CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. DILLOW GRACE TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1087/12, 2/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1087/12 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων -και- 1. DILLOW GRACE TRADING LTD 2. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS-DEVELOPERS LTD 3. XXXXX XXXXX ILYICH Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 23.9.19 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων -και- 1. DILLOW GRACE TRADING LTD 2. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS-DEVELOPERS LTD 3. XXXXX XXXXX ILYICH Εναγομένων Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Κ. Κακουλλή με κ. Γ. Αντωνίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τους Εναγόμενους 1: ουδεμία εμφάνιση Για τους Εναγόμενους 2: κ. Φ. Σωφρονίου με κα Μ. Σωφρονίου για Φωκάς Α. Σωφρονίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1-3 το ποσό των €899.037,03 πλέον τόκο ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει βασικής συμφωνίας δανείου, επιστολής προσφοράς και εγγύησης ημ. 9.5.08, καθώς επίσης και διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 2 για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αναφορικά με την εκχώρηση αγοραπωλητηρίου συμβολαίου μιας κατοικίας. Στην Έκθεση Απαίτησης, όπως τροποποιήθηκε, αναφέρεται πως οι Ενάγοντες έχουν αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ βάσει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/15. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας και επιστολής προσφοράς των Εναγόντων ημ. 9.5.08 η οποία έγινε αποδεκτή από τους Εναγόμενους 1, οι Ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στους Εναγόμενους 1 ύψους €720.000 για αγορά μιας κατοικίας. Ως εξασφάλιση της εν λόγω συμφωνίας, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν εγγύηση ημ. 9.5.08, η εταιρεία Sunsmile Hotel Enterprises Ltd υπέγραψε συμβάσεις υποθήκης των ακινήτων οι οποίες στη συνέχεια διασπάστηκαν και τα ακίνητα ακολούθως μεταβιβάστηκαν (μαζί με τις ανάλογες υποθήκες) στους Εναγόμενους 2 και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν συμφωνία εκχώρησης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημ. 24.3.08 μεταξύ τους και των Εναγομένων 2. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης των Εναγομένων 1 με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της υπό κρίση συμφωνίας, οι Ενάγοντες απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή και ακολούθως τερμάτισαν τον λογαριασμό δανείου, εξ ου και προβάλλουν τις προαναφερόμενες αξιώσεις. Η Αγωγή προχώρησε σε πλήρη ακρόαση αναφορικά μόνο με τους Εναγόμενους 2 ενώ είχε οριστεί για απόδειξη για τους Εναγόμενους 1. Κατόπιν δήλωσης της δικηγόρου των Εναγόντων, η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στα πλαίσια της ακρόασης για τους Εναγόμενους 2 αποτελεί και τη μαρτυρία για απόδειξη της απαίτησης εναντίον των Εναγομένων 1. Ως εκ τούτου επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο θα περιοριστεί στις όποιες διαπιστώσεις του και στα ευρήματα του αναφορικά μόνο με τους Εναγόμενους 1 και 2. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, ο Εναγόμενος 3 απεβίωσε στις 4.2.14 πριν καταστεί δυνατή η επίδοση της Αγωγής σε αυτόν. Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 2 εγείρουν προδικαστική ένσταση πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται κατά τόπο αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή. Παραδέχονται την υπογραφή της συμφωνίας η οποία περιέχεται στην επιστολή προσφοράς ημ. 9.5.08 και ισχυρίζονται ότι το έγγραφο εγγύησης υπεγράφη εκ μέρους των Εναγομένων 2 από μη εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους, εν γνώσει και των Εναγόντων καθώς επίσης και ότι υπεγράφη κατόπιν οικονομικών πιέσεων από τους Ενάγοντες προς τον αξιωματούχο των Εναγομένων 2. Περαιτέρω αγνοούν και συνεπώς αρνούνται το υπόλοιπο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 2 κοινοποίησαν απόφαση ημ. 3.4.08 του διοικητικού τους συμβουλίου όπως οι Εναγόμενοι 2 εγγυηθούν τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και εξουσιοδότησαν τον κ. Χ. Καραολή να υπογράψει την εν λόγω εγγύηση. Επίσης ισχυρίζονται ότι η υπογραφή όλων των υπό κρίση συμφωνιών έγινε οικειοθελώς και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη από πλευράς των Εναγομένων 2. Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί σε αυτό το σημείο ότι στα πλαίσια της ακρόασης, ο δικηγόρος των Εναγομένων 2 δήλωσε ότι δεν προωθεί τον ισχυρισμό περί οικονομικής πίεσης των Εναγομένων 2 για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Περαιτέρω η προδικαστική ένσταση για έλλειψη κατά τόπον αρμοδιότητας δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τους Εναγόμενους 2 και επομένως θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας Αγωγής, κλήθηκαν τρεις μάρτυρες για την πλευρά των Εναγόντων και ένας μάρτυρας για τους Εναγόμενους 2. Ο πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης (ΜΕ1) ο οποίος εργάζεται στη Διεύθυνση Διαχείρισης Απαιτήσεων της Υπηρεσίας Λεμεσού-Πάφου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Ο ΜΕ1 κατέθεσε έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εθνική Τράπεζα στους Ενάγοντες και όλες τις συμφωνίες, επιστολές, καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου και άλλα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Στην αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν ήταν παρών ούτε και συμμετείχε κατά τη σύναψη των εν λόγων συμφωνιών ούτε και γνωρίζει οτιδήποτε για τη χρέωση του επιτοκίου, παρά μόνο δήλωσε ότι ο ίδιος έλαβε γνώση όλων των εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση ενόψει της ιδιότητας του και για σκοπούς καταχώρησης αγωγής. Επεξήγησε ότι η αναφορά του στην έκδοση τίτλου για την επίδικη κατοικία αφορούσε στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων για τα μερίδια του ακινήτου και ότι ουδέποτε τέθηκε αίτημα για μεταβίβαση ή μεταφορά της υποθήκης μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, η οποία (υποθήκη) εξακολουθεί να ισχύει. Η δεύτερη μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν η κα XXXXX Θεμιστοκλέους (ΜΕ2) η οποία εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα από το 1999 ενώ από τον Φεβρουάριο του 2006 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων. Η μαρτυρία της ΜΕ2 επικεντρώθηκε στην κατάθεση αναδομημένων καταστάσεων για τον επίδικο λογαριασμό με διαιρέτη τον αριθμό 365 και διάφορες χρεώσεις του επιτοκίου. Κατά την αντεξέταση της η ΜΕ2 κλήθηκε να επεξηγήσει αναλυτικά τον τρόπο διαμόρφωσης του επιτοκίου και κυρίως της χρέωσης αυτού στις αναδομημένες καταστάσεις. Ο τρίτος μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν ο κ. XXXXX Βασιλείου (ΜΕ3) ο οποίος είναι εγκεκριμένος λογιστής και ασχολείται με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών αφερεγγυότητας. Ο ΜΕ3 ουσιαστικά εξήγησε και δικαιολόγησε τη χρέωση από τους Ενάγοντες επιτοκίου 14% από τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού μέχρι εξόφλησης. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του εξήγησε πώς κατέληξε στα συμπεράσματα του με ιδιαίτερη αναφορά στο ποια στοιχεία έλαβε υπόψιν. Ειδικότερα, ανέφερε πως χρησιμοποίησε τις οικονομικές καταστάσεις της Εθνικής Τράπεζας για τα έτη 2013 και 2014 και πως εξέλαβε το υπό κρίση δάνειο ως επιχειρηματικό και όχι ως στεγαστικό. Ο κ. XXXXX Πουλλαδόφωνος (ΜΥ1) ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για τους Εναγόμενους 2. Είναι εγκεκριμένος λογιστής και από τον Οκτώβριο του 2012 εργάζεται σε εταιρεία η οποία παρέχει ελεγκτικές, συμβουλευτικές και φορολογικές υπηρεσίες ως επίσης και υπηρεσίες αφερεγγυότητας. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στο ότι, μετά από μελέτη των οικονομικών καταστάσεων της Εθνικής Τράπεζας για τα έτη μεταξύ 2013 και 2017, διαπίστωσε πως η Εθνική Τράπεζα είχε από το 2015 μέχρι και σήμερα κεφαλαιακή επάρκεια για νέα δάνεια τα οποία όμως δεν χορήγησε και πως η αξίωση της Τράπεζας για απολεσθέντα κέρδη δεν είναι βάσιμη και αξιόπιστη. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 βασικά ανέφερε ότι η Εθνική Τράπεζα σταμάτησε τον δανεισμό λόγω της οικονομικής κρίσης του 2013 και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η χρέωση του 14% από τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος των Εναγομένων 2 εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένης αυτής ως προς το ύψος του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού, δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Εξέφρασε τη θέση ότι το βασικό επίδικο ζήτημα είναι το κατά πόσο τηρήθηκαν οι όροι της συμφωνίας εγγύησης, ήτοι πως με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου της επίδικης κατοικίας και την εγγραφή Α υποθήκης επί αυτής, οι Εναγόμενοι 2 απαλλάσσονται από την εγγύηση. Όπως ανέφερε ο κ. Σωφρονίου, αυτό το ζήτημα αφενός καλύπτεται από τα δικόγραφα και αφετέρου έχει καταδειχθεί με κοινώς αποδεκτή μαρτυρία και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 2 έχουν απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη τους δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης. Η δικηγόρος των Εναγόντων εξέφρασε αντίθετη άποψη. Σύμφωνα με την κα Κακουλλή, το ζήτημα της απαλλαγής των Εναγομένων 2 ως εγγυητών δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και επομένως δεν δύναται καν να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Η κα Κακουλλή ανέφερε ότι το μοναδικό επίδικο θέμα είναι η απόδειξη του ύψους του οφειλόμενου υπολοίπου, κάτι για το οποίο οι Ενάγοντες έχουν παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία και θα πρέπει να γίνει πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο. Έχει ήδη λεχθεί ότι η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου είναι παραδεκτή στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 2. Περαιτέρω ο ισχυρισμός περί έλλειψης εξουσιοδότησης εκ μέρους των Εναγομένων 2 για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο κατά την ακρόαση. Η μαρτυρία αναφορικά με τη σύσταση και ιδιότητα της Εθνικής Τράπεζας και τη μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εγγυήσεων προς τους Ενάγοντες καθώς επίσης και η μαρτυρία αναφορικά με τη σύναψη όλων των επίδικων συμφωνιών και την αποστολή και παραλαβή όλων των επιστολών παρέμεινε αναντίλεκτη και ως τέτοια γίνεται δεκτή και υιοθετείται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επομένως, με βάση την κοινώς αποδεκτή και ή αναντίλεκτη μαρτυρία, τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: 1. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ συστάθηκε σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, στις 29.10.93 και έλαβε άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών στις 14.2.94. Πιστοποιητικό σύστασης και άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4. 2. Στις 20.12.18 στα πλαίσια της Αίτησης 947/18 ΕΔ Λευκωσίας, εκδόθηκε διάταγμα επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγόντων για τη μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων και σχετικών εξασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων. Σχετικές δημοσιεύσεις και επιστολές προς τους Εναγόμενους 1 για την πρόθεση μεταβίβασης και το διάταγμα ημ. 20.12.18 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1-3 αντίστοιχα. 3. Δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγόντων, από τις 21.12.18 η Εθνική Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης προς τους Ενάγοντες αναφορικά με τις επίδικες πιστώσεις και εξασφαλίσεις καθώς επίσης και για άλλα συναφή θέματα. Αυτές οι υπηρεσίες διαχείρισης παρέχονται από τη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Εθνικής Τράπεζας όπου εργάζεται ο ΜΕ1. 4. Η Εθνική Τράπεζα με επιστολή της ημ. 9.5.08, Tεκμήριο 6, προς τους Εναγόμενους 1 ενέκρινε την παροχή σε αυτούς δανείου για το ποσό των €720.000 για την αγορά έτοιμης κατοικίας σε συγκρότημα το οποίο ανήγειραν οι Εναγόμενοι 2. Κατόπιν αποδοχής των όρων της επιστολής και υπογραφής της από τους Εναγόμενους 1, στις 9.5.08 τόσο η Εθνική Τράπεζα όσο και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 5. Με απόφαση ημ. 3.4.08 του διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων 1, Τεκμήριο 18, οι Εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν την εγκριθείσα διευκόλυνση για την παροχή του επίδικου δανείου και εξουσιοδότησαν τον κ. Α. Ασσιώτη να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα εκ μέρους τους. 5. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Εθνική Τράπεζα άνοιξε προς όφελος των Εναγομένων 1 τον λογαριασμό δανείου με αριθμό XXXXX616-3 ο οποίος στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 21.11.11, μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις με αριθμό XXXXX078-1. Το εν λόγω ποσό κατατέθηκε στον προαναφερόμενο λογαριασμό δανείου των Εναγομένων 1. 6. Στις 9.5.08 οι Εναγόμενοι 2 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης, Τεκμήριο 7, για την εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 προς την Εθνική Τράπεζα δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου. Οι Εναγόμενοι 2 υπέγραψαν τη συμφωνία εγγύησης κατόπιν σχετικής απόφασης και εξουσιοδότησης από το διοικητικό συμβούλιο ημ. 3.4.08, την οποία και κοινοποίησαν στην Εθνική Τράπεζα, Τεκμήριο 18. 7. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, αρχικώς η εταιρεία Sunsmile παραχώρησε προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας τις Υποθήκες XXXXX/06, XXXXX/06 και XXXXX/06 αναφορικά με το μερίδιο 746/7458 οι δύο πρώτες και το μερίδιο 224/7458 η τρίτη, στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX, Φ./Σχ. 54/44, Τεμ. XXXXX και XXXXX αντίστοιχα. Σε μεταγενέστερους χρόνους, τα ενυπόθηκα ακίνητα μεταβιβάστηκαν από τη Sunsmile προς τους Εναγόμενους 2, επιβαρυμένα με τις υποθήκες. 8. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι εν λόγω υποθήκες διασπάστηκαν τον Δεκέμβριο του 2008 και στους Εναγόμενους 2 μεταβιβάστηκαν και μεταφέρθηκαν οι υποθήκες με νέους αριθμούς XXXXX/2006, XXXXX/2006 και XXXXX/2006. Αντίγραφα των συμβάσεων υποθήκης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 8-10. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία φαίνονται στο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημ. 11.11.19 - Τεκμήριο 11. 9. Σημειώνεται ότι η Sunsmile παραχώρησε προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας και την Υποθήκη XXXXX/06 η οποία όμως δεν μεταβιβάστηκε στους Ενάγοντες και επομένως η αξίωση για την εκποίηση αυτής της Υποθήκης αποσύρθηκε από τους Ενάγοντες, με βάση σχετική δήλωση του ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του. 10. Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημ. 9.5.08 οι Εναγόμενοι 1 εκχώρησαν προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας όλα τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταξύ των ιδίων και των Εναγομένων 2 για την αγορά από τους Εναγόμενους 1 της επίδικης έτοιμης κατοικίας η οποία βρίσκεται εντός των προαναφερόμενων ενυπόθηκων ακινήτων. Για την επίδικη κατοικία στις 4.11.10 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, στο όνομα των Εναγομένων 2, Τεκμήριο 12. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1, το αγοραπωλητήριο παρουσιάστηκε στην Εθνική Τράπεζα στις 24.3.08, ημερομηνία η οποία αναγράφεται και στη συμφωνία εκχώρησης, όμως αργότερα οι Εναγόμενοι 1 και 2 άλλαξαν την ημερομηνία του αγοραπωλητηρίου και έτσι αυτό φέρει ημ. 19.5.08 και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 27.5.08. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο και η συμφωνία εκχώρησης ημ. 9.5.08 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 13. 11. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την κατοικία, οι Υποθήκες XXXXX/06, XXXXX/06, XXXXX/06 και XXXXX/06 μεταφέρθηκαν με τη συγκατάθεση των Εναγόντων επί του ξεχωριστού τίτλου με αρ. 0/XXXXX, κάτι το οποίο έγινε με όλους τους χωριστούς τίτλους που προέκυψαν από τους τίτλους με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX. Επί του χωριστού τίτλου της επίδικης κατοικίας με αρ. εγγραφής 0/XXXXX δεν προηγείται οποιαδήποτε άλλη υποθήκη των προαναφερομένων υποθηκών. 12. Περί τον Οκτώβριο του 2011 ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές και η Εθνική Τράπεζα απέστειλε σε αυτούς επιστολή ημερομηνίας 4.10.11, Τεκμήριο 14, με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 καλώντας τους να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες τους το συντομότερο, αλλιώς θα έκλειναν τον λογαριασμό και θα ζητούσαν άμεση εξόφληση του. 13. Ακολούθως, με επιστολή ημ. 3.1.12, Τεκμήριο 15, η Εθνική Τράπεζα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία δανείου από τις 21.11.11 και κάλεσε τους Εναγόμενους να ξοφλήσουν το χρεωστικό τους υπόλοιπο. Επίσης τους γνωστοποίησε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο μεταφέρθηκε από τις 21.11.11 στον προαναφερόμενο λογαριασμό καθυστερήσεων και ότι από τότε χρεωνόταν με επιτόκιο προς 14% ετησίως εκτός αν η Τράπεζα τους ενημέρωνε άλλως πως. 14. Τόσο η προειδοποιητική επιστολή όσο και η επιστολή τερματισμού ταχυδρομήθηκαν κανονικά στη διεύθυνση των Εναγομένων 2 και, σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης των Εναγόντων, δεν έχουν επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. 15. Έκτοτε οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρος ξεχωριστά, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 βασικά περιορίστηκε στα όσα ο ίδιος γνώριζε τόσο λόγω της ιδιότητας και εμπλοκής του στην υπό κρίση περίπτωση όσο και λόγω των καθηκόντων του στην Εθνική Τράπεζα και η οποία είτε ήταν παραδεκτή από την Υπεράσπιση είτε παρέμεινε αναντίλεκτη. Επιπλέον στην αντεξέταση του αναφέρθηκε χωρίς δυσκολία στην εκταμίευση του ποσού του δανείου και στους όρους των συμφωνιών αναφορικά με τη χρέωση του τόκου, δηλώνοντας ταυτόχρονα και χωρίς δισταγμό πως δεν γνώριζε οτιδήποτε για το ύψος του τόκου με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός δανείου. Ο ΜΕ1 κατέθεσε κατάσταση η οποία δείχνει τη διαμόρφωση του Euribor και του πρόσθετου επιτοκίου με τις σχετικές ενημερωτικές περί τούτου επιστολές της Εθνικής Τράπεζας ημ. 5.2.09 και 24.6.11 προς τους Εναγόμενους 1, Τεκμήριο 17 και κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, Τεκμήριο 16. Πριν την κατάθεση του Τεκμηρίου 16, ο ΜΕ1 ανέφερε πως λόγω της ιδιότητας του μπορούσε να ορκιστεί θετικά ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από την Τράπεζα έχει τη μορφή ηλεκτρονικού υπολογιστή και σε αυτό φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς όλων των πελατών της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων. Ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε ότι ο επίδικος λογαριασμός αποτελεί αντίγραφο καταχώρισης στο τραπεζικό βιβλίο με τη μορφή του ηλεκτρονικού υπολογιστή το οποίο είναι σύνηθες βιβλίο της Τράπεζας, ότι όλες οι καταχωρίσεις έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της, ότι το τραπεζικό βιβλίο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας, είναι υπό τον έλεγχο της και σε αυτόν έχουν πρόσβαση μόνο οι λειτουργοί της Τράπεζας καθώς επίσης και ότι η κατάσταση συγκρίθηκε από τον ίδιο με την αρχική καταχώριση και είναι ορθή. Αυτή η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά. Επίσης πληροί τα όσα περιέχονται στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι την κατάσταση λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Αναφορικά με το Τεκμήριο 17, η αποστολή και παραλαβή των δύο επιστολών της Εθνικής προς τους Εναγόμενους 1 παρέμεινε αναντίλεκτη και επομένως και αυτή γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Η κατάσταση με το Euribor, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, επιβεβαιώθηκε και από τη ΜΕ2 η οποία κατέθεσε εκ νέου τέτοια κατάσταση, Τεκμήριο 27, και αναφέρθηκε εκτεταμένα στο όλο ζήτημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η προσπάθεια της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση της ΜΕ2 να αμφισβητήσει την ορθότητα του Τεκμηρίου 17 παρέμεινε στο κενό. Η επίδειξη κάποιου σχετικού εγγράφου από τον δικηγόρο των Εναγομένων 2 προς τη μάρτυρα παρέμεινε αόριστη καθότι το εν λόγω έγγραφο δεν αναγνωρίστηκε από τη μάρτυρα και έτσι δεν κατατέθηκε ως Τεκμήριο, ενώ δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των Εναγομένων 2 αναφορικά με τη διαμόρφωση του Euribor κατά τον επίδικο χρόνο. Η ειλικρίνεια και ο αυθορμητισμός του ΜΕ1 διεφάνη και από τις απαντήσεις του στο θέμα του τίτλου για το ενυπόθηκο ακίνητο. Είναι γεγονός ότι κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε πως εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για την κατοικία πλην όμως κατά την αντεξέταση του επέμενε με σταθερότητα πως ο τίτλος αφορούσε σε μερίδιο του ενυπόθηκου ακινήτου και όχι σε ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας της κατοικίας και πως εν πάση περιπτώσει ουδέποτε υποβλήθηκε οποιοδήποτε αίτημα από οποιονδήποτε για την εγγραφή υποθήκης επί του συγκεκριμένου νέου τίτλου. Μάλιστα, στις επίμονες ερωτήσεις του δικηγόρου των Εναγομένων 2, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι δεν είναι νομικός για να εκφέρει άποψη επί της ερμηνείας της επιστολής προσφοράς, Τεκμήριο 6, όμως δήλωσε βάσιμα ότι για την απαλλαγή των Εναγομένων 2 θα έπρεπε να είχε προηγηθεί η εγγραφή της νέας υποθήκης επί του ξεχωριστού τίτλου στο όνομα του αγοραστή πρωτοφειλέτη, Εναγομένων 1, κατόπιν μεταβίβασης στον τελευταίο. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι απαντήσεις του ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του δεν είναι αντίθετες με τις θέσεις του κατά την κυρίως εξέταση του αλλά παρουσιάζουν συνοχή και συνέπεια. Μάλιστα ο ΜΕ1 έδωσε βάσιμες και λογικές απαντήσεις, οι οποίες βρίσκουν έρεισμα στον τίτλο ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 12, στον οποίο αναφέρεται το μερίδιο 2,51% στην κοινόκτητη ιδιοκτησία, και κυρίως παρέμειναν αναντίλεκτες όσον αφορά τη μη μεταβίβαση στον πρωτοφειλέτη και τη μη προώθηση αιτήματος για εγγραφή υποθήκης επί αυτής (της κατοικίας) καθώς επίσης και τη συνέχιση της ύπαρξης των υποθηκών επί των ενυπόθηκων ακινήτων. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο ΜΕ1 ήταν αξιόπιστος μάρτυρας και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Η ΜΕ2 ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική και επεξηγηματική ως προς τον τρόπο ετοιμασίας των αναδομημένων καταστάσεων και χρέωσης του τόκου, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι αυτές έγιναν σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε καταλήξει ότι υπήρχαν αντικανονικές χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό. Κατ΄ αρχάς επεξήγησε τη διαφορά μεταξύ των δύο καταστάσεων, Τεκμήρια 17 και 27, λέγοντας ότι το Τεκμήριο 17 δείχνει μόνο τις ημερομηνίες αλλαγής του μηνιαίου Euribor στον επίδικο λογαριασμό, ενώ το Τεκμήριο 27 δείχνει την ημερήσια διακύμανση του Euribor. Έχει ήδη λεχθεί ότι η προσπάθεια της Υπεράσπισης να αμφισβητήσει την ορθότητα του Τεκμηρίου 17 απέβη άκαρπη, ειδικότερα λαμβανομένης υπόψιν και της σαφέστατης θέσης της ΜΕ2 ότι οι μεταβολές του μηνιαίου Euribor αποτελούν αληθή αποτύπωση των μεταβολών που δημοσιεύονταν από το Reuter όπως αυτό (το Euribor) καθορίζεται από το European Money Market Institute. Μάλιστα η ΜΕ2 δήλωσε εξαρχής ότι την κατάσταση την παρέλαβε από τη Μονάδα Διαχείρισης Διαθέσιμων της Τράπεζας, όμως προέβη και η ίδια στην αναζήτηση των δεδομένων στην ιστοσελίδα Euribor - rate.eu η οποία δημοσιεύει καθημερινά το Euribor και επιβεβαίωσε την ορθότητα των μεταβολών όπως δημοσιεύτηκαν δύο εργάσιμες μέρες πριν την εκάστοτε μηναία μεταβολή, σύμφωνα με τους όρους της επιστολής προσφοράς, Τεκμήριο 6. Η ΜΕ2 ανέλυσε τον τρόπο καθορισμού του Euribor και χρέωσης του στον επίδικο λογαριασμό, εμμένοντας με σταθερότητα στην ορθότητα των δύο αυτών Τεκμηρίων (17 και 27). Ήταν ιδιαίτερα εμφανής η επιθυμία της να αναφερθεί μόνο σε όσα ενέπιπταν στη γνώση και στα καθήκοντα της δηλώνοντας ευθέως ότι δεν γνώριζε για κάποια ζητήματα, όπως π.χ. για την απόφαση για τον καθορισμό της χρέωσης των τόκων στις πιστωτικές διευκολύνσεις η οποία λαμβανόταν από την αρμόδια επιτροπή της Τράπεζας χωρίς η ίδια να είχε γνώση ή ανάμειξη, ή για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων καθότι η ίδια ουδέποτε ασχολήθηκε με τον επίδικο λογαριασμό εκτός από την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων. Η ΜΕ2 βάσιμα δικαιολόγησε τις χρεώσεις του τόκου με αναφορά στους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, οι οποίοι παρείχαν το δικαίωμα στην Τράπεζα να προβαίνει σε αλλαγή του επιτοκίου και με γνωστοποίηση στον πελάτη. Σε αυτό το πλαίσιο ανέφερε ότι στις 5.2.09 δεν άλλαξε το Euribor αλλά το πρόσθετο επιτόκιο, κατόπιν απόφασης της Τράπεζας, και αυτό επεξηγείται και στις δύο επιστολές οι οποίες στάληκαν στους Εναγόμενους 1. Η αντικειμενικότητα της μάρτυρος φάνηκε στην απάντηση της σε υποβολή για μονομερή και συνεπώς παράνομη αύξηση του επιτοκίου από την Τράπεζα, πως παρόλο που το θέμα είναι νομικό και θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, από τη στιγμή που ο πελάτης υπογράφει τη συμφωνία τότε αποδέχεται τους όρους αυτής, συμπεριλαμβανομένων και των όρων σχετικά με τη μεταβολή του επιτοκίου. Έδωσε πλήρεις και ολοκληρωμένες απαντήσεις επί τούτου, δηλώνοντας πως το επιτόκιο διαφοροποιείτο μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, βασιζόμενη πάντοτε στους όρους της συμφωνίας. Τέλος, επέμενε ότι χρησιμοποίησε ως διαιρέτη τις 365 μέρες σε όλες τις αναδομημένες καταστάσεις τις οποίες ετοίμασε. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της ΜΕ2 αναφορικά με την ορθότητα του ύψους του Euribor και του υπολογισμού του επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν κατά καιρούς ο επίδικος λογαριασμός ως πλήρως αξιόπιστη. Σε αυτό το σημείο διευκρινίζεται ότι γίνεται δεκτός ο υπολογισμός και όχι η νομιμότητα αυτών των χρεώσεων η οποία θα απασχολήσει στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Η ΜΕ2 έδωσε μια λεπτομερή περιγραφή του τρόπου ετοιμασίας των αναδομημένων καταστάσεων, Τεκμήρια 19-24, η οποία βασικά και πάλι παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και ως τέτοια γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επομένως γίνεται δεκτή η μαρτυρία της ΜΕ2 πως το Τεκμήριο 16 συνιστά τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή και πως κατόπιν οδηγιών και συνεννόησης με τους δικηγόρους των Εναγόντων ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού με βάση τις καταχωρίσεις στο ηλεκτρονικό βιβλίο που τηρούσε η Τράπεζα για τους λογαριασμούς της παραθέτοντας διάφορα εναλλακτικά σενάρια ως προς τις χρεώσεις του λογαριασμού και με τη χρήση του διαιρέτη τις 365 μέρες. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση της μάρτυρος πως οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού έγιναν από την ίδια με τη βοήθεια του προγράμματος (software) Excel το οποίο είναι εγκατεστημένο στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας. Όπως ανέφερε η ΜΕ2 και γίνεται δεκτό, η ΜΕ2 καταχώρισε στο σύστημα τα σχετικά στοιχεία και όλες τις εγγραφές που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμών τις οποίες παρουσίασε ο ΜΕ1, πλην των τόκων, ως αυτές βρίσκονται καταχωρημένες στο τραπεζικό βιβλίο (ηλεκτρονικό υπολογιστή) της Τράπεζας, και μετά υπολόγισε με συγκεκριμένες μαθηματικές εξισώσεις τόσο τους τόκους όσο και τους τόκους υπερημερίας ανάλογα με το επιλεγέν επιτόκιο και το επιτόκιο υπερημερίας στην κάθε περίπτωση. Ακολούθως η ΜΕ2 έλεγξε και επαλήθευσε ξεχωριστά την κάθε πράξη, καταχώριση και δεδομένα στις εν λόγω καταστάσεις και δηλώνει, χωρίς επιφύλαξη, ότι το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων είναι ακριβές και ορθό. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ2 και από τη στιγμή που οι αναδομημένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας το οποίο αποτελούσε το τραπεζικό της βιβλίο και μάλιστα αφορούν χαμηλότερο ποσό, και αυτές γίνονται αποδεκτές δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 274/09, ημ. 27.4.16. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή η μαρτυρία της ΜΕ2 και ως προς το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων και συγκεκριμένα ότι σε αυτές παρουσιάζονται οι ακόλουθες στήλες: • Ημερομηνία (value date), η οποία είναι η τοκοφόρος ημερομηνία σε σχέση με την εκάστοτε συναλλαγή, χρέωση ή πίστωση. Με μπλε χρώμα σημειώνονται οι ημερομηνίες στις οποίες έγινε μεταβολή του επιτοκίου και με κόκκινο αυτές στις οποίες έγινε χρέωση τόκου. • Χρέωση, ήτοι όλες οι χρεώσεις και με κόκκινο χρώμα παρουσιάζονται οι χρεώσεις τόκων. • Πίστωση, στην οποία φαίνονται οι καταθέσεις που έγιναν στον λογαριασμό. • Αριθμός Ημερών, που μεσολαβεί από τη μια καταχώριση μέχρι την άλλη. • Επιτόκιο, όπως μεταβαλλόταν στο Τεκμήριο 17. • Επιτόκιο Καθυστερήσεων, το οποίο καταβάλλεται επί του ληξιπρόθεσμου ποσού και με βάση την επιστολή προσφοράς ήταν 5%. • Υπολογισμός των Τόκων, που προκύπτει από τη μαθηματική πράξη Υπόλοιπο x Αριθμό ημερών x Επιτόκιο/365. • Τόκοι των Ληξιπρόθεσμων Ποσών, με βάση το επιτόκιο υπερημερίας και προκύπτει από τη μαθηματική πράξη Ληξιπρόθεσμο ποσό x Αριθμό ημερών x Επιτόκιο Υπερημερίας/365. • Υπόλοιπο, όπως διαμορφώνεται από τις στήλες Χρέωση και Πίστωση επί του οποίου υπολογίζονταν οι τόκοι. • Συμφωνηθείσες Δόσεις και λογισθέντες τόκοι κατά την περίοδο χάριτος και οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι όπως θα έπρεπε να καταβάλλονται με βάση την επιστολή προσφοράς. • Καταβολή Δόσης, με βάση του τι πραγματικά καταβάλλετο. • Ληξιπρόθεσμο Ποσό, το οποίο προκύπτει από τις στήλες Συμφωνηθείσες Δόσεις και Καταβολή Δόσης. Γίνεται επίσης δεκτή η μαρτυρία της ΜΕ2 πως οι αναδομημένες καταστάσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν ως διαιρέτη τις 365 μέρες, καλύπτουν την περίοδο από την ημερομηνία εκταμίευσης του ποσού του δανείου, ήτοι τις 9.5.08 μέχρι τις 21.11.11, ημερομηνία τερματισμού του δανείου, ως εξής: (
- i)Αναδομημένη κατάσταση 1, με χρέωση επιτοκίων και επιτοκίου υπερημερίας προς 5%. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €896.058,06, Τεκμήριο 19. (
- ii)Αναδομημένη κατάσταση 2, με χρέωση επιτοκίων και επιτοκίου υπερημερίας προς 2%. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €885.879,76, Τεκμήριο 20. (iii) Αναδομημένη κατάσταση 3, με χρέωση επιτοκίων και μηδενικού επιτοκίου υπερημερίας. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €879.309,26, Τεκμήριο 21. (
- iv)Αναδομημένη κατάσταση 4, με χρέωση επιτοκίων και επιτοκίου υπερημερίας προς 5% και με αφαίρεση όλων των χρεώσεων του λογαριασμού που αφορούν σε έξοδα αποστολής επιστολών, καταστάσεων λογαριασμού και έξοδα καθυστερήσεων. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €894.626,47, Τεκμήριο 22. (
- v)Αναδομημένη κατάσταση 5, με χρέωση επιτοκίων και επιτοκίου υπερημερίας προς 2% και με αφαίρεση όλων των χρεώσεων του λογαριασμού που αφορούν σε έξοδα αποστολής επιστολών, καταστάσεων λογαριασμού και έξοδα καθυστερήσεων. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €884.449,06, Τεκμήριο 23. (
- vi)Αναδομημένη κατάσταση 6, με χρέωση επιτοκίων και μηδενικού επιτοκίου υπερημερίας και με αφαίρεση όλων των χρεώσεων του λογαριασμού που αφορούν σε έξοδα αποστολής επιστολών, καταστάσεων λογαριασμού και έξοδα καθυστερήσεων. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €877.879,13, Τεκμήριο 24. Τέλος γίνεται επίσης δεκτή η κατάσταση με το σύνολο των χρεωθέντων εξόδων, Τεκμήριο 25 και το Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών Ιούνιος 2008, Τεκμήριο 26, το οποίο περιλαμβάνει τις διάφορες κατηγορίες εξόδων. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη και επομένως γίνεται δεκτή και η μαρτυρία της ΜΕ2 πως οι κατηγορίες εξόδων περιλαμβάνονται σε Πίνακα ο οποίος βρίσκεται αναρτημένος σε περίοπτη θέση σε όλα τα υποκαταστήματα της Τράπεζας και στην ιστοσελίδα της. Τα ακαδημαϊκά προσόντα, το ιστορικό απασχόλησης και η επαγγελματική εμπειρία του ΜΕ3, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά στη Γραπτή Δήλωση του, Έγγραφο 3, δεν αμφισβητήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο και επομένως γίνονται πλήρως δεκτά από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο ΜΕ3 διαθέτει τις ειδικές γνώσεις και εμπειρία ως εμπειρογνώμονας για να αναφερθεί στο θέμα της χρέωσης του τόκου προς 14% από την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ3 ανέλυσε τον τρόπο καθορισμού του επιτοκίου από ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Η βασική του θέση ήταν ότι η τιμολογιακή πολιτική και ειδικότερα το περιθώριο επιτοκίου, πέραν της ισχύουσας βάσης αναφοράς, επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος κεφαλαίου της ίδιας της τράπεζας και τον πιστωτικό κίνδυνο του κάθε πελάτη, δηλαδή τον κίνδυνο μη αποπληρωμής των υποχρεώσεων του. Σύμφωνα με τον ΜΕ3, στις περιπτώσεις καθυστερήσεων στην πληρωμή δόσεων σε δάνεια και ή υπερβάσεων πέραν των εγκεκριμένων ορίων παρατραβήγματος σε τρεχούμενους λογαριασμούς και ή οριστικών καθυστερήσεων, οι τράπεζες χρεώνουν επιτόκιο πέραν του συμβατικού το οποίο αντικατοπτρίζει το επιπλέον κόστος που επωμίζεται η τράπεζα για κάθε τέτοιο λογαριασμό. Βάσει των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, τέτοια κόστη είναι η αύξηση των προβλέψεων και κατ΄ επέκταση ισόποση δέσμευση ιδίων κεφαλαίων για εξασφάλιση έναντι πιθανής ζημιάς, περισσότερος χρόνος διοικητικού και εξειδικευμένου προσωπικού με το αντίστοιχο κόστος (άμεσο κόστος) και επιμεριζόμενα (έμμεσα) κόστη των υπαλλήλων επιτελικών-υποστηρικτικών ομάδων της τράπεζας, όπως εσωτερικός έλεγχος και κανονιστική συμμόρφωση. Ο ΜΕ3 κατέθεσε διάφορους Πίνακες τους οποίους είτε έλαβε από λειτουργούς της Τράπεζας είτε ετοίμασε ο ίδιος, Τεκμήρια 28-32, για να υποστηρίξει τη θέση του και εξήγησε ότι η Τράπεζα απώλεσε μεγάλα ποσά από τόκους που θα μπορούσε να είχε εξασφαλίσει από νέο δανεισμό στον οποίο δεν θα μπορούσε να προβεί εξαιτίας επισφαλών δανείων, όπως το επίδικο, και ότι εξαιτίας αυτών η Τράπεζα έπρεπε και δικαιούτο να χρεώνει τους λογαριασμούς των Εναγομένων από το 2013, έτος δημιουργίας των προβλέψεων της, με επιτόκιο προς 14,60% και επιπλέον 0,41% για κάλυψη των έμμεσων εξόδων της, δηλαδή συνολικά 15,01%. Ειδικότερα, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι βάσει των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, η ύπαρξη καθυστερήσεων στην πληρωμή δόσεων σε δάνεια και ή υπερβάσεων πέραν των εγκεκριμένων ορίων παρατραβήγματος σε τρεχούμενους λογαριασμούς δημιουργεί την ανάγκη για τη δημιουργία προβλέψεων για τους συγκεκριμένους λογαριασμούς. Όπως εξήγησε η ύπαρξη καθυστερήσεων και ή υπερβάσεων αποτελεί ένδειξη για ανικανότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του και έτσι η τράπεζα αναγκάζεται να προβεί σε απομείωση της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων, ήτοι των δανείων, στις οικονομικές καταστάσεις αντικατοπτρίζοντας έτσι το ύψος της πιθανής ζημιάς. Βάσει των συσσωρευμένων προβλέψεων στο τέλος κάθε λογιστικού έτους, η τράπεζα οφείλει να δεσμεύσει ισόποσα ίδια κεφάλαια για εξασφάλιση έναντι πιθανών ζημιών που θα προκύψουν από αυτούς τους λογαριασμούς στο μέλλον. Ο ΜΕ3 συνέχισε ότι με βάση την ισχύουσα τραπεζική πρακτική, τη ρευστότητα και τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας της κάθε τράπεζας και της πολιτικής που εκδίδει ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός, ήτοι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η κάθε τράπεζα έχει τη δυνατότητα να παραχωρεί δάνεια πολλαπλάσια των ιδίων κεφαλαίων της. Οι λογαριασμοί σε καθυστέρηση και ή υπέρβαση παίρνουν περισσότερο βάρος στη στάθμιση με αποτέλεσμα να μεγαλώνει ο παρονομαστής και να μικραίνει το αποτέλεσμα του κλάσματος, ήτοι ο δείκτης. Σε τέτοια περίπτωση η τράπεζα για να βελτιώσει τον δείκτη προς ικανοποίηση των κριτηρίων των εποπτικών αρχών, θα πρέπει να βρει νέα κεφάλαια για ενίσχυση του αριθμητή του κλάσματος και ταυτόχρονα να σταματήσει τον νέο δανεισμό για σταθεροποίηση του παρονομαστή. Ο ΜΕ3 κατέθεσε Πίνακα υπό τον τίτλο Ύψος Δανείων/Ιδίων Κεφαλαίων και Εποπτικοί Δείκτες, Τεκμήριο 28, τον οποίο έλαβε από τον κ. Κ. Μαραθοβουνιώτη, Διευθυντή Διαχείρισης Κινδύνων της Τράπεζας, στον οποίο φαίνονται, μεταξύ άλλων, τα ίδια κεφάλαια από το 2012 μέχρι και τις 31.12.19, το σύνολο των διευκολύνσεων (πριν τις προβλέψεις), ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας από το 2012 μέχρι και τις 31.12.19, ο ελάχιστος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας που καθορίζει η εποπτική αρχή για την Τράπεζα και το πολλαπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων που η Τράπεζα μπορεί να δανείζει σύμφωνα με τον εν λόγω δείκτη. Όπως ανέφερε ο ΜΕ3, σύμφωνα με τον Πίνακα, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (SREP) που καθόρισε η εποπτική αρχή για την Τράπεζα ανέρχεται στις 31.12.13 στο 14,80% και επομένως αυτή θα μπορούσε να δώσει δάνεια μέχρι και 6,76 φορές των ιδίων κεφαλαίων της. Ως εκ τούτου, η δέσμευση ιδίων κεφαλαίων ως εξασφάλιση έναντι των προβλέψεων που αναγκαστικά δημιούργησε η Τράπεζα, περιορίζει τη δυνατότητα της να προχωρήσει σε νέο δανεισμό, δηλαδή μειώνονται τα διαθέσιμα ίδια κεφάλαια που θα υποστηρίζουν τον νέο δανεισμό και ταυτόχρονα ικανοποιούν τα κριτήρια της εποπτικής αρχής. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Τεκμηρίου 28, η Τράπεζα θα μπορούσε να είχε δανεισμένα χρήματα σε πελάτες μέχρι και 7,43 φορές τα κεφάλαια της στις 31.12.12 και αντίστοιχα 6,76 φορές στις 31.12.13, όμως σύμφωνα με τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της για τα έτη 2012 και 2013, η Τράπεζα είχε δάνεια 8,72 φορές τα ίδια κεφάλαια στις 31.12.12 και 8,30 φορές στις 31.12.13. Ο ΜΕ3 πρόσθεσε ότι με βάση τα πιο πάνω και την πληροφόρηση που είχε από τον κ. Ν. Θεοδοτίδη, επικεφαλή υποδιεύθυνσης της Διεύθυνσης Οριστικών Καθυστερήσεων της Τράπεζας, για τις συσσωρευμένες προβλέψεις έναντι των καθυστερήσεων από το 2013, χρονιά που για πρώτη φορά δημιουργήθηκε πρόβλεψη για πιθανές μελλοντικές ζημιές, μέχρι και τις 30.4.20, όπως φαίνεται στον Πίνακα με Προβλέψεις Ανά Έτος, Τεκμήριο 29, ο ΜΕ3 ετοίμασε Πίνακα με τίτλο Εν Δυνάμει Δανεισμός για τα Ποσά των Προβλέψεων για τους Λογαριασμούς των Εναγομένων, Τεκμήριο 30 και Πίνακα με το Κόστος Ευκαιρίας (Διαφυγών Χρεωστικός Τόκος), Τεκμήριο 31. Στον Πίνακα, Τεκμήριο 30, ο ΜΕ3 παραθέτει το ύψος του νέου δανεισμού που η Τράπεζα θα μπορούσε να παραχωρήσει ανά έτος αν δεν υπήρχε η ανάγκη δέσμευσης ιδίων κεφαλαίων λόγω των αυξημένων προβλέψεων, θεωρώντας ότι η διάρκεια αποπληρωμής είναι 15 έτη και με επιτόκιο 4% ως λογικό επιτόκιο για επιχειρηματικά δάνεια. Στον Πίνακα, Τεκμήριο 31, γίνεται ο υπολογισμός των τόκων που θα αντιστοιχούσαν σε αυτόν τον νέο δανεισμό με βάση επιτόκιο 4%. Τέλος, ο ΜΕ3 έλαβε από τον κ. Ι. Μιχαήλ, Διευθυντή της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας, Πίνακα υπό τον τίτλο Άμεσα/Έμμεσα Λειτουργικά Κόστη, Τεκμήριο 32, και μέσα από όλα αυτά διεφάνη ότι το επιτόκιο που έπρεπε να φέρουν οι λογαριασμοί των Εναγομένων ως αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστησαν επειδή αυτοί παρουσίαζαν καθυστερήσεις πρέπει να ανέρχεται σε 14,60%, ποσοστό που προκύπτει από την απώλεια ποσού-τόκου €1.122.411 που φαίνεται στον Πίνακα Κόστος Ευκαιρίας, πλέον το ποσοστό των άμεσων και έμμεσων κόστων στον αντίστοιχο Πίνακα (+ 0,23% και + 0,18% αντίστοιχα), δηλαδή σύνολο 15,01%, ποσοστό το οποίο δικαιολογεί τη χρέωση του επιτοκίου του 14% μετά τον τερματισμό. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ΜΕ3 ανέφερε ότι οι υπολογισμοί του έγιναν για τη ζημιά από το 2014 και μετέπειτα, βασιζόμενος στις προβλέψεις της Τράπεζας οι οποίες έγιναν για πρώτη φορά το 2013. Επίσης ανέφερε ότι δεν έλαβε υπόψιν τη ρευστότητα της Τράπεζας κατά τα αντίστοιχα έτη, προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι η Τράπεζα θα μπορούσε μεν να έχει ρευστότητα όμως λόγω της επερχόμενης οικονομικής κρίσης να μην δανείζει χρήματα. Επομένως, αυτή είναι μια παράμετρος η οποία σαφώς δεν λήφθηκε καθόλου υπόψιν από τον μάρτυρα. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω από τη μαρτυρία του ΜΥ1 με παραπομπή στις οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας, το ίδιο ισχύει και για τα κεφάλαια, δηλαδή από το 2014 και μετά η Τράπεζα είχε πλεόνασμα κεφαλαίων, αλλά λόγω της οικονομικής κρίσης, των πολιτικών της κ.λπ. επέλεξε να μην δανείζει. Ο ΜΕ3 δήλωσε πως δεν γνώριζε πληροφορίες για την πώληση δανείων, όμως εξέφρασε την άποψη, χωρίς να είναι βέβαιος, ότι η απάλειψη δανείων από τον ισολογισμό της Τράπεζας μείωσε τα υπόλοιπα υπό διαχείριση και αντιστοίχως τα κόστη άμεσα ή έμμεσα, και επομένως το ποσοστό επί των υπολοίπων υπό διαχείριση θα παρουσίασε αύξηση. Επομένως, ο ΜΕ3 δεν γνώριζε ούτε γι΄ αυτό το στοιχείο το οποίο προφανώς δεν συνεκτίμησε για να προβεί στους υπολογισμούς και τοποθετήσεις του. Ο ΜΕ3 αναγνώρισε ότι η πολιτική της Τράπεζας δυνατόν να είναι είτε ότι έχει μετρητά βάσει κεφαλαίων αλλά δεν δανείζει είτε ότι δεν έχει μετρητά να δανείσει, και ότι το 2013 ήταν μια από τις δυσκολότερες και αβέβαιες χρονιές για την οικονομία γενικά. Δήλωσε ότι το 2013 η Τράπεζα είχε ήδη δανείσει περισσότερα από τα κεφάλαια της και επομένως είχε μια τρομερή αύξηση των προβλέψεων της, με αποτέλεσμα να μην υπήρχε περιθώριο δανεισμού και άρα μη δυνατότητα είσπραξης τόκου. Ο ΜΕ3 δήλωσε πως δεν έλεγξε τα στοιχεία τα οποία του δόθηκαν από την Τράπεζα. Παρά τη βάσιμη θέση του ότι δεν υπήρχε λόγος να τα αμφισβητήσει, εντούτοις τελικώς ο μάρτυρας δήλωσε ότι του δόθηκαν τα στοιχεία μόνο για τα έτη 2009-2015 και λόγω πίεσης χρόνου ο Οικονομικός Διευθυντής δεν μπόρεσε να του δώσει τα στοιχεία για τα έτη 2016-2019, υποχρεώνοντας τον μάρτυρα να προβεί πλέον σε δικούς του υπολογισμούς και χρησιμοποιώντας δικό του Πίνακα τον οποίο είχε στην κατοχή του για άλλες προηγούμενες τέτοιες διεργασίες. Μάλιστα ο ίδιος έλαβε υπόψιν τη διακύμανση των υπολοίπων προς διαχείριση για τα έτη 2009-2015 που υπήρχε μια ομαλή κατάσταση και επομένως ο ίδιος θεώρησε ως δίκαιους τους υπολογισμούς του, οι οποίοι όμως σαφώς βασίζονται σε δικές του και αυθαίρετες υποθέσεις. Αξίζει να σημειωθούν οι αναφορές του ότι «. λόγω έλλειψης χρόνου . ο οικονομικός διευθυντής . δεν μπορούσε να μου περάσει τα νούμερα για τις μετέπειτα χρονιές και ως εκ τούτου εγώ χρησιμοποίησα πίνακα, τον οποίον είχα στην κατοχή μου από προηγούμενα έργα, παρόμοιας φύσης με την τράπεζα και επειδή η αναλογία μεταξύ άμεσων και υπόλοιπων υπό διαχείριση πάνω-κάτω είναι η ίδια, άρα χρησιμοποίησα τα νούμερα τα συγκεκριμένα ενδεχομένως .» και ότι «για χάριν ευκολίας και επειδή έπρεπε να κάνουμε τη δουλειά μας σε σύντομο χρονικό διάστημα.» προέβη στους υπολογισμούς του, θέσεις οι οποίες δεν κρίνονται επαγγελματικές και υπεύθυνες αλλά μάλλον επιπόλαιες. Ενδεικτική του τρόπου ετοιμασίας των Πινάκων και κατάληξης των συμπερασμάτων του μάρτυρος είναι και η αναγνώριση και παραδοχή του πως χρησιμοποίησε σταθερά το 0,41% για όλα τα έτη θεωρώντας το δίκαιο, ενώ δεν ήταν βέβαιος για την ακριβή διακύμανση αυτού. Εξ ου και συμφώνησε με την ερώτηση του δικηγόρου των Εναγομένων 2 πως δεν γνώριζε κατά πόσο αυτό μπορεί να ήταν 0,20 ή 1,20%. Περαιτέρω, ο ΜΕ3 προέβη στους υπολογισμούς του σε σχέση με επιχειρηματικά δάνεια, για τα οποία εκ πείρας η Τράπεζα χρέωνε 5% και έτσι αυτός χρησιμοποίησε «εμπειρικά» το 4%, ενώ αναγνώρισε ότι για τα στεγαστικά δάνεια χρησιμοποιείτο ψηλότερο επιτόκιο, της τάξης του 7-9%. Δικαιολόγησε τη χρήση ενός σταθερού επιτοκίου για απλοποίηση των δεδομένων, θεωρώντας ότι χρησιμοποίησε ένα σχετικά χαμηλό επιτόκιο για να είναι δίκαιο προς τους Εναγόμενους. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ3, διαφαίνεται κατ΄ αρχάς ότι αυτός προέβη σε υπολογισμούς από το 2014 και μετέπειτα, αγνοώντας πλήρως τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία τερματισμού του επίδικου λογαριασμού, 21.11.11, μέχρι και τις αρχές του 2014. Επίσης, μέσα από την αντεξέταση του προκύπτει ότι αυτός δεν είχε ενώπιον του όλα τα απαραίτητα στοιχεία από την Τράπεζα, και κυρίως τις προβλέψεις στις οποίες ουσιαστικά στηρίχθηκε, ούτε και έλαβε υπόψιν και κάποια άλλα στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την όλη εικόνα, όπως π.χ. τη ρευστότητα της Τράπεζας ή την πώληση δανείων η οποία πιθανόν να επηρέαζε τα κόστη, τα οποία (στοιχεία) ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο ετοιμασίας της μελέτης του, αλλά επέλεξε να προβεί σε καθαρά δικούς του και αυθαίρετους υπολογισμούς οι οποίοι έγιναν κατά προσέγγιση και χωρίς να βασίζονται σε συγκεκριμένα και αξιόπιστα δεδομένα. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ3, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ως θέμα κοινής λογικής για κάθε δάνειο η Τράπεζα χρειάζεται να κρατά κάποια κεφάλαια για να μπορεί να καλύπτει τις μη αναμενόμενες ζημιές σε περίπτωση που το δάνειο καταστεί προβληματικό. Σύμφωνα με τους εποπτικούς κανονισμούς, τα απαιτούμενα κεφάλαια αυξάνονται όταν το δάνειο καταστεί προβληματικό, δημιουργώντας έτσι και αυξημένο κόστος για την Τράπεζα. Αντί να υπολογιστεί αυτό το κόστος, ο ΜΕ3 υπολόγισε σε μια εντελώς θεωρητική βάση το διαφυγόν κέρδος και στηρίχθηκε σε ελλιπή στοιχεία και αυθαίρετα ποσοστά. Το Δικαστήριο θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό το ότι τα συμπεράσματα του ΜΕ3 δεν επιβεβαιώνονται αλλά φαίνεται να αναιρούνται σε κάποιον βαθμό από το περιεχόμενο των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2015-2019, τις οποίες κατέθεσε ο ΜΥ1. Και τούτο καθότι, στον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους της Τράπεζας, ο ΜΕ3 δεν έλαβε καθόλου υπόψιν και παραγνώρισε εντελώς το γεγονός ότι για τα έτη 2015-2019 η Τράπεζα είχε το πλεόνασμα κεφαλαίων και επομένως τη δυνατότητα, για κάποια έτη αρκετά μεγάλη μάλιστα, να προβεί σε δανεισμό, όμως δεν το έπραξε κατόπιν δικής της πολιτικής και συνεπεία και της οικονομικής κρίσης. Η κατοχή κεφαλαίων ενόσω η Τράπεζα δεν δάνειζε χρήματα σαφώς επηρεάζει τον βαθμό και την έκταση του διαφυγόντος κέρδους. Με άλλα λόγια, το διαφυγόν κέρδος αυξάνεται αν η Τράπεζα δεν έχει καθόλου κεφάλαια για δανεισμό και μειώνεται αναλόγως των κεφαλαίων που διαθέτει αλλά δεν δανείζει. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι ο ΜΕ3 πρόσφερε έγκυρη επιστημονική και αξιόπιστη μαρτυρία και ως τέτοια δεν γίνεται δεκτή. Και ο ΜΥ1 με τη σειρά του ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι κατέχει τα αναγκαία ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα ως επίσης και την εμπειρία για να θεωρείται ως εμπειρογνώμονας στην έκφραση γνώμης ως προς τη χρέωση του επιτοκίου. Σημειώνεται ότι τα προσόντα και η πείρα του μάρτυρος δεν αμφισβητήθηκαν από την άλλη πλευρά. Το γεγονός ότι ο ΜΥ1 εργάζεται στην εταιρεία Michalis Avraam & Partners Ltd, η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή ελεγκτικών, λογιστικών, συμβουλευτικών και φορολογικών υπηρεσιών, και ότι ο κ. Αβραάμ διορίστηκε από τον Οκτώβριο του 2017 ως Παραλήπτης Διαχειριστής των Εναγομένων 2, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία του μάρτυρος. Και τούτο καθότι η μαρτυρία του περιορίστηκε στο περιεχόμενο των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2013 μέχρι και 2017 ως επίσης και των Πινάκων τους οποίους κατέθεσε ο ΜΕ3. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 κατέθεσε τις οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας για τα έτη 2013-2017 ως Τεκμήρια 33-37 και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αυτές είναι οι οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας όπως έχουν ετοιμαστεί και δημοσιευτεί. Βάσει αυτών, ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στην απομείωση για κάθε έτος, και ειδικότερα για τα ποσά των €15.968,474, €13.961,813, €5.649,412, €8.797,975 και €15.217,564 για τα έτη 2013-2017 αντίστοιχα. Βασιζόμενος στον Πίνακα, Τεκμήριο 28, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι για τα έτη 2015 μέχρι και 2019 η Τράπεζα είχε την κεφαλαιακή επάρκεια βάσει του δείκτη SREP να χορηγήσει δάνεια αλλά δεν το έπραξε. Ειδικότερα, για το έτος 2015, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 7,3 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 5,27 φορές, για το 2016, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 6,98 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 5,14 φορές, για το έτος 2017, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 6,45 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 4,22 φορές, για το έτος 2018, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 6,2 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 2,55 φορές και για το έτος 2019, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 5,79 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 2,42 φορές. Ως εκ τούτου ήταν η κατάληξη του ΜΥ1 ότι ο δείκτης δείχνει τον ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που καθορίζει η εποπτική αρχή για την Τράπεζα και ότι η αξίωση της Τράπεζας για τα απολεσθέντα κέρδη δεν είναι βάσιμη και αξιόπιστη καθότι δεν λαμβάνει υπόψιν τα ανωτέρω. Κατά την αντεξέταση του, έγινε προσπάθεια από την πλευρά των Εναγόντων να καταδειχθεί ότι η απομείωση πιθανόν να προκύπτει από παλιά δάνεια, όπως το επίδικο, και επομένως η μη δυνατότητα νέου δανεισμού να οφείλεται στη μη εξυπηρέτηση πιο παλαιών δανείων. Ο ΜΥ1 έδωσε ολοκληρωμένη και βάσιμη απάντηση, παραπέμποντας στις οικονομικές καταστάσεις του 2013 όπου αναγράφεται ότι η Τράπεζα είχε επηρεαστεί αρνητικά λόγω της κρίσης των τραπεζών και γι΄ αυτό δεν ήταν σε θέση να υλοποιήσει πράξεις. Ήταν δε σταθερός και σαφής στην απάντηση του ότι παρόλο που η Τράπεζα δεν είχε τη δυνατότητα δανεισμού για τα έτη 2012-2014, εντούτοις φαίνεται ότι είχε τέτοια δυνατότητα για τα μετέπειτα έτη όμως ακριβώς λόγω της κρίσης δεν έδινε δάνεια, αντικρούοντας με επάρκεια τη θέση του ΜΕ3 περί μη κεφαλαιουχικής επάρκειας της Τράπεζας να προβαίνει σε δανεισμό. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του ΜΥ1 κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο ως μέρος των ευρημάτων του. Στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής της Αγωγής, θα πρέπει πρώτα να λεχθεί ότι το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγόντων, το οποίο περιλαμβάνει την επίδικη συμφωνία δανείου, επικυρώθηκε με δικαστικό διάταγμα, Τεκμήριο 3. Επομένως, οι Ενάγοντες έχουν πλέον υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την Εθνική Τράπεζα έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου και των εξασφαλίσεων αυτής, ήτοι εγγυήσεων, υποθηκών και εκχώρησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18
(3)(α) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15. Περαιτέρω, το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/15 προβλέπει πως οποιαδήποτε νομική διαδικασία η οποία, όπως η παρούσα, εκκρεμούσε κατά τον χρόνο μεταβίβασης συνεχίζεται κανονικά με την αυτόματη αντικατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή των διευκολύνσεων και η εν λόγω αντικατάσταση πραγματοποιείται με την καταχώριση σχετικής ειδοποίησης αντικατάστασης στο Πρωτοκολλητείο, η οποία τέτοια ειδοποίηση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου με ημερομηνία 5.2.
- Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες δύνανται να προωθούν την παρούσα Αγωγή. Παρέμεινε αναντίλεκτο και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγόντων, από τις 21.12.18 η Εθνική Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης προς τους Ενάγοντες αναφορικά με τις επίδικες πιστώσεις και εξασφαλίσεις καθώς επίσης και για άλλα συναφή θέματα. Αυτές οι υπηρεσίες διαχείρισης παρέχονται από τη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Εθνικής Τράπεζας όπου εργάζεται ο ΜΕ
- Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
- i)Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
- ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αποτέλεσε κοινό έδαφος η αποστολή της επιστολής προσφοράς ημ. 9.5.08, Τεκμήριο 6, και η υπογραφή αυτής από τους Εναγόμενους 1 ως επίσης και η υπογραφή της συμφωνίας δανείου ημ. 9.5.08, Τεκμήριο 5. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι η συμφωνία είναι η βασική συμφωνία δανείου η οποία περιέχει τους γενικούς όρους αυτής και η επιστολή προσφοράς αποτελεί μέρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας και περιέχει τους ειδικούς όρους αυτής. Ως εκ τούτου έχει καταδειχθεί η σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου ημ. 9.5.08 μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγομένων 1 για την παραχώρηση στους τελευταίους δανείου ύψους €720.000 για την αγορά έτοιμης κατοικίας σε συγκρότημα το οποίο ανήγειραν οι Εναγόμενοι 2. Η αποδοχή της εν λόγω διευκόλυνσης από τους Εναγόμενους 1 και η εξουσιοδότηση για υπογραφή της σχετικής συμφωνίας έγινε κατόπιν απόφασης ημ. 3.4.08 του διοικητικού συμβουλίου της, Τεκμήριο 18. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής προσφοράς, η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν σε 10 έτη με μηνιαίες δόσεις εκ €10.000, η πρώτη δόση πληρωτέα την 1.4.10. Η επιστολή προσφοράς περιείχε όρους για τις εξασφαλίσεις, για τον τόκο ως επίσης και για τις προμήθειες, επιβαρύνσεις και άλλα έξοδα. Η εκταμίευση του ποσού του δανείου και η κατάθεση του στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 υπ΄ αρ. XXXXX616-3 ο οποίος στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις με αρ. XXXXX078-1, είναι επίσης κοινώς παραδεκτή. Κοινό έδαφος αποτέλεσε και η ανάληψη ολόκληρου του ποσού του δανείου μεταξύ των ημερομηνιών 9.5.08 και 16.3.09. Αυτά τα στοιχεία φαίνονται άλλωστε στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, η οποία αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Αποτέλεσε επίσης κοινό έδαφος η υπογραφή στις 9.5.08 του Εγγράφου Εγγύησης και Αποζημίωσης από τους Εναγόμενους 2, Τεκμήριο 7, ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 προς την Τράπεζα. Η υπογραφή της εγγύησης έγινε κατόπιν απόφασης ημ. 3.4.08 του διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων 2 για την παροχή τέτοιας εγγύησης και την εξουσιοδότηση του κ. Χ. Καραολή να υπογράψει αυτή, Τεκμήριο 18. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 προς την Τράπεζα οι Εναγόμενοι 2 παραχώρησαν τις υποθήκες XXXXX/06 για το ποσό των ΛΚ400.000 (€683.440,58) πλέον τόκο και έξοδα, XXXXX/06 για το ποσό των ΛΚ400.000 (€683.440,58) πλέον τόκο και έξοδα και XXXXX/06 για το ποσό των ΛΚ120.000 (€205.032,17) πλέον τόκο και έξοδα, αναφορικά με το μερίδιο 746/7458 οι δύο πρώτες και το μερίδιο 224/7458 η τρίτη, στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX, Φ./Σχ. 54/44, Τεμ. XXXXX και XXXXX αντίστοιχα, κατόπιν μεταβίβασης των ενυπόθηκων ακινήτων με τις υποθήκες από τη Sunsmile στους Εναγόμενους 2, Τεκμήρια 8-10 αντίστοιχα. Οι εν λόγω υποθήκες διασπάστηκαν τον Δεκέμβριο του 2008 και στους Εναγόμενους 2 μεταβιβάστηκαν και μεταφέρθηκαν οι υποθήκες με νέους αριθμούς XXXXX/2006, XXXXX/2006 και XXXXX/2006. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν συμφωνία εκχώρησης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου το οποίο φέρει ημερομηνία 19.5.08 μεταξύ τους και των Εναγομένων 2, Τεκμήριο 13. Για την επίδικη κατοικία στις 4.11.10 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, στο όνομα των Εναγομένων 2, Τεκμήριο 12. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την κατοικία, οι Υποθήκες XXXXX/06, XXXXX/06, XXXXX/06 και XXXXX/06 μεταφέρθηκαν με τη συγκατάθεση των Εναγόντων επί του ξεχωριστού τίτλου με αρ. 0/XXXXX, κάτι το οποίο έγινε με όλους τους χωριστούς τίτλους που προέκυψαν από τους τίτλους με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX. Επί του χωριστού τίτλου της επίδικης κατοικίας με αρ. εγγραφής 0/XXXXX δεν προηγείται οποιαδήποτε άλλη υποθήκη των προαναφερομένων υποθηκών. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 και όπως παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους για αποπληρωμή του δανείου με βάση τους όρους της συμφωνίας, με αποτέλεσμα κατά τον Οκτώβριο του 2011 ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 να παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους, σύμφωνα με την Τράπεζα, €256.316,06. Έτσι η Τράπεζα απέστειλε προειδοποιητική επιστολή ημ. 4.10.11 προς τους Εναγόμενους 1 με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 ζητώντας άμεση εξόφληση του δανείου, Τεκμήριο 14. Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και ακολούθως στις 3.1.12 η Τράπεζα απέστειλε στους Εναγόμενους 1, με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2, επιστολή τερματισμού της συμφωνίας δανείου, με την οποία κοινοποίησαν τον τερματισμό του λογαριασμού από τις 21.11.11 και τους κάλεσαν να ξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, Τεκμήριο 15. Αξίζει εδώ να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός στην Υπεράσπιση περί μη παραλαβής της προειδοποιητικής και της επιστολής τερματισμού δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι η προειδοποιητική επιστολή και η επιστολή τερματισμού ταχυδρομήθηκαν κανονικά στη διεύθυνση των Εναγομένων 2 και δεν έχουν επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, τότε τεκμαίρεται η παραλαβή τους. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 στις οποίες αναγνωρίστηκε το τεκμήριο της παραλαβής επιστολής από τη στιγμή που έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. Αντίστοιχα το Δικαστήριο ικανοποιείται και για την αποστολή προς και παραλαβή των δύο αυτών επιστολών από τους Εναγόμενους 1. Με βάση τα ανωτέρω, έχει καταδειχθεί η σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και η παραχώρηση των εξασφαλίσεων, εγγυήσεων, υποθηκών και εκχώρησης αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, η παράβαση των όρων της συμφωνίας από τους Εναγόμενους 1 και ο τερματισμός της συμφωνίας. Παρόλο που επήλθε τερματισμός στην προκειμένη περίπτωση, εντούτοις θα πρέπει να λεχθεί ότι επειδή αυτή αφορά σε δάνειο, η νομολογία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 1322, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.» Το ίδιο και για τη 2η εφεσίβλητη, η οποία δεσμεύτηκε με όρο ότι θα ευθυνόταν για το χρέος ως πρωτοφειλέτιδα και επομένως η ευθύνη της δεν ήταν μόνο δευτερεύουσα - «collateral» - που αλλιώς θα αντικριζόταν. Παράδειγμα προσφέρει η MS Fashions Ltd and Others (ανωτέρω). Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε στη Lombard Natwest Ltd (ανωτέρω), ακόμα και αναγκαία να είναι η απαίτηση πληρωμής, αυτή: «δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του.» Τέλος υπενθυμίζουμε την Ioannou v. Hasan (ανωτέρω) όπου, με δεδομένο ότι χρειαζόταν απαίτηση πληρωμής, κρίθηκε ότι η ίδια η αγωγή αποτελούσε επαρκή απαίτηση και ότι το θέμα των εξόδων ρυθμιζόταν εν συνεχεία ανάλογα με την περίπτωση.» Είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της συμφωνίας δανείου, το ύψος του οποίου αποτελεί κοινό έδαφος ότι είναι επίδικο και επομένως παραμένει προς εξέταση. Πριν την ενασχόληση με αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να αναφέρει ότι η βασική εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων 2 περί απαλλαγής τους από τη συμφωνία εγγύησης λόγω ικανοποίησης του όρου για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την επίδικη κατοικία δεν δύναται να εξεταστεί καθότι δεν δικογραφείται. Το περιεχόμενο της Υπεράσπισης έχει ήδη περιγραφεί ανωτέρω. Όσον αφορά τις παρ. 6 και 7 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία εγγύησης, προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί στην τροποποιημένη Υπεράσπιση. Στην παρ. 11 γίνεται παραδεκτή η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης και προβάλλεται ισχυρισμός ότι αυτή είναι άκυρη και ή δεν δεσμεύει τους Εναγόμενους 2 καθότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν οποιονδήποτε εκ μέρους τους να υπογράψει αυτή, κάτι το οποίο ήταν εν γνώσει των Εναγόντων. Στην παρ. 12 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία υπεγράφη κατόπιν οικονομικών πιέσεων και παρατίθενται λεπτομέρειες και στην αμέσως επόμενη παρ. 10 (προφανώς υπάρχει λανθασμένη αρίθμηση) γίνεται άρνηση της παρ. 7 και αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι 2 ουδέποτε παραιτήθηκαν από οποιαδήποτε νόμιμα δικαιώματα τους και ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην παράταση χρόνου στους Εναγόμενους 1 για την εκπλήρωση της συμφωνίας δανείου και ή στην τροποποίηση οποιουδήποτε όρου χωρίς τη συναίνεση των Εναγομένων 2 και πως σε περίπτωση συμβιβασμού μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 η συμφωνία εγγύησης θα εξακολουθούσε να είναι δεσμευτική, και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 2 απαλλάγηκαν από κάθε ευθύνη ως εγγυητές των Εναγομένων 1. Έχει ήδη διαφανεί ότι ο ισχυρισμός για μη δέουσα εξουσιοδότηση δεν προωθήθηκε από την Υπεράσπιση, ο ισχυρισμός για οικονομικές πιέσεις εγκαταλείφθηκε με ρητή δήλωση του δικηγόρου ενώ ο ισχυρισμός της παρ. 10 και πάλι δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Το Δικαστήριο διατηρεί τη θέση πως ο ισχυρισμός για ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης λόγω της εκπλήρωσης κάποιου εκ των όρων της συμφωνίας δανείου θα έπρεπε να δικογραφηθεί ειδικά και με σαφήνεια καθότι πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος άπτεται της εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας εγγύησης σε συγκεκριμένη βάση. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 η οποία αφορούσε απαίτηση για προμήθεια για την εξεύρεση αγοραστή μετοχών του εφεσείοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η εφεσίβλητη είχε εκτελέσει την εντολή να εισπράξει προμήθεια από τον εφεσείοντα, πλην όμως προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το εν λόγω δικαίωμα της εφεσίβλητης είχε απωλεσθεί διότι η εφεσίβλητη είχε ταυτόχρονα, χωρίς τη γνώση του εφεσείοντος, εισπράξει προμήθεια και από τον αγοραστή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν προέκυπτε από την υπεράσπιση και επομένως δεν τον εξέτασε. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση λέγοντας τα εξής: «Εφόσον είναι παραδεκτό ότι οι εφεσίβλητοι εισέπραξαν προμήθεια από τη συμφωνηθείσα μεταβίβαση των μετοχών και από τον αγοραστή, εισηγήθηκε ο δικηγόρος του εφεσείοντα, η απαίτηση για προμήθεια πρέπει να κριθεί απαράδεκτη και η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου περί του αντιθέτου να ανατραπεί. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα πρωτογενή γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί, ορθά κατά την κρίση μας, ενόψει του ότι αυτά ανάγονται κατά κύριο λόγο στην εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Οι εφεσίβλητοι αμφισβητούν ότι ο λόγος που έχει προβληθεί μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο έφεσης ενόψει του ότι ευρίσκετο εκτός του πλαισίου των επίδικων θεμάτων. Στην πραγματικότητα δεν αποτέλεσε, όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσίβλητων, θέμα της αγωγής παρά τη συμπτωματική αναφορά που έγινε στο γεγονός της είσπραξης προμήθειας από τον αγοραστή. Ως γεγονός, η αναφορά στην είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή έγινε συμπτωματικά με την περιγραφή των συνθηκών τελείωσης της συμφωνίας για την πώληση των μετοχών. Προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι μετά την αποκάλυψη του γεγονότος αυτού απασχόλησε το δικηγόρο του εφεσείοντα η πιθανότητα τροποποίησης της υπεράσπισης αλλά τελικά δεν επεδιώχθη και τοιουτοτρόπως αφέθη ανέπαφος ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων από τη δικογραφία. Η διαπίστωση αυτή θέτει το λόγο που έχει προβληθεί προς υποστήριξη της έφεσης εκτός των θεμάτων της δίκης. Εξέταση του σ' αυτό το στάδιο θα προκαλούσε όχι μόνο αιφνιδιασμό στους εφεσίβλητους αλλά συγχρόνως θα τους αποστερούσε το δικαίωμα να απαντήσουν, το οποίο θα είχαν αν ο εφεσείων προέβαινε σε τροποποίηση της υπεράσπισης του. Η θέση των εφεσίβλητων κρίνεται ορθή. . Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. Αν τους παρείχετο η ευκαιρία απάντησης στους ισχυρισμούς του εφεσείοντα, οι εφεσίβλητοι θα είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, εισηγήθηκε ο δικηγόρος τους, ότι η είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή ήταν εν γνώσει και έγινε με τη συγκατάθεση του εφεσείοντα καθώς και σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή πρακτική. Ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της έφεσης δεν είχε εγερθεί ρητά με την υπεράσπιση. Εισηγήθηκε όμως, ότι είχε εγερθεί έμμεσα με τη γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην απαίτηση προς υποστήριξή της· όπως επίσης και με την αναφορά, που έγινε, ομολογουμένως συμπτωματική, κατά τη διάρκεια της δίκης. Δε συμφωνούμε. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική. Περαιτέρω η άρνηση της απαίτησης με τη διατύπωση της σε ξεχωριστή παράγραφο δεν μπορεί να διαχωρισθεί από το πλαίσιο της υπεράσπισης το οποίο στοιχειοθετείται από το σύνολο των ισχυρισμών που εκτίθενται στο σχετικό κείμενο της δικογραφίας. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων εκτός από την άρνηση της απαίτησης προσδιόρισε και τα θετικά γεγονότα τα οποία την καθιστούσαν ανεδαφική. Το γεγονός ότι το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την επανεξέταση του εφεσείοντα επέτρεψε αναφορά και στα γεγονότα που αφορούν την είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή δεν μεταβάλλει τα επίδικα θέματα και έρχεται μάλιστα σε αντίθεση με την προηγούμενη άρνηση του δικαστηρίου να επιτρέψει διερεύνηση του ιδίου θέματος κατά τη διάρκεια της δίκης. Συγκεκριμένα το δικαστήριο ανέφερε ότι η μαρτυρία για την είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή βρισκόταν εκτός του πεδίου των επίδικων θεμάτων και για τον λόγο αυτό έπρεπε να αγνοηθεί εκτός αν επιδιωκόταν η τροποποίηση της υπεράσπισης. Με το ίδιο πνεύμα έπρεπε να είχε κριθεί και το αίτημα του εφεσείοντα για την εξέταση του θέματος κατά την επανεξέταση του εφεσείοντα. Δηλαδή αν πράγματι το θέμα είχε θιγεί κατά την αντεξέτασή του έπρεπε να αγνοηθεί. Συνεπώς ευσταθεί η αντέφεση ότι η σχετική απόφαση (ruling) του δικαστηρίου στο θέμα αυτό ήταν εσφαλμένη. Ούτε αναφορά στο κείμενο της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου στο παρεμφερές αυτό θέμα μεταβάλλει τα επίδικα θέματα, τα οποία παραμένουν προσδεδεμένα σε όλη τη διάρκεια της δίκης στη δικογραφία και τις λογικές προεκτάσεις των θεμάτων που προσδιορίζονται με τις εγγράφους προτάσεις των διαδίκων.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπό κρίση περίπτωση, αξίζει να σημειωθεί ότι από το αρχικό στάδιο της ακρόασης της Αγωγής, και συγκεκριμένα μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1, ο δικηγόρος των Εναγομένων 2 καταχώρισε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης με την οποία επιδιώκετο ακριβώς η συμπερίληψη αυτού του ζητήματος. Συγκεκριμένα η αίτηση αφορούσε στην προσθήκη ισχυρισμών για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου της επίδικης κατοικίας και την εγγραφή σχετικών υποθηκών επί του ξεχωριστού τίτλου, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να παρεμποδίζονται από του να εγείρουν την παρούσα Αγωγή και ή οι Εναγόμενοι 2 να έχουν απαλλαγεί από την εγγύηση και να μην έχουν ευθύνη για πληρωμή οποιουδήποτε υπολοίπου καθώς επίσης και η συμφωνία εγγύησης ημ. 9.5.08 να έπαυσε να ισχύει και να δημιουργεί έννομα αποτελέσματα από τις 4.11.10. Η αίτηση εκδικάστηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημ. 3.7.20. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι επίσης η υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 549 στην οποία αποφασίστηκε ότι σε αγωγή που αφορά σύμβαση, αν η παρανομία είναι πρόδηλη από την ίδια τη σύμβαση τότε το Δικαστήριο δύναται αυτεπάγγελτα να την εξετάσει έστω και αν δεν εγερθεί από διάδικο ένσταση για την παρανομία της σύμβασης. Αν όμως η παρανομία δεν είναι πρόδηλη από τη σύμβαση, τότε δεν μπορεί να εξεταστεί τέτοιο θέμα, εκτός αν αναφέρονται στα δικόγραφα γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία. Μάλιστα το Εφετείο τόνισε τα ακόλουθα: «. η Δ.19, θ. 13 των Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι διάδικος, ο οποίος θέλει να εγείρει την παρανομία ως υπεράσπιση, πρέπει να αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία. Το Δικαστήριο, όμως, αυτεπάγγελτα, εάν λάβει γνώση παρανομίας, η οποία είναι πρόδηλη στη σύμβαση, εξετάζει αυτή, παρόλο ότι δεν ηγέρθη από διάδικο η ένσταση για παρανομία της σύμβασης - (βλ., The Supreme Court Practice 1982, σελ. 308, 309· Belvoir Finance Co. v. Harold G. Cole & Co. [1969] 2 All E.R. 904, στη σελ. 908). Στην παρούσα υπόθεση η Έκθεση Υπερασπίσεως δεν περιέχει οποιαδήποτε γεγονότα, τα οποία να στηρίζουν τον ισχυρισμό για ύπαρξη παρανομίας. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou ν. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959 - 1960) 24 C.L.R. 97, στη σελ. 106· Christakis Loucaides ν. C. D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134· HJiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433· Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82, στη σελ. 86.) Εάν, κατά τη διάρκεια της δίκης, οποιοσδήποτε διάδικος κρίνει ότι οι έγγραφοι προτάσεις του είναι αναγκαίο να τροποποιηθούν, πρέπει να λαμβάνει το συντομότερο μέτρα για την τροποποίηση τους. (Βλ. Homeros Th. Courtis and Others ν. Panos Κ. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, στη σελ. 183· Federated Agencies v. Tsikkos
(1979)1 C.L.R. 134· Mahattou v. Viceroy
(1979)1 C.L.R. 542.) Στην παρούσα υπόθεση, η σύμβαση μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία παρανομίας.» Η ίδια νομική αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Yiannis N. Erimoudis Estates Limited κ.ά. ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 926, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Homeros Courtis and Others v. Panos Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 836, 839). Στην υπόθεση Παπαγεωργίου v. Louis Clappas Investments Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, επαναλαμβάνεται ότι οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το κατ' αντιπαράθεση σύστημα δίκης που ισχύει στο δικό μας σύστημα και είναι απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος κάθε διάδικου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι όπως η πρωτόδικη διαδικασία, έτσι και η έφεση δεν μπορεί να προεκταθεί πέραν και έξω από τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται από τα δικόγραφα. Έτσι και αυτός ο λόγος θα πρέπει να απορριφθεί, αφού ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την ύπαρξη ανωτέρας βίας δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα.» Καθοδηγούμενο από τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο ισχυρισμός για απαλλαγή των Εναγομένων 2 από οποιαδήποτε ευθύνη τους δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης λόγω της εκπλήρωσης όρου στη συμφωνία δανείου, ήτοι η έκδοση ξεχωριστού τίτλου και η εγγραφή Α υποθήκης, αποτελεί νομικό ισχυρισμό ο οποίος βασίζεται σε πραγματικό υπόβαθρο και ως τέτοιος θα έπρεπε να δικογραφείτο ρητώς και ξεκάθαρα στην Υπεράσπιση των Εναγομένων
- Αυτή η παράλειψη μάλιστα προφανώς εντοπίστηκε σε αρχικό στάδιο της ακρόασης από τον δικηγόρο των Εναγομένων 2 εξ ου και οι Εναγόμενοι 2 υπέβαλαν αίτημα για τροποποίηση το οποίο όμως δεν έγινε δεκτό και απερρίφθη από το Δικαστήριο. Η Δ.19 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας την οποία επικαλέστηκε ο δικηγόρος των Εναγομένων 2 στην αγόρευση του δεν βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο τη θέση του. Ο δικηγόρος παρέπεμψε σε αυτή για να καταδείξει ότι δεν είναι αναγκαία η δικογράφηση περιεχομένου ενός εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός για απαλλαγή των εγγυητών δεν αποτελεί ισχυρισμό επί απλής αναφοράς στο περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης και επιπλέον ο θ.18 της Δ.19 προνοεί ρητώς ότι η απλή άρνηση μιας συμφωνίας εκλαμβάνεται και ισοδυναμεί με απλή άρνηση αυτής και όχι με άρνηση της νομιμότητας αυτής. Αξίζει δε να γίνει παραπομπή και στη Δ.19 θ.13 η οποία προνοεί για την συμπερίληψη όλων των θεμάτων αφενός για τα οποία η απαίτηση κρίνεται αβάσιμη ή η συναλλαγή άκυρη ή ακυρώσιμη και αφετέρου σχετικά με την απαλλαγή ή εκτέλεση ή γεγονότα τα οποία καθιστούν την απαίτηση αβάσιμη. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αυτόν τον ισχυρισμό, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο όρος Β.3 στην επίδικη συμφωνία δανείου και συγκεκριμένα στην επιστολή προσφοράς προνοούσε όπως «Εξυπακούεται ότι με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας της κατοικίας θα εγγραφεί Α΄ σειρά Υποθήκη για το υπόλοιπο του Δανείου και θα απαλλαγεί η Εταιρεία CHR. KARAOLIS CONTRACTORSDEVELOPERS LIMITED από την εγγύηση της». Το περιεχόμενο αυτού του όρου είναι σαφές και πολύ ξεκάθαρο. Σύμφωνα με αυτόν, για την απαλλαγή των Εναγομένων 2, θα πρέπει να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος στο όνομα του αγοραστή, Εναγομένων 1, και επιπρόσθετα να εγγραφεί επί αυτού Α υποθήκη, ούτως ώστε να εξακολουθεί να υφίσταται αυτή η εξασφάλιση προς όφελος της Τράπεζας. Με άλλα λόγια, εκείνο το οποίο προέβλεπε αυτός ο όρος ήταν η μεταβίβαση της υποθήκης επί του ιδίου ακινήτου μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου στον νέο ιδιοκτήτη αυτού, ήτοι τον αγοραστή. Σαφώς, εκδόθηκε μεν τίτλος όμως αυτός ήταν στο όνομα του πωλητή, Εναγομένων 2, και έτσι ουδέποτε ενεγράφη επί αυτού Α υποθήκη επί του ακινήτου το οποίο να ήταν πλέον εγγεγραμμένο στον αγοραστή, τους Εναγόμενους
- Αυτή η διαπίστωση συνάδει και με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 πως ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα ή λήφθηκε οποιαδήποτε ενέργεια για την εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου μετά την έκδοση τέτοιου ξεχωριστού τίτλου. Επομένως, ο όρος αυτός ουδέποτε ικανοποιήθηκε και έτσι οι Εναγόμενοι 2 εξακολουθούν να δεσμεύονται από την εγγύηση τους. Σύμφωνα με τον όρο 3 του Εγγράφου Εγγύησης, οι Εναγόμενοι 2 ανέλαβαν να εγγυηθούν το επίδικο δάνειο για το ποσό των €720.000 πλέον τόκο και άλλα έξοδα, όπως αυτά έχουν κατά καιρούς γνωστοποιηθεί στους εγγυητές και κοινοποιούνται από την Τράπεζα είτε μέσω δημοσίευσης στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση στον πρωτοφειλέτη. Η εγγύηση είναι συνεχής και για συγκεκριμένο ποσό. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. T.G. & Sons Importing Ltd. κ.ά.
(2004)1(A) A.A.Δ. 180, «συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη». Οι υποθήκες αποτελούν περαιτέρω εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο για τα συγκεκριμένα ποσά που αναγράφονται στις συμβάσεις υποθήκης. Εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο αποτελεί επίσης η εκχώρηση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Αναφορικά με το ύψος της οφειλής, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών, όπως αυτή αποτυπώνεται στην επιστολή προσφοράς, περιέχει τον τρόπο χρέωσης του τόκου στον επίδικο λογαριασμό δανείου. Ειδικότερα, σε αυτή, στην παρ. Α. προνοείται ότι το δάνειο θα φέρει επιτόκιο «EURIBOR ημερολογιακού μηνός πλέον πρόσθετο 1,50%». Στην επιστολή προσφοράς, κάτω από τον τίτλο «Ορισμοί και Διευκρινίσεις», υπάρχει επεξήγηση των όρων «Επιτόκιο EURIBOR», ήτοι όπως αυτό εμφανίζεται στην ηλεκτρονική οθόνη του REUTER και ορίζεται από την Τράπεζα δύο εργάσιμες μέρες πριν την περίοδο εκτοκισμού, «Τρεχούμενος Λογαριασμός με επιτόκιο αναφοράς το μηνιαίο EURIBOR» και «Δάνειο με επιτόκιο EURIBOR ημερολογιακού μηνός». Υπάρχει επίσης ξεχωριστό κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Τόκος», παρ. Γ., όπου αναφέρεται ότι η χρέωση του επιτοκίου θα γίνεται ετησίως με κεφαλαιοποίηση στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου ετησίως και παρέχεται το δικαίωμα στην Τράπεζα να μεταβάλλει το εκάστοτε βασικό και ή πρόσθετο επιτόκιο με εφαρμογή από την ημερομηνία γνωστοποίησης αυτού δια του ημερησίου τύπου ή ειδοποίησης προς τους Εναγόμενους
- Στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Προμήθειες/Επιβαρύνσεις - Τραπεζικά Δικαιώματα», παρ. Δ, αναφέρεται επίσης ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τότε θα υπάρχει πρόσθετη επιβάρυνση προς 5% ετησίως. Στην επιστολή τερματισμού αναφέρεται ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με αυξημένο επιτόκιο, ήτοι βασικό επιτόκιο κατά 5,75%, και πρόσθετο επιτόκιο κατά 8,25%, συνολικά 14% ετησίως με κεφαλαιοποίηση στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου ετησίως. Οι Ενάγοντες πρόσφεραν αξιόπιστη μαρτυρία η οποία έγινε πλήρως δεκτή από το Δικαστήριο ότι στις 5.2.09 και στις 24.6.11 απέστειλαν επιστολές προς τους Εναγόμενους 1, Τεκμήριο 17, με τις οποίες τους γνωστοποιούν στη μεν πρώτη την αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου και στη δεύτερη την αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου, προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες της συμφωνίας δανείου. Για την εισήγηση της Υπεράσπισης περί μη ενημέρωσης των Εναγομένων 2 ως εγγυητών για τη μεταβολή του επιτοκίου, παραπέμπω στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά., Πολ. Έφ. 149/13, ημ. 14.4.20, στην οποία κρίθηκε ότι τέτοια ενημέρωση δεν ήταν αναγκαία ενόψει των όρων της συμφωνίας. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Ήταν λάθος του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει ότι η εφεσείουσα τράπεζα είχε υποχρέωση να ενημερώνει τους εγγυητές και ότι εκ της μη ενημέρωσης αυτής προέκυπτε πρόσθετο πρόβλημα αξιοπιστίας της μαρτυρίας που προσέφερε η τράπεζα. Αυτό, εφόσον το Δικαστήριο είχε ταυτόχρονα δεχθεί ότι πράγματι η τράπεζα μπορούσε να διαφοροποιεί το επιτόκιο χωρίς τη συγκατάθεση των εγγυητών. Συνάγεται ότι και η ενημέρωση δεν ήταν νομικά αναγκαία, εφόσον το μείζον της συγκατάθεσης, δεν υφίστατο ως προϋπόθεση.» Είναι γεγονός ότι τόσο η σύναψη της συμφωνίας δανείου όσο και ο τερματισμός επήλθαν μετά τη θέσπιση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του
- Στο άρθρο 3 τίθεται η υποχρέωση στο πιστωτικό ίδρυμα να ενημερώνει ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρεί δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται, τον τρόπο µε τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και τον χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στον λογαριασμό του οφειλέτη και να ενημερώνει τους οφειλέτες είτε µε ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε µε γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στον χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή. Αργότερα επήλθε ο τροποποιητικός Ν.141(Ι)/14 ο οποίος και καθόρισε το συνολικό επιτόκιο, ρύθμισε ότι ο τόκος υπερημερίας δεν θα υπερβαίνει το 2% και απαγόρευσε τη μονομερή αύξηση του περιθωρίου θέτοντας συγκεκριμένες υποχρεώσεις πλήρους ενημέρωσης και πληροφόρησης των ενδιαφερομένων για την όποια χρέωση ή μεταβολή του επιτοκίου, αλλά και τούτο μόνο για συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες θα συνήπτοντο μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή μετά τις 9.9.
- Για τυχόν ρήτρα η οποία είχε ήδη εισαχθεί σε τέτοια σύμβαση ο εν λόγω Νόμος προνοούσε απλά ότι «. δεν εφαρμόζεται από την ως άνω ημερομηνία». Αυτή η τροποποίηση προφανώς κρίθηκε αναγκαία ακριβώς για να αντιμετωπιστεί η προτέρα κατάσταση η οποία έδινε το δικαίωμα στα πιστωτικά ιδρύματα να καθορίζουν μονομερώς το εκάστοτε επιτόκιο. Σαφώς στην προκειμένη περίπτωση ο Ν.141(Ι)/14δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι η υπό κρίση συμφωνία δανείου είχε τερματιστεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού. Ακολούθησε και δεύτερη τροποποίηση του Ν.160(Ι)/99, με τον Ν.66(Ι)/15, ο οποίος στο άρθρο 3(1α) απαγόρευσε την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.141(Ι)/14 και πρόσθεσε το εδάφιο (1β) στο άρθρο 3 το οποίο προνοεί τα εξής: «(1β) Σε περίπτωση σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερµατίστηκε κατά ή πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, η επιβολή αυξηµένου τόκου από την υπερηµερία επί καθυστερηµένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης µορφής σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δηµιουργεί µαχητό τεκµήριο για το πιστωτικό ίδρυµα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερηµερίας αντιπροσωπεύει την πραγµατική του ζηµιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση µη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυµα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερηµερίας δύναται να διεκδικήσει αποζηµιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυµα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζηµίωση στο πρόσωπο που ζηµιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση συμφωνία δανείου είχε τερματιστεί στις 21.11.11, πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν.66(Ι)/15, ήτοι την ημερομηνία δημοσίευσης του στις 7.5.15 και επομένως το άρθρο 3(1β) τυγχάνει εφαρμογής. Προφανώς με τη θέσπιση του Ν.66(Ι)/15 καλύφθηκε το κενό αναφορικά με τη χρέωση τόκου υπερημερίας για τις συμβάσεις οι οποίες είχαν τερματιστεί πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω Νόμου, παρέχοντας έτσι προστασία στον δανειολήπτη. Στην υπό κρίση περίπτωση, η Τράπεζα χρέωνε πρόσθετο επιτόκιο, δηλαδή προσαύξηση στο βασικό επιτόκιο, και επιπλέον τόκο υπερημερίας. Αναφορικά με τον όρο για τόκο υπερημερίας προς 5% μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, και με βάση το άρθρο 3(1β) του Ν.160(Ι)/99, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.66(Ι)/15, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγόντων πως ο καθορισμός του τόκου υπερημερίας στο 5% αποτελεί γνήσια προσπάθεια από μέρους τους να υπολογίσουν και καθορίσουν εκ των προτέρων την πραγματική ζημιά την οποία θα υφίσταντο από τυχόν καθυστέρηση πληρωμής από τον οφειλέτη. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι δικαιούντο σε αυτή τη χρέωση τόκου υπερημερίας προς 5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού. Ως προς τη νομιμότητα των υπόλοιπων όρων της επίδικης συμφωνίας δανείου για τη χρέωση και μεταβολή του επιτοκίου και συνακόλουθα για το ύψος του αυξημένου επιτοκίου μέχρι και τον τερματισμό, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι έχει γίνει δεκτή η υπογραφή των συμφωνιών, δανείου και εγγύησης, και η αποστολή των επιστολών ημ. 5.2.09 και 24.6.11, προς τους Εναγόμενους
- Στις εν λόγω επιστολές της προς τους Εναγόμενους 1 η Τράπεζα ανέφερε την αύξηση του επιτοκίου και τον τρόπο με τον οποίο αυτό υπολογιζόταν, αποκαλύπτοντας τους παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονταν υπόψιν για τη μεταβολή του επιτοκίου. Ως εκ τούτου, πέραν του ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα αντίληψης, κατανόησης ή επαρκούς ενημέρωσης αναφορικά με το θέμα του τόκου από πλευράς Εναγομένων 1, επιπλέον θεωρώ ότι οι σχετικές επιστολές παρείχαν επαρκή πληροφόρηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του τότε εν ισχύι Ν.166(Ι)/
- Η κατάσταση αυτή διαφοροποιήθηκε κατά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού. Και τούτο καθότι στην επιστολή τερματισμού, γίνεται κοινοποίηση της αλλαγής πλέον του επιτοκίου, με τη χρέωση του βασικού επιτοκίου προς 5,75% και πρόσθετου επιτοκίου προς 8,25%, ήτοι συνολικά επιτοκίου προς 14%. Είναι προφανές ότι ο αυξημένος αυτός τόκος κατά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, ήτοι η χρέωση του πρόσθετου επιτοκίου πέραν του βασικού, συνιστά στην ουσία τόκο υπερημερίας μετά τον τερματισμό για τον οποίο ο τροποποιητικός Ν.66(Ι)/15έθεσε ρητώς την υποχρέωση απόδειξης πως αυτός αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας. Στην προκειμένη περίπτωση η Τράπεζα δεν προσκόμισε αποδεκτή μαρτυρία με την οποία να δικαιολογεί αυτή την αύξηση του επιτοκίου και γενικότερα τη χρέωση του 14% μετά τον τερματισμό του επίδικου δανείου. Η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από πλευράς της γι΄ αυτόν τον σκοπό, μέσω του ΜΕ3, δεν έγινε δεκτή για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω και επομένως δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι αυτή η χρέωση του 14% δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις ως η εύλογη και πραγματική ζημιά της Τράπεζας. Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Τράπεζα δεν δικαιούται στην πρόσθετη χρέωση του 8,25% παρά μόνο στη χρέωση του βασικού επιτοκίου προς 5,75% από τον τερματισμό του δανείου μέχρι και την εξόφληση του. Η συμφωνία δανείου προνοούσε και για τη χρέωση άλλων εξόδων, τα οποία περιλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, καθώς επίσης και στην κατάσταση με το σύνολο των χρεωθέντων εξόδων, Τεκμήριο 25 και στο Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών Ιούνιος 2008, Τεκμήριο 26, το οποίο περιλαμβάνει τις διάφορες κατηγορίες εξόδων. Έγινε επίσης δεκτό πως οι κατηγορίες εξόδων περιλαμβάνονται σε Πίνακα ο οποίος βρίσκεται αναρτημένος σε περίοπτη θέση σε όλα τα υποκαταστήματα της Τράπεζας και στην ιστοσελίδα της. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στο εν λόγω ποσό. Επίσης, παρόλο που η συμφωνία, επιστολή προσφοράς, προνοούσε για τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών, σε όλες τις αναδομημένες καταστάσεις χρησιμοποιήθηκε ο διαιρέτης των 365 ημερών. Τέλος, γίνεται δεκτό ότι στις αναδομημένες καταστάσεις γίνεται κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30 Ιουνίου και τις 31 Δεκεμβρίου, με ορθό τον τρόπο υπολογισμού αυτής. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι αναδομημένες καταστάσεις περιέχουν τον ορθό υπολογισμό των ποσών. Εδώ κρίνεται αναγκαίο να λεχθεί ότι όλες οι καταστάσεις του λογαριασμού έγιναν δεκτές καθότι συμμορφώνονται πλήρως με τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Κεφ.
- Το άρθρο 22 προβλέπει ότι η καταχώριση σε τραπεζικά βιβλία αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης, πλην όμως αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι Ενάγοντες θα πρέπει να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία προς απόδειξη του αληθούς αυτών. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΕ2 και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ότι συνάδουν με το άρθρο 22 του Κεφ. 9, η αντεξέταση δεν κατέληξε στον κλονισμό αυτής της μαρτυρίας και επομένως οι καταστάσεις παραμένουν ως αποδεκτή και πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. . οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που οι αναδομημένες καταστάσεις έγιναν δεκτές ως προς την ορθότητα του υπολογισμού των χρεώσεων σε αυτές, τελικώς γίνεται δεκτή εκείνη η οποία περιέχει τα νομίμως χρεωθέντα ποσά, χωρίς τη χρέωση τόκου υπερημερίας αλλά με τη χρέωση των εξόδων, ήτοι το Τεκμήριο 21, δυνάμει της οποίας κατά τις 21.11.11 το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο ανήρχετο στις €879.309,
- Η εγγύηση έχει δοθεί για περιορισμένα ποσά και ως εκ τούτου οι εγγυητές είναι υπεύθυνοι μόνο για τα εν λόγω ποσά όπως προνοείται στη σχετική συμφωνία εγγύησης. Και οι υποθήκες δόθηκαν ως εξασφάλιση για συγκεκριμένα ποσά όπως αυτά αναγράφονται επί των σχετικών συμβάσεων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στον απαιτούμενο βαθμό. Το Δικαστήριο κρίνει βάσιμες όλες τις αξιώσεις των Εναγόντων αναφορικά με την εκχώρηση οι οποίες περιορίζονται σε σχέση μόνο με τους Εναγόμενους 1, εφόσον αυτοί εκχώρησαν τα δικαιώματα τους δυνάμει αυτής και πλην της αξίωσης που αφορά στην πληροφόρηση για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου εγγραφής του ακινήτου που αφορά στο αγοραπωλητήριο έγγραφο, εφόσον τέτοιος τίτλος έχει ήδη εκδοθεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €879.309,26 πλέον τόκο προς 5,75% ετησίως επί αυτού από τις 21.11.11, κεφαλαιοποιούμενου στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 2 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/2006, η οποία προέκυψε από τη διάσπαση της Υποθήκης XXXXX/06 ημ. 7.7.06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, για το ποσό των ΛΚ400.000 (€683.440,58) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 2 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 2 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/2006, η οποία προέκυψε από τη διάσπαση της Υποθήκης XXXXX/06 ημ. 7.7.06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, για το ποσό των ΛΚ400.000 (€683.440,58) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 2 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 2 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/2006, η οποία προέκυψε από τη διάσπαση της Υποθήκης XXXXX/06 ημ. 7.7.06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, για το ποσό των ΛΚ120.000 (€205.032,17) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 2 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
- Περαιτέρω εκδίδεται δήλωση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι Ενάγοντες είναι οι αποκλειστικοί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων του αγοραστή, ήτοι των Εναγομένων 1, που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο το οποίο φέρει ημερομηνία 19.5.08 μεταξύ των Εναγομένων 2 και των Εναγομένων 1 για αγορά της κατοικίας με αριθμό XXXXX, που βρίσκεται στο συγκρότημα " XXXXX ", μέρος του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, 0/XXXXX, τεμάχια XXXXX, XXXXX Φ./Σχ. 54/44 στον Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό με νέο αρ. κατοικίας 5, αρ. θύρας 48 και νέο αρ. εγγραφής 0/XXXXX, (εφεξής «το ακίνητο») δυνάμει της Σύμβασης Εκχώρησης ημ. 9.5.08 μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων
- Περαιτέρω εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση και δήλωση ότι οι Ενάγοντες έχουν το απόλυτο δικαίωμα να εκχωρήσουν και ή πωλήσουν τα δικαιώματα που τους εκχωρήθηκαν δυνάμει Σύμβασης Εκχώρησης ημερομηνίας 9.5.08 και ή να μεταβιβάσουν ή απαιτήσουν τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα τους ή στο όνομα οποιουδήποτε τρίτου προσώπου φυσικού ή νομικού και για οποιαδήποτε ποσό με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 προς τους Ενάγοντες και ή το δικαίωμα ανάκτησης από τους Εναγόμενους 1 και 2 και ή από οποιοδήποτε πρόσωπο τυχόν κατέχει το ακίνητο, ελεύθερης και κενής κατοχής του ακινήτου. Περαιτέρω εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο φέρει ημερομηνία 19.5.08 και τη Σύμβαση Εκχώρησης ημ. 9.5.08 περιλαμβανομένου και χωρίς περιορισμό του δικαιώματος να προβούν, καθ΄ οιονδήποτε χρόνο αποφασίσουν, στην απόσυρση και ή ακύρωση του πιο πάνω αναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στους Ενάγοντες και ή υπάλληλους και ή αξιωματούχους τους όπως παρουσιάζονται ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογίου και ή οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής και υπογράφουν, εκτελούν και ή υποβάλλουν εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων 1 οποιοδήποτε έντυπο, δήλωση, έγγραφο και ή απόδειξη είναι αναγκαίο για την πώληση και ή εγγραφή και ή μεταβίβαση σε οποιοδήποτε πρόσωπο για οποιοδήποτε ποσό και ή την υποθήκευση της πιο πάνω αναφερόμενης κατοικίας προς όφελος των Εναγόντων για οποιοδήποτε ποσό. Περαιτέρω εκδίδεται αναγνωριστική δήλωση ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται, μετά την έκδοση χωριστών τίτλων και την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης βάσει του πιο πάνω αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, σε μεταβίβαση του τίτλου της πιο πάνω αναφερόμενης κατοικίας στο όνομά τους ή στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου υποδείξουν. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΕΕ/ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο