← Κύπρος

CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. DANYLCHUK κ.α., Αρ. Αγωγής: 2480/12, 2/2/2021

CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. DANYLCHUK κ.α., Αρ. Αγωγής: 2480/12, 2/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2480/12 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων -και- 1. XXXXX DANYLCHUK 2. XXXXX MALAMAN 3. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS-DEVELOPERS LTD Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 23.9.19 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων -και- 1. XXXXX DANYLCHUK 2. XXXXX MALAMAN 3. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS-DEVELOPERS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Κ. Κακουλλή με κ. Γ. Αντωνίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για την Εναγομένη 2: ουδεμία εμφάνιση Για τους Εναγόμενους 3: κ. Φ. Σωφρονίου με κα Μ. Σωφρονίου για Φωκάς Α. Σωφρονίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1-3 το ποσό των €642.770,58 πλέον τόκο ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει βασικής συμφωνίας δανείου, επιστολής προσφοράς και εγγύησης ημ. 30.4.08, καθώς επίσης και διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 3 για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1-3 αναφορικά με την εκχώρηση αγοραπωλητηρίου συμβολαίου μιας κατοικίας. Στην Έκθεση Απαίτησης, όπως τροποποιήθηκε, αναφέρεται πως οι Ενάγοντες έχουν αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ βάσει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/15. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας και επιστολής προσφοράς των Εναγόντων ημ. 30.4.08 η οποία έγινε αποδεκτή από τους Εναγόμενους 1 και 2, οι Ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 ύψους €510.000 για αγορά μιας κατοικίας. Ως εξασφάλιση της εν λόγω συμφωνίας, οι Εναγόμενοι 3 υπέγραψαν εγγύηση ημ. 30.4.08, η εταιρεία Sunsmile Hotel Enterprises Ltd υπέγραψε συμβάσεις υποθήκης των ακινήτων οι οποίες στη συνέχεια διασπάστηκαν και τα ακίνητα ακολούθως μεταβιβάστηκαν (μαζί με τις ανάλογες υποθήκες) στους Εναγόμενους 3 και οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν συμφωνία εκχώρησης ημ. 30.4.08 του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου μεταξύ τους και των Εναγομένων 3. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης των Εναγομένων 1 και 2 με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της υπό κρίση συμφωνίας, οι Ενάγοντες απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή και ακολούθως τερμάτισαν τον λογαριασμό δανείου, εξ ου και προβάλλουν τις προαναφερόμενες αξιώσεις. Η Αγωγή προχώρησε σε πλήρη ακρόαση αναφορικά μόνο με τους Εναγόμενους 3 ενώ είχε οριστεί για απόδειξη για την Εναγομένη 2. Κατόπιν δήλωσης της δικηγόρου των Εναγόντων, η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στα πλαίσια της ακρόασης για τους Εναγόμενους 3 αποτελεί και τη μαρτυρία για απόδειξη της απαίτησης εναντίον της Εναγομένης 2. Ως εκ τούτου επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο θα περιοριστεί στις όποιες διαπιστώσεις του και στα ευρήματα του αναφορικά μόνο με τους Εναγόμενους 2 και 3. Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου και σύμφωνα με τη δήλωση της δικηγόρου των Εναγόντων, δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της Αγωγής στον Εναγόμενο 1. Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 3 εγείρουν προδικαστική ένσταση πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται κατά τόπο αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή. Παραδέχονται την υπογραφή της συμφωνίας η οποία περιέχεται στην επιστολή προσφοράς ημ. 30.4.08 και ισχυρίζονται ότι το έγγραφο εγγύησης υπεγράφη εκ μέρους των Εναγομένων 3 από μη εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους, εν γνώσει και των Εναγόντων καθώς επίσης και ότι υπεγράφη κατόπιν οικονομικών πιέσεων από τους Ενάγοντες προς τον αξιωματούχο των Εναγομένων 3. Περαιτέρω αγνοούν και συνεπώς αρνούνται το υπόλοιπο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 3 κοινοποίησαν απόφαση ημ. 24.4.08 του διοικητικού τους συμβουλίου όπως οι Εναγόμενοι 3 εγγυηθούν τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 και εξουσιοδότησαν τον κ. Χ. Καραολή να υπογράψει την εν λόγω εγγύηση. Επίσης ισχυρίζονται ότι η υπογραφή όλων των υπό κρίση συμφωνιών έγινε οικειοθελώς και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη από πλευράς των Εναγομένων 3. Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί σε αυτό το σημείο ότι στα πλαίσια της ακρόασης, η προδικαστική ένσταση για έλλειψη κατά τόπον αρμοδιότητας δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τους Εναγόμενους 3 και επομένως θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας Αγωγής, κλήθηκαν πέντε μάρτυρες για την πλευρά των Εναγόντων και ένας μάρτυρας για τους Εναγόμενους 3. Ο πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης (ΜΕ1) ο οποίος εργάζεται στη Διεύθυνση Διαχείρισης Οριστικών Καθυστερήσεων της Υπηρεσίας Λεμεσού Πάφου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Ο ΜΕ1 κατέθεσε έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εθνική Τράπεζα στους Ενάγοντες και όλες τις συμφωνίες, επιστολές, καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου και άλλα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Διευκρίνισε επίσης πως κατόπιν έρευνας στο Κτηματολόγιο, πληροφορήθηκε ότι το εκχωρημένο προς όφελος της Τράπεζας αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο αλλά κατατέθηκε άλλο αγοραπωλητήριο με το οποίο η οικία πωλήθηκε σε τρίτους. Στην αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν ήταν παρών ούτε και συμμετείχε κατά τη σύναψη των εν λόγων συμφωνιών. Αναγνώρισε τη λανθασμένη καταγραφή του ποσοστού του επιτοκίου στη Γραπτή του Δήλωση, χωρίς όμως αυτή να επηρεάζει την ορθή χρέωση και τον ορθό υπολογισμό αυτού στην κατάσταση λογαριασμού, δίδοντας κάποιες εξηγήσεις ως προς τη χρέωση του επιτοκίου σε συνάρτηση με τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου. Η δεύτερη μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν η κα XXXXX Νεοφύτου (ΜΕ2) η οποία εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα από το 1986. Ενόσω εργαζόταν στο κατάστημα Λεμεσού μέχρι και τις 17.11.11, αυτή υπέγραψε τη βασική συμφωνία, την επιστολή προσφοράς και τη συμφωνία εγγύησης εκ μέρους της Τράπεζας. Η ΜΕ2 βασικά κατέθεσε για τις συνθήκες υπογραφής των εν λόγω εγγράφων, δηλώνοντας ότι η ίδια είχε εξηγήσει το περιεχόμενο της συμφωνίας εγγύησης στους Εναγόμενους 3 οι οποίοι την υπέγραψαν χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, όπως άλλωστε υπέγραψαν και άλλες ανάλογες εγγυήσεις. Κατά την αντεξέταση της και η ΜΕ2 κλήθηκε να αναφερθεί στο θέμα του τόκου, παραπέμποντας στο δικαίωμα της Τράπεζας να μεταβάλλει το επιτόκιο εφόσον ενημέρωνε σχετικά τον πελάτη. Έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τη διαδικασία ετοιμασίας των εγγράφων για τη χορήγηση του επίδικου δανείου και των συναφών εξασφαλίσεων καθώς επίσης και τις συνθήκες υπογραφής από τους Εναγόμενους 3. Επιβεβαίωσε ότι εξακολουθούσε να ισχύει η υποθήκη επί της οικίας ανεξαρτήτως της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η κα XXXXX Χατζή Ιωάννου (ΜΕ3) η οποία είναι επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Οριστικών Καθυστερήσεων της Εθνικής Τράπεζας. Σύμφωνα με τη ΜΕ3, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος στο κατάστημα Λεμεσού και υπεύθυνη για την ετοιμασία των εισηγητικών σημειωμάτων σε σχέση με τα στεγαστικά δάνεια της επαρχίας Λεμεσού. Επεξήγησε τα καθήκοντα της και τη διαδικασία αίτησης για παραχώρηση στεγαστικού δανείου και αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην υπό κρίση περίπτωση εφόσον αυτή είχε τις διαβουλεύσεις τόσο με τους Εναγόμενους 1 και 2 για την παροχή του δανείου όσο και με τους Εναγόμενους 3 για την παροχή των εξασφαλίσεων. Και η ΜΕ3 με τη σειρά της δήλωσε ότι οι Εναγόμενοι 3 ουδέποτε εξέφρασαν οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς την παροχή της εγγύησης. Στην αντεξέταση της η ΜΕ3 αναφέρθηκε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στον τρόπο αξιολόγησης αιτήματος για παροχή δανείου και γενικότερα στην πολιτική λήψης αποφάσεων της Τράπεζας αναφορικά με την παροχή δανείων. Αρνήθηκε τις υποβολές για άσκηση πίεσης προς τους Εναγόμενους 3 σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και εξήγησε ότι οι Εναγόμενοι 3 θα μπορούσαν να προβούν στην εγγραφή της υποθήκης επί της οικίας μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 με τη χρήση πληρεξουσίου που οι Εναγόμενοι 3 κατείχαν από τους Εναγόμενους 1 και 2, όπως γνώριζε από τον κ. Καραολή ότι ίσχυε για όλους τους πελάτες των Εναγομένων 3, οπότε και θα απαλλάσσονταν από την εγγύηση τους όπως έχει γίνει σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Ο τέταρτος μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν ο κ. XXXXX Βασιλείου (ΜΕ4) ο οποίος είναι εγκεκριμένος λογιστής και ασχολείται με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών αφερεγγυότητας. Ο ΜΕ4 ουσιαστικά εξήγησε και ανέλυσε γιατί θεωρεί ως δίκαιη τη χρέωση από τους Ενάγοντες επιτοκίου 9,52% από τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού μέχρι εξόφλησης. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του εξήγησε πώς κατέληξε στα συμπεράσματα του με ιδιαίτερη αναφορά στο ποια στοιχεία έλαβε υπόψιν. Ειδικότερα, ανέφερε πως χρησιμοποίησε τις οικονομικές καταστάσεις της Εθνικής Τράπεζας για τα έτη 2013 και 2014 και πως εξέλαβε το υπό κρίση δάνειο ως επιχειρηματικό και όχι ως στεγαστικό. Η τελευταία μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν η κα XXXXX Θεμιστοκλέους (ΜΕ5) η οποία εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα από το 1999 ενώ από τον Φεβρουάριο του 2006 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων. Η μαρτυρία της ΜΕ5 επικεντρώθηκε στην κατάθεση αναδομημένων καταστάσεων για τον επίδικο λογαριασμό με διαιρέτη τον αριθμό 365 και διάφορες χρεώσεις του επιτοκίου. Κατά την αντεξέταση της η ΜΕ5 κλήθηκε να επεξηγήσει αναλυτικά τον τρόπο διαμόρφωσης του επιτοκίου και κυρίως της χρέωσης αυτού στις αναδομημένες καταστάσεις. Ο κ. XXXXX Πουλλαδόφωνος (ΜΥ1) ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για τους Εναγόμενους 3. Είναι εγκεκριμένος λογιστής και από τον Οκτώβριο του 2012 εργάζεται σε εταιρεία η οποία παρέχει ελεγκτικές, συμβουλευτικές και φορολογικές υπηρεσίες ως επίσης και υπηρεσίες αφερεγγυότητας. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στο ότι, μετά από μελέτη των οικονομικών καταστάσεων της Εθνικής Τράπεζας για τα έτη μεταξύ 2013 και 2017, διαπίστωσε πως η Εθνική Τράπεζα είχε από το 2015 μέχρι και σήμερα κεφαλαιακή επάρκεια για νέα δάνεια τα οποία όμως δεν χορήγησε και πως η αξίωση της Τράπεζας για απολεσθέντα κέρδη δεν είναι βάσιμη και αξιόπιστη. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 βασικά ανέφερε ότι η Εθνική Τράπεζα σταμάτησε τον δανεισμό λόγω της οικονομικής κρίσης του 2013 και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η θέση του ΜΕ4 για χρέωση του 9,52% από τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος των Εναγομένων 3 εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένης αυτής ως προς το ύψος του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού, δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Εξέφρασε τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Η δικηγόρος των Εναγόντων εξέφρασε αντίθετη άποψη. Σύμφωνα με την κα Κακουλλή, το ζήτημα της απαλλαγής των Εναγομένων 3 ως εγγυητών δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και επομένως δεν δύναται καν να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Η κα Κακκουλή ανέφερε ότι τα μοναδικά επίδικα θέματα είναι κατά πόσο η εγγύηση των Εναγομένων 3 συνήφθη συνεπεία ψυχικής πίεσης και η απόδειξη του ύψους του οφειλόμενου υπολοίπου, για τα οποία οι Ενάγοντες έχουν παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία και θα πρέπει να γίνει πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια της ακρόασης, η μαρτυρία αναφορικά με τη σύσταση και ιδιότητα της Εθνικής Τράπεζας και τη μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εγγυήσεων προς τους Ενάγοντες παρέμεινε αναντίλεκτη και ως τέτοια γίνεται δεκτή και υιοθετείται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Έχει ήδη λεχθεί ότι η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου είναι παραδεκτή στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 3. Περαιτέρω ο ισχυρισμός περί έλλειψης εξουσιοδότησης εκ μέρους των Εναγομένων 3 για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο κατά την ακρόαση. Η μαρτυρία αναφορικά με την υπογραφή όλων των επίδικων συμφωνιών καθώς επίσης και την αποστολή και παραλαβή των επιστολών για την αύξηση του επιτοκίου ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη και επομένως και αυτή γίνεται δεκτή και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τις συνθήκες σύναψης και υπογραφής των συμφωνιών, οι οποίες αποτέλεσαν επίδικο ζήτημα, θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Αναφορικά με την αποστολή και παραλαβή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, είναι άξιον απορίας πως η σχετική μαρτυρία του ΜΕ1 επί τούτου παρέμεινε αναντίλεκτη και έγιναν αντίθετες υποβολές περί μη παραλαβής μόνο στη ΜΕ5 η οποία, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έδωσε αξιόπιστη μαρτυρία επί τούτου. Επομένως και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας γίνεται δεκτό. Ως εκ τούτου, με βάση την κοινώς αποδεκτή και ή αναντίλεκτη μαρτυρία, τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: 1. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ συστάθηκε σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, στις 29.10.93 και έλαβε άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών στις 14.2.94. Πιστοποιητικό σύστασης και άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4. 2. Στις 20.12.18 στα πλαίσια της Αίτησης 947/18 ΕΔ Λευκωσίας, εκδόθηκε διάταγμα επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγόντων για τη μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων και σχετικών εξασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων. Σχετικές δημοσιεύσεις και επιστολές προς τον Εναγόμενο 1 για την πρόθεση μεταβίβασης και το διάταγμα ημ. 20.12.18 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1-3 αντίστοιχα. 3. Δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγόντων, από τις 21.12.18 η Εθνική Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης προς τους Ενάγοντες αναφορικά με τις επίδικες πιστώσεις και εξασφαλίσεις καθώς επίσης και για άλλα συναφή θέματα. Αυτές οι υπηρεσίες διαχείρισης παρέχονται από τη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Εθνικής Τράπεζας όπου εργάζεται ο ΜΕ1. 4. Η Εθνική Τράπεζα με επιστολή της ημ. 30.4.08, Tεκμήριο 6, προς τους Εναγόμενους 1 και 2 ενέκρινε την παροχή σε αυτούς οικιστικού δανείου για το ποσό των €510.000 για την αγορά έτοιμης κατοικίας σε συγκρότημα το οποίο ανήγειραν οι Εναγόμενοι 3. Κατόπιν αποδοχής των όρων της επιστολής και υπογραφής της από τους Εναγόμενους 1 και 2, στις 30.4.08 τόσο η Εθνική Τράπεζα όσο και οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 5. Σημειώνεται ότι για την Εναγομένη 2 υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. 5. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Εθνική Τράπεζα άνοιξε προς όφελος των Εναγομένων 1 και 2 τον λογαριασμό δανείου με αριθμό XXXXX6152 ο οποίος στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 15.5.12, μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις με αριθμό XXXXX91-8. Το εν λόγω ποσό κατατέθηκε στον προαναφερόμενο λογαριασμό δανείου των Εναγομένων 1 και 2. 6. Στις 30.4.08 οι Εναγόμενοι 3 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης, Τεκμήριο 7, για την εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Εθνική Τράπεζα δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου. Οι Εναγόμενοι 3 υπέγραψαν τη συμφωνία εγγύησης κατόπιν σχετικής απόφασης και εξουσιοδότησης από το διοικητικό συμβούλιο ημ. 24.4.08, την οποία και κοινοποίησαν στην Εθνική Τράπεζα, Τεκμήριο 21. 7. Η Εθνική Τράπεζα απέστειλε στους Εναγόμενους 3 γνωστοποίηση ημ. 30.4.08, Τεκμήριο 8, με την οποία γνωστοποιούν το ποσό της εγγύησης και τα δικαιώματα της Τράπεζας δυνάμει αυτής. Η γνωστοποίηση φέρει την υπογραφή των Εναγομένων 3 κάτω από τη φράση ότι παρέλαβαν το πρωτότυπο αυτής και ότι συμφωνούν απόλυτα με το περιεχόμενο της το οποίο και αποδέχονται. 8. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, αρχικώς η εταιρεία Sunsmile παραχώρησε προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας τις Υποθήκες XXXXX/06, XXXXX/06, XXXXX/06 και XXXXX/06 αναφορικά με το μερίδιο 746/7458 οι δύο πρώτες, το μερίδιο 224/7458 η τρίτη και το μερίδιο 149/7458 η τέταρτη, στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX, Φ./Σχ. 54/44, Τεμ. XXXXX και XXXXX αντίστοιχα. Σε μεταγενέστερους χρόνους, τα ενυπόθηκα ακίνητα μεταβιβάστηκαν από τη Sunsmile προς τους Εναγόμενους 3, επιβαρυμένα με τις υποθήκες. 9. Όπως φαίνεται στα έγγραφα των τριών πρώτων Υποθηκών, οι εν λόγω υποθήκες διασπάστηκαν στις 13.12.08 οι δύο πρώτες και στις 11.12.08 η τρίτη, και στους Εναγόμενους 3 μεταβιβάστηκαν και μεταφέρθηκαν οι υποθήκες με νέους αριθμούς XXXXX/2006, XXXXX/2006 και XXXXX/2006. Αντίγραφα όλων των συμβάσεων υποθήκης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9-12. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία φαίνονται στο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημ. 11.11.19 - Τεκμήριο 13. 10. Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημ. 30.4.08 οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας όλα τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταξύ των ιδίων και των Εναγομένων 3 για την αγορά από τους Εναγόμενους 1 και 2 της επίδικης έτοιμης κατοικίας η οποία βρίσκεται εντός των προαναφερόμενων ενυπόθηκων ακινήτων. Για την επίδικη κατοικία εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, στο όνομα των Εναγομένων 3, Τεκμήριο 14. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο και η συμφωνία εκχώρησης ημ. 30.4.08 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 15. 11. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την κατοικία, οι Υποθήκες XXXXX/06, XXXXX/06, XXXXX/06 και XXXXX/06 μεταφέρθηκαν με τη συγκατάθεση των Εναγόντων επί του ξεχωριστού τίτλου με αρ. 0/XXXXX, κάτι το οποίο έγινε με όλους τους χωριστούς τίτλους που προέκυψαν από τους τίτλους με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX. Επί του χωριστού τίτλου της επίδικης κατοικίας με αρ. εγγραφής 0/XXXXX δεν προηγείται οποιαδήποτε άλλη υποθήκη των προαναφερομένων υποθηκών. 12. Περί τον Απρίλιο του 2012 ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 και 2 παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές και η Εθνική Τράπεζα απέστειλε σε αυτούς επιστολή ημερομηνίας 30.4.12, Τεκμήριο 16, με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 3 καλώντας τους να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες τους το συντομότερο, αλλιώς θα έκλειναν τον λογαριασμό και θα ζητούσαν άμεση εξόφληση του. 13. Ακολούθως, με επιστολή ημ. 15.5.12, Τεκμήριο 17, η Εθνική Τράπεζα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία δανείου και κάλεσε τους Εναγόμενους να ξοφλήσουν το χρεωστικό τους υπόλοιπο. Επίσης τους γνωστοποίησε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο μεταφέρθηκε από τις 15.5.12 στον προαναφερόμενο λογαριασμό καθυστερήσεων και ότι από τότε χρεωνόταν με επιτόκιο προς 14% ετησίως εκτός αν η Τράπεζα τους ενημέρωνε άλλως πως. 14. Η επιστολή τερματισμού ταχυδρομήθηκε κανονικά στη διεύθυνση των Εναγομένων 3 όπως αυτή καταγράφεται στη συμφωνία εγγύησης και, σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης των Εναγόντων, δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. 15. Έκτοτε οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρος ξεχωριστά, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 βασικά περιορίστηκε στα όσα ο ίδιος γνώριζε τόσο λόγω της ιδιότητας και εμπλοκής του στην υπό κρίση περίπτωση όσο και λόγω των καθηκόντων του στην Εθνική Τράπεζα και η οποία είτε ήταν παραδεκτή από την Υπεράσπιση είτε παρέμεινε αναντίλεκτη. Επιπλέον στην αντεξέταση του αναφέρθηκε χωρίς δυσκολία στην εκταμίευση του ποσού του δανείου, δίδοντας όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες, και στους όρους των συμφωνιών αναφορικά με τη χρέωση του τόκου, δηλώνοντας ταυτόχρονα και χωρίς δισταγμό πως η κατάσταση με τα επιτόκια αποστελλέτο καθημερινά από άλλο τμήμα της Τράπεζας, ήτοι την Κεντρική Υπηρεσία Αγοραπωλησίας Συναλλάγματος (Treasury), και πως αυτή ελέγχθηκε πριν του δοθεί από συναδέλφους για να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια του διεφάνη μέσα από την παραδοχή του πως η καταγραφή του τόκου προς 1,50% στη Γραπτή του Δήλωση ήταν λανθασμένη καθότι δεν είναι σύμφωνη με την επιστολή προσφοράς η οποία προνοούσε για χρέωση τόκου προς 1,30%, εμμένοντας όμως πως η κατάσταση λογαριασμού περιέχει τη χρέωση του προβλεπόμενου στη συμφωνία τόκου προς 1,30%. Η αδυναμία του να προβεί σε υπολογισμούς ενώπιον του Δικαστηρίου προς επιβεβαίωση αυτής της θέσης του κρίνεται λογική, δεδομένου του χρόνου που είχε στη διάθεση του καθότι προφανώς δεν πρόκειται για μια απλή μαθηματική πράξη πολλαπλασιασμού. Επίσης ήταν εμφανής η επιθυμία και πρόθεση του μάρτυρος να αναφέρει στο Δικαστήριο μόνο για όσα γνώριζε και ήταν σε θέση να τοποθετηθεί, εξ ου και κρίνεται καθόλα λογική και αξιόπιστη η θέση του πως δεν είναι νομικός για να εκφέρει άποψη ως προς τον τρόπο καθορισμού του τόκου και τη νομιμότητα του τρόπου χρέωσης και ή μεταβολής του επιτοκίου και των συναφών όρων στην επίδικη συμφωνία και πως η διοίκηση της Τράπεζας λάμβανε τις αποφάσεις εξ ου και αδυνατούσε να απαντήσει γιατί η Τράπεζα δεν επέλεξε να ασκήσει τα δικαιώματα της που απορρέουν από την εκχώρηση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ενωρίτερα. Περαιτέρω δήλωσε ευθέως πως ο ίδιος δεν είχε ανάμειξη κατά την υπογραφή των συμφωνιών. Ο ΜΕ1 κατέθεσε κατάσταση η οποία δείχνει τη διαμόρφωση του Euribor, του πρόσθετου επιτοκίου και του συνολικού επιτοκίου, Τεκμήριο 19, και τις σχετικές ενημερωτικές περί τούτου επιστολές της Εθνικής Τράπεζας ημ. 16.2.09 και 16.3.12 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, Τεκμήριο 18 και κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, Τεκμήριο 20. Πριν την κατάθεση του Τεκμηρίου 20, ο ΜΕ1 ανέφερε πως λόγω της ιδιότητας του μπορούσε να ορκιστεί θετικά ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από την Τράπεζα έχει τη μορφή ηλεκτρονικού υπολογιστή και σε αυτό φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς όλων των πελατών της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων. Ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε ότι ο επίδικος λογαριασμός αποτελεί αντίγραφο καταχώρισης στο τραπεζικό βιβλίο με τη μορφή του ηλεκτρονικού υπολογιστή το οποίο είναι σύνηθες βιβλίο της Τράπεζας, ότι όλες οι καταχωρίσεις έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της, ότι το τραπεζικό βιβλίο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας, είναι υπό τον έλεγχο της και σε αυτόν έχουν πρόσβαση μόνο οι λειτουργοί της Τράπεζας καθώς επίσης και ότι η κατάσταση συγκρίθηκε από τον ίδιο με την αρχική καταχώριση και είναι ορθή. Αυτή η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά. Επίσης πληροί τα όσα περιέχονται στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι την κατάσταση λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Αναφορικά με το Τεκμήριο 18, η αποστολή και παραλαβή των δύο επιστολών της Εθνικής προς τους Εναγόμενους 1 και 2 παρέμεινε αναντίλεκτη και επομένως και αυτή γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Η κατάσταση με το Euribor, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, επιβεβαιώθηκε και από τη ΜΕ5 η οποία κατέθεσε εκ νέου τέτοια κατάσταση, Τεκμήριο 39, και αναφέρθηκε εκτεταμένα στο όλο ζήτημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η προσπάθεια της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση της ΜΕ5 να αμφισβητήσει την ορθότητα του Τεκμηρίου 19 παρέμεινε στο κενό. Η επίδειξη κάποιου σχετικού εγγράφου από τον δικηγόρο των Εναγομένων 3 προς τη μάρτυρα παρέμεινε αόριστη καθότι το εν λόγω έγγραφο δεν αναγνωρίστηκε από τη μάρτυρα και έτσι δεν κατατέθηκε ως Τεκμήριο, ενώ δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των Εναγομένων 3 αναφορικά με τη διαμόρφωση του Euribor κατά τον επίδικο χρόνο. Η ειλικρίνεια και ο αυθορμητισμός του ΜΕ1 διεφάνη και από τις απαντήσεις του στο θέμα του τίτλου για το ενυπόθηκο ακίνητο. Είναι γεγονός ότι κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε πως εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για την κατοικία και πως η Τράπεζα ουδέποτε κατείχε το πρωτότυπο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Μάλιστα πρόσθεσε πως όταν πήγαν στο Κτηματολόγιο για να καταθέσουν το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, το Κτηματολόγιο δεν δέχθηκε την αίτηση τους και τους ανέφερε ότι υπήρχε ήδη κατατεθειμένο άλλο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για την ίδια κατοικία το οποίο δεν ήταν στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2. Όπως βάσιμα εξήγησε ο ΜΕ1, η Τράπεζα βρέθηκε προ εκπλήξεως καθότι προφανώς η κατοικία είχε πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση της Τράπεζας. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 επέμενε με σταθερότητα στις ίδιες θέσεις, αντικρούοντας την εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων 3 πως δεν υπήρχε άλλο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αλλά απλώς νέα εκχώρηση, λέγοντας πως αυτή ήταν η πληροφόρηση που έλαβαν από το Κτηματολόγιο, ήτοι πως υπήρχε κατατεθειμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Αξίζει να σημειωθεί πως τελικώς οι θέσεις της Υπεράσπισης επί τούτου παρέμειναν απλές υποβολές χωρίς την προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας προς υποστήριξη αυτών. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο ΜΕ1 ήταν αξιόπιστος μάρτυρας και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Η ΜΕ2 περιέγραψε τις συνθήκες υπογραφής των επίδικων συμφωνιών με αμεσότητα και πλήρη σταθερότητα και συνέπεια καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Κατά την κυρίως εξέταση της ήταν σαφής ότι γνώριζε τους κκ. Χ. και Α. Καραολή, διευθυντές των Εναγομένων 3, ως πελάτες της Τράπεζας και έμπειρους επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και ότι έθεσε την υπογραφή της επί των συμφωνιών εκ μέρους της Τράπεζας, στην παρουσία των Εναγομένων 1 και 2 και του κ. Χ. Καραολή και της υπαλλήλου κας XXXXX εκ μέρους των Εναγομένων 3. Επίσης έδωσε καθόλα λογικές, βάσιμες και πειστικές εξηγήσεις ως προς το ότι οι Εναγόμενοι 3 γνώριζαν εξαρχής ότι θα παραχωρούσαν εγγύηση για το επίδικο δάνειο, καθότι σε όλες τις περιπτώσεις πώλησης κατοικιών, υπέγραφαν ανάλογες εγγυήσεις και ουδέποτε τέθηκε θέμα είτε μη υπογραφής είτε διατύπωσης οποιασδήποτε επιφύλαξης. Αυτή η θέση της ΜΕ2 επιβεβαιώνεται και από την απόφαση ημ. 24.4.08 των Εναγομένων 3, Τεκμήριο 21, για την υπογραφή της εγγύησης και από το πιστοποιητικό γραμματέα ημ. 30.4.08 το οποίο στάληκε από τους Εναγόμενους 3 προς την Τράπεζα, μέρος του Τεκμηρίου 8. Η ΜΕ2 επέμενε με ευθύτητα και συνέπεια σε αυτές τις θέσεις της και κατά την αντεξέταση της. Μάλιστα, η μαρτυρία της αναφορικά με την πρώτη επαφή των πελατών με τη ΜΕ3 και την ετοιμασία των εισηγητικών σημειωμάτων και της αίτησης για δανειοδότηση μαζί με τις προτιθέμενες εξασφαλίσεις, ως επίσης και την πληροφόρηση από τη ΜΕ3 πως οι Εναγόμενοι 3 ουδέποτε έθεσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη για την παροχή της εγγύησης, συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία της ΜΕ3, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. Βασικά οι δύο αυτές μάρτυρες παρουσίασαν μια λογική, σταθερή και συνεπή εικόνα αναφορικά με την όλη εξέλιξη της διαδικασίας παροχής του επίδικου δανείου και των επίδικων εξασφαλίσεων. Αξίζει να σημειωθεί πως στην αντεξέταση της η ΜΕ2 επέμενε με χαρακτηριστικό έντονο, σταθερό και πειστικό τρόπο πως η ίδια εξήγησε το περιεχόμενο των εγγράφων προς τους πελάτες πριν την υπογραφή επί αυτών και πως οι Εναγόμενοι 3 είχαν υπογράψει πολλές τέτοιες εγγυήσεις για την ανάπτυξη και πώληση κατοικιών και γνώριζαν πως αυτή η εγγύηση τους ίσχυε μέχρι την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, τη μεταβίβαση στους πελάτες - αγοραστές και την εγγραφή Α υποθήκης, κάτι το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Η προσπάθεια της Υπεράσπισης να κλονίσει την αξιοπιστία της μάρτυρος ως προς την αναφορά της ότι οι Εναγόμενοι 3 έδιναν «ανάλογες εγγυήσεις» παρέμεινε στο κενό. Αυτή η προσπάθεια έγινε μέσω της επιστολής προσφοράς ημ. 9.5.08, Τεκμήριο 22, για την παροχή άλλου δανείου προς την εταιρεία Dillow Grace Trading Ltd, στην οποία όμως υπάρχει όρος πως με την εγγραφή Α υποθήκης επί της κατοικίας μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου, οι Εναγόμενοι 3 θα απαλλάσσονταν από την εγγύηση. Είναι αξιοσημείωτο πως ενώ στο Τεκμήριο 22 αναφέρεται ρητώς πως με την εκπλήρωση αυτών των γεγονότων, ήτοι της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου και της εγγραφής υποθήκης, οι Εναγόμενοι 3 θα απαλλάσσονταν από την εγγύηση τους, στο Τεκμήριο 6 δεν αναγράφεται η φράση για απαλλαγή τους, όμως αποτελεί κοινό έδαφος και από τις δύο πλευρές ότι η εκπλήρωση αυτών των γεγονότων θα οδηγούσε στην απαλλαγή των Εναγομένων 3 από την εγγύηση τους. Η ίδια η ΜΕ2 γνώριζε ότι το αγοραπωλητήριο δεν είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και έτσι ούτε και το εκχωρητήριο μπορούσε να κατατεθεί. Το γεγονός ότι δεν γνώριζε κατά πόσο είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος, το οποίο αντιλήφθηκε με την υπόδειξη του Τεκμήριου 14, δεν διαφοροποιεί τις θέσεις της ούτε και επηρεάζει ή κλονίζει με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της. Άλλωστε, εξέφρασε την καθόλα βάσιμη θέση πως η έκδοση του τίτλου δεν ήταν ικανή από μόνη της να προκαλέσει τη μεταβίβαση στον αγοραστή, αλλά πως οι Εναγόμενοι 3 έπρεπε να αιτηθούν τη μεταβίβαση η οποία και θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Μάλιστα, ήταν χαρακτηριστική η απάντηση της ότι ανεξαρτήτως του τι διήμηφθη μεταξύ των Εναγομένων 3 και της ΜΕ3, η ίδια είχε εξηγήσει στον κ. Καραολή τη φύση του εγγράφου που θα υπέγραφε, διαγράφοντας έτσι οποιαδήποτε αμφιβολία στο Δικαστήριο ως προς την άσκηση πίεσης προς τους Εναγόμενους 3 να υπογράψουν τη συμφωνία εγγύησης. Τέλος, η ΜΕ2 κλήθηκε να αναφερθεί και στο θέμα του τόκου και έδωσε ολοκληρωμένες και εμπεριστατωμένες απαντήσεις, σε συνάρτηση με τους όρους των επίδικων συμφωνιών και τα επιτόκια τα οποία δημοσίευε και αναρτούσε η Τράπεζα. Η αδυναμία της να γνωρίζει για τις όποιες μεταγενέστερες επαφές της Τράπεζας με τους Εναγόμενους 1 και 2 κρίνεται λογική εφόσον η ίδια αποχώρησε από το συγκεκριμένο κατάστημα και τμήμα από το 2011. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η ΜΕ2 κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα και επομένως η μαρτυρία της γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Η ΜΕ3 με τη σειρά της επίσης έθεσε με σαφήνεια και συνέπεια τη δική της ανάμειξη στα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης. Ειδικότερα, η ΜΕ3 περιέγραψε τα καθήκοντα της σε σχέση με την εξέταση της πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών και την ετοιμασία, με τη δική της εισήγηση, της αίτησης για χορήγηση της διευκόλυνσης, όπως έπραξε και στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με την ίδια, αυτή είχε άμεση εμπλοκή στις διαβουλεύσεις με τους Εναγόμενους 1-3, η ίδια συνάντησε και την υπάλληλο των Εναγομένων 3 κα XXXXX και ετοίμασε το εισηγητικό για έγκριση της επίδικης δανειοδότησης με τις συγκεκριμένες εξασφαλίσεις. Πέραν της διαβεβαίωσης πως δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση στους Εναγόμενους, η ΜΕ3 ήταν σε θέση να δώσει μια πλήρη και πειστική εικόνα για την ίδια πρακτική αναφορικά με την πώληση διάφορων κατοικιών από τους Εναγόμενους 3 από τις 7.7.06, ημερομηνία έγκρισης τριών πιστωτικών διευκολύνσεων, παρουσιάζοντας και τις σχετικές επιστολές, Τεκμήρια 23-25. Αξίζει να γίνει ειδική αναφορά στις επιστολές ημ. 7.7.06 και 16.6.06 προς τους Εναγόμενους 3, Τεκμήρια 23 και 25 αντίστοιχα, με τις οποίες τους γνωστοποιείται η έγκριση χορήγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων για την ανέγερση του έργου με την παραχώρηση εγγύησης πληρωμής από τους τιτλούχους των ακινήτων. Με αυτόν τον τρόπο πράγματι η ΜΕ3 κατέδειξε με τεκμηρίωση πως ήταν σαφές και απολύτως κατανοητό στους Εναγόμενους 3 πως η έγκριση από την Τράπεζα στεγαστικών δανείων απαιτούσε τη χορήγηση εγγύησης από αυτούς μέχρι και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων και την εγγραφή Α υποθήκης επί αυτών. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της η ΜΕ3 ήταν σε θέση να δώσει επιπρόσθετες εξηγήσεις και πληροφορίες για όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της, με αμεσότητα και σταθερότητα. Έτσι δήλωσε ότι κατά την εξέταση της πιστοληπτικής ικανότητας των Εναγομένων, είχαν προσκομιστεί αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμού σε τράπεζες στο εξωτερικό, καταστάσεις από τον Φόρο Εισοδήματος, καταστατικά και ισολογισμοί εταιρειών. Οι απαντήσεις της μάρτυρος αναφορικά με την ύπαρξη κεφαλαίων από τους Εναγόμενους για αγορά της κατοικίας ήταν επίσης λογικές και πειστικές. Η ΜΕ3 ανέφερε ότι δεν είναι θέμα της Τράπεζας κατά πόσο ο πελάτης διαθέτει και θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τα δικά του κεφάλαια για την αγορά της κατοικίας και να μην προχωρήσει με δανειοδότηση γι΄ αυτή την αγορά, καθότι αυτό είναι απόφαση του πελάτη και αν η Τράπεζα αρνείτο τη χορήγηση του δανείου, ο πελάτης θα αποτείνετο σε άλλο οργανισμό. Η ύπαρξη κεφαλαίων ήταν ένα στοιχείο το οποίο συνεκτιμήθηκε κατά την εξέταση της πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών. Επίσης, όπως βάσιμα ανέφερε η ΜΕ3, η Τράπεζα δεν ζήτησε ή απαίτησε τη μεταφορά χρημάτων στην Κύπρο καθότι είχε επαρκείς εξασφαλίσεις και δη το ακίνητο, ασχέτως της μη ύπαρξης ξεχωριστού τίτλου, η δε απόφαση για έγκριση του δανείου λήφθηκε από την αρμόδια ανώτερη επιτροπή της Τράπεζας και όχι από την ίδια. Η ΜΕ3 φάνηκε να είναι καλή γνώστης και της όλης εξέλιξης των γεγονότων καθότι ήταν σε θέση να αναφέρει πως παρά τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή, δίδονταν διαβεβαιώσεις για την πληρωμή του δανείου, και συγκεκριμένα από τον κ. Χ. Καραολή, διευθυντή των Εναγομένων 3, ο οποίος αιτήθηκε την απαλλαγή του ακινήτου λόγω μεταπώλησης σε τρίτο με την προϋπόθεση εξόφλησης του δανείου, το αίτημα του έγινε δεκτό από την Τράπεζα όμως ο πελάτης τελικώς υπαναχώρησε και τους πληροφόρησε ότι δεν θα προχωρούσε στη μεταπώληση του. Προς επιβεβαίωση τούτου μάλιστα, η ΜΕ3 δήλωσε ότι υπήρχε επιστολή ημ. 3.2.11 η οποία στάληκε από τη διοίκηση της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους 3 εκφράζοντας παράπονο γι΄ αυτή τη στάση τους. Αυτή η αναφορά της παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι η ΜΕ3 εύλογα προέβαλε αυτά τα γεγονότα για να δικαιολογήσει την παρατηρηθείσα καθυστέρηση όσον αφορά την απαίτηση της Τράπεζας για εξόφληση. Η ΜΕ3 συνέχισε ότι, όπως διεφάνη αργότερα σε έλεγχο το 2016, στις 15.11.10 κατατέθηκε αγοραπωλητήριο συμβόλαιο υπέρ τρίτου χωρίς εξόφληση του δανείου. Αναντίλεκτη επίσης παρέμεινε και η μαρτυρία της ότι πριν από ένα έτος η ίδια είχε συνάντηση με τον κ. Α. Καραολή ο οποίος της δήλωσε έτοιμος να μεταπωλήσει την επίδικη κατοικία για τρίτη φορά. Η ΜΕ3 παρέμεινε σταθερή και πειστική και όσον αφορά το ζήτημα της ενδεχόμενης απαλλαγής των Εναγομένων 3. Όπως βάσιμα επέμενε η μάρτυρας, η ίδια θεωρεί πως η Τράπεζα θα ακολουθούσε την ίδια τακτική απαλλαγής τους. Συγκεκριμένα η ΜΕ3 ανέφερε πως το έργο αφορούσε συνολικά 20 κατοικίες, για τις έντεκα εκ των οποίων χορηγήθηκαν στεγαστικά δάνεια. Όταν οκτώ εκ των κατοικιών μεταβιβάστηκαν με την έκδοση τίτλου και ο κ. Καραολής ζήτησε την απαλλαγή των Εναγομένων 3, το αίτημα εξετάστηκε και εγκρίθηκε από την Τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η ίδια δήλωσε ότι δεν έγινε μεταβίβαση αλλά η κατοικία παραμένει εγγεγραμμένη στο όνομα των Εναγομένων 3. Η ΜΕ3 επανέλαβε τη θέση πως ο σχετικός όρος για την απαλλαγή των Εναγομένων 3 ήταν ο ίδιος και σε άλλες τέτοιες συμφωνίες. Η ΜΕ3 δεν γνώριζε να τοποθετηθεί για τυχόν αίτημα από τον Διαχειριστή Παραλήπτη για απαλλαγή των Εναγομένων 3 και έδωσε τη λογική απάντηση πως τυχόν εκποίηση της υποθήκης και πώληση της κατοικίας ενόσω αυτή ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα των Εναγομένων 3 ήταν καθαρά θέμα πολιτικής της Τράπεζας. Κατά την επανεξέταση της η ΜΕ3 δήλωσε ότι οι Εναγόμενοι 3 ουδέποτε υπέβαλαν αίτημα για την απαλλαγή τους από την υπό κρίση εγγύηση λόγω μεταβίβασης στον αγοραστή, και το τελευταίο τέτοιο αίτημα έγινε το 2019, αφορούσε άλλη κατοικία και εγκρίθηκε από την Τράπεζα. Η ΜΕ3 ήταν επίσης σαφής ότι η δική της αρμοδιότητα ήταν μέχρι την έγκριση του δανείου, η ετοιμασία των εγγράφων έγινε από άλλη υπηρεσία της Τράπεζας ενώ η ΜΕ2 υπέγραψε τη βασική συμφωνία, επιστολή προσφοράς και τη συμφωνία εγγύησης για την Τράπεζα. Μέσα από την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η ΜΕ3 κατέθεσε με πλήρη αντικειμενικότητα αλλά και με ολοκληρωμένο, συνεπή και σταθερό τρόπο για τα γεγονότα της υπόθεσης, στον βαθμό που η ίδια είχε προσωπική γνώση και ή εμπλοκή, δίδοντας μια εικόνα η οποία αφενός βρίσκει έρεισμα σε έγγραφα και αφετέρου αντικατοπτρίζει τη λογική των πραγμάτων. Άλλωστε, σημειώνεται ότι οι θέσεις της Υπεράσπισης για τις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών και απαλλαγής των Εναγομένων 3 από την εγγύηση τους παρέμειναν απλές υποβολές και δεν υποστηρίζονται από ίχνος μαρτυρίας. Ως εκ τούτου και η μαρτυρία της ΜΕ3 κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της. Με βάση τη μαρτυρία των ΜΕ1-3, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου η αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΕ3, πως αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνη για την ετοιμασία των εισηγητικών σημειωμάτων σε σχέση με τα στεγαστικά δάνεια της επαρχίας Λεμεσού, προέβαινε σε έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας των αιτητών δανείων και εισηγείτο την έγκριση ή απόρριψη της αίτησης παραχώρησης στεγαστικού δανείου. Γίνεται επίσης δεκτή η μαρτυρία της ότι τα εισηγητικά της σημειώματα υπογράφονταν και υποβάλλονταν προς τον Τομέα Λιανικής Τραπεζικής (Retail Banking) στη Λευκωσία από τους διευθυντές των καταστημάτων στα οποία υποβάλλονταν οι αιτήσεις χορήγησης και ότι η ίδια ετοίμασε το εισηγητικό σημείωμα για έγκριση και παραχώρηση της ζητηθείσας από τους Εναγόμενους χορήγησης. Επίσης το Δικαστήριο προβαίνει σε εύρημα πως για την παραχώρηση του επίδικου δανείου, οι Εναγόμενοι 1-3 και η υπάλληλος των Εναγομένων 3 κα XXXXX είχαν συναντήσεις με τη ΜΕ3. Στα πλαίσια αυτών των συναντήσεων η ΜΕ3 έλαβε στοιχεία για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των Εναγομένων και ετοίμασε σχετικό εισηγητικό σημείωμα για την έγκριση του δανείου το οποίο εξετάστηκε και εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή της Τράπεζας. Ακολούθως ετοιμάστηκαν τα σχετικά έγγραφα και αφού αυτά επεξηγήθηκαν από τη ΜΕ2 προς τους Εναγόμενους σε συνάντηση τους στην παρουσία και της κας XXXXX, τα υπέγραψαν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 και όπως φαίνεται στα έγγραφα, ο κ. XXXXX Αργυρού και η ΜΕ2 υπέγραψαν εκ μέρους της Τράπεζας τη συμφωνία δανείου, την επιστολή προσφοράς και τη συμφωνία εγγύησης. Γίνεται δεκτό πως κατά τη διάρκεια όλων των συναντήσεων και συζητήσεων ουδέποτε ασκήθηκε οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη πίεση προς τους Εναγόμενους για τη λήψη του δανείου ή την υπογραφή των εγγράφων, αλλά αντιθέτως αυτοί επιθυμούσαν και αιτήθηκαν το δάνειο με τις σχετικές εξασφαλίσεις. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου ότι η παροχή αυτού του δανείου αποτελούσε μέρος μιας πρακτικής για τη χορήγηση παρόμοιων δανείων για τις υπόλοιπες κατοικίες που έκτιζαν οι Εναγόμενοι 3 και πωλούσαν σε αγοραστές με τον όρο για απαλλαγή τους από την εγγύηση τους με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου και τη μεταβίβαση στον αγοραστή, όπως και έγινε σε οκτώ τέτοιες περιπτώσεις. Γίνεται δεκτό πως οι Εναγόμενοι 3 υπέβαλαν παλαιότερα αίτημα για την απαλλαγή τους από την επίδικη εγγύηση τους λόγω μεταπώλησης της κατοικίας σε τρίτο με την προϋπόθεση εξόφλησης του δανείου, το οποίο (αίτημα) έγινε δεκτό από την Τράπεζα όμως οι Εναγόμενοι 3 τελικώς υπαναχωρήσαν καθότι, όπως ανέφεραν, δεν θα προχωρούσαν στη μεταπώληση της. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το αγοραπωλητήριο δεν έγινε δεκτό για κατάθεση από το Κτηματολόγιο καθότι είχε ήδη κατατεθεί (στις 15.11.10) άλλο αγοραπωλητήριο σε τρίτα πρόσωπα εφόσον η κατοικία πωλήθηκε σε τρίτα πρόσωπα χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση προς την Τράπεζα. Τα ακαδημαϊκά προσόντα, το ιστορικό απασχόλησης και η επαγγελματική εμπειρία του ΜΕ4, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά στη Γραπτή Δήλωση του, Έγγραφο 4, δεν αμφισβητήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο και επομένως γίνονται πλήρως δεκτά από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο ΜΕ4 διαθέτει τις ειδικές γνώσεις και εμπειρία ως εμπειρογνώμονας για να αναφερθεί στο θέμα της χρέωσης του τόκου από την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ4 ανέλυσε τον τρόπο καθορισμού του επιτοκίου από ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Η βασική του θέση ήταν ότι η τιμολογιακή πολιτική και ειδικότερα το περιθώριο επιτοκίου, πέραν της ισχύουσας βάσης αναφοράς, επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος κεφαλαίου της ίδιας της τράπεζας και τον πιστωτικό κίνδυνο του κάθε πελάτη, δηλαδή τον κίνδυνο μη αποπληρωμής των υποχρεώσεων του. Σύμφωνα με τον ΜΕ4, στις περιπτώσεις καθυστερήσεων στην πληρωμή δόσεων σε δάνεια και ή υπερβάσεων πέραν των εγκεκριμένων ορίων παρατραβήγματος σε τρεχούμενους λογαριασμούς και ή οριστικών καθυστερήσεων, οι τράπεζες χρεώνουν επιτόκιο πέραν του συμβατικού το οποίο αντικατοπτρίζει το επιπλέον κόστος που επωμίζεται η τράπεζα για κάθε τέτοιο λογαριασμό. Βάσει των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, τέτοια κόστη είναι η αύξηση των προβλέψεων και κατ΄ επέκταση ισόποση δέσμευση ιδίων κεφαλαίων για εξασφάλιση έναντι πιθανής ζημιάς, περισσότερος χρόνος διοικητικού και εξειδικευμένου προσωπικού με το αντίστοιχο κόστος (άμεσο κόστος) και επιμεριζόμενα (έμμεσα) κόστη των υπαλλήλων επιτελικών υποστηρικτικών ομάδων της τράπεζας, όπως εσωτερικός έλεγχος και κανονιστική συμμόρφωση. Ο ΜΕ4 κατέθεσε διάφορους Πίνακες τους οποίους είτε έλαβε από λειτουργούς της Τράπεζας είτε ετοίμασε ο ίδιος, Τεκμήρια 26-30, για να υποστηρίξει τη θέση του και εξήγησε ότι η Τράπεζα απώλεσε μεγάλα ποσά από τόκους που θα μπορούσε να είχε εξασφαλίσει από νέο δανεισμό στον οποίο δεν θα μπορούσε να προβεί εξαιτίας επισφαλών δανείων, όπως το επίδικο, και ότι εξαιτίας αυτών η Τράπεζα έπρεπε και δικαιούτο να χρεώνει τους λογαριασμούς των Εναγομένων από το 2013, έτος δημιουργίας των προβλέψεων της, με επιτόκιο προς 9,11% και επιπλέον 0,41% για κάλυψη των έμμεσων εξόδων της, δηλαδή συνολικά 9,52%. Ειδικότερα, ο ΜΕ4 ανέφερε ότι βάσει των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, η ύπαρξη καθυστερήσεων στην πληρωμή δόσεων σε δάνεια και ή υπερβάσεων πέραν των εγκεκριμένων ορίων παρατραβήγματος σε τρεχούμενους λογαριασμούς δημιουργεί την ανάγκη για τη δημιουργία προβλέψεων για τους συγκεκριμένους λογαριασμούς. Όπως εξήγησε η ύπαρξη καθυστερήσεων και ή υπερβάσεων αποτελεί ένδειξη για ανικανότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του και έτσι η τράπεζα αναγκάζεται να προβεί σε απομείωση της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων, ήτοι των δανείων, στις οικονομικές καταστάσεις αντικατοπτρίζοντας έτσι το ύψος της πιθανής ζημιάς. Βάσει των συσσωρευμένων προβλέψεων στο τέλος κάθε λογιστικού έτους, η τράπεζα οφείλει να δεσμεύσει ισόποσα ίδια κεφάλαια για εξασφάλιση έναντι πιθανών ζημιών που θα προκύψουν από αυτούς τους λογαριασμούς στο μέλλον. Ο ΜΕ4 συνέχισε ότι με βάση την ισχύουσα τραπεζική πρακτική, τη ρευστότητα και τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας της κάθε τράπεζας και της πολιτικής που εκδίδει ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός, ήτοι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η κάθε τράπεζα έχει τη δυνατότητα να παραχωρεί δάνεια πολλαπλάσια των ιδίων κεφαλαίων της. Οι λογαριασμοί σε καθυστέρηση και ή υπέρβαση παίρνουν περισσότερο βάρος στη στάθμιση με αποτέλεσμα να μεγαλώνει ο παρονομαστής και να μικραίνει το αποτέλεσμα του κλάσματος, ήτοι ο δείκτης. Σε τέτοια περίπτωση η τράπεζα για να βελτιώσει τον δείκτη προς ικανοποίηση των κριτηρίων των εποπτικών αρχών, θα πρέπει να βρει νέα κεφάλαια για ενίσχυση του αριθμητή του κλάσματος και ταυτόχρονα να σταματήσει τον νέο δανεισμό για σταθεροποίηση του παρονομαστή. Ο ΜΕ4 κατέθεσε Πίνακα υπό τον τίτλο Ύψος Δανείων/Ιδίων Κεφαλαίων και Εποπτικοί Δείκτες, Τεκμήριο 26, τον οποίο έλαβε από τον κ. Κ. Μαραθοβουνιώτη, Διευθυντή Διαχείρισης Κινδύνων της Τράπεζας, στον οποίο φαίνονται, μεταξύ άλλων, τα ίδια κεφάλαια από το 2012 μέχρι και τις 31.12.19, το σύνολο των διευκολύνσεων (πριν τις προβλέψεις), ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας από το 2012 μέχρι και τις 31.12.19, ο ελάχιστος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας που καθορίζει η εποπτική αρχή για την Τράπεζα και το πολλαπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων που η Τράπεζα μπορεί να δανείζει σύμφωνα με τον εν λόγω δείκτη. Όπως ανέφερε ο ΜΕ4, σύμφωνα με τον Πίνακα, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (SREP) που καθόρισε η εποπτική αρχή για την Τράπεζα ανέρχεται στις 31.12.13 στο 14,80% και επομένως αυτή θα μπορούσε να δώσει δάνεια μέχρι και 6,76 φορές των ιδίων κεφαλαίων της. Ως εκ τούτου, η δέσμευση ιδίων κεφαλαίων ως εξασφάλιση έναντι των προβλέψεων που αναγκαστικά δημιούργησε η Τράπεζα, περιορίζει τη δυνατότητα της να προχωρήσει σε νέο δανεισμό, δηλαδή μειώνονται τα διαθέσιμα ίδια κεφάλαια που θα υποστηρίζουν τον νέο δανεισμό και ταυτόχρονα ικανοποιούν τα κριτήρια της εποπτικής αρχής. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Τεκμηρίου 26, η Τράπεζα θα μπορούσε να είχε δανεισμένα χρήματα σε πελάτες μέχρι και 7,43 φορές τα κεφάλαια της στις 31.12.12 και αντίστοιχα 6,76 φορές στις 31.12.13, όμως σύμφωνα με τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της για τα έτη 2012 και 2013, η Τράπεζα είχε δάνεια 8,72 φορές τα ίδια κεφάλαια στις 31.12.12 και 8,30 φορές στις 31.12.13. Ο ΜΕ4 πρόσθεσε ότι με βάση τα πιο πάνω και την πληροφόρηση που είχε από τον κ. Ν. Θεοδοτίδη, επικεφαλή υποδιεύθυνσης της Διεύθυνσης Οριστικών Καθυστερήσεων της Τράπεζας, για τις συσσωρευμένες προβλέψεις έναντι των καθυστερήσεων από το 2013, χρονιά που για πρώτη φορά δημιουργήθηκε πρόβλεψη για πιθανές μελλοντικές ζημιές, μέχρι και τις 30.4.20, όπως φαίνεται στον Πίνακα με Προβλέψεις Ανά Έτος, Τεκμήριο 27, ο ΜΕ4 ετοίμασε Πίνακα με τίτλο Εν Δυνάμει Δανεισμός για τα Ποσά των Προβλέψεων για τους Λογαριασμούς των Εναγομένων, Τεκμήριο 28 και Πίνακα με το Κόστος Ευκαιρίας (Διαφυγών Χρεωστικός Τόκος), Τεκμήριο 29. Στον Πίνακα, Τεκμήριο 28, ο ΜΕ4 παραθέτει το ύψος του νέου δανεισμού που η Τράπεζα θα μπορούσε να παραχωρήσει ανά έτος αν δεν υπήρχε η ανάγκη δέσμευσης ιδίων κεφαλαίων λόγω των αυξημένων προβλέψεων, θεωρώντας ότι η διάρκεια αποπληρωμής είναι 15 έτη και με επιτόκιο 4% ως λογικό επιτόκιο για επιχειρηματικά δάνεια. Στον Πίνακα, Τεκμήριο 29, γίνεται ο υπολογισμός των τόκων που θα αντιστοιχούσαν σε αυτόν τον νέο δανεισμό με βάση επιτόκιο 4%. Τέλος, ο ΜΕ4 έλαβε από τον κ. Ι. Μιχαήλ, Διευθυντή της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας, Πίνακα υπό τον τίτλο Άμεσα/Έμμεσα Λειτουργικά Κόστη, Τεκμήριο 30, και μέσα από όλα αυτά διεφάνη ότι το επιτόκιο που έπρεπε να φέρουν οι λογαριασμοί των Εναγομένων ως αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστησαν επειδή αυτοί παρουσίαζαν καθυστερήσεις πρέπει να ανέρχεται σε 9,11%, ποσοστό που προκύπτει από την απώλεια ποσού-τόκου €468.500 που φαίνεται στον Πίνακα Κόστος Ευκαιρίας, πλέον το ποσοστό των άμεσων και έμμεσων κόστων στον αντίστοιχο Πίνακα (+ 0,23% και + 0,18% αντίστοιχα), δηλαδή σύνολο 9,52%, ποσοστό το οποίο δικαιολογεί τη χρέωση αυτού του επιτοκίου μετά τον τερματισμό. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ΜΕ4 ανέφερε ότι οι υπολογισμοί του έγιναν για τη ζημιά από το 2014 και μετέπειτα, βασιζόμενος στις προβλέψεις της Τράπεζας οι οποίες έγιναν για πρώτη φορά το 2013. Επίσης ανέφερε ότι δεν έλαβε υπόψιν τη ρευστότητα της Τράπεζας κατά τα αντίστοιχα έτη, προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι η Τράπεζα θα μπορούσε μεν να έχει ρευστότητα όμως λόγω της επερχόμενης οικονομικής κρίσης να μην δανείζει χρήματα. Επομένως, αυτή είναι μια παράμετρος η οποία σαφώς δεν λήφθηκε καθόλου υπόψιν από τον μάρτυρα. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω από τη μαρτυρία του ΜΥ1 με παραπομπή στις οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας, το ίδιο ισχύει και για τα κεφάλαια, δηλαδή από το 2014 και μετά η Τράπεζα είχε πλεόνασμα κεφαλαίων, αλλά λόγω της οικονομικής κρίσης, των πολιτικών της κ.λπ. επέλεξε να μην δανείζει. Ο ΜΕ4 δήλωσε πως δεν γνώριζε πληροφορίες για την πώληση δανείων, όμως εξέφρασε την άποψη, χωρίς να είναι βέβαιος, ότι η απάλειψη δανείων από τον ισολογισμό της Τράπεζας μείωσε τα υπόλοιπα υπό διαχείριση και αντιστοίχως τα κόστη άμεσα ή έμμεσα, και επομένως το ποσοστό επί των υπολοίπων υπό διαχείριση θα παρουσίασε αύξηση. Επομένως, ο ΜΕ4 δεν γνώριζε ούτε γι΄ αυτό το στοιχείο το οποίο προφανώς δεν συνεκτίμησε για να προβεί στους υπολογισμούς και τοποθετήσεις του. Ο ΜΕ4 αναγνώρισε ότι η πολιτική της Τράπεζας δυνατόν να είναι είτε ότι έχει μετρητά βάσει κεφαλαίων αλλά δεν δανείζει είτε ότι δεν έχει μετρητά να δανείσει, και ότι το 2013 ήταν μια από τις δυσκολότερες και αβέβαιες χρονιές για την οικονομία γενικά. Δήλωσε ότι το 2013 η Τράπεζα είχε ήδη δανείσει περισσότερα από τα κεφάλαια της και επομένως είχε μια τρομερή αύξηση των προβλέψεων της, με αποτέλεσμα να μην υπήρχε περιθώριο δανεισμού και άρα μη δυνατότητα είσπραξης τόκου. Ο ΜΕ4 δήλωσε πως δεν έλεγξε τα στοιχεία τα οποία του δόθηκαν από την Τράπεζα. Παρά τη βάσιμη θέση του ότι δεν υπήρχε λόγος να τα αμφισβητήσει, εντούτοις τελικώς ο μάρτυρας δήλωσε ότι του δόθηκαν τα στοιχεία μόνο για τα έτη 2009-2015 και λόγω πίεσης χρόνου ο Οικονομικός Διευθυντής δεν μπόρεσε να του δώσει τα στοιχεία για τα έτη 2016-2019, υποχρεώνοντας τον μάρτυρα να προβεί πλέον σε δικούς του υπολογισμούς και χρησιμοποιώντας δικό του Πίνακα τον οποίο είχε στην κατοχή του για άλλες προηγούμενες τέτοιες διεργασίες. Μάλιστα ο ίδιος έλαβε υπόψιν τη διακύμανση των υπολοίπων προς διαχείριση για τα έτη 2009-2015 που υπήρχε μια ομαλή κατάσταση και επομένως ο ίδιος θεώρησε ως δίκαιους τους υπολογισμούς του, οι οποίοι όμως σαφώς βασίζονται σε δικές του και αυθαίρετες υποθέσεις. Αξίζει να σημειωθούν οι αναφορές του ότι «. λόγω έλλειψης χρόνου . ο οικονομικός διευθυντής . δεν μπορούσε να μου περάσει τα νούμερα για τις μετέπειτα χρονιές και ως εκ τούτου εγώ χρησιμοποίησα πίνακα, τον οποίον είχα στην κατοχή μου από προηγούμενα έργα, παρόμοιας φύσης με την τράπεζα και επειδή η αναλογία μεταξύ άμεσων και υπόλοιπων υπό διαχείριση πάνω-κάτω είναι η ίδια, άρα χρησιμοποίησα τα νούμερα τα συγκεκριμένα ενδεχομένως .» και ότι «για χάριν ευκολίας και επειδή έπρεπε να κάνουμε τη δουλειά μας σε σύντομο χρονικό διάστημα.» προέβη στους υπολογισμούς του, θέσεις οι οποίες δεν κρίνονται επαγγελματικές και υπεύθυνες αλλά μάλλον επιπόλαιες. Ενδεικτική του τρόπου ετοιμασίας των Πινάκων και κατάληξης των συμπερασμάτων του μάρτυρος είναι και η αναγνώριση και παραδοχή του πως χρησιμοποίησε σταθερά το 0,41% για όλα τα έτη θεωρώντας το δίκαιο, ενώ δεν ήταν βέβαιος για την ακριβή διακύμανση αυτού. Εξ ου και συμφώνησε με την ερώτηση του δικηγόρου των Εναγομένων 3 πως δεν γνώριζε κατά πόσο αυτό μπορεί να ήταν 0,20 ή 1,20%. Περαιτέρω, ο ΜΕ4 προέβη στους υπολογισμούς του σε σχέση με επιχειρηματικά δάνεια, για τα οποία εκ πείρας η Τράπεζα χρέωνε 5% και έτσι αυτός χρησιμοποίησε «εμπειρικά» το 4%, ενώ αναγνώρισε ότι για τα στεγαστικά δάνεια χρησιμοποιείτο ψηλότερο επιτόκιο, της τάξης του 7-9%. Δικαιολόγησε τη χρήση ενός σταθερού επιτοκίου για απλοποίηση των δεδομένων, θεωρώντας ότι χρησιμοποίησε ένα σχετικά χαμηλό επιτόκιο για να είναι δίκαιο προς τους Εναγόμενους. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ4, διαφαίνεται κατ΄ αρχάς ότι αυτός προέβη σε υπολογισμούς από το 2014 και μετέπειτα, αγνοώντας πλήρως τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία τερματισμού του επίδικου λογαριασμού, 15.5.12, μέχρι και τις αρχές του 2014. Επίσης, μέσα από την αντεξέταση του προκύπτει ότι αυτός δεν είχε ενώπιον του όλα τα απαραίτητα στοιχεία από την Τράπεζα, και κυρίως τις προβλέψεις στις οποίες ουσιαστικά στηρίχθηκε, ούτε και έλαβε υπόψιν και κάποια άλλα στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την όλη εικόνα, όπως π.χ. τη ρευστότητα της Τράπεζας ή την πώληση δανείων η οποία πιθανόν να επηρέαζε τα κόστη, τα οποία (στοιχεία) ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο ετοιμασίας της μελέτης του, αλλά επέλεξε να προβεί σε καθαρά δικούς του και αυθαίρετους υπολογισμούς οι οποίοι έγιναν κατά προσέγγιση και χωρίς να βασίζονται σε συγκεκριμένα και αξιόπιστα δεδομένα. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ4, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ως θέμα κοινής λογικής για κάθε δάνειο η Τράπεζα χρειάζεται να κρατά κάποια κεφάλαια για να μπορεί να καλύπτει τις μη αναμενόμενες ζημιές σε περίπτωση που το δάνειο καταστεί προβληματικό. Σύμφωνα με τους εποπτικούς κανονισμούς, τα απαιτούμενα κεφάλαια αυξάνονται όταν το δάνειο καταστεί προβληματικό, δημιουργώντας έτσι και αυξημένο κόστος για την Τράπεζα. Αντί να υπολογιστεί αυτό το κόστος, ο ΜΕ4 υπολόγισε σε μια εντελώς θεωρητική βάση το διαφυγόν κέρδος και στηρίχθηκε σε ελλιπή στοιχεία και αυθαίρετα ποσοστά. Το Δικαστήριο θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό το ότι τα συμπεράσματα του ΜΕ4 δεν επιβεβαιώνονται αλλά φαίνεται να αναιρούνται σε κάποιον βαθμό από το περιεχόμενο των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2015-2019, τις οποίες κατέθεσε ο ΜΥ1. Και τούτο καθότι, στον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους της Τράπεζας, ο ΜΕ4 δεν έλαβε καθόλου υπόψιν και παραγνώρισε εντελώς το γεγονός ότι για τα έτη 2015-2019 η Τράπεζα είχε το πλεόνασμα κεφαλαίων και επομένως τη δυνατότητα, για κάποια έτη αρκετά μεγάλη μάλιστα, να προβεί σε δανεισμό, όμως δεν το έπραξε κατόπιν δικής της πολιτικής και συνεπεία και της οικονομικής κρίσης. Η κατοχή κεφαλαίων ενόσω η Τράπεζα δεν δάνειζε χρήματα σαφώς επηρεάζει τον βαθμό και την έκταση του διαφυγόντος κέρδους. Με άλλα λόγια, το διαφυγόν κέρδος αυξάνεται αν η Τράπεζα δεν έχει καθόλου κεφάλαια για δανεισμό και μειώνεται αναλόγως των κεφαλαίων που διαθέτει αλλά δεν δανείζει. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι ο ΜΕ4 πρόσφερε έγκυρη επιστημονική και αξιόπιστη μαρτυρία και ως τέτοια δεν γίνεται δεκτή. Η ΜΕ5 ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική και επεξηγηματική ως προς τον τρόπο ετοιμασίας των αναδομημένων καταστάσεων και χρέωσης του τόκου, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι αυτές έγιναν σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε καταλήξει ότι υπήρχαν αντικανονικές χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό. Κατ΄ αρχάς επεξήγησε τη διαφορά μεταξύ των δύο καταστάσεων, Τεκμήρια 19 και 39, λέγοντας ότι το Τεκμήριο 19 δείχνει μόνο τις ημερομηνίες αλλαγής του μηνιαίου Euribor στον επίδικο λογαριασμό, ενώ το Τεκμήριο 39 δείχνει την ημερήσια διακύμανση του Euribor. Έχει ήδη λεχθεί ότι η προσπάθεια της Υπεράσπισης να αμφισβητήσει την ορθότητα του Τεκμηρίου 19 απέβη άκαρπη, ειδικότερα λαμβανομένης υπόψιν και της σαφέστατης θέσης της ΜΕ5 ότι οι μεταβολές του μηνιαίου Euribor αποτελούν αληθή αποτύπωση των μεταβολών που δημοσιεύονταν από το Reuter όπως αυτό (το Euribor) καθορίζεται από το European Money Market Institute. Μάλιστα η ΜΕ5 δήλωσε εξαρχής ότι την κατάσταση την παρέλαβε από τη Μονάδα Διαχείρισης Διαθέσιμων της Τράπεζας, όμως προέβη και η ίδια στην αναζήτηση των δεδομένων στην ιστοσελίδα Euribor - rate.eu η οποία δημοσιεύει καθημερινά το Euribor και επιβεβαίωσε την ορθότητα των μεταβολών όπως δημοσιεύτηκαν δύο εργάσιμες μέρες πριν την εκάστοτε μηναία μεταβολή, σύμφωνα με τους όρους της επιστολής προσφοράς, Τεκμήριο 6. Η ΜΕ5 ανέλυσε τον τρόπο καθορισμού του Euribor και χρέωσης του στον επίδικο λογαριασμό, εμμένοντας με σταθερότητα στην ορθότητα των δύο αυτών Τεκμηρίων (19 και 39). Ήταν ιδιαίτερα εμφανής η επιθυμία της να αναφερθεί μόνο σε όσα ενέπιπταν στη γνώση και στα καθήκοντα της δηλώνοντας ευθέως ότι δεν γνώριζε για κάποια ζητήματα, όπως π.χ. για την απόφαση για τον καθορισμό της χρέωσης των τόκων στις πιστωτικές διευκολύνσεις η οποία λαμβανόταν από την αρμόδια επιτροπή της Τράπεζας χωρίς η ίδια να είχε γνώση ή ανάμειξη, ή για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων καθότι η ίδια ουδέποτε ασχολήθηκε με τον επίδικο λογαριασμό εκτός από την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων. Η ΜΕ5 βάσιμα δικαιολόγησε τις χρεώσεις του τόκου με αναφορά στους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, οι οποίοι παρείχαν το δικαίωμα στην Τράπεζα να προβαίνει σε αλλαγή του επιτοκίου και με γνωστοποίηση στον πελάτη. Σε αυτό το πλαίσιο ανέφερε ότι στις 16.2.09 δεν άλλαξε το Euribor αλλά το πρόσθετο επιτόκιο, κατόπιν απόφασης της Τράπεζας, και αυτό επεξηγείται και στις δύο επιστολές οι οποίες στάληκαν στον Εναγόμενο 1 και για την Εναγομένη 2. Η αντικειμενικότητα της μάρτυρος φάνηκε στην απάντηση της σε υποβολή για μονομερή και συνεπώς παράνομη αύξηση του επιτοκίου από την Τράπεζα, πως παρόλο που το θέμα είναι νομικό και θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, από τη στιγμή που ο πελάτης υπογράφει τη συμφωνία τότε αποδέχεται τους όρους αυτής, συμπεριλαμβανομένων και των όρων σχετικά με τη μεταβολή του επιτοκίου. Έδωσε πλήρεις και ολοκληρωμένες απαντήσεις επί τούτου, δηλώνοντας πως το επιτόκιο διαφοροποιείτο μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, βασιζόμενη πάντοτε στους όρους της συμφωνίας. Τέλος, επέμενε ότι χρησιμοποίησε ως διαιρέτη τις 365 μέρες σε όλες τις αναδομημένες καταστάσεις τις οποίες ετοίμασε. Παρά τη μη ύπαρξη των αναγκαίων εγγράφων ενώπιον της, η ΜΕ5 ήταν σε θέση να αναφέρει πως οι πελάτες ενημερώθηκαν για τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού και τη μεταφορά του στις καθυστερήσεις, κάτι το οποίο υποστηρίζεται από την επιστολή τερματισμού την οποία ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε πως στάληκε και δεν επεστράφη. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της ΜΕ5 αναφορικά με την ορθότητα του ύψους του Euribor και του υπολογισμού του επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν κατά καιρούς ο επίδικος λογαριασμός ως πλήρως αξιόπιστη. Σε αυτό το σημείο διευκρινίζεται ότι γίνεται δεκτός ο υπολογισμός και όχι η νομιμότητα αυτών των χρεώσεων η οποία θα απασχολήσει στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Η ΜΕ5 έδωσε μια λεπτομερή περιγραφή του τρόπου ετοιμασίας των αναδομημένων καταστάσεων, Τεκμήρια 31-36, η οποία βασικά και πάλι παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και ως τέτοια γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επομένως γίνεται δεκτή η μαρτυρία της ΜΕ5 πως το Τεκμήριο 20 συνιστά τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή και πως κατόπιν οδηγιών και συνεννόησης με τους δικηγόρους των Εναγόντων ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού με βάση τις καταχωρίσεις στο ηλεκτρονικό βιβλίο που τηρούσε η Τράπεζα για τους λογαριασμούς της παραθέτοντας διάφορα εναλλακτικά σενάρια ως προς τις χρεώσεις του λογαριασμού και με τη χρήση του διαιρέτη τις 365 μέρες. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση της μάρτυρος πως οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού έγιναν από την ίδια με τη βοήθεια του προγράμματος (software) Excel το οποίο είναι εγκατεστημένο στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας. Όπως ανέφερε η ΜΕ5 και γίνεται δεκτό, η ΜΕ5 καταχώρισε στο σύστημα τα σχετικά στοιχεία και όλες τις εγγραφές που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμών τις οποίες παρουσίασε ο ΜΕ1, πλην των τόκων, ως αυτές βρίσκονται καταχωρημένες στο τραπεζικό βιβλίο (ηλεκτρονικό υπολογιστή) της Τράπεζας, και μετά υπολόγισε με συγκεκριμένες μαθηματικές εξισώσεις τόσο τους τόκους όσο και τους τόκους υπερημερίας ανάλογα με το επιλεγέν επιτόκιο και το επιτόκιο υπερημερίας στην κάθε περίπτωση. Ακολούθως η ΜΕ5 έλεγξε και επαλήθευσε ξεχωριστά την κάθε πράξη, καταχώριση και δεδομένα στις εν λόγω καταστάσεις και δηλώνει, χωρίς επιφύλαξη, ότι το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων είναι ακριβές και ορθό. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ5 και από τη στιγμή που οι αναδομημένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας το οποίο αποτελούσε το τραπεζικό της βιβλίο και μάλιστα αφορούν χαμηλότερο ποσό, και αυτές γίνονται αποδεκτές δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 274/09, ημ. 27.4.16. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή η μαρτυρία της ΜΕ5 και ως προς το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων και συγκεκριμένα ότι σε αυτές παρουσιάζονται οι ακόλουθες στήλες: • Ημερομηνία (value date), η οποία είναι η τοκοφόρος ημερομηνία σε σχέση με την εκάστοτε συναλλαγή, χρέωση ή πίστωση. Με μπλε χρώμα σημειώνονται οι ημερομηνίες στις οποίες έγινε μεταβολή του επιτοκίου και με κόκκινο αυτές στις οποίες έγινε χρέωση τόκου. • Χρέωση, ήτοι όλες οι χρεώσεις και με κόκκινο χρώμα παρουσιάζονται οι χρεώσεις τόκων. • Πίστωση, στην οποία φαίνονται οι καταθέσεις που έγιναν στον λογαριασμό. • Αριθμός Ημερών, που μεσολαβεί από τη μια καταχώριση μέχρι την άλλη. • Επιτόκιο, όπως μεταβαλλόταν στο Τεκμήριο 19. • Επιτόκιο Καθυστερήσεων, το οποίο καταβάλλεται επί του ληξιπρόθεσμου ποσού και με βάση την επιστολή προσφοράς ήταν 5%. • Υπολογισμός των Τόκων, που προκύπτει από τη μαθηματική πράξη Υπόλοιπο x Αριθμό ημερών x Επιτόκιο/365. • Τόκοι των Ληξιπρόθεσμων Ποσών, με βάση το επιτόκιο υπερημερίας και προκύπτει από τη μαθηματική πράξη Ληξιπρόθεσμο ποσό x Αριθμό ημερών x Επιτόκιο Υπερημερίας/365. • Υπόλοιπο, όπως διαμορφώνεται από τις στήλες Χρέωση και Πίστωση επί του οποίου υπολογίζονταν οι τόκοι. • Συμφωνηθείσες Δόσεις και λογισθέντες τόκοι κατά την περίοδο χάριτος και οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι όπως θα έπρεπε να καταβάλλονται με βάση την επιστολή προσφοράς. • Καταβολή Δόσης, με βάση του τι πραγματικά καταβάλλετο. • Ληξιπρόθεσμο Ποσό, το οποίο προκύπτει από τις στήλες Συμφωνηθείσες Δόσεις και Καταβολή Δόσης. Γίνεται επίσης δεκτή η μαρτυρία της ΜΕ5 πως οι αναδομημένες καταστάσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν ως διαιρέτη τις 365 μέρες, καλύπτουν την περίοδο από την ημερομηνία εκταμίευσης του ποσού του δανείου, ήτοι τις 30.4.08 μέχρι τις 15.5.12, ημερομηνία τερματισμού του δανείου, ως εξής: (
  2. i)Αναδομημένη κατάσταση 1, με χρέωση επιτοκίων και επιτοκίου υπερημερίας προς 5%. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €640.477,35, Τεκμήριο 31. (
  3. ii)Αναδομημένη κατάσταση 2, με χρέωση επιτοκίων και επιτοκίου υπερημερίας προς 2%. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €632.779,43, Τεκμήριο 32. (iii) Αναδομημένη κατάσταση 3, με χρέωση επιτοκίων και μηδενικού επιτοκίου υπερημερίας. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €627.889,86, Τεκμήριο 33. (
  4. iv)Αναδομημένη κατάσταση 4, με χρέωση επιτοκίων και επιτοκίου υπερημερίας προς 5% και με αφαίρεση όλων των χρεώσεων του λογαριασμού που αφορούν σε έξοδα αποστολής επιστολών, καταστάσεων λογαριασμού και έξοδα καθυστερήσεων. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €638.749,26, Τεκμήριο 34. (
  5. v)Αναδομημένη κατάσταση 5, με χρέωση επιτοκίων και επιτοκίου υπερημερίας προς 2% και με αφαίρεση όλων των χρεώσεων του λογαριασμού που αφορούν σε έξοδα αποστολής επιστολών, καταστάσεων λογαριασμού και έξοδα καθυστερήσεων. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €631.051,34, Τεκμήριο 35. (
  6. vi)Αναδομημένη κατάσταση 6, με χρέωση επιτοκίων και μηδενικού επιτοκίου υπερημερίας και με αφαίρεση όλων των χρεώσεων του λογαριασμού που αφορούν σε έξοδα αποστολής επιστολών, καταστάσεων λογαριασμού και έξοδα καθυστερήσεων. Σύμφωνα με αυτή το υπόλοιπο ανέρχεται στις €626.161,77, Τεκμήριο 36. Τέλος γίνεται επίσης δεκτή η κατάσταση με το σύνολο των χρεωθέντων εξόδων, Τεκμήριο 37 και το Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών Ιούνιος 2008, Τεκμήριο 38, το οποίο περιλαμβάνει τις διάφορες κατηγορίες εξόδων. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη και επομένως γίνεται δεκτή και η μαρτυρία της ΜΕ5 πως οι κατηγορίες εξόδων περιλαμβάνονται σε Πίνακα ο οποίος βρίσκεται αναρτημένος σε περίοπτη θέση σε όλα τα υποκαταστήματα της Τράπεζας και στην ιστοσελίδα της. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως η γενική εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο μέσα από την αντεξέταση όλων των μαρτύρων των Εναγόντων οι οποίοι εργάζονται στην Τράπεζα, ήτοι των ΜΕ1-3 και 5, είναι ότι ουσιαστικά η Υπεράσπιση δεν είχε μια σταθερή και συγκεκριμένη γραμμή υπεράσπισης αλλά αντιθέτως επιχειρούσε να ασχοληθεί με οποιοδήποτε θέμα θεωρούσε ως ικανό να αμφισβητηθεί είτε μέσω γενικών και αόριστων υποβολών, χωρίς όμως να προσφερθεί μαρτυρία προς υποστήριξη τους, είτε μέσω ερωτήσεων οι οποίες όμως δεν υποβάλλονταν σε όλους τους μάρτυρες αλλά μόνο σε κάποιους επιλεκτικά. Θεωρώ ότι αυτή η στάση της Υπεράσπισης δεν ήταν ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων των Εναγόντων οι οποίοι για τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Και ο ΜΥ1 με τη σειρά του ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι κατέχει τα αναγκαία ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα ως επίσης και την εμπειρία για να θεωρείται ως εμπειρογνώμονας στην έκφραση γνώμης ως προς τη χρέωση του επιτοκίου. Σημειώνεται ότι τα προσόντα και η πείρα του μάρτυρος δεν αμφισβητήθηκαν από την άλλη πλευρά. Το γεγονός ότι ο ΜΥ1 εργάζεται στην εταιρεία Michalis Avraam & Partners Ltd, η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή ελεγκτικών, λογιστικών, συμβουλευτικών και φορολογικών υπηρεσιών, και ότι ο κ. Αβραάμ διορίστηκε από τον Οκτώβριο του 2017 ως Παραλήπτης Διαχειριστής των Εναγομένων 3, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία του μάρτυρος. Και τούτο καθότι η μαρτυρία του περιορίστηκε στο περιεχόμενο των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2013 μέχρι και 2017 ως επίσης και των Πινάκων τους οποίους κατέθεσε ο ΜΕ4. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 κατέθεσε τις οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας για τα έτη 2013-2017 ως Τεκμήρια 40-44 και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αυτές είναι οι οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας όπως έχουν ετοιμαστεί και δημοσιευτεί. Βάσει αυτών, ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στην απομείωση για κάθε έτος, και ειδικότερα για τα ποσά των €15.968,474, €13.961,813, €5.649,412, €8.797,975 και €15.217,564 για τα έτη 2013-2017 αντίστοιχα. Βασιζόμενος στον Πίνακα, Τεκμήριο 26, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι για τα έτη 2015 μέχρι και 2019 η Τράπεζα είχε την κεφαλαιακή επάρκεια βάσει του δείκτη SREP να χορηγήσει δάνεια αλλά δεν το έπραξε. Ειδικότερα, για το έτος 2015, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 7,3 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 5,27 φορές, για το 2016, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 6,98 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 5,14 φορές, για το έτος 2017, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 6,45 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 4,22 φορές, για το έτος 2018, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 6,2 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 2,55 φορές και για το έτος 2019, η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν 5,79 φορές ενώ η Τράπεζα παραχώρησε δάνεια μόνο 2,42 φορές. Ως εκ τούτου ήταν η κατάληξη του ΜΥ1 ότι ο δείκτης δείχνει τον ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που καθορίζει η εποπτική αρχή για την Τράπεζα και ότι η αξίωση της Τράπεζας για τα απολεσθέντα κέρδη δεν είναι βάσιμη και αξιόπιστη καθότι δεν λαμβάνει υπόψιν τα ανωτέρω. Κατά την αντεξέταση του, έγινε προσπάθεια από την πλευρά των Εναγόντων να καταδειχθεί ότι η απομείωση πιθανόν να προκύπτει από παλιά δάνεια, όπως το επίδικο, και επομένως η μη δυνατότητα νέου δανεισμού να οφείλεται στη μη εξυπηρέτηση πιο παλαιών δανείων. Ο ΜΥ1 έδωσε ολοκληρωμένη και βάσιμη απάντηση, παραπέμποντας στις οικονομικές καταστάσεις του 2013 όπου αναγράφεται ότι η Τράπεζα είχε επηρεαστεί αρνητικά λόγω της κρίσης των τραπεζών και γι΄ αυτό δεν ήταν σε θέση να υλοποιήσει πράξεις. Ήταν δε σταθερός και σαφής στην απάντηση του ότι παρόλο που η Τράπεζα δεν είχε τη δυνατότητα δανεισμού για τα έτη 2012-2014, εντούτοις φαίνεται ότι είχε τέτοια δυνατότητα για τα μετέπειτα έτη όμως ακριβώς λόγω της κρίσης δεν έδινε δάνεια, αντικρούοντας με επάρκεια τη θέση του ΜΕ4 περί μη κεφαλαιουχικής επάρκειας της Τράπεζας να προβαίνει σε δανεισμό. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του ΜΥ1 κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο ως μέρος των ευρημάτων του. Στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής της Αγωγής, θα πρέπει πρώτα να λεχθεί ότι το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγόντων, το οποίο περιλαμβάνει την επίδικη συμφωνία δανείου, επικυρώθηκε με δικαστικό διάταγμα, Τεκμήριο 3. Επομένως, οι Ενάγοντες έχουν πλέον υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την Εθνική Τράπεζα έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου και των εξασφαλίσεων αυτής, ήτοι εγγυήσεων, υποθηκών και εκχώρησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18

(3)(α) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15. Περαιτέρω, το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/15 προβλέπει πως οποιαδήποτε νομική διαδικασία η οποία, όπως η παρούσα, εκκρεμούσε κατά τον χρόνο μεταβίβασης συνεχίζεται κανονικά με την αυτόματη αντικατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή των διευκολύνσεων και η εν λόγω αντικατάσταση πραγματοποιείται με την καταχώριση σχετικής ειδοποίησης αντικατάστασης στο Πρωτοκολλητείο, η οποία τέτοια ειδοποίηση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου με ημερομηνία 5.2.
  1. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες δύνανται να προωθούν την παρούσα Αγωγή. Παρέμεινε αναντίλεκτο και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγόντων, από τις 21.12.18 η Εθνική Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης προς τους Ενάγοντες αναφορικά με τις επίδικες πιστώσεις και εξασφαλίσεις καθώς επίσης και για άλλα συναφή θέματα. Αυτές οι υπηρεσίες διαχείρισης παρέχονται από τη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Εθνικής Τράπεζας όπου εργάζεται ο ΜΕ
  2. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
  1. i)Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
  2. ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αποτέλεσε κοινό έδαφος η αποστολή της επιστολής προσφοράς ημ. 30.4.08, Τεκμήριο 6, και η υπογραφή αυτής από τους Εναγόμενους 1 και 2 ως επίσης και η υπογραφή της συμφωνίας δανείου ημ. 30.4.08, Τεκμήριο 5. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι η συμφωνία είναι η βασική συμφωνία δανείου η οποία περιέχει τους γενικούς όρους αυτής και η επιστολή προσφοράς αποτελεί μέρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας και περιέχει τους ειδικούς όρους αυτής. Ως εκ τούτου έχει καταδειχθεί η σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου ημ. 30.4.08 μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και των Εναγομένων 1 και 2 για την παραχώρηση στους τελευταίους οικιστικού δανείου ύψους €510.000 για την αγορά έτοιμης κατοικίας σε συγκρότημα το οποίο ανήγειραν οι Εναγόμενοι 3. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής προσφοράς, η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν σε 30 έτη με μηνιαίες δόσεις εκ €2.899,79, η πρώτη δόση πληρωτέα την πρώτη μέρα του επόμενου μηνός μετά την εκταμίευση του ποσού του δανείου που έγινε στις 30.4.08, ήτοι την 1.5.08. Η επιστολή προσφοράς περιείχε όρους για τις εξασφαλίσεις, για τον τόκο ως επίσης και για τις προμήθειες, επιβαρύνσεις και άλλα έξοδα. Η εκταμίευση του ποσού του δανείου και η κατάθεση του στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 υπ΄ αρ. XXXXX6152 ο οποίος στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις με αρ. XXXXX091-8, είναι επίσης κοινώς παραδεκτή. Κοινό έδαφος αποτέλεσε και η ανάληψη ολόκληρου του ποσού του δανείου μεταξύ των ημερομηνιών 30.4.08 και 30.6.08. Αυτά τα στοιχεία φαίνονται άλλωστε στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 20, η οποία αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Αποτέλεσε επίσης κοινό έδαφος η υπογραφή στις 30.4.08 του Εγγράφου Εγγύησης και Αποζημίωσης από τους Εναγόμενους 3, Τεκμήριο 7, ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Τράπεζα. Η υπογραφή της εγγύησης έγινε κατόπιν απόφασης ημ. 24.4.08 του διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων 3 για την παροχή τέτοιας εγγύησης και την εξουσιοδότηση του κ. Χ. Καραολή να υπογράψει αυτή, Τεκμήριο 21. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Τράπεζα οι Εναγόμενοι 3 παραχώρησαν τις υποθήκες XXXXX/06 για το ποσό των ΛΚ400.000 (€683.440,58) πλέον τόκο και έξοδα, XXXXX/06 για το ποσό των ΛΚ400.000 (€683.440,58) πλέον τόκο και έξοδα, XXXXX/06 για το ποσό των ΛΚ120.000 (€205.032,17) πλέον τόκο και έξοδα, και XXXXX/06 για το ποσό των ΛΚ80.000 (€136.688,12) πλέον τόκο και έξοδα αναφορικά με το μερίδιο 746/7458 οι δύο πρώτες, το μερίδιο 224/7458 η τρίτη και το μερίδιο 149/7458 η τέταρτη, στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX, Φ./Σχ. 54/44, Τεμ. XXXXX και XXXXX αντίστοιχα, κατόπιν μεταβίβασης των ενυπόθηκων ακινήτων με τις υποθήκες από τη Sunsmile στους Εναγόμενους 3, Τεκμήρια 9-12 αντίστοιχα. Οι τρεις πρώτες προαναφερόμενες υποθήκες διασπάστηκαν, στις 13.12.08 οι δύο πρώτες και στις 11.12.08 η τρίτη, και στους Εναγόμενους 3 μεταβιβάστηκαν και μεταφέρθηκαν οι υποθήκες με νέους αριθμούς XXXXX/2006, XXXXX/2006 και XXXXX/2006. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν συμφωνία εκχώρησης ημ. 30.4.08 του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημ. 27.3.08 μεταξύ τους και των Εναγομένων 3, Τεκμήριο 15. Για την επίδικη κατοικία εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Τεκμήριο 14. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την κατοικία, οι Υποθήκες XXXXX/06, XXXXX/06, XXXXX/06 και XXXXX/06 μεταφέρθηκαν με τη συγκατάθεση των Εναγόντων επί του ξεχωριστού τίτλου με αρ. 0/XXXXX, κάτι το οποίο έγινε με όλους τους χωριστούς τίτλους που προέκυψαν από τους τίτλους με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX. Επί του χωριστού τίτλου της επίδικης κατοικίας με αρ. εγγραφής 0/XXXXX δεν προηγείται οποιαδήποτε άλλη υποθήκη των προαναφερομένων υποθηκών. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 και όπως παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 20, οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους για αποπληρωμή του δανείου με βάση τους όρους της συμφωνίας, με αποτέλεσμα κατά τον Απρίλιο του 2012 ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 και 2 να παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους, σύμφωνα με την Τράπεζα, €132.040,03. Έτσι η Τράπεζα απέστειλε προειδοποιητική επιστολή ημ. 30.4.12 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 3 ζητώντας άμεση εξόφληση του δανείου, Τεκμήριο 16. Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και ακολούθως στις 15.5.12 η Τράπεζα απέστειλε στους Εναγόμενους 1 και 2 με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 3 επιστολή τερματισμού της συμφωνίας δανείου και του λογαριασμού και τους κάλεσε να ξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, Τεκμήριο 17. Αξίζει εδώ να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός στην Υπεράσπιση περί μη παραλαβής της προειδοποιητικής και της επιστολής τερματισμού δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι η επιστολή τερματισμού ταχυδρομήθηκε κανονικά στη διεύθυνση των Εναγομένων 3, όπως αυτή καταγράφεται στη συμφωνία εγγύησης (βλ. Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1(Γ) A.A.Δ. 2059) και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, τότε τεκμαίρεται η παραλαβή της. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726, καθόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της σύμβασης συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Επιπλέον, στις υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 αναγνωρίστηκε το τεκμήριο της παραλαβής επιστολής από τη στιγμή που έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. Αντίστοιχα το Δικαστήριο ικανοποιείται και για την αποστολή προς και παραλαβή της επιστολής τερματισμού από τους Εναγόμενους 1 και 2. Με βάση τα ανωτέρω, έχει καταδειχθεί η σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και η παραχώρηση των εξασφαλίσεων, εγγυήσεων, υποθηκών και εκχώρησης αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, η παράβαση των όρων της συμφωνίας από τους Εναγόμενους 1 και 2 και ο τερματισμός της συμφωνίας. Παρόλο που επήλθε τερματισμός στην προκειμένη περίπτωση, εντούτοις θα πρέπει να λεχθεί ότι επειδή αυτή αφορά σε δάνειο, η νομολογία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1322, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.» Το ίδιο και για τη 2η εφεσίβλητη, η οποία δεσμεύτηκε με όρο ότι θα ευθυνόταν για το χρέος ως πρωτοφειλέτιδα και επομένως η ευθύνη της δεν ήταν μόνο δευτερεύουσα - «collateral» - που αλλιώς θα αντικριζόταν. Παράδειγμα προσφέρει η MS Fashions Ltd and Others (ανωτέρω). Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε στη Lombard Natwest Ltd (ανωτέρω), ακόμα και αναγκαία να είναι η απαίτηση πληρωμής, αυτή: «δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του.» Τέλος υπενθυμίζουμε την Ioannou v. Hasan (ανωτέρω) όπου, με δεδομένο ότι χρειαζόταν απαίτηση πληρωμής, κρίθηκε ότι η ίδια η αγωγή αποτελούσε επαρκή απαίτηση και ότι το θέμα των εξόδων ρυθμιζόταν εν συνεχεία ανάλογα με την περίπτωση.» Είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της συμφωνίας δανείου, το ύψος του οποίου αποτελεί κοινό έδαφος ότι είναι επίδικο και επομένως παραμένει προς εξέταση. Πριν την ενασχόληση με αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να αναφέρει ότι οι υποβολές του δικηγόρου των Εναγομένων 3 περί απαλλαγής τους από τη συμφωνία εγγύησης λόγω ικανοποίησης του όρου για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την επίδικη κατοικία δεν δύνανται να εξεταστούν καθότι δεν δικογραφούνται. Το περιεχόμενο της Υπεράσπισης έχει ήδη περιγραφεί ανωτέρω. Όσον αφορά τις παρ. 6 και 7 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, στις οποίες γίνεται αναφορά στη συμφωνία εγγύησης, προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί στην τροποποιημένη Υπεράσπιση. Στην παρ. 10 γίνεται παραδεκτή η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης και προβάλλεται ισχυρισμός ότι αυτή είναι άκυρη και ή δεν δεσμεύει τους Εναγόμενους 3 καθότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν οποιονδήποτε εκ μέρους τους να υπογράψει αυτή, κάτι το οποίο ήταν εν γνώσει των Εναγόντων. Στην παρ. 11 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία υπεγράφη κατόπιν οικονομικών πιέσεων και παρατίθενται λεπτομέρειες και στην παρ. 12 γίνεται άρνηση της παρ. 7 και αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι 3 ουδέποτε παραιτήθηκαν από οποιαδήποτε νόμιμα δικαιώματα τους και ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην παράταση χρόνου στους Εναγόμενους 1 και 2 για την εκπλήρωση της συμφωνίας δανείου και ή στην τροποποίηση οποιουδήποτε όρου χωρίς τη συναίνεση των Εναγομένων 3 και πως σε περίπτωση συμβιβασμού μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2 η συμφωνία εγγύησης θα εξακολουθούσε να είναι δεσμευτική, και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 3 απαλλάγηκαν από κάθε ευθύνη ως εγγυητές των Εναγομένων 1 και 2. Έχει ήδη διαφανεί ότι ο ισχυρισμός για μη δέουσα εξουσιοδότηση δεν προωθήθηκε από την Υπεράσπιση, ο ισχυρισμός για οικονομικές πιέσεις δεν έγινε αποδεκτός με βάση την αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 ενώ ο ισχυρισμός της παρ. 12 και πάλι δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Το Δικαστήριο διατηρεί τη θέση πως ο ισχυρισμός για ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης λόγω της εκπλήρωσης κάποιου εκ των όρων της συμφωνίας δανείου θα έπρεπε να δικογραφηθεί ειδικά και με σαφήνεια καθότι πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος άπτεται της εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας εγγύησης σε συγκεκριμένη βάση. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 η οποία αφορούσε απαίτηση για προμήθεια για την εξεύρεση αγοραστή μετοχών του εφεσείοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η εφεσίβλητη είχε εκτελέσει την εντολή να εισπράξει προμήθεια από τον εφεσείοντα, πλην όμως προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το εν λόγω δικαίωμα της εφεσίβλητης είχε απωλεσθεί διότι η εφεσίβλητη είχε ταυτόχρονα, χωρίς τη γνώση του εφεσείοντος, εισπράξει προμήθεια και από τον αγοραστή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν προέκυπτε από την υπεράσπιση και επομένως δεν τον εξέτασε. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση λέγοντας τα εξής: «Εφόσον είναι παραδεκτό ότι οι εφεσίβλητοι εισέπραξαν προμήθεια από τη συμφωνηθείσα μεταβίβαση των μετοχών και από τον αγοραστή, εισηγήθηκε ο δικηγόρος του εφεσείοντα, η απαίτηση για προμήθεια πρέπει να κριθεί απαράδεκτη και η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου περί του αντιθέτου να ανατραπεί. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα πρωτογενή γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί, ορθά κατά την κρίση μας, ενόψει του ότι αυτά ανάγονται κατά κύριο λόγο στην εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Οι εφεσίβλητοι αμφισβητούν ότι ο λόγος που έχει προβληθεί μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο έφεσης ενόψει του ότι ευρίσκετο εκτός του πλαισίου των επίδικων θεμάτων. Στην πραγματικότητα δεν αποτέλεσε, όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσίβλητων, θέμα της αγωγής παρά τη συμπτωματική αναφορά που έγινε στο γεγονός της είσπραξης προμήθειας από τον αγοραστή. Ως γεγονός, η αναφορά στην είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή έγινε συμπτωματικά με την περιγραφή των συνθηκών τελείωσης της συμφωνίας για την πώληση των μετοχών. Προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι μετά την αποκάλυψη του γεγονότος αυτού απασχόλησε το δικηγόρο του εφεσείοντα η πιθανότητα τροποποίησης της υπεράσπισης αλλά τελικά δεν επεδιώχθη και τοιουτοτρόπως αφέθη ανέπαφος ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων από τη δικογραφία. Η διαπίστωση αυτή θέτει το λόγο που έχει προβληθεί προς υποστήριξη της έφεσης εκτός των θεμάτων της δίκης. Εξέταση του σ' αυτό το στάδιο θα προκαλούσε όχι μόνο αιφνιδιασμό στους εφεσίβλητους αλλά συγχρόνως θα τους αποστερούσε το δικαίωμα να απαντήσουν, το οποίο θα είχαν αν ο εφεσείων προέβαινε σε τροποποίηση της υπεράσπισης του. Η θέση των εφεσίβλητων κρίνεται ορθή. . Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. Αν τους παρείχετο η ευκαιρία απάντησης στους ισχυρισμούς του εφεσείοντα, οι εφεσίβλητοι θα είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, εισηγήθηκε ο δικηγόρος τους, ότι η είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή ήταν εν γνώσει και έγινε με τη συγκατάθεση του εφεσείοντα καθώς και σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή πρακτική. Ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της έφεσης δεν είχε εγερθεί ρητά με την υπεράσπιση. Εισηγήθηκε όμως, ότι είχε εγερθεί έμμεσα με τη γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην απαίτηση προς υποστήριξή της· όπως επίσης και με την αναφορά, που έγινε, ομολογουμένως συμπτωματική, κατά τη διάρκεια της δίκης. Δε συμφωνούμε. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική. Περαιτέρω η άρνηση της απαίτησης με τη διατύπωση της σε ξεχωριστή παράγραφο δεν μπορεί να διαχωρισθεί από το πλαίσιο της υπεράσπισης το οποίο στοιχειοθετείται από το σύνολο των ισχυρισμών που εκτίθενται στο σχετικό κείμενο της δικογραφίας. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων εκτός από την άρνηση της απαίτησης προσδιόρισε και τα θετικά γεγονότα τα οποία την καθιστούσαν ανεδαφική. Το γεγονός ότι το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την επανεξέταση του εφεσείοντα επέτρεψε αναφορά και στα γεγονότα που αφορούν την είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή δεν μεταβάλλει τα επίδικα θέματα και έρχεται μάλιστα σε αντίθεση με την προηγούμενη άρνηση του δικαστηρίου να επιτρέψει διερεύνηση του ιδίου θέματος κατά τη διάρκεια της δίκης. Συγκεκριμένα το δικαστήριο ανέφερε ότι η μαρτυρία για την είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή βρισκόταν εκτός του πεδίου των επίδικων θεμάτων και για τον λόγο αυτό έπρεπε να αγνοηθεί εκτός αν επιδιωκόταν η τροποποίηση της υπεράσπισης. Με το ίδιο πνεύμα έπρεπε να είχε κριθεί και το αίτημα του εφεσείοντα για την εξέταση του θέματος κατά την επανεξέταση του εφεσείοντα. Δηλαδή αν πράγματι το θέμα είχε θιγεί κατά την αντεξέτασή του έπρεπε να αγνοηθεί. Συνεπώς ευσταθεί η αντέφεση ότι η σχετική απόφαση (ruling) του δικαστηρίου στο θέμα αυτό ήταν εσφαλμένη. Ούτε αναφορά στο κείμενο της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου στο παρεμφερές αυτό θέμα μεταβάλλει τα επίδικα θέματα, τα οποία παραμένουν προσδεδεμένα σε όλη τη διάρκεια της δίκης στη δικογραφία και τις λογικές προεκτάσεις των θεμάτων που προσδιορίζονται με τις εγγράφους προτάσεις των διαδίκων.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπό κρίση περίπτωση, αξίζει να σημειωθεί ότι από το αρχικό στάδιο της ακρόασης της Αγωγής, και συγκεκριμένα μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1, ο δικηγόρος των Εναγομένων 3 καταχώρισε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης με την οποία επιδιώκετο ακριβώς η συμπερίληψη αυτού του ζητήματος. Συγκεκριμένα η αίτηση αφορούσε στην προσθήκη ισχυρισμών για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου της επίδικης κατοικίας και την εγγραφή σχετικών υποθηκών επί του ξεχωριστού τίτλου, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να παρεμποδίζονται από του να εγείρουν την παρούσα Αγωγή και ή οι Εναγόμενοι 3 να έχουν απαλλαγεί από την εγγύηση και να μην έχουν ευθύνη για πληρωμή οποιουδήποτε υπολοίπου καθώς επίσης και η συμφωνία εγγύησης ημ. 30.4.08 να έπαυσε να ισχύει και να δημιουργεί έννομα αποτελέσματα από τις 4.11.10. Η αίτηση εκδικάστηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημ. 3.7.20. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι επίσης η υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 549 στην οποία αποφασίστηκε ότι σε αγωγή που αφορά σύμβαση, αν η παρανομία είναι πρόδηλη από την ίδια τη σύμβαση τότε το Δικαστήριο δύναται αυτεπάγγελτα να την εξετάσει έστω και αν δεν εγερθεί από διάδικο ένσταση για την παρανομία της σύμβασης. Αν όμως η παρανομία δεν είναι πρόδηλη από τη σύμβαση, τότε δεν μπορεί να εξεταστεί τέτοιο θέμα, εκτός αν αναφέρονται στα δικόγραφα γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία. Μάλιστα το Εφετείο τόνισε τα ακόλουθα: «. η Δ.19, θ. 13 των Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι διάδικος, ο οποίος θέλει να εγείρει την παρανομία ως υπεράσπιση, πρέπει να αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία. Το Δικαστήριο, όμως, αυτεπάγγελτα, εάν λάβει γνώση παρανομίας, η οποία είναι πρόδηλη στη σύμβαση, εξετάζει αυτή, παρόλο ότι δεν ηγέρθη από διάδικο η ένσταση για παρανομία της σύμβασης - (βλ., The Supreme Court Practice 1982, σελ. 308, 309· Belvoir Finance Co. v. Harold G. Cole & Co. [1969] 2 All E.R. 904, στη σελ. 908). Στην παρούσα υπόθεση η Έκθεση Υπερασπίσεως δεν περιέχει οποιαδήποτε γεγονότα, τα οποία να στηρίζουν τον ισχυρισμό για ύπαρξη παρανομίας. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou ν. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959 - 1960) 24 C.L.R. 97, στη σελ. 106· Christakis Loucaides ν. C. D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134· HJiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433· Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82, στη σελ. 86.) Εάν, κατά τη διάρκεια της δίκης, οποιοσδήποτε διάδικος κρίνει ότι οι έγγραφοι προτάσεις του είναι αναγκαίο να τροποποιηθούν, πρέπει να λαμβάνει το συντομότερο μέτρα για την τροποποίηση τους. (Βλ. Homeros Th. Courtis and Others ν. Panos Κ. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, στη σελ. 183· Federated Agencies v. Tsikkos
(1979)1 C.L.R. 134· Mahattou v. Viceroy
(1979)1 C.L.R. 542.) Στην παρούσα υπόθεση, η σύμβαση μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία παρανομίας.» Η ίδια νομική αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Yiannis N. Erimoudis Estates Limited κ.ά. ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 926, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Homeros Courtis and Others v. Panos Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 836, 839). Στην υπόθεση Παπαγεωργίου v. Louis Clappas Investments Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, επαναλαμβάνεται ότι οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το κατ' αντιπαράθεση σύστημα δίκης που ισχύει στο δικό μας σύστημα και είναι απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος κάθε διάδικου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι όπως η πρωτόδικη διαδικασία, έτσι και η έφεση δεν μπορεί να προεκταθεί πέραν και έξω από τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται από τα δικόγραφα. Έτσι και αυτός ο λόγος θα πρέπει να απορριφθεί, αφού ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την ύπαρξη ανωτέρας βίας δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα.» Καθοδηγούμενο από τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο ισχυρισμός για απαλλαγή των Εναγομένων 3 από οποιαδήποτε ευθύνη τους δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης λόγω της εκπλήρωσης όρου στη συμφωνία δανείου, ήτοι η έκδοση ξεχωριστού τίτλου και η εγγραφή Α υποθήκης, αποτελεί νομικό ισχυρισμό ο οποίος βασίζεται σε πραγματικό υπόβαθρο και ως τέτοιος θα έπρεπε να δικογραφείτο ρητώς και ξεκάθαρα στην Υπεράσπιση των Εναγομένων
  1. Αυτή η παράλειψη μάλιστα προφανώς εντοπίστηκε σε αρχικό στάδιο της ακρόασης από τον δικηγόρο των Εναγομένων 3 εξ ου και οι Εναγόμενοι 3 υπέβαλαν αίτημα για τροποποίηση το οποίο όμως δεν έγινε δεκτό και απερρίφθη από το Δικαστήριο. Η Δ.19 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας την οποία επικαλέστηκε ο δικηγόρος των Εναγομένων 3 στην αγόρευση του δεν βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο τη θέση του. Ο δικηγόρος παρέπεμψε σε αυτή για να καταδείξει ότι δεν είναι αναγκαία η δικογράφηση περιεχομένου ενός εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός για απαλλαγή των εγγυητών δεν αποτελεί ισχυρισμό επί απλής αναφοράς στο περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης και επιπλέον ο θ.18 της Δ.19 προνοεί ρητώς ότι η απλή άρνηση μιας συμφωνίας εκλαμβάνεται και ισοδυναμεί με απλή άρνηση αυτής και όχι με άρνηση της νομιμότητας αυτής. Αξίζει δε να γίνει παραπομπή και στη Δ.19 θ.13 η οποία προνοεί για την συμπερίληψη όλων των θεμάτων αφενός για τα οποία η απαίτηση κρίνεται αβάσιμη ή η συναλλαγή άκυρη ή ακυρώσιμη και αφετέρου σχετικά με την απαλλαγή ή εκτέλεση ή γεγονότα τα οποία καθιστούν την απαίτηση αβάσιμη. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αυτόν τον ισχυρισμό, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο όρος Β.3 στην επίδικη συμφωνία δανείου και συγκεκριμένα στην επιστολή προσφοράς προνοούσε όπως «Granting of a first mortgage in favour of the Bank, on the above said house (A31) to be purchased, as soon as a separate title deed is issued in the names of XXXXX DANYLCHUK and XXXXX MALAMAN». Το περιεχόμενο αυτού του όρου είναι σαφές και πολύ ξεκάθαρο. Σύμφωνα με αυτόν και την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΕ1-3, για την απαλλαγή των Εναγομένων 3, θα πρέπει να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος στο όνομα των αγοραστών, Εναγομένων 1 και 2, και επιπρόσθετα να εγγραφεί επί αυτού Α υποθήκη, ούτως ώστε να εξακολουθεί να υφίσταται αυτή η εξασφάλιση προς όφελος της Τράπεζας. Με άλλα λόγια, εκείνο το οποίο προέβλεπε αυτός ο όρος ήταν η μεταβίβαση της υποθήκης επί του ιδίου ακινήτου μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου στον νέο ιδιοκτήτη αυτού, ήτοι τον αγοραστή. Σαφώς, εκδόθηκε μεν τίτλος όμως αυτός ήταν στο όνομα του πωλητή, Εναγομένων 3, και έτσι ουδέποτε ενεγράφη Α υποθήκη επί του ακινήτου το οποίο να ήταν πλέον εγγεγραμμένο στον αγοραστή, τους Εναγόμενους
  2. Αυτή η διαπίστωση συνάδει και με την αναντίλεκτη μαρτυρία των ΜΕ1-3 πως ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα ή λήφθηκε οποιαδήποτε ενέργεια για την εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου μετά την έκδοση τέτοιου ξεχωριστού τίτλου. Επομένως, ο όρος αυτός ουδέποτε ικανοποιήθηκε και έτσι οι Εναγόμενοι 3 εξακολουθούν να δεσμεύονται από την εγγύηση τους. Σύμφωνα με τον όρο 3 του Εγγράφου Εγγύησης, οι Εναγόμενοι 3 ανέλαβαν να εγγυηθούν το επίδικο δάνειο για το ποσό των €510.000 πλέον τόκο και άλλα έξοδα, όπως αυτά έχουν κατά καιρούς γνωστοποιηθεί στους εγγυητές και κοινοποιούνται από την Τράπεζα είτε μέσω δημοσίευσης στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση στον πρωτοφειλέτη. Η εγγύηση είναι συνεχής και για συγκεκριμένο ποσό. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. T.G. & Sons Importing Ltd. κ.ά.
(2004)1(A) A.A.Δ. 180, «συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη». Οι υποθήκες αποτελούν περαιτέρω εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο για τα συγκεκριμένα ποσά που αναγράφονται στις συμβάσεις υποθήκης. Εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο αποτελεί επίσης η εκχώρηση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Αναφορικά με το ύψος της οφειλής, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών, όπως αυτή αποτυπώνεται στην επιστολή προσφοράς, περιέχει τον τρόπο χρέωσης του τόκου στον επίδικο λογαριασμό δανείου. Ειδικότερα, σε αυτή, στην παρ. Α. προνοείται ότι το δάνειο θα φέρει επιτόκιο Euribor ημερολογιακού μηνός πλέον πρόσθετο 1,30%. Στην επιστολή προσφοράς, κάτω από τον τίτλο «Definitions and Clarifications» (Ορισμοί και Διευκρινίσεις), υπάρχει επεξήγηση των όρων «EURIBOR rate of interest» (Επιτόκιο Euribor), ήτοι όπως αυτό εμφανίζεται στην ηλεκτρονική οθόνη του REUTER και ορίζεται από την Τράπεζα δύο εργάσιμες μέρες πριν την περίοδο εκτοκισμού, «Current Account with rate of interest relevant to the monthly EURIBOR» (Τρεχούμενος Λογαριασμός με επιτόκιο αναφοράς το μηνιαίο Euribor) και «Loan with calendar monthly EURIBOR rate of interest» (Δάνειο με επιτόκιο Euribor ημερολογιακού μηνός). Υπάρχει επίσης ξεχωριστό κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Interest» (Τόκος), παρ. C., όπου αναφέρεται ότι η χρέωση του επιτοκίου θα γίνεται ετησίως με κεφαλαιοποίηση στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου ετησίως και παρέχεται το δικαίωμα στην Τράπεζα να μεταβάλλει το επιτόκιο από την ημερομηνία γνωστοποίησης αυτού δια του ημερησίου τύπου ή ειδοποίησης προς τους Εναγόμενους 1 και
  1. Στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Commissions/Charges - Bank Fees» (Προμήθειες/Επιβαρύνσεις - Τραπεζικά Δικαιώματα), παρ. D, αναφέρεται επίσης ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τότε θα υπάρχει πρόσθετη επιβάρυνση προς 5% ετησίως. Στην επιστολή τερματισμού αναφέρεται ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με αυξημένο επιτόκιο, ήτοι βασικό επιτόκιο κατά 6,25%, και πρόσθετο επιτόκιο κατά 7,75%, συνολικά 14% ετησίως με κεφαλαιοποίηση στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου ετησίως. Στη γνωστοποίηση ημ. 30.4.08, Τεκμήριο 8, η Τράπεζα γνωστοποιεί στους Εναγόμενους 3 ως εγγυητές το ποσό της εγγύησης και τα δικαιώματα της Τράπεζας δυνάμει αυτής. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι 3 επιβαρύνονται με διάφορες χρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων του οποιουδήποτε χρωστικού υπολοίπου με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor ημερολογιακού μηνός και πρόσθετο επιτόκιο προς 1,30% ετησίως, και ότι η Τράπεζα δικαιούται με γραπτή ειδοποίηση στον οφειλέτη ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο να καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και ή πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε αλλαγή και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο όπως θα έχει καθοριστεί με τον πιο πάνω τρόπο από την Τράπεζα όπως και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού θα έχουν εφαρμογή από την ημερομηνία της γνωστοποίησης διά του ημερησίου τύπου ή της προς τον οφειλέτη ειδοποίησης. Υπενθυμίζεται ότι οι Εναγόμενοι 3 υπέγραψαν αυτή δηλώνοντας ότι αποδέχονται πλήρως το περιεχόμενο της. Οι Ενάγοντες πρόσφεραν αξιόπιστη μαρτυρία η οποία έγινε πλήρως δεκτή από το Δικαστήριο ότι στις 16.2.09 και στις 16.3.12 απέστειλαν επιστολές προς τον Εναγόμενο 1 και για την Εναγομένη 2, Τεκμήριο 18, με τις οποίες τους γνωστοποιούν την αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου, προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες της συμφωνίας δανείου και της προαναφερόμενης γνωστοποίησης. Για την εισήγηση της Υπεράσπισης περί μη ενημέρωσης των Εναγομένων 3 ως εγγυητών για τη μεταβολή του επιτοκίου, παραπέμπω επίσης και στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά., Πολ. Έφ. 149/13, ημ. 14.4.20, στην οποία κρίθηκε ότι τέτοια ενημέρωση δεν ήταν αναγκαία ενόψει των όρων της συμφωνίας. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Ήταν λάθος του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει ότι η εφεσείουσα τράπεζα είχε υποχρέωση να ενημερώνει τους εγγυητές και ότι εκ της μη ενημέρωσης αυτής προέκυπτε πρόσθετο πρόβλημα αξιοπιστίας της μαρτυρίας που προσέφερε η τράπεζα. Αυτό, εφόσον το Δικαστήριο είχε ταυτόχρονα δεχθεί ότι πράγματι η τράπεζα μπορούσε να διαφοροποιεί το επιτόκιο χωρίς τη συγκατάθεση των εγγυητών. Συνάγεται ότι και η ενημέρωση δεν ήταν νομικά αναγκαία, εφόσον το μείζον της συγκατάθεσης, δεν υφίστατο ως προϋπόθεση.» Είναι γεγονός ότι τόσο η σύναψη της συμφωνίας δανείου όσο και ο τερματισμός επήλθαν μετά τη θέσπιση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του
  2. Στο άρθρο 3 τίθεται η υποχρέωση στο πιστωτικό ίδρυμα να ενημερώσει ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρεί δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται, τον τρόπο µε τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και τον χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στον λογαριασμό του οφειλέτη και να ενημερώνει τους οφειλέτες είτε µε ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε µε γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στον χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή. Αργότερα επήλθε ο τροποποιητικός Ν.141(Ι)/14 ο οποίος και καθόρισε το συνολικό επιτόκιο, ρύθμισε ότι ο τόκος υπερημερίας δεν θα υπερβαίνει το 2% και απαγόρευσε τη μονομερή αύξηση του περιθωρίου θέτοντας συγκεκριμένες υποχρεώσεις πλήρους ενημέρωσης και πληροφόρησης των ενδιαφερομένων για την όποια χρέωση ή μεταβολή του επιτοκίου, αλλά και τούτο μόνο για συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες θα συνήπτοντο μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή μετά τις 9.9.
  3. Για τυχόν ρήτρα η οποία είχε ήδη εισαχθεί σε τέτοια σύμβαση ο εν λόγω Νόμος προνοούσε απλά ότι «. δεν εφαρμόζεται από την ως άνω ημερομηνία». Αυτή η τροποποίηση προφανώς κρίθηκε αναγκαία ακριβώς για να αντιμετωπιστεί η προτέρα κατάσταση η οποία έδινε το δικαίωμα στα πιστωτικά ιδρύματα να καθορίζουν μονομερώς το εκάστοτε επιτόκιο. Σαφώς στην προκειμένη περίπτωση ο Ν.141(Ι)/14δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι η υπό κρίση συμφωνία δανείου είχε τερματιστεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού. Ακολούθησε και δεύτερη τροποποίηση του Ν.160(Ι)/99, με τον Ν.66(Ι)/15, ο οποίος στο άρθρο 3(1α) απαγόρευσε την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.141(Ι)/14 και πρόσθεσε το εδάφιο (1β) στο άρθρο 3 το οποίο προνοεί τα εξής: «(1β) Σε περίπτωση σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερµατίστηκε κατά ή πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, η επιβολή αυξηµένου τόκου από την υπερηµερία επί καθυστερηµένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης µορφής σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δηµιουργεί µαχητό τεκµήριο για το πιστωτικό ίδρυµα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερηµερίας αντιπροσωπεύει την πραγµατική του ζηµιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση µη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυµα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερηµερίας δύναται να διεκδικήσει αποζηµιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυµα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζηµίωση στο πρόσωπο που ζηµιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση συμφωνία δανείου είχε τερματιστεί στις 15.5.12, πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν.66(Ι)/15, ήτοι την ημερομηνία δημοσίευσης του στις 7.5.15 και επομένως το άρθρο 3(1β) τυγχάνει εφαρμογής. Προφανώς με τη θέσπιση του Ν.66(Ι)/15 καλύφθηκε το κενό αναφορικά με τη χρέωση τόκου υπερημερίας για τις συμβάσεις οι οποίες είχαν τερματιστεί πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω Νόμου, παρέχοντας έτσι προστασία στον δανειολήπτη. Στην υπό κρίση περίπτωση, η Τράπεζα χρέωνε πρόσθετο επιτόκιο, δηλαδή προσαύξηση στο βασικό επιτόκιο, και επιπλέον τόκο υπερημερίας. Αναφορικά με τον όρο για τόκο υπερημερίας προς 5% μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, και με βάση το άρθρο 3(1β) του Ν.160(Ι)/99, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.66(Ι)/15, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγόντων πως ο καθορισμός του τόκου υπερημερίας στο 5% αποτελεί γνήσια προσπάθεια από μέρους τους να υπολογίσουν και καθορίσουν εκ των προτέρων την πραγματική ζημιά την οποία θα υφίσταντο από τυχόν καθυστέρηση πληρωμής από τον οφειλέτη. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι δικαιούντο σε αυτή τη χρέωση τόκου υπερημερίας προς 5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού. Ως προς τη νομιμότητα των υπόλοιπων όρων της επίδικης συμφωνίας δανείου για τη χρέωση και μεταβολή του επιτοκίου και συνακόλουθα για το ύψος του αυξημένου επιτοκίου μέχρι και τον τερματισμό, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι έχει γίνει δεκτή η υπογραφή των συμφωνιών, δανείου και εγγύησης, και η αποστολή των επιστολών ημ. 16.2.09 και 16.3.12, προς τους Εναγόμενους 1 και
  4. Στις εν λόγω επιστολές της προς τους Εναγόμενους 1 και 2 η Τράπεζα ανέφερε την αύξηση του επιτοκίου και τον τρόπο με τον οποίο αυτό υπολογιζόταν, αποκαλύπτοντας τους παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονταν υπόψιν για τη μεταβολή του επιτοκίου. Ως εκ τούτου, πέραν του ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα αντίληψης, κατανόησης ή επαρκούς ενημέρωσης αναφορικά με το θέμα του τόκου από πλευράς Εναγομένων 1 και 2, επιπλέον θεωρώ ότι οι σχετικές επιστολές παρείχαν επαρκή πληροφόρηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του τότε εν ισχύι Ν.166(Ι)/
  5. Η κατάσταση αυτή διαφοροποιήθηκε κατά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού. Και τούτο καθότι στην επιστολή τερματισμού, γίνεται κοινοποίηση της αλλαγής πλέον του επιτοκίου, με τη χρέωση του βασικού επιτοκίου προς 6,25% και πρόσθετου επιτοκίου προς 7,75%, ήτοι συνολικά επιτοκίου προς 14%. Είναι προφανές ότι ο αυξημένος αυτός τόκος κατά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, ήτοι η χρέωση του πρόσθετου επιτοκίου πέραν του βασικού, συνιστά στην ουσία τόκο υπερημερίας μετά τον τερματισμό για τον οποίο ο τροποποιητικός Ν.66(Ι)/15έθεσε ρητώς την υποχρέωση απόδειξης πως αυτός αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας. Στην προκειμένη περίπτωση η Τράπεζα δεν προσκόμισε αποδεκτή μαρτυρία με την οποία να δικαιολογεί αυτή την αύξηση του επιτοκίου και γενικότερα τη χρέωση του 14% ή έστω του 9,52% μετά τον τερματισμό του επίδικου δανείου. Η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από πλευράς της γι΄ αυτόν τον σκοπό, μέσω του ΜΕ4, δεν έγινε δεκτή για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω και επομένως δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι αυτή η χρέωση του 14% ή του 9,52% δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις ως η εύλογη και πραγματική ζημιά της Τράπεζας. Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Τράπεζα δεν δικαιούται στην πρόσθετη χρέωση του 7,75% παρά μόνο στη χρέωση του βασικού επιτοκίου προς 6,25% από τον τερματισμό του δανείου μέχρι και την εξόφληση του. Η συμφωνία δανείου προνοούσε και για τη χρέωση άλλων εξόδων, τα οποία περιλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 20, καθώς επίσης και στην κατάσταση με το σύνολο των χρεωθέντων εξόδων, Τεκμήριο 37 και στο Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών Ιούνιος 2008, Τεκμήριο 38, το οποίο περιλαμβάνει τις διάφορες κατηγορίες εξόδων. Έγινε επίσης δεκτό πως οι κατηγορίες εξόδων περιλαμβάνονται σε Πίνακα ο οποίος βρίσκεται αναρτημένος σε περίοπτη θέση σε όλα τα υποκαταστήματα της Τράπεζας και στην ιστοσελίδα της. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στο εν λόγω ποσό. Επίσης, παρόλο που η συμφωνία, επιστολή προσφοράς, προνοούσε για τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών, σε όλες τις αναδομημένες καταστάσεις χρησιμοποιήθηκε ο διαιρέτης των 365 ημερών. Τέλος, γίνεται δεκτό ότι στις αναδομημένες καταστάσεις γίνεται κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30 Ιουνίου και τις 31 Δεκεμβρίου, με ορθό τον τρόπο υπολογισμού αυτής. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι αναδομημένες καταστάσεις περιέχουν τον ορθό υπολογισμό των ποσών. Εδώ κρίνεται αναγκαίο να λεχθεί ότι όλες οι καταστάσεις του λογαριασμού έγιναν δεκτές καθότι συμμορφώνονται πλήρως με τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Κεφ.
  6. Το άρθρο 22 προβλέπει ότι η καταχώριση σε τραπεζικά βιβλία αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης, πλην όμως αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι Ενάγοντες θα πρέπει να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία προς απόδειξη του αληθούς αυτών. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΕ5 και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ότι συνάδουν με το άρθρο 22 του Κεφ. 9, η αντεξέταση δεν κατέληξε στον κλονισμό αυτής της μαρτυρίας και επομένως οι καταστάσεις παραμένουν ως αποδεκτή και πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. . οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που οι αναδομημένες καταστάσεις έγιναν δεκτές ως προς τον τρόπο χρέωσης, τελικώς γίνεται δεκτή εκείνη η οποία περιέχει τα νομίμως χρεωθέντα ποσά, χωρίς τη χρέωση τόκου υπερημερίας αλλά με τη χρέωση των εξόδων, ήτοι το Τεκμήριο 33, δυνάμει της οποίας κατά τις 15.5.12 το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο ανήρχετο στις €627.889,
  1. Η εγγύηση έχει δοθεί για περιορισμένα ποσά και ως εκ τούτου οι εγγυητές είναι υπεύθυνοι μόνο για τα εν λόγω ποσά, όπως προνοείται στη σχετική συμφωνία εγγύησης. Και οι υποθήκες δόθηκαν ως εξασφάλιση για συγκεκριμένα ποσά όπως αυτά αναγράφονται επί των σχετικών συμβάσεων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 στον απαιτούμενο βαθμό. Το Δικαστήριο κρίνει βάσιμη μόνο την πρώτη αξίωση αναφορικά με την εκχώρηση, η οποία περιορίζεται σε σχέση μόνο με το μερίδιο της Εναγομένης 2, εφόσον ο Εναγόμενος 1, ως ένας εκ των αγοραστών και συμβαλλομένων μερών, δεν έλαβε μέρος στην υπό κρίση διαδικασία, ενώ οι Εναγόμενοι 3 ήταν οι πωλητές και δεν εκχώρησαν οποιοδήποτε δικαίωμα τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €627.889,86 πλέον τόκο προς 6,25% ετησίως επί αυτού από τις 15.5.12, κεφαλαιοποιούμενου στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 3 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/2006, η οποία προέκυψε από τη διάσπαση της Υποθήκης XXXXX/06 ημ. 7.7.06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, για το ποσό των ΛΚ400.000 (€683.440,58) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 3 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
  2. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 3 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/2006, η οποία προέκυψε από τη διάσπαση της Υποθήκης XXXXX/06 ημ. 7.7.06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, για το ποσό των ΛΚ400.000 (€683.440,58) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 3 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
  3. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 3 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/2006, η οποία προέκυψε από τη διάσπαση της Υποθήκης XXXXX/06 ημ. 7.7.06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, για το ποσό των ΛΚ120.000 (€205.032,17) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 3 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
  4. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 3 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/06 ημ. 7.7.06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού για το ποσό των ΛΚ80.000 (€136.688,12) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 3 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
  5. Περαιτέρω εκδίδεται δήλωση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι Ενάγοντες είναι οι αποκλειστικοί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων της αγοράστριας Εναγομένης 2, που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 27.3.08 μεταξύ των Εναγομένων 3 και των Εναγομένων 1 και 2 για αγορά της κατοικίας με αριθμό Α31, που βρίσκεται στο συγκρότημα " XXXXX ", μέρος του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, 0/XXXXX, τεμάχια XXXXX, XXXXX Φ./Σχ. 54/44 στον Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό με νέο αρ. κατοικίας 31, αρ. θύρας 19 και νέο αρ. εγγραφής 0/XXXXX, δυνάμει της Σύμβασης Εκχώρησης ημ. 30.4.08 μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και
  6. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΕΕ/ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.