← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 1477/2020, 2/4/2021

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 1477/2020, 2/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1477/2020 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγων και

  1. ΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  2. ANTIQUE CAFÉ - RESTAURANT CO LTD Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 24.07.2020 Ημερομηνία: 02.04.2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Χ. Σ. Χριστοφόρου για ΧΡΙΣΤΟΣ Σ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση: κ. Κ. Θ. Θεοφανίδης Για την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων καταχώρισε αγωγή, βάσει της οποίας εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, και αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 1, η οποία είναι αδελφή του και κατά τη θέση του καταπιστευματοδόχος του, ποσό €40.300,00, ως το ½ του μεριδίου των μηνιαίων ενοικίων συνολικού ποσού €80.600,00, που προκύπτουν από την ενοικίαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, Τεμ.ΧΧΧΧ, στην οδό ΧΧΧΧ, στην περιοχή του ΧΧΧΧ στη Λεμεσό («το ακίνητο»), στην Εναγόμενη 2, από την 01.01.2018 μέχρι την 01.07.2020, τα οποία ήδη εισέπραξε η Εναγόμενη 1 εκ μέρους και για λογαριασμό του Ενάγοντος. Αξιώνει και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 μέρος των μηνιαίων ενοικίων εκ €1.300,00, ως το ½ του συνολικού μηνιαίου ενοικίου εκ €2.600,00, για την ενοικίαση του ίδιου ακινήτου από την Εναγόμενη 2, από την 01.08.2020 μέχρι και την παράδοση της κατοχής του ακινήτου στην Εναγόμενη 1, η οποία είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Περαιτέρω, αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για παράβαση καταπιστεύματος και/ή συμφωνίας και/ή κατάχρηση εμπιστοσύνης. Στο πλαίσιο της αγωγής του, ο Ενάγων καταχώρισε και την υπό εξέταση αίτηση, με κύρια βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 («ο Νόμος 14/1960»), με την οποία ζητά ενδιάμεσα διατάγματα εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, δια των οποίων να προστάζονται να καταβάλλουν μηνιαίως στον Ενάγοντα το ποσό των €1.300,00, ως το ½ του συνολικού μηνιαίου ενοικίου για την προαναφερόμενη ενοικίαση, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Ο Ενάγων, ο οποίος υποστηρίζει την αίτησή του με ένορκη δήλωση, αναφέρει το πραγματικό πλαίσιο της απαίτησής του. Κατά τις θέσεις του Ενάγοντος, η μητέρα του Ενάγοντος και της Εναγόμενης 1 προόριζε το ακίνητο, που ήταν εγγεγραμμένο αρχικά στο όνομά της και συνιστούσε τη μοναδική της περιουσία, και για τα δύο της παιδιά. Ωστόσο, επειδή ο Ενάγων είχε εμπλοκή με τα ναρκωτικά και το 2004 αντιμετώπιζε σχετικές κατηγορίες που κατέληξαν σε καταδίκη του και σε ποινή φυλάκισης από την 03.06.2004 μέχρι την 15.09.2006, συμφώνησαν από κοινού προφορικά όπως το όλο ακίνητο μεταβιβαστεί δια δωρεάς στην Εναγόμενη 1, η οποία θα ενεργούσε ως καταπιστευματοδόχος του Ενάγοντος ως προς το ½ του ακινήτου. Η μεταβίβαση έγινε την 30.04.
  3. Ο Ενάγων κατέχει γραπτή δήλωση της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 10.06.2004, δια της οποίας η Εναγόμενη 1 αναγνωρίζει, κατά τη θέση του, την υποχρέωσή της να μεταβιβάσει το ½ μερίδιο του ακινήτου στον ίδιο, όταν της το ζητούσε. Η Εναγόμενη 1, με βάση ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 02.07.2015, ενοικίασε το ακίνητο στην Εναγόμενη 2, από την 01.07.2015 μέχρι την 30.09.2019, με μηνιαίο ενοίκιο €2.600,
  4. Το ενοίκιο μοιράζονταν μεταξύ των αδελφών εξ ημισείας, μέχρι και τον Νοέμβριο του
  5. Την 08.11.2017, δόθηκε στον Ενάγοντα και εξουσιοδότηση να χειρίζεται όλα τα θέματα της ενοικίασης του ακινήτου, περιλαμβανομένης της είσπραξης των ενοικίων. Ο Ενάγων αποτάθηκε στην Εναγόμενη 2 με την εξουσιοδότηση αυτή, ζητώντας όπως το ½ του ενοικίου καταβάλλεται στον ίδιο και το υπόλοιπο ½ του ενοικίου στην Εναγόμενη 1, ωστόσο η Εναγόμενη 2 συνέχισε να καταβάλλει το σύνολο του ενοικίου στην Εναγόμενη 1, η οποία, με τη σειρά της, κατέβαλλε το ½ του ενοικίου στον Ενάγοντα, μέχρι και τον Δεκέμβριο του
  6. Από τον Ιανουάριο του 2018 και μετέπειτα, η Εναγόμενη 1 δεν του καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό, αλλά συνεχίζει να εισπράττει η ίδια το όλο ενοίκιο. Στο αίτημα του Ενάγοντος να του μεταβιβαστεί το ½ μερίδιο του ακινήτου, όπως είναι η θέση του Ενάγοντος, συναντά την άρνηση της Εναγόμενης 1 και τον ισχυρισμό της ότι θα διενεργήσει τη μεταβίβαση όποτε η ίδια κρίνει ότι θα πρέπει να το πράξει, ενώ για τη διένεξή τους τον κατήγγειλε στην Αστυνομία. Ο Ενάγων αναφέρει πως είχε καταδικαστεί εκ νέου με ποινή φυλάκισης για αδικήματα σχετικά με ναρκωτικά από την 11.10.2018 μέχρι τον Μάρτιο του 2019, δεν εργάζεται, έχει διάφορα προβλήματα υγείας, είναι πατέρας ενός ανηλίκου χωρίς οικονομική δυνατότητα φροντίδας του, και το μοναδικό εισόδημά του είναι ό,τι λάμβανε από την ενοικίαση αυτή. Μετά την απόλυσή του από τις φυλακές, δεν έχει μόνιμη κατοικία και διαμένει σε γνωστούς και φίλους. Καταχώρισε εναντίον της Εναγόμενης 1 και την αγωγή με αριθμό 282/2018, δια της οποίας αξιώνει δήλωση ότι δικαιούται να εγγραφεί ως ο νόμιμος ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του ακινήτου, διάταγμα μεταβίβασης και αποζημιώσεις, και, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις που να αντιπροσωπεύουν την αξία του μεριδίου του ακινήτου που διεκδικεί. Ο Ενάγων πληροφορήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 σκοπεύει να πωλήσει το ακίνητο, και γι' αυτό αιτείται σήμερα ενδιάμεσες θεραπείες. Προσκομίζει τη δήλωση μεταβίβασης, τη δήλωση της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 10.06.2004 ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, την εξουσιοδότηση ημερομηνίας 08.11.2017 υπογεγραμμένη ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 02.07.2015 και την Έκθεση Απαίτησής του στην άλλη αγωγή. Η αίτηση κατέστη δια κλήσεως και επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1 την 16.11.2020 και στην Εναγόμενη 2 την 02.12.2020 δια του διευθυντή της, ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του δικαστικού επιδότη, αρνήθηκε να υπογράψει, αφήνοντας τα έγγραφα έξω από την είσοδο της κατοικίας του. Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε και εμφάνιση στην αγωγή. Την 23.11.2020, καταχώρισε και ένσταση στην αίτηση του Ενάγοντος, στην οποίαν, όμως, δεν αναφέρει τους λόγους ένστασης, ως θα έπρεπε, αλλά στην ένορκη δήλωσή της, που υποστηρίζει την ένστασή της, αναφέρεται η δική της πραγματική εκδοχή. Σύμφωνα με αυτήν, η επιθυμία της μητέρας του Ενάγοντος και της Εναγόμενης 1, η οποία απεβίωσε, ήταν να μην μεταβιβαστεί το ακίνητο στον Ενάγοντα γιατί είχε εμπλοκή με τα ναρκωτικά και ήταν επιθετικός και ασκούσε φυσική βία και στην ίδια τη μητέρα τους, ειδάλλως η ίδια, ενόσω ήταν εν ζωή, θα του έδιδε μερίδιο. Θεωρεί τις αξιώσεις του Ενάγοντος πρόωρες, καθότι ακόμα δεν έχει διαγνωστεί κατά πόσο δικαιούται ή όχι σε μερίδιο επί του ακινήτου, κάτι που απασχολεί την αγωγή 282/2018, το αποτέλεσμα της οποίας δεν μπορεί να προδικαστεί με την έκδοση διαταγμάτων σε αυτή την αγωγή. Η ίδια, όπως ισχυρίζεται, ουδέποτε συμφώνησε με τον Ενάγοντα να του μεταβιβάσει μερίδιο στο ακίνητο ούτε ήταν οποτεδήποτε καταπιστευματοδόχος του. Η δήλωση που ο Ενάγων ισχυρίζεται πως έκανε ήταν προς τη μητέρα τους και έγινε μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου και δεν έχει νομική ισχύ δεσμευτική έναντι του Ενάγοντος. Η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε πριν από πολλά χρόνια και έχει παραγραφεί και ο αγώγιμος χαρακτήρας οποιασδήποτε αξίωσης του Ενάγοντος. Για το πληρεξούσιο, η Εναγόμενη 1 λέει ότι «τέτοια πληρεξούσια μπορούν να ανακληθούν και στην παρούσα περίπτωση έχει ανακληθεί και/ή καταστραφεί αν ποτέ έχει δοθεί τέτοιο πληρεξούσιο». Η ίδια δηλώνει επίσης θύμα βίας του Ενάγοντος και ότι οτιδήποτε υπέγραψε ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Η Εναγόμενη 1 προσκομίζει το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου στο όνομά της. Σημειώνεται πως την 22.03.2021, που η αίτηση ήταν ορισμένη για Ακρόαση, ο συνήγορος του Ενάγοντος ενημέρωσε το Δικαστήριο πως ο Ενάγων βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές, και ήθελε γι' αυτό περισσότερο χρόνο για να συνεννοηθεί μαζί του. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 1, από την άλλη, κατέθεσε γραπτή αγόρευση. Περαιτέρω χρόνος δεν δόθηκε, εφόσον η αίτηση εκκρεμεί από την 24.07.2020, και το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, καλείται να εξετάσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η ακρόαση της αγωγής διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε νομική επιχειρηματολογία από μέρους των συνηγόρων των διαδίκων λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Ενόψει της απουσίας λόγων ένστασης από μέρους της Εναγόμενης 1, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει κάποιαν ένστασή της. Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού, είναι στην πραγματική εκδοχή του Ενάγοντος που βασίζεται, για να διαγνώσει κατά πόσον συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, που εξουσιοδοτεί το Δικαστήριο να διατάζει ενδιάμεσες θεραπείες. Ειδικότερα, το άρθρο 32 § 1 του Νόμου 14/1960 προβλέπει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, περιλαμβανομένων και προστακτικών διαταγμάτων, ακόμα και αν δεν αξιώνονται και δεν χορηγούνται μαζί και αποζημιώσεις ή άλλες θεραπείες, εάν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και πρόσφορο. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 32 § 1 και το άρθρο 32 § 2 προβλέπουν ρητά τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Ανάλογες προϋποθέσεις ισχύουν και για την έκδοση ενδιάμεσων προστατικών διαταγμάτων (που δεν αποκλείονται), υπάρχουν όμως διαφοροποιήσεις, που προκύπτουν λόγω της φύσης των διαταγμάτων αυτών. Οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων αναλύθηκαν και στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. Νοουμένου πάντοτε ότι το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία επί του εναγόμενου, θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται να αποδείξει ότι:
  1. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[1]·
  2. υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια· 3. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[3]. Όπως γνωρίζουμε από την C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Στα προστακτικά διατάγματα, όπως είναι αυτά που ζητά ο Ενάγων, που δεν απαγορεύουν απλά τη συνέχιση μιας συμπεριφοράς που ο αιτητής θεωρεί άδικη, αλλά το Δικαστήριο παρεμβαίνει δραστικά και διαμορφώνει θετικά συγκεκριμένη συμπεριφορά του προσώπου προς το οποίο απευθύνονται, όπως λόγου χάριν το να προβεί σε συγκεκριμένη δαπάνη, χρειάζεται ιδιαίτερη φειδώ και αρκετά πιο ισχυρός βαθμός βεβαιότητας, ότι έχει πληγεί σοβαρά δικαίωμα και θα υπάρξει υπέρμετρη ζημιά του αιτητή που μόνον με την έκδοση του διατάγματος μπορεί να αποφευχθεί και να διασφαλιστεί η δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης, χωρίς να επαρκεί κάποια αποζημίωση[4]. Ευλόγως, χρειάζεται να τηρηθεί επίπεδο αναλογικότητας ανάμεσα στη ζημιά που υπόκειται το πρόσωπο το οποίο, πριν να ακουστεί πλήρως στη δίκη, διατάσσεται να πράξει, και στη ζημιά που θα υποστεί ο αιτητής, εάν δεν χορηγηθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Στο πλαίσιο της αναλογικότητας εμπίπτει και η ανάγκη για σαφήνεια και ακρίβεια στις πράξεις που προστάζονται, όπως και στον χρόνο. Η πρώιμη προσταγή, ως μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, δεν θα πρέπει να παρεμβάλλει ως μορφή τιμωρίας[5], αλλά ως μέσο διασφάλισης της απονομής της δικαιοσύνης. Είναι φυσιολογικά μεγάλος και ο κίνδυνος ένα ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα να υπερβεί το μέτρο αυτό. Ο επείγον χαρακτήρας ενός τέτοιου διατάγματος θα μπορούσε να λεχθεί πως είναι εγγενής στη φύση τους. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, επί του οποίου επίσης βασίζεται η αίτηση του Εναγόμενου, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει ή να αρνηθεί να εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα για ακίνητη περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής[6]. Δεν σχετίζεται το άρθρο αυτό με ό,τι ζητά ο Ενάγων με την αίτησή του. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν εξαιρείται από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, που παρέχει και ευρύτερη εξουσία. Τα διατάγματα που επιζητούνται σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 4 ή και 5 του Κεφ. 6 εκδίδονται επίσης μέσα στο πλαίσιο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960[7] και εφόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις του. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ενώ το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί πως υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, γνωστή στο δίκαιο αιτία αγωγής, που είναι η παράβαση προφορικής συμφωνίας, αλλά και ότι υπάρχουν και πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησής του εναντίον της Εναγόμενης 1, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν έχει πειστεί αφενός πως υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησής του εναντίον της Εναγόμενης 2, αφετέρου ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθούν επί του παρόντος τα διατάγματα που ζητά εναντίον της Εναγόμενης
  1. Με την Εναγόμενη 2, ο Ενάγων δεν συνδέεται συμβατικά, ούτε ο Ενάγων είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου που ενοικιάζει η Εναγόμενη 2, η οποία συμβλήθηκε με την Εναγόμενη
  2. Επίσης δεν αναφέρεται ξεκάθαρα πως η Εναγόμενη 2 εξακολουθεί να ενοικιάζει το ακίνητο, παρά τη λήξη της σύμβασης ενοικίασης. Δεν διαφαίνεται, στο παρόν στάδιο τουλάχιστον, με όσα το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, από πού απορρέει κάποια υποχρέωση της Εναγόμενης 2 έναντι στον Ενάγοντα, στην οποία βασίζει την απαίτησή του ο Ενάγων. Γι' αυτό δεν έχει επιτύχει να αποδείξει ο Ενάγων ότι έχει πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησής του, στον απαιτούμενο βαθμό για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει οτιδήποτε περαιτέρω αναφορικά με την Εναγόμενη
  3. Όσον αφορά την Εναγόμενη 1, η εκδοχή του Ενάγοντος ότι υπήρξε προφορική συμφωνία, ασχέτως του πώς αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί νομικά και εάν όντως συνάφθηκε με βάση όλα τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να έχει νομικά ισχύ, κάτι που θα διαγνωστεί κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, συνδέεται με έγγραφη μαρτυρία, που περιέχει δήλωση της Εναγόμενης 1 έναντι στην αρχική δικαιοπάροχο, μητέρα τους, και μετέπειτα εξουσιοδότηση προς τον Ενάγοντα για τα θέματα της ενοικίασης. Με αυτά τα δεδομένα, που δεν αξιολογούνται σε αυτό το στάδιο, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να μην θεωρήσει πως, σε περίπτωση μη αμφισβήτησης της αξίωσης του Ενάγοντος από μέρους της Εναγόμενης 1, θα ήταν πολύ πιθανόν να αποδοθεί θεραπεία στον Ενάγοντα, ως αυτή που αξιώνει με την αγωγή του. Ασχέτως εάν και με άλλη αγωγή αξιώνει παρεμφερείς θεραπείες, που επίσης σε αυτό το στάδιο δεν θα αξιολογηθεί εάν απολήγει σε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών ή όχι. Όπως λέχθηκε και προηγουμένως, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ως προς την τρίτη προϋπόθεση, ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα. Εκτός από το ότι οι ενδιάμεσες θεραπείες που ζητά ο Ενάγων βαίνουν προς ικανοποίηση της απαίτησής του, που είναι κατά βάση οικονομική, όπως και τα συμφέροντά του που θεωρεί ότι θίχθηκαν είναι οικονομικής φύσης, εδώ η ύπαρξη και άλλης αγωγής, αρχίζει να επιδρά στην εκτίμηση αυτής της προϋπόθεσης. Ο Ενάγων δεν ζητά είτε δέσμευση του ακινήτου είτε δέσμευση χρημάτων που θα λάβει η Εναγόμενη 1 από κάποια πώληση και όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση δεν έχουν καταστήσει σαφές γιατί δεν θα μπορεί το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση ως η απαίτηση του Ενάγοντος, εάν αυτή αποδειχθεί, σε περίπτωση που δεν εκδοθούν σήμερα τα διατάγματα που ζητά. Συναφώς, να αναφερθεί και πως ο σκοπός των ενδιάμεσων θεραπειών, πόσω μάλλον των διαταγμάτων που προστάζουν δαπάνες, δεν είναι για επουλώσει τυχόν καθυστέρηση στη διάγνωση της απαίτησης με κανονική δίκη, για την κάλυψη άμεσων βιοτικών ή άλλων αναγκών. Η απαίτηση του Ενάγοντος δεν βασίζεται σε εκ του νόμου ή συμβατική υποχρέωση της Εναγόμενης 1 να τον συντηρεί οικονομικά ή να τον τρέφει, αν και εμπίπτει σε μια ευάλωτη κοινωνική ομάδα και θα ήταν επιθυμητό οι οικείοι να παρέχουν την αναγκαία στήριξη, για να μπορέσει ο Ενάγων να ορθοποδήσει, όσο δύσκολο κι αν είναι. Η προφανής ανάγκη του Ενάγοντος εδώ είναι για άμεση λήψη χρημάτων από την Εναγόμενη 1, που ο ίδιος θεωρεί οφειλόμενα (και δεν αποκλείεται να είναι)· όχι για περιορισμό κάποιας οικονομικής ζημιάς του, που να είναι συναφής με την απαίτησή του, που μπορεί να γίνει με κάποια ενδιάμεση παρέμβαση του Δικαστηρίου. Όπως ο ίδιος ο Ενάγων θέτει τα δεδομένα, εάν εκποιηθεί το ακίνητο (και με την άλλη αγωγή του αξιώνει διαζευκτικά το ήμισυ της αξίας του), θα σταθεροποιηθεί ό,τι ο ίδιος θεωρεί ως ζημιά και αδικία του, εφόσον δεν θα υπάρχει το ρέον εισόδημα του ενοικίου, που αποτελεί και το ενεργό πεδίο της οικονομικής του διαφοράς με την Εναγόμενη 1 σε αυτή την αγωγή, την εξακολούθηση του οποίου δεν μπορεί να εξαναγκάσει. Ο Ενάγων δεν έχει εκθέσει επαρκώς τον κίνδυνο επηρεασμού του από τυχόν εκποίηση του ακινήτου, σε συνάρτηση πάντοτε με τη φύση της κυρίως και ενδιάμεσης θεραπείας που ζητά σε αυτό το δικονομικό πλαίσιο, ενώ η πληροφορία που τον κινητοποίησε, όπως λέει, να υποβάλει και αυτή την αίτησή του, ήταν ότι η Εναγόμενη 1 θα εκποιήσει το ακίνητο. Δεν έχει αποκλείσει ούτε άλλες δυνατότητές του να ικανοποιηθεί η οικονομική του απαίτηση εάν και όταν εκδοθεί δικαστική απόφαση προς όφελός του, για τα χρηματικά ποσά που ζητά. Για όσα εξηγήθηκαν, ο Ενάγων έχει αποτύχει να αποδείξει με την αίτησή του, ως αυτή υποβλήθηκε, τη σωρευτική συνδρομή όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 με τον τρόπο και στον βαθμό που απαιτείται για να δικαιούται σε κάποια ενδιάμεση θεραπεία προστακτικών διαταγμάτων εναντίον των Εναγόμενων 1 και
  4. Η αίτηση απορρίπτεται. Δεν έχει υποδειχθεί και δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα ως προς τα έξοδα. Αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Ενάγοντος, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Καμία διαταγή για έξοδα όσον αφορά την Εναγόμενη
  5. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [2]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [3]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. [4] Clerk & Lindsell on Torts, 16η εκ., παραγ. 7-06, Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652, 665, 666, και ενδεικτικά RKB Leathergoods Limited ν. Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. [5] Colls Home and Colonial Stores [1904] A.C. 193 [6] Palestine Plantations Company Ltd. v. Olivier and Co. Ltd., 16 C.L.R.
  2. [7] Παπαστράτης v. Πετρίδη
(1979)1 Α.Α.Δ. 231. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.