← Κύπρος

HOCH CAPITAL LTD ν. VAN DIJK, Αγωγή αρ. 266/2021, 5/4/2021

HOCH CAPITAL LTD ν. VAN DIJK, Αγωγή αρ. 266/2021, 5/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 266/2021 Μεταξύ: HOCH CAPITAL LTD Ενάγουσα και ΧΧΧΧ VAN DIJK Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 19.02.2021 Ημερομηνία: 05.04.2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Γ. Κτωρίδης για ΑΘΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, εταιρεία που εδρεύει στην Κύπρο, ενάγει τον Εναγόμενο, ο οποίος διαμένει στην Ολλανδία, και ζητά από το παρόν Δικαστήριο να επιδικάσει προς όφελος της Ενάγουσας ποσό €35.000,00, που κατέβαλε η Ενάγουσα «για την προώθηση προδικαστικών ενστάσεων» σε σχέση με τη δικαιοδοσία Ολλανδικού Δικαστηρίου στο οποίο είχε προσφύγει ο Εναγόμενος εναντίον της Ενάγουσας, καθώς και αναγνωριστικές αποφάσεις ότι η συμφωνία που συνήψε η Ενάγουσα με τον Εναγόμενο την 22.03.2019 δεν δύναται να θεωρηθεί άκυρη, ότι η ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης της δικαιοδοσίας που περιέχει υπέρ του Κυπριακού Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση επιζεί του τερματισμού, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία για την επίλυση οποιασδήποτε συμβατικής διαφοράς σε σχέση με τη συμφωνία ημερομηνίας 22.03.2019, και γενικές αποζημιώσεις. Η αγωγή καταχωρίστηκε κατόπιν άδειας για σφράγιση που έδωσε το παρόν Δικαστήριο, με επιφύλαξη ως προς την εξέταση του ζητήματος της διεθνούς δικαιοδοσίας μετά την καταχώριση της αγωγής, εάν τελικά καταχωρούνταν. Ειδικότερα, όπως είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, η οποία ασκεί εργασίες Κυπριακής Εταιρείας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπό την επωνυμία ITRADER και τελεί υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, την 22.03.2019, η Ενάγουσα είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο να του παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, με βάση τον περί εξ Αποστάσεως Εμπορίας Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών προς τους Καταναλωτές Νόμο 242(Ι)/

  1. Ήταν μια συμφωνία που συνάφθηκε με την ελεύθερη βούληση του Εναγόμενου, και η οποία περιείχε ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης της δικαιοδοσίας υπέρ του Κυπριακού Δικαστηρίου. Αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας και της, κατ' ακολουθία αυτής, επενδυτικής δράσης ήταν η Προειδοποίηση Ρίσκου και η συμπλήρωση Ερωτηματολογίου σχετικά με τους επενδυτικούς στόχους, την ανάληψη κινδύνου, το επενδυτικό προφίλ και την προηγούμενη εμπειρία στον τομέα των επενδύσεων. Λόγω της εμπειρίας του Εναγόμενου, του είχε δοθεί η επιλογή να αιτηθεί για να θεωρηθεί επαγγελματίας επενδυτής, σύμφωνα με τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο 87(Ι)/2017, κάτι το οποίο έπραξε την 23.04.2019, οπότε και επανακατηγοριοποιήθηκε, απεμπολώντας, κατά την Ενάγουσα, την προστασία που παρέχονταν σε καταναλωτές, και έχοντας ένα χαρτοφυλάκιο της τάξης των €500.
  2. Ως «επαγγελματίας επενδυτής», ο Εναγόμενος επένδυσε ποσό €50.250,00 μετά από 6 καταθέσεις στον επενδυτικό του λογαριασμό, ενώ προέβη σε 172 επενδυτικές κινήσεις από την 23.04.2019 μέχρι την 23.07.
  3. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η επενδυτική συμπεριφορά του Εναγόμενου ήταν επιθετική, αλόγιστη και απερίσκεπτη, ως αποτέλεσμα της οποίας ήταν να απωλέσει ο Εναγόμενος €45.247,98 του κεφαλαίου που είχε επενδύσει. Τότε, με επιστολή του, δια δικηγόρων, ημερομηνίας 01.04.2020, κήρυξε μονομερώς τη συμφωνία ως άκυρη (τερμάτισε), και απαίτησε την επιστροφή όλων των χρημάτων που είχε επενδύσει, επικαλούμενος παράβαση της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, με ισχυρισμό ότι η συμφωνία ήταν προϊόν δόλου ή απάτης, παράνομη, και κατ' επέκταση εξ υπαρχής άκυρη. Στη συνέχεια, προσέφυγε στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Nederland στην πόλη Lelystad της Ολλανδίας, όπου δια αστικής υπόθεσης διεκδίκησε την επιστροφή των χρημάτων του, αλλά και τη διακήρυξη της ακυρότητας της συμφωνίας. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος παράβηκε τη ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης της δικαιοδοσίας υπέρ του Κυπριακού Δικαστηρίου, προκειμένου να ταλαιπωρήσει και να πιέσει της Ενάγουσα να επιστρέψει σε αυτόν χρήματα, με αποτέλεσμα της παράβασής του αυτής η Ενάγουσα να υποστεί κόστος για την προώθηση «αχρείαστων» προδικαστικών ενστάσεων σε σχέση με τη διεθνή δικαιοδοσία στο Ολλανδικό Δικαστήριο, στο οποίο δεν θα χρειάζονταν να είχε εκτεθεί, εάν ο Εναγόμενος τηρούσε τη συμφωνία του με την Ενάγουσα και προσέφευγε στο Κυπριακό Δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς. Επομένως, η βάση της διεκδικητικής αγωγής της Ενάγουσας είναι η παράβαση της σύμβασης όσον αφορά τη ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης της δικαιοδοσίας (και τον μονομερή τερματισμό της επενδυτικής συμφωνίας), συνεπεία της οποίας η Ενάγουσα υπέστη ζημιά. Με το αναγνωριστικό μέρος της αγωγής της, όπως προαναφέρθηκε, η Ενάγουσα διεκδικεί δηλώσεις σχετικά με το κύρος της συμφωνίας αλλά και τη διεθνή δικαιοδοσία. Την 19.02.2021, η Ενάγουσα υπέβαλε την υπό εξέταση αίτηση, δια της οποίας ζητά άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στον Εναγόμενο, στην Ολλανδία, δια του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2017 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων). Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧΧ, εκ των διευθυντών της Ενάγουσας, δια της οποίας ο ενόρκως δηλών εξηγεί με περαιτέρω λεπτομέρεια όσα εκθέτει και στην αγωγή της η Ενάγουσα, και προσκομίζει σχετική έγγραφη μαρτυρία, τη συμφωνία ημερομηνίας 22.03.2019, την αίτηση επανακατηγοριοποίησης του Εναγόμενου σε «επαγγελματία επενδυτή» ημερομηνίας 23.04.2019, τη δήλωση για την αξία του χαρτοφυλακίου του ημερομηνίας 23.04.2019, την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 01.04.2020 και την αγωγή που καταχώρισε στο Ολλανδικό Δικαστήριο, με σχετική μετάφραση. Εισηγείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να επιτραπεί η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, εφόσον υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή βάση αγωγής και βάσιμη υπόθεση και το Κυπριακό Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία. Το Δικαστήριο, που επιλήφθηκε της αίτησης, κάλεσε τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας να αγορεύσει σε σχέση με τη δυνατότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να αναλάβει τη διεθνή δικαιοδοσία, με δεδομένο ότι ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας εγέρθηκε και στο Ολλανδικό Δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της υπόθεσης του Εναγόμενου, και προκειμένου να μην αναλάβουν δύο Δικαστήρια παράλληλα δικαιοδοσία για τη διαφορά μεταξύ των μερών. Με την αγόρευσή του, ο συνήγορος της Ενάγουσας επιχειρεί να διευκρινίσει πως το ποσό που αξιώνει δεν συνιστά έξοδα ανακτήσιμα σε περίπτωση επιτυχίας των προδικαστικών ενστάσεων στο Ολλανδικό Δικαστήριο, η εκδίκαση των οποίων φαίνεται να εκκρεμεί, αλλά δαπάνες που προκλήθηκαν εξαιτίας της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς του Εναγόμενου. Επομένως, πρόκειται για μια ξεχωριστή βάση αγωγής, που δεν σχετίζεται με τη βάση αγωγής του Εναγόμενου. Εισηγείται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τη δυνατότητά του να αναλάβει τη διεθνή δικαιοδοσία με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 στο πλαίσιο της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) 1393/2007, και ο Κανονισμός (ΕΕ) 1393/2007 δεν επιβάλλει τέτοιο έλεγχο, αλλά, ακόμα κι αν το Δικαστήριο εφαρμόσει και τους εγχώριους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της Δ.6 ΚΠΔ. Έχοντας υπόψη όλα τα δεδομένα και την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας, θα πρέπει, πρώτα απ' όλα, να σημειωθεί πως ο Κανονισμός (ΕΕ) 1393/2007 δεν καταργεί είτε το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 είτε τη Δ.6 ΚΠΔ. Όπως ορθά άλλωστε επισημαίνει ο συνήγορος της Ενάγουσας, εφόσον αυτό προκύπτει και από τις εισαγωγικές σκέψεις αλλά και το κείμενο του Κανονισμού (ΕΕ) 1393/2007, ο Κανονισμός (ΕΕ) 1393/2007 διασφαλίζει την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη διαβίβαση δικαστικών και εξώδικων πράξεων και δεν υπεισέρχεται στη δυνατότητα ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας. Και ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012, διαδεχόμενος τον Κανονισμό (ΕΕ) 44/2001, στον βαθμό που εφαρμόζεται, εμπίπτει στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 81 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και συνιστά δεσμευτικό και άμεσα εφαρμοστέο νομοθέτημα της Ένωσης, που δεν καταργεί τις εγχώριες διατάξεις όπου δεν συγκρούεται μαζί τους. Το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας απασχολεί εκ πρώτης όψεως σε αυτό το στάδιο, γιατί αυτό ορίζει το πλαίσιο που συναπαρτίζουν το άρθρο 3 του Κεφ. 6 και η Δ.6 ΚΠΔ, και ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012, εφόσον εφαρμόζεται, εντός του οποίου το Δικαστήριο καλείται να επιτρέψει την επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του. Απασχολεί παράλληλα με το εάν η Ενάγουσα έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, βάσει της οποίας το Δικαστήριο να μπορεί να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του επί του αλλοδαπού Εναγόμενου. Εάν στο στάδιο της σφράγισης του Κλητηρίου Εντάλματος, που εξακολουθεί να προβλέπεται στους διαδικαστικούς κανονισμούς, δεν απασχολεί με την ίδια ένταση το ζήτημα της δυνατότητας ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας, γιατί εκεί υπάρχει σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη σε συνάρτηση με τη δυνατότητα επίδοσης εντός δικαιοδοσίας, τη δυνατότητα οικειοθελούς αποδοχής της διεθνούς δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου, αλλά και την ανάγκη να υφίσταται υπαρκτό αντικείμενο (αγωγή) επί της οποίας να αποφασίζονται ζητήματα όπως η δικαιοδοσία επί συγκεκριμένων επίδικων θεμάτων και προσώπων, απασχολεί σε αυτό το στάδιο, όπου το Δικαστήριο θα πρέπει πλέον να εξετάσει με προσοχή εάν μπορεί να επιτρέψει την επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του, εν προκειμένω στην Ολλανδία. Απασχολεί βεβαίως μόνον εκ πρώτης όψεως, εφόσον, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν ακούει και την πλευρά του Εναγόμενου, αλλά κινείται με βάση τα δεδομένα που εκθέτει σε αυτό η Ενάγουσα. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως επιδοθεί κλητήριο ένταλμα εκτός της Δημοκρατίας όταν κρίνει ότι η βάση της αγωγής προέκυψε από παράβαση ή κατ' ισχυρισμό παράβαση στη Δημοκρατία σύμβασης που συνάφθηκε οπουδήποτε ή σε σχέση με περιουσία που υπόκειται στους Νόμους της Δημοκρατίας ή ότι η βάση της αγωγής προέκυψε στη Δημοκρατία, και ότι σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η αγωγή είναι αγωγή η οποία δεν δύναται να εκδικαστεί αλλού παρά μόνο στη Δημοκρατία ή δύναται να εκδικαστεί ευχερέστερα στη Δημοκρατία παρά αλλού. Σύμφωνα με τη Δ.6,κ.1 ΚΠΔ, επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να επιτραπεί, όταν ολόκληρο το αντικείμενο της αγωγής είναι ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Κύπρο, ή οποιαδήποτε πράξη, τίτλος, συμβόλαιο, υποχρέωση ή ευθύνη που επηρεάζει ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Κύπρο και επιδιώκεται η ερμηνεία, διόρθωση, παραμερισμός ή εκτέλεσή της, ή όταν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον προσώπου που έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο, ή η αγωγή είναι για τη διαχείριση κινητής περιουσίας αποβιώσαντος που κατά τον χρόνο θανάτου του κατοικούσε στην Κύπρο ή για την εκτέλεση (ως προς την περιουσία που βρίσκεται στην Κύπρο) εμπιστευμάτων που συστάθηκαν γραπτώς όταν το πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση είναι εμπιστευματοδόχος και το εμπίστευμα πρέπει να εκτελεστεί με βάση τον Κυπριακό νόμο, ή η αγωγή είναι για να εκτελεστεί, ακυρωθεί, λυθεί ή άλλως πώς επηρεαστεί σύμβαση ή για αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία σχετικά με παράβαση σύμβασης που συνάφθηκε στην Κύπρο ή από ή δια αντιπροσώπου που βρίσκεται στην Κύπρο εκ μέρους άλλου που βρίσκεται εκτός Κύπρου, ή είναι αγωγή που εγέρθηκε σε σχέση με παράβαση σύμβασης που έγινε στην Κύπρο οπουδήποτε κι αν συνάφθηκε ακόμα κι αν η εν λόγω παράβαση συνοδεύεται από παράβαση που έγινε εκτός Κύπρου αλλά κατέστησε την εκτέλεση του μέρους της σύμβασης που πρέπει να εκτελεστεί στην Κύπρο αδύνατη, ή η αγωγή είναι για αστικό αδίκημα που έγινε στην Κύπρο ή δι' αυτής ζητείται διάταγμα για να απαγορευτεί κάτι στην Κύπρο ή να παρεμποδιστεί οχληρία ή οποιοσδήποτε διάδικος εκτός Κύπρου είναι αναγκαίο να προστεθεί ως διάδικος σε αγωγή εναντίον προσώπου που βρίσκεται στην Κύπρο και στον οποίο έγινε επίδοση. Η διαφορά που έχει ενώπιον του το παρόν Δικαστήριο είναι επίσης στη φύση της αστική και εμπίπτει στον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 με βάση το άρθρο 3 αυτού, εφόσον δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του. Πρώτιστο μέλημα, για να εξεταστεί και η δυνατότητα ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας με βάση το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, είναι να προσδιοριστεί η φύση της απαίτησης της, όπως αυτή εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο. Έπειτα, κατά πόσο υπάρχει καθόλου συνάφεια με την απαίτηση του Εναγόμενου όπως εισήχθη στο Ολλανδικό Δικαστήριο. Η βάση της αγωγής της Ενάγουσας είναι η κατ' ισχυρισμό παράβαση, από μέρους του Εναγόμενου, επενδυτικής συμφωνίας που συνήψε με την Ενάγουσα. Ειδικότερα, η Ενάγουσα επικαλείται αντισυμβατικό τερματισμό της επενδυτικής συμφωνίας και μη εφαρμογή της ρήτρας που περιείχε για αποκλειστική παρέκταση της δικαιοδοσία υπέρ των Κυπριακών Δικαστηρίων, για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς απορρέει από τη σύμβαση. Κατά την Ενάγουσα, οι παραβάσεις αυτές της προκάλεσαν ζημιά· ειδική ζημιά που αφορά στο οικονομικό κόστος προσφυγής της στην Ολλανδική δικαιοσύνη για την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας, και γενική ζημιά. Η σύμβαση, που συνάφθηκε ως καταναλωτική, φέρεται να συνάφθηκε στην Κύπρο, όπου εδράζεται η Ενάγουσα, για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από την Κυπριακή εταιρεία, και με βάση το Κυπριακό δίκαιο. Περιείχε ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας υπέρ των Κυπριακών Δικαστηρίων, στον όρο
  4. Μετά τη σύναψή της, ο επενδυτής αναβαθμίστηκε σε «επαγγελματία επενδυτή», χωρίς να έχει υπογραφθεί κάποια άλλη γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών, και χωρίς να φαίνεται επί του παρόντος να είχε παύσει να ισχύει η υφιστάμενη λόγω της αναβάθμισης. Ο επενδυτής τερμάτισε τη συμφωνία, αποστέλλοντας επιστολή, και προσέφυγε πρώτος στο Ολλανδικό δικαστήριο, επιχειρώντας διακήρυξη της ακυρότητας της επενδυτικής συμφωνίας και επιστροφή των ποσών που επένδυσε. Ο ίδιος επικαλείται τη διεθνή δικαιοδοσία του Ολλανδικού Δικαστηρίου για τη δική του απαίτηση, προβάλλοντας την ιδιότητα καταναλωτή, αλλά και βασίζοντας την αγωγή του και σε προσυμβατικό δόλο ή και απάτη ή αθέμιτη εμπορική πρακτική, δηλαδή σε αδικοπραξία σχετική με τη σύναψη της σύμβασης. Όπως έχει υποδειχθεί και στην υπόθεση C‑59/19, Wikingerhof GmbH & Co. KG κατά Booking.com BV, ημερομηνίας 24.11.2020, μια αγωγή εμπίπτει στις διαφορές εκ συμβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 7 § 1(α) του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, αν η ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ του εναγομένου και του ενάγοντος παρίσταται αναγκαία προκειμένου να διαπιστωθεί ο θεμιτός ή, αντιθέτως, ο αθέμιτος χαρακτήρας της συμπεριφοράς που προσάπτεται από τον δεύτερο στον πρώτο. Αντιθέτως, όταν ο ενάγων επικαλείται, με το δικόγραφό του, τους κανόνες περί αδικοπρακτικής ή οιονεί αδικοπρακτικής ευθύνης, δηλαδή προβάλλει παράβαση υποχρέωσης εκ του νόμου, και δεν είναι απαραίτητη η εξέταση του περιεχομένου της σύμβασης την οποία αυτός έχει συνάψει με τον εναγόμενο προκειμένου να κριθεί ο θεμιτός ή αθέμιτος χαρακτήρας της συμπεριφοράς που προσάπτεται στον τελευταίο, δεδομένου ότι η εν λόγω υποχρέωση επιβάλλεται στον εναγόμενο ανεξαρτήτως της σύμβασης, τότε η αιτία της αγωγής αφορά ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, κατά την έννοια του άρθρου 7 § 2, του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
  5. Ειδικότερα, με την αγωγή του στο Ολλανδικό Δικαστήριο, ο επενδυτής ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα στόχευσε στην Ολλανδική αγορά προκειμένου να παραπλανήσει Ολλανδούς επενδυτές, με σχετικές «ψεύτικες διαφημίσεις» με τη χρήση προσωπικοτήτων διάσημων Ολλανδών, όπως παραπλάνησε και τον Εναγόμενο να επενδύσει, και συνδέει τη δραστηριότητά της αυτή με πρόστιμο που επιβλήθηκε στην Ενάγουσα από τις εγχώριες εποπτικές αρχές, αλλά και με σκάνδαλο που αποκαλύφθηκε δημοσιογραφικά στην Ολλανδία. Μετά την πρώτη επένδυση, ο Εναγόμενος άρχισε να δέχεται πιέσεις για να αυξήσει το εμπόριο του, και αυτός να παρασύρεται και ενδώσει επενδύοντας περαιτέρω, όπως είναι οι αναλυτικές περιγραφές στο δικό του ένδικο διάβημα στο Δικαστήριο της Ολλανδίας, οι οποίες επεκτείνονται σε μια ευρύτερη κατάσταση. Η Ενάγουσα παρέστη στο Ολλανδικό Δικαστήριο με σκοπό να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία σε σχέση με την απαίτηση του Εναγόμενου. Η απαίτηση του επενδυτή εναντίον της Ενάγουσας μπορεί να διαφέρει από τη βάση αγωγής της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου, αλλά τα δύο Δικαστήρια καλούνται, μεταξύ άλλων, το ένα να διακηρύξει την ακυρότητα της συμφωνίας και το άλλο να βεβαιώσει το κύρος της. Η απαίτηση της Ενάγουσας στο παρόν Δικαστήριο προϋποθέτει την ερμηνεία της σύμβασης που έχει συναφθεί μεταξύ των μερών, για να διαπιστωθεί, βάσει αυτής, η νομιμότητα του τερματισμού της. Η κατ' ισχυρισμό παράβαση της συμφωνίας αυτής έγινε, κατά τη θέση της Ενάγουσας, με τον τερματισμό της, που έλαβε χώρα με την παραλαβή της επιστολής τερματισμού της στην Κύπρο. Όσον αφορά τη συμφωνία αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας, που θεωρείται διακριτή μέσα στην όλη συμφωνία, και είναι στη βάση εκείνης της παρεπόμενης παράβασης που η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις, η κατ' ισχυρισμό παράβαση της ρήτρας αποκλειστικής παρέκτασης έλαβε χώρα στην Ολλανδία, όπου προσέφυγε ο Εναγόμενος δικαστικά, ανεξαρτήτως του τόπου όπου συνάφθηκε η σύμβαση. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012, έναντι στη γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγόμενου, προβλέπει ειδικές δωσιδικίες, με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο μπορεί να εναχθεί σε κράτος μέλος άλλο από αυτό που κατοικεί, και αποκλειστικές δωσιδικίες. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν ισχύει κάποια αποκλειστική δωσιδικία με βάση το άρθρο 24 του Κανονισμού. Το Τμήμα 4 προβλέπει σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών. Θεσπίζει ειδικούς κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις καταναλωτών, με σκοπό την προστασία του αδύναμου μέρους στη σύμβαση με κανόνες οι οποίοι είναι ευνοϊκότεροι για τα συμφέροντά του απ' ό,τι οι γενικοί κανόνες. Σύμβαση καταναλωτή, με βάση το άρθρο 17, είναι αυτή ο σκοπός της οποίας μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του Εναγόμενου, και, εάν πρόκειται για σύμβαση άλλη από σύμβαση πώλησης αγαθών με τμηματική καταβολή τιμήματος ή άλλη από σύμβαση δανείου με σταδιακή εξόφληση ή παροχής πίστωσης για τη χρηματοδότηση αγοράς αγαθών, συνιστά σύμβαση καταναλωτή εάν και όταν έχει συναφθεί με πρόσωπο που ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή κατευθύνει με οποιονδήποτε τρόπο τέτοιου είδους δραστηριότητες σε αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους, και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων. Οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή ο σκοπός της σύναψης της σύμβασης και το είδος της σύμβασης, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Είναι με βάση αυτό το πλαίσιο και με επιχείρημα ότι η Εναγόμενη επιχειρούσε στοχευμένα, με διαφημίσεις, στην Ολλανδική αγορά, που ο Εναγόμενος, ο οποίος προς το παρόν πουθενά δεν αναφέρεται ως «επαγγελματίας επενδυτής»[1] με την έννοια του Κανονισμού (όχι με τις διαβαθμίσεις της Ενάγουσας), που αποτάθηκε στο Ολλανδικό Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη και την υπόθεση C‑774/19, A. B., Β. Β. κατά Personal Exchange International Limited, ημερομηνίας 10.12.2020, επί παρεμφερών γεγονότων. Ή και την C‑208/18 Jana Petruchová κατά FIBO Group Holdings Limited, ημερομηνίας 03.10.2019, στην οποία υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 17 § 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, έχει την έννοια ότι φυσικό πρόσωπο το οποίο, δυνάμει σύμβασης όπως η CFD, που έχει συναφθεί με χρηματομεσιτική εταιρία, πραγματοποιεί χρηματοπιστωτικές πράξεις μέσω της εταιρίας αυτής μπορεί να χαρακτηριστεί ως «καταναλωτής» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν η σύναψη της σύμβασης δεν εμπίπτει στην επαγγελματική δραστηριότητα του εν λόγω προσώπου, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει. Για τους σκοπούς του χαρακτηρισμού αυτού, αφενός, παράγοντες όπως το γεγονός ότι το εν λόγω πρόσωπο προέβη σε μεγάλο αριθμό συναλλαγών σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα ή επένδυσε σημαντικά ποσά στις συναλλαγές αυτές είναι, κατ' αρχήν, άνευ σημασίας, αυτοί καθεαυτοί, και, αφετέρου, το γεγονός αυτό καθεαυτό ότι το ίδιο πρόσωπο είναι «ιδιώτης πελάτης», κατά την έννοια του άρθρου 4 § 1

(12), της Οδηγίας 2004/39, δεν ασκεί, κατ' αρχήν, επιρροή. Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα επιλογής, να ασκήσει τη δική του αγωγή του ενώπιον Δικαστηρίου της κατοικίας του, αλλά ο κανόνας που απορρέει από αυτή τη δωσιδικία είναι πως συνιστά υποχρέωση του αντισυμβαλλόμενού του να τον ενάγει μόνον ενώπιον των Δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής. Παρέκκλιση από αυτό τον κανόνα μπορεί να ισχύσει, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, μόνον με συμφωνία μεταγενέστερη της διαφοράς, ή με συμφωνία που επιτρέπει στον καταναλωτή να προσφύγει σε άλλα Δικαστήρια, ή με συμφωνία μεταξύ καταναλωτή και προσώπου που, κατά τον χρόνο σύναψής της, κατοικούν ή διαμένουν στο ίδιο κράτος μέλος και η συμφωνία ορίζει αυτό το κράτος μέλος, χωρίς κάτι τέτοιο να απαγορεύεται. Συνάγεται, εξ αντιδιαστολής, ότι δεν επιτρέπεται η παρέκκλιση από τον κανόνα της δωσιδικίας της έδρας του καταναλωτή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, με οποιαδήποτε άλλη συμφωνία. Η Ενάγουσα επικαλείται ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας. Χαρακτηριστικό στην προκειμένη περίπτωση είναι πως την επικαλείται ταυτόχρονα και για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας, αλλά και για τη δημιουργία του αντικειμένου ή της βάσης της αγωγής της. Είναι παράβαση εκείνης της συμφωνίας που επικαλείται. Έτσι, πέρα από το δικαιοδοτικό μέρος του ζητήματος, το ουσιαστικό είναι πως, για να διαπιστωθεί εάν υπήρξε παράβαση σύμβασης (της ρήτρας παρέκτασης) ή απλά ασκήθηκε δικαίωμα επιλογής με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 προϋποτίθεται η διάγνωση της διεθνούς δικαιοδοσίας επί της (διαφορετικής όπως ισχυρίζεται και η Ενάγουσα) απαίτησης του Εναγόμενου εναντίον της Ενάγουσας από το Ολλανδικό Δικαστήριο ή και τέτοια που να αφορά στην εγκυρότητα της ρήτρας παρέκτασης, με βάση το Κυπριακό δίκαιο. Υπερβαίνοντας προσωρινά αυτό το ουσιαστικό μέρος, της εξάρτησης της βασιμότητας της απαίτησης της Ενάγουσας στο παρόν Δικαστήριο, από τη διαπίστωση της διεθνούς δικαιοδοσίας του Ολλανδικού Δικαστηρίου επί της απαίτησης του Εναγόμενου για αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, ο κανόνας σε σχέση με τη συμφωνία αποκλειστικής παρέκτασης περιέχεται στο άρθρο 25 του Κανονισμού και θα πρέπει να δούμε τη συσχέτισή του με άλλες πιθανόν εμπλεκόμενες δωσιδικίες, όπως τη δωσιδικία της έδρας του καταναλωτή και τη δωσιδικία της εκκρεμοδικίας και της συνάφειας. Σύμφωνα με το άρθρο 25, αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο κράτους μέλους θα δικάζει τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό του κράτους αυτού έχει διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ, βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Η συμφωνία καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας που αποτελεί στοιχείο σύμβασης λογίζεται ως συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς όρους της σύμβασης. Η εγκυρότητα μιας συμφωνίας καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας δεν επιδέχεται προσβολής εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση δεν είναι έγκυρη. Ενώ το άρθρο 19 αποκλείει την παρέκκλιση από τον κανόνα της δωσιδικίας του καταναλωτή με βάση οποιαδήποτε συμφωνία δεν εμπίπτει στο άρθρο 19, με βάση το άρθρο 26 § 2 του Κανονισμού, προκύπτει εμμέσως η δυνατότητα ενός Δικαστηρίου να αναλαμβάνει τη διεθνή δικαιοδοσία βάσει ρήτρας αποκλειστικής παρέκτασης, ακόμα κι αν ο εναγόμενος είναι καταναλωτής που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον ο εναγόμενος γνωρίζει ότι μπορεί να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία και τις συνέπειες της εμφάνισης ή μη εμφάνισής του στο Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη αυτή τη δυνατότητα και το εξ αντιδιαστολής ερμηνευτικό νόημα που απορρέει από τα άρθρα 27 και 28, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο με έναν αυτεπάγγελτο ή άμεσο τρόπο. Από την άλλη, σε συνάρτηση και με ό,τι λέχθηκε στην υπόθεση C‑803/18 AAS «Balta» κατά UAB «Grifs AG», ημερομηνίας 27.02.2020 επί των ασφαλιστικών συμβάσεων, η παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τα όρια που θέτει ο σκοπός της προστασίας του οικονομικώς ασθενέστερου. Επίσης, όπως επίσης νομολογήθηκε από το ΔΕΕ[2], η ανάγκη να αποφεύγεται, κατά το μέτρο του δυνατού, η αύξηση των αρμοδίων για την ίδια σύμβαση δικαστηρίων καθίσταται ακόμη επιτακτικότερη προκειμένου περί σύμβασης μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία. Δεδομένου ότι η αύξηση των βάσεων δικαιοδοσίας ενδέχεται να πλήξει ιδιαιτέρως τα συμφέροντα του ασθενέστερου μέρους της σύμβασης, όπως ο καταναλωτής, πρέπει, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να έχει αυτός τη δυνατότητα να υποβάλλει στην κρίση ενός μόνον δικαστηρίου το σύνολο των δυσχερειών τις οποίες ενδέχεται να γεννήσει μια σύμβαση στη σύναψη της οποίας ώθησε τον καταναλωτή η εκ μέρους του επαγγελματία χρήση διατυπώσεων δυναμένων να παραπλανήσουν τον αντισυμβαλλόμενό του[3]. Όσον αφορά τον κανόνα της εκκρεμοδικίας και της συνάφειας, τον οποίον το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα, καθότι είναι και κάπως πιο ξεκάθαρα τα δεδομένα, περιέχεται στο άρθρο
  1. Αφενός, τελεί υπό την επιφύλαξη του άρθρου 31 § 2, αφετέρου έχει το νόημα του να έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, κάθε δικαστήριο, εκτός του πρώτου επιληφθέντος, αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του, μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου. Εφόσον διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε άλλο δικαστήριο κηρύσσει εαυτόν αναρμόδιο υπέρ εκείνου. Η επιφύλαξη του άρθρου 31 § 2 αφορά ακριβώς στην περίπτωση όπου υπάρχει ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας, αλλά και η πρόνοια του άρθρου 31 § 2 τελεί με τη σειρά της υπό την επιφύλαξη του άρθρου
  2. Όταν επιλαμβάνεται υπόθεσης δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει συμφωνίας αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους αναστέλλει τη διαδικασία, έως ότου το δικαστήριο το οποίο επελήφθη βάσει της συμφωνίας, κηρύξει εαυτό αναρμόδιο. Όταν το δικαστήριο που ορίζεται στη συμφωνία διαπιστώσει ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία βάσει της συμφωνίας, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους κηρύσσει εαυτόν αναρμόδιο υπέρ του εν λόγω δικαστηρίου. Αυτή η προτεραιότητα της συμφωνίας αποκλειστικής παρέκτασης της δικαιοδοσίας έναντι στον κανόνα της εκκρεμοδικίας και της συνάφειας, επεξηγείται στις εισαγωγικές σκέψεις. Σύμφωνα με την εισαγωγική σκέψη 21, για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης, θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη μέλη, γι' αυτό στόχος του Κανονισμού ήταν να προβλέψει ένα σαφή και αποτελεσματικό μηχανισμό για την επίλυση των περιπτώσεων εκκρεμοδικίας και συνάφειας και για την αποφυγή προβλημάτων που απορρέουν από τις διαφοροποιήσεις στα κράτη μέλη ως προς τον χρόνο από τον οποίο μια υπόθεση θεωρείται ότι εκκρεμεί. Όπως προκύπτει από την εισαγωγική σκέψη 22, στόχος του Κανονισμού ήταν επίσης να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των αποκλειστικών συμφωνιών παρέκτασης ώστε να αποφεύγονται οι καταχρηστικές πρακτικές προσφυγής στη δικαιοσύνη. Γι' αυτό, πρόβλεψε εξαίρεση από τον γενικό κανόνα περί εκκρεμοδικίας, προκειμένου να αντιμετωπίζεται ικανοποιητικά μια συγκεκριμένη περίπτωση παράλληλης εκδίκασης υπόθεσης. Πρόκειται για την περίπτωση κατά την οποία δικαστήριο που δεν έχει οριστεί σε αποκλειστική συμφωνία παρέκτασης επιλαμβάνεται διαδικασίας και το ορισθέν δικαστήριο επιλαμβάνεται μεταγενέστερα διαδικασίας για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία και μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Σε μια τέτοια περίπτωση, το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο υποχρεούται να αναστείλει τη διαδικασία του μόλις επιληφθεί το ορισθέν δικαστήριο, και έως ότου το δεύτερο αυτό δικαστήριο κηρύξει εαυτό αναρμόδιο βάσει της αποκλειστικής συμφωνίας παρέκτασης. Αυτή η ρύθμιση του Κανονισμού έχει σκοπό να διασφαλίσει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα δίδεται προτεραιότητα στο ορισθέν δικαστήριο. Η εξαίρεση αυτή δεν καλύπτει περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διάδικοι έχουν συνάψει αντικρουόμενες αποκλειστικές συμφωνίες παρέκτασης ή όταν δικαστήριο που έχει οριστεί σε παρόμοια συμφωνία επιληφθεί πρώτο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια άλλη συμφωνία που να περιέχει ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης υπέρ του Ολλανδικού Δικαστηρίου, επομένως δεν υπάρχει εν προοιμίου επιστροφή στον κανόνα περί εκκρεμοδικίας, ο οποίος όμως εμπλέκεται εάν υπάρχουν ίδιο αντικείμενο, ίδια αιτία και ίδιοι διάδικοι. Παρά το γεγονός ότι η νομική βάση της απαίτησης του Ενάγοντος ενώπιον του Ολλανδικού Δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, είναι η αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία και η βάση αγωγής της Ενάγουσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου είναι η παράβαση σύμβασης, η θεραπεία που ζητείται από τον Εναγόμενο στο Ολλανδικό Δικαστήριο είναι η ακύρωση της σύμβασης και αποζημιώσεις για τη σύναψή της, και η θεραπεία που ζητείται από την Ενάγουσα στο παρόν Δικαστήριο είναι η επικύρωση της σύμβασης και αποζημιώσεις για την παράβασή της. Ανεξαρτήτως της νομικής διάστασης στις βάσεις αγωγών ενός εκάστου, ο κίνδυνος να επιληφθούν και τα δύο Δικαστήρια της διαφοράς, η οποία ουσιαστικά (μη τεχνικά) συνίσταται κοινά στη νομιμότητα και εγκυρότητα της επενδυτικής σύμβασης μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, ενέχει αυξημένο κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων σε σχέση με τη νομιμότητα και το κύρος της επενδυτικής συμφωνίας, ώστε ο βαθμός συνάφειας ή και αλληλοεξάρτησης των εκατέρωθεν απαιτήσεων ενώπιον των δύο Δικαστηρίων να εμπλέκει αναγκαστικά και τη δωσιδικία της εκκρεμοδικίας. Το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας αναμφίβολα εγέρθηκε και στο Ολλανδικό Δικαστήριο. Σχετική με τις ως άνω σκέψεις είναι και η C-500/18, AU κατά Reliantco Investments LTD, Reliantco Investments LTD Limassol Sucursala Bucureşti, ημερομηνίας 02.04.2020, στην οποία πάντως απαντήθηκε ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 έχει την έννοια ότι, για τον προσδιορισμό του δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία, η αγωγή λόγω αστικής ευθύνης από αδικοπραξία που ασκείται από καταναλωτή εμπίπτει στο Τμήμα 4, του εν λόγω Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, εάν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με σύμβαση που πράγματι έχει συναφθεί μεταξύ αυτού και του επαγγελματία, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει. Όπως προαναφέρθηκε, η υπερίσχυση της συμφωνίας αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας έναντι στον κανόνα της εκκρεμοδικίας και της συνάφειας τελεί επίσης υπό την επιφύλαξη του άρθρου 26, αλλά και, σύμφωνα με το άρθρο 31 § 4, δεν εφαρμόζεται όταν ο ενάγων είναι καταναλωτής και η συμφωνία παρέκτασης δεν είναι έγκυρη. Σε αυτή την περίπτωση, συνάγεται ερμηνευτικά πως υπάρχει η επιστροφή στον κανόνα της δωσιδικίας της εκκρεμοδικίας. Για την επιστροφή, όμως, στον κανόνα της εκκρεμοδικίας και την παράκαμψη της ρήτρας αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας, προαπαιτείται διαπίστωση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης δικαιοδοσίας με βάση τη δωσιδικία του καταναλωτή και γενικότερα η διαπίστωση της ύπαρξης «καταναλωτή». Επαναλαμβάνεται, όχι με την έννοια που τα μέρη δίδουν ονομαστικά, αλλά με βάση τον ορισμό που το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2017 δίνει και τις κατευθυντήριες ερμηνευτικές αρχές που απαυγάζουν από τη νομολογία του ΔΕΕ. Η επιστροφή σε αυτό τον κανόνα της εκκρεμοδικίας δεν φαίνεται εντελώς ασύνδετη με το ότι το ΔΕΕ έχει κατ' επανάληψη αποφανθεί και ως προς το ότι ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας η οποία περιλαμβάνεται σε σύμβαση συναπτόμενη μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης (π.χ. γιατί πρόκειται για σύμβαση που συνάφθηκε μέσω διαδικτύου) και η οποία απονέμει αποκλειστική δικαιοδοσία στο Δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του επαγγελματία πρέπει να θεωρείται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 3 § 1, της Οδηγίας 93/13, στο μέτρο που, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί, εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων τα οποία απορρέουν από τη σύμβαση[4]. Τέτοιου είδους ρήτρα εμπίπτει στην κατηγορία των ρητρών που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να ματαιώνουν ή να παρεμποδίζουν την προσφυγή ενώπιον Δικαστηρίου, κατηγορία η οποία μνημονεύεται στο σημείο 1, στοιχείο πʹ, του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας[5]. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των υπηρεσιών που αφορά η οικεία σύμβαση και όλες οι περιστάσεις που περιέβαλαν τη σύναψή της, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1, της Οδηγίας 93/
  3. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς, εν προκειμένω στο Ολλανδικό Δικαστήριο που επιλήφθηκε και πρώτο της διαφοράς, εφαρμόζοντας τη νομοθεσία του κράτους του οποίου τα Δικαστήρια ορίζονται ως έχοντα διεθνή δικαιοδοσία με ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, εν προκειμένω το Κυπριακό δίκαιο[6] (που όμως είναι εναρμονισμένο με το Ενωσιακό στον τομέα αυτό), και ερμηνεύοντας τη νομοθεσία αυτή σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Οδηγίας 93/13, να αντλήσει τις έννομες συνέπειες του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, δεδομένου ότι από το γράμμα του άρθρου 6 § 1, της Οδηγίας αυτής προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να αφήνουν ανεφάρμοστη μια καταχρηστική συμβατική ρήτρα προκειμένου αυτή να μην παραγάγει δεσμευτικά αποτελέσματα[7]. Με την επιστροφή στον κανόνα της εκκρεμοδικίας, έχοντας κατά νου και το πιο πάνω σύνολο σκέψεων, το παρόν Δικαστήριο, χωρίς να κηρύσσει εαυτόν αναρμόδιο επί του παρόντος, αλλά και χωρίς να αναλαμβάνει τη διεθνή δικαιοδοσία, εκδίδει μεν διατάγματα ως το Α και Β της αίτησης, προκειμένου ο Εναγόμενος να λάβει γνώση της διαδικασίας αυτής, μέσω του Κανονισμού (ΕΕ) 1393/2007, καθορίζει και χρόνο εμφάνισης του Εναγόμενου τις 30 ημέρες από τη διενέργεια της επίδοσης, με την ενημέρωσή του ότι έχει δικαίωμα να εμφανιστεί και να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και τις συνέπειες σε περίπτωση μη εμφάνισής του, ή και δικαίωμα να επιλέξει να υπαχθεί στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Εκδίδει και διάταγμα ως το Δ της αίτησης. Ταυτόχρονα, όμως, λόγω ύπαρξης εκκρεμοδικίας, μεταξύ άλλων, και για το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, εκδίδεται και διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η ενώπιον του περαιτέρω διαδικασία, μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, που είναι το Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία. Θα γίνει ανάλογη διαμόρφωση των διαταγμάτων από το Δικαστήριο, ούτως ώστε να εξυπηρετείται μεν ο σκοπός της επίδοσης της αγωγής, αλλά χωρίς την ανάληψη της διεθνούς δικαιοδοσίας, προσωρινά, και ο κανόνας της εκκρεμοδικίας. Η ταυτόχρονη αναστολή της διαδικασίας αυτής μέχρι τη διαπίστωση από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία, της διεθνούς δικαιοδοσίας, έχει την έννοια ότι, ανεξαρτήτως της εμφάνισης ή όχι του Εναγόμενου στην παρούσα διαδικασία, το παρόν Δικαστήριο δεν θα επιληφθεί περαιτέρω της υπόθεσης, εκτός εάν πρώτα το Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία διαπιστώσει τυχόν αναρμοδιότητά του, περίπτωση στην οποία, εφόσον ενημερωθεί σχετικά, από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων, θα μπορεί να προχωρήσει με την ανάληψη της διεθνούς δικαιοδοσίας για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς, εφόσον πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις. Σε περίπτωση που το Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία διαπιστώσει την αρμοδιότητά του, νοουμένου ότι το παρόν Δικαστήριο λάβει σχετική ενημέρωση από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων, θα προχωρήσει να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο, απορρίπτοντας την αγωγή. Ο Εναγόμενος ή και το Ολλανδικό Δικαστήριο μπορούν ίσως να συνεκτιμήσουν ότι η πιθανή ανάγκη εφαρμογής του δικαίου που ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία, για την επίλυση της διαφοράς, ακόμα και όσον αφορά το προσυμβατικό στάδιο[8], πιθανόν να καθιστά βολικότερο ή καταλληλότερο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ακόμα και αν διαπιστωθεί ότι το τελευταίο δεν έχει τη διεθνή δικαιοδοσία. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί στον Εναγόμενο και στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στην Οδηγία 2004/39, ένας από τους στόχους της οποίας είναι η προστασία των επενδυτών, κατά το παράρτημα II, «[ε]παγγελματίας πελάτης είναι ο πελάτης που διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τον κίνδυνο που αναλαμβάνει». Ειδικότερα, κατά το παράρτημα αυτό, ως επαγγελματίες πελάτες θεωρούνται, «[ο]ι οντότητες που υποχρεούνται να λάβουν άδεια λειτουργίας ή να υπαχθούν σε ρυθμίσεις για να ασκήσουν δραστηριότητες στις χρηματοπιστωτικές αγορές». [2] πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Gabriel, C-96/00, EU:C:2002:436, σκέψη
  4. [3] πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Gabriel, C-96/00, EU:C:2002:436, σκέψη
  5. [4] πρβλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, C‑240/98 έως C‑244/98, EU:C:2000:346, σκέψη 24, της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM, C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 40, καθώς και της 9ης Νοεμβρίου 2010, VB Pénzügyi Lízing, C‑137/08, EU:C:2010:659, σκέψη
  6. [5] αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, C‑240/98 έως C‑244/98, EU:C:2000:346, σκέψη 22· της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM, C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 41, καθώς και της 9ης Νοεμβρίου 2010, VB Pénzügyi Lízing, C‑137/08, EU:C:2010:659, σκέψη
  7. [6] Βλ. και εισαγωγική σκέψη 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
  8. [7] Βλ. και C‑519/19, Ryanair DAC κατά DelayFix, πρώην Passenger Rights sp. z o.o., ημερομηνίας 18.11.
  9. [8] βλ. και άρθρο 12 § 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 864/
  10. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.