι σύμφωνα με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, θα ήταν άδικο για τους Τριτοδιαδίκους 1 και 2, να στερηθούν μιας κεκτημένης στην βάση της παραγραφής υπεράσπισης στην αξίωση των Εναγόντων - αιτητών. Επίσης, στην υπό εξέταση αίτηση και εν' όψει των όσων αναφέρθηκαν και πιο πάνω, δεν επιδέχεται αμφιβολίας, εν όψει των όσων εκτίθενται στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις τους, για τις οποίες δεν αντεξετάστηκαν καθιστώντας τις τοιουτοτρόπως και χωρίς αμφισβήτηση (βλ Louis Vuiton ν. Δερμοσακ ΛΤΔ και άλλης
(1992)18 Α.Α.Δ 1453), ότι οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2, θα εγείρουν σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα των Εναγόντων το ζήτημα της παραγραφής, στην Υπεράσπιση τους. Συνακόλουθα τυχόν έγκριση του αιτήματος των Εναγόντων - αιτητών, θα προκαλέσει και αχρείαστες και χρονοβόρες διαδικασίες αφού σε μια τέτοια περίπτωση, το ενδεχόμενο το ζήτημα της παραγραφής να εξεταστεί στα πλαίσια εξέτασης προδικαστικά και με ξεχωριστές αιτήσεις η ακόμη και αυτεπάγγελτα, ως αμιγώς νομικό σημείο, από το Δικαστήριο, να είναι σχεδόν βέβαιο. Προς τούτο παραπέμπω στην απόφαση του Δ. Ναθαναήλ, ως ήταν τότε στην υπόθεση ........ Νεοφύτου - και -
- ...... Malak,
- ........ Χαραλάμπους (ανωτέρω), στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Εξετάζοντας τα εγερθέντα θέματα, πρωτίστως να λεχθεί ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την εκ μέρους του υπόδειξη στους διαδίκους ότι εγειρόταν ζήτημα παραγραφής και άρα το θέμα θα έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα χωρίς δηλαδή να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την παρέλαση μαρτύρων και συνακόλουθης απώλειας δικαστικού χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος της ημέρας όντως κρινόταν ότι βάσιμα τέθηκε η υπεράσπιση της παραγραφής. Η Δ.27 θ.1, δίδει το στίγμα ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει και αυτεπάγγελτα το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στη δικογραφία ούτως ώστε κατά το θεσμό 2 της ιδίας Διαταγής, η αγωγή να οδηγηθεί σε εκ προοιμίου απόρριψη εάν διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος.» Ακόμη όμως κι αν δεν συνέτρεχαν οι πιο πάνω λόγοι για απόρριψη του αιτήματος των Εναγόντων, για την προσθηκη των Τριτοδιαδίκων ως Εναγομένων 2 και 3, άλλος ένας λόγος που συνηγορεί με απόρριψη του αιτήματος, είναι και το ότι το υπό συζήτηση αίτημα δεν υποβλήθηκε έγκαιρα και με την απαιτούμενη με σπουδή, αλλά με καθυστέρηση. Για την σημασία της καθυστέρησης και την ανάγκη για δικαιολόγηση της οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση ισχύουν οι αρχές που αναφέρονται πιο κάτω και που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων στην βάση της Διαταγής 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Τούτο διότι και αν ακόμα δεχθώ ότι οι Ενάγοντες - αιτητές ή οι δικηγόροι τους, λόγω καλόπιστου λάθους και / η εκ παραδρομής δεν έστρεψαν την προσοχή τους κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής στα όσα αναφέρονται στις Νομοθεσίες που τώρα επικαλούνται, αλλά και στο ενδεχόμενο ευθύνης των Τριτοδιαδίκων όπως εκ των υστέρων συνάγεται από τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου στην Τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης του, αλλά και στην προηγειθείσα αίτηση τροποποίησης, οι οποίοι και αποτελούν την βάση για το αίτημα, αδιαμφησβήτητο παραμένει το γεγονός ότι οι Ενάγοντες - αιτητές γνώριζαν για τους εν λόγω ισχυρισμούς από τις 24/1/2018, που καταχωρήθηκε η αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου. Ακόμη όπως και η ίδια η Ενάγουσα 1, στην επιστολή της ημερομηνίας 10/12/2012 που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Τριτοδιαδίκων 1 αναφέρει, είχαν κατά νού και σχεδόν αμέσως μετά το επίδικο συμβάν, ότι ευθύνη είχαν και/η ενδεχομένως να είχαν και οι Τριτοδιάδικοι
- Το γεγονός δε αυτό διαψεύδει τους ισχυρισμούς του κ. XXXΓεωργίου, ότι η τυχόν ευθύνη των Τριτοδιαδίκων 1 εμφιλοχώρησε στην σκέψη των Εναγόντων 1, μετά την καταχώρηση της Τροποποιημένης Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου. Ακόμη αντί με το που περιήλθεν εις γνώση και των δύο Εναγόντων, το περιεχόμενο και οι ισχυρισμοί της αίτησης για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου και/η αμέσως μετά την καταχώρηση αυτής, άμεσα και εγκαίρως να προβούν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ανέμεναν να καταχωρήσουν αυτήν στις 25/10/19, ήτοι 1½ και πλέον χρόνο μετά και, το σημαντικότερο, αφότου ήδη επήλθε και ο χρόνος παραγραφής της τυχόν αξίωσης τους εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, για το αδίκημα της αμέλειας και/η της παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους. Ούτε και τα περί του απαιτούμενου χρόνου μελέτης και προετοιμασίας της αίτησης από τους δικηγόρους των Εναγόντων - αιτητών, κρίνω πώς συνιστούν επαρκή αιτιολογία για την παρατηρούμενη καθυστέρηση. Ακόμη ουδεμία άλλη ικανοποιητική εξήγηση δίδεται από τον ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, για την σημαντική, τόσο σχέση με τον χρόνο, όσο και για το ζήτημα της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής, καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι ότι προβάλλεται οποιαδήποτε ικανοποιητική δικαιολογία, για την μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και με την καταλυτικής σημασίας συνεπεία ταύτης, επελθούσας δυσμενέστατης συνέπειας στο δικαίωμα τους να στραφούν εναντίον των Τριτοδιαδίκων. Στην υπόθεση Γεωργίου Ρίτα ν. Γιαννάκη Φιλιαστίδη κ.α. (ανωτέρω), αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή αιτημάτων παρόμοιας φύσης με τα υπό εξέταση, λέχθηκε από τον Δ. Χατζηχαμπή, ως ήταν τότε: «Η κατάληξή μας αυτή καθιστά αναγκαίο να διαγνώσουμε και το λόγο έφεσης που αφορά την ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου επί της αιτηθείσας τροποποίησης της αγωγής για να καθίστατο ο Τριτοδιάδικος Μανώλη ως Εναγόμενος. Η κατάληξη του ευπαιδεύτου Προέδρου όμως είναι ορθοτάτη και την προσυπογράφουμε. Το δικαστήριο καθοδηγήθηκε δεόντως από τη νομολογία και δεόντως την εφάρμοσε, υποδεικνύοντας την παντελή έλλειψη εξήγησης για τη μεγάλη καθυστέρηση στην επιδίωξη της τροποποίησης και την ανάγκη για αυτή. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «.................................................................................. Η πρόθεση δε, να καταστεί εναγόμενος και ο άλλος οδηγός, εκδηλώθηκε πέντε χρόνια μετά το ατύχημα και τρία χρόνια μετά που η ενάγουσα επέλεξε να στραφεί εναντίον του ενός οδηγού και μόνο. Ενώ, ως άνω, η καθυστέρηση κατ' αρχήν δεν αποκλείει, στην κατάλληλη περίπτωση, μια τροποποίηση, «όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής» και μετά την έναρξη της δίκης «η διακριτική ευχέρεια ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(E) A.A.Δ. 33, 37). Εν προκειμένω η καθυστέρηση είναι μεγάλη και μάλιστα εντελώς αδικαιολόγητη. Η αναφορά της ενάγουσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι «η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε μετά τη μαρτυρία του αστυνομικού» τίθεται χωρίς καμιά εξήγηση. Ο μάρτυρας αστυνομικός αναφέρθηκε στα όσα βρήκε στη σκηνή και στο ρόλο του ως εξεταστής. Πρόκειται για τα εξ αρχής και ηλικίας πλέον πέντε ετών γεγονότα τα οποία γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει η ενάγουσα που μάλιστα απαιτεί και το ποσό που κατέβαλε για αστυνομική έκθεση. Πώς προέκυψε η ανάγκη τώρα; Καμιά εξήγηση. Η σχηματική και μόνο αναφορά σε «νέα ανάγκη» δεν παρέχει τη δυνατότητα αξιολόγησης της θέσης της ενάγουσας για τους σκοπούς της αίτησης (βλ. Ajini ν. Εθνικής Τράπεζας
(1999)1 Α.Α.Δ. 11) ώστε χρόνια μετά, μετά που έχει ξεκινήσει η ακρόαση και έχει περατωθεί η μαρτυρία ενός ουσιαστικού μάρτυρα, καθόλου τυπικού όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας, να αλλάξουν εκ θεμελίων τα δικονομικά δεδομένα και να δημιουργηθεί τώρα πλέον άμεση δικονομική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και του άλλου οδηγού." Αν και δεν είναι αναγκαίο να επεκταθούμε, ορθή ήταν και η άλλη βάση στην οποία η αίτηση εκρίθη ως απορριπτέα, σε συνάρτηση με την τριετή περίοδο παραγραφής του Άρθρου 22 του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης (Ευθύνη Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν. 96(Ι)/2000). Παραθέτουμε και πάλι με επιδοκιμασία το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: "Ένας σοβαρός παράγοντας όταν ζητείται η προσθήκη εναγομένου είναι το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να θέσει θέμα παραγραφής. Κατά κανόνα, δεν δίδεται άδεια για προσθήκη μετά την εκπνοή της προθεσμίας (Manchester Lines Ltd, ανωτ., P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Ltd (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300). Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει και όταν τίθεται θέμα απώλειας δικαιώματος ή ουσιαστικού επηρεασμού, είτε των άμεσα εμπλεκομένων ως διαδίκων, είτε όσων έχουν νόμιμα συμφέροντα στην υπόθεση. Εν προκειμένω, ο Νόμος 96/2000, όπως και το προϊσχύσαν Κεφ. 333, θέτει το πλαίσια μιας τριμερούς αλληλεπίδρασης συμφερόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ήτοι του αδικοπραγήσαντα, του ζημιωθέντα και του ασφαλιστή (βλ. General Insurance Company of Cyprus v. Georghiou a.o.
(1963)2 C.L.R. 117). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα έχει αναδρομική ισχύ, τότε θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στον ασφαλιστή, που δεν θα είναι σε θέση να επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 22. Αν, από την άλλη, θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα ισχύει από τώρα θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό ο νέος εναγόμενος, εφόσον η αγωγή εναντίον του θα είναι εκτός των πλαισίων του Άρθρου 22 οπότε θα αναγκαστεί να πληρώσει ο ίδιος τυχόν απόφαση εναντίον του. Τέτοιος επηρεασμός είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση, δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τα έξοδα. Συνεπώς η αίτηση για προσθήκη δεν θα μπορούσε να επιτύχει και γι' αυτό το λόγο." ..................................................................................» Στην αγωγή Ναυτοδικείου Kallice Holding Co Ltd ν. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ 162, δύο χρόνια και τέσσερις περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής και δύο περίπου μήνες μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, οι εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση επιδιώκοντας να τροποποιήσουν την Υπεράσπισή τους εισάγοντας νέα βάση. Η μόνη εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ήταν ότι η μαρτυρία που στοιχειοθετούσε την νέα υπεράσπιση είχε περιέλθει πολύ καθυστερημένα σε γνώση των δικηγόρων τους. Οι εναγόμενοι υπέβαλαν ένσταση και εισηγήθηκαν ότι η μαρτυρία ήταν γνωστή στους εναγομένους και στην διάθεσή τους όταν ετοιμάστηκε η υπεράσπιση, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους, και επίσης ότι η αναπροσαρμογή της υπόθεσής τους θα τους προκαλούσε μεγάλη ταλαιπωρία αφού επιβάλλετο η επανακλήτευση τριών μαρτύρων τους οι οποίοι είχαν ήδη δώσει μαρτυρία. Η αίτηση απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση. Λέχθηκε ότι η παροχή άδειας για τροποποίηση σε προχωρημένο στάδιο της δίκης ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση η προβολή νέας υπεράσπισης στο προχωρημένο στάδιο που είχε φθάσει η υπόθεση, μετά την μαρτυρία των τριών μαρτύρων των εναγόντων, μετέβαλλε το πλαίσιο της δίκης, ανέτρεπε την πορεία της διαδικασίας, και επέβάλλε τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματά τους και την απόδειξη της υπόθεσής τους. Η τροποποίηση επιζητείτο παρά τις συνέπειές της στην δίκη και χωρίς να είχε παρασχεθεί καμιά εξήγηση ως προς το γιατί η υπεράσπιση δεν είχε προβληθεί εξαρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays Ltd και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ 607, οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησής τους μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων και την μαρτυρία επτά μαρτύρων των εναγομένων και αφού παρήλθαν πολλά έτη αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων. Στην ένορκο ομολογία που υποστήριζε την αίτηση αναφέρθηκε σαν λόγος για την καθυστέρηση η αλλαγή δικηγόρου. Οι ενάγοντες πρόβαλαν ένσταση στην αίτηση με το επιχείρημα ότι αυτή θα επέφερε επαναστοιχειοθέτηση των επιδίκων θεμάτων, νέα δίκη, επανακλήτευση μαρτύρων, δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά τους και, επιπλέον, παράταση της δίκης έξω από το συνταγματικό πλαίσιο του εύλογου χρόνου στη διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων. Αποφασίστηκε από το Εφετείο ότι τα γεγονότα που θεμελίωναν την αίτηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Συνεπώς, δεν δικαιολογείτο η καθυστερημένη υποβολή τους. Έγκριση του αιτήματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, που είναι συνυφασμένα με την βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της. Ακόμα, στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ 33, λέχθηκε ότι στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ακόμη ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Επίσης, στην υπόθεση Περικτιόνη XXXv. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704 λέχθηκε πως στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Σχετική με τα υπό εξέταση ζητήματα της υπό κρίση αίτησης, είναι και η υπόθεση Kουμουλή Eλευθερία ν. Michael Yasmingh και Άλλων
(1999)1 Α.Α.Δ 323, στην οποία το Εφετείο, με την απόφαση του επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε παρόμοια αίτηση για προσθήκη των τριτοδιαδίκων ως συνεναγόμενων, λόγω της μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της, ενώ τα γεγονότα ήταν εξ' αρχής γνωστά στον αιτητή. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του με την οποία επικρότησε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Απέρριψε όμως την αίτηση για ένα μόνο λόγο. Έκρινε πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της, στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, αλλά και του γενικού κανόνα πως ο διάδικος οφείλει να επιδεικνύει επιμέλεια και ταχύτητα στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, έτσι που να μην επηρεάζονται δικαιώματα και συμφέροντα άλλων εμπλεκομένων στη διαφορά.» Επομένως και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι δεν υπήρχαν οι άλλοι λόγοι που συνηγορούν στην απόρριψη του αιτήματος των Εναγόντων, που ενωρίτερα αναφέρθηκαν, όπως του αναγκαίου διαδίκου, της καθυστέρησης στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και της παραγραφής, θεωρώ ότι προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 ως Εναγομένων 2 και 3, θα έδιδε λαβή, αλλά και υπόβαθρο για εξέταση του ζητήματος για το κατά πόσο με τις όποιες διαδικασίες θα ακολουθήσουν, θα προκαλείτο παραβίαση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων του Εναγομένου, αλλά και των ίδιων των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, εντός ευλόγου χρόνου. Τέλος κρίνω ότι αν επιτρεπόταν η προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, ως Εναγομένων 2 και 3 στην αγωγή, η απαίτηση των Εναγόντων - αιτητών εναντίον τους, με δεδομένη την κρίση μου επί του ζητήματος της παραγραφής, ως την έχω παραθέσει ανωτέρω, η αγωγή και αξίωση τους έχει σοβαρό ενδεχόμενο να απορριπτόταν, σύμφωνα με την Νομολογία, στην βάση της υπεράσπισης της παραγραφής, που είναι προφανές ως και πιο πάνω αναφέρεται, ότι θα εγειρόταν με την Υπεράσπιση των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, ως νέων πλέον Εναγόμενων 2 και 3. Αυ