← Κύπρος

ALMAADAWY ν. WINDSOR BROKERS LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1588/2018, 27/4/2021

ALMAADAWY ν. WINDSOR BROKERS LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1588/2018, 27/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1588/2018 Μεταξύ: XXXX ALMAADAWY Ενάγων και

  1. WINDSOR BROKERS LIMITED
  2. XXXX ABUAITAH Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 29.09.2020 Ημερομηνία: 27.04.2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές: κα Μ. Γιωρκάτζη για ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗΣ ΔΕΠΕ Για Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κα Π. Σάββα για ΚΛΕΟΠΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων, μόνιμος κάτοικος Αιγύπτου, με την αγωγή που άσκησε εναντίον των Εναγόμενων, ισχυρίζεται πως συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 να λάβει και έλαβε επενδυτικές υπηρεσίες. Διευθυντής της Εναγόμενης 1 είναι ο Εναγόμενος
  3. Κατά τη θέση του Ενάγοντος, αμφότεροι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν έναντί του καθήκοντα του εύρους που δικογραφεί. Για τους σκοπούς της συμφωνίας του Ενάγοντος με την Εναγόμενη 1, είχαν υπογραφεί έγγραφα που ρύθμιζαν τη συμβατική σχέση και τον τρόπο λειτουργίας της. Ο Ενάγων επένδυσε συνολικά $64.000,00 (Δολάρια Αμερικής) από το 2013 μέχρι το 2015, και περί τον Αύγουστο του 2015 ο επενδυτικός λογαριασμός του παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο $37.424,39 (Δολάρια Αμερικής). Ο Ενάγων τότε ενημερώθηκε πως το τρίτο πρόσωπο που ενεργούσε ως ο μεσάζων στη σχέση του με την Εναγόμενη 1, και, κατά τη θέση του Ενάγοντος, και ως ο αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1, απήχθη στο Κάιρο, στη συνέχεια περιήλθε σε κώμα, και έπειτα καταδικάστηκε και σε πολυετή φυλάκιση από Δικαστήριο της Αιγύπτου. Λόγω των συνθηκών αυτών, ο Ενάγων είχε χάσει την επαφή του και με την Εναγόμενη
  4. Όταν επικοινώνησε μαζί της απευθείας, για να ενημερωθεί για την κατάσταση του λογαριασμού του, η Εναγόμενη 1 απέφευγε να του απαντήσει, μέχρι που εν τέλει πληροφορήθηκε ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε πια μηδενικό υπόλοιπο. Για την απώλεια των χρημάτων του, ο Ενάγων καταλογίζει στους Εναγόμενους 1 και 2 δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις ή συνωμοσία, με τον τρόπο που εκθέτει στην Έκθεση Απαίτησής του, αλλά και αμέλεια ή και παράβαση νόμιμων καθηκόντων ή του καθήκοντος εμπιστοσύνης, με τον τρόπο που ξεχωριστά εξηγεί στο δικόγραφό του. Ζητά από το Δικαστήριο αναγνωριστικές αποφάσεις, απόφαση που να επιδικάζει εναντίον των Εναγόμενων το ποσό που απώλεσε, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις, και διατάγματα, μεταξύ των οποίων διατάγματα έρευνας και αποκάλυψης. Οι Εναγόμενοι, δια της υπεράσπισής τους, χωρίς να αρνούνται ότι ο Ενάγων ήταν πελάτης της Εναγόμενης 1, ισχυρίζονται ότι οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα της Εναγόμενης 1 ήταν αυτά που απέρρεαν από τη μεταξύ τους συμφωνία και όχι αυτά που δικογραφεί ο Ενάγων. Τρίτα πρόσωπα που συστήνουν πελάτες στην Εναγόμενη 1 κατόπιν προμήθειας δεν ενεργούν και ως αντιπρόσωποί της κατά τρόπο που να την δεσμεύουν νομικά, αλλά συνάπτουν δικές τους συμβάσεις με τους επενδυτές, στις οποίες δεν εμπλέκεται η Εναγόμενη
  5. Με ένα τέτοιο τρίτο πρόσωπο συμβλήθηκε και ο Ενάγων και έτυχε σύστασης στην Εναγόμενη 1 και έπειτα κατέστη πελάτης της. Τη σχέση της Εναγόμενης 1 με τους πελάτες της, όπως και με τον Ενάγοντα, διέπουν συμφωνίες που υπογράφονται μεταξύ τους, όπως υπογράφθηκαν και στην περίπτωση του Ενάγοντος. Κάθε επενδυτής έχει τη δυνατότητα να πράττει δια πληρεξουσίου αντιπροσώπου, και ο Ενάγων, ως γεγονός, υπέγραψε τέτοιο πληρεξούσιο έγγραφο στο τρίτο πρόσωπο, δίδοντάς του εξουσίες για τις οποίες δεν είχε ανάμειξη η Εναγόμενη
  6. Το πληρεξούσιο έγγραφο μάλιστα δεν είχε ανακληθεί, μέχρι και την υπεράσπιση των Εναγόμενων. Το τρίτο αυτό πρόσωπο διαχειρίζονταν και ήλεγχε τον επενδυτικό λογαριασμό του Ενάγοντος. Ο Ενάγων είχε αποστείλει στον λογαριασμό του $62.820,00 (Δολάρια Αμερικής), και οι πιστώσεις, στο διάστημα μεταξύ 2013 - 2015, είχαν ανέλθει και σε ποσό $78.040,00 (Δολάρια Αμερικής), ωστόσο, περί το τέλος Αυγούστου, υπήρχε ένα υπόλοιπο ύψους μόνον $330,00, και έπειτα ένα μηδενικό υπόλοιπο, αφού το πιστωτικό αυτό υπόλοιπο για το οποίο η Εναγόμενη 1 είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα, κατόπιν αιτήματός του, αναλήφθηκε από τον τελευταίο. Οι Εναγόμενοι αρνούνται όλες τις λεπτομέρειες δόλου ή αμέλειας ή ψευδών παραστάσεων, και γενικά την ευθύνη που τους καταλογίζει ο Ενάγων. Δεν θα μπορούσαν, κατ' αυτούς, να μην διενεργούν πράξεις για τις οποίες έδιδε εντολές πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του επενδυτή με βάση τη μεταξύ τους σχέση. Για τις ίδιες περαιτέρω ενημερώνονταν και ο Ενάγων, δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, χωρίς να είχε αμφισβητήσει οποτεδήποτε κάποιαν από αυτές, ώστε να τίθεται λόγος αμφισβήτησης της πληρεξουσιότητας από τους Εναγόμενους. Γνωρίζουν οι Εναγόμενοι ότι το τρίτο πρόσωπο, που σύστηνε πελάτες στην Εναγόμενη 1 από την Αίγυπτο, για να λαμβάνει προμήθειες, καταδικάστηκε σε φυλάκιση, και έκτοτε η Εναγόμενη 1 έπαυσε να δέχεται συστάσεις από το πρόσωπο αυτό, εφόσον κι άλλοι πελάτες που είχε συστήσει θεωρούσαν ότι διέθεταν μεγαλύτερα ποσά. Ήταν μέσω δικής του πλατφόρμας και εταιρείας που ενεργούσε αυτό το τρίτο πρόσωπο και όχι δια της Εναγόμενης
  7. Ο Ενάγων έχει απαντητικό δικόγραφο, δια του οποίου απαντά στους ισχυρισμούς των Εναγόμενων, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Την 24.09.2019, είχε επιτραπεί η έκδοση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ειδοποίησης τριτοδιαδίκου αναφορικά με το προαναφερόμενο τρίτο πρόσωπο. Τέτοια ειδοποίηση δεν φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου να έχει εκδοθεί. Την 11.12.2019, η αγωγή ήταν ορισμένη για Οδηγίες βάσει κλήσης για οδηγίες του Ενάγοντος. Τότε, τέθηκε το ζήτημα της ασφάλειας εξόδων, αναφορικά με το οποίο καταχωρίστηκε και η υπό εξέταση αίτηση, με αποτέλεσμα να μην εκτελεστούν και οποιεσδήποτε άλλες προδικαστικές οδηγίες μέχρι στιγμής. Ειδικότερα, με την υπό εξέταση αίτησή τους, οι Εναγόμενοι ζητούν διάταγμα που να διατάσσει τον Ενάγοντα όπως, εντός 30 ημερών ή άλλης προθεσμίας, παραχωρήσει ασφάλεια εξόδων για €20.051,15 ή άλλο ποσό, και αναστολή της διαδικασίας της αγωγής μέχρι να δοθεί η ασφάλεια εξόδων, και εάν δεν δοθεί μέσα σε χρόνο που θα καθοριστεί, η αγωγή να θεωρείται απορριφθείσα. Πρόκειται για αίτηση που βασίζουν στη Δ.60 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ) και στην ένορκη δήλωση της κυρίας XXXX Σωκράτους, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους, η οποία εξηγεί πως ο Ενάγων είναι φυσικό πρόσωπο που διαμένει μόνιμα στην Αίγυπτο, που είναι χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν έχει οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία στην Κύπρο, ώστε να εκποιηθεί και να καλύψει τα έξοδα της αγωγής, σε περίπτωση που εκείνη αποτύχει. Τα έξοδα αυτά προϋπολογίζουν σε €20.051,15 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., βάσει καταλόγου εξόδων που κατάρτισαν και έχουν προσκομίσει. Ο Ενάγων ενίσταται για 17 λόγους στην παροχή ασφάλειας εξόδων. Ως συνοψίζονται οι ενστάσεις του, θεωρεί πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση τέτοιου διατάγματος, αλλά και το διάβημα είναι καταχρηστικό γιατί ο σκοπός του είναι να τον εμποδίσει να προωθήσει την αγωγή του, ενώ έχει πιθανότητες επιτυχίας, συνθήκη που παρεμβαίνει δυσανάλογα στο δικαίωμά του για πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Ισχυρίζεται πως δεν είναι σε θέση να παράσχει ασφάλεια εξόδων γιατί περιήλθε σε κατάσταση ένδειας, στην οποία περιήλθε συνεπεία των πράξεων ή παραλείψεων που καταλογίζει στους Εναγόμενους· οι δε υπαίτιοι για την οικονομική του ζημιά, οι οποίοι δεν έχουν και καλή υπεράσπιση, δεν είναι δυνατόν να απαιτούν από αυτόν την παροχή ασφάλειας εξόδων. Θεωρεί, επίσης, πως η αίτηση των Εναγόμενων πάσχει σε πραγματικό και νομικό επίπεδο. Στην ένορκη δήλωση του κυρίου XXXX Χρυσάνθου, ασκούμενου δικηγόρου, που υποστηρίζει την ένσταση του Ενάγοντος, ο ομνύων εξηγεί πως ο Ενάγων επιθυμεί τη σύντομη εκδίκαση της απαίτησής του, ωστόσο είναι οι Εναγόμενοι που καθυστερούν μέχρι στιγμής και προκαλούν διαδικαστικά έξοδα. Το γεγονός ότι δια της αγωγής τους, οι Εναγόμενοι, δεν αποκάλυψαν πληροφορίες των συναλλαγών του Ενάγοντος, τους αφαιρεί οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας. Αμφισβητεί τη δυνατότητα της δικηγόρου να δίδει μαρτυρία με τη δικαιολογία της απουσίας του διευθυντή της Εναγόμενης 1, δηλαδή του Εναγόμενου 2, στο εξωτερικό, όταν η εταιρεία διαθέτει περισσότερους διευθυντές και με διευθύνσεις στην Κύπρο, και όταν επανέλαβε ενόρκως τέτοιο ισχυρισμό σε άλλη ένορκη δήλωση που υπέγραψε σε άλλην υπόθεση. Ο κ. Χρυσάνθου επαναλαμβάνει την εκδοχή του Ενάγοντος ως προς την ουσία της αγωγής. Αποκαλύπτει ότι εκκρεμούν και άλλες αγωγές που εγέρθηκαν από Αιγύπτιους επενδυτές. Ο Ενάγων είχε επενδύσει το σύνολο των αποταμιεύσεών του με χρήση υπηρεσιών της Ενάγουσας και το απώλεσε, είναι άνεργος, με μηδενικά εισοδήματα και αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, τα οποία δεν του επιτρέπουν την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ως ασφάλεια εξόδων. Τον δικό του δικηγόρο, μέχρι στιγμής, τον πλήρωσε φιλικό του πρόσωπο, που ήθελε να βοηθήσει τον Ενάγοντα να ανακτήσει την περιουσία που έχασε. Ο ομνύων επαναλαμβάνει περαιτέρω τους λόγους ένστασης του Ενάγοντος. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του ό,τι έχει αναφερθεί σε αυτό, ακόμα κι αν δεν αναφέρεται ρητά και δεν αναπαράγονται τα κείμενα στην απόφασή του. Η Δ.60 ΚΠΔ δίδει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διατάσσει τον Ενάγοντα που διαμένει συνήθως ή κατοικεί εκτός Κύπρου ή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παράσχει ασφάλεια για τα έξοδα της διαδικασίας, και να αναστέλλει την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι αυτή η ασφάλεια εξόδων να παρασχεθεί. Ό,τι ενεργοποιεί αυτή τη δυνατότητα του Δικαστηρίου είναι η συνήθης διαμονή ή κατοικία του Ενάγοντος (όχι η υπηκοότητά του). Εάν καταδειχθεί ότι συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εξετάσει εάν δικαιολογείται η παροχή ασφάλειας εξόδων ή όχι. Δεν αμφισβητείται στην προκειμένη περίπτωση πως ο Ενάγων διαμένει μόνιμα στην Αίγυπτο, οπότε ότι είναι εφαρμόσιμη η Δ.60 ΚΠΔ, η οποία αναφέρεται στην αίτηση των Εναγόμενων[1]. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την αίτηση των Εναγόμενων, και δεν συντρέχει λόγος που, εκ προοιμίου, να αποκλείει αυτή τη δυνατότητά του. Με δεδομένο ότι η αίτηση των Εναγόμενων έχει νομική βάση που περιέχει τη Δ.60 ΚΠΔ, οι λόγοι ένστασης του Ενάγοντος που έχουν να κάνουν με το νομικά αβάσιμο της αίτησης δεν ευσταθούν, και δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Δεν μπορούν να επιτύχουν ούτε οι λόγοι ένστασης του Ενάγοντος που έχουν να κάνουν με το πραγματικά αβάσιμο της αίτησης και σχετίζονται με τη θέση του Ενάγοντος ότι την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπέγραψε δικηγόρος. Παρά το γεγονός ότι δεν είναι δεοντολογικά ορθό οι δικηγόροι να υπογράφουν ένορκες δηλώσεις και να καθίστανται μάρτυρες γεγονότων των υποθέσεων που χειρίζονται ή με τις οποίες ακόμα σχετίζονται ως δικηγόροι, δεν είναι κάτι που διαδικαστικά απαγορεύεται ώστε να δημιουργεί αντικανονικότητα ή να επιδρά μοιραία στην αποδεκτότητα της μαρτυρίας[2]. Η κυρία Σωκράτους έχει εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ορκίζεται η ίδια την ένορκη δήλωση εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και του διευθυντή της, Εναγόμενου
  8. Δηλώνει εξουσιοδοτημένη και γνώστρια της υπόθεσης. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 μπορεί να έχει περισσότερους αξιωματούχους, πέραν του Εναγόμενου 2 που και ο ίδιος ενάγεται, ή και υπαλλήλους κάποιοι εκ των οποίων να βρίσκονται στην Κύπρο, και τεχνικά να υπάρχει η δυνατότητα να υπογράψει κάποιος άλλος την ένορκη δήλωση εκ μέρους της Εναγόμενης 1, αφενός δεν σημαίνει πως όλοι οι αξιωματούχοι ή υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 ασχολούνται με τη συγκεκριμένη υπόθεση και γνωρίζουν τα γεγονότα για να δίδουν μαρτυρία εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ή του Εναγόμενου 2 στο Δικαστήριο, εκ της ιδιότητάς τους, αφετέρου το ζήτημα για το οποίο δίδεται η ένορκη δήλωση, της ασφάλειας εξόδων, προκύπτει περισσότερο ως διαδικαστικό ζήτημα, για το οποίο δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς. Δεν θεωρώ πως, λόγω της όρκισης της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο και όχι από αξιωματούχο της Εναγόμενης 1 ή άλλο πρόσωπο, στερείται οποιασδήποτε δυνατότητάς του ο Ενάγων να ακουστεί στο Δικαστήριο, σε σχέση με το αντικείμενο της αίτησης των Εναγόμενων, ή ότι πρέπει να στερηθεί τέτοιας δυνατότητάς του οποιοσδήποτε εκ των Εναγόμενων 1 και
  9. Από τη στιγμή που είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Ενάγων διαμένει μόνιμα στην Αίγυπτο, όλα τα υπόλοιπα συνιστούν παράγοντες που είναι δυνατόν να επιδρούν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Με δεδομένη την ύπαρξη της θεσμοθετημένης δυνατότητας της Δ.60 ΚΠΔ, δεν είναι αυτόδηλο ότι εάν οι Εναγόμενοι ζητήσουν από το Δικαστήριο να ασκήσει αυτή τη διακριτική του ευχέρεια πράττουν και καταχρηστικά, για να καθυστερήσουν τη διαδικασία ή να αποκλείσουν τη δυνατότητα άσκησης δικαιωμάτων του Ενάγοντος εναντίον τους. Οι Εναγόμενοι, εν προκειμένω, δείχνουν να προϋπολόγισαν τα έξοδα στα οποία θα προβούν, με έναν τρόπο που κινείται στη λογική των σχετικών διαδικαστικών κανονισμών για τα έξοδα στις πολιτικές διαδικασίες, έχουν εναχθεί από Αιγύπτιους επενδυτές σε περισσότερες αγωγές, κατά τη θέση τους, εξαιτίας της δράσης του τρίτου προσώπου, και δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι το διάβημά τους για να ασφαλιστούν τα έξοδά τους απορρέει από αλλότρια κίνητρα ή εξυπηρετεί σκοπούς άλλους από αυτούς τους οποίους εξυπηρετεί η ίδια η Δ.60 ΚΠΔ. Συναφώς, και η δυνατότητα να μπορέσουν να καλυφθούν τα διαδικαστικά έξοδα στα οποία υπόκειται ένας διάδικος σε περίπτωση επιτυχίας της υπόθεσής του συνυφαίνεται και αυτή με το δικαίωμά του να προσφύγει στη δικαιοσύνη· με κάποια διαφορετική μορφή. Εάν είναι προδήλως βάσιμη ή αβάσιμη η απαίτηση ή αντίστοιχα η υπεράσπιση μπορεί να συνιστά παράγοντα που επίσης επιδρά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση, και οι δύο πλευρές εγείρουν τις θέσεις τους ικανά, κατά τρόπο που δείχνει στο Δικαστήριο ότι θα πρέπει να γίνει δίκη, για να διαγνωστεί ποια από τις δύο εκδοχές ισχύει, ειδικότερα ποια είναι ακριβώς η σχέση του τρίτου προσώπου με τον Ενάγοντα ή με την Εναγόμενη 1, και εάν για τους χειρισμούς στους οποίους προέβαινε σε σχέση με τον επενδυτικό λογαριασμό του Ενάγοντος μπορεί να υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη η Εναγόμενη 1 ή ο Εναγόμενος 2, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Εναγόμενης
  10. Δεν είναι δυνατόν για το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, να διαπιστώσει ότι είτε η μία πλευρά είτε η άλλη μπορεί να μην έχει καλή υπόθεση ή ότι έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας από την άλλη. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν θεωρώ πως μπορεί να επιδράσει καθοριστικά ο συγκεκριμένος παράγοντας στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αν και σχετικός. Θα πρέπει γι' αυτό να αναφερθεί και πως η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μη εξαιρουμένης της αποδεικτικής ικανότητας των μερών, σε συνάρτηση με τη φύση της υπόθεσής τους, μέρος της οποίας, στην περίπτωση του Ενάγοντος, ιδίως όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, βασίζεται σε αδικοπραξίες, κατ' επέκταση που δημιουργεί ανάλογες απαιτήσεις απόδειξης. Ένας άλλος παράγοντας που μπορεί να επιδρά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, που εδώ προκύπτει από αναντίλεκτη μαρτυρία, είναι πως ο Ενάγων δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, τα οποία θα μπορούσε να διαθέσει προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας. Ο ίδιος αναφέρει, βεβαίως, ότι βρίσκεται σε κατάσταση ένδειας, δηλαδή φτώχειας, δεν έχει τα αναγκαία για τον βιοπορισμό του. Αναφέρει, ειδικότερα, στις παραγράφους 28 και 29 της ένορκης του δήλωσης, ο κύριος Χρυσάνθου, ότι ο Ενάγων επένδυσε το σύνολο των αποταμιεύσεών του και το έχασε και δεν διαθέτει άλλες αποταμιεύσεις, είναι άνεργος, με μηδενικά εισοδήματα, αλλά και εξαντλημένη τη διάθεση συγγενών και φίλων να τον βοηθήσουν λόγω της παρατεταμένης πανδημίας. Τα έξοδα των δικηγόρων του τα πλήρωσαν οικείοι του. Αντίστοιχα, ο Ενάγων θεωρεί το ποσό που υπολογίζουν οι Εναγόμενοι υπερβολικό, εφόσον υπολόγισαν να εξετάσουν 7 μάρτυρες και δεν υπολόγισαν τα έξοδα που ήδη επιδικάστηκαν προς όφελος του Ενάγοντος. Στη επικαλούμενη ένδεια εντοπίζεται και όλη η ουσία της ένστασης του Ενάγοντος. Στο γεγονός ότι ο Ενάγων δεν διαθέτει, όπως τουλάχιστον είναι ο ισχυρισμός του ασκούμενου δικηγόρου που ορκίστηκε εκ μέρους του Ενάγοντος και δεν αντεξετάστηκε, την οικονομική δυνατότητα να παράσχει ασφάλεια εξόδων, κατά τρόπο που, εάν του ζητηθεί να την παράσχει, δεν θα μπορεί, όπως λέει, να ασκηθεί το δικαίωμά του να προσφύγει στη δικαιοσύνη, για τη διάγνωση του ζητήματος που - πάντως μη προδήλως αβάσιμα - εγείρει. Επί τούτου του ισχυρισμού, να λεχθεί πως, όπως έχει συνοψισθεί και πολύ πρόσφατα στην Σωκράτους ν. Νικολάου, ECLI:CY:AD:2021:A154, Πολιτική Έφεση 405/2016, ημερ. 15.04.2021, η Δ.60 ΚΠΔ ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 30 § 2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ώστε να μην είναι δυνατόν η διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων να απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη[3]. Όπου υπάρχει ισχυρισμός για οικονομική αδυναμία, χρειάζεται προσοχή στην έκδοση τέτοιου είδους διαταγών με βάση τη Δ.60 ΚΠΔ. Ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης και να συναρτάται με το δικαίωμα του Ενάγοντος να προσφύγει στη δικαιοσύνη[4]. Εάν ο Ενάγων δεν μπορεί να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια εξόδων, γιατί δεν διαθέτει τα μέσα, δεν είναι δυνατόν να διαταχθεί να την παράσχει, κατά τρόπο ώστε να εμποδίζεται να προωθήσει την αγωγή του, κατ' επέκταση να προσφύγει στη δικαιοσύνη[5]. Πέραν του ότι μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να υπερέχει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, είναι και ένα διαχρονικό δικαιικό αξίωμα που επιβάλλει ότι ο νόμος, κατ' επέκταση και οι δικαστικές αποφάσεις, δεν είναι δυνατόν να επιβάλλουν κάτι που είναι αδύνατον να συμβεί ή το αδύνατον (lex non cogit ad impossibillia)[6]. Η ένδεια, όπως την αναφέρει και ο Ενάγων, δεν μπορεί να καθίσταται εμπόδιο στο να προσφύγει κάποιος στο δικαστήριο[7]. Δεν μπορεί, όμως, από την άλλη, ένας απλός ισχυρισμός για οικονομική αδυναμία να ενεργοποιεί αυτόματα την υπεροχή του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη προς όφελος του Ενάγοντος και να απενεργοποιεί το ίδιο προς όφελος των Εναγόμενων. Υπάρχει σαφώς η διάκριση της περίπτωση όπου υπάρχει πλήρης αδυναμία του Ενάγοντος να παράσχει ασφάλεια εξόδων ή να ικανοποιήσει άλλον οικονομικό όρο από εκείνη την περίπτωση όπου υπάρχει δυσχέρεια. Βαθμός δυσχέρειας αναμένεται να υπάρχει εγγενώς σε κάθε ενάγοντα ή και εναγόμενο που πρέπει να δαπανήσει χρήματα για να προσφύγει στη δικαιοσύνη, η οποία μπορεί όμως σε ορισμένες περιπτώσεις να ξεπεραστεί με την ανάλογη προσπάθεια, χωρίς να παρεμβάλλει με τη δυναμική εμποδίου πρόσβασης στη δικαιοσύνη[8]. Κατά πόσον υπάρχει αδυναμία ή δυσχέρεια, είναι ζήτημα επίσης πραγματικό, οπότε η διάκριση αυτή δεν μπορεί παρά να γίνεται στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης[9]. Οι ισχυρισμοί περί ένδειας της πλευράς του Ενάγοντος, θα πρέπει να λεχθεί, δεν αμφισβητήθηκαν με έναν δικονομικά αποδεκτό τρόπο από τους Εναγόμενους (π.χ. με αντεξέταση). Τέθηκαν βεβαίως εξ ακοής, ο αρχικώς δηλών βρίσκεται στο εξωτερικό. Οι περιορισμοί αυτοί στο δικαίωμα ακρόασης των Εναγόμενων σε αυτή τη διαδικασία, που εκ των περιστάσεων και τη φύση της διαδικασίας υπάρχουν, λαμβάνονται υπόψη. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος εκτέθηκαν επίσης και με κάποιον βαθμό γενικότητας και αοριστίας, ικανό να οδηγήσει και στη σκέψη ότι μπορεί να εκφράζουν περισσότερο την «αδικία» που αισθάνεται ο Ενάγων, που πιστεύει ότι έχει έχασε τα χρήματά του και έχει υποστεί οικονομική ζημιά εξαιτίας των Εναγόμενων, και του ζητείται πρόσθετα να διασφαλίσει και τα έξοδα των Εναγόμενων, ενώ αναμένει να λαμβάνει από αυτούς. Δεν αναφέρει, ο Ενάγων, περισσότερες λεπτομέρειες, λ.χ. τι οικογενειακή επιχείρηση είχε, ποιο είναι το επάγγελμά του, πόσα μέλη έχει η οικογένειά του, γιατί δεν υπάρχουν εισοδήματα από άλλες πηγές, κατά πόσον έχει ή δεν περιουσιακά στοιχεία οπουδήποτε, πόσα είναι τα έξοδά τους μηνιαίως και πώς ακριβώς καλύπτονται, από ποια πρόσωπα, ποιες προσπάθειες έγιναν ή μπορούν να γίνουν, για να ανέλθει οικονομικά ο Ενάγων ή άλλα μέλη της οικογένειάς του, κ.λπ.. Δεν προσκομίζει κάποια περαιτέρω στοιχεία, τυχόν σχετικά έγγραφα. Όχι για να εξεταστεί η οικονομική του δυνατότητα σε αυτή τη διαδικασία, δεν ακριβώς είναι το αντικείμενό της, μα σε μια λογική έκταση, που να δίδει ένα πιο ρεαλιστικό πλαίσιο στους ισχυρισμούς του περί ένδειας, που να την τοποθετεί ξεκάθαρα στην οικονομική αδυναμία. Ό,τι βεβαίως προκύπτει από τη Conway v. Ηλία

(2002)1 Α.Α.Δ. 1653, και δεν παρακάμπτεται, είναι πως το βάρος εναποτίθεται στους Εναγόμενους, για να καταδείξουν εκείνοι ότι ο Ενάγων διαθέτει τα μέσα· ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Ενάγων αναφέρει ότι στερείται μέσων για να παράσχει ασφάλεια εξόδων. Θα μπορούσε να ερμηνευθεί έτσι ότι νομολογήθηκε πως η απόδειξη, από τον αιτητή ασφάλειας εξόδων, της οικονομικής δυνατότητας του καθ' ου η αίτηση να παράσχει ασφάλεια εξόδων, συνιστά και μια περαιτέρω προϋπόθεση, για να μπορέσει να επιτύχει η αίτηση. Δεν περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η Conway (ανωτέρω), και μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση της νομολογίας θα σήμαινε περιορισμό της εφαρμογής της Δ.60 ΚΠΔ μόνον στις περιπτώσεις των οικονομικά δυνατών Εναγόντων. Όπου, όμως, υπάρχουν γνωστά οικονομικά ικανοί Ενάγοντες δεν δημιουργείται αντίστοιχα και η ανασφάλεια εξόδων στους Εναγόμενους, μόνον εκ του γεγονότος της αλλοδαπότητας. Η ανασφάλεια εξόδων, ένεκα του ότι ο Ενάγων βρίσκεται στην αλλοδαπή, δημιουργείται λόγω της αδυναμίας του αιτητή να έχει πρόσβαση σε περιουσιακά στοιχεία του Ενάγοντος. Τέτοια αδυναμία τεκμαίρεται ότι υπάρχει σε περίπτωση αλλοδαπότητας, για να εκτελεστεί κάποια απόφαση για τα έξοδα. Κατ' επέκταση, το αίτημα ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την έλλειψη διαθέσιμων μέσων πρόσβασης του αιτητή σε περιουσιακά στοιχεία του καθ' ου η αίτηση. Εξ αντιδιαστολής, επιδέχεται αρνητικής αντιμετώπισης το αίτημα, εάν υπάρχουν προσβάσιμα περιουσιακά στοιχεία του καθ' ου η αίτηση στην Κύπρο ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή και οπουδήποτε αλλού μπορούν να χρησιμοποιηθούν διακρατικά εργαλεία για εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων. Η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων του Ενάγοντος, όχι απλά δυνατότητας πρόσβασης σε υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία, ενισχύει την ανασφάλεια εξόδων των Εναγόμενων, σε βαθμό που δεν απασχολεί μόνον το δικαίωμα του Ενάγοντος να προσφύγει στην πολιτική Δικαιοσύνη, αλλά αυτό σε συνάρτηση με το αντίστοιχο δικαίωμα των Εναγόμενων να προσφύγουν στην ίδια[10]. Ο αιτητής ασφάλειας εξόδων συχνότερα δεν μπορεί να υπεισέλθει στη σφαίρα γνώσεων ή στην ιδιωτική ή επαγγελματική ζωή του καθ' ου η αίτηση, και να γνωρίζει ο ίδιος τα οικονομικά μέσα που διαθέτει ο Ενάγων, να τα μαρτυρήσει. Το βάρος που εναποτίθεται στον αιτητή είναι εκείνο που του μεταφέρει σε πρώτη φάση ο Ενάγων, όταν ο τελευταίος ισχυρίζεται οικονομική του αδυναμία, και πρόκειται για γεγονός που, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης, ο αιτητής αμφισβητεί, και θέλει να επιμείνει στην αίτησή του. Δεν του εναποθέτει μόνον αποδεικτικό βάρος, αλλά και βάρος όσον αφορά το δικό του δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, εάν σε περίπτωση που επιτύχει η υπεράσπισή του, ξέρει εκ των προτέρων ότι δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί η απαίτησή του για έξοδα. Στην ένορκη δήλωση της κυρίας Σωκράτους δεν γίνεται οποιαδήποτε σχετική αναφορά για ύπαρξη μέσων του Ενάγοντος να παράσχει ασφάλεια εξόδων. Αυτό δεν θεωρώ πως καθιστά από μόνο του την αίτηση των Εναγόμενων πραγματικά ελλιπή. Επειδή δεν αμφισβητήθηκαν και οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος περί ένδειας, το ζήτημα είναι εάν οι ισχυρισμοί του είναι από μόνοι τους τέτοιοι που, και με όλη τη γενικότητα που εκτέθηκαν, ερμηνεύονται ότι εγείρουν γνήσια και ζήτημα οικονομικής αδυναμίας ή όχι, και εάν ναι, πώς αυτή τυγχάνει χειρισμού στην προσπάθεια εξισορρόπησης των δικαιωμάτων του Ενάγοντος, από τη μια, των Εναγόμενων, από την άλλη. Όπως είναι οι ισχυρισμοί της πλευράς του Ενάγοντος περί ένδειας, κρίνω καταρχάς πως δικαιολογούν την ανασφάλεια εξόδων των Εναγόμενων, που επιμένουν στην αίτησή τους. Ο Ενάγων δεν αναφέρει ότι έχει περιουσιακά στοιχεία οπουδήποτε, ακίνητα ή κινητά, κατ' ακρίβεια αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά. Εκθέτει με γενικότητα ότι είναι άνεργος, χωρίς εισοδήματα, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς το επάγγελμά του και τις προσπάθειές του να εξεύρει εργασία, και επικαλείται γενικά την οικονομική κρίση που επέφερε η πανδημία. Είχε ωστόσο τη δυνατότητα να δανειστεί χρήματα από φίλους και συγγενείς, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, για να εγείρει την αγωγή του. Από το πλαίσιο αυτών των ισχυρισμών, δεν προκύπτει πραγματική και πλήρης αδυναμία του, αλλά δυσχέρεια, και δη η εύλογη δυσχέρεια που υπάρχει σε κάθε πρόσωπο που έχει να αντιμετωπίσει μία δίκη, είτε γιατί το επιλέγει είτε γιατί δεν το επιλέγει, και δη υπό τις σημερινές συνθήκες της οικονομικής κρίσης που επέφερε η πανδημία. Η τελευταία δεν παραγνωρίζεται, ωστόσο μπορεί να συσχετιστεί, όπως και οποιαδήποτε άλλη πρόσκαιρη οικονομική δυσκολία, με τον χρόνο εντός του οποίου μπορεί να παρασχεθεί ασφάλεια εξόδων και με το ύψος των εξόδων που θα τύχουν διασφάλισης, όχι με το εάν θα παρασχεθεί καθόλου. Ευνόητα, δεν θα είναι εύκολο για τον Ενάγοντα να παράσχει ασφάλεια εξόδων, εάν έχει οικονομικές δυσκολίες, δεν φαίνεται, όμως, από τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, ότι είναι κάτι το ακατόρθωτο ή το αδύνατον. Δεν προκύπτει ότι, εάν το Δικαστήριο διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων από μέρους του Ενάγοντος, επειδή υπάρχει γενικός ισχυρισμός περί ένδειας, παραβιάζει και το δικαίωμά του να έχει πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Με το δεδομένο πλαίσιο ισχυρισμών του Ενάγοντος, εάν το Δικαστήριο δεν διατάξει την παροχή οποιασδήποτε ασφάλειας εξόδων, ενδεχομένως να περιόριζε δυσανάλογα το δικαίωμα των Εναγόμενων να έχουν αυτοί πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Έχοντας κατά νου όλα τα προαναφερόμενα, τα δικαιώματα αμφότερων των πλευρών, το Δικαστήριο κλίνει προς το να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να ζητήσει ασφάλεια εξόδων από τον Ενάγοντα στην προκειμένη περίπτωση. Όχι όμως της έκτασης που ζητούν οι Εναγόμενοι. Συμμερίζομαι τη θέση του Ενάγοντος ότι το ποσό που ζητούν οι Εναγόμενοι ως ασφάλεια εξόδων είναι υπερβολικό. Η παροχή ασφάλειας εξόδων δεν καλύπτει υποχρεωτικά όλα τα πιθανά μελλοντικά έξοδα των Εναγόμενων ή και στο μέγιστο της κλίμακας της αγωγής, που στην προκειμένη περίπτωση είναι €10.000-€50.000. Είναι δυνατόν να καλύπτει και ένα μέρος τους. Εναπόκειται, κατά τα λοιπά, σε όλους τους παράγοντες της δίκης, να πράξουν και κατά τρόπο που να διασφαλίζει την οικονομία της δίκης, και από άποψη διαχείρισης του δικαστικού χρόνου, αλλά και από άποψη διαχείρισης των δικαστικών πόρων και των διαδικαστικών εξόδων. Έχοντας υπόψη τα προϋπολογισμένα έξοδα των Εναγόμενων ως βάση, εφόσον δεν δόθηκε κάποια άλλη βάση από τον Ενάγοντα, το Δικαστήριο δεν ενεργεί όπως όταν εγκρίνει έναν κατάλογο εξόδων· αυτό εξάλλου δεν θα ήταν δυνατόν. Η παραχώρηση ασφάλειας εξόδων ύψους €4.000,00 από τον Ενάγοντα κρίνω πως θα ήταν επαρκής, σε συνάρτηση με τη φύση της υπόθεσης, την έκταση και την κλίμακα της διαφοράς. Η παραχώρηση τραπεζικής εγγύησης από μέρους του Ενάγοντος από Τράπεζα που βρίσκεται στην Κύπρο ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με δικαιούχους τους Εναγόμενους 1 και 2, για το ποσό των €4.000,00 ή η κατάθεση του ποσού αυτού στον Πρωτοκολλητή για τον σκοπό αυτό, δεν προκύπτει ότι θα λειτουργούσε ως εμπόδιο για τον Ενάγοντα να προωθήσει την αγωγή του ή θα κατέλυε τον πυρήνα του δικαιώματός του να έχει πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, ιδίως εάν του δοθεί η δυνατότητα να την παράσχει εντός ενός επαρκούς χρονικού διαστήματος. Το χρονικό διάστημα των 6 μηνών από σήμερα, κρίνω πως είναι επαρκές για να εξασφαλιστεί η τραπεζική εγγύηση για το προαναφερόμενο ποσό ή το προαναφερόμενο ποσό, λαμβάνοντας υπόψη και τις συνθήκες της πανδημίας. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων στο ποσό των €4.000,00 το οποίο θα παρασχεθεί από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους 1 και 2 από κοινού με έναν, οποιονδήποτε, από τους εξής τρόπους: (α) Με την κατάθεση του ποσού των €4.000,00 στον Πρωτοκολλητή. Το ποσό αυτό θα δικαιούται να παραλάβει από τον Πρωτοκολλητή, κατόπιν αιτήματός του, μετά την πλήρη εκδίκαση ή αποπεράτωση της αγωγής, είτε ο δικηγόρος των Εναγόμενων 1 και 2 εάν η αγωγή απορριφθεί, είτε ο δικηγόρος του Ενάγοντος εάν η αγωγή επιτύχει, είτε οποιοδήποτε πρόσωπο οριστεί με συμφωνία των διαδίκων ή με νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. (β) Με την παροχή τραπεζικής εγγύησης για το ποσό των €4.000,00 από Τράπεζα που εδρεύει στην Κύπρο ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με δικαιούχους τους Εναγόμενους 1 και 2 από κοινού, η οποία να παραδοθεί στον δικηγόρο των Εναγόμενων 1 και 2, και αντίγραφό της να κατατεθεί στον Πρωτοκολλητή. Η ασφάλεια εξόδων, με έναν εκ των πιο πάνω αναφερόμενων τρόπων, να παρασχεθεί εντός 6 μηνών από σήμερα. Μέχρι την παροχή της ασφάλειας εξόδων ή μέχρι την εκπνοή της περιόδου των 6 μηνών από σήμερα, οποιοδήποτε συμβεί πρώτο, η διαδικασία της αγωγής αναστέλλεται. Εάν ο Ενάγων παραλείψει να παράσχει την ορισθείσα ασφάλεια εξόδων εντός της χρονικής περιόδου των 6 μηνών από σήμερα ή με την εκπνοή της περιόδου των 6 μηνών, η αγωγή του δυνατόν να τύχει απόρριψης από το Δικαστήριο χωρίς περαιτέρω διαδικασία. Εάν ο Ενάγων παράσχει την ορισθείσα ασφάλεια εξόδων εντός της περιόδου των 6 μηνών και άμεσα μετά την παροχή της, το Πρωτοκολλητείο να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για περαιτέρω Οδηγίες. Δεν έχει υποδειχθεί και δεν φαίνεται να πρέπει να υπάρξει οποιαδήποτε απόκλιση από τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων/Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση/Ενάγοντος, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και καταβληθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD
(2011)1 Α.Α.Δ. 1416, Alahmari v. Alia the Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434. [2] Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 A.Α.Δ. 82. [3] Conway v. Ηλία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1653. [4] The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O' Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087. [5] Βλ. και Γιωργαλλά ν. Χ" Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1698, Δημητρίου ν. Δημητρίου, Έφεση 31/12, ημερ. 08.04.
  1. [6] Y. Liasides Developers Ltd v. Μιχαήλ, Πολιτικής Έφεση 123/12, ημερ. 02.06.
  2. [7] Cowell v. Taylor
(1885)1 Ch D 34. [8] MV Yorke Motors (a firm) v. Edwards
(1982)1 All ER 1024,
  1. [9] Χατζηϊωάννου ν. Ellinas Finance Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση 26/15, ημερ. 13.01.2020, Θεοδοσίου ν. Μάρκου, Πολιτική Έφεση Ε59/20, ημερ. 15.01.
  2. [10] Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της KSS Trading Ltd ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 498. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.