HOCH CAPITAL LTD ν. VAN DIJK, Αγωγή αρ. 266/2021, 5/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 266/2021 Μεταξύ: HOCH CAPITAL LTD Ενάγουσα και ΧΧΧΧ VAN DIJK Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 19.02.2021 Ημερομηνία: 05.04.2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Γ. Κτωρίδης για ΑΘΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, εταιρεία που εδρεύει στην Κύπρο, ενάγει τον Εναγόμενο, ο οποίος διαμένει στην Ολλανδία, και ζητά από το παρόν Δικαστήριο να επιδικάσει προς όφελος της Ενάγουσας ποσό €35.000,00, που κατέβαλε η Ενάγουσα «για την προώθηση προδικαστικών ενστάσεων» σε σχέση με τη δικαιοδοσία Ολλανδικού Δικαστηρίου στο οποίο είχε προσφύγει ο Εναγόμενος εναντίον της Ενάγουσας, καθώς και αναγνωριστικές αποφάσεις ότι η συμφωνία που συνήψε η Ενάγουσα με τον Εναγόμενο την 22.03.2019 δεν δύναται να θεωρηθεί άκυρη, ότι η ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης της δικαιοδοσίας που περιέχει υπέρ του Κυπριακού Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση επιζεί του τερματισμού, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία για την επίλυση οποιασδήποτε συμβατικής διαφοράς σε σχέση με τη συμφωνία ημερομηνίας 22.03.2019, και γενικές αποζημιώσεις. Η αγωγή καταχωρίστηκε κατόπιν άδειας για σφράγιση που έδωσε το παρόν Δικαστήριο, με επιφύλαξη ως προς την εξέταση του ζητήματος της διεθνούς δικαιοδοσίας μετά την καταχώριση της αγωγής, εάν τελικά καταχωρούνταν. Ειδικότερα, όπως είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, η οποία ασκεί εργασίες Κυπριακής Εταιρείας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπό την επωνυμία ITRADER και τελεί υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, την 22.03.2019, η Ενάγουσα είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο να του παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, με βάση τον περί εξ Αποστάσεως Εμπορίας Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών προς τους Καταναλωτές Νόμο 242(Ι)/
(12), της Οδηγίας 2004/39, δεν ασκεί, κατ' αρχήν, επιρροή. Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα επιλογής, να ασκήσει τη δική του αγωγή του ενώπιον Δικαστηρίου της κατοικίας του, αλλά ο κανόνας που απορρέει από αυτή τη δωσιδικία είναι πως συνιστά υποχρέωση του αντισυμβαλλόμενού του να τον ενάγει μόνον ενώπιον των Δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής. Παρέκκλιση από αυτό τον κανόνα μπορεί να ισχύσει, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, μόνον με συμφωνία μεταγενέστερη της διαφοράς, ή με συμφωνία που επιτρέπει στον καταναλωτή να προσφύγει σε άλλα Δικαστήρια, ή με συμφωνία μεταξύ καταναλωτή και προσώπου που, κατά τον χρόνο σύναψής της, κατοικούν ή διαμένουν στο ίδιο κράτος μέλος και η συμφωνία ορίζει αυτό το κράτος μέλος, χωρίς κάτι τέτοιο να απαγορεύεται. Συνάγεται, εξ αντιδιαστολής, ότι δεν επιτρέπεται η παρέκκλιση από τον κανόνα της δωσιδικίας της έδρας του καταναλωτή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, με οποιαδήποτε άλλη συμφωνία. Η Ενάγουσα επικαλείται ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας. Χαρακτηριστικό στην προκειμένη περίπτωση είναι πως την επικαλείται ταυτόχρονα και για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας, αλλά και για τη δημιουργία του αντικειμένου ή της βάσης της αγωγής της. Είναι παράβαση εκείνης της συμφωνίας που επικαλείται. Έτσι, πέρα από το δικαιοδοτικό μέρος του ζητήματος, το ουσιαστικό είναι πως, για να διαπιστωθεί εάν υπήρξε παράβαση σύμβασης (της ρήτρας παρέκτασης) ή απλά ασκήθηκε δικαίωμα επιλογής με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 προϋποτίθεται η διάγνωση της διεθνούς δικαιοδοσίας επί της (διαφορετικής όπως ισχυρίζεται και η Ενάγουσα) απαίτησης του Εναγόμενου εναντίον της Ενάγουσας από το Ολλανδικό Δικαστήριο ή και τέτοια που να αφορά στην εγκυρότητα της ρήτρας παρέκτασης, με βάση το Κυπριακό δίκαιο. Υπερβαίνοντας προσωρινά αυτό το ουσιαστικό μέρος, της εξάρτησης της βασιμότητας της απαίτησης της Ενάγουσας στο παρόν Δικαστήριο, από τη διαπίστωση της διεθνούς δικαιοδοσίας του Ολλανδικού Δικαστηρίου επί της απαίτησης του Εναγόμενου για αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, ο κανόνας σε σχέση με τη συμφωνία αποκλειστικής παρέκτασης περιέχεται στο άρθρο 25 του Κανονισμού και θα πρέπει να δούμε τη συσχέτισή του με άλλες πιθανόν εμπλεκόμενες δωσιδικίες, όπως τη δωσιδικία της έδρας του καταναλωτή και τη δωσιδικία της εκκρεμοδικίας και της συνάφειας. Σύμφωνα με το άρθρο 25, αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο κράτους μέλους θα δικάζει τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό του κράτους αυτού έχει διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ, βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Η συμφωνία καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας που αποτελεί στοιχείο σύμβασης λογίζεται ως συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς όρους της σύμβασης. Η εγκυρότητα μιας συμφωνίας καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας δεν επιδέχεται προσβολής εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση δεν είναι έγκυρη. Ενώ το άρθρο 19 αποκλείει την παρέκκλιση από τον κανόνα της δωσιδικίας του καταναλωτή με βάση οποιαδήποτε συμφωνία δεν εμπίπτει στο άρθρο 19, με βάση το άρθρο 26 § 2 του Κανονισμού, προκύπτει εμμέσως η δυνατότητα ενός Δικαστηρίου να αναλαμβάνει τη διεθνή δικαιοδοσία βάσει ρήτρας αποκλειστικής παρέκτασης, ακόμα κι αν ο εναγόμενος είναι καταναλωτής που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον ο εναγόμενος γνωρίζει ότι μπορεί να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία και τις συνέπειες της εμφάνισης ή μη εμφάνισής του στο Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη αυτή τη δυνατότητα και το εξ αντιδιαστολής ερμηνευτικό νόημα που απορρέει από τα άρθρα 27 και 28, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο με έναν αυτεπάγγελτο ή άμεσο τρόπο. Από την άλλη, σε συνάρτηση και με ό,τι λέχθηκε στην υπόθεση C‑803/18 AAS «Balta» κατά UAB «Grifs AG», ημερομηνίας 27.02.2020 επί των ασφαλιστικών συμβάσεων, η παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τα όρια που θέτει ο σκοπός της προστασίας του οικονομικώς ασθενέστερου. Επίσης, όπως επίσης νομολογήθηκε από το ΔΕΕ[2], η ανάγκη να αποφεύγεται, κατά το μέτρο του δυνατού, η αύξηση των αρμοδίων για την ίδια σύμβαση δικαστηρίων καθίσταται ακόμη επιτακτικότερη προκειμένου περί σύμβασης μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία. Δεδομένου ότι η αύξηση των βάσεων δικαιοδοσίας ενδέχεται να πλήξει ιδιαιτέρως τα συμφέροντα του ασθενέστερου μέρους της σύμβασης, όπως ο καταναλωτής, πρέπει, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να έχει αυτός τη δυνατότητα να υποβάλλει στην κρίση ενός μόνον δικαστηρίου το σύνολο των δυσχερειών τις οποίες ενδέχεται να γεννήσει μια σύμβαση στη σύναψη της οποίας ώθησε τον καταναλωτή η εκ μέρους του επαγγελματία χρήση διατυπώσεων δυναμένων να παραπλανήσουν τον αντισυμβαλλόμενό του[3]. Όσον αφορά τον κανόνα της εκκρεμοδικίας και της συνάφειας, τον οποίον το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα, καθότι είναι και κάπως πιο ξεκάθαρα τα δεδομένα, περιέχεται στο άρθρο
- Αφενός, τελεί υπό την επιφύλαξη του άρθρου 31 § 2, αφετέρου έχει το νόημα του να έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, κάθε δικαστήριο, εκτός του πρώτου επιληφθέντος, αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του, μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου. Εφόσον διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε άλλο δικαστήριο κηρύσσει εαυτόν αναρμόδιο υπέρ εκείνου. Η επιφύλαξη του άρθρου 31 § 2 αφορά ακριβώς στην περίπτωση όπου υπάρχει ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας, αλλά και η πρόνοια του άρθρου 31 § 2 τελεί με τη σειρά της υπό την επιφύλαξη του άρθρου
- Όταν επιλαμβάνεται υπόθεσης δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει συμφωνίας αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους αναστέλλει τη διαδικασία, έως ότου το δικαστήριο το οποίο επελήφθη βάσει της συμφωνίας, κηρύξει εαυτό αναρμόδιο. Όταν το δικαστήριο που ορίζεται στη συμφωνία διαπιστώσει ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία βάσει της συμφωνίας, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους κηρύσσει εαυτόν αναρμόδιο υπέρ του εν λόγω δικαστηρίου. Αυτή η προτεραιότητα της συμφωνίας αποκλειστικής παρέκτασης της δικαιοδοσίας έναντι στον κανόνα της εκκρεμοδικίας και της συνάφειας, επεξηγείται στις εισαγωγικές σκέψεις. Σύμφωνα με την εισαγωγική σκέψη 21, για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης, θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη μέλη, γι' αυτό στόχος του Κανονισμού ήταν να προβλέψει ένα σαφή και αποτελεσματικό μηχανισμό για την επίλυση των περιπτώσεων εκκρεμοδικίας και συνάφειας και για την αποφυγή προβλημάτων που απορρέουν από τις διαφοροποιήσεις στα κράτη μέλη ως προς τον χρόνο από τον οποίο μια υπόθεση θεωρείται ότι εκκρεμεί. Όπως προκύπτει από την εισαγωγική σκέψη 22, στόχος του Κανονισμού ήταν επίσης να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των αποκλειστικών συμφωνιών παρέκτασης ώστε να αποφεύγονται οι καταχρηστικές πρακτικές προσφυγής στη δικαιοσύνη. Γι' αυτό, πρόβλεψε εξαίρεση από τον γενικό κανόνα περί εκκρεμοδικίας, προκειμένου να αντιμετωπίζεται ικανοποιητικά μια συγκεκριμένη περίπτωση παράλληλης εκδίκασης υπόθεσης. Πρόκειται για την περίπτωση κατά την οποία δικαστήριο που δεν έχει οριστεί σε αποκλειστική συμφωνία παρέκτασης επιλαμβάνεται διαδικασίας και το ορισθέν δικαστήριο επιλαμβάνεται μεταγενέστερα διαδικασίας για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία και μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Σε μια τέτοια περίπτωση, το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο υποχρεούται να αναστείλει τη διαδικασία του μόλις επιληφθεί το ορισθέν δικαστήριο, και έως ότου το δεύτερο αυτό δικαστήριο κηρύξει εαυτό αναρμόδιο βάσει της αποκλειστικής συμφωνίας παρέκτασης. Αυτή η ρύθμιση του Κανονισμού έχει σκοπό να διασφαλίσει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα δίδεται προτεραιότητα στο ορισθέν δικαστήριο. Η εξαίρεση αυτή δεν καλύπτει περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διάδικοι έχουν συνάψει αντικρουόμενες αποκλειστικές συμφωνίες παρέκτασης ή όταν δικαστήριο που έχει οριστεί σε παρόμοια συμφωνία επιληφθεί πρώτο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια άλλη συμφωνία που να περιέχει ρήτρα αποκλειστικής παρέκτασης υπέρ του Ολλανδικού Δικαστηρίου, επομένως δεν υπάρχει εν προοιμίου επιστροφή στον κανόνα περί εκκρεμοδικίας, ο οποίος όμως εμπλέκεται εάν υπάρχουν ίδιο αντικείμενο, ίδια αιτία και ίδιοι διάδικοι. Παρά το γεγονός ότι η νομική βάση της απαίτησης του Ενάγοντος ενώπιον του Ολλανδικού Δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, είναι η αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία και η βάση αγωγής της Ενάγουσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου είναι η παράβαση σύμβασης, η θεραπεία που ζητείται από τον Εναγόμενο στο Ολλανδικό Δικαστήριο είναι η ακύρωση της σύμβασης και αποζημιώσεις για τη σύναψή της, και η θεραπεία που ζητείται από την Ενάγουσα στο παρόν Δικαστήριο είναι η επικύρωση της σύμβασης και αποζημιώσεις για την παράβασή της. Ανεξαρτήτως της νομικής διάστασης στις βάσεις αγωγών ενός εκάστου, ο κίνδυνος να επιληφθούν και τα δύο Δικαστήρια της διαφοράς, η οποία ουσιαστικά (μη τεχνικά) συνίσταται κοινά στη νομιμότητα και εγκυρότητα της επενδυτικής σύμβασης μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, ενέχει αυξημένο κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων σε σχέση με τη νομιμότητα και το κύρος της επενδυτικής συμφωνίας, ώστε ο βαθμός συνάφειας ή και αλληλοεξάρτησης των εκατέρωθεν απαιτήσεων ενώπιον των δύο Δικαστηρίων να εμπλέκει αναγκαστικά και τη δωσιδικία της εκκρεμοδικίας. Το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας αναμφίβολα εγέρθηκε και στο Ολλανδικό Δικαστήριο. Σχετική με τις ως άνω σκέψεις είναι και η C-500/18, AU κατά Reliantco Investments LTD, Reliantco Investments LTD Limassol Sucursala Bucureşti, ημερομηνίας 02.04.2020, στην οποία πάντως απαντήθηκε ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 έχει την έννοια ότι, για τον προσδιορισμό του δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία, η αγωγή λόγω αστικής ευθύνης από αδικοπραξία που ασκείται από καταναλωτή εμπίπτει στο Τμήμα 4, του εν λόγω Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, εάν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με σύμβαση που πράγματι έχει συναφθεί μεταξύ αυτού και του επαγγελματία, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει. Όπως προαναφέρθηκε, η υπερίσχυση της συμφωνίας αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας έναντι στον κανόνα της εκκρεμοδικίας και της συνάφειας τελεί επίσης υπό την επιφύλαξη του άρθρου 26, αλλά και, σύμφωνα με το άρθρο 31 § 4, δεν εφαρμόζεται όταν ο ενάγων είναι καταναλωτής και η συμφωνία παρέκτασης δεν είναι έγκυρη. Σε αυτή την περίπτωση, συνάγεται ερμηνευτικά πως υπάρχει η επιστροφή στον κανόνα της δωσιδικίας της εκκρεμοδικίας. Για την επιστροφή, όμως, στον κανόνα της εκκρεμοδικίας και την παράκαμψη της ρήτρας αποκλειστικής παρέκτασης δικαιοδοσίας, προαπαιτείται διαπίστωση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης δικαιοδοσίας με βάση τη δωσιδικία του καταναλωτή και γενικότερα η διαπίστωση της ύπαρξης «καταναλωτή». Επαναλαμβάνεται, όχι με την έννοια που τα μέρη δίδουν ονομαστικά, αλλά με βάση τον ορισμό που το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2017 δίνει και τις κατευθυντήριες ερμηνευτικές αρχές που απαυγάζουν από τη νομολογία του ΔΕΕ. Η επιστροφή σε αυτό τον κανόνα της εκκρεμοδικίας δεν φαίνεται εντελώς ασύνδετη με το ότι το ΔΕΕ έχει κατ' επανάληψη αποφανθεί και ως προς το ότι ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας η οποία περιλαμβάνεται σε σύμβαση συναπτόμενη μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης (π.χ. γιατί πρόκειται για σύμβαση που συνάφθηκε μέσω διαδικτύου) και η οποία απονέμει αποκλειστική δικαιοδοσία στο Δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του επαγγελματία πρέπει να θεωρείται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 3 § 1, της Οδηγίας 93/13, στο μέτρο που, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί, εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων τα οποία απορρέουν από τη σύμβαση[4]. Τέτοιου είδους ρήτρα εμπίπτει στην κατηγορία των ρητρών που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να ματαιώνουν ή να παρεμποδίζουν την προσφυγή ενώπιον Δικαστηρίου, κατηγορία η οποία μνημονεύεται στο σημείο 1, στοιχείο πʹ, του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας[5]. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των υπηρεσιών που αφορά η οικεία σύμβαση και όλες οι περιστάσεις που περιέβαλαν τη σύναψή της, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1, της Οδηγίας 93/
- Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς, εν προκειμένω στο Ολλανδικό Δικαστήριο που επιλήφθηκε και πρώτο της διαφοράς, εφαρμόζοντας τη νομοθεσία του κράτους του οποίου τα Δικαστήρια ορίζονται ως έχοντα διεθνή δικαιοδοσία με ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, εν προκειμένω το Κυπριακό δίκαιο[6] (που όμως είναι εναρμονισμένο με το Ενωσιακό στον τομέα αυτό), και ερμηνεύοντας τη νομοθεσία αυτή σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Οδηγίας 93/13, να αντλήσει τις έννομες συνέπειες του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, δεδομένου ότι από το γράμμα του άρθρου 6 § 1, της Οδηγίας αυτής προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να αφήνουν ανεφάρμοστη μια καταχρηστική συμβατική ρήτρα προκειμένου αυτή να μην παραγάγει δεσμευτικά αποτελέσματα[7]. Με την επιστροφή στον κανόνα της εκκρεμοδικίας, έχοντας κατά νου και το πιο πάνω σύνολο σκέψεων, το παρόν Δικαστήριο, χωρίς να κηρύσσει εαυτόν αναρμόδιο επί του παρόντος, αλλά και χωρίς να αναλαμβάνει τη διεθνή δικαιοδοσία, εκδίδει μεν διατάγματα ως το Α και Β της αίτησης, προκειμένου ο Εναγόμενος να λάβει γνώση της διαδικασίας αυτής, μέσω του Κανονισμού (ΕΕ) 1393/2007, καθορίζει και χρόνο εμφάνισης του Εναγόμενου τις 30 ημέρες από τη διενέργεια της επίδοσης, με την ενημέρωσή του ότι έχει δικαίωμα να εμφανιστεί και να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και τις συνέπειες σε περίπτωση μη εμφάνισής του, ή και δικαίωμα να επιλέξει να υπαχθεί στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Εκδίδει και διάταγμα ως το Δ της αίτησης. Ταυτόχρονα, όμως, λόγω ύπαρξης εκκρεμοδικίας, μεταξύ άλλων, και για το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, εκδίδεται και διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η ενώπιον του περαιτέρω διαδικασία, μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, που είναι το Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία. Θα γίνει ανάλογη διαμόρφωση των διαταγμάτων από το Δικαστήριο, ούτως ώστε να εξυπηρετείται μεν ο σκοπός της επίδοσης της αγωγής, αλλά χωρίς την ανάληψη της διεθνούς δικαιοδοσίας, προσωρινά, και ο κανόνας της εκκρεμοδικίας. Η ταυτόχρονη αναστολή της διαδικασίας αυτής μέχρι τη διαπίστωση από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία, της διεθνούς δικαιοδοσίας, έχει την έννοια ότι, ανεξαρτήτως της εμφάνισης ή όχι του Εναγόμενου στην παρούσα διαδικασία, το παρόν Δικαστήριο δεν θα επιληφθεί περαιτέρω της υπόθεσης, εκτός εάν πρώτα το Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία διαπιστώσει τυχόν αναρμοδιότητά του, περίπτωση στην οποία, εφόσον ενημερωθεί σχετικά, από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων, θα μπορεί να προχωρήσει με την ανάληψη της διεθνούς δικαιοδοσίας για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς, εφόσον πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις. Σε περίπτωση που το Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία διαπιστώσει την αρμοδιότητά του, νοουμένου ότι το παρόν Δικαστήριο λάβει σχετική ενημέρωση από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων, θα προχωρήσει να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο, απορρίπτοντας την αγωγή. Ο Εναγόμενος ή και το Ολλανδικό Δικαστήριο μπορούν ίσως να συνεκτιμήσουν ότι η πιθανή ανάγκη εφαρμογής του δικαίου που ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία, για την επίλυση της διαφοράς, ακόμα και όσον αφορά το προσυμβατικό στάδιο[8], πιθανόν να καθιστά βολικότερο ή καταλληλότερο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ακόμα και αν διαπιστωθεί ότι το τελευταίο δεν έχει τη διεθνή δικαιοδοσία. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί στον Εναγόμενο και στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Midden-Netherland, της πόλης Lelystad, στην Ολλανδία. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στην Οδηγία 2004/39, ένας από τους στόχους της οποίας είναι η προστασία των επενδυτών, κατά το παράρτημα II, «[ε]παγγελματίας πελάτης είναι ο πελάτης που διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τον κίνδυνο που αναλαμβάνει». Ειδικότερα, κατά το παράρτημα αυτό, ως επαγγελματίες πελάτες θεωρούνται, «[ο]ι οντότητες που υποχρεούνται να λάβουν άδεια λειτουργίας ή να υπαχθούν σε ρυθμίσεις για να ασκήσουν δραστηριότητες στις χρηματοπιστωτικές αγορές». [2] πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Gabriel, C-96/00, EU:C:2002:436, σκέψη
- [3] πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Gabriel, C-96/00, EU:C:2002:436, σκέψη
- [4] πρβλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, C‑240/98 έως C‑244/98, EU:C:2000:346, σκέψη 24, της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM, C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 40, καθώς και της 9ης Νοεμβρίου 2010, VB Pénzügyi Lízing, C‑137/08, EU:C:2010:659, σκέψη
- [5] αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, C‑240/98 έως C‑244/98, EU:C:2000:346, σκέψη 22· της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM, C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 41, καθώς και της 9ης Νοεμβρίου 2010, VB Pénzügyi Lízing, C‑137/08, EU:C:2010:659, σκέψη
- [6] Βλ. και εισαγωγική σκέψη 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
- [7] Βλ. και C‑519/19, Ryanair DAC κατά DelayFix, πρώην Passenger Rights sp. z o.o., ημερομηνίας 18.11.
- [8] βλ. και άρθρο 12 § 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 864/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο