ΝΟΥΣΗ ν. PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED, Αγωγή αρ. 2236/2018, 10/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2236/2018 Μεταξύ: XXXX ΝΟΥΣΗ Ενάγουσας και PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED Εναγόμενης Ημερομηνία: 10.02.2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κυρία Χ. Χρίστου για ΦΕΛΛΑΣ & ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: ΘΕΟΔΩΡΟΣ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Δικόγραφα Με την αγωγή της, η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής «XXXXX99», και ότι την 14.02.2018, ενώ οδηγούσε το όχημα αυτό στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, στη Λεμεσό, συγκρούστηκε με το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXX, που οδηγούσε πρόσωπο, που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Το ατύχημα συνέβη όταν η Ενάγουσα επιχείρησε να στρίψει δεξιά και ο ασφαλισμένος οδηγός να την προσπεράσει από δεξιά. Στον ασφαλισμένο οδηγό καταλογίζει αμέλεια ή και παράβαση νόμιμων καθηκόντων του, επειδή, όπως είναι η θέση της, ενώ η ίδια επιχείρησε να στρίψει δεξιά δείχνοντας πρώτα την πρόθεσή της αυτή με χρήση φωτεινού σηματοδότη του οχήματος, ο ασφαλισμένος οδηγός την προσπέρασε από δεξιά την ώρα που επιχειρούσε τη δεξιά στροφή, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Συνάγει, εξ αυτών των γεγονότων, πως ο ασφαλισμένος οδηγός οδηγούσε με πλήρη και επικίνδυνη αδιαφορία ή απερισκεψία, ότι παράλειψε να επιδείξει τη δέουσα προσοχή, να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προσπεράσει, να προσέξει έγκαιρα το όχημα της Ενάγουσας, να σταματήσει ή να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά τα φρένα του οχήματός του, να διατηρεί έλεγχο και να οδηγεί ως ο συνετός και λογικός οδηγός υπό τις περιστάσεις. Η Ενάγουσα δικογραφεί διαζευκτικά ότι το δόγμα "res ipsa loquitur" ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Ισχυρίζεται πως, συνεπεία των πράξεων ή και παραλείψεων του ασφαλισμένου οδηγού, το όχημα που οδηγούσε υπέστη ζημιές που ανέρχονται συνολικά σε €1.465,00, εκ των οποίων τα €1.000,79 αφορούν σε έξοδα επιδιόρθωσης του οχήματος βάσει τιμολογίου, τα €364,14 σε εξαρτήματα του οχήματος βάσει τιμολογίου, και τα €100,00 σε έξοδα ετοιμασίας εκτίμησης από τον εκτιμητή κύριο XXXX. Σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, ο ασφαλισμένος είχε παραδεχθεί αμέσως την αποκλειστική ευθύνη του και έδωσε αντίγραφο του διαβατηρίου του στην Ενάγουσα, γι' αυτό και στη σκηνή δεν είχε κληθεί είτε Αστυνομία είτε εκπρόσωπος της Εναγόμενης. Όταν, όμως, η Ενάγουσα αξίωσε, δια των δικηγόρων της, με επιστολή ημερομηνίας 22.03.2018, την πληρωμή της ζημιάς, ο ασφαλισμένος αρνήθηκε ότι υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά και ότι πρέπει να πληρώσει. Η Εναγόμενη, από την άλλη, δια της υπεράσπισής της, αγνοεί και γι' αυτό αρνείται ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος «XXXXX99». Αρνείται επίσης ότι προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στο όχημα αυτό και ότι θα πρέπει να καλύψει οποιαδήποτε ζημιά, καθότι, όπως λέει, δεν δόθηκε ειδοποίηση για την εκτίμηση κάποιας ζημιάς ούτε ειδοποίηση για την έγερση της αγωγής σύμφωνα με τον νόμο. Περαιτέρω, η Εναγόμενη αρνείται τις λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης νόμιμων καθηκόντων του ασφαλισμένου της, που εκθέτει η Ενάγουσα. Το τροχαίο ατύχημα, το οποίο, κατά τη θέση της Εναγόμενης έγινε την 15.02.2018 και όχι την 14.02.2018, στην οδό «Βασιλέως Παύλου», στη Λεμεσό, οφείλεται στην αποκλειστική ή και συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας, η οποία επιχείρησε τη δεξιά στροφή ξαφνικά και απότομα, χωρίς να εκδηλώσει προηγουμένως την πρόθεσή της, ενώ ο ασφαλισμένος επιχειρούσε ήδη να την προσπεράσει επειδή κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Η Ενάγουσα δεν τον πρόσεξε γιατί δεν ήλεγξε προηγουμένως το καθρεφτάκι του οχήματος που οδηγούσε και γιατί οδηγούσε αμελώς και απρόσεκτα, με αποτέλεσμα τα δύο αυτοκίνητα να έρθουν σε ελαφριά επαφή. Η Εναγόμενη αρνείται, επίσης, ότι από την επαφή των δύο οχημάτων προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά, εξ ου και οι δύο οδηγοί συμφώνησαν ότι δεν είχαν απαίτηση ο ένας έναντι του άλλου και δεν κάλεσαν τις ασφαλιστικές τους εταιρείες. Συναφώς, η Εναγόμενη αρνείται και τον ισχυρισμό ότι ο ασφαλισμένος της αποδέχθηκε οποτεδήποτε κάποιαν ευθύνη. Απλά πληροφορήθηκε, μετά από πάροδο πολλών ημερών, και παρά το γεγονός ότι οι εμπλεκόμενοι οδηγοί δεν είχαν δώσει συνέχεια στο περιστατικό, πως η Ενάγουσα τελικά είχε παρουσιαστεί στην Αστυνομία και είχε αναφέρει το τροχαίο ατύχημα. Με απαντητικό δικόγραφό της, η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και επαναλαμβάνει την εκδοχή που ήδη εξέθεσε στην Έκθεση Απαίτησής της, ως προς τον χρόνο και τον τρόπο που αυτό συνέβη, την ευθύνη και τη ζημιά, επιμένοντας πως η Εναγόμενη υποχρεούται σε κάλυψη. Επίδικα, εκ των δικογράφων, είναι ο χρόνος, ο τόπος και οι περιστάσεις του ατυχήματος, κατ' επέκταση η ευθύνη. Περαιτέρω, επίδικο γεγονός είναι εάν το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα υπέστη καθόλου ζημιά και το ύψος της, και εάν τέτοια ζημιά, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπήρξε, είναι αιτιωδώς συνδεδεμένη με οδική συμπεριφορά του ασφαλισμένου οδηγού. Τέλος, κατά πόσον η Ενάγουσα νομιμοποιείται να αξιώνει αποζημιώσεις από την Εναγόμενη· ειδικότερα, κατά πόσον είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος που ενεπλάκη στο ατύχημα και απέστειλε ειδοποίηση προς την Εναγόμενη σύμφωνα με τον νόμο. Μαρτυρία Η υπόθεση, ως ταχείας εκδίκασης, εκδικάστηκε με βάση τη Δ.30,κκ.5,7 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), δηλαδή δια γραπτής μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου, για την υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, η γραπτή μαρτυρία της Ενάγουσας (ΜΕ1) (Τεκμήριο Α), της κυρίας XXXX (ΜΕ2) (Τεκμήριο Β), του κύριου XXXX (ΜΕ3) (Τεκμήριο Γ), και της κυρίας XXXX (ΜΕ4) (Τεκμήριο Δ). Η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ3 συνοδεύεται από έγγραφα στα οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Από την πλευρά της, η Εναγόμενη, προσκόμισε γραπτή μαρτυρία του αντιπροσώπου της, κύριου XXXX (ΜΥ1) (Τεκμήριο Ε), που συνοδεύεται από περαιτέρω έγγραφα, στα οποία επίσης θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Ουδείς αντεξετάστηκε και ό,τι περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν και στα έγγραφα που είναι συνημμένα σε αυτές αποτελούν και το σύνολο της μαρτυρίας που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν και έχω υπόψη μου ό,τι έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο. Στη μαρτυρία της, η ΜΕ1, αναφέρει ότι είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος XXXX 779 και όχι «XXXXX99», που αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησής της. Προσκομίζει γι' αυτό πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος XXXXX79, το οποίο σημειώνεται ως Τεκμήριο 1 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Στο Τεκμήριο 1, όμως, αναγράφεται ως ιδιοκτήτρια του οχήματος, με απόλυτη κυριότητα, κάποια «ΚXXXX ΝΟΥΣΗ» με αριθμό ταυτότητας «XXXX». Το όχημα XXXXX79 αναφέρεται ως «κτυπημένο» κατά την εισαγωγή του. Δεν υφίσταται οπουδήποτε στον φάκελο του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να αναγράφει και τον αριθμό ταυτότητας της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα αναφέρει ότι την 14.02.2018, ενώ οδηγούσε το όχημα XXXXX79 και έδειξε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά κάνοντας χρήση του φωτεινού σηματοδότη του οχήματος, ο ασφαλισμένος οδηγός την προσπέρασε από δεξιά την ώρα που εκείνη ετοιμάζονταν να στρίψει, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Την οδική συμπεριφορά των εμπλεκομένων, όπως ισχυρίζεται, είδαν αυτόπτες μάρτυρες, η κυρία XXXX και η κυρία XXXX. Αναφέρει τις λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβασης νόμιμων καθηκόντων του ασφαλισμένου οδηγού, που απορρέουν, κατά τη θέση της, εκ του γεγονότος ότι εκείνος επιχείρησε να την προσπεράσει, ενώ εμφανώς επιχειρούσε στροφή δεξιά. Είναι οι ίδιες λεπτομέρειες που αναφέρονται και στην Έκθεση Απαίτησής της. Για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι το όχημα XXXXX79 υπέστη ζημιές από το τροχαίο ατύχημα, προσκομίζει αντίγραφα μαυρόασπρων φωτογραφιών που εκτυπώθηκαν σε 1 σελίδα, που ισχυρίζεται ότι λήφθηκαν από τον τόπο του ατυχήματος κατά την ημέρα που έγινε αυτό. Η σελίδα με τα αντίγραφα των φωτογραφιών αυτών σημειώνεται ως Τεκμήριο 2 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Στο Τεκμήριο 2, όμως, απεικονίζεται το όχημα XXXXX79 σταθμευμένο σε κάποιον χώρο, και οι φωτογραφίες φέρουν ημερομηνία 18.05.2018, που δεν συνάδει με την ημερομηνία που ατυχήματος, όπως είναι ο ισχυρισμός της ΜΕ
- Η Ενάγουσα, για να αποδείξει περαιτέρω τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη το όχημα XXXXX79 συνεπεία του ατυχήματος, προσκομίζει αντίγραφο έκθεσης εκτίμησης που συνέταξε ο κύριος XXXX την 11.06.2018 για κάποια ΚXXXX ΝΟΥΣΗ, και η οποία σημειώνεται ως Τεκμήριο 3 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Στο Τεκμήριο 3, όμως, ο κύριος XXXX αναφέρει πως έλαβε οδηγίες για την εκτίμηση την 18.05.2018, ημερομηνία κατά την οποίαν επιθεώρησε το όχημα, και διαπίστωσε τις ζημιές που καταγράφει στην έκθεσή του που είναι όλες στο δεξί μπροστινό μέρος του οχήματος, εκτιμώντας τες συνολικά σε €1.000,79, ποσό που περιλαμβάνει το ποσό των €306,00 για εξαρτήματα, €535,00 για εργατικά, και €159,79 Φ.Π.Α.. Για την εκτίμησή του, ο κύριος XXXX, χρέωσε €100,00 και εξέδωσε για τη χρέωση αυτή απόδειξη που προσκομίζει η Ενάγουσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 4 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Το συνεργείο όπου επισκευάστηκε το όχημα XXXXX79 εξέδωσε, στο όνομα κάποιας ΚXXXX ΝΟΥΣΗ, απόδειξη ημερομηνίας 27.06.2018 για το ποσό των €1.000,79, που προσκομίζει η Ενάγουσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 5 για τους σκοπούς της διαδικασίας, καθώς και το τιμολόγιο με αριθμό εγγραφής 0942 ημερομηνίας 20.06.2018 για το συνολικό ποσό των €1.000,79, που περιλαμβάνει το τιμολόγιο με αριθμό 55464 για το ποσό των €306,00 για τα εξαρτήματα, που προσκομίζει η Ενάγουσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 6 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Το τιμολόγιο με αριθμό 55464 ημερομηνίας 08.06.2018 για το ποσό των €306,00 (πλέον Φ.Π.Α.) για τα εξαρτήματα, που εκδόθηκε στο όνομα του συνεργείου αυτοκινήτων, και επίσης προσκομίζει η Ενάγουσα, σημειώνεται ως Τεκμήριο 7 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Παρόλα αυτά, η Ενάγουσα διεκδικεί το ποσό των εξαρτημάτων πρόσθετα από το ποσό των €1.000,
- Η ΜΕ1 ισχυρίζεται ότι, μετά από συνάντηση με τους δικηγόρους της, οι τελευταίοι, την 22.03.2018, απέστειλαν σχετική επιστολή, αξιώνοντας την καταβολή αποζημιώσεων και η Εναγόμενη, την 26.03.2018, αρνήθηκε να πληρώσει και ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ζημιά. Προσκομίζει επιστολή ημερομηνίας 22.03.2018 που εστάλη στην Εναγόμενη από τους δικηγόρους της, η οποία σημειώνεται ως Τεκμήριο 8, για τους σκοπούς της διαδικασίας, και απαντητική επιστολή της Εναγόμενης ημερομηνίας 26.03.2018, η οποία σημειώνεται ως Τεκμήριο
- Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 8, οι δικηγόροι της Ενάγουσας ενημέρωσαν ότι η Ενάγουσα επιθυμεί να αποζημιωθεί για το ατύχημα, και γι' αυτό να προβεί σε μια προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης. Δεν αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό, ούτε πως η αξίωση συνοδεύονταν από συγκεκριμένα στοιχεία και γίνεται επίσης αναφορά στο όχημα XXXXX
- Περιέχεται η πληροφορία ότι υπήρξε ήδη επιθεώρηση του οχήματος στο γκαράζ που βρίσκεται, και ότι ο ασφαλισμένος οδηγός έδωσε στην Ενάγουσα «αντίγραφο της ταυτότητάς του» προς αποδοχή ευθύνης και υπόσχεσης κάλυψης της ζημιάς. Στο Τεκμήριο 9 βεβαιώνεται από την ασφαλιστική εταιρεία η λήψη της επιστολής της Ενάγουσας και εκτίθεται η γνώμη πως, εάν υπήρχαν ζημιές στα οχήματα, ευθύνη θα είχαν και οι δύο οδηγοί, ωστόσο επειδή δεν υπήρχε ζημιά στα οχήματα, ο ασφαλισμένος οδηγός είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα να μην κληθούν οι ασφαλιστικές εταιρείες. Η ΜΕ2, με τη δική της ένορκη δήλωση, ισχυρίζεται πως ήταν αυτόπτης μάρτυρας όταν έγινε το ατύχημα την 14.02.
- Ενώ βρισκόταν στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, στη Λεμεσό, κοντά στα δύο οχήματα και σε σημείο από όπου μπορούσε να δει καθαρά, ισχυρίζεται πως είδε την Ενάγουσα να δείχνει με τον φωτεινό σηματοδότη του οχήματος με αριθμό εγγραφής «XXXXX99» (όχι XXXXX79) ότι προτίθετο να στρίψει δεξιά και τον ασφαλισμένο οδηγό να προσπερνά από δεξιά την ώρα που η Ενάγουσα ετοιμάζονταν να στρίψει, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα της Ενάγουσας και να της προκαλέσει «εκτεταμένες ζημιές». Θεωρεί πως αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα είναι ο ασφαλισμένος οδηγός, ο οποίος είχε κατεβεί από το όχημά του και έδωσε στην Ενάγουσα τα στοιχεία του για να τον ειδοποιήσει για τις ζημιές, αποδεχόμενος ευθύνη. Η σύγκρουση ήταν στο μπροστινό μέρος του οχήματος, δεξιά του τροχού, και οι ζημιές που προκλήθηκαν από αυτήν ήταν ορατές. Μετά το ατύχημα, ισχυρίζεται πως έδωσε και η ίδια κατάθεση και στην Αστυνομία. Ο ΜΕ3 αναφέρει, στη δική του ένορκη δήλωση, πως είναι εκτιμητής με γνώση και εμπειρία στην εκτίμηση ζημιών σε οχήματα. Επιθεώρησε το όχημα XXXXX79 την 18.05.2018 για να εκτιμήσει ζημιά που υπέστη την 14.02.
- Το ότι υπέστη ζημιά την 14.02.2018, όμως, δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι είναι κάτι που γνωρίζει ή που εκτιμά, εφόσον ο ίδιος επισκέφθηκε το συνεργείο αυτοκινήτων για να εκτιμήσει το όχημα την 18.05.
- Ισχυρίζεται πως το όχημα βρισκόταν σε καλή κατάσταση πριν το ατύχημα, παρόλο που δεν αναφέρει ότι το είχε επιθεωρήσει και πριν το ατύχημα, αλλά ότι υπέστη τις ακόλουθες ζημιές, για τις οποίες χρειάστηκαν 6 ημέρες για να επιδιορθωθούν, χρονικό διάστημα που προφανώς απέχει κατά πολύ από την 14.02.2018: - στο δεξί μπροστινό φτερό - στη βάση του δεξιού προφυλακτήρα - στη δεξιά μπροστινή φούκτα - στο μπροστινό δεξιό αξωνάκι - στην μπροστινή δεξιά κόντρα σούστα και - στη δεξιά βέργα του τιμονιού Από τις ζημιές που υπέστη το όχημα, συμπεραίνει πως αυτό κτυπήθηκε από άλλο όχημα στη δεξιά πλευρά του. Προσκομίζει και ο ίδιος τα ίδια έγγραφα που προσκόμισε και η Ενάγουσα. Η ΜΕ4 ισχυρίζεται πως είναι επίσης αυτόπτης μάρτυρας στο ατύχημα που έγινε την 14.02.
- Η μαρτυρία της είναι πανομοιότυπη με τη μαρτυρία της ΜΕ2, ως προς το περιεχόμενο, αλλά και το λεκτικό. Και η ίδια ισχυρίζεται, όπως ακριβώς και η ΜΕ2, πως όταν συνέβη το ατύχημα ήταν κοντά στα δύο οχήματα και είδε καθαρά τι είχε συμβεί και αυτό ήταν το όχημα με αριθμό εγγραφής «XXXXX99» (όχι XXXXX79), που οδηγείτο από την Ενάγουσα, να δείχνει ότι θα στρίψει δεξιά με τον φωτεινό σηματοδότη και τον ασφαλισμένο οδηγό να προσπερνά από δεξιά, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση στο μπροστινό μέρος του οχήματος της Ενάγουσας, δεξιά του τροχού, και να προκληθούν οι ορατές ζημιές στο όχημα της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται πως οι ζημιές και τα έξοδα που υπέστη η Ενάγουσα οφείλονται αποκλειστικά στον ασφαλισμένο οδηγό και πως μετά το ατύχημα έδωσε και η ίδια κατάθεση στην Αστυνομία, η οποία δεν είχε κληθεί την ώρα του ατυχήματος, γιατί ο ασφαλισμένος οδηγίες είχε αποδεχθεί την ευθύνη και είχε δώσει τα στοιχεία του στην Ενάγουσα για να διευθετηθεί το θέμα των ζημιών της. Ο ΜΥ1, αντιπρόσωπος της Εναγόμενης και εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στη μαρτυρία του, ως εκ της θέσης του, κατέχει τον φάκελο του ατυχήματος, το οποίο, όπως λέει, έγινε την 15.02.2018 και όχι την 14.02.2018, στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, στη Λεμεσό (όχι σε κάποια οδό Βασιλέως Παύλου, όπως αναγράφεται στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης). Τούτο με βάση δήλωση του ασφαλισμένου της ημερομηνίας 23.02.2018 προς την ίδια. Ο ασφαλισμένος της, XXXX, προσπάθησε να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα και κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα, ο ίδιος έχοντας προβεί σε όλες τις απαραίτητες προειδοποιήσεις, όταν ξαφνικά και απροειδοποίητα η Ενάγουσα επιχείρησε να στρίψει δεξιά σε χώρο στάθμευσης, και ήρθαν σε επαφή ο δεξιός μπροστινός τροχός του οχήματος που οδηγούσε η Ενάγουσα με τον αριστερό μπροστινό τροχό του δικού του οχήματος. Και οι δύο οδηγοί είδαν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ζημιά και είπαν ότι δεν θα ειδοποιήσουν τις ασφαλιστικές τους εταιρείες. Στις 23.02.2018, ειδοποίησε η Αστυνομία τον ασφαλισμένο να δώσει κατάθεση, γιατί η Ενάγουσα απαιτούσε αποζημιώσεις για το ατύχημα, οπότε και προέβη στη δήλωση προς την Εναγόμενη. Ο ΜΥ1 ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα δεν ειδοποίησε την Εναγόμενη όπως προβλέπεται από τον νόμο για την έγερση της αγωγής, ούτε ειδοποιήθηκε για εκτίμηση της ζημιάς του οχήματος και γι' αυτό η Εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να αποζημιώσει την Ενάγουσα. Δεν υπάρχει σύνδεση της ζημιάς που ισχυρίζεται με το ατύχημα και ο ασφαλισμένος ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε ζημιά. Λόγω του ότι ο ασφαλισμένος οδηγός είναι αλλοδαπός, δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί και να ορκιστεί τα γεγονότα. Ο ΜΥ1 προσκομίζει τη δήλωση του ασφαλισμένου της προς την ίδια, που σημειώνεται για τους σκοπούς της διαδικασίας ως Τεκμήριο
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που δημιουργεί η δικογραφία· δεν βαίνει εκτός αυτής[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο προκύπτουν αναγκαστικά και κρίσεις αναφορικά και με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας προσαρμόζεται κατά τρόπο ανάλογο. Πρόκειται για κρίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία ζωντανής ατμόσφαιρας και την αναγκαστική απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Καταρχάς, όπως προκύπτει από την έγγραφη μαρτυρία, ο αριθμός του οχήματος στο οποίο αναφέρεται η Ενάγουσα ως το όχημα που ενεπλάκη στο τροχαίο ατύχημα είναι το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX79 και όχι το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX
- Δέχομαι ότι οι αναφορές, στα δικόγραφα και στις μαρτυρίες των ΜΕ2 και ΜΕ4, σε αριθμό εγγραφής XXXXX99 οφείλεται σε συντακτικό λάθος που δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσει πρόβλημα στην υπόθεση της Ενάγουσας. Όπως και η αναγραφή της διεύθυνσης «Βασιλέως Παύλου» αντί «Βασιλέως Κωνσταντίνου» στο δικόγραφο της Εναγόμενης. Η προσωπική μαρτυρία της ΜΕ1 είναι ότι η ίδια ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η ιδιοκτήτρια του οχήματος XXXXX
- Στο Τεκμήριο 1, που η ίδια προσκόμισε, αναφέρεται πως ιδιοκτήτρια του οχήματος XXXXX79 είναι η κυρία ΚXXXX ΝΟΥΣΗ (Α.Τ. XXXX). Το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος αυτού εκδόθηκε το έτος
- Δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει το όνομα ΚXXXX ΝΟΥΣΗ (Α.Τ. XXXX) με την Ενάγουσα ή που να υποδηλώνει ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που φέρει και τα δύο ονόματα ή ότι το όνομα ΔXXXX μπορεί να συνιστά παραλλαγή ή άλλο τρόπο απόδοσης του ονόματος ΚXXXX· ούτε μαρτυρία που να εξηγεί τυχόν μεταβίβαση του οχήματος XXXXX79 από την ΚXXXX ΝΟΥΣΗ, εάν εκείνη είναι διαφορετικό πρόσωπο, μετά την έκδοση του Τεκμηρίου
- Στο όνομα ΚXXXX ΝΟΥΣΗ αναφέρονται και τα υπόλοιπα έγγραφα που προσκόμισε η Ενάγουσα, τα τιμολόγια και οι αποδείξεις. Το Δικαστήριο, αναπόδραστα, συμπεραίνει, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία της Ενάγουσας, ότι η ιδιοκτήτρια του οχήματος XXXXX79 είναι η κυρία ΚXXXX ΝΟΥΣΗ (Α.Τ. XXXXX17). Όσον αφορά τον χρόνο που έγινε το τροχαίο συμβάν, η διαφορετικότητα της θέσης της Εναγόμενης, ότι αυτό έγινε την 15.02.2018 και όχι την 14.02.2018, βασίζεται αποκλειστικά στη δήλωση του ασφαλισμένου της οδηγού, ότι το ατύχημα έγινε την 15.02.
- Από την άλλη, είναι η μαρτυρία της Ενάγουσας, που ήταν άμεσα εμπλεκόμενη στο ατύχημα, ότι αυτό έλαβε χώρα την 14.02.2018, γεγονός που επιβεβαιώνεται δια της μαρτυρίας των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν ως αυτόπτες, ασχέτως της βαρύτητας που μπορεί να δώσει το Δικαστήριο στις μαρτυρίες τους όσον αφορά οποιαδήποτε άλλα ζητήματα. Δέχομαι το μέρος της μαρτυρίας των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ4 σε σχέση με τον χρόνο του ατυχήματος, ειδικότερα ότι το ατύχημα έγινε την 14.02.
- Έναντι στη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ4 ότι η Ενάγουσα εκδήλωσε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά με χρήση του φωτεινού σηματοδότη και παρά ταύτα ο ασφαλισμένος οδηγός συνέχισε την προσπάθειά του να την προσπεράσει, είναι η εξ ακοής μαρτυρία του ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα επιχείρησε απροειδοποίητα τη δεξιά στροφή. Χωρίς η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ4 να έχει τη λεπτομέρεια που θα αναμένονταν να υπάρχει, ως προς τον τόπο και τις συνθήκες του ατυχήματος, το πού ακριβώς βρίσκονταν ο καθένας που να του επιτρέπει εστίαση στην οδική συμπεριφορά της Ενάγουσας πριν από το ατύχημα, και δη στον πίσω δεξί φωτεινό σηματοδότη του οχήματος, δεν προκύπτει, από κοινά παραδεκτά δεδομένα, ότι ήταν απότομη ή ξαφνική η στροφή που διενήργησε δεξιά η Ενάγουσα. Και ο ασφαλισμένος οδηγός, δια του ΜΥ1, λέγει ότι η Ενάγουσα κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα, που τον ώθησε να επιχειρήσει να την προσπεράσει. Η θέση αυτή δεν συνάδει με την θέση του ιδίου ότι ήταν απότομο και ξαφνικό το εγχείρημά της να στρίψει δεξιά. Η πολύ χαμηλή ταχύτητα θα μπορούσε να είναι δηλωτική της πρόθεσης της Ενάγουσας να διενεργήσει δεξιά στροφή ή να πράξει οτιδήποτε άλλο στον δρόμο, εάν σε αυτόν θα αναμένονταν η χρήση κάποιας μεγαλύτερης ταχύτητας. Από τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ4 δέχομαι μόνον εκείνο το μέρος που υποστηρίζει την εκδοχή ότι η Ενάγουσα έδειξε σήμα και εκδήλωσε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά. Η αποδοχή της εκδοχής αυτής, απλά για σκοπούς διαπίστωσης των αμφισβητούμενων γεγονότων, στο μέτρο του εφικτού με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ουδόλως σημαίνει από μόνη της απόδειξη αμέλειας ή και ευθύνης. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε την υποχρέωση να κρίνει αυθύπαρκτα τη δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας, και κατά πόσον αυτή έχει, με τη προσκομισθείσα και ενδεχομένως κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία, υπερβεί το ύψος του πήχη του συγκεκριμένου βαθμού απόδειξης που απαιτείται να υπερπηδηθεί σε κάθε περίπτωση[5]. Η μαρτυρία ότι το όχημα XXXXX79 υπέστη τις ζημιές που περιγράφουν οι ΜΕ1 και ΜΕ3 στη δεξιά πλευρά του δεν αμφισβητήθηκε, και δέχομαι ότι το όχημα XXXXX79, κατά τον χρόνο όμως που δηλώνει ο ΜΕ3, δηλαδή την 18.05.2018, που είναι και η ημερομηνία που αναγράφεται στο Τεκμήριο 2 και στο Τεκμήριο 3 που προσκομίζει η ΜΕ1, είχε τις ζημιές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3, οι οποίες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €1.000,79, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 5 και το Τεκμήριο
- Για την εξασφάλιση της εκτίμησης ζημιών, δέχομαι πως καταβλήθηκε ποσό €100,00, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 4, εφόσον άλλωστε αυτό δεν έτυχε αντίκρουσης. Το συνολικό ποσό που δαπανήθηκε για την επισκευή του οχήματος XXXXX79 από τις ζημιές που διαπιστώθηκαν την 18.05.2018, περιλαμβανομένου του κόστους της έκθεσης εκτίμησης που ετοίμασε ο ΜΕ3 ανέρχεται στο ποσό των €1.100,79, όχι το ποσό των €1.465,00 που αξιώνει η Ενάγουσα. Δεν έχει αντικρουστεί η μαρτυρία της Ενάγουσας ότι την 22.03.2018 απέστειλε, δια των δικηγόρων της, στην Εναγόμενη, την επιστολή του Τεκμηρίου 8, στην οποίαν η Εναγόμενη απάντησε δια της επιστολής του Τεκμηρίου
- Συνεπώς, δέχομαι ότι υπήρξε αυτή η αλληλογραφία μεταξύ των μερών, χωρίς τούτο να σημαίνει οτιδήποτε πέραν του ότι η Ενάγουσα απέδειξε το γεγονός. Δηλαδή, εάν η εν λόγω αλληλογραφία πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου, είναι άλλο θέμα, που θα εξεταστεί σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις του νόμου, αμέσως μετά. Σχετικά με αυτό το θέμα, ήταν θετικός ο ισχυρισμός της Εναγόμενης, περιεχόμενος στο δικόγραφό της και υποστηριζόμενος από τη μαρτυρία του ΜΥ1, ότι η Ενάγουσα δεν είχε στείλει στην Εναγόμενη επιστολή σχετικά με την έγερση αγωγής και για την εκτίμηση του οχήματος, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 15 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000 («ο Νόμος 96(Ι)/2000»). Σε αυτό το ζήτημα περιορίζει και τη γραπτή αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης, χωρίς βεβαίως να εξηγεί γιατί δεν θεωρεί την επιστολή ημερομηνίας 22.03.2018 επαρκή για τους σκοπούς του νόμου. Ως γεγονός, η επιστολή που εστάλη την 22.03.2018 από τους δικηγόρους της Ενάγουσας στην Εναγόμενη (Τεκμήριο 8), στο κείμενό της, δεν αναφέρει οτιδήποτε για την έγερση αγωγής, ούτε ότι συνιστά επιστολή που δίδεται με βάση το άρθρο 15 του Νόμου 96(Ι)/2000, αλλά αποστέλλεται με σκοπό τον εξώδικο συμβιβασμό και επιφυλάσσει τα δικαιώματα της Ενάγουσας να αξιώσει αποζημιώσεις. Εάν μια τέτοια επιστολή συνιστά επαρκή ειδοποίηση ή όχι είναι ό,τι θα εξεταστεί στη συνέχεια. Ευρήματα - Το πραγματικό πλαίσιο Συνοψίζοντας, όμως, τα μέχρι στιγμής ευρήματα, όσον αφορά τα γεγονότα, την 14.02.2018, στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, στη Λεμεσό, το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX79, ιδιοκτησίας της ΚXXXX ΝΟΥΣΗ (Α.Τ. XXXX), που οδηγούσε η Ενάγουσα, συγκρούστηκε με το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXX, που οδηγούσε πρόσωπο που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ασφαλισμένο στην Εναγόμενη, που είναι ασφαλιστική εταιρεία. Το ατύχημα συνέβη όταν η Ενάγουσα επιχείρησε να στρίψει δεξιά, κάνοντας σήμα και εκδηλώνοντας προηγουμένως την πρόθεσή της αυτή και οδηγώντας με πολύ χαμηλή ταχύτητα, και όταν ο ασφαλισμένος οδηγός επιχείρησε να την προσπεράσει από δεξιά την ώρα που επιχειρούσε τη δεξιά στροφή, μη αντιλαμβανόμενος ότι η Ενάγουσα θα έστριβε δεξιά. Το αυτοκίνητο ΧΧΧΧ είχε χτυπήσει στον δεξί μπροστινό τροχό του οχήματος ΧΧΧΧX
- Το όχημα ΧΧΧΧX79, την 18.05.2018, έφερε ζημιές στο δεξί μπροστινό φτερό, στη βάση του δεξιού προφυλακτήρα, στην δεξιά μπροστινή φούκτα, στο δεξί μπροστινό αξωνάκι, στην μπροστινή δεξιά κόντρα σούστα, στη δεξιά βέργα τιμονιού, που ως εκτιμήθηκαν από τον εκτιμητή κύριο ΧΧΧΧ, έναντι αμοιβής €100,00, ανήλθαν στο ποσό των €1.000,79, που καταβλήθηκε την 27.06.2018 από την ΚΧΧΧΧ ΝΟΥΣΗ στον ΧΧΧΧ, ο οποίος επισκεύασε το όχημα ΧΧΧΧX79, εκδίδοντας σχετικό τιμολόγιο και απόδειξη πληρωμής στο όνομά της. Την 22.03.2018, η Ενάγουσα, δια των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή στην Εναγόμενη, με επιφύλαξη δικαιωμάτων για αξίωση αποζημιώσεων, με την οποία καλούσε την Εναγόμενη σε μια προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης, χωρίς να αξιώνει συγκεκριμένο ποσό ή να προσκομίζει στοιχεία. Ζητήματα νομιμοποίησης της Ενάγουσας να ενάγει την Εναγόμενη Πρώτιστα, θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα της νομιμοποίησης της Ενάγουσας να εγείρει αγωγή εναντίον της Εναγόμενης. Αφενός, στη βάση του ευρήματος ότι ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧX79 είναι κάποια ΚΧΧΧΧ ΝΟΥΣΗ (Α.Τ. ΧΧΧΧ) και την απουσία μαρτυρίας ότι η ΚΧΧΧΧ ΝΟΥΣΗ είναι το ίδιο πρόσωπο με την Ενάγουσα, η οποία ονομάζεται ΔΧΧΧΧ ΝΟΥΣΗ και ο αριθμός ταυτότητάς της δεν αναφέρεται οπουδήποτε στον φάκελο της υπόθεσης, αφετέρου λόγω της αμφισβήτησης ως προς το ότι η επιστολή ημερομηνίας 22.03.2018 που έστειλε η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη συνιστά επιστολή με την έννοια του άρθρου 15 του Νόμου 96(Ι)/
- Αρχίζοντας από τη δεύτερη πτυχή, όπως λέχθηκε και στην Γεωργίου ν. Φιλιστιάδη κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ 526, ο Νόμος 96(Ι)/2000 θέτει τα πλαίσια μιας τριμερούς αλληλεπίδρασης συμφερόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ήτοι του αδικοπραγήσαντος, του ζημιωθέντος και του ασφαλιστή[6]. Η υποχρέωση του ασφαλιστή να αποζημιώσει το θύμα οδικού ατυχήματος δεν είναι ζήτημα που αφορά μόνον τη συμβατική του σχέση με τον ασφαλισμένο. Ρυθμίζεται στο άρθρο 15 § 1 του Νόμου 96(Ι)/2000, υπό τις προϋποθέσεις του οποίου ενεργοποιείται αυτή η υποχρέωση του ασφαλιστή. Οι προϋποθέσεις αυτές σκοπό έχουν να λαμβάνει πληροφόρηση ο ασφαλιστής για απαιτήσεις εναντίον ασφαλισμένων οχημάτων και να προστατεύεται από τυχόν συμπαιγνία και απάτη. Σύμφωνα με το άρθρο 15 § 1 του Νόμου 96(Ι)/2000, κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση (που εκδόθηκε εναντίον του ασφαλισμένου), εκτός εάν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας. Σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση (εναντίον του ασφαλισμένου) που αφορά ζημιά σε περιουσία, θα πρέπει, πρόσθετα, μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε τέτοια απόφαση να είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή για την πρόθεση του να υποβάλει απαίτηση, και να είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή ώστε να παρέχεται σε αυτόν εύλογος χρόνος για να επιθεωρήσει τη σχετική ζημιά πριν από την επιδιόρθωση της ή την αντικατάσταση οποιωνδήποτε εξαρτημάτων και ανταλλακτικών που υπέστησαν ζημιά. Η μη ειδοποίηση προς τον ασφαλιστή για την έγερση διαδικασιών δεν συνιστά ακριβώς υπεράσπιση, αλλά η ειδοποίηση συνιστά αναγκαία προϋπόθεση ή αναγκαίο όρο (condition precedent[7]) ούτως ώστε να καταστεί ο ασφαλιστής υπόχρεος προς πληρωμή[8]. Εξ ου και προέχει η εξέταση του θέματος. Ως αναγκαίος όρος, θα πρέπει και να δικογραφείται και ειδικά με βάση τη Δ.19,κ.12 ΚΠΔ, αλλά και να αποδεικνύεται με μαρτυρία[9]. Μια επιστολή με βάση το άρθρο 15 § 1 του Νόμου 96(Ι)/2000 πριν από την έγερση αγωγής αναμένεται[10] πως δεν θα τελεί υπό όρους ή προϋποθέσεις που αφορούν στον αποστολέα, τέτοια που να δημιουργούν την εντύπωση στον ασφαλιστή ότι δεν θα εγερθεί αγωγή ή δεν εγερθεί χωρίς να μεσολαβήσουν πρώτα ενέργειες του απαιτητή, όπως λόγου χάριν το να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την εξώδικη απαίτησή του[11]. Ακόμα και εάν η ανάγκη να εκφράζεται ξεκάθαρα η πρόθεση απαίτησης μπορεί να μην φτάνει στο πολύ αυστηρό σημείο που υπέδειξε ο δικαστής Birkett JJ στην Weldrick v. Essex & Suffolk Equitable Insurance Society Ltd [1950] 83 Ll.R. 91, φτάνει τουλάχιστον ως το σημείο που υποδείχθηκε στην Ceylon Motor Insurance Association Ltd v. Thambugala [1953] AC 584. Εκεί οι δικηγόροι του απαιτητή που είχαν επικοινωνήσει με την ασφαλιστική εταιρεία είχαν ενημερώσει ξεκάθαρα ότι έχουν οδηγίες να εγείρουν αγωγή για αποζημιώσεις, εκτός εάν επέλθει συμβιβασμός μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία. Αντίθετα, στην Harrington v. Pinkey [1989] 2 Ll.R. 310, όπου η επικοινωνία των δικηγόρων με τους ασφαλιστές ήταν πρόδηλη της μη ύπαρξης οδηγιών για έγερση αγωγής, αλλά για άλλον χειρισμό, σε περίπτωση αποτυχίας του οποίου οι δικηγόροι θα συμβούλευαν τους πελάτες τους να εγείρουν αγωγή, η αλληλογραφία με την ασφαλιστική δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις μιας κατά νόμον ειδοποίησης. Ο σκοπός μιας τέτοιας ειδοποίησης προς την ασφαλιστική εταιρεία είναι να διασφαλιστεί η συμμετοχή της στις διαδικασίες στις οποίες έχει προκύψει ή θα προκύψει η δικαστική απόφαση που έχει κληθεί ή θα κληθεί να εξοφλήσει, να μην λαμβάνεται εξ απήνης, αλλά και να μπορέσει να ασκήσει τυχόν δικαιώματά του έναντι στον ασφαλισμένο της. Αν και τα άρθρα 14 και 15 του Νόμου 96(Ι)/2000 προδήλως αφορούν τις περιπτώσεις όπου εναγόμενος είναι ο ίδιος ο ασφαλισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 16Α
(5), οι διατάξεις των άρθρων αυτών εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που ενάγεται απευθείας η ασφαλιστική εταιρεία. Αυτή η διασύνδεση έχει την έννοια πως ο ασφαλιστής πρέπει να ειδοποιείται γραπτώς είτε πριν είτε το αργότερο εντός 14 ημερών για την έγερση της διαδικασίας, είτε ενάγεται ο ίδιος είτε ο ασφαλισμένος. Σε συνάρτηση με τον σκοπό της ειδοποίησης του ασφαλιστή, και εφόσον η τήρηση των αναλογιών επιβάλλεται από τον νόμο, θα μπορούσε να γίνει δεκτό πως και η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής εντός της ίδιας προθεσμίας των 14 ημερών από την καταχώριση της αγωγής, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια πλήρης και κανονικής «γραπτή ειδοποίηση» με την έννοια του άρθρου 15 § 1 του Νόμου 96(Ι)/
- Η τήρηση των αναλογιών, όμως, δεν μπορεί να επιτρέψει και την παράκαμψη της προθεσμίας των 14 ημερών που προβλέπει ο νόμος. Όταν και η επίδοση της αγωγής γίνεται μετά τις 14 ημέρες, παραμένουν και πάλι τα ζητήματα τήρησης των προνοιών του νόμου· ζητήματα για τα οποία ασφαλώς δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι θα μπει το ίδιο το Δικαστήριο στη διαδικασία αναζήτησης σχετικών αποδείξεων. Έχοντας κατά νου τα προαναφερόμενα, να λεχθεί πως το ότι η Ενάγουσα ενάγει απευθείας την ασφαλιστική εταιρεία στη βάση του άρθρου 16Α του Νόμου 96(Ι)/2000 δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση να αποστείλει επιστολή και βάσει του άρθρου 15 του Νόμου 96(Ι)/
- Η Ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι αναφέρει στο δικόγραφό της πως ενάγει την Εναγόμενη βάσει του άρθρου 16Α του Νόμου 96(Ι)/2000 και ότι οι δικηγόροι της, την 22.03.2018, αξίωσαν αποζημιώσεις, δεν αναφέρει ότι δόθηκε ειδοποίηση με βάση το άρθρο 15 § 1 του Νόμου 96(Ι)/2000, ακόμα κι αν αυτό το ζήτημα, το πραγματικό, καθίσταται ευθέως επίδικο, με την παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης, την οποίαν η Ενάγουσα απαντά γενικά δια της παραγράφου 2 της Απάντησης στην Υπεράσπισή της. Έπειτα, όσον αφορά τη μαρτυρία, η Ενάγουσα δεν αναφέρει οτιδήποτε για ειδοποίηση βάσει του άρθρου 15 § 1 του Νόμου 96(Ι)/2000, ούτε η συνήγορος της Ενάγουσας αναφέρει οτιδήποτε στη γραπτή της αγόρευση, παρά το ότι αυτό εν τέλει καθίσταται και το μοναδικό ζήτημα στο οποίο εστιάζει η πλευρά της Εναγόμενης. Εν πάση περιπτώσει, έχω την γνώμη ότι η επιστολή που απέστειλαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας στην παρούσα περίπτωση, λέγοντας: «στο παρόν στάδιο, θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι έχουμε οδηγίες από την πελάτιδα μας να προβούμε σε μια προσπάθεια εξώδικης συζήτησης των αξιώσεων της και παρακαλώ όπως μας ενημερώσετε κατά πόσον επιθυμείτε να εξευρεθεί εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς», ακόμα κι αν συνοδεύεται από επιφύλαξη με διατύπωση «η παρούσα αποστέλλεται άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της πελάτιδας μας και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της για αξίωση αποζημιώσεων», δεν συνιστά ειδοποίηση που αποστέλλεται με βάση άρθρο 15 § 1 του Νόμου 96(Ι)/
- Πρόσθετα, με την επιστολή ημερομηνίας 22.03.2018, παρότι η ζημιά αφορά σε περιουσία και εστάλη εντός 6 μηνών από την 14.02.2018, δι' αυτής δεν κλήθηκε η ασφαλιστική εταιρεία να επιθεωρήσει το όχημα πριν από την επιδιόρθωσή του, ούτε τέθηκε κάποιος εύλογος χρόνος, εντός του οποίου θα μπορούσε η ασφαλιστική εταιρεία να ασκήσει συναφές δικαίωμα. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας εκθέτουν απλά πληροφορία τους πως το όχημα είχε ήδη επιθεωρηθεί, και ενώ η απάντηση της ασφαλιστικής εταιρείας που ελήφθη 26.03.2018 ήταν ότι δεν υπάρχει κάποια ζημιά, δεν προχώρησαν με οποιαδήποτε άλλη επιστολή προς την ασφαλιστική εταιρεία με βάση το άρθρο 15 § 1 του Νόμου 96(Ι)/
- Παρατηρώντας την έλλειψη δικογράφησης του αναγκαίου όρου της αποστολής ειδοποίησης με βάση το άρθρο 15 § 1 του Νόμου 96(Ι)/2000 και έχοντας κρίνει ότι η επιστολή ημερομηνίας 22.03.2018 που εστάλη πριν από την έγερση της αγωγής δεν συνιστά ειδοποίηση με βάση το άρθρο αυτό, μένει να εξεταστεί κατά πόσον πληρείται η πρόνοια του νόμου για ειδοποίηση της ασφαλιστικής εταιρείας μετά την έγερση της αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση, το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα εκδόθηκε την 17.10.
- Δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο πότε επιδόθηκε στην Εναγόμενη, εφόσον ένορκη δήλωση επίδοσής του δεν βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης την 05.11.2018, δηλαδή σε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις 14 ημέρες. Εξ αυτών, δεν μπορεί να συνάγει το Δικαστήριο ότι επιδόθηκε η αγωγή εντός 14 ημερών και ότι δόθηκε ειδοποίηση με βάση το άρθρο 15 § 1 και ως επιβάλλει και το άρθρο 16Α
(5)του Νόμου 96(Ι)/2000. Διαφορετική ερμηνεία, που θα ήθελε σε περιπτώσεις όπου ενάγεται απευθείας η ασφαλιστική εταιρεία, να μην έχει εφαρμογή είτε το άρθρο 15 § 1 είτε η προθεσμία των 14 ημερών που αυτό ορίζει, με τον συλλογισμό ότι η ασφαλιστική εταιρεία συμμετέχει ούτως ή άλλως στη διαδικασία της αγωγής και είχε τον χρόνο να ασκήσει τυχόν δικαιώματά της έναντι του ασφαλισμένου της, θα απέληγε σε ερμηνεία αντίθετη με τον νόμο, με δεδομένο το άρθρο 16Α
(5)του Νόμου 96(Ι)/2000, αλλά και το ότι στο σύνολό του το άρθρο 15 προβλέπει περί των προϋποθέσεων καταβολής αποζημίωσης, και η τήρηση των αναλογιών δεν μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένο μέρος του. Εξάλλου, με έναν τέτοιο συλλογισμό, θα μπορούσε να γίνει επίκληση της ικανοποίησης του σκοπού του νόμου και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση αυτός ικανοποιείται χωρίς όμως να ικανοποιούνται και οι ρητές προϋποθέσεις του, που ανάγονται σε νόμιμους όρους καταβολής αποζημίωσης. Θεωρώ πως η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει καταβολή αποζημίωσης από την Εναγόμενη, εφόσον η ίδια δεν απέδειξε ότι τήρησε τις προϋποθέσεις των άρθρων 15 § 1 και 16Α
(5)του Νόμου 96(Ι)/2000 με δέουσα ειδοποίηση πριν ή μετά την αγωγή. Σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, μη νομιμοποίησης, όμως, θα κατέληγα και με βάση το ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι είναι το πρόσωπο που δικαιούται να αξιώνει αποζημιώσεις για το όχημα ΧΧΧΧX79 ως ιδιοκτήτρια, εφόσον αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, με βάση τη μαρτυρία που η ίδια η Ενάγουσα προσκόμισε και έγινε αποδεκτή, ότι ιδιοκτήτρια του οχήματος ΧΧΧΧX79 είναι η ΚΧΧΧΧ ΝΟΥΣΗ και την έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας ως προς το ότι το πρόσωπο αυτό είναι το ίδιο πρόσωπο με την Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει από μόνο του την ταύτιση αυτή, την οποία δεν επιχείρησε η Ενάγουσα, ενώ υπάρχει προφανής διάσταση στο όνομα αυτής και στο όνομα που αναγράφεται στη μαρτυρία που προσκόμισε, και με δεδομένο ότι το θέμα κατέστη επίδικο, με την δεδηλωμένη άγνοια και άρνηση του ισχυρισμού της Ενάγουσας από την Εναγόμενη, ότι είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος που ενεπλάκη στο επίδικο τροχαίο ατύχημα. Έναντι στην προσωπική μαρτυρία της Ενάγουσας ότι είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος αυτού, η ίδια παρέθεσε έγγραφη μαρτυρία που θέτει αν αμφιβόλω αυτό τον ισχυρισμό της, και εν τέλει δεν επιτρέπει τη δημιουργία συνολικά ικανοποιητικής απόδειξης του πραγματικού ζητήματος της ιδιοκτησίας του οχήματος. Νόμιμες προϋποθέσεις Παρόλο που με την πιο πάνω κατάληξη το θέμα τελειώνει εδώ, στην έλλειψη νομιμοποίησης της Ενάγουσας, χάριν πληρότητας, αναφέρω πως, ακόμα κι αν προχωρούσε περαιτέρω με την εξέταση των γεγονότων, όπως αυτά έχουν αποδειχθεί μέσα από την ακροαματική διαδικασία, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 51 § 1(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, θα κατέληγα και πάλι σε κρίση ότι, με τη μαρτυρία της, η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει την υπόθεσή της, για λόγους που σχετίζονται με την αιτιώδη συνάφεια της ζημιάς του οχήματος ΧΧΧΧ 779 με το επίδικο ατύχημα. Αναφέρω καταρχάς ότι το άρθρο 51 § 1(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 προβλέπει ότι συνιστά αμέλεια η τέλεση πράξης που υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή η παράλειψη τέλεσης πράξης που υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελούσε. Και στην περίπτωση οδικής αμέλειας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν διαφοροποιούνται. Η Ενάγουσα θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ασφαλισμένος οδηγός δεν ενήργησε λογικά, ως μέσος συνετός οδηγός, υπό τις ίδιες περιστάσεις. Η αμέλεια συνυφαίνεται με τον χρόνο, τον τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στo ατύχημα. Κάθε πρόσωπο έχει καθήκον μέριμνας (duty of care), απρόσωπα, έναντι σε κάθε άλλο πρόσωπο που χρησιμοποιεί την ίδια «οδό». Το καθήκον αυτό προσδιορίζεται και συγκεκριμενοποιείται μέσα στο εκάστοτε πραγματικό πλαίσιο. Το κριτήριο εάν υπήρξε παράβασή του (breach of duty) είναι αντικειμενικό, και το μέτρο είναι ο μέσος συνετός οδηγός· όχι ο τέλειος[12]. Εάν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι λογικά εμφανής, το να μην πάρει ένας οδηγός τις αναγκαίες προφυλάξεις, συνιστά αμέλεια. Αν όμως η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι μόνον μια απλή πιθανότητα που δεν θα περνούσε από το μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός πρόσθετες προφυλάξεις δεν αποτελεί αμέλεια[13]. Χρειάζεται να αποδεικνύεται και η αιτιώδης συνάφεια (causation) µεταξύ της αμέλειας του ενεχόμενου οδηγού και της ζηµιάς που προκλήθηκε, η οποία αποτελεί το αντικείµενο της δίκης[14]. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο ασφαλισμένος οδηγός, ενώ οδηγούσε το όχημα ΧΧΧΧ στην αριστερή πλευρά του δρόμου και είχε προπορευόμενο του όχημα, το όχημα ΧΧΧΧ 779 που οδηγούσε η Ενάγουσα, που κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα και είχε κάνει σήμα ότι θα στρίψει δεξιά, αποφάσισε να προσπεράσει από δεξιά, χωρίς να λάβει υπόψη του ή να αντιληφθεί ορθά την εκδηλωμένη πρόθεση της Ενάγουσας να στρίψει δεξιά. Ακόμα κι αν δεν είναι γνωστό, στην παρούσα υπόθεση, εάν υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή ή απαγορευτικό σήμα, πώς ήταν ο δρόμος[15] και ποιο ήταν το ακριβές σημείο του δρόμου όπου επήλθε η σύγκρουση, πληροφορίες που φαίνεται να υπήρχαν στην Δημητρίου ν. Ζήνωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 559, θα πρέπει να καταστεί σαφές πως το προσπέρασμα συνιστά ενέργεια που, ακόμα και αν δεν απαγορεύεται, αναλαμβάνεται πάντοτε έναντι στην υποχρέωση κάθε οδηγού να οδηγεί στην άκρα αριστερή πλευρά του δρόμου, και έναντι στους κινδύνους που μπορεί να συνεπάγεται η παράλειψη τήρησης αυτής της υποχρέωσης. Εξάλλου, και σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(3)(α)(i) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμοί 1984-2013, προσπέρασμα οχήµατος που κινείται προς την ίδια κατεύθυνση διενεργείται από τη δεξιά πλευρά του, εκτός αν ο οδηγός του προπορευόµενου οχήµατος δίνει σήµα ότι προτίθεται να στρίψει στα δεξιά και κατευθύνει προοδευτικά το όχηµα στο κέντρο του δρόµου, οπότε το προσπέρασµα διενεργείται από την αριστερή πλευρά του προπορευόµενου οχήµατος, εάν υπάρχει ο απαιτούµενος χώρος. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(4)(α) πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να μην προσπερνά ούτε να αποπειράται να προσπεράσει όχημα κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση σε κάθε σημείο που υπάρχει στη μέση του οδοστρώματος συνεχής άσπρη γραμμή, σχετικό απαγορευτικό σήμα τροχαίας, σε στροφή με ορατότητα μικρότερη των εκατό μέτρων, σε συμβολή δρόμων εντός δημοτικών ορίων ή ορίων κοινότητας, όταν προσεγγίζει κυρτή γέφυρα, διάβαση πεζών ή κορυφή ανάβασης ή όταν προσεγγίζει όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε παρέχει δικαίωμα προτεραιότητας σε αυτό. Βεβαίως, ο Κανονισμός 58
(4)(α) δεν αναφέρεται και σε συμβολή οδού με χώρο στάθμευσης στάθμευσης, ωστόσο και η έννοια της οδού στον Νόμο 96(Ι)/2000 είναι διευρυμένη. Ενώ η οδική συμπεριφορά του ασφαλισμένου οδηγού είναι συμπεριφορά που θα μπορούσε να θεωρηθεί αμελής και καθ' υπέρβαση των προαναφερόμενων Κανονισμών, και φαίνεται πως ήταν και η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης, δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα ότι συνδέεται και με κάποια ζημιά στο όχημα ΧΧΧΧX79 που οδηγούσε η Ενάγουσα. Η μαρτυρία των προσώπων που φέρονται ως αυτόπτες μάρτυρες, ΜΕ2 και ΜΕ4, ότι από το ατύχημα το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα υπέστη «εκτεταμένες ζημιές», δεν είναι αξιόπιστη ως προς το σημείο αυτό. Όχι μόνον για τον λόγο ότι οι ΜΕ2 και ΜΕ4 δεν αναφέρουν επαρκείς λεπτομέρειες, όπως το πού βρίσκονταν όταν πρωτοείδαν το όχημα ΧΧΧΧX79 και κατά πόσον είδαν τη δεξιά πλευρά του και πριν από τη σύγκρουση, για να έχουν μέτρο σύγκρισης της κατάστασής του πριν και μετά, ούτε πόσο και πώς προσέγγισαν και τι ακριβώς είδαν μετά τη σύγκρουση, σε μια σκηνή ατυχήματος όπου και οι δύο εμπλεκόμενοι οδηγοί δεν έδωσαν συνέχεια και αποφάσισαν να αποχωρήσουν. Ούτε μόνον για τον λόγο ότι δεν εξήγησαν τι εννοούν «εκτεταμένες ζημιές», με δεδομένο ότι ακόμα και οι ζημιές που αναφέρονται από τον ΜΕ3, εάν ήταν ζημιές που προκλήθηκαν από το ατύχημα, δεν είναι «εκτεταμένες». Εάν το όχημα ΧΧΧΧX79 είχε υποστεί «εκτεταμένες ζημιές» από το ατύχημα, το ευλόγως αναμενόμενο θα ήταν, για την Ενάγουσα, να επιμείνει να προσέλθουν στη σκηνή οι ασφαλιστικές εταιρείες των εμπλεκόμενων οδηγών, για να διασφαλίσει την κάλυψή τους, και να μην εμπιστευθεί έναν άγνωστο άνδρα που της δίδει «αντίγραφο» διαβατηρίου ή ταυτότητας. Η εκδοχή των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ4 ότι από το ατύχημα υπήρξαν ζημιές, και δη «εκτεταμένες» ή εμφανείς, και παρά ταύτα εγκαταλείφθηκε η σκηνή χωρίς ειδοποίηση οποιουδήποτε, δεν είναι καθόλου πειστική. Τη μη πειστικότητά της ενισχύει το γεγονός ότι ούτε και η ΜΕ1 προσκομίζει κάποιο αντίγραφο τέτοιου εγγράφου που ισχυρίζεται πως της παρέδωσε ο ασφαλισμένος οδηγός ως πειστήριο αποδοχής ευθύνης και ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής, όπως και το γεγονός πως δεν υπήρξε άμεση ενημέρωση του ασφαλισμένου οδηγού ή της ασφαλιστικής του εταιρείας για κάποιες «εκτεταμένες» ζημιές· όταν δε υπήρξε επικοινωνία με την ασφαλιστική εταιρεία, αρκετές ημέρες μετά, την 22.03.2018, η αναφορά σε ζημιές δεν ήταν ούτε συγκεκριμένη ούτε και συνοδεύονταν από στοιχεία ενδεικτικά κάποιων ζημιών, και οι οδηγίες για εκτίμηση του οχήματος δόθηκαν περίπου 3 μήνες μετά το ατύχημα, την 18.05.
- Τα τιμολόγια και οι αποδείξεις για την επισκευή του, η οποία σύμφωνα με τον ΜΕ3 ήταν ζήτημα 6 ημερών, εκδόθηκαν επίσης μετά από 3 μήνες από το ατύχημα. Όλο αυτό το σύνολο γεγονότων δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποκλείσει ότι οι ζημιές στο όχημα ΧΧΧΧX79 μπορεί να προκλήθηκαν από οποιαδήποτε άλλη αιτία άσχετη με το ατύχημα, κατ' επέκταση δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, σε βαθμό που να μπορεί να αποδώσει ευθύνη αποζημίωσης, ότι οι ζημιές προκλήθηκαν από τη σύγκρουση που προκάλεσε το προσπέρασμα του ασφαλισμένου οδηγού. Ο ΜΕ3, η μαρτυρία του οποίου είναι αποδεκτή, δεν είπε στο Δικαστήριο ότι είδε το όχημα ΧΧΧΧX79 και πριν από το ατύχημα και ότι έχει προσωπική γνώση ότι οι ζημιές που διαπίστωσε σε αυτό προκλήθηκαν από το ατύχημα. Είδε το όχημα για πρώτη φορά την 18.05.2018, που έσπευσε να το εκτιμήσει με βάση οδηγίες που έλαβε αυθημερόν, γιατί, όπως πληροφορήθηκε από την εντολέα του, είχε γίνει ατύχημα την 14.02.
- Θεωρώ πως η Ενάγουσα, πέραν του ότι δεν έχει αποδείξει τη νομιμοποίησή της να ενάγει την Εναγόμενη, με τη μαρτυρία που προσκόμισε δεν έχει αποδείξει σε ικανοποιητικό βαθμό και την υπόθεσή της εναντίον του ασφαλισμένου οδηγού. Εντελώς σημειωτικά να επαναληφθεί πως ένα ενάγων είχε υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεσή του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο είναι κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του[16]. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, κρίνω πως δεν μπορεί να αποδοθεί η θεραπεία που ζητά η Ενάγουσα από την Εναγόμενη. Γι' αυτό η αγωγή της θα πρέπει να απορριφθεί, και απορρίπτεται. Δεν έχει υποδειχθεί ούτε φαίνεται στο Δικαστήριο να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας επιβαρύνεται ο διάδικος ο οποίος δεν έχει επιτύχει στην υπόθεσή του. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [5] Δέστε και Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ν. Νέστορα Χ" Νέστωρος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41. [6] Δέστε επίσης General Insurance Company of Cyprus v. Georghiou
(1963)2 C.L.R. 117. [7] Annual Practice 1958, σελ. 465 [8] Wylie v. Wake
(2000)EWCA Civ 349 [9] Δέστε και Kokkinou v. General Accident Fire & Life Assurance Corporation Ltd
(1972)1 J.S.C. 444. [10] Δέστε και Wylie v. Wake
(2000)EWCA Civ 349 [11] Desouza v Waterlow [1999] RTR 71 [12] Σωκράτους v. Αστυνοµίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420. [13] Lang v. London Transport Executive
(1959)3 All E.R. 609, Παναγιώτου ν. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. [14] Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 Ε Α.Α.Δ 178. [15] Βλ. και Κανονισμός 5
(4)(α) περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμοί 1984-2013. [16] Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38, Αθανασίου κ.ά ν. Κουκούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκης Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο