← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1081/20, 25/2/2021

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1081/20, 25/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1081/20 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση και

  1. XXX ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ
  2. XXX ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ
  3. XXX ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση ημερομηνίας 17.2.2021 για προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου, 2021 Για τους Εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3 - Αιτητές: κ. Α. Νεοκλέους Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Α. Τσιπής ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 7.6.2020 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 έως 3 απόφαση για ποσά €1.337.480,15 και €851.723,73 πλέον τόκους και διατάγματα για εκποίηση των υποθηκών με αρ. YXXX, ΥXXX και ΥXXX. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης την 7.7.2020 και η Εναγόμενη αρ. 3 την 15.2.2021, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρίστηκε και Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εκ μέρους όλων. Την 17.2.2021 καταχωρίστηκε από μέρους των Εναγομένων 1 έως 3 η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία εξαιτούνται τα εξής: «
  4. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται και/'η απαγορεύεται η διαδικασία πώλησης των πιο κάτω περιγραφόμενων ακινήτων η οποία επιχειρείται με ειδοποιήσεις «Τύπου ΙΑ», μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου: Α) Χωράφι στην περιοχή XXX, Λεμεσός με αριθμό εγγραφής XXX, Φ/Σχ 47/27, Τμήμα XXX, τεμάχιο XXX (μερίδιο ΟΛΟΝ) επί του οποίου υπάρχει κατοικία, ιδιοκτησία της εναγομένης 1 και κτήριο στην ΧΧΧ με αριθμόν εγγραφής XXX, Φ/ΣΧ/ 54/500502, Τμήμα XXX, τεμάχιο XXX ιδιοκτησία της εναγομένης
  5. Προσωρινό Διάταγμα το οποίο να διατάζει τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή αντιπροσώπους αυτών και/'η υπαλλήλους και/ή οποιονδήποτε ενεργεί εκ μέρους αυτών, όπως αναστείλουν και/ή σταματήσουν οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία πώλησης των πιο πάνω αναφερθέντων ακινήτων με δημόσιο πλειστηριασμό στις 26.02.2021 και 05.04.2021, μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
  6. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλονται οι νομικές συνέπειες που επιφέρουν οι Ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «τύπος ΙΒ», σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Γ

(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα του Κεφαλαίου VIA του Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε. 4. Προσωρινό διάταγμα το οποίο να διατάζει τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους αυτών και/ή τους υπαλλήλους και/ή οποιονδήποτε ενεργεί εκ μέρους τους, όπως αναστείλουν και/ή σταματήσουν οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία πώλησης των ακινήτων των αιτητών που επιβαρύνονται με υποθήκες, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 44Γ
(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα του Κεφαλαίου VIA του Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε μέχρι εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 4,5 και 9, 22-34, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ. 21, 23, 29, 31, 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.Θ. 1-3, 8 και 9, Δ.41, Δ.42 και Δ.64, στον περί Ακινήτων Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς Κ.Κ.5, 6, 7, 16 και 17 και στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς του 2015 ΚΔΠ 185/2015, στον περί Πωλήσεως Τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό του 1994, στον Ν. 82
(1)του 2002 Νόμο που τροποποιεί και ενοποιεί τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Περιορισμό Πωλήσεων Νόμο αρ. 2, 3, 4 και 5, στο Άρ. 1Α και 23 του Συντάγματος, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996), στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στην οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης 93/13/ΕΟΚ και στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXX Νεοκλέους, Εναγόμενος - Αιτητής αρ. 2, σύζυγος της Αιτήτριας αρ. 1 και πατέρας της Αιτήτριας αρ.
  1. Όπως αναφέρει ο Εναγόμενος αρ. 2 με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ και την Συνεργατική Εταιρεία Ορεινών Θερέτρων συνήψαν διάφορα ενυπόθηκα δάνεια ύψους €1.300.000 με σκοπό την ανέγερση της οικογενειακής τους κατοικίας στο XXX. Είναι η θέση του ότι σε καμία περίπτωση οι ρήτρες των δανειακών συμβάσεων δεν έτυχαν ατομικής διαπραγμάτευσης έστω και αν λόγω καθυστερήσεων στις πληρωμές έγιναν αναπροσαρμογές των συμφωνιών δανείου. Από 26.1.2017 τα δικαιώματα επί των δανείων περιήλθαν στην κατοχή των Εναγόντων και σε άγνωστο χρόνο την διαχείριση αυτών ανέλαβε η Altamira Assets Management Cyprus Ltd. Τον Σεπτέμβριο 2020 οι Ενάγοντες ξεκίνησαν να προσπαθούν να του επιδώσουν Ειδοποιήσεις που απευθύνονταν σε όλους τους Εναγόμενους και την 4.12.2020 επιδόθηκε στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ για πώληση δια πλειστηριασμού της κατοικίας στο XXX την 26.2.2021 με βάση την ΥXXX. Την 11.2.2021 επιδόθηκε στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ για πώληση δια πλειστηριασμού του κτιρίου της Εναγομένης αρ. 3 την 5.4.2021 με βάση την ΥXXX. Την 2.9.2020 επιδόθηκε στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 Ειδοποίηση Τύπου Ι που αφορά στα ακίνητα που βαρύνονται με την ΥXXX. Από τον Οκτώβριο 2020 οι Εναγόμενοι διαπραγματεύονται με τους Ενάγοντες για την εξώδικη διευθέτηση των οφειλών τους και την 9.12.2020 απέστειλαν στην Altamira γραπτή πρόταση. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε την 23.12.2020 και αποστάληκε διαφοροποιημένη πρόταση την 4.2.2021 στην οποία δεν έχουν λάβει ακόμη απάντηση. Οι Εναγόμενοι στο μεταξύ ανέθεσαν σε ειδικούς εμπειρογνώμονες συμβούλους την ετοιμασία αναλύσεων αναφορικά με τα δάνεια τους από τις οποίες προέκυψε ότι, από την επιβολή καταχρηστικών όρων, υπερχρεώσεων, ανατοκισμών και άλλων εξόδων, έχουν υποστεί ζημιά ύψους €933.
  2. Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι έχουν καταβάλει έναντι ων δανείων ποσό €497.
  3. Η τρέχουσα τιμή της κατοικίας στο XXX ανέρχεται σε €1.300.000 και του κτιρίου στην ΧΧΧ σε €860.
  4. Είναι η θέση του Εναγομένου αρ. 2 ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση όσον αφορά στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και μεγάλη πιθανότητα οι Εναγόμενοι να δικαιούνται στις θεραπείες που αναφέρονται στην Ανταπαίτηση τους. Εισηγείται ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο διότι τα ενυπόθηκα ακίνητα θα πωληθούν δια δημοσίου πλειστηριασμού και δεν θα υπάρχει πλέον θεραπεία. Οι δε Ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την αναστολή των εκποιήσεων αφού τα δάνεια είναι εξασφαλισμένα με υποθήκες. Μετά την επίδοση σε αυτούς της Αίτησης οι Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στα αρ. 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 αρ. 4, 5 και 9 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 7-9, Δ.64 Θ.Θ. 1 και 2, στον περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.149, στο Άρ. 23 του Συντάγματος, στο Μέρος VIA του περί Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο Ν. 22/1985αρ. 52 και 53, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Θ.Θ. 78 και 79, στους γενικούς κανόνες επιεικείας, στις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης, στις Γενικές Αρχές του Νόμου, της πρακτικής και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 32 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  5. Η Αίτηση των Εναγομένων - Αιτητών είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή η νομική της βάση πάσχει και/ή δεν είναι πλήρης και/ή είναι ελλιπής και/ή στερείται νομικού ερείσματος.
  6. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει ανακρίβειες και αστήρικτους ισχυρισμούς και δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  7. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 για την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  8. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  9. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή δεν έχουν ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες και/ή ελλείπει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και/ή οι Εναγόμενοι με την μαρτυρία που προσκόμισαν απέτυχαν να καταδείξουν βάσιμη και/ή καλή και/ή οιανδήποτε αιτία αγωγής και/ή εξαιρετικές περιστάσεις έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  10. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  11. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν αποδεικνύει πως ακόμα και αν επιτύχει η Ανταπαίτηση των Αιτητών, δεν τίθεται θέμα ότι, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  12. Οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα Αιτούμενα Διατάγματα.
  13. Από την παρούσα Αίτηση ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό και/ή Νομικό υπόβαθρο για την έκδοση των ενδιάμεσων και/ή προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων Α και/ή Β και/ή Γ.
  14. Οι Εναγόμενοι ουδεμία βάση Αγωγής έχουν και/ή αποκαλύπτουν και/ή ουδέν αγώγιμο δικαίωμα να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγόντων.
  15. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση παραχώρησαν προς τους Εναγόμενους - Αιτητές τα επίδικα δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις καλόπιστα και/ή καθ' όλα νόμιμα και/ή οι επίδικες συμφωνίες δανείων και/ή οι επίδικες υποθήκες είναι έγκυρες, νόμιμες και δεσμευτικές.
  16. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές κωλύονται λόγω της συμπεριφοράς τους να εγείρουν και/ή να προωθούν την παρούσα αίτηση και/ή Ανταπαίτηση.
  17. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές, παραδέχονται ρητά την υπογραφή και σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείων και των επίδικων υποθηκών.
  18. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές, αναφέρονται σε Συμφωνίες Δανείων και/ή Υποθήκες, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας Αγωγής.
  19. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές, αναφορικά με τις επίδικες συμφωνίες δανείων και υποθηκών, έχουν αναγνωρίσει και παραδεκτεί το χρέος τους προς τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση και/ή δεν έγειραν οποιοδήποτε ζήτημα υπερχρεώσεων των λογαριασμών.
  20. Οι υπολογισμοί των ειδικών εμπειρογνωμόνων και/ή οικονομικών συμβούλων των Εναγομένων - Αιτητών αναφορικά με το ποσά τα οποία οφείλουν οι Εναγόμενοι - Αιτητές στους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση, δυνάμει των επίδικων συμφωνιών δανείων είναι λανθασμένοι και/ή δεν έχουν λάβει υπόψιν τις επίδικες συμφωνίες δανείων και/ή δεν αντικατοπτρίζουν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό των Εναγομένων - Αιτητών προς τους Ενάγοντες.
  21. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν αμφισβητούν το μεγαλύτερο ποσοστό του οφειλόμενου ποσού και/ή οι Εναγόμενοι - Αιτητές παραδέχονται το χρέος τους που οφείλουν στους Ενάγοντες δυνάμει των επίδικων λογαριασμών δανείων, το οποίο παραμένει οφειλόμενο μέχρι και σήμερα και οι Εναγόμενοι - Αιτητές αμελούν και/ή παραλείπουν να εξοφλήσουν.
  22. Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 9 του Κεφ. 6, ήτοι το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, που απαιτούνται για την έκδοση τέτοιας φύσης Διαταγμάτων.
  23. Οι ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζονται οι Εναγόμενοι - Αιτητές είναι αναληθείς, αβάσιμοι και παραπλανητικοί.
  24. Οι Εναγόμενοι, παρουσιάζουν και/ή αποκαλύπτουν γεγονότα παραπλανητικά και/ή επιλεκτικά, με αποτέλεσμα η αίτηση να είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική.
  25. Οι παλαιότεροι λογαριασμοί και/ή οι παλαιότερες συμφωνίες δανείων των Εναγομένων - Αιτητών που αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, δεν αποτελούν επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής και/ή έχουν εξοφληθεί και οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν μπορούν να επανέρχονται.
  26. Η αίτηση των Εναγομένων - Αιτητών είναι καταχρηστική καθώς οι Αιτητές προβάλλουν αβάσιμους και ανεδαφικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι επινοήθηκαν εκ των υστέρων χωρίς οποιοδήποτε ουσιαστικό ή νομικό έρεισμα και/ή προβάλλονται για σκοπούς δημιουργίας εντυπώσεων και/ή κωλυσιεργίας στην αποπληρωμή των νόμιμα οφειλόμενων στους Ενάγοντες ποσών και/ή για να δικαιολογήσουν την αδυναμία και/ή ανικανότητα πληρωμής τους και/ή για να δικαιολογήσουν την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Αιτητών απέναντι στους Ενάγοντες.
  27. Οι Αιτητές ενώ ζητούν θεραπεία με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας και ειδικότερα παρουσιάζονται στο Δικαστήριο χωρίς «καθαρά χέρια» αποκρύβοντας και/ή παραποιώντας πραγματικά γεγονότα από το Δικαστήριο και/ή παραπλανώντας το με σκοπό την εξασφάλιση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  28. Εάν εκδοθούν τα Αιτούμενα Διατάγματα θα επηρεαστούν τα δικαιώματα και συμφέροντα των Εναγόντων αφού θα καταστούν μη εξασφαλισμένοι πιστωτές και παράλληλα θα υποστούν ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά.
  29. Εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Ενάγοντες θα είναι εκτεθειμένοι στις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν στους Εναγόμενους - Αιτητές υπό μορφή δανείων, ως εξασφάλιση των οποίων οι Εναγόμενοι παραχώρησαν τις επίδικες υποθήκες προς όφελος των Εναγόντων.
  30. Οι αιτούμενες θεραπείες παραβιάζουν συνταγματικά και/ή άλλως πως προστατευόμενα δικαιώματα των Εναγόντων.
  31. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και δεν είναι δίκαιη ή εύλογη η έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  32. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση έχουν ακολουθήσει ορθά και νομότυπα την διαδικασία που ρυθμίζεται από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/
  33. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση, ως αυτό απορρέει από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα προς εξασφάλιση του λαβείν τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, θα αντιστρατεύεται το πνεύμα και τον σκοπό του εν λόγω Νόμου και θα συνιστά επέμβαση στην εξουσία του Νομοθέτη.
  34. Έχει παρέλθει η προθεσμία των 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο "ΙΑ" να καταχωρήσουν έφεση στο Δικαστήριο για παραμερισμό των ειδοποιήσεων των σκοπούμενων πωλήσεων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η καταχώρηση Αίτησης / Έφεσης και/ή η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
  35. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές, δεν νομιμοποιούνται να ζητούν αναστολή ή ακύρωση των διαδικασιών πλειστηριασμού, καθότι τέτοιου είδους θεραπείες δύνανται να παραχωρηθούν μόνο στο πλαίσιο έφεσης που καταχωρείται δυνάμει του Άρθρου 44(Γ)
(3)του Νόμου 9/1965 εντός 45 ημερών και η ημερομηνία έχει παρέλθει. 32. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν δύναται μέσω του παρόντος ένδικου μέσου να επιδιώκουν να εγείρουν λόγους που καλύπτονται από το Άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου 9/1965». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXX Αγά εκ των υπαλλήλων της Altamira. Είναι η θέση της ότι οι συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, δανείων και υποθηκών είναι απόλυτα έγκυρες και δεσμευτικές, τηρήθηκαν όλες οι πρόνοιες του Νόμου και το περιεχόμενο τους είναι σύμφωνο με τους νόμους και κανονισμούς. Επισημαίνει ότι οι επίδικες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή συμφωνίες δανείου είναι αυτές με ημερ. 24.9.2012 για ποσά €867.000 και €564.000 με αρ. λογαριασμού XXX και XXX, ενώ οι συμφωνίες μεταξύ των Εναγομένων και της πρώην ΣΠΕ Ορεινών Θερέτρων αποτελούν επίδικα θέματα της αγωγής με αρ. 1080/
  1. Συνεπώς, εισηγείται, οι Εναγόμενοι κωλύονται να αναφέρονται σε οποιεσδήποτε συμφωνίες που δεν αποτελούν επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή. Μετά από παράκληση των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 οι Ενάγοντες συμφώνησαν την 24.9.2012 να παρέχουν στους Εναγόμενους δάνειο ύψους €867.000 το οποίο εξασφαλίζετο από τις ΥXXX και ΥXXX. Την 29.6.2016, κατόπιν παράκλησης και πάλι των Εναγομένων, υπογράφτηκε τροποποιητική Συμφωνία με την οποία οι Εναγόμενοι παραδέχτηκαν ότι το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της 1ης Συμφωνίας ανέρχετο σε €1.157.429,92 και ότι η αποπληρωμή παρουσίαζε καθυστερήσεις ύψους €271.519,
  2. Λόγω καθυστέρησης των Εναγομένων στην καταβολή των δόσεων οι Ενάγοντες την 24.7.2019 τερμάτισαν την λειτουργία του δανείου και κάλεσαν τους Εναγόμενους να ξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Οι Εναγόμενοι δεν το έπραξαν μέχρι και σήμερα και το οφειλόμενο από αυτούς στους Ενάγοντες ποσό κατά την 31.12.2020 ανέρχετο σε €1.392.119,13 πλέον τόκους. Πέραν των πιο πάνω, την 24.9.2012 μετά από παράκληση των Εναγομένων, υπογράφτηκε Συμφωνία δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες παρείχαν στους Εναγόμενους άλλο δάνειο ύψους €564.000 με εξασφάλιση την ΥXXX. Μετά πάλι από παράκληση των Εναγομένων την 29.6.2016 υπογράφτηκε τροποποιητική Συμφωνία μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της οποίας οι Εναγόμενοι παραδέχτηκαν ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού ανέρχετο σε €744.805,19 και παρουσίαζε καθυστερήσεις ύψους €167.175,
  3. Λόγω καθυστέρησης καταβολής των δόσεων οι Ενάγοντες την 25.7.2019 τερμάτισαν την λειτουργία του δεύτερου αυτού λογαριασμού και κάλεσαν τους Εναγόμενους να ξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο κατά την 31.12.2020 ανέρχετο σε €885.867,70 πλέον τόκους. Η κα Αγά εισηγείται ότι με βάση τα πιο πάνω οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ούτε και έχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι απόλυτα έγκυρες, νόμιμες και δεσμευτικές, οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν τους όρους των συμφωνιών και τις πρόνοιες περί υπολογισμού των τόκων, οι δε λογαριασμοί με αρ. XXX, XXX και XXX έχουν τύχει αναδιάρθρωσης ή ξοφληθεί με χορήγηση των συμφωνιών δανείου και οι Εναγόμενοι δεν μπορούν να επανέρχονται επί τούτου. Η Ομνύουσα περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι χρησιμοποιούν λανθασμένο ένδικο μέσο εφόσον δικαιούνταν να καταχωρίσουν Αίτηση / Έφεση για ακύρωση των Ειδοποιήσεων για τους περιορισμένους λόγους που περιέχονται στο αρ. 44Γ
(3)του Ν9/65. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα των Εναγόντων για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που τους παρέχεται από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν9/65 προς εξασφάλιση του λαβείν τους. Δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι παρέλαβαν τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι από τις 2.9.2020, τις Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ από τις 4.12.2020, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε από την 17.6.2020 οι Εναγόμενοι έχουν επιδείξει τεράστια και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης. Η κα Αγά επισημαίνει ότι, και αν αφαιρούνταν κάποια ποσά από τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμών, οι Εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει το μεγαλύτερο μέρος του οφειλόμενου ποσού, αφού παραδέχονται ότι με βάση τις Συμφωνίες Δανείου κατά την 31.12.2019 οφείλαν στους Ενάγοντες ποσά €877.055,44 και €583.149,34 κατά τους δικούς τους υπολογισμούς. Καμία μαρτυρία προσκόμισαν που να αποδεικνύει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε πως αν πετύχει η Ανταπαίτηση των θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ακόμη και αν οι Αιτητές υποστούν τυχόν ζημιά αυτή θα είναι χρηματικής φύσης και εν πάση περιπτώσει μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η δε ικανότητα των Εναγόντων να καταβάλουν τυχών αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας των Εναγομένων δεν έχει αμφισβητηθεί. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εν πρώτοις επισημαίνω ότι η υπό εκδίκαση Αίτηση αφορά σε αίτημα για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος στο πλαίσιο αγωγής. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των όσων καθορίζονται από το Νόμο και την Νομολογία ως προϋποθέσεις για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων και δεν εκτείνεται σε εξέταση παραμέτρων που έχουν εισαχθεί ως λόγοι για παραμερισμό Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ στο πλαίσιο Αίτησης / Έφεσης δυνάμει του αρ. 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65. Στη διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Με την Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι επίδικες συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες ή παράνομους όρους στους τόκους, ανατοκισμούς, χρεώσεις, προμήθειες και λοιπά έξοδα. Κατά παράβαση οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας οι Ενάγοντες χρέωναν τους λογαριασμούς των Εναγομένων με μεγαλύτερα επιτόκια με αποτέλεσμα να υπάρχουν υπερχρεώσεις πέραν του ποσού των €950.
  2. Αξιώνεται δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι συναφθείσες συμφωνίες δανείου και οι όροι των υποθηκών περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και παράνομους όρους οι οποίοι πρέπει να διαγραφούν, δήλωση ή απόφαση που να καθορίζει το ακριβές οφειλόμενο ποσό των Εναγομένων αλλά και ακύρωση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών που ορίστηκαν για τις 26.2.2021 και 5.4.2021 ως παράνομους ή ότι αποτελούν κατάχρηση διαδικασίας. Η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση δεν έχει ακόμη καταχωριστεί αλλά η θέση των Εναγόντων μπορεί να συναχθεί από την Ένσταση τους, ήτοι ότι οι συμφωνίες είναι καθόλα νόμιμες και έγκυρες, ότι οι Εναγόμενοι παραδέχτηκαν ότι οφείλουν κάποιο υπόλοιπο ήδη και ότι οι αρχικές συμφωνίες αναδιαρθρώθηκαν και τα υπόλοιπα ξοφλήθηκαν στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι Εναγόμενοι να επανέλθουν σε αυτά. Το ποία εκδοχή ως προς τα γεγονότα ισχύει είναι ζήτημα φυσικά που θα κριθεί από το εκδικάζον την αγωγή Δικαστήριο, αφού ως είναι καλά γνωστό το παρόν δεν είναι το στάδιο κατά το οποίο θα επιλυθούν ή αποφασιστούν τα ζητήματα αυτά, πολλά εκ των οποίων απαιτούν και ευρήματα κατόπιν αξιολόγησης μαρτυρίας. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει στο στάδιο αυτό σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Παρά ταύτα οι δικογραφημένες θέσεις με οδηγούν στο ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση όσον αφορά τουλάχιστον στα αιτητικά (Α) και (Β) της Ανταπαίτησης. Διαφορετική είναι η κατάληξη μου όσον αφορά στο αιτητικό για ακύρωση των ορισμένων πλειστηριασμών, αφού κάτι τέτοιο σύμφωνα με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 μπορεί να αξιώνεται μόνο στο πλαίσιο Αίτησης / Έφεσης. Συνεπώς αναφορικά με το αιτητικό (Γ) της Ανταπαίτησης κατάληξη μου αποτελεί ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στους Εναγόμενους να δείξουν ότι έχουν «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης των Εναγομένων. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Παρά τα πιο πάνω, δεν παύει να υφίσταται υποχρέωση στους Εναγόμενους να παραθέσουν στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Κυτάλα ν Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.253 στην οποία παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες και όπου λέχθηκαν τα εξής: «Με αυτή τη διευκρίνιση προχωρούμε να εξετάσουμε το κατά πόσο οι εφεσείοντες, με ό,τι είχαν παρουσιάσει, θα έπρεπε να επιτύχουν. Αρχίζουμε με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J.,στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law." Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή. Το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960». Οι Εναγόμενοι προβάλλουν αόριστους ισχυρισμούς περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες. Ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος Ν. 93
(1)/96, αναφέρει ότι τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Όπως προβλέπεται, όμως, στο άρθρο 3
(3)του πιο πάνω Νόμου «...ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για τον σκοπό αυτό», εναπόκειται δε στον πωλητή ή προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι η εν λόγω ρήτρα αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου, «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται «κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την σύμβαση. Είναι γεγονός ότι η διατύπωση του άρθρου 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου δεν βοηθά στην εύκολη κατανόηση του. Καθοδήγηση μπορεί, όμως, να αντληθεί από την Ευρωπαϊκή Οδηγία αρ. 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Ανάγνωση της προαναφερόμενης οδηγίας αποκαλύπτει ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος αποτελεί την προσπάθεια του Νομοθέτη να εναρμονίσει την Κυπριακή Νομοθεσία με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, και μάλιστα άρθρα του Ν. 93
(1)/96 είναι μετάφραση άρθρων της εν λόγω Οδηγίας. Το άρθρο 5 του Ν. 93
(1)/96 είναι η ενσωμάτωση του άρθρου 3
(1)της Οδηγίας, όπου αναφέρονται τα εξής τα οποία και θεωρώ ότι βοηθούν στην κατανόηση της φράσης «παρά την απαίτηση καλής πίστης» στο Κυπριακό κείμενο: «A contractual term which has not been individually negotiated shall be regarded as unfair if, contrary to the requirement of good faith, it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations arising under the contract, to the detriment of the consumer». Επίσης, στην απόφαση Μαρία Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131 αναφέρονται τα εξής: «Έχοντας υπόψη το άρθρο 5 του Νόμου 93(Ι)/96, θεωρούμε ότι οι ρήτρες της επίδικης σύμβασης συμφωνήθηκαν καλή τη πίστει και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή άλλης αθέμιτης παρότρυνσης και επομένως δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν καταχρηστικές. Όμως, ακόμα και αν κάποιες από τις ρήτρες θεωρούνταν καταχρηστικές, όπως ορθά επισημαίνει ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, η Εφεσείουσα δεν θα απαλλασσόταν εντελώς των υποχρεώσεων της, αλλά θα είχε δικαίωμα είτε να τερματίσει τη σύμβαση λόγω της καταχρηστικής ρήτρας, είτε να επιμένει για τη μη εφαρμογή της ρήτρας. Η σύμβαση, όμως, θα συνέχιζε να ισχύει σε ό,τι αφορά τις βασικές υποχρεώσεις της Εφεσείουσας, εκτός και αν δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ισχύουσα χωρίς την καταχρηστική ρήτρα». Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, για να μπορεί να κρίνει το Δικαστήριο, έστω στο χαμηλό επίπεδο που απαιτείται για σκοπούς ικανοποίησης της δεύτερης προϋπόθεσης του αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα οι Εναγόμενοι να πετύχουν στην θέση τους περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στις επίδικες συμφωνίες, ήταν απαραίτητο να τεθεί κάτι που να τείνει να καταρρίψει την ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων. Καμία μαρτυρία ή αναφορά προς την κατεύθυνση αυτή υπάρχει στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Αντιθέτως, στην Ένσταση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι σε κανένα στάδιο δεν είχαν θέσει οι Εναγόμενοι ζήτημα παράνομων πράξεων από μέρους των Εναγόντων ή ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών δανείων, η δε υπογραφή των Συμφωνιών και Υποθηκών έγινε κατόπιν παράκλησης των ίδιων των Εναγομένων και είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης τους. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει τις θέσεις αυτές είτε με αντεξέταση της κας Αγάς είτε με κάποιο αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ικανοποιητική μαρτυρία που να επιτρέπει κατάληξη ότι έχει στοιχειοθετηθεί η δεύτερη προϋπόθεση του αρ. 32 του Ν14/60. Παρά τα πιο πάνω που σφραγίζουν την τύχη της Αίτησης, θα απέρριπτα αυτήν και για το ότι δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε και η τρίτη προϋπόθεση. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 Α.Α.Δ. 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στην Αιτήτρια στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι οφείλουν κάποιο, σεβαστό, ποσό στους Ενάγοντες δυνάμει των επίδικων δανείων, ενώ παραδέχονται και την υπογραφή των επίδικων υποθηκών. Ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά ένεκα του ότι τα ακίνητα θα έχουν ήδη πουληθεί. Τίποτε από τα πιο πάνω δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση. Οι Εναγόμενοι θα είναι ελεύθεροι να προωθήσουν την Ανταπαίτηση τους και, αν πετύχουν, να επιδικαστούν υπέρ τους αποζημιώσεις για όποια ζημιά τυχόν υποστούν, η οποία θα μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η θέση των Εναγόντων περί της δυνατότητας τους να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Εναγόμενους. Έπεται πως ούτε η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται και η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 - Αιτήτών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.