← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 2875/2012, 12/5/2021

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 2875/2012, 12/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2875/2012 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσα και

  1. XXXX ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
  2. PALATINO DEVELOPMENTS LIMITED Εναγόμενοι Ημερομηνία: 12.05.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κυρία Α. Χατζηχαραλάμπους Για Εναγόμενη 2: κύριος Ν. Θρασυβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικογραφημένες θέσεις Η Ενάγουσα, που ισχυρίζεται ότι ονομάζονταν αρχικά BANK OF CYPRUS LIMITED και από την 12.07.2004 ονομάστηκε BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, με την αγωγή της, αξίωσε εναντίον του κ. XXXX Αποστόλου, πρωτοφειλέτη («ο πρωτοφειλέτης»), και εναντίον της Εναγόμενης 2, εγγυτήτριας, τα χρεωστικά υπόλοιπα δύο λογαριασμών. Το ποσό των €21.208,86, ως το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 0333-11-XXXX, με όριο €20.000,00, που χορηγήθηκε στον πρωτοφειλέτη υπό συμφωνία ημερομηνίας 25.08.2008, την τήρηση της οποίας η Εναγόμενη 2 εγγηθήκε με συμφωνία εγγύησης που ενσωματώθηκε στη συμφωνία ημερομηνίας 25.08.
  3. Περαιτέρω, το ποσό των €25.929,51 ως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου με αριθμό 0381-82-XXXX που χρηγήθηκε στον πρωτοφειλέτη, ύψους €51.730,99, πληρωτέο δια 72 μηνιαίων δόσεων εκ €854,17 η κάθε μία, δυνάμει συμφωνίας δανείου που συνάφθηκε την 09.11.2007, την τήρηση της οποίας η Εναγόμενη 2 επίσης εγγηθήκε με συμφωνία εγγύησης που συνάφθηκε την 09.11.
  4. Όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, προέβη σε απαίτηση πληρωμής του υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού την 02.03.2012, που ακολούθησε τις προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 12.08.2011 και 06.02.2012, λόγω υπέρβασης του συμφωνηθέντος ορίου, και σε απαίτηση πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου την 12.08.2011, λόγω καθυστερημένων δόσεων. Στην έκθεση απαίτησής της, η Ενάγουσα, δικογραφεί ορισμένους εκ των όρων των συμφωνιών ορίου και δανείου αντίστοιχα. Εκτός από τα χρεωστικά υπόλοιπα των δύο λογαριασμών, αξιώνει και τόκους, που θεωρεί ότι οφείλονται με βάση τις πιστωτικές συμφωνίες, προς 11,03% ετησίως επί του ποσού των €21.000,00 από 01.05.2012 μέχρι εξόφλησης όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό, με δυνατότητα κεφαλαιοποίησης, και προς 10,956% ετησίως επί του ποσού των €25.929,51 από 01.01.2012 μέχρι εξόφλησης όσον αφορά το δάνειο, επίσης με δυνατότητα κεφαλαιοποίησης. Η Εναγόμενη 2, με δικόγραφο υπεράσπισης και ανταπαίτησης, δηλώνει άγνοια και γι' αυτό αρνείται την ύπαρξη των συμφωνιών μεταξύ της Ενάγουσας και του πρωτοφειλέτη, και των συμφωνιών εγγύησης, και ισχυρίζεται πως, εάν η Ενάγουσα αποδείξει πως αυτές αυτές οι συμφωνίες έχουν συναφθεί, περιέχουν όρους που είναι καταχρηστικοί, όπως κατά τη θέση της Εναγόμενης 2 είναι οι όροι που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, και κατ' επέκταση άκυροι. Πρόκειται για όρους που προκαλούν σημαντική ανισορροπία στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών, εφόσον επιφυλάσσουν στην Ενάγουσα δικαιώματα να πράττει μονομερώς ή κατά την απόλυτη κρίση της, ιδίως όσον αφορά τον τοκισμό των συμφωνιών και τις χρεώσεις εξόδων, και τους οποίους δεν μπορεί να επικαλείται η Ενάγουσα έναντι του πρωτοφειλέτη, κατ' επέκταση έναντι της Εναγόμενης
  5. Όσον αφορά κάποιους όρους σε σχέση με τον τοκισμό και τα έξοδα, δεν υπήρχε και επαρκής σαφήνεια, ώστε ο πρωτοφειλέτης να γνωρίζει σε κάθε περίπτωση τι θα χρεωθεί ο κάθε λογαριασμός του, λ.χ. με δεδομένη την πρόνοια περί χρέωσης σύνθετου τόκου, κυμαινόμενου, με δυνατότητα χρήσης ως διαιρέτη του εμπορικού έτους που αποτελείται από 360 ημέρες ή με την πρόνοια περί χρέωσης αδιευκρίνιστων εξόδων. Η πρόνοια για χρέωση τόκου υπερημερίας προς 6% δεν δικαιολογείται μέσα στα συμβατικά κείμενα και, ως προβλέφθηκε, συνιστά ποινική ρήτρα, που δεν δύναται να εφαρμοστεί. Η Εναγόμενη 2, περαιτέρω, αρνείται όσα αναφέρονται για επιστολές που έστειλε η Ενάγουσα ή ότι υπάρχει κάποιο χρέος, και το μόνο που παραδέχεται είναι ότι η ίδια δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, εφόσον η θέση της είναι ότι δεν οφείλει κάποιο ποσό στην Ενάγουσα. Αξιώνει, ανταπαιτητικά, δηλώσεις σχετικά με το ότι οι όροι των δύο πιστωτικών συμφωνιών που δικογραφεί η Ενάγουσα συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες. Με απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 2 περί άγνοιας και ακυρότητας των όρων των συμφωνιών, και ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2 γνώριζε τι υπέγραφε, με αναφορά στις δύο συμφωνίες εγγύησης, που τη δεσμεύουν, και ότι όλοι οι όροι των πιστωτικών συμφιών με τον πρωτοφειλέτη είναι έγκυροι και νόμιμοι, και δίδουν δικαίωμα στην Ενάγουσα να αξιώνει εναντίον του πρωτοφειλέτη, βάσει αυτών, και εναντίον της Εναγόμενης 2, βάσει των συμφωνιών εγγύησής της, τα οφειλόμενα ποσά, που είναι αυτά που αναφέρει στην αγωγή της. Όσον αφορά τον πρωτοφειλέτη, δεν έγινε επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και αυτό έχασε την ισχύ του, επομένως η αγωγή προωθήθηκε μόνον εναντίον της Εναγόμενης
  6. Η αγωγή είχε μείνει εκτός πινακίου από την 14.12.2015, λόγω του ότι εκκρεμούσε διαδικασία εκκαθάρισης της Εναγόμενης 2, ωστόσο την 27.06.2019 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με ενέργεια του Πρωτοκολλητείου. Στο μεταξύ, για την Εναγόμενη 2, είχε διοριστεί διαχειριστής βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Προδικαστικά ζητήματα Ενώ το διοριστήριο βάσει του οποίου ενήργησε ο συνήγορος της Εναγόμενης 2 υπογράφθηκε από τον κ. XXXX, υπό αυτή την ιδιότητά του ως διαχειριστής της Εναγόμενης 2, αντί από το νομικό πρόσωπο της Εναγόμενης 2, ζήτημα σε σχέση με την εκπροσώπηση τέθηκε από πλευράς του συνηγόρου της Εναγόμενης 2, για την εκπροσώπηση της Ενάγουσας από τους συνηγόρους της. Τέθηκε μάλιστα μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, δια της τελικής του αγόρευσης. Η αναφορά του στο γεγονός ότι η Ενάγουσα είχε εξουσιοδοτήσει, κατά την καταχώριση της αγωγής της, τον συνεταιρισμό δικηγόρων Ανδρέας Σοφοκλέους & Σία, αλλά την αγωγή χειρίστηκε η δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, χωρίς να έχει μεσολαβήσει ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου με βάση τη Δ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), και ενώ πρόκειται για διαφορετικές οντότητες. Το ζήτημα ήγειρε ο συνήγορος της Εναγόμενης 2 προκειμένου να υποβάλει την εισήγηση ότι όλη η διαδικασία είναι άκυρη ab inition και ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδεχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία προσκομίστηκε δια της εκπροσώπησης της Ενάγουσας από την δικηγορική εταιρεία που δεν έχει στο όνομά της σχετικό διοριστήριο της Ενάγουσας. Παρέπεμψε γι' αυτό στην Τρύφωνος ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A132, Πολιτική Έφεση 411/2011, ημερομηνίας 27.03.
  7. Στο επιχείρημα αυτό, οι συνήγοροι της Ενάγουσας απήντησαν με επίκληση της ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ ν. Lakis Georgiou Constructions Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A411, Πολιτική Έφεση 214/2012, ημερομηνίας 06.09.2016, και ισχυρίζονται ότι σε καμία περίπτωση η μη καταχώριση ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία της αγωγής, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Ένεκα της εισήγησης του συνήγορου της Εναγόμενης 2 ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδεχθεί μαρτυρία που προσκομίστηκε για την απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας, το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Στην Τρύφωνος (ανωτέρω), είχε αποβιώσει ο δικηγόρος στο όνομα του οποίου είχε υπογραφθεί διοριστήριο από τους Εναγόμενους, και κάποιος άλλος δικηγόρος, που φέρονταν ότι εκπροσωπεί τους Εναγόμενους, είχε δεχθεί εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των Εναγόμενων, περιλαμβανομένης της Εφεσείουσας. Η Εφεσείουσα ζήτησε τον παραμερισμό της απόφασης, καθότι η ίδια δεν είχε εξουσιοδοτήσει οποτεδήποτε αυτόν τον δικηγόρο να την εκπροσωπήσει στην αγωγή. Στον φάκελο της αγωγής, δεν είχε εντοπιστεί διοριστήριο στο όνομα του νέου δικηγόρου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει την αίτηση παραμερισμού επειδή θεώρησε πως, όταν υπάρχει δόλος, θα πρέπει ο παραμερισμός να ζητείται δια νέας αγωγής, που ουσιαστικά θα ακυρώνει τη συμφωνία βάσει της οποίας εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, ωστόσο το Εφετείο διέκρινε ότι στην περίπτωση αυτή δεν ετίθετο θέμα δόλου και συμφωνίας για την έκδοση της απόφασης στην οποία ενυπήρχε δόλος, αλλά επροκειτο για έλλειψη εξουσιοδότησης, οπότε παρέπεμψε στην Charalambous v. Anastopoulos, Civil Appeal 7103, ημερομηνίας 15.4.1988 (μη δημοσιευμένη), στην οποία λέχθηκε ότι η παράλειψη του δικηγόρου του Εναγόμενου να καταχωρίσει διοριστήριο μαζί με το σημείωμα εμφάνισής του ισοδυναμεί με έλλειψη οδηγιών από τον διάδικο. Στην Τρύφωνος (ανωτέρω) επίσης διακρίθηκε η περίπτωση της ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ (ανωτέρω), όπου είχε καταχωριστεί Έφεση χωρίς διοριστήριο, αλλά ο ενδιαφερόμενος διάδικος, που ήταν ο Επίσημος Παραλήπτης που ενεργούσε ως εκκαθαριστής εταιρείας, είχε εμφανιστεί ενώπιον του Εφετείου και ανέφερε πως εξουσιοδότησε τους δικηγόρους να εμφανιστούν εκ μέρους της εταιρείας, οπότε η εκ των υστέρων έγκριση (ratification) της εξουσιοδότησης από τον ενδιαφερόμενο διάδικο θεωρήθηκε ότι μπορούσε να επιφέρει τη θεραπεία κάποιας διαδικαστικής παρατυπίας, με αναφορά στον λόγο της Danish Mercantile Co Ltd v. Beaumont

(1951)1 All.E.R. 925. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν θεωρώ ότι έχει εφαρμογή η Τρύφωνος (ανωτέρω). Πέραν του ότι ουδέποτε τέθηκε ζήτημα διάλυσης του συνεταιρισμού ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ, η εκπροσώπηση της Ενάγουσας από τα άτομα που απαρτίζουν τον συνεταιρισμό ή τους δικηγόρους που εξουσιοδοτούν οι συνεταίροι, περιλαμβανομένης της κυρίας Χατζηχαραλάμπους που χειρίστηκε την αγωγή και το όνομα της οποίας αναγράφεται και στην αγωγή, είτε οι συνεταίροι στην πορεία συνέστησαν μεταξύ τους και δικηγορική εταιρεία είτε όχι, δεν τέθηκε οποτεδήποτε εν αμφιβόλω από την ίδια την Ενάγουσα. Απεναντίας, η Ενάγουσα, η οποία θα ήταν και η μόνη κατάλληλη διάδικος για να εγείρει ζήτημα έλλειψης πληρεξουσιότητας των δικηγόρων της, εξουσιοδότησε τον συνεταιρισμό και κατ' επέκταση τους συνεταίρους να την εκπροσωπήσουν, και έπειτα, δια των υπαλλήλων της, δέχθηκε και την εκπροσώπησή της από τους ίδιους δικηγόρους που εμφανίστηκαν εκ μέρους της ενώπιον του Δικαστηρίου, ασχέτως εάν οι ίδιοι πλέον εργοδοτούνται από δικηγορική εταιρεία. Την ίδια εκπροσώπηση δέχθηκε και η Εναγόμενη 2, εφόσον ουδέποτε πρόβαλε σχετική ένσταση κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλώνει ότι οι δικηγόροι που εμφανίστηκαν ενώπιον του, ως οι δικηγόροι της Ενάγουσας, δεν έχουν την εξουσιοδότηση της Ενάγουσας να ενεργούν εκ μέρους της και ότι ενήργησαν εν αγνοία της Ενάγουσας, ώστε, με βάση και το σύνηθες δίκαιο που ισχύει για την αντιπροσωπεία, στο Μέρος XIII του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, να προκύπτει έλλειψη πληρεξουσιότητας. Η διαδικασία, η καταχώριση διοριστηρίου, όπου απαιτείται στους ΚΠΔ, υπάρχει για να διασφαλίζει ότι ο διάδικος εξουσιοδοτεί τον δικηγόρο που εμφανίζεται και ενεργεί εκ μέρους του, και, ως παρεπόμενη της ουσίας που απορρέει από το γενικό δίκαιο της αντιπροσωπείας, δεν είναι ικανή είτε να δημιουργήσει κάποιαν εξαίρεση στις αρχές της έγκρισης που περιέχονται στα άρθρα 156 έως 160 του Κεφ. 149, είτε ακόμα να χρησιμοποιείται ή να τυγχάνει επίκλησης προκειμένου να προκληθεί αδικία. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν είναι αποδεκτή η εισήγηση της Εναγόμενης 2 ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας των δικηγόρων της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 2 ήγειρε ακόμα ένα θέμα, προδικαστικής φύσης, με την αγόρευση του συνηγόρους της, το οποίο, επίσης, θα πρέπει να απαντηθεί κατά προτεραιότητα. Θεωρεί ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς της Ενάγουσας, για τον λόγο ότι εναντίον του πρωτοφειλέτη καταχωρίστηκε άλλη αγωγή, μετά που εκείνος εντοπίστηκε από την Ενάγουσα, το 2020, χωρίς να έχει συνενωθεί ή συνεκδικαστεί με την παρούσα αγωγή, παρόλο που αφορά «στα ίδια επίδικα θέματα». Αυτή η συγκυρία, όπως είναι η θέση της Εναγόμενης 2, επηρεάζει το δικό της δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, εφόσον η Εναγόμενη 2 δεν μπορεί να στηριχθεί σε τυχόν υπεράσπιση του πρωτοφειλέτη, ο οποίος θα μπορούσε, λόγου χάριν, να έχει εξοφλήσει την Ενάγουσα. Καταρχάς, σύμφωνα με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ο πρωτοφειλέτης ήταν και είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 2, και το προφανές είναι πως, εφόσον η Εναγόμενη 2 είχε εμφανιστεί δια δικηγόρου στη διαδικασία αυτή την 19.01.2012, και σύμφωνα και με ένορκες δηλώσεις που έγιναν στο Δικαστήριο σε ενδιάμεσες διαδικασίες, ο πρωτοφειλέτης είναι το μοναδικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 2, την από μέρους της Εναγόμενης 2 εμφάνιση θα είχε λογικά εξουσιοδοτήσει· ανέμενε, όπως φαίνεται, την Ενάγουσα να του επιδώσει ή και να μην καταφέρει να του επιδώσει εκτός δικαιοδοσίας. Έπειτα, η βάση αγωγής της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 2 είναι οι συμφωνίες εγγύησης που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2 υπέγραψε προς όφελός της. Είναι διακριτή βάση αγωγής από αυτήν που θα μπορούσε να βασίσει τυχόν απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του πρωτοφειλέτη. Ακόμα κι αν οι εγγυητικές συμφωνίες σχετίζονται με τις συμφωνίες που υπέγραψε ο πρωτοφειλέτης, με την έννοια ότι είναι την τήρηση αυτών που εξασφαλίζουν, και δεν θα ήταν ανεπιθύμητο να συνεκδικάζονταν τυχόν ξεχωριστές αγωγές για το ίδιο χρέος (ασχέτως της νομικής βάσης από την οποία προκύπτει το χρέος), περισσότερο χάριν οικονομίας του δικαστικού χρόνου, ούτε ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας τίθεται, ούτε ζήτημα βλάβης κάποιου δικαιώματος της εγγυήτριας. Στις δύο αγωγές ενάγονται διαφορετικά πρόσωπα βάσει διαφορετικών συμφωνιών. Η νομολογία στην οποίαν οι συνήγοροι της Εναγόμενης 2 παρέπεμψαν το Δικαστήριο, σε σχέση με την κατάχρηση που ενδέχεται να υπάρχει με την πολλαπλότητα των διαδικασιών εναντίον των ίδιων διαδίκων, δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, όπου δεν τίθεται ως δεδομένο ότι η Εναγόμενη 2 είναι διάδικος και σε κάποιαν άλλην αγωγή της Ενάγουσας με όμοιο θέμα. Ως προς το δικαίωμα της Εναγόμενης 2 για δίκαιη δίκη, δεν υφίσταται στον νόμο ή στη νομολογία κάποιο δικαίωμα της εγγυήτριας να δικάζεται με αναγκαίο διάδικο τον πρωτοφειλέτη. Απεναντίας, απορρέει από τον ίδιο τον χαρακτήρα της εγγύησης, ως τέτοιας, η δυνατότητα του πιστωτή να ενάγει και μόνον τον εγγυητή. Περαιτέρω, τίποτε δεν εμπόδισε την Εναγόμενη 2 από το να καλέσει ως μάρτυρά της τον πρωτοφειλέτη, διευθυντή της, εάν η υπόθεσή της ήταν ότι συντρέχει λόγος ικανός να οδηγήσει σε απαλλαγή από την εγγυητική της ευθύνη, εάν τέτοια υφίσταται, και οπωσδήποτε δεν είχε κάποιο εμπόδιο ως προς το να αντικρούσει τη μαρτυρία της Ενάγουσας. Ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης είναι συνθήκη που κρίνεται στην ολότητά της. Η δικαστική διαδικασία, όπως ακολουθήθηκε, δεν δείχνει να είναι «άδικη» για την Εναγόμενη 2, με οποιονδήποτε τρόπο. Η ίδια η διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας δεν είναι δυνατόν να συνιστά αυτή τη βάση ισχυρισμού περί άδικης δίκης, ούτε αντίστοιχα μπορεί να σταθεί, ως σχήμα λογικής, πως δίκαιη δίκη για την Εναγόμενη 2 θα ήταν μόνον αυτή που δεν θα διεξάγονταν καθόλου, ή αυτή που θα διεξαχθεί με τη δικονομική παρουσία του πρωτοφειλέτη, διευθυντή της, προκειμένου να επωφεληθεί από τυχόν δική του υπεράσπιση, ενώ υπάρχει αυτοτελής και ξεχωριστή βάση αγωγής εναντίον της. Εξάλλου, εάν η Εναγόμενη 2 ήθελε να συνεκδικαστεί η υπόθεσή της με κάποιαν άλλη, θα μπορούσε να το αιτηθεί, πράγμα που ουδέποτε έπραξε. Νομική πτυχή Όπως έχει λεχθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
  1. i)Η σύναψη της σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
  2. ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Μαρτυρία και αξιολόγηση Στο στάδιο της ακρόασης, αμφότερες οι πλευρές καλούνται να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους, με βάση όσα διαλαμβάνει η Δ.33 ΚΠΔ. Επίδικα εκ των δικογράφων, σε σχέση με την Εναγόμενη 2, είναι το νομικό πρόσωπο της Ενάγουσας, η σύναψη των συμφωνιών που επικαλείται η Ενάγουσα, τις οποίες η Εναγόμενη 2 αρνείται, οι όροι και το κύρος τους, και η απαίτηση πληρωμής από μέρους της Ενάγουσας. Για την Ενάγουσα, κατέθεσαν τρείς μάρτυρες, ο κ. XXXX (ΜΕ1), ο κ. XXXX (ΜΕ2) και ο κ. XXXX (ΜΕ3). Η Εναγόμενη δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Μετά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των δύο πλευρών προσφώνησαν το Δικαστήριο, επί της μαρτυρίας, επιχειρηματολογώντας η πλευρά της Ενάγουσας ως προς το ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 2 και η πλευρά της Εναγόμενης 2 ως προς το ότι η αγωγή της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται πως, όσον αφορά το κύρος των όρων των επίδικων συμφωνιών, πέρα από τη γενική δικογράφηση της Εναγόμενης 2, δεν υπήρξε προώθηση κατά τη δικαστική διαδικασία σχετικών θέσεων, ούτε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 2, κατά την προσφώνησή του, ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα αυτό. Όσον αφορά τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΕ1 ανέφερε πως, από τον Σεπτέμβριο του 1996 μέχρι και την 28.03.2013, ήταν υπάλληλος της πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD). Από τον Οκτώβριο 2000 μέχρι την 28.03.2013, εργάζονταν στην Υπηρεσία Είσπραξης Χρεών της εν λόγω τράπεζας. Από την 29.03.2013 μέχρι και σήμερα, εργάζεται στο αντίστοιχο τμήμα της Ενάγουσας και ασκεί τα καθήκοντα Λειτουργού Είσπραξης Χρεών. Είναι ένας εκ των υπευθύνων λειτουργίας που χειρίζονται την υπόθεση και στους οποίους ανατέθηκε ο έλεγχος και η παρακολούθηση των δύο λογαριασμών. Μετά τον τερματισμό της λειτουργίας λογαριασμού πελάτη της Ενάγουσας και στις περιπτώσεις όπου δεν προτείνεται άμεσος διακανονισμός, ο φάκελος διαβιβάζεται στην υπηρεσία του, που δίδει οδηγίες σε δικηγορικό γραφείο ώστε να λάβει δικαστικά μέτρα, όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση. Γνωρίζει τα γεγονότα, όπως αναφέρει, λόγω της θέσης και των καθηκόντων του, από τα έγγραφα και αρχεία που κατέχει η Ενάγουσα και στα οποία έχει πρόσβαση και ο ίδιος και τα έχει μελετήσει, και είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να δώσει μαρτυρία, εκ μέρους του νομικού προσώπου της. Ο ΜΕ1 υιοθέτησε την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, και κατέθεσε έγγραφα που είχε στην κατοχή του σε σχέση με τα επίδικα θέματα: - Δέσμη εγγράφων που αφορούν τη σύσταση και λειτουργία της Ενάγουσας (Τεκμήριο 1), ήτοι πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από τον Έφορο Εταιρειών και πιστοποιούν τη σύσταση της BANK OF CYPRUS LIMITED (ΗΕ 165) την 31.12.1943, πιστοποιητικό μετονομασίας της BANK OF CYPRUS LIMITED (ΗΕ 165) που εκδόθηκε από τον Έφορο Εταιρειών την 02.10.2006 και πιστοποιεί τη μετονομασία της BANK OF CYPRUS LIMITED σε BANK OF CYPRUS PUPLIC COMPANY LIMITED την 12.07.2004, και άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών της Ενάγουσας· - Συμφωνία ημερομηνίας 29.10.1990 μεταξύ του πρωτοφειλέτη και της Ενάγουσας για τη χορήγηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, μαζί με επιστολή σε σχέση με την έγκριση του ορίου στο ποσό των Λ.Κ.2.000,00 που αντιστοιχεί σε €3.417,20 (Τεκμήριο 2), η οποία, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, διέπει τη μεταξύ της Ενάγουσας και του πρωτοφειλέτη· - Επιστολή της Ενάγουσας προς τον πρωτοφειλέτη ημερομηνίας 08.09.1997, που περιέχει ενυπόγραφη δήλωση αποδοχής (Τεκμήριο 3), δια της οποίας αυξήθηκε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.2.000,00 σε Λ.Κ.10.000,00, που αντιστοιχεί σε €17.086,01. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε συμφωνία ημερομηνίας 03.09.1997, ωστόσο, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3, την 03.09.1997 είχε ληφθεί η απόφαση της Τράπεζας να προχωρήσει με την αύξηση του ορίου, η οποία κοινοποιήθηκε στον πρωτοφειλέτη δια του εγγράφου αυτού την 08.09.1997. Η ενυπόγραφη δήλωση αποδοχής, που φέρεται ως η αποδοχή από μέρους του πρωτοφειλέτη, δεν φέρει κάποιαν άλλη ημερομηνία. Στο Τεκμήριο 3 γίνεται αναφορά σε αίτηση του πρωτοφειλέτη ημερομηνίας 09.12.1996, την οποία αποδέχεται η Τράπεζα. - Συμφωνία μεταξύ του πρωτοφειλέτη και της Ενάγουσας ημερομηνίας 20.11.1997 (Τεκμήριο 4)· - Συμφωνία μεταξύ του πρωτοφειλέτη και της Ενάγουσας ημερομηνίας 25.08.2008, δια της οποίας αυξήθηκε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού από €17.086,01 σε €20.000,00, η οποία περιέχει ενσωματωμένη συμφωνία εγγύησης από μέρους της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 5)· - Απόσπασμα πρακτικών της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 25.08.2008, που περιέχει απόφαση της Εναγόνενης 2 να χορηγήσει εγγύηση και εξουσιοδοτεί τον διευθυντή της να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα (Τεκμήριο 6)· - Κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων της Ενάγουσας για προσωπικούς και εμπορικούς λογαριασμούς ημερομηνίας 25.08.2008 (Τεκμήριο 7)· - Δέσμη επιστολών της Ενάγουσας προς τον πρωτοφειλέτη και προς την Εναγόμενη 2 ημερομηνίας 12.08.2011 σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 8)· - Επιστολή της Ενάγουσας προς τον πρωτοφειλέτη ημερομηνίας 06.02.2012 σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 9)· - Δέσμη επιστολών της Ενάγουσας προς τον πρωτοφειλέτη και προς την Εναγόμενη 2 ημερομηνίας 02.03.2012 σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 10)· - Συμφωνία δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και του πρωτοφειλέτη ημερομηνίας 09.11.2007 (Τεκμήριο 11)· - Εγγυητήριο για περιορισμένο ποσό ημερομηνίας 09.11.2007 από μέρους της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 12)· - Απόσπασμα πρακτικών της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 09.11.2007 που περιέχει απόφαση της Εναγόνενης 2 να χορηγήσει εγγύηση και εξουσιοδοτεί τον διευθυντή της να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα (Τεκμήριο 13)· - Δέσμη επιστολών της Ενάγουσας προς τον πρωτοφειλέτη και προς την Εναγόμενη 2 ημερομηνίας 12.08.2011 σε σχέση με το δάνειο (Τεκμήριο 14)· - Δέσμη αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 (Τεκμήριο 15)· - Κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό, με καταχωρίσεις από την 02.03.2012 μέχρι την 29.01.2021 (Τεκμήριο 16)· - Δέσμη πινάκων με αναφορές στο Euribor από την 13.08.2008 μέχρι την 07.03.2012 (Τεκμήριο 17)· - Ανακοίνωση στην Εφημερίσα «Αλήθεια» ημερομηνίας 09.04.2009 (Τεκμήριο 18)· - Δέσμη αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού αναφορικά με το δάνειο, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού με βάση το άρθρο 35 του περί Αποδείξεων Νόμου Κεφ. 9 (Τεκμήριο 19)· - Κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με το δάνειο, με καταχωρίσεις από την 12.11.2007 μέχρι την 31.12.2020 (Τεκμήριο 20)· - Δέσμη πινάκων με αναφορές στο Euribor από την 05.11.2007 μέχρι την 18.05.2011 (Τεκμήριο 21). Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, οι όροι υπό τους οποίους η Ενάγουσα χορήγησε τη διευκόλυνση του ορίου και τη διευκόλυνση του δανείου στον πρωτοφειλέτη ήταν αυτοί που περιέχονται στα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Οι εγγυήσεις από μέρους της Εναγόμενης 2 είχαν δοθεί ως αντάλλαγμα για τις διευκολύνσεις αυτές. Ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση, εξ ου και εστάλη η επιστολή ημερομηνίας 12.08.2011 (Τεκμήριο 8), δια της οποίας καλούνταν ο πρωτοφειλέτης και η Εναγόμενη 2 να διευθετήσουν την υπέρβαση εντός 21 ημερών, ωστόσο ουδέν έπραξαν. Ο τρεχούμενος λογαριασμός εξακολουθούσε να βρίσκεται σε υπέρβαση, γι' αυτό κλήθηκε εκ νέου, μόνον ο πρωτοφειλέτης, με την επιστολή ημερομηνίας 06.02.2012 (Τεκμήριο 9) να διευθετήσει την υπέρβαση αυτή εντός 21 ημερών, χωρίς ωστόσο να το πράξει. Η υπέρβαση εξακολουθούσε να υπάρχει, γι' αυτό η Ενάγουσα με τις επιστολές της ημερομηνίας 02.03.2012 προς τον πρωτοφειλέτη και στην Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 10), τερμάτισε τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και κάλεσε τον πρωτοφειλέτη και την Εναγόμενη 2 να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό του υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού, πλέον 6% τόκο υπερημερίας. Όσον αφορά το δάνειο, ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις, γι' αυτό η Ενάγουσα, με την επιστολή της ημερομηνίας 12.08.2011 προς τον πρωτοφειλέτη και προς την Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 14), τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου και τους κάλεσε να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου. Με την ίδια επιστολή, τους ενημέρωσε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου θα επιβαρύνονταν με πρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 6%. Ο ΜΕ1 ισχυρίζεται πως είναι σε θέση να επιβεβαιώσει πως όλες οι επιστολές είχαν σταλεί προς τον πρωτοφειλέτη και την Εναγόμενη 2 στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση, σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών που υπέγραψαν, και δεν έχουν επιστραφεί, όπως φαίνεται από τον φάκελο που έχει στην κατοχή του. Μετά τον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού, δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους. Οι λογαριασμοί στάλθηκαν στην υπηρεσία διακανονισμού χρεών, από την οποία είχαν δοθεί οδηγίες για την έγερση της αγωγής, για την είσπραξη των χρεών μέσω της δικαστικής οδού. Ο ΜΕ1 ανέφερε, περαιτέρω, ότι όλες οι πράξεις που έγιναν σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό και σε σχέση με το δάνειο είναι μόνον αυτές που περιέχονται στις αναλυτικές καταστάσεις των λογαριασμών αυτών που τηρούσε η Ενάγουσα καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο και που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 15 και 19). Τα Τεκμήρια 16 και 20 συνιστούν τις αναδομημένες καταστάσεις των δύο λογαριασμών, που ετοίμασε ο ίδιος. Όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό και το Τεκμήριο 15, η «αναδόμηση» που έγινε αρχίζει από την 02.03.2012, ημερομηνία κατά την οποία είχε τερματιστεί ο τρεχούμενος λογαριασμός, όπου εφάρμοσε επιτόκιο διαφορετικό από αυτό που αξιώνει η Ενάγουσα με την αγωγή της, ήτοι Euribor 6 μηνών προς 1,739% πλέον περιθώριο 3,75% πλέον τόκο υπερημερίας 1%, που δίνουν συνολικό χρεωστικό τόκο 6,489% αντί 11,03%. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε και στο επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν ο τρεχούμενος λογαριασμός από την 25.08.2008 και μέχρι τον τερματισμό της διευκόλυνσης. Όσον αφορά το δάνειο και το Τεκμήριο 19, με την «αναδόμηση» στην οποία προέβη ο ΜΕ1, από την 12.11.2007 μέχρι την 31.12.2020, αφαίρεσε τον τόκο υπερημερίας και οποιεσδήποτε χρεώσεις εξόδων, που δεν αξιώνει πλέον η Ενάγουσα. Τόκοι υπερημερίας χρεώνονται μόνον από την ημερομηνία τερματισμού, δηλαδή από την 12.08.2011 και μετέπειτα, προς 1,00%, παρά το ότι, όπως αναφέρει, η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να χρεώνει μεγαλύτερο ποσό τόκου υπερημερίας. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε και στο επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν ο λογαριασμός δανείου από την 12.11.2007 μέχρι 12.08.2011. Ο ΜΕ1 εξήγησε επίσης πώς λειτουργούν οι καταστάσεις λογαριασμού, για να είναι κατανοητό το περιεχόμενό τους. Με βάση τις αναδομήσεις του ΜΕ1, η Ενάγουσα αξιώνει σημερινά χρεωστικά υπόλοιπα πλέον τόκους με χαμηλότερα επιτόκια από τον Ιανουάριο του 2021 όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό και του 2021 όσον αφορά το δάνειο. Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε, επίσης, πως όσον αφορά τον υπολογισμό του επιτοκίου, χρησιμοποίησε ως διαιρέτη τις 360 ημέρες μέχρι ένα χρονικό σημείο, και τις 365 μετέπειτα, ακολουθώντας και την τροποποίηση του νόμου. Η προφανής αναφορά του στον Νόμο 49(Ι)/2016, ο οποίος τροποποίησε τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις (Τροποποιητικό) Νόμο 49(I)/2016, ο οποίος δημοσιεύθηκε την 22.04.2016 και τέθηκε σε ισχύ 30 ημέρες μετά. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 2. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε πως η δική του εμπλοκή στον χειρισμό της υπόθεσης ήταν μετά από την έγερση της παρούσας αγωγής, και πως ο σκοπός αμφότερων των διευκολύνσεων ήταν προσωπικός του πρωτοφειλέτη. Αν και ο τρόπος αντεξέτασης από μέρους του συνήγορου της Εναγόμενης 2 ήταν δεινός, ώστε να προκαλεί στον ΜΕ1 εμφανή αμηχανία σε διάφορες στιγμές ή και δυσκολία να ανατρέξει σε απαντήσεις που προέκυπταν από τα ίδια τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του, η αντεξέταση εν τέλει εστίασε στην αποστολή των επιστολών που ανέφερε ο ΜΕ1 και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, οι θέσεις που υπέβαλε ο συνήγορος της Εναγόμενης 2 στον μάρτυρα είναι πως δεν τερματίστηκαν οι συμφωνίες, και ότι οι επιστολές, εάν είχαν όντως ετοιμαστεί και σταλεί, είχαν σταλεί σε άσχετες διευθύνσεις, εφόσον η Εναγόμενη 2 δεν πήρε οποιαδήποτε επιστολή. Η αναφορά ως προς τη διεύθυνση «XXXX, 4048, XXXX, Λεμεσός», η οποία αναγράφεται σε όλες τις επιστολές, ενώ στις επίδικες συμφωνίες αναγράφεται η διεύθυνση «XXXX, 3027, Λεμεσός». Ο ΜΕ1 διαφώνησε με τη θέση ότι δεν παραλήφθηκαν οι επιστολές από τον πρωτοφειλέτη και από την Εναγόμενη 2, και ανέφερε πως οι επιστολές στάλθηκαν στη διεύθυνση που αναγράφεται σε αυτές, που ασχέτως εάν διαφέρει από τη διεύθυνση που αναγράφεται στις συμφωνίες, ήταν η τελευταία γνωστή στην Ενάγουσα διεύθυνση του πρωτοφειλέτη και της Εναγόμενης 2. Ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να πει συγκεκριμένα πώς λήφθηκε η τελευταία γνώση της διεύθυνσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ανέφερε πως όλες οι επιστολές είχαν σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο και αναφέρθηκε στη γενικότερη πρακτική της Τράπεζας, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει ποιο άτομο ετοίμασε κάθε επιστολή ή ποιο άτομο μετέβη στο ταχυδρομείο για την αποστολή τους. Όταν του υποδείχθηκε ότι στο Τεκμήριο 8 γίνεται αναφορά σε «συστημένη» επιστολή, δεν διαφώτισε το δικαστήριο περαιτέρω και επέμεινε στη θέση του ότι έγινε χρήση συνηθισμένου ταχυδρομείου. Παρά την αμηχανία την οποία προκάλεσε η αντεξέταση στον ΜΕ1 και τη δυσκολία του να αναφερθεί με συγκεκριμένο τρόπο στα γεγονότα που αφορούσαν τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό, αλλά και την τάση προσφυγής του στη γενικότερη πρακτική της Τράπεζας προκειμένου να δικαιολογήσει ορισμένες ενέργειες στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν θεωρώ ότι είχε πραγματική εκδοχή ή συμπεριφορά με την οποία να κλονίστηκε η αξιοπιστία του σε βαθμό ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί γενικότερα σε αυτήν. Ως ΜΕ2 έδωσε σύντομη μαρτυρία και ο κ. XXXX, ιδιώτης δικαστικός επιδότης, ο οποίος κατάθεσε ως Τεκμήριο 23 την ένορκη δήλωση επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής στην Εναγόμενη 2 στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 2, στην «XXXX, 4048, XXXX» παρά το γεγονός ότι επί του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής αναγράφθηκε η διεύθυνση του αρχικού εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 2. Αντεξετάστηκε και αυτός ο μάρτυρας, ωστόσο δεν θεωρώ τη μαρτυρία του σχετική με τα θέματα που είναι επίδικα ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον αφορούν σε γεγονότα μετά την καταχώριση της αγωγής, την επίδοσή της, που εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε με σχετική διαδικασία. Ως μάρτυρας της Ενάγουσας, προσήλθε και ο ΜΕ3, κ. XXXX, λειτουργός στις υπηρεσίες της Ενάγουσας, ο οποίος ανέφερε πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο που είχαν λάβει χώρα οι τερματισμοί των επίδικων συμφωνιών, χειρίζονταν και ο ίδιος τους λογαριασμούς και είχε συναντηθεί και με τον πρωτοφειλέτη, διευθυντή της Εναγόμενης 2, στο γραφείο της εταιρείας τους. Μαρτύρησε για να υποδείξει πως παραλήφθηκαν οι επιστολές, επειδή γίνονταν συναντήσεις με την Ενάγουσα, ειδικότερα με τον ίδιο, από τις οποίες ήταν σαφές πως υπήρχε γνώση του πρωτοφειλέτη και κατ' επέκταση της Εναγόμενης 2, εταιρείας του, για την προβληματική πορεία των λογαριασμών. Και ο ΜΕ3 αντεξετάστηκε, ωστόσο, κατά την αντεξέτασή του, δεν έδωσε κάποια διαφορετική πραγματική εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα, ούτε κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Η μαρτυρία του, στον βαθμό βεβαίως που είναι σχετική, είναι αποδεκτή, ως μαρτυρία που μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο να διαγνώσει την ουσία της διαφοράς. Η σύναψη των συμφωνιών Ως προς τη σύναψη των συμφωνιών, η πιο σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΕ1 και ειδικότερα η έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε. Ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από το νομικό πρόσωπο της Ενάγουσας, και, ακόμα κι αν οι δηλώσεις του σε σχέση με την υπογραφή των συμφωνιών ή και τις καταχωρίσεις των χρεωπιστώσεων τις καταστάσεις λογαριασμού ή τις απαιτήσεις πληρωμής αναγκαστικά είναι, όπως λέει και ο συνήγορος της Εναγόμενης 2, «εξ ακοής», περισσότερο με την έννοια ότι άλλα φυσικά πρόσωπα που λειτουργούσαν ως οι εκπρόσωποι της Ενάγουσας για κάθε επιμέρους ενέργεια της Ενάγουσας, σε κάθε περίπτωση, δεν εξαιρούνται της αξιολόγησης. Δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι δεν υπογράφθηκαν οι συμφωνίες και τα έγγραφα που συνιστούν τα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11, 12, και 13, και ότι οι υπογραφές που φέρουν τα έγγραφα αυτά δεν ανήκουν στον πρωτοφειλέτη ή στην Εναγόμενη 2, προκειμένου να οδηγηθεί και η διερεύνηση της υπόθεσης προς μία άλλη οδό, ώστε να αναζητηθεί άλλη μαρτυρία, για άλλα γεγονότα. Απεναντίας, σε συνάρτηση με το ότι δεν αντικρούστηκε η μαρτυρία περί της ύπαρξης αυτών των συμφωνιών και εγγράφων, οι υποβολές ήταν συγκεκριμένες και σχετικές με το ότι «δεν τερματίστηκαν οι συμφωνίες», που (για να μην τερματιστούν) πάντως συνάφθηκαν, οπότε με βάση όσα έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, είναι λογικά πιθανότερο να έχουν συναφθεί οι συμφωνίες και να υφίστανται τα υπό αναφορά έγγραφα, παρά να μην έχουν συναφθεί ή να μην υπάρχουν καθόλου. Συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι, ως γεγονός, υπογράφθηκαν οι συμφωνίες και τα έγγραφα που συνιστούν τα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11, 12, και 13, και αυτά υφίστανται με αυτό το περιεχόμενό τους. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, ότι η Ενάγουσα, στο πλαίσιο αυτών των συμφωνιών, παραχώρησε στον πρωτοφειλέτη τις διευκολύνσεις του ορίου και του δανείου, ότι ο πρωτοφειλέτης έκανε χρήση των διευκολύνσεων, και ότι η Ενάγουσα διατηρούσε στο όνομα του πρωτοφειλέτη τους επίδικους λογαριασμούς, που ενημέρωνε αναλόγως. Αναπόφευκτα, το Δικαστήριο καταλήγει σε σχετικά ευρήματα. Η συμφωνία ορίου και η εγγύηση του ορίου Οι όροι της συμφωνίας ορίου που ενδιαφέρουν είναι αυτοί που περιέχονται στο Τεκμήριο 5. Η συμφωνία ορίου υπογράφθηκε κατά την 25.08.2008, και δι' αυτής συμφωνήθηκε όπως το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού, που ήδη λειτουργούσε από το 1992 με βάση τα Τεκμήρια 2, 3 και 4, και είχε μια ήδη διαμορφωμένη χρεωπιστωτική πορεία, αυξηθεί σε €20.000,00. Στη συμφωνία αυτή, δεν αναγράφεται οποιαδήποτε διαφοροποίηση του υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού, ως αυτό είχε κατά την 25.08.2008. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 15, στη σελίδα που έχει αριθμηθεί με το διακριτικό 106, κατά την 25.08.2008, το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν €8.090,50 και ήταν πιστωτικό. Σε συνάρτηση με το ότι δεν έτυχαν και αμφισβήτησης συγκεκριμένες χρεωπιστώσεις από μέρους της Εναγόμενης 2 στον τρεχούμενο λογαριασμό, συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι, κατά τη σύναψη της συμφωνίας του Τεκμηρίου 5, το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού είναι ως στο Τεκμήριο 15, και το Δικαστήριο δεν ανατρέχει σε ό,τι υφίστατο πριν από την 25.08.2008. Όπως προκύπτει από τη συμφωνία ορίου, η διευκόλυνση θα χρεώνονταν με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor, προσαυξημένο κατά 1,750% ετησίως. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας, το 6 μηνών Euribor ανέρχονταν σε 5,159%, όπως αναγράφεται στο Τεκμήριο 5 και βεβαιώνεται από το Τεκμήριο 17, που, με την προσαύξηση 1,750%, έδιδε σύνολο χρεωστικού τόκου 6,909% ετησίως. Ο τόκος θα υπολογίζονταν επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για τον υπολογισμό του θα λαμβάνονταν υπόψη όσες ημέρες έχει ο κάθε μήνας, αλλά για την εύρεση του τόκου θα λαμβάνονταν ως διαιρέτης το εμπορικό έτος, που αποτελείται από 360 ημέρες. Τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν του συμφωνηθέντος ορίου θα επιβαρύνονταν με πρόσθετο τόκο, που θα κοινοποιούνταν από την Ενάγουσα στον πρωτοφειλέτη. Εάν οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο με βάση τη συμφωνία και δεν πληρώνονταν, ο πρωτοφειλέτης θα όφειλε τόκο υπερημερίας, από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι εξόφλησης, με ποσοστό που θα ορίζονταν από την Ενάγουσα και θα κοινοποιούνταν στον πρωτοφειλέτη. Κάθε οφειλόμενος τόκος θα κεφαλαιοποιούνταν κάθε έξι μήνες, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. Ομοίως οι χρεώσεις εξόδων ως προς τις οποίες η παράγραφος 14 της συμφωνίας παραπέμπει στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων, που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, είναι το Τεκμήριο 7. Η Ενάγουσα θα δικαιούνταν να μεταβάλει (να αυξήσει ή να μειώσει), μέσα στο πλαίσιο της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, τον τόκο ή τον τρόπο υπολογισμού του ή τα έξοδα, και θα ενημέρωνε τον πρωτοφειλέτη με τον προσφορότερο τρόπο, είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με ειδοποίηση. Η Ενάγουσα, σύμφωνα με την παράγραφο 12, τηρουμένων τυχόν προνοιών του νόμου, είχε δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία της διευκόλυνσης, και να ζητήσει από τον πρωτοφειλέτη να πληρώσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, και εάν δεν πληρωθεί, να απαιτήσει δικαστικά την πληρωμή του χρέους. Εκτός από αυτή την παράγραφο 12 της συμφωνίας, οποιεσδήποτε άλλες πρόνοιές της, σύμφωνα με την παράγραφο 21, μπορούσαν να τροποποιηθούν να συμπληρωθούν με την συγκατάθεση και των δύο συμβαλλομένων. Στην παράγραφο 24 της συμφωνίας που αφορά στον πρωτοφειλέτη, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στον νόμο, ειδοποιήσεις με βάση τη συμφωνία, θα μπορούσαν να δοθούν ταχυδρομικώς, με συνηθισμένο ή συστημένο ταχυδρομείο ή και στο χέρι, στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση δίδει ο πρωτοφειλέτης ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Με «Παράρτημα» που υπάρχει στη συμφωνία, ο τόκος υπερημερίας συμφωνήθηκε στο ποσό των 5,25%, ενώ δίδεται και ο ορισμός του Euribor. Στην «εγγύηση» που υπάρχει ενσωματωμένη στη συμφωνία του Τεκμηρίου 5, υπάρχει η προειδοποίηση πως ο εγγυητής δυνατόν να βρεθεί μόνος εξ ολοκλήρου υπόχρεος για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Πρόκειται για εγγύηση της πληρωμής του χρέους, που περιέχει την ανάληψη υποχρέωσης από τον εγγυητή να πληρώσει ο ίδιος το χρέος, εάν δεν υπάρξει πληρωμή του από τον πρωτοφειλέτη, με την υποβολή απαίτησης από την Ενάγουσα. Η εγγύηση θα ίσχυε ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε επιμέρους μεταβολών στη εγγυώμενη συμφωνία ορίου ή στο όριο και τυχόν πληρωμές έναντι από τον πρωτοφειλέτη ή παραστάσεις της Τράπεζας προς τον πρωτοφειλέτη. Ο εγγυητής συμφωνούσε ότι δεν είναι αναγκαίο να ενημερώνεται και ο ίδιος γι' αυτές, και η εγγύησή του θα ίσχυε και θα δημιουργούσε ευθύνη στον εγγυητή ως να ήταν ο πρωτοφειλέτης, ακόμα κι αν ο πρωτοφειλέτης ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο ή η διευκόλυνση προς αυτόν ήταν άκυρη ή δεν μπορούσε για οποιονδήποτε λόγο να εισπραχθεί το χρέος από τον πρωτοφειλέτη. Στη συμφωνία εγγύησης δεν προβλέπεται κάποιος ιδιαίτερος τρόπος υποβολής της απαίτησης πληρωμής προς τον εγγυητή. Η υπέρβαση του ορίου και η οφειλή Το Τεκμήριο 15 κατατέθηκε στο Δικαστήριο χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, μετά που ο ΜΕ1 ανέφερε στο Δικαστήριο, στην παράγραφο 31 της γραπτής του δήλωσης, πως οι καταχωρίσεις στους δύο επίδικους λογαριασμούς συνιστούν καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας, που τηρείται και σε ηλεκτρονική μορφή, που έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας. Το τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και υπό τον έλεγχό της, και όλες οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΕ1 και αφού συγκρίθηκαν με τις αρχικές καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι ορθές. Ο ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε επί αυτών των δηλώσεών του. Πρόσθετα, το Τεκμήριο 15 συνοδεύθηκε από πιστοποιητικό, το οποίο υπογράφει ο ΜΕ1 ως κάτοχος υπεύθυνης θέσης και ως αρμόδιος λειτουργός για την τήρηση του αρχείου, δια του οποίου αναφέρεται πως οι καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμηρίου 15 είναι μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Ενάγουσας. Ήταν προφανής η προσπάθεια της Ενάγουσας να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις καταστάσεις λογαριασμού του τρεχούμενου λογαριασμού, τηρώντας τις προϋποθέσεις τόσο του άρθρου 22 όσο και του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Το άρθρο 22 του Κεφ. 9, το οποίο κωδικοποιεί την Bankers' Books Evidence Act 1879, προέβλεψε μίαν εξαίρεση στον κανόνα της μη αποδοχής της εξ ακοής μαρτυρίας που ίσχυε πριν από την τροποποίηση που επέφερε γενικευμένα ο Νόμος 32(Ι)/2004, ορίζοντας ότι, τηρουμένων κάποιων επιμέρους προϋποθέσεων, το αντίγραφο μίας καταχώρισης σε ένα τραπεζικό βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί στις δικαστικές διαδικασίες εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δoσoληψιών και λoγαριασμών πoυ είναι καταχωρισμένα σ' αυτό. Εκεί όπου το άρθρο αυτό εφαρμόζεται, δεν είναι αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη κάθε μίας συναλλαγής από αυτές που έχουν καταχωριστεί στο τραπεζικό βιβλίο και περιλήφθηκαν στην κατάσταση λογαριασμού. Η κατάσταση λογαριασμού συνιστά και μια συνοπτική απεικόνιση του τραπεζικού βιβλίου. Το τεκμήριο που δημιουργεί βεβαίως το άρθρο 22 του Κεφ. 9 είναι ότι, ως γεγονός, έγιναν αυτές οι καταχωρίσεις, ότι αυτές είναι, δεν είναι άλλες, άρα ως προς την πραγματική ορθότητά τους. Η αμφισβήτηση του τεκμηρίου αυτού προϋποθέτει μαρτυρία ότι έγιναν και άλλες πράξεις, που όμως παραλήφθηκαν να καταχωριστούν στο τραπεζικό βιβλίο ή που καταχωρίστηκαν και δεν αναφέρονται, ή ότι δεν έγιναν πράγματι καταχωρίσεις που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε η κατάθεση του Τεκμηρίου 15, δεν αμφισβητήθηκε και οποιαδήποτε καταχώριση σε αυτό ότι, ως γεγονός, έγινε, ούτε υπήρξε η θέση ότι υπήρξαν πράξεις που δεν καταχωρίστηκαν στο τραπεζικό βιβλίο ή δεν περιλήφθηκαν και στην κατάσταση λογαριασμού που το απεικονίζει. Εάν η Ενάγουσα δικαιούνταν να προβεί στις συγκεκριμένες χρεώσεις τόκων και εξόδων, που ως γεγονός έγιναν, είναι άλλο θέμα, που δίνει αναφορά στη μεταξύ της Ενάγουσας και του πρωτοφειλέτη συμφωνία ή και σε οποιονδήποτε νόμο τυχόν απαγορεύει ή επιτρέπει συγκεκριμένο είδος χρεώσεων. Έτσι, δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου της Εναγόμενης 2 ότι, επειδή δεν παρουσιάστηκε «πρωτογενής μαρτυρία» για το κάθε υπόλοιπο, το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τις καταστάσεις λογαριασμού, καθότι, υπό τις περιστάσεις, η Ενάγουσα δεν όφειλε να παρουσιάσει οποιαδήποτε «πρωτογενή μαρτυρία». Αυτό, εξάλλου, θα ήταν πρακτικά αδύνατον, αλλά και θα έβαινε εκτός της λογικής οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, να έπρεπε να προσκομιστεί «πρωτογενής μαρτυρία» για να αποδειχθεί η κάθε μία από τις, όπως φαίνεται, χιλιάδες καταχωρίσεις στο Τεκμήριο 15, για να αποδειχθεί ότι αυτές έγιναν, χωρίς να αμφισβητείται οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώριση, ώστε να υπάρχει διαθέσιμο δικονομικό πλαίσιο για τέτοιου είδους δίκη. Πέραν των ως άνω αναφερθέντων, δεν συνιστά υποχρέωση ενός πιστωτή, επειδή είναι Τράπεζα, να αποδεικνύει τη δική της απαίτηση προς τους αντισυμβαλλόμενους της με βάση το άρθρο 22 του Κεφ. 9. Εάν, με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και αποδέχεται ως αξιόπιστη, αποδεικνύεται η σύμβαση, η παράβασή της, η ύπαρξη του χρέους και το ύψος του χρέους, όπως σε κάθε άλλη υπόθεση απόδειξης χρέους προς οποιαδήποτε εταιρεία ή απλά έμπορο, αυτό αποδεικνύεται. Η εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ. 9 καθίσταται πιο σχετική, όταν τις καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο επικαλείται ένα τρίτο πρόσωπο, όπου για να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι αυτές όντως έγιναν, θα πρέπει να παρασχεθεί μαρτυρία από την Τράπεζα που να ικανοποιεί τις επιμέρους προϋποθέσεις της Bankers' Books Evidence Act 1879, άρα του άρθρου 22 του Κεφ. 9[1]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΕ1, ακόμα και αν δεν αναφέρονται καθόλου στις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9, που όμως αναφέρθηκε, είναι υπάλληλος της Ενάγουσας με την οποίαν είχαν συμβληθεί ο πρωτοφειλέτης και η Εναγόμενη 2 και κατέθεσε εκ μέρους της Ενάγουσας, ότι εξέδωσε καταστάσεις λογαριασμού στο πλαίσιο της συμβατικής τους σχέσης, προς απόδειξη του ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι υφίσταται χρέος σε αυτό το ύψος. Δεν βασίστηκε, η υπόθεση της Ενάγουσας, σε καταχωρίσεις που έγιναν από μία Τράπεζα σε ένα τραπεζικό βιβλίο, αλλά σε χρεωπιστώσεις που έγιναν από την ίδια την Ενάγουσα στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης, της οποίας η Ενάγουσα είχε αδιαμφισβήτητη γνώση. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος, το Δικαστήριο να μην αξιολογήσει το Τεκμήριο 15, σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία της Ενάγουσας. Νοείται πως, το γεγονός ότι προσκομίζεται μαρτυρία σχετικά με τις προϋποθέσεις της Bankers' Books Evidence Act 1879, δεν αποδεικνύει χρέος προς την Τράπεζα από μόνο του. Δεν αρκεί η πραγματική ορθότητα ή το γεγονός ότι όντως έγιναν ορισμένες συναλλαγές. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αντιληφθεί πώς οι καταστάσεις λογαριασμού απολήγουν στη συγκεκριμένη απαίτηση της Ενάγουσας και πώς την δικαιολογούν. Η υποχρέωση της Ενάγουσας να εξηγήσει πώς προέκυψε το χρεωστικό υπόλοιπο κάθε λογαριασμού, δεν συνιστά υποχρέωσή της να παρουσιάσει «πρωτογενή μαρτυρία» για κάθε μία καταχώριση, και δεν διαφοροποιείται από τον τρόπο με τον οποίον θα πρέπει να εξηγήσει τις δοσοληψίες του κάθε άλλος έμπορος που ενάγει για το λαβείν του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΕ1 κατέθεσε και όλες τις συμφωνίες στο πλαίσιο τον οποίων λειτούργησε το Τεκμήριο 15, από την αρχή, και εξήγησε ένα περίπου τι περιέχει και πώς δομείται και λειτουργεί το Τεκμήριο 15. Στη μαρτυρία του, ο ΜΕ1, ανέφερε πως ο τρεχούμενος λογαριασμός, κατά την 12.08.2011, παρουσίαζε υπέρβαση, εξ ου και εστάλη κάποια επιστολή ημερομηνίας 12.08.2011. Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 15, στη σελίδα 141, όντως, φαίνεται ότι την 31.10.2011, υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο €20.294,95, που είναι καθ' υπέρβαση του ορίου των €20.000,00, που ήταν το συμφωνηθέν όριο. Ειδικότερα, από την 30.09.2011 ο τρεχούμενος λογαριασμός ξεπέρασε το συμφωνημένο όριο των €20.000,00, με τη χρέωση των τόκων της 30.09.2011 εκ €259,95 το χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε σε €20.259,95 και έπειτα είχε μίαν ανοδική πορεία, χωρίς πιστώσεις. Σημειώνεται πως, το Τεκμήριο 15, στη σελίδα 140 (περίοδος 18.09.2011 -30.09.2011) όπου με το νέο λογισμικό της Τράπεζας φαίνεται να γίνεται ξεχωριστή αναφορά στο περιθώριο, η αναφορά στο περιθώριο του ποσοστού 3,75% αντί 1,75% που αναγράφεται στη συμφωνία ορίου του Τεκμηρίου 5, δικαιολογείται με το Τεκμήριο 18, που συνιστά την ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο για την αύξηση του περιθωρίου κατά 2,00%. Από τη συμφωνία ορίου, προκύπτει ότι ο πρωτοφειλέτης θα έπρεπε να κινεί το όριό του μέχρι το ποσό που συμφωνήθηκε, δηλαδή μέχρι τις €20.000,00. Η υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου, που συνιστά και παράβαση της συμφωνίας ορίου, έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει την εξόφληση του χρέους, δηλαδή του ποσού που συνιστούσε την υπέρβαση, και να θεωρεί το χρέος υπερήμερο, εάν δεν εξοφλούνταν. Το δικαίωμα του πιστωτή να τερματίσει τη διευκόλυνση και να απαιτήσει την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου προβλέπεται ξεχωριστά στη συμφωνία ορίου. Σύμφωνα με τη μαρτυρίου του ΜΕ1, υπήρξε υπέρβαση του ορίου την 12.08.2011 και γι' αυτό εστάλη η επιστολή ημερομηνίας 12.08.2011 που συνιστά το Τεκμήριο 8, ωστόσο στο Τεκμήριο 8, αναγράφεται ως υπόλοιπο το ποσό των €19.599,37, που συνάδει και με το Τεκμήριο 15. Ευλόγως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η επιστολή ημερομηνίας 12.08.2011 εστάλη επειδή υπήρξε υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου. Η αναφορά στην επιστολή σε «μη ικανοποιητική κίνηση» του λογαριασμού δεν κατέστη κατανοητή μέσα από την προφορική μαρτυρία του ΜΕ1, ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να παρατηρήσει ότι ήταν όντως μη ικανοποιητική η κίνηση του τρεχούμενου λογαριασμού με βάση το Τεκμήριο 15, εφόσον η μόνη πίστωση που είχε γίνει τους τελευταίους μήνες πριν από την εν λόγω επιστολή ήταν την 30.06.2011, ποσού €399,20 και έπειτα ο λογαριασμός αφέθηκε να τοκίζεται και να χρεώνεται με διάφορα έξοδα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, επειδή εξακολουθούσε να υπάρχει υπέρβαση, εστάλη και η επιστολή ημερομηνίας 06.02.2012 στον πρωτοφειλέτη, που συνιστά το Τεκμήριο 9. Το Τεκμήριο 9 ούτως ή άλλως δεν φαίνεται να είχε σταλεί στο νομικό πρόσωπο της Εναγόμενης 2, παρά μόνον στον πρωτοφειλέτη. Την απαίτηση πληρωμής και προς την Εναγόμενη 2 ουσιαστικά συνιστά το Τεκμήριο 10, δηλαδή η επιστολή ημερομηνίας 02.03.2012. Το Τεκμήριο 10 φέρεται να εστάλη με έρεισμα την παράγραφο 12 της συμφωνίας του Τεκμηρίου 5, όπως ρητά αναγράφεται σε αυτήν, και με βάση τη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2. Δι' αυτής της επιστολής, η Ενάγουσα φέρεται να τερμάτισε τη διευκόλυνση του ορίου, δηλαδή αφαίρεσε από τον πρωτοφειλέτη τη δυνατότητα να κάνει χρήση ορίου, και ζήτησε από τον πρωτοφειλέτη και από την Εναγόμενη 2 την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου. Παρά το γεγονός ότι στην επιστολή του Τεκμηρίου 10 αναγράφεται ως χρεωστικό υπόλοιπο κατά τον τερματισμό το ποσό των €20.828,26, στο Τεκμήριο 15 το χρεωστικό υπόλοιπο, πριν από τη χρέωση τόκων την 30.03.2012, ήταν €20.620,15. Με την ίδια επιστολή, η Ενάγουσα αξίωσε και τόκο υπερημερίας ύψους 6,00% και αναφέρει ότι αυτό είχε κοινοποιηθεί. Ως γεγονός, στις καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμηρίου 15, αναγράφεται αυτό το ποσοστό ως τόκος υπερημερίας. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 15, κατά την 02.03.2012, το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν €20.620,15, χωρίς οποιουσδήποτε αναλογούντες τόκους μέχρι το τέλος της περιόδου τοκισμού, την 30.03.2012. Στο ποσό των €20.620,15 περιλαμβάνονται τόκοι υπερημερίας που χρεώθηκαν μέχρι την 02.03.2012, εφόσον αυτό αναφέρεται ρητά στο Τεκμήριο 15. Με τους αναλογούντες τόκους, το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 02.03.2012 ήταν €20.828,26. Δεν προσφέρθηκε κάποια διαφορετική μαρτυρία, που να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο προς μία άλλη πραγματική εκδοχή. Ο τερματισμός του ορίου και η απαίτηση πληρωμής Κατά πόσον έγινε ή όχι τερματισμός της διευκόλυνσης είναι ένα θέμα, πραγματικό, και εάν κάποιος γενόμενος τερματισμός είναι νόμιμος, με αναφορά στα συμβατικά κείμενα, είναι άλλο θέμα. Σε σχέση με τα γεγονότα, για τα οποία παρέχεται και η μαρτυρία, δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ1 κάποια θέση της Εναγόμενης 2 ότι τα Τεκμήρια 8, 9, και 10, που αφορούν τις επιστολές για το όριο, ετοιμάστηκαν από την Ενάγουσα εκ των υστέρων, προκειμένου να ισχυριστεί ψευδώς ότι απαίτησε την πληρωμή των οφειλών πριν να εγείρει αγωγή. Συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα Τεκμήρια 8, 9 και 10 ετοιμάστηκαν στους χρόνους που το καθένα από αυτά αναφέρει, με σκοπό να σταλούν στους παραλήπτες που αναγράφονται σε αυτές. Αμφισβητήθηκε, βεβαίως, ότι αυτές οι επιστολές «ταχυδρομήθηκαν», και τούτο επειδή ο ΜΕ1 δεν γνώριζε ποιος εκ των υπαλλήλων της Τράπεζας προέβη σε κάθε μία ενέργεια, σε όλη την αλυσίδα πράξεων που μεσολαβούν μέχρι και την ταχυδρόμηση των επιστολών αυτών. Έδωσε απαντήσεις με αναφορά στη γενική πρακτική της Τράπεζας και υπέβαλε τη θέση της Ενάγουσας ότι ταχυδρομήθηκαν. Θέση που εμπεριέχει βεβαίως και τη λογική ότι, εφόσον η Τράπεζα ήθελε να εισπράξει το λαβείν της, δεν θα είχε ετοιμάσει και εκτυπώσει επιστολές τις οποίες, όμως, να μην είχε αποστείλει. Πέραν, όμως, της λογικής του πράγματος, η συμφωνία ορίου προέβλεπε τρόπο αποστολής ειδοποιήσεων προς τον πρωτοφειλέτη που δεν περιλάμβανε κατ' ανάγκη την ταχυδρόμηση, και η πρόνοια σε σχέση με οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις φαίνεται να τέθηκε στη συμφωνία ορίου για να εξυπηρετεί περισσότερο τις ανάγκες του πιστωτή για ευελιξία ως προς τον τρόπο παροχής των ειδοποιήσεων, παρά για να δίδει συγκεκριμένο επιχείρημα στον πρωτοφειλέτη ότι δεν έλαβε κάποια ειδοποίηση και δη αυτήν που τερματίζει τη διευκόλυνση και του ζητά να πληρώσει το χρέος που δημιούργησε, που συνιστά συμβατική υποχρέωσή του να το πληρώσει. Η συμφωνία εγγύησης δεν προβλέπει κάποιον συγκεκριμένο τρόπο υποβολής της απαίτησης πληρωμής. Αν και εφόσον υπήρξε και αγωγή, ουδεμία αμφιβολία θα έπρεπε να υπάρχει ως προς την απαίτηση πληρωμής, για σκοπούς χρονικού προσδιορισμού του τερματισμού περισσότερο, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ1, την ύπαρξη των Τεκμηρίων 8, 9 και 10, και την ενίσχυση που προσέφερε η μαρτυρία του ΜΕ3, θεωρώ πως στάλθηκαν από την Ενάγουσα οι επιστολές των Τεκμηρίων 8, 9 και 10 στους παραλήπτες τους, οι οποίοι γνώριζαν ότι δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν το όριο, και ότι η Ενάγουσα απαιτεί την πληρωμή του χρέους. Δεν αμφισβητείται ότι τα Τεκμήρια 8, 9 και 10 στάλθηκαν στη διεύθυνση που αναγράφεται σε αυτά, που αυτή διαφέρει από τη διεύθυνση που αναγράφεται στις συμφωνίες. Συναφώς να αναφερθεί πως, παρά τις ως άνω υποβολές προς τον ΜΕ1 σε σχέση με τη διεύθυνση της Εναγόμενης 2 και κατ' επέκταση τις αντίστοιχες εισηγήσεις του συνηγόρου της Εναγόμενης 2 κατά την προσφώνησή του, ως Τεκμήριο 22 κατατέθηκε εκ συμφώνου στο Δικαστήριο, την 03.03.2021, δέσμη που περιέχει πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 25.02.2021, σε σχέση με τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 2, σύμφωνα με τα οποία η αρχική διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 2 ήταν η «XXXX, 3027, XXXX», που αναγράφεται στις συμφωνίες, και, από την 09.01.2009 και μετέπειτα, η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της είναι η «XXXX, 4048, XXXX», στην οποία στάλθηκαν οι επιστολές. Κρίνω ότι, με βάση το σύνολο της προαναφερθείσας μαρτυρίας, ο τερματισμός της συμφωνίας ορίου, ως γεγονός, έγινε δια της επιστολής ημερομηνίας 02.03.2012, με αυτή την ημερομηνία ισχύος, η οποία στάλθηκε στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 2. Περαιτέρω, εφόσον ο τερματισμός αυτός ερείδεται στην παράγραφο 12 του Τεκμηρίου 5 και στη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2 και περιέχει απαίτηση πληρωμής, και εφόσον κατά την 02.03.2012 δεν υφίστατο οποιαδήποτε νομική πρόνοια που να απαγορεύει τον τερματισμό και την απαίτηση πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου με τον τρόπο που έγινε, δεν θεωρώ ότι ο τερματισμός της διευκόλυνσης του ορίου και η απαίτηση πληρωμής δεν έγινε δικαιωματικά και νόμιμα. Κρίνω ότι η Ενάγουσα άσκησε δικαιολογημένα αυτό το συμβατικό δικαίωμά της, να τερματίσει τη διευκόλυνση, εφόσον από την πορεία του τρεχούμενου λογαριασμού, για χρονικό διάστημα μηνών, διαφαίνονταν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε τάση ομαλοποίησης. Η αναδόμηση της κατάστασης του τρεχούμενου λογαριασμού Η οφειλή σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό είναι αυτή που ίσχυε κατά τον τερματισμό και την απαίτηση πληρωμής, την 02.03.2012, εφόσον, σύμφωνα και με τη μαρτυρία, δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους που με βάση τη σύμβαση απαιτήθηκε. Κατά τον τερματισμό, το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €20.620,15 και η απαίτηση πληρωμής έγινε για το ποσό των €20.828,26, που περιλαμβάνει τους αναλογούντες τόκους μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ως αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού το Τεκμήριο 16, η οποία εκκινεί με το ποσό του ορίου μόνον ως οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο κατά τον τερματισμό, δηλαδή από το ποσό των €20.000,00, και προσθέτει επί αυτούς τόκους με επιτόκιο 6,05900% (5,05900% πλέον 1,00% τόκο υπερημερίας), από την 02.03.2021 μέχρι την 29.01.2021. Δεν αμφισβητήθηκε η λογιστική διεργασία που έγινε από την Ενάγουσα προκειμένου να υπολογιστεί το σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού. Το Δικαστήριο δέχεται τον περιορισμό της απαίτησης της Ενάγουσας ως προς το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού και τον τόκο. Η συμφωνία δανείου και η εγγύηση του δανείου Οι όροι της συμφωνίας δανείου περιέχονται στο Τεκμήριο 11. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11, η Ενάγουσα, την 09.11.2007, συμφώνησε με τον πρωτοφειλέτη να του χορηγήσει δάνειο ύψους €51.730,00, με σκοπό την αγορά αυτοκινήτου. Το δάνειο θα αποπληρώνονταν δια συνολικά 72 μηνιαίων δόσεων εκ €854,17 η κάθε μία, αρχής γενομένης ένα μήνα μετά τη χορήγηση του δανείου. Η διευκόλυνση θα χρεώνονταν με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor, που κατά την ετοιμασία της συμφωνίας δανείου ανέρχονταν σε 4,60%, προσαυξημένο κατά 1,25%, που κατά τον ίδιο χρόνο έδιδε σύνολο χρεωστικού τόκου 5,85% ετησίως. Το τόκος θα υπολογίζονταν επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για τον υπολογισμό του τόκου οι μήνες θα λογαριάζονταν προς όσες ημέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα χρησιμοποιούνταν ως διαιρέτης το εμπορικό έτος, που αποτελείται από 365 ημέρες. Εάν οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο με βάση τη συμφωνία και δεν πληρώνονταν, ο πρωτοφειλέτης θα όφειλε τόκο υπερημερίας, από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι εξόφλησης, με ποσοστό που θα ορίζονταν από την Ενάγουσα και θα κοινοποιούνταν στον πρωτοφειλέτη. Κάθε οφειλόμενος τόκος θα κεφαλαιοποιούνταν κάθε έξι μήνες, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. Ομοίως οι χρεώσεις εξόδων που θα χρεώνονταν με βάση τη συμφωνία, με αναφορά, στην παράγραφο 6 των ειδικών όρων που παραπέμπει στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων της Ενάγουσας, αλλά και στην παράγραφο 6 των γενικών όρων, που αναφέρεται στα έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες και πληρωμές οποιασδήποτε μορφής, που δημιουργήθηκαν ή θα δημιουργούνταν άμεσα ή έμμεσα ως αποτέλεσμα του δανείου. Η Ενάγουσα θα δικαιούνταν να μεταβάλει (να αυξήσει ή να μειώσει), μέσα στο πλαίσιο της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, τον τόκο ή τον τρόπο υπολογισμού του ή τα έξοδα, και θα ενημέρωνε τον πρωτοφειλέτη με τον προσφορότερο τρόπο, είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με ειδοποίηση. Η Ενάγουσα, σύμφωνα με την παράγραφο 4, τηρουμένων τυχόν προνοιών του νόμου, είχε δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία της διευκόλυνσης, και να ζητήσει από τον πρωτοφειλέτη να πληρώσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, και εάν δεν πληρωθεί, να απαιτήσει δικαστικά την πληρωμή του χρέους. Εκτός από αυτή την παράγραφο 4 της συμφωνίας, οποιεσδήποτε άλλες πρόνοιές της, σύμφωνα με την παράγραφο 14, μπορούσαν να τροποποιηθούν να συμπληρωθούν με την συγκατάθεση και των δύο συμβαλλομένων. Στην παράγραφο 17 της συμφωνίας που αφορά στον πρωτοφειλέτη, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στον νόμο, ειδοποιήσεις με βάση τη συμφωνία, θα μπορούσαν να δοθούν ταχυδρομικώς, με συνηθισμένο ή συστημένο ταχυδρομείο ή και στο χέρι, στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση δίδει ο πρωτοφειλέτης ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Οι όροι της συμφωνίας εγγύησης για το δάνειο περιέχονται στο Τεκμήριο 12. Υπάρχει η προειδοποίηση πως ο εγγυητής δυνατόν να βρεθεί μόνος εξ ολοκλήρου υπόχρεος για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Πρόκειται για εγγύηση της πληρωμής του χρέους, που περιέχει την ανάληψη υποχρέωσης από τον εγγυητή να πληρώσει ο ίδιος το χρέος, εάν δεν υπάρξει πληρωμή του από τον πρωτοφειλέτη, με την υποβολή απαίτησης από την Ενάγουσα, μέχρι το ποσό των €62.076,00. Η εγγύηση θα ίσχυε ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε επιμέρους μεταβολών στη εγγυώμενη συμφωνία δανείου ή στο δάνειο και τυχόν πληρωμές έναντι από τον πρωτοφειλέτη ή παραστάσεις της Τράπεζας προς τον πρωτοφειλέτη. Ο εγγυητής συμφωνούσε ότι δεν είναι αναγκαίο να ενημερώνεται και ο ίδιος γι' αυτές, και η εγγύησή του θα ίσχυε και θα δημιουργούσε ευθύνη στον εγγυητή ως να ήταν ο πρωτοφειλέτης, ακόμα κι αν ο πρωτοφειλέτης ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο ή η διευκόλυνση προς αυτόν ήταν άκυρη ή δεν μπορούσε για οποιονδήποτε λόγο να εισπραχθεί το χρέος από τον πρωτοφειλέτη. Στην παράγραφο 10 προβλέπονταν ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση προς την Εναγόμενη 2 θα μπορούσε να δοθεί σε αυτήν και ιδιοχείρως ή με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στη διεύθυνση που δηλώνεται στη συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση έδιδε η Εναγόμενη 2 στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή της διεύθυνση. Οι καθυστερήσεις στο δάνειο και η οφειλή Το Τεκμήριο 19 κατατέθηκε στο Δικαστήριο χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, μετά που ο ΜΕ1 ανέφερε στο Δικαστήριο, στην παράγραφο 31 της γραπτής του δήλωσης, πως οι καταχωρίσεις στους δύο επίδικους λογαριασμούς συνιστούν καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας, που τηρείται και σε ηλεκτρονική μορφή, που έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας. Ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν για την αποδεκτότητα και την πραγματική ορθότητα του Τεκμηρίου 15 και όσον αφορά το Τεκμήριο 19, το οποίο, επίσης, δεν κατατέθηκε χωρίς εξήγηση για το πώς προκύπτει το χρέος, αλλά μαζί με τα Τεκμήρια 11 και 12. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 19, το δάνειο χορηγήθηκε στον πρωτοφειλέτη την 13.11.2007, επομένως χρεώθηκε στον λογαριασμό δανείου το ποσό των €51.730,00. Αρχικά, φαίνεται ότι πληρώνονταν και δόσεις, που συνάδουν με το Τεκμήριο 11, την 10.12.2007 ποσό €854,17 και ούτω καθεξής τους επόμενους μήνες. Η δόση φαίνεται ότι προσαρμόζονταν ανάλογα, και αυτό ήταν κάτι που μπορούσε να γίνει με βάση το Τεκμήριο 11, επομένως βλέπουμε στο Τεκμήριο 19 από την 10.06.2008 να είναι €856,68, από την 10.12.2008 να είναι €853,54 και ούτω καθεξής, οι προσαρμογές των δόσεων φαίνεται ότι γίνονταν κάθε φορά που άλλαζε το επιτόκιο, οι αλλαγές του οποίου αναγράφονται στο Τεκμήριο 19. Όσον αφορά το δάνειο, η μαρτυρία του ΜΕ1, στην παράγραφο 44 της γραπτής του δήλωσης, συνάδει με τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 19 και στο Τεκμήριο 21, και είναι αποδεκτή αυτή η μαρτυρία. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 19, το δάνειο πληρώνονταν κανονικά μέχρι και την 30.06.2011. Τον Ιούλιο του 2011 δεν υπήρξε κάποια πληρωμή, ούτε τον Αύγουστο του 2011, ενώ την 19.09.2011 πληρώθηκε ένα ποσό €400,63, που δεν κάλυπτε τις καθυστερήσεις. Η πληρωμή ημερομηνίας 19.09.2011 στο προαναφερόμενο ποσό φαίνεται να έγινε μετά την επιστολή ημερομηνίας 12.08.2011, δια της οποίας η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τερμάτισε τη διευκόλυνση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, επειδή υπήρχαν οι καθυστερήσεις, εστάλη και η επιστολή ημερομηνίας 12.08.2011 στον πρωτοφειλέτη, που συνιστά το Τεκμήριο 14. Το Τεκμήριο 14 φέρεται να εστάλη με έρεισμα την παράγραφο 4 της συμφωνίας του Τεκμηρίου 11, όπως ρητά αναγράφεται σε αυτήν, και με βάση τη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2. Δι' αυτής της επιστολής, η Ενάγουσα φέρεται να τερμάτισε τη συμφωνία δανείου, και ζήτησε από τον πρωτοφειλέτη και από την Εναγόμενη 2 την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου. Παρά το γεγονός ότι στην επιστολή του Τεκμηρίου 11 αναγράφεται ως χρεωστικό υπόλοιπο κατά τον τερματισμό το ποσό των €25.167,10, στο Τεκμήριο 19 το χρεωστικό υπόλοιπο, πριν από την χρέωση των τόκων περιόδου και των επιβαρύνσεων την 16.09.2011 και την πληρωμή της 19.09.2011, ήταν €20.008,54. Με την ίδια επιστολή, η Ενάγουσα αξίωσε και τόκο υπερημερίας ύψους 6,00% και αναφέρει ότι αυτό είχε κοινοποιηθεί. Ως γεγονός, στις καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμηρίου 19, αναγράφεται αυτό το ποσοστό ως τόκος υπερημερίας. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 19, κατά την 12.08.2011, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ήταν €20.008,54, χωρίς οποιουσδήποτε αναλογούντες τόκους μέχρι το τέλος της περιόδου τοκισμού. Στο ποσό των €20.008,54 περιλαμβάνονται τόκοι υπερημερίας που χρεώθηκαν μέχρι την 12.08.2011, εφόσον αυτό αναφέρεται και στο Τεκμήριο 19. Με τους αναλογούντες τόκους της περιόδου τοκισμού που έτρεχε κατά τον τερματισμό, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου κατά την 12.08.2011 ήταν €25.167,10, όπως αναφέρετε στην επιστολή τερματισμού. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, που να οδηγεί το Δικαστήριο προς μία διαφορετική πραγματική εκδοχή. Ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου και η απαίτηση πληρωμής Σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν στον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, επίσης, δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ1 κάποια θέση της Εναγόμενης 2 ότι το Τεκμήριο 14 που αφορά τις επιστολές για το δάνειο ετοιμάστηκαν από την Ενάγουσα εκ των υστέρων, προκειμένου να ισχυριστεί ψευδώς ότι απαίτησε την πληρωμή των οφειλών πριν να εγείρει αγωγή. Συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επιστολές που συνιστούν το Τεκμήριο 14 ετοιμάστηκαν στους χρόνους που αναφέρονται σε αυτές, με σκοπό να σταλούν στους παραλήπτες που αναγράφονται σε αυτές. Αμφισβητήθηκε, βεβαίως, ότι και αυτές οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν, και τούτο για τον ίδιο προαναφερόμενο λόγο, επειδή ο ΜΕ1 δεν γνώριζε ποιος εκ των υπαλλήλων της Τράπεζας προέβη σε κάθε μία ενέργεια, σε όλη την αλυσίδα πράξεων που μεσολαβούν μέχρι και την ταχυδρόμηση των επιστολών αυτών και έδωσε απαντήσεις με αναφορά στη γενική πρακτική της Τράπεζας, υποβάλλοντας τη θέση της Ενάγουσας ότι ταχυδρομήθηκαν. Πέραν της λογικής εφόσον η Τράπεζα ήθελε να εισπράξει το λαβείν της, να είχε ετοιμάσει και εκτυπώσει επιστολές τις οποίες να είχε αποστείλει, και η συμφωνία δανείου προέβλεπε τρόπο αποστολής ειδοποιήσεων προς τον πρωτοφειλέτη που δεν περιλάμβανε κατ' ανάγκη την «ταχυδρόμηση», και η πρόνοια σε σχέση με οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις φαίνεται να τέθηκε και εκεί για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του πιστωτή, παρά για να δίδει συγκεκριμένο επιχείρημα στον πρωτοφειλέτη ότι δεν έλαβε κάποια ειδοποίηση και δη αυτήν που τερματίζει τη διευκόλυνση και του ζητά να πληρώσει το χρέος, που ο ίδιος συμβατική υποχρέωση να πληρώσει χωρίς οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής. Ομοίως, η συμφωνία εγγύησης. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ1, την ύπαρξη του Τεκμηρίου 14, και την ενίσχυση που προσέφερε και η μαρτυρία του ΜΕ3, θεωρώ πως στάλθηκαν από την Ενάγουσα οι επιστολές του Τεκμηρίου 14 στους παραλήπτες τους, οι οποίοι γνώριζαν ότι η Ενάγουσα απαιτεί την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου. Δεν αμφισβητείται ότι οι επιστολές του Τεκμηρίου 14 στάλθηκαν στη διεύθυνση που αναγράφονται σε αυτές, που αυτή διαφέρει από τη διεύθυνση που αναγράφεται στις συμφωνίες δανείου και εγγύησης του δανείου. Με βάση και το Τεκμήριο 22, σε συνάρτηση με το σύνολο της προαναφερθείσας μαρτυρίας, κρίνω ότι ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου, ως γεγονός, έγινε δια των επιστολών ημερομηνίας 12.08.2011, με αυτή την ημερομηνία ισχύος, και ότι οι επιστολές στάλθηκαν στην ορθή διεύθυνση της Εναγόμενης 2, που ήταν η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της, που άλλαξε μετά τη σύναψη των συμφωνιών. Περαιτέρω, εφόσον ο τερματισμός αυτός ερείδεται στην παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 11 και στη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2 του Τεκμηρίου 12 και περιέχει και απαίτηση πληρωμής, και εφόσον κατά την 12.08.2011 δεν υφίστατο οποιαδήποτε νομική πρόνοια που να απαγορεύει τον τερματισμό και την απαίτηση πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου με τον τρόπο που έγινε, δεν θεωρώ ότι ο τερματισμό της συμφωνίας δανείου και η απαίτηση πληρωμής δεν ήταν δικαιωματικά και νόμιμα. Ήταν συμβατικό δικαίωμα της Ενάγουσας να τερματίσει τη συμφωνία δανείου, εφόσον δεν υπήρξαν πληρωμές συμφωνημένων δόσεων. Η αναδόμηση της κατάστασης του λογαριασμού δανείου Η οφειλή σε σχέση με τον λογαριασμό δανείου είναι αυτή που ίσχυε κατά τον τερματισμό και την απαίτηση πληρωμής, την 12.08.2011, πλέον τους αναλογούντες τόκους εκ της περιόδου τόκου που χρησιμοποιήθηκε μέχρι την 12.08.2011, που απαιτούνται δια της επιστολής ημερομηνίας 12.08.2011, και μείον το ποσό που πληρώθηκε έναντι την 19.09.2011. Ο συμβατικός τόκος κατά τον τερματισμό ήταν 4,9560% και ο τόκος υπερημερίας ήταν 6,00%. Ο ΜΕ1 κατέθεσε το Τεκμήριο 20, που συνιστά αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού δανείου, στο οποίο την 12.08.2011 δείχνει χρεωστικό υπόλοιπο €25.206,25 (τοκοφόρο υπόλοιπο €25.057,92). Δεν αμφισβητήθηκε ούτε αυτή η λογιστική διεργασία στην οποία προέβη η Ενάγουσα, προκειμένου να υπολογίσει το σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου. Το Δικαστήριο δέχεται τον περιορισμό της απαίτησης της Ενάγουσας ως προς το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου και τον τόκο. Σύνοψη ευρημάτων Τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσα και από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, συνιστούν το πραγματικό πλαίσιο επί του οποίου μπορεί να κινηθεί το Δικαστήριο, και είναι τα εξής: Η Ενάγουσα συστάθηκε την 31.12.1943 με την επωνυμία BANK OF CYPRUS LIMITED και 12.07.2004 μετονομάστηκε σε BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Υπό αμφότερες τις επωνυμίες, κατείχε άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών, η οποία δεν έφερε οποιονδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό. Την 25.08.2008, συνάφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του πρωτοφειλέτη συμφωνία ορίου, δια της οποίας συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα χορηγήσει στον πρωτοφειλέτη όριο ύψους €20.000,00 στον ήδη υφιστάμενο τρεχούμενο λογαριασμό του με αριθμό 0333-11-XXXX, που κατά τον χρόνο εκείνο είχε πιστωτικό υπόλοιπο, υπό την εγγύηση της Εναγόμενης 2, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, διευθυντής της οποίας είναι ο πρωτοφειλέτης. Ο πρωτοφειλέτης έκανε χρήση του ορίου, ωστόσο την 30.09.2011, ο τρεχούμενος λογαριασμός υπερέβη το συμφωνημένο όριο των €20.000,00, ανήλθε σε €20.259,95 και έπειτα είχε μίαν ανοδική πορεία, χωρίς πιστώσεις. Παρά τις ειδοποιήσεις της Ενάγουσας προς τον πρωτοφειλέτη, με ενημέρωση και της Εναγόμενης 2, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση, προκειμένου να αρθεί η υπέρβαση και να ομαλοποιηθεί ο τρεχούμενος λογαριασμός. Κατά την 02.03.2012, το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν €20.620,15. Η συμφωνία ορίου τερματίστηκε με επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 02.03.2012, δια της οποίας έγινε απαίτηση πληρωμής του ποσού των €20.828,26, που περιλαμβάνει και τους αναλογούντες τόκους της περιόδου τόκου που διανύθηκε μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτησή της με αναδόμηση. Το σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού είναι €34.130,25 πλέον τόκος προς 6,05900% ετησίως επί του ποσού των €33.966,73 από 30.01.2021 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, η Ενάγουσα, την 09.11.2007, συμφώνησε με τον πρωτοφειλέτη να του χορηγήσει δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €51.730,00, στον λογαριασμό δανείου με αριθμό 0381-82-XXXX, με σκοπό την αγορά αυτοκινήτου, υπό την εγγύηση της Εναγόμενης 2. Το δάνειο πληρώθηκε από την Ενάγουσα στον πρωτοφειλέτη την 13.11.2007 και ο πρωτοφειλέτης αρχικά πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του, ωστόσο παρέλειψε να πληρώσει τις συμφωνημένες δόσεις του Ιουλίου 2011 και του Αυγούστου 2011. Η Ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 12.08.2011 προς τον πρωτοφειλέτη και την Εναγόμενη 2, τερμάτισε τη συμφωνία δανείου και προέβη σε απαίτηση πληρωμής ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου, που κατ' εκείνο τον χρόνο ανέρχονταν σε €20.008,54 και με τους αναλογούντες τόκους ήταν €25.167,10. Την 19.09.2011, πληρώθηκε έναντι το ποσό των €400,63, και έκτοτε δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτησή της με αναδόμηση. Το σημερινό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ανέρχεται σε €43.167,19 πλέον τόκο προς 5,95600% ετησίως από 01.01.2021 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. Οι εγγυήσεις της Εναγόμενης 2 καλύπτουν τα χρεωστικά υπόλοιπα και των δύο λογαριασμών και η Εναγόμενη 2 οφείλει, βάσει των συμφωνιών εγγύησή της, να πληρώσει το χρέος, το οποίο επίσης απαιτήθηκε και από αυτήν με τις επιστολές τερματισμού, που στάλθηκαν στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της. Επιμέρους θέματα Όσον αφορά τους όρους των επίδικων συμφωνιών και το κύρος τους, ανεξαρτήτως εάν τελικά δεν προωθήθηκαν οποιεσδήποτε σχετικές θέσεις της Εναγόμενης 2, σημειώνεται πως στο πεδίο εφαρμογής του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(I)/1996 εμπίπτουν οι ρήτρες που δεν έτυχαν ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ της Ενάγουσας και του πρωτοφειλέτη[2]. Για τους σκοπούς του Νόμου 93(Ι)/1996, ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για τον σκοπό αυτό. Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιας ρήτρας ή για μια μεμονωμένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, δεν αποκλείει την εφαρμογή του Νόμου 93(Ι)/1996 στο υπόλοιπο μέρος μιας σύμβασης, εφόσον η συνολική αξιολόγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για συνήθη προκαθορισμένη σύμβαση. Εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, εν προκειμένω στην Ενάγουσα, να το αποδείξει. Η Εναγόμενη 2, ως νομικό πρόσωπο, δεν εμπίπτει στην έννοια του «καταναλωτή», επομένως δεν εξετάζονται οι ρήτρες των δικών της συμφωνιών, ωστόσο, στον βαθμό που εγγυήθηκε συμβάσεις που εμπίπτουν στον Νόμο 93(Ι)/1996, δυνατόν να επωφεληθεί από έννομες συνέπειες που τυχόν ωφελούν τον πρωτοφειλέτη. Όπως προβλέπεται και στο άρθρο 5 του Νόμου, «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα, αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή, και ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. Στο Παράρτημα του Νόμου περιέχεται ενδεικτικός και μη εξαντλητικός κατάλογος ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Με βάση τον τροποποιητικό Νόμο 49(Ι)/2016 προστέθηκε στον βασικό Νόμο ότι, καταχρηστική ρήτρα θεωρείται και κάθε ρήτρα με την οποίαν υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Ο τροποποιητικός Νόμος 49(Ι)/2016 δεν έχει αναδρομική εφαρμογή και δεν ήταν εν ισχύ ενόσω ήταν σε ισχύ οι επίδικες συμβάσεις. Συναφείς με τα επίδικα θέματα είναι οι ρήτρες των συμφωνιών που σχετίζονται με τον τοκισμό και τα έξοδα, αλλά και με τον τερματισμό των συμφωνιών. Το Δικαστήριο δεν έχει πλήρες πραγματικό πλαίσιο, ωστόσο, μέσα στο διαθέσιμο πραγματικό πλαίσιο, λαμβάνεται υπόψη η φύση των συμφωνιών, ως συμφωνίες που συνάφθηκαν με μία εμπορική Τράπεζα που ασκεί κατ' επάγγελμα αυτού τους είδους τις υπηρεσίες· η ιδιότητα του πρωτοφειλέτη ως διευθυντή της Εναγόμενης 2 που φαίνεται να ασχολείται με τον τομέα των ακινήτων και η εμπειρία που φαίνεται να είχε ο πρωτοφειλέτης με τις τραπεζικές συναλλαγές, όπως αντικατοπτρίζεται στη χρονική διάρκεια της σχέσης του με την Τράπεζα, ιδίως όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό· το είδος των εκατέρωθεν συμβατικών παροχών και τον χρόνο και τον τρόπο εκπλήρωσής τους. Ο τόκος σε μια πιστωτική συμφωνία, ορίου ή δανείου, συνιστά ό,τι ο πιστωτής επωφελείται από την παραχώρηση της πίστωσης, δηλαδή το εμπορικό του κέρδος. Όταν συνομολογείται σύμβαση με Τράπεζα, αναμένεται ότι θα είναι προσαρμοσμένη, όσον αφορά τις πρόνοιές της, στον συγκεκριμένο τομέα των τραπεζικών συμβάσεων, άρα ένας βαθμός τεχνικότητας να υπάρχει· δεν σημαίνει κάτι από μόνος του, εάν δεν τέθηκε στη σύμβαση προκειμένου να συγχύσει ή να παραπλανήσει τον αντισυμβαλλόμενο καταναλωτή. Η χρησιμοποίηση σύνθετου τόκου, που κυμαίνεται ή μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, δεν είναι ασυνήθιστη στις πιστωτικές συμφωνίες που έχουν διάρκεια στον χρόνο. Ο τρόπος διατύπωσης των όρων τοκισμού, υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι δυσνόητος, πέραν του ότι, στις επίδικες συμφωνίες, εξηγείται και η έννοια του Euribor, σε περίπτωση που ο λήπτης της διευκόλυνσης δεν έχει την ειδικότερη γνώση. Η έκθεση και του τρόπου υπολογισμού του τόκου παραπέμπει σε συγκεκριμένη φόρμουλα, με βάση την οποίαν ο πρωτοφειλέτης γνωρίζει εκ των προτέρων και μπορεί να υπολογίσει και ο ίδιος τον τόκο που θα πρέπει να καταβάλει με βάση τη συμφωνία. Η χρήση του εμπορικού έτους, για τη διαίρεση που πραγματοποιείται για την εύρεση του ποσού του τόκου, σε μια σύμβαση με έμπορο, δεν προκύπτει, από τα δεδομένα που έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, πως είναι από μόνη της ή αυτομάτως καταχρηστική. Ο πρόσθετος τόκος ή τόκος υπερημερίας δεν είναι ασυνήθιστος σε πιστωτικές συμφωνίες. Δεν συνιστά κατ' ανάγκη ποινική ρήτρα, εάν συνιστά εύλογη αντανάκλαση του αυξημένου πιστωτικού κινδύνου που συνεπάγεται η παράβαση της πιστωτικής συμφωνίας[3]. Όπως περιλήφθηκε στις επίδικες συμφωνίες, με δυνατότητα υπολογισμού του αναλόγως αυτού του εκάστοτε πιστωτικού κινδύνου, και με παράλληλη δυνατότητα μεταβολής αναλόγως των συνθηκών που συνθέτουν τον πιστωτικό κίνδυνο, χωρίς οποιαδήποτε διαφορετική ένδειξη, δεν αφήνει στο Δικαστήριο περιθώριο να συμπεράνει ότι πρόκειται για μη εφαρμόσιμη ποινική ρήτρα ή για καταχρηστική ρήτρα. Ούτε θα αναμένονταν, για να θεωρείται ισορροπημένη μία πιστωτική συμφωνία, ο καταναλωτής να πρέπει να συμφωνεί με τον πιστωτή του ποιος είναι ο πιστωτικός κίνδυνος που αναλαμβάνει ο τελευταίος από την παραχώρηση και διατήρηση των πιστώσεων ή σε ποια έξοδα υποβάλλεται ο πιστωτής. Είναι θέμα του πιστωτή να εκτιμήσει τον κίνδυνο που ο ίδιος αναλαμβάνει από την συμβατική παροχή του, που, ως φύσει οικονομική, επηρεάζεται από ό,τι συνθέτει το οικονομικό περιβάλλον. Εξ ου και οι όροι πως μπορούν να υπάρξουν μεταβολές, αναλόγως των συνθηκών του χρήματος ή της οικονομίας, που όμως επιφυλάσσονται πάντοτε υπέρ της ισχύος οποιωνδήποτε νόμων ή κανονισμών. Εάν δεν υπήρχαν οι ρήτρες που να έδιναν τη δυνατότητα μεταβολής των οικονομικών στοιχείων μιας πιστωτικής σύμβασης, αυτή, ενώ είναι σχεδιασμένη να λειτουργήσει σε αόριστο χρόνο ή για πολλά έτη, δεν θα μπορούσε να επιβιώσει μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον, χωρίς να καταστεί ασύμφορη για οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Αντίστοιχα, υπάρχει η υποχρέωση του πιστωτή να τηρεί καταστάσεις λογαριασμών δια των οποίων να ενημερώνει τον πρωτοφειλέτη, ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε απαγόρευση στον πρωτοφειλέτη, εάν δεν είναι ικανοποιημένος με τη λειτουργία της σύμβασης, με την ισορροπία της, ως τηρείται, με αναφορά στα οικονομικά της στοιχεία, να αιτηθεί τροποποίησής της ή να την τερματίσει ο ίδιος. Σε επίπεδο πρόβλεψης των ρητρών τουλάχιστον, με βάση όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει κάποια έκδηλη ή σοβαρή ανισορροπία, που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι πρόκειται για ρήτρες συμβατικά καταχρηστικές. Η δε συμφωνία ορίου ήταν και συμφωνία που συνάφθηκε υπό τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο 39(Ι)/2001, ως ίσχυε τότε, και που περιείχε τα απαραίτητα στοιχεία με βάση τον νόμο εκείνο. Δεν είναι γνωστό εάν, σε περίπτωση που η Εναγόμενη 2 δικογραφούσε συγκεκριμένα (όχι με τόσο βαθμό γενικότητας και αοριστίας) και έπειτα διέθετε και μαρτυρία σε σχέση και με τις περιστάσεις σύναψης των συμβάσεων, τις ιδιότητες ή τις ικανότητες του πρωτοφειλέτη, υπό ποιο καθεστώς και με τι γνώση και κατανόηση εισήλθε στις επίδικες συμφωνίες, που πάντως λειτούργησαν για χρόνια, χωρίς να έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο κάποιο παράπονο ή αντίδραση του πρωτοφειλέτη ή της Εναγόμενης 2, εάν έτσι θα υπήρχε ένα διαφοροποιημένο πραγματικό πλαίσιο, συναφές με μία εκδοχή περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, που θα μπορούσε να οδηγήσει και το Δικαστήριο σε διαφορετικά συμπεράσματα. Μέσα στο πραγματικό πλαίσιο που κινείται το Δικαστήριο, και είναι αυτό που δημιούργησε η μαρτυρία που προσέφερε η Ενάγουσα και, ενώ αμφισβητήθηκε δια αντεξέτασης, δεν κλονίστηκε και έγινε αποδεκτή, δεν υπάρχει περιθώριο, δεν υπάρχουν τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία, για να διαγνωστεί οποιαδήποτε ρήτρα, εκ των περιεχόμενων στις επίδικες συμφωνίες, ως καταχρηστική, πόσω μάλλον κατά τρόπο που να απαλλάσσει την Εναγόμενη 2 από προφανείς συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων του διευθυντή της, πρωτοφειλέτη. Κατάληξη Έχοντας κατά νου τα γεγονότα, ως έχουν αποδειχθεί, το βάρος και τις απαιτήσεις σε σχέση με την απόδειξη, κρίνω πως η απαίτηση της Ενάγουσας έχει αποδειχθεί. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2: (α) Για το ποσό των €34.130,25, πλέον τόκος προς 6,05900% ετησίως επί του ποσού των €33.966,73, από την 30.01.2021 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, (β) Για το ποσό των €43.167,19, πλέον τόκος προς 5,95600% ετησίως επί του ποσού αυτού, από την 01.01.2021 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2, η οποία δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ως τέτοια, απορρίπτεται. Δεν έχει υποδειχθεί και δεν φαίνεται να υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και Ulster Bank Ireland Limited v. O' Brien and Others [2015] I.E.S.C. 96. [2] άρθρο 3 § 1 Ν.93(Ι)/1996. [3] Wallingford v. Mutual Society
(1880)5 App Cas 685, και Export Credits Guarantee Department v. Universal Oil Products Co [1983] 2 All ER 205, [1983] 1 WLR 399, HL, και The Angelic Star [1988] 1 Lloyd's Rep 122, και Lordsvale Finance plc v. Bank of Zambia [1996] QB 752, [1996] 3 All ER 156. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.