← Κύπρος

FRONTIDA INSURANCE AGENTS AND CONSULTANTS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αγωγή αρ. 2272/2015, 29/4/2021

FRONTIDA INSURANCE AGENTS AND CONSULTANTS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αγωγή αρ. 2272/2015, 29/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2272/2015 Μεταξύ: FRONTIDA INSURANCE AGENTS AND CONSULTANTS LTD Ενάγουσα και ΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 29.04.2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Σωφρονίου για MARIOS A. SOFRONIOU LLC Για την Εναγόμενη: κ. Σ. Στυλιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, ασφαλιστικός πράκτορας (insurance agent) για ασφάλειες μηχανοκίνητων οχημάτων, αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €737,

  1. Επικαλείται προφορική συμφωνία που συνήψε με την Εναγόμενη, για την ασφάλιση για ευθύνη έναντι τρίτου, για τα οχήματα που κατά καιρούς οδηγούσε η Εναγόμενη, και ειδικότερα για το όχημα της Εναγόμενης με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ. Η ασφάλιση θα ανανεώνονταν μετά τη λήξη της, και θα εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια. Ενώ η Ενάγουσα παραχώρησε και η Εναγόμενη έλαβε την ασφάλιση αυτή, από το 2010 έως το 2013, παρέμεινε οφειλόμενο ποσό ασφαλίστρων €737,76 που χρεώθηκαν από την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη αρνείται να πληρώσει, παρά τις ειδοποιήσεις της Ενάγουσας και την επιστολή της ημερομηνίας 04.06.
  2. Με την υπεράσπισή της η Εναγόμενη, χωρίς να αμφισβητεί ότι η Ενάγουσα διεξάγει εργασίες ασφαλιστικού πράκτορα, αρνείται ότι συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα για οποιαδήποτε ασφάλιση σε σχέση με οποιοδήποτε όχημα, βάσει της οποίας να της οφείλει κάποιο ποσό. Έλαβε την επιστολή της Ενάγουσας και επικοινώνησε μαζί της, ενημερώνοντάς την ότι δεν της οφείλει κάποιο ποσό, γι' αυτό ζητά την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας. Με απαντητικό δικόγραφο, η Ενάγουσα αρνείται την υπεράσπιση της Εναγόμενης γενικά και επαναλαμβάνει όσα αναφέρει στην απαίτησή της. Επίδικο θέμα που προκύπτει από τη δικογραφία είναι εάν υφίσταται κάποια συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, βάσει της οποίας η Εναγόμενη να οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των €737,
  3. Η αγωγή εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης σύμφωνα με τη Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Για την Ενάγουσα, κατέθεσαν γραπτώς ο κύριος ΧΧΧΧ (ΜΕ1) και η κυρία ΧΧΧΧ (ΜΕ2). Κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης, είχε επιτραπεί από το Δικαστήριο και η εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2, δια αντεξέτασης, για τη διευκρίνιση της μαρτυρίας τους, σύμφωνα με τη Δ.30,κ.7 ΚΠΔ. Κατέθεσε γραπτώς και η Εναγόμενη. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών προσφώνησαν το Δικαστήριο και επιχειρηματολόγησαν υπέρ της εκδοχής της Ενάγουσας και της Εναγόμενης αντίστοιχα. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν από τη δικογραφία[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, και του σκοπού της κατ' εξαίρεση εισαγωγής προφορικής μαρτυρίας, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας προσαρμόζεται κατά τρόπο ανάλογο. Πρόκειται για κρίσεις συνήθως απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Ο ΜΕ1 είναι ο διευθυντής της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, σε σχέση πάντα με το επίδικο θέμα, η προφορική συμφωνία που επικαλείται η Ενάγουσα συνάφθηκε προκειμένου η Ενάγουσα να παρέχει στην Εναγόμενη την υποχρεωτική εκ του νόμου ασφάλιση μηχανοκίνητου οχήματος για ευθύνη έναντι τρίτου για το όχημα με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, η οποία κάλυπτε και άλλες περιπτώσεις, που αναγράφονται σε αυτήν. Το όχημα αυτό ήταν ιδιοκτησίας της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη ήταν φοιτήτρια και στην Ενάγουσα αποτάθηκε ο πατέρας της, ο οποίος παρείχε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και στοιχεία, και είχε και τις επαφές με την Ενάγουσα· με την εξουσιοδότηση και πάντως όχι με την άγνοια της Εναγόμενης, την οποία ο ΜΕ1 είχε δει όταν είχε έρθει με τον πατέρα της για να υπογράψει τα έγγραφα τα οποία είχαν υποβληθεί στην ασφαλιστική επιχείρηση για την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης. Η Ενάγουσα συνήψε την ασφαλιστική σύμβαση και την τοποθέτησε στην ασφαλιστική επιχείρηση «Laiki Insturance Company Ltd» μετέπειτα «CNP Λαϊκή Ασφαλιστική» (στο εξής «CNP»), σε σχέση με την οποίαν ενεργούσε ως ασφαλιστική πράκτορας. Ο ΜΕ1 προσκόμισε πιστοποιητικά σε σχέση με τη σύναψη και τις ανανεώσεις της ασφαλιστικής σύμβασης, που σημειώνονται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, για τους σκοπούς της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, η ασφαλιστική σύμβαση συνάφθηκε με την ασφαλιστική επιχείρηση της CNP, στο όνομα της Εναγόμενης, αρχικά για την περίοδο 03.02.2010 έως 03.02.2011, ανανεώθηκε για τις περιόδους από την 03.02.2011 έως την 03.02.2012, από την 03.02.2012 έως την 03.02.2013, και έπειτα από την 03.02.2013 έως την 03.02.
  4. Το ασφάλιστρο (premium) ήταν €478,71 για την πρώτη περίοδο κάλυψης, €457,05 για τη δεύτερη, €363,50 για την τρίτη, και €363,50 για την τέταρτη. Η Ενάγουσα, εφόσον συνάφθηκε η ασφαλιστική σύμβαση, άνοιξε και διατηρούσε στο όνομα της Εναγόμενης λογαριασμό, στον οποίον καταχωρούσε τα ασφάλιστρα με τα οποία ως πράκτορας χρεώνονταν και τις πληρωμές που λάμβανε έναντι. Ο λογαριασμός είχε ένα συνεχώς χρεωστικό υπόλοιπο. Με βάση την κατάσταση λογαριασμού που εξέδωσε η Ενάγουσα την 18.12.2018, και προσκομίστηκε και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2, για την χρονική περίοδο 01/2010 έως 12/2016, υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €737,76 που υφίσταται από την 03.02.2013, και εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο. Στο Τεκμήριο 2 είναι καταχωρισμένες όλες οι χρεώσεις ασφαλίστρων καθώς και πιστώσεις που έγιναν έναντι, την 09.10.2011 ποσού €325,00 και την 13.10.2012 ποσού €600,
  5. Το εναπομείναν ποσό των €737,76, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, είναι αυτό που αξιώνει η Ενάγουσα. Η ΜΕ2, υπεύθυνη λογιστηρίου της CNP που τηρεί τα λογιστικά βιβλία και ελέγχει τις οικονομικές καταστάσεις της CNP, υποστηρίζει την υπόθεση της Ενάγουσας με τη δική της μαρτυρία, εξηγώντας και η ίδια ότι η Ενάγουσα ενεργούσε ως ασφαλιστικός πράκτορας της CNP και η ασφαλιστική σύμβαση συνάφθηκε μέσω της Ενάγουσας. Τα πιστοποιητικά εκδίδονταν από την CNP και τα ασφάλιστρα εισπράττονταν από την Ενάγουσα και ουδέποτε είχε παραπονεθεί η Εναγόμενη για αυτό τον τρόπο λειτουργίας της συμβατικής σχέσης. Η 01.11.2013 ήταν η τελευταία ημερομηνία συναλλαγής μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, εφόσον εκκρεμούσε η οφειλή των €737,76, στην οποίαν, όπως η ΜΕ2 ενημερώθηκε από την Ενάγουσα, η Εναγόμενη δεν ανταποκρίνονταν. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 δεν είχε κάποια διαφορετική εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα, και, στο περιθώριο ελέγχου της αξιοπιστίας που υπήρχε, δεν θεωρώ πως κλονίστηκε η αξιοπιστία του ως προς το επίδικο θέμα, λόγω κάποιας συμπεριφοράς του. Γι' αυτό το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Από το Τεκμήριο 1 που προσκόμισε ο ΜΕ1, προκύπτει ότι υπήρξε ασφαλιστική συμφωνία για το όχημα της Εναγόμενης. Εκδοχή που ενισχύει και η μαρτυρία της ΜΕ2, υπαλλήλου της CNP. Ότι η ασφαλιστική συμφωνία συνάφθηκε δια της Ενάγουσας, που ήταν ασφαλιστικός πράκτορας της CNP, επιβεβαιώνει και η ΜΕ
  6. H υποχρέωση της Εναγόμενης για καταβολή ασφαλίστρων απορρέει πρώτιστα από την ασφαλιστική σύμβαση. Ο ΜΕ1 προσκόμισε, όμως, και την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε η Ενάγουσα σε σχέση με τις από μέρους της χρεώσεις και εισπράξεις των ασφαλίστρων, δια της οποίας προσπάθησε να εξηγήσει την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, βάσει της οποίας η Ενάγουσα παρείχε τις δικές της υπηρεσίες. Στο Τεκμήριο 2 οι χρεώσεις των ασφαλίστρων συνάδουν με τις χρεώσεις των ασφαλίστρων από την CNP στο Τεκμήριο 1, όπως και με τους χρόνους που εκδόθηκαν τα πιστοποιητικά από την CNP. Ούτε και η μαρτυρία της ΜΕ2 κλονίστηκε καθόλου δια της αντεξέτασής της, ώστε να διαφοροποιεί τα γεγονότα, όπως εξ αρχής εκτέθηκαν με την γραπτή μαρτυρία της, ώστε και το Δικαστήριο να οδηγείται σε κάποιαν άλλη πραγματική εκδοχή. Η μαρτυρία της ΜΕ2 συνάδει με αυτήν του ΜΕ1 και δεν φάνηκε στο Δικαστήριο αναξιόπιστη, για οποιονδήποτε λόγο, ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί σε αυτήν. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι η CNP τιμολογούσε τον ασφαλιστικό της πράκτορα, δηλαδή την Ενάγουσα, και η Ενάγουσα ήταν εξουσιοδοτημένη να εισπράττει τα ασφάλιστρα από την ασφαλισμένη. Ήταν με πληροφορία της Ενάγουσας που η CNP έπρεπε να σταματήσει την ασφάλιση, εφόσον παρέμεναν ανεξόφλητα ασφάλιστρα στην πράκτορά της, δηλαδή στην Ενάγουσα. Με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, και την έγγραφη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς της Ενάγουσας, συνολικά θεωρούμενη, μπορεί να μην δόθηκε τόσο ξεκάθαρα και το ακριβές περιεχόμενο είτε της συμφωνίας πρακτόρευσης ή όλο το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης που καταλήγει στο Τεκμήριο
  7. Ωστόσο, η ύπαρξη προφορικής συμφωνίας με βάση την οποίαν η Ενάγουσα εξασφάλισε ασφάλιση για το όχημα της Εναγόμενης από την ασφαλιστική επιχείρηση της CNP και στη συνέχεια άνοιξε λογαριασμό και χρέωνε τα ασφάλιστρα που θα έπρεπε να τα πληρώνει η Εναγόμενη, προκύπτει από την υφιστάμενη μαρτυρία, ως η λογικά πιθανότερη πραγματική εκδοχή έναντι στην εκδοχή να μην έχει συναφθεί καθόλου οποιαδήποτε σύμβαση. Οι ελλείψεις που διακρίνει το Δικαστήριο σε σχέση με την μαρτυρία της Ενάγουσας δεν έχουν να κάνουν με την αξιοπιστία των ΜΕ1 και ΜΕ2, αλλά κυρίως με τον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο, από την αρχή, δηλαδή από τη δικογράφηση. Δεν είναι τέτοιες οι ελλείψεις που να δημιουργούν ανεπάρκεια στη μαρτυρία, καθιστώντας την μη ικανή να αποδείξει την απαίτηση της Ενάγουσας, υπό τις περιστάσεις. Το ζητούμενο δηλαδή, εάν υπήρξε ή όχι προφορική συμφωνία, μέσα από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα, απαντάται. Θετικά. Εξάλλου, και κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, του υποβλήθηκε ότι (υπάρχει μεν συμφωνία αλλά) επρόκειτο για συμφωνία που συνάφθηκε με τον πατέρα της Εναγόμενης και όχι με την ίδια, συνεπώς γι' αυτόν τον λόγο είναι που δεν δικαιούται η Ενάγουσα να αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης. Τέτοια υποβολή θέσης, πέραν του ότι δεν στηρίζεται σε αντίστοιχη δικογράφηση και συνιστά μια διαφοροποιημένη πραγματική εκδοχή - που μπορεί να σημαίνει και πως ο πατέρας της Εναγόμενης συμφώνησε με την Ενάγουσα χωρίς την εξουσιοδότηση της Εναγόμενης ή καθ' υπέρβασή της - δεν συνάδει με το γεγονός ότι υφίσταται το Τεκμήριο 1 στο όνομα της Εναγόμενης. Η ασφαλιστική πράκτορας δεν θα μπορούσε να ενημερώνει τα βιβλία της με στοιχεία άλλα από αυτά που συνάδουν με την ασφαλιστική σύμβαση που συνάφθηκε μέσω της. Εάν αυτός που φρόντιζε και παρακολουθούσε τα σχετικά με την υποχρεωτική ασφάλιση του οχήματος της Εναγόμενης και τη νομιμότητα της οδήγησης της ήταν ο πατέρας της, γιατί η Εναγόμενη, ως φοιτήτρια, μπορεί να μην είχε μέσα στις προτεραιότητές της αυτή την υποχρέωση, δεν αποσυνδέει την Εναγόμενη από τη συμβατική της υποχρέωση για τα ασφάλιστρα με βάση το Τεκμήριο 1, και κατ' επέκταση με το Τεκμήριο
  8. Όπως δεν την απαλλάσσει από τη νόμιμη υποχρέωσή της να φροντίζει να καλύπτεται από τέτοια ασφάλιση. Δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ1 πως αυθαίρετα η Ενάγουσα τηρούσε κατάσταση λογαριασμού στο όνομα της Εναγόμενης, στην οποία χρέωνε άσχετα ποσά, ούτε ότι η προφορική συμφωνία που επικαλείται η Ενάγουσα, η ύπαρξη της οποίας αντανακλάται καλά και στα Τεκμήρια 1 και 2, πάσχει ως προς το κύρος της, για λόγους που έχουν να κάνουν την πληρεξουσιότητα του πατέρα της Εναγόμενης, ή με ελαττώματα βούλησης της Εναγόμενης. Επίσης, δεν θεωρώ ότι, με δεδομένη τη φύση της υπόθεσης, θα έπρεπε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο από μέρους της Ενάγουσας και η αίτηση ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αφορά στη διαδικασία σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης, στο οποίο να υποδειχθεί χειρόγραφη υπογραφή της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα δεν ενάγει με βάση αγωγής την ασφαλιστική σύμβαση που αφορά στην CNP και στην Εναγόμενη. Η ασφαλιστική σύμβαση, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 1 να υφίσταται, σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 2 και τη μαρτυρία της ΜΕ2, συνιστούν την απόδειξη ότι παρείχε τις υπηρεσίες της η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, δηλαδή ότι ενήργησε ως ασφαλιστική πράκτορας συνάπτοντας ασφαλιστική σύμβαση και τοποθετώντας την σε ασφαλιστική επιχείρηση με την οποία συνεργάζεται. Υπάρχει περαιτέρω και η προφορική μαρτυρία του ΜΕ1 πως είχε δει και την Εναγόμενη όταν είχε παρουσιαστεί με τον πατέρα της για να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα, για να προχωρήσει η Ενάγουσα να συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση με την CNP. Δεν είχε στην κατοχή του κάποια σχετικά έγγραφα, αλλά ως εκ του αποτελέσματος, η ασφαλιστική σύμβαση συνάφθηκε, και παρουσιάζει το αποτέλεσμα αυτό, δια της προσκόμισης του Τεκμηρίου 1 και έπειτα του Τεκμηρίου 2 που συμφωνεί ως προς τα ποσά και τους χρόνους. Δεν είναι επίδικο το κύρος της ασφαλιστικής συμφωνίας, ούτε είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ως διάδικος η CNP. Θα μπορούσε, φυσικά, να επεκταθεί το πλαίσιο της διαφοράς και προς μια τέτοια κατεύθυνση, αλλά η Εναγόμενη αρκέστηκε στο να αμφισβητήσει την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας με την Ενάγουσα και τις δικές της υπηρεσίες διαμεσολάβησης. Ειδικότερα, με τη δικογράφηση και έπειτα με τη μαρτυρία της, η Εναγόμενη, με πολύ μεγάλη συντομία, αναφέρει μόνον πως δεν συνήψε οποτεδήποτε κάποια συμφωνία με την Ενάγουσα, και αρνείται την απαίτησή της γενικά. Κατέστησε έτσι αρκούντως σαφές ότι θέλει να υπεκφύγει, ότι προσπαθεί να επωφεληθεί από το γεγονός ότι η ασφαλιστική σύμβαση συνάφθηκε δι' αντιπροσώπων, και με ενέργειες του πατέρα της, ώστε η ίδια, αδιαμφισβήτητα, να μην είχε έρθει οποτεδήποτε σε άμεση επαφή με την ασφαλιστική επιχείρηση, αλλά και να μην γνωρίζει καλά και την Ενάγουσα. Η απουσία επαφής με την ασφαλιστική επιχείρηση συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεσολαβεί ασφαλιστικός πράκτορας που ενεργεί με τον τρόπο που ενήργησε και η Ενάγουσα. Δεν αποκλείεται, επίσης, από οπουδήποτε, η συμφωνία του ασφαλισμένου με έναν ασφαλιστικό πράκτορα να είναι προφορική ή να συναφθεί και η ίδια δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του ασφαλισμένου, και με προφορική πληρεξουσιότητα. Υπό τέτοιες συνθήκες, είναι και κατανοητό ότι μπορεί για την Εναγόμενη να ήταν κάποια στιγμή δυσάρεστο ή και να ερμηνεύονταν διαφορετικά το να είναι δεσμευμένη με μια σύμβαση χωρίς η ίδια να γνωρίζει προσωπικά τους αντισυμβαλλόμενούς της. Μπορούσε, ωστόσο, να πράξει ανάλογα. Η Εναγόμενη δεν εξηγεί την ύπαρξη της ασφαλιστικής σύμβασης στο όνομά της που δείχνει το Τεκμήριο 1, στο οποίο ανταποκρίνεται πλήρως και το Τεκμήριο 2, σε συνάρτηση με τη δικογραφημένη θέση της, και έπειτα τη μαρτυρία της, ότι δεν γνωρίζει συμβατικά την Ενάγουσα και δεν έλαβε οποιαδήποτε ασφάλιση για οποιοδήποτε όχημα. Η συμμετοχή της Εναγόμενης στη δίκη δεν ήταν τέτοια που να οδηγεί το Δικαστήριο προς μία διαφορετική οδό διερεύνησης, προς μία άλλη πραγματική εκδοχή. Προκάλεσε την Ενάγουσα να αποδείξει την ύπαρξη της μεταξύ τους σχέσης, και η Ενάγουσα, τόσο με προφορική μαρτυρία όσο και με έγγραφη μαρτυρία, προσκόμισε στοιχεία, θεωρώ επαρκή υπό τις περιστάσεις, που έδειξαν ως λογικά πιθανότερη την εκδοχή να υπάρχει τέτοια συμβατική σχέση, παρά να μην υπάρχει καθόλου. Από εκεί και πέρα, τα δικόγραφα δεν διαγράφουν κάποιο περαιτέρω πλαίσιο διαφοράς, λ.χ. ως προς το κύρος της ασφαλιστικής σύμβασης ή της συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, ως προς το ύψος του χρέους, ή ως προς οτιδήποτε άλλο. Στην αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης τέθηκε πως δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, επειδή δεν δικογραφείται η λεπτομέρεια ότι η ασφαλιστική σύμβαση που εξασφάλισε η Ενάγουσα ήταν με την ασφαλιστική επιχείρηση της CNP. Δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 εκτροχίασε τη δίκη σε μη δικογραφημένο πλαίσιο και ότι δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή γιατί βλάπτει την αντιπαράθεση και τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης. Στην απαίτησή της, η Ενάγουσα, λέει ότι είναι ασφαλιστική πράκτορας, όχι ασφαλίστρια. Το γεγονός αυτό δέχεται και η Εναγόμενη. Αναφέρει, επίσης, ότι ενάγει βάσει προφορικής συμφωνίας με την Εναγόμενη. Θα μπορούσε ίσως η Εναγόμενη να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες για τις υπηρεσίες που ισχυρίστηκε πως της προσέφερε η Ενάγουσα, εάν δεν γνωρίζει με ποιας ασφαλιστικής επιχείρησης ήταν η ασφαλιστική σύμβαση που κάλυπτε το όχημά της με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ κατά τον ουσιώδη χρόνο, ή εάν διέθετε περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις για το συγκεκριμένο όχημα. Η λεπτομέρεια θα ήταν πιο ουσιώδης ενδεχομένως σε άλλης φύσης αγωγή, αλλά, όπως εκτέθηκε το πλαίσιο δικογράφησης στην προκειμένη περίπτωση, δεν στερείται αναφοράς στα πιο ουσιώδη γεγονότα που καθιστούν αντιληπτή την απαίτηση της Ενάγουσας έναντι της Εναγόμενης, ώστε η τελευταία να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι λαμβάνεται εξ απήνης. Έγινε εξάλλου ολόκληρη προδικασία, η Ενάγουσα παρουσίασε τη γραπτή μαρτυρία της και είχε τη δυνατότητα και η Εναγόμενη να παρουσιάσει τη δική της της γραπτή μαρτυρία, αφού δει τη μαρτυρία της Ενάγουσας. Δόθηκε στην Εναγόμενη και η εξαιρετική δυνατότητα να αντεξετάσει τους μάρτυρες της Ενάγουσας. Εν τέλει, υποβάλλοντας και θέση, ο συνήγορος της Εναγόμενης, στον ΜΕ1, ότι συνάφθηκε τέτοια συμφωνία με την Ενάγουσα, αλλά - κατά τη θέση της Εναγόμενης που επίσης δεν είναι δικογραφημένη - με άλλο πρόσωπο, τον πατέρα της Εναγόμενης. Σε αντίθεση με τη δικογράφηση της Εναγόμενης, η Ενάγουσα έχει θέσει ένα ικανό πλαίσιο, για να μπορέσει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να προβάλει τη μαρτυρία της και να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, με περισσότερη λεπτομέρεια στη δίκη. Από την αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης, όμως, φαίνεται πως η εντύπωση που υπήρχε στην εκπροσώπηση της Εναγόμενης ήταν πως η Ενάγουσα ενάγει ως η ασφαλίστρια και όχι ως η ασφαλιστική πράκτορας, παρά το ότι το λέει στο δικόγραφό της η Ενάγουσα, ρητά, ότι είναι ασφαλιστική πράκτορας· εξ ου και διάφορες εισηγήσεις του συνηγόρου της Εναγόμενης πως την ασφαλιστική σύμβαση δεν την συνήψε η Ενάγουσα αλλά η CNP ή ότι η Ενάγουσα δεν διαθέτει άδεια για να ασκεί ασφαλιστικές επιχειρήσεις, κ.λπ.. Δικογραφώντας, η Ενάγουσα, ότι είναι ασφαλιστική πράκτορας, παραπέμπει πάντως σε συγκεκριμένο είδος αγωγής, όπου οι έννοιες, οι όροι, ο τρόπος λειτουργίας δίνουν αναφορά και σε συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο. Έχοντας κατά νου τα δικόγραφα, τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως αυτή αξιολογείται, το πραγματικό πλαίσιο που αποδέχεται και επί του οποίου κινείται το Δικαστήριο είναι ότι η Ενάγουσα, ενεργώντας ως ασφαλιστική πράκτορας, συμφώνησε δια του πατέρα της Εναγόμενης, που καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως ο αντιπρόσωπος της Εναγόμενης, να παρέχει στην Εναγόμενη την εκ του νόμου υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου για το όχημα με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ που κατά τον ουσιώδη χρόνο ανήκε στην Εναγόμενη. Η Ενάγουσα συνεργάζονταν με την CNP, συνήψε την ασφαλιστική σύμβαση, την τοποθέτησε στην ασφαλιστική επιχείρηση της CNP, και η CNP την αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα να συναφθεί ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ της CNP και της Ενάγουσας. Η CNP τιμολογούσε την Ενάγουσα και η Ενάγουσα ήταν εξουσιοδοτημένη από τη μεταξύ τους συμφωνία πρακτόρευσης να εισπράττει τα ασφάλιστρα από την Εναγόμενη. Στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, συμφωνήθηκε όπως τα ασφάλιστρα (premium), που συνιστούσαν το αντάλλαγμα για την ασφάλιση, χρεώνονται σε λογαριασμό που θα διατηρούσε η Ενάγουσα στο όνομα της Εναγόμενης, τα οποία η Εναγόμενη, που θα επωφελούνταν της δυνατότητας αυτής (debit in account), θα όφειλε να πληρώνει στην Ενάγουσα. Με την πληρωμή των ασφαλίστρων στην Ενάγουσα θα ήταν σαν να τα κατέβαλλε στη CNP. Τα ασφάλιστρα που θα χρεώνονταν στον λογαριασμό αυτό θα ήταν ως αναγράφονταν και στα πιστοποιητικά ασφάλισης που εκδίδονταν από την CNP και θα χορηγούνταν στην Εναγόμενη, χωρίς οποιοδήποτε πρόσθετο κόστος. Η Ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην Εναγόμενη ως αποτέλεσμα των οποίων παραχωρήθηκε ασφάλιση στην Εναγόμενη μέσω της ασφαλιστικής επιχείρησης της CNP, από την 03.02.2010 μέχρι την 03.02.2011, η οποία ανανεώθηκε για τις περιόδους από την 03.02.2011 μέχρι την 03.02.2012, από την 03.02.2012 μέχρι την 03.02.2013 και από την 03.02.2013 μέχρι την 03.02.
  9. Τα ασφάλιστρα που χρεώθηκαν από την CNP και κατ' επέκταση από την Ενάγουσα, στον λογαριασμό που τηρούσε η Ενάγουσα στο όνομα της Εναγόμενης, ήταν, για την πρώτη περίοδο κάλυψης €478,71, για τη δεύτερη €457,05, για την τρίτη €363,50 και για την τέταρτη €363,
  10. Η Εναγόμενη επωφελήθηκε της ασφαλιστικής σύμβασης κατ' επέκταση των υπηρεσιών της Ενάγουσας. Έναντι του χρέους της Εναγόμενης, πιστώθηκαν την 09.10.2011 ποσό €325.00 και την 13.10.2012 ποσό €600,00, ποσά που κατέβαλε ο πατέρας της Εναγόμενης, προς όφελός της, με αποτέλεσμα να παραμένει ένα χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €737,76, το οποίο παραμένει ανεξόφλητο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ίσχυε ο περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου 35(Ι)/2002, ο οποίος έχει καταργηθεί με τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο 38(I)/2016, μετά την έγερση της αγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 165 του Νόμου 35(Ι)/2002, ασφαλιστικός πράκτορας (insurance agent) ήταν το πρόσωπο με κύρια δραστηριότητα, δυνάμει σύμβασης πρακτόρευσης όπως καθορίζεται στο άρθρο 169, έναντι προμήθειας ή και αμοιβής, την άσκηση των εργασιών διαμεσολάβησης που ορίζονται στο εδάφιο

(4), για λογαριασμό μιας ή και περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ένας ασφαλιστικός πράκτορας μπορούσε, μεταξύ άλλων, να παρουσιάζει, εισηγείται, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων, να παρέχει βοήθεια ή συμβουλή κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης και, εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση πρακτόρευσης, να εισπράττει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα και να τα αποδίδει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Είχε τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 165Α, μεταξύ των οποίων, να τηρεί βιβλία των ασφαλιστικών συμβάσεων που συνάπτονται μέσω του και είσπραξης ασφαλίστρων. Με τον Νόμο 38(Ι)/2016 δεν έχει αλλάξει ο ορισμός του ασφαλιστικού πράκτορα ή οι εργασίες που δύναται να ασκεί και οι υποχρεώσεις του. Όταν στην συμφωνία πρακτόρευσης καθορίζεται ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας μπορεί να εισπράττει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα και να τα αποδίδει στην δικαιούχο ασφαλιστική επιχείρηση, δεν δημιουργείται εκ του νόμου δικαίωμα του ασφαλιστικού πράκτορα να ενάγει προσωπικά τους ασφαλισμένους για τα ασφάλιστρα ή άλλως πώς για την εκτέλεση της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία δεσμεύει πρώτιστα τον ασφαλιστή και τον ασφαλισμένο. Όταν ενάγει ο ασφαλιστικός πράκτορας, θα πρέπει να αποδεικνύει το αυτοτελές του δικαιώματός του, τη βάση της δικής του αγωγής, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, ισχύουν και όσα διαλαμβάνει το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. Συναφώς να αναφερθεί πως η αγωγή της Ενάγουσας δεν είναι αντιπροσωπευτική αγωγή (representative action) ή αγωγή υπό αντιπροσώπου κατά τις Δ.2,κ.4(α) και Δ.9.κ.9 ΚΠΔ. Η Ενάγουσα βασίζεται σε ένα αυτοτελές δικαίωμά της. Πιο σχετικό είναι το άρθρο 69 του Κεφ. 149, που προβλέπει πως πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον στην καταβολή χρημάτων που οφείλονται κατά νόμο από άλλον, και συνεπεία αυτού καταβάλλει αυτά, έχει δικαίωμα να αποζημιωθεί από τον άλλο. Κατά τα λοιπά, είναι γνωστό και ως νομολογιακά δυνατόν, για έναν ασφαλιστικό πράκτορα, να συμφωνεί με τον ασφαλιστή, όχι να πληρώνει, αλλά να χρεώνεται σε λογαριασμό του τα ασφάλιστρα για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται μέσω του[5], και στη συνέχεια ο ασφαλιστικός πράκτορας να τα εισπράττει από τον ασφαλισμένο στο όνομα του οποίου ανοίγει και διατηρεί ξεχωριστό λογαριασμό[6]. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστικού πράκτορα και του ασφαλισμένου, ο τελευταίος δεν μπορεί να λάβει το όφελος της χρέωσης των ασφαλίστρων σε λογαριασμό[7]. Είναι τέτοια αγωγή που ασκεί ο ασφαλιστικός πράκτορας και σε αυτή την περίπτωση, επικαλούμενος προφορική συμφωνία με την ασφαλισμένη, η οποία επωφελήθηκε της χρέωσης των ασφαλίστρων σε λογαριασμό, και λόγω παράλειψής της να πληρώσει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, όπως ήταν η συμφωνία τους. Το τι επιπλέον ισχύει ή θα ισχύσει στη γενικότερη σχέση μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλιστικού πράκτορα, και πώς εκκαθαρίζεται ο λογαριασμός του τελευταίου σε σχέση με την όλη πρακτόρευσή του, δεν θεωρώ πως είναι αναγκαίο να αναλύεται σε κάθε περίπτωση που ο ασφαλιστικός πράκτορας αξιώνει από τους ασφαλισμένους τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα, ως αυτά αποδείχθηκαν μέσα από την αντιπαράθεση ή τέθηκαν χωρίς αμφισβήτηση, τον νόμο και τη νομολογία, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει ότι έχει συνάψει προφορική συμφωνία με την Εναγόμενη, βάσει της οποίας η Εναγόμενη έλαβε τις υπηρεσίες της Ενάγουσας, που ήταν η εξασφάλιση ασφαλιστικής σύμβασης από ασφαλιστικής επιχείρηση με την οποία η Ενάγουσα συνεργάζονταν, και επωφελήθηκε αυτών, και πως η Εναγόμενη οφείλει στην Ενάγουσα, βάσει της συμφωνίας αυτής, το ποσό των €737,
  2. Γι' αυτό, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €737,76, πλέον νόμιμος τόκος. Δεν έχει υποδειχθεί και δεν φαίνεται να υφίσταται λόγος απόκλισης από τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, τα οποία επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [5] Prince of Wales Assurance Co v. Harding
(1858)EB & E 183 και Re Law Car and General Insurance Corpn [1911] WN 101, CA., J A Chapman & Co Ltd (in liq) v. Kadirga Denizcilik Ve Ticaret AS and others [1998] All ER (D) 90. [6] Βλ. και Acey v. Fernie
(1840)7 M & W 151 σελ. 155 από Lord Abinger CB, και Busteed v. West of England Fire and Life Insurance Co
(1857)5 I Ch R 553. [7] Acey v. Fernie
(1840)7 M & W 151 σελ. 155 από Parke B, και Busteed v. West of England Fire and Life Insurance Co
(1857)5 I Ch R 553, και London and Lancashire Life Assurance Co v. Fleming [1897] AC 499, PC, και Browne v. Price
(1858)4 CBNS 598. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.