← Κύπρος

ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ν. ΚΑΛΛΗ, Αγωγή αρ. 2435/2020, 17/5/2021

ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ν. ΚΑΛΛΗ, Αγωγή αρ. 2435/2020, 17/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2435/2020 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ Ενάγουσα και ΧΧΧΧ ΚΑΛΛΗ Εναγόμενη Ημερομηνία: 17.05.2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Ν. Στάροβλαχ για ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, με την αγωγή της εναντίον της Εναγόμενης, αξιώνει θεραπείες, για δυσφήμιση, με αναφορά σε δημοσίευμα της Εναγόμενης στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», σχετικό με τη διάγνωση και νοσηλεία της Ενάγουσας με τον ιό Covid

  1. Βάσει της αγωγής της Ενάγουσας, εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, που, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη κ. ΧΧΧΧ, επιδόθηκε στην Εναγόμενη την 31.10.2020 προσωπικά, ωστόσο η Εναγόμενη αρνήθηκε να υπογράψει την παραλαβή του. Η Εναγόμενη δεν εμφανίστηκε ούτε στη διαδικασία της αγωγής, για να προβάλει κάποιαν υπεράσπιση. Την 17.12.2020, η Ενάγουσα καταχώρισε Έκθεση Απαίτησης, την οποίαν επίσης επέδωσε στην Εναγόμενη, την 23.03.2021, με υποκατάστατη επίδοση, δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 10.03.
  2. Η Ενάγουσα τώρα, με αίτησή της ημερομηνίας 31.03.2021, ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης, λόγω της παράλειψης εμφάνισης της Εναγόμενης στη διαδικασία, κάνοντας χρήση της δικονομικής δυνατότητας της Δ.17 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία, δια της ένορκης της δήλωσης ημερομηνίας 31.03.
  3. Στη συνέχεια, η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας αγόρευσε σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας για αποζημιώσεις. Εισηγείται, η συνήγορος, ότι, με την μαρτυρία που προσκομίστηκε, έχει αποδειχθεί η αξίωση της Ενάγουσας και γι' αυτό θα πρέπει να επιδικαστούν αποζημιώσεις. Τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο είναι πως η Ενάγουσα, την 22.04.2020, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με συμπτώματα κορωνοϊού (Covid19), διαγνώστηκε θετική στον ιό αυτό, και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Αναφοράς στην Αμμόχωστο, από όπου την 26.04.2020 μεταφέρθηκε διασωληνωμένη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Την 01.05.2020, συνδέθηκε με το κύκλωμα εξωσωματικής οξυγόνωσης της κυκλοφορίας (ECMO), για καρδιοαναπνευστική υποστήριξη. Την 15.05.2020, βγήκε από την καταστολή, και την 25.05.2020 αποσυνδέθηκε από τον αναπνευστήρα. Κατά τη νοσηλεία της στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, υποβλήθηκε σε δυο εξετάσεις για την ανίχνευση του Covid-19, την 20.05.2020 και την 25.05.2020, όπου τα αποτελέσματα ήταν πλέον αρνητικά. Την 25.05.2020, βγήκε από τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και μεταφέρθηκε στην Πνευμονολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, από όπου έλαβε εξιτήριο την 28.05.2020 (Τεκμήριο 1). Την 28.05.2020, μεταφέρθηκε στο Παραπληγικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, για την ένταξή της στο πρόγραμμα αποκατάστασης για την αντιμετώπιση νευρομυοπάθειας από βαριά πνευμονία και στο πρόγραμμα φυσιοθεραπείας και εργοθεραπείας. Κατά τη νοσηλεία της εκεί, την 11.07.2020, της επιτράπηκε η έξοδος, για περιορισμένες ώρες εντός του Σαββατοκύριακου, και έπειτα ακολούθησαν και άλλες έξοδοι τα Σαββατοκύριακα, για την επίτευξη της ομαλής αναπροσαρμογής της στην καθημερινότητα, μετά από το μεγάλο χρονικό διάστημα της νοσηλείας της. Σε μία από αυτές εξόδους αυτές, την 25.07.2020, ο αδελφός της, κύριος ΧΧΧΧ, εξέφρασε την επιθυμία να επισκεφθούν μία ταβέρνα για φαγητό. Εκεί, έβγαλαν φωτογραφία που ο κύριος ΧΧΧΧ ανάρτησε στο διαδίκτυο, στον προσωπικό του λογαριασμό στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «Facebook» (Τεκμήριο 2). Η Ενάγουσα, τελικά έλαβε εξιτήριο από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας την 14.08.2020, μετά από νοσηλεία συνολικά 115 ημερών (Τεκμήριο 3). Την 26.09.2020, ο τηλεοπτικός σταθμός Alpha Κύπρου ανάρτησε στην ιστοσελίδα του άρθρο με τίτλο «Πάλεψε νοσηλευόμενη για 115 ημέρες με τον κορωνοϊό και βγήκε νικήτρια», το οποίο περιλάμβανε βίντεο με συνέντευξη της Ενάγουσας και του αδελφού της σχετικά με την ασθένεια και τη νοσηλεία της. Ο σύνδεσμος (link) του βίντεο αυτού αναγράφεται στο Τεκμήριο
  4. Η δημοσιότητα που δόθηκε στην Ενάγουσα μέσω της τηλεοπτικής συνέντευξης και της διάδοσης της στο διαδίκτυο, σε συνάρτηση με τη φωτογραφία που δημοσίευσε ο αδελφός της Ενάγουσας (Τεκμήριο 2), ενεργοποίησαν το ενδιαφέρον της Εναγόμενης, η οποία, την 29.09.2020, ανάρτησε βίντεο σε σελίδα ομάδας (group) που λειτουργούσε στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», με την ονομασία «ΧΧΧΧ», στο οποίο εμφανίζονταν και ομιλούσε η Εναγόμενη, που είχε εκφράσει τα εξής: «Το θέμα μας σήμερα είναι η ΧΧΧΧ. Έλα ρε ΧΧΧΧ. ΧΧΧΧ τι μας έκαμες. Η ΧΧΧΧ για ένα συγκεκριμένο λόγο η γυναίκα μπήκε στο νοσοκομείο. Για κάποιο συγκεκριμένο λόγο έπαθε κάτι στην υγεία της. Εφκάλλαν την ότι έχει για κορωνοϊό, εμπήξαν την μέσα. Εφκάλλαν της λαλούσιν λαστιχούθκια από το λαιμό για να πίασει οξυγόνα και καταστάσεις. Έμεινε 115 μέρες μέσα. Που έπρεπε να ήταν στέκκα ως τωρά αλλά δεν ένι. Δείχνουν μια συνέντευξη της ΧΧΧΧ που για εμένα εν πολλά νεκατωμένη. Η ΧΧΧΧ δεν ήταν 115 μέρες μέσα στο νοσοκομείο και ήρθε τζιαι είπεν ο αρφός της εχτές την νύχτα σε post ότι εφκάλλαν την ΧΧΧΧ που το νοσοκομείο, επήαινεν και έτρωεν σουβλάκια χωρίς μασκούλα, έμπαινε στον κόστο έτρωεν σουβλάκια, έπινε το κρασούι της η γυναίκα μπορεί να έτρωεν και τον παστουρμάν και το λουκάνικο της. Ιδεάν δεν έχουμε, χαλάλι της τζιείνα που έφαεν και εξανάμπαινεν πίσω πάλε, εξανάφκαινεν την άλλην εβδομάδα μπορεί να επήεν να φάει sushi η γεναίκα, μπορεί να επήεν να φάει σούβλες.και εξανάμπαινεν μέσα. Τώρα με βάση τη λογική του κορωνοϊού, με την λογική του πρωτοκόλλου που έφκαλλεν ο ΠΟΥ, η ΧΧΧΧ μπαινοέφκαινεν μες το νοσοκομείο χωρίς κάποιο σημάδι πάνω της. Η ΧΧΧΧ δεν έχει ποτούτον (δείχνοντας το σημάδι της τραχειοστομίας που φέρει η ίδια). Η ΧΧΧΧ δεν εφόρεν μάσκα. Η ΧΧΧΧ επήαινεν και έτρωεν έναν σωρό σουβλάκια και έναν σωρό πράματα και εμείς εχάσαμεν την ημέρα και την νύχτα μας και ρωτούμεν πόσα έπιασεν η ΧΧΧΧ. Η ΧΧΧΧ επλερώθηκεν που την Κυβέρνηση, επλερώθηκεν που το κανάλιν, επλερώθηκεν από τον οποιονδήποτε. Έκαμε μας δύο μέρες και παραμιλούμε για την ΧΧΧΧ, αν η ΧΧΧΧ είχε κορωνοϊό και αν η ΧΧΧΧ έπεσε σε κώμα. Το θέμα μας δεν είναι ούτε η ΧΧΧΧ έπιαεν κορωνοϊό ή ότι η ΧΧΧΧ έτρωεν μιαν μιξ ενισχυμένη σουβλάκια. Εμείς έχει δυο μέρες ασχολούμαστε με μιαν ΧΧΧΧ, μιαν ΧΧΧΧ η οποία έφαεν λεφτά από την Κυβέρνηση για να πει 10 ψέματα. Ασχολούμαστεν με ψέματα των δημοσιογράφων, τα ψέματα της ΧΧΧΧ. Εφκήκεν πολλά ψηλά. Στέλλουν μας μηνύματα ότι έπαθε ψυχολογικά που τούτον ούλλον το πράμα που έγινε. Ρε ΧΧΧΧ μου, σαν μεν φκεις κόρη μου, να πεις ψέματα. Άγια ολάν τζιαι εσού, έπιασες €7.000 (επτά χιλιάδες ευρώ) τζιαι ήρτες να μας πεις ψέματα μες τις ειδήσεις. Εξίασες κόρη μου ότι δουλεύκεις σε υπεραγορά. Δεν έγινε το δικό σου, σε ξεσκεπάσαμε με τούτα ούλλα τα posts, εγέμωσεν ο τόπος. Η ΧΧΧΧ δύο μέρες έγινε διάσημη, επέρασεν της, έπιασεν τζιείνα που έπιασεν, πάμεν πάρακατω. Τζιαι εμείς ασχολούμαστε με μιαν ΧΧΧΧ. Μακάρι να εν καλά η γεναίκα. Τζιαι νομίζω να μας κάμει και κανέναν καφέ να πιούμεν γιατί όντως το κουτσομπολιόν της ήταν πολλά ωραίο.» Δεν έχει προσκομιστεί από την Ενάγουσα και το βίντεο, για να μπορέσει το Δικαστήριο να ακούσει τον τόνο ή να δει το ύφος, τις εκφράσεις και τις κινήσεις της ομιλούσας, αλλά τα λόγια που περιείχε, κατά την Ενάγουσα, ήταν τα πιο πάνω. Περαιτέρω, η Ενάγουσα προσκόμισε στιγμιότυπο οθόνης (screenshot) που ισχυρίζεται πως απεικονίζει τη δημοσίευση του βίντεο αυτού στη σελίδα της προαναφερόμενης ομάδας στο μέσο «Facebook» (Τεκμήριο 5) και στιγμιότυπο οθόνης (screenshot) από την προσωπική σελίδα (profile) της Εναγόμενης στο ίδιο μέσο (Τεκμήριο 6), και ισχυρίζεται πως η Εναγόμενη δημοσίευσε το βίντεο που περιέχει τα προαναφερόμενα λόγια, τα οποία, όπως κατέστη αντιληπτό από την Ενάγουσα, αφορούσαν στο πρόσωπό της. Το βίντεο, μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της αίτησης για απόφαση, είχε 143 «likes» («μου αρέσει») και σχολιάστηκε από 69 άτομα, τα σχόλια των οποίων ήταν, κατά την Ενάγουσα, ειρωνικά, κακεντρεχή ή και συκοφαντικά. Η Ενάγουσα πιστεύει πως το βίντεο προβλήθηκε σε πολύ περισσότερα άτομα από αυτά που είχαν αλληλεπιδράσει με «likes» ή σχόλια, εφόσον είχε μείνει αναρτημένο στο διαδίκτυο για αρκετές ημέρες. Όπως αναφέρει η Ενάγουσα, η σελίδα της ομάδας στην οποία δημοσιεύθηκε το βίντεο έχει περίπου 15.000,00 μέλη. Σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας της, απαγορεύονταν ο λόγος μίσους, ο εκφοβισμός και υπήρχε παρακίνηση για ευγένεια, ενώ λόγοι απόρριψης αναρτήσεων από τους διαχειριστές της ομάδας ήταν να μην προκαλούνται διαμάχες, ή να μην προβάλλεται απαγορευμένο ή άσχετο περιεχόμενο (Τεκμήριο 7). Κατά την Ενάγουσα, ο σκοπός της συγκεκριμένης ομάδας ήταν η μη χρήση μάσκας ενάντια στους κανονισμούς που εκδόθηκαν από το Υπουργείο Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και γενικά ζητήματα που αφορούν τον Covid19, και υποστηρίζονταν από άτομα που ήταν εναντίον των περιοριστικών υγειονομικών μέτρων. Όταν η Ενάγουσα αντιλήφθηκε την ανάρτηση, από ενημέρωση που έλαβε από φιλικό της πρόσωπο, απέστειλε μήνυμα (message) στον προσωπικό λογαριασμό της Εναγόμενης στο ίδιο μέσο «Facebook», την 23.10.2020, και της ανέφερε: «Μόλις ενημερώθηκα από γνωστούς μου ότι αναρτήσατε τις 29 Σεπτεμβρίου 2020 η ώρα 10:44 στο group "Τα παιδιά μας είναι το μέλλον μας" βίντεο στο οποίο αναφέρεστε προσβλητικά στο όνομα μου. Αυτά που λέτε είναι ψέματα γι' αυτό θα σας παρακαλούσα να το κατεβάσετε άμεσα αφού στην καθημερινότητα μου με αναγνωρίζουν με προσεγγίζουν προσβλητικά και εχθρικά διάφορα άγνωστα σ' εμένα άτομα αναφερόμενοι στο περιεχόμενο του βίντεο.» Σχετικό είναι το Τεκμήριο 8, που προσκομίζει η Ενάγουσα. Την ίδια ημέρα, ώρα 20:44, η Εναγόμενη, που έλαβε το μήνυμα της Ενάγουσας, της απάντησε, αναφέροντάς της τα εξής: «Βρε ΧΧΧΧ δεν σε κάνω εγώ ρεζίλι!!! Αλλά εσείς μόνοι σας γίνεστε. Σας πρόδωσε το σουβλάκι. Και πριν βγω να πω οτιδήποτε απλά σου θυμίσω ότι το 80% δε σε πίστεψε κανείς όλοι αντέδρασαν εναντίον του. Αν θες να αποδείξεις την αλήθεια, δείξε δημόσια ιστορικό υπογεγραμμένο από γιατρούς εισαγωγή και εξαγωγή νοσοκομείου κτλ. Κάντο για σένα εφόσον λες την αλήθεια. Μάνι μάνι σε προσβάλω εγώ με το δικό μου ποστ.» Η Ενάγουσα τότε αποτάθηκε στους δικηγόρους της, ζητώντας προστασία. Όπως ενημερώθηκε προσφάτως, η σελίδα εκείνης της ομάδας στο μέσο «Facebook» έπαυσε να υφίσταται δημόσια. Η Εναγόμενη δεν έχει οποτεδήποτε απολογηθεί στην Ενάγουσα. Ωστόσο, η Ενάγουσα, όπως αναφέρει στο Δικαστήριο, είχε προβλήματα από την δημοσίευση αυτή. Κατά την Ενάγουσα, τα λόγια της Εναγόμενης αποδίδουν σε αυτήν παράνομες ή ύποπτες πράξεις που πιθανόν να συνιστούν ποινικά αδικήματα, και δημιουργούν δημοσίως την εντύπωση πως η Ενάγουσα είναι ανήθικη, ανέντιμη, αναξιοπρεπής, εφόσον, κατά την Εναγόμενη, χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση για να παριστάνει την ασθενή από Covid19, και έπραξε έτσι με σκοπό την παράνομη κερδοφορία ή την αισχροκέρδια. Το βίντεο αποτέλεσε αφετηρία για μία σειρά από σχόλια χρηστών του «Facebook», με δυσμενή σχολιασμό σε σχέση με τη διάγνωση και τη νοσηλεία της Ενάγουσας, η οποία αποδέχθηκε και μηνύματα στον προσωπικό της λογαριασμό στο μέσο «Facebook», υβριστικά και απειλητικά. Στο Τεκμήριο 9, που προσκομίζει η Ενάγουσα, περιέχονται μηνύματα που έλαβε στον προσωπικό της λογαριασμό στο «Facebook», από διάφορα άτομα, τα οποία δεν κρίνεται αναγκαίο να αναπαραχθούν στην απόφαση. Η Ενάγουσα προσκόμισε, επίσης, έκθεση από την κυρία ΧΧΧΧ, ψυχολόγο, ημερομηνίας 16.03.2021 (Τεκμήριο 10). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ψυχολόγου, η Εναγόμενη παραπέμφθηκε από το νοσηλευτικό προσωπικό της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, με σκοπό την παροχή ψυχολογικής στήριξης μετά το εξιτήριό της, και έκτοτε έχει προβεί σε 12 ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες. Αρχικά, πληρούσε τα διαγνωστικά κριτήρια της Διαταραχής Προσαρμογής με μεικτά συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης (F43.23 στον ICD-10-CM), που σχετίζονταν με τη μακρά πορεία της νοσηλείας, τη νευρομυοπάθεια, την εμμένουσα κινητική δυσκολία, και τον χρόνιο πόνο που χρήζει μακροχρόνιας φυσιοθεραπείας. Εξαιτίας της κρίσιμης κλινικής της κατάστασης και της παρατεταμένης ακινητοποίησης που είχε υποστεί, είχε έντονο αίσθημα θλίψης και απώλειας ευχαρίστησης για δραστηριότητες που κάποτε της προκαλούσαν ικανοποίηση, εξέφραζε έντονα το αίσθημα της απελπισίας, τον φόβο του θανάτου, και συχνά ματαίωση. Χαρακτήρισε τον εαυτό της ως ιδιαίτερα δραστήριο πριν από την ασθένεια, και θεώρησε πως η δυσκολία στην κινητικότητά της αποτελεί ένα σημαντικό ψυχοκοινωνικό πλήγμα. Ο φόβος του θανάτου μετά τη διασωλήνωση, τη μηχανική υποστήριξη και τη μακρά νοσηλεία, αποτέλεσαν ένα από τα επαναλαμβανόμενα ψυχοθεραπευτικά μοτίβα. Ο κοινωνικός διασυρμός και εκφοβισμός που υπέστη η Ενάγουσα στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, όπου η Εναγόμενη υποστήριζε ότι η Ενάγουσα ψεύδονταν για τη νοσηλεία της και ότι είχε χρηματιστεί για να εξιστορήσει τη νοσηλευτική της πορεία, αλλά και το γεγονός ότι σχολιάζονταν και η σωματική της διάπλαση προσβλητικά, αποτέλεσαν, επίσης, σημαντικό θέμα στη ψυχοθεραπεία της. Σύμφωνα με τις καταγραφές της ψυχολόγου, η Ενάγουσα της είχε αναφέρει, μεταξύ άλλων: «δεν ήθελα να πηγαίνω στη δουλειά μου, ντρεπόμουν, μου προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση να ξέρω ότι κάποιος μπορεί να έχει δει την συγκεκριμένη κυρία να μιλά με τόσο άσχημο τρόπο για μένα», ενώ σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, η Ενάγουσα πληρούσε και τα διαγνωστικά κριτήρια της Διαταραχής Προσαρμογής με μεικτά συμπτώματα διαταραχής συμπεριφοράς και συναισθηματικής διαταραχής (F43.25 στον ICD-10-CM) και της αγοραφοβίας με κρίσεις πανικού (F40.01 στον ICD-10-CM). Η μαρτυρία είναι αναντίλεκτη και αναγκαστικά συνιστά και το πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να κινηθεί το Δικαστήριο, για να διαγνώσει εάν αυτά τα γεγονότα μπορούν να στοιχειοθετήσουν και αδικοπρακτική ευθύνη της Εναγόμενης. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 («Κεφ.148»), δυσφήμιση είναι η δημoσίευση, από oπoιoδήπoτε πρόσωπo, με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα ή απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση ή εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ ή εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη, ή εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Για τoυς σκoπoύς της πρόνοιας αυτής, «έγκλημα» σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε, η oπoία, εάν τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτήν. Η ευθύvη τηv oπoίαν υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημιστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τoν λόγo ότι πρoβαίvει σε αυτήν υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay) ή αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε ή, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή ή επειδή δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτήν ή vα δημoσιεύσει αυτήν για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv ή, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα. Το Δικαστήριo μπορεί να λαμβάνει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης. Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς, δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμιση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα φυλάκιση, σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ, ή απoδίδoυv σε αυτόν μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo ή σε γυvαίκα μoιχεία ή ασέλγεια. Δυσφήμιση διαπράττεται και εάν ακόμα τo δυσφημιστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως· αρκεί εάν τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo. Δεν αρκεί ένα δημοσίευμα να είναι δυσφημιστικό, ως ερμηνεύεται, αλλά θα πρέπει επίσης να δημοσιευθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κεφ. 148, πρόσωπo δημoσιεύει δυσφημιστικό δημoσίευμα εάν πρoκαλεί τέτoια χρήση τoυ εvτύπoυ, γραπτoύ, ζωγραφιάς, oμoιώματoς, χειρovoμιώv, λόγωv ή άλλωv ήχωv ή άλλωv μέσωv, με τα oπoία μεταδίδεται τo δυσφημιστικό δημoσίευμα, είτε με έκθεση, αvάγvωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδoση, κoιvoπoίηση, διαvoμή, επίδειξη, έκφραση, εκφώvηση ή άλλως πως, ώστε τo δυσφημιστικό vόημα αυτoύ vα περιέρχεται ή vα εvδέχεται vα περιέλθει σε γvώση oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ ή αυτoύ πoυ δυσφημίζεται από αυτό ή τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ αυτoύ πoυ δημoσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά τη διάρκεια τoυ γάμoυ. Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, κoιvoπoίηση με αvoικτή επιστoλή ή ταχυδρoμικό δελτάριo, αvεξάρτητα εάν απoστέλλεται πρoς αυτόv πoυ δυσφημίζεται ή πρoς άλλoν, συvιστά δημoσίευση. Το διαδίκτυο συνιστά ένα σύγχρονο μέσο εκπομπής και διάδοσης ήχου, εικόνας, και γραφής, που εμπίπτει στην έννοια της «εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία» του άρθρου 17 του Κεφ.
  5. Η εξαίρεση της δυνατότητας διάπραξης δυσφήμισης δια της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία από την ανάγκη να αποδεικνύεται και ειδική ζημιά, σχετίζεται με το ότι αυτό το μέσο δημοσίευσης δεν έχει τον στιγμιαίο και κατ' επέκταση παροδικό και χωροχρονικά ελεγχόμενο χαρακτήρα της δυσφήμισης δια χειρονομίας ή ήχου ή λόγου που τελείται με άλλον τρόπο. Και στην τελευταία περίπτωση υπάρχουν εξαιρέσεις, στις οποίες η προσβολή καθίσταται διαρκέστερη όχι λόγω του είδους του μέσου, αλλά λόγω αυτού του περιεχομένου του δυσφημιστικού δημοσιεύματος (π.χ. αποδίδει έγκλημα). Η δυσφήμιση, ως αστικό αδίκημα, ειδικότερα η συνέπεια που μπορεί να έχει η αστική δίωξη, που μπορεί να είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων ή οι παρεμβάσεις στο δημοσίευμα ή άλλες παρεμβάσεις, συνυφαίνεται με την ελευθερία της έκφρασης. Η ελευθερία της έκφρασης, που κατοχυρώνεται και στο άρθρο 19 §§ 1, 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα)»), όπως και στο άρθρο 10 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), είναι θεμελιώδης σε ένα πολίτευμα δημοκρατικό· συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική εξέλιξη αλλά και την προσωπική ανάπτυξη κάθε ανθρώπου[1]. Ορίζει πως έκαστος έχει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον έκφρασης, και το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς επέμβαση από οποιαδήποτε δημόσια αρχή και ανεξαρτήτως συνόρων. Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται μόνον για γνώμες ή ιδέες που είναι αρεστές ή ευνοϊκές ή που δεν ενοχλούν κανέναν, αλλά και σε αυτές που μπορεί να προκαλέσουν ενόχληση· αυτό απαιτεί καταρχάς ο πλουραλισμός, η ανοχή και το ανοικτό πνεύμα, χωρίς τα οποία δεν υφίσταται η δημοκρατική κοινωνία[2]. Η ελευθερία της έκφρασης υπόκειται σε περιορισμούς, που προβλέπονται στο άρθρο 19 § 3 του Συντάγματος και στο άρθρο 10 § 2 της ΕΣΔΑ, οι οποίοι θα πρέπει να τίθενται δια νόμου (lawfulness), να εξυπηρετούν κάποιον από τους προβλεπόμενους περιορισμούς (legitimacy), και να είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία (necessity), δηλαδή να εξυπηρετούν μία κοινωνική ανάγκη που πιέζει για την εφαρμογή τους (pressing social need). Οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και η αναγκαιότητά τους να αποδεικνύεται πειστικά[3]. Μέσα από τη νομολογία του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ανέδειξε τη θετική υποχρέωση που έχει κάθε Κράτος να προστατεύει την άσκηση αυτού του δικαιώματος, μεταξύ άλλων, εγκαθιδρύοντας αποτελεσματικό μηχανισμό προστασίας των δημοσιογράφων, αλλά και όσων συγγράφουν δημόσια, με σκοπό τη δημιουργία περιβάλλοντος συμμετοχής όλων των ενδιαφερόμενων σε δημόσιο διάλογο, επιτρέποντάς τους να εκφράσουν τις απόψεις και τις ιδέες τους χωρίς φόβο, έστω και εάν αυτές εναντιώνονται στις κρατικές Αρχές ή σε μεγάλο ή στο μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης, ή ακόμα και εάν προκαλούν ή εκνευρίζουν[4]. Το φάσμα που καλύπτει η ελευθερία της έκφρασης είναι αρκετά ευρύ, και καλύπτει τόσο το περιεχόμενο όσο και τον τρόπο της έκφρασης. Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως είναι και το «Facebook», ως πρόσφορα μέσα για την πραγματική άσκηση της ελευθερίας έκφρασης των πολιτών, μπορεί να δώσει στον έντυπο ή στον προφορικό λόγο, στην εικόνα και τον ήχο, διαστάσεις που ουδέποτε είχαν προηγουμένως[5], λόγω της ευκολίας πρόσβασης, ανά το παγκόσμιο, του τρόπου λειτουργίας τους, όπου και η προώθηση (sharing) συνιστά βασική προϋπόθεση λειτουργίας του διαδικτύου, και του συνόλου των δυνατοτήτων που παρέχονται και από τα μέσα δια των οποίων υπάρχει η πρόσβαση στο διαδίκτυο. Προστιθέμενης σε αυτά της συχνότητας και έντασης της χρήσης του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τον πληθυσμό, η δημοσιότητα τείνει να θεωρείται με τρόπο κάπως διαφοροποιημένο ή να παρατηρείται η έλλειψη συνειδητοποίησης ότι οι αναρτήσεις στο διαδίκτυο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνιστούν δημοσίευση, και δη δημοσίευση η οποία μπορεί να έχει τόσο διευρυμένες διαστάσεις, ακόμα και όταν ο χρήστης μπορεί να θεωρεί πως έχει τον έλεγχο. Παράλληλα, συμπεριφορές και τρόποι έκφρασης που εκτός του διαδικτύου (offline) θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως αντικοινωνικά ή και αδικηματικά, τείνουν να καθίστανται συνηθισμένα στον χώρο του διαδικτύου (online), χωρίς να σημαίνει πως αυτό συνιστά και ένα φαινόμενο υγειές ή που, με βάση τουλάχιστον τα σημερινά δεδομένα, είναι ικανό να διαφοροποιήσει και το δίκαιο της δυσφήμισης σε μεγάλο βαθμό. Προστατευόμενα ακόμα αγαθά, όπως είναι η φήμη και η αξιοπρέπεια του ατόμου μέσα στην κοινωνία, η εικόνα και η ψυχική του ακεραιότητα, ως στοιχεία που περιέχονται στο δικαίωμά του να απολαμβάνει ιδιωτική ζωή[6], που επίσης προστατεύεται από το άρθρο 15 § 1 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, τίθενται σε ένα πλαίσιο θεώρησης όπου υπάρχει ή συνυπάρχει μεν το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά ως αυτό έχει στη σημερινή του εποχή· συναρτώμενο με ενός είδους αστική δημοσιογραφία (citizen journalism) και διευρυμένη κοινωνικοποίηση ή κοινωνική παρουσία, δια του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η κοινή ενεργοποίηση των δύο δικαιωμάτων θέτει συχνά δύσκολες ασκήσεις εξισορρόπησης στο πεδίο (balancing). Η μεθοδολογία της εξισορρόπησης ή στάθμισης είναι αυτή που εφαρμόζεται εφόσον ενεργοποιείται πράγματι και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 § 1 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ[7]. Στην Axel Springer v. Germany [GC] (αρ. 39954/08, ημερ.07.02.2012), υποδείχθηκε πως, για να εμπίπτει η υπόληψη του ατόμου (reputation) στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, στις υποθέσεις δυσφήμισης, θα πρέπει να υπάρχει ένα επίπεδο σοβαρότητας (threshold of seriousness), και η δυσφήμιση να γίνεται με τρόπο που, όντως, επηρεάζει την απόλαυση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Η απώλεια της φήμης, ως αποτέλεσμα των πράξεων του ίδιου του φορέα του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (π.χ. διάπραξη ποινικού αδικήματος), συνηθέστερα, δεν δικαιολογεί την επίκληση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ[8]. Στις υποθέσεις που αφορούν σε δημοσιεύματα στον Τύπο, οι οποίες διαχρονικά απασχόλησαν το δίκαιο της δυσφήμισης και αποτελούν και οδηγό και για τις διαδικτυακές δημοσιεύσεις, η αρχή είναι πως, αν και ο Τύπος δεν πρέπει να υπερβαίνει ορισμένα όρια, όσον αφορά ειδικότερα την προστασία της φήμης και των δικαιωμάτων των άλλων, το καθήκον του είναι να δώσει - με τρόπο σύμφωνο με τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του - πληροφορίες και ιδέες για όλα τα θέματα του δημοσίου ενδιαφέροντος. Ο Τύπος δεν έχει μόνον το καθήκον να μεταδίδει τέτοιες πληροφορίες και ιδέες, αλλά και το κοινό επίσης έχει το δικαίωμα να τις λαμβάνει. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Τύπος δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει τον ζωτικό του ρόλο ως «δημόσιος φύλακας» ("watchdog")[9]. Το καθήκον της μετάδοσης πληροφοριών περιλαμβάνει υποχρεωτικά καθήκοντα και ευθύνες ως όρια που ο ίδιος ο Τύπος πρέπει να επιβάλλει στον εαυτό του αυθόρμητα. Σε περίπτωση μετάδοσης πληροφοριών ή δημοσίευσης φωτογραφιών που δείχνουν πτυχές της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου, τα κριτήρια που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι η συμβολή του δημοσιεύματος σε μια συζήτηση δημοσίου ενδιαφέροντος, ο βαθμός της φήμης του θιγόμενου ατόμου, το αντικείμενο του δημοσιεύματος, η προηγούμενη συμπεριφορά του ενδιαφερόμενου ατόμου, το περιεχόμενο, η μορφή και οι συνέπειες της δημοσίευσης, και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η δημοσίευση. Το δημόσιο ενδιαφέρον αναφέρεται συνήθως σε ζητήματα που επηρεάζουν το κοινό σε βαθμό που μπορεί να το ενδιαφέρει, που προσελκύει την προσοχή του ή που το αφορά σε σημαντικό βαθμό, ιδίως επειδή επηρεάζει την ευημερία των πολιτών ή την κοινωνική ζωή τους. Αφορά επίσης ζητήματα που μπορούν να προκαλέσουν διαφωνίες, σε σχέση με ένα σημαντικό κοινωνικό ζήτημα, ή περιλαμβάνει ένα πρόβλημα για το οποίο το κοινό θα ενδιαφέρονταν να ενημερωθεί[10]. Δημοσιεύματα που στοχεύουν αποκλειστικά σε ικανοποίηση της περιέργειας ενός συγκεκριμένου κοινού σχετικά με τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου δεν μπορεί θεωρείται ότι συμβάλλει σε οποιαδήποτε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος για την κοινωνία, ακόμα κι αν ο ενδιαφερόμενος είναι γνωστός. Ο βαθμός στον οποίον ένα άτομο έχει δημόσιο προφίλ ή είναι γνωστός επηρεάζει την προστασία που μπορεί να παρέχεται στην ιδιωτική του ζωή. Εάν ο ρόλος ή τα καθήκοντα του ενδιαφερομένου και η φύση των δραστηριοτήτων του αποτελούν το αντικείμενο της δημοσίευσης, συνιστά επίσης κριτήριο που αξιολογείται. Το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού μπορεί να επεκταθεί, σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις, σε πτυχές της ιδιωτικής ζωής των δημόσιων προσώπων, ιδιαίτερα όσον αφορά τους πολιτικούς. Η εφαρμογή αυτού του συλλογισμού επεκτείνεται, πέρα ​​από τα πολιτικά πρόσωπα, σε οποιοδήποτε άτομο θα μπορούσε να είναι θεωρείται δημόσιο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο που, μέσω των πράξεών του ή ακόμη και της θέσης του, έχει μπει στον δημόσιο χώρο. Το γεγονός, ωστόσο, ότι ένα άτομο είναι το αντικείμενο ποινικής έρευνας, για ένα πολύ σοβαρό αδίκημα, δεν δικαιολογεί από μόνο του τη μεταχείριση του ατόμου αυτού με τον ίδιο τρόπο όπως ένα δημόσιο πρόσωπο που εκτίθεται εθελοντικά στη δημοσιότητα. Η θυματοποίηση του ατόμου από διάφορες καταστάσεις ενδεχομένως να δικαιολογεί την έμφαση στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και περισσότερη εγκράτεια όσον αφορά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ[11]. Ενώ η προηγούμενη συμπεριφορά του θιγόμενου (π.χ. εάν ο ίδιος έχει εκτεθεί οικειοθελώς στη δημοσιότητα) μπορεί να επηρεάζει τη στάθμιση, το απλό γεγονός της συνεργασίας του με τον Τύπο στο παρελθόν δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως επιχείρημα για να στερήσει από τον ενδιαφερόμενο κάθε προστασία της ιδιωτικής του ζωής. Η υποτιθέμενη ή πραγματική προηγούμενη ανοχή ή άλλη ενέργεια ενός ατόμου σε σχέση με δημοσιεύσεις που αφορούν την ιδιωτική του ζωή, επίσης, δεν στερεί απαραίτητα από τον ενδιαφερόμενο το δικαίωμά του στην ιδιωτική ζωή. Στις υποθέσεις δυσφήμισης, η σύνδεση μεταξύ της επίμαχης δήλωσης και του ατόμου που διεκδικεί προστασία, θα πρέπει να είναι αντικειμενική. Δεν αρκεί δηλαδή το πώς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εκλαμβάνει το περιεχόμενο του δημοσιεύματος. Πρέπει να υπάρχει κάτι που να κάνει και τον απλό αναγνώστη ή ακροατή, αντίστοιχα, να καταλάβει ότι η δήλωση που έγινε δημόσια καθρεφτίζει άμεσα τον ενάγοντα ή ότι αυτός είναι που υπόκειται στην κριτική[12]. Ως προς το επίπεδο σοβαρότητας, που αναφέρθηκε προηγουμένως, τα δημοσιεύματα θα πρέπει να έχουν τόσο προσβλητικό χαρακτήρα που να έχουν αναπόφευκτη άμεση επίδραση στη ζωή του ενάγοντος[13]. Μία υπόθεση, για παράδειγμα, στην οποίαν είχε γίνει προσβλητικό σχόλιο στο διαδίκτυο, ανώνυμα, και κρίθηκε ότι ενέπιπτε στο πεδίο προστασίας του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, ήταν η Pihl v. Sweden (αρ.74742/14, ημερ.07.02.2017), όπου το σχόλιο ήταν σε δημοσίευμα σε ιστολόγιο (blog) που κατηγορούσε τον προσφεύγοντα πως συμμετείχε σε «ναζιστικό πάρτι», και ήταν: «that guy pihl is also a real hash-junkie according to several people I have spoken to». Παρόλο που το σχόλιο δεν συνιστούσε ρητορική μίσους (hate speech), ήταν προσβλητικό σε βαθμό που πάντως ενεργοποιούσε το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (§ 25), ασχέτως της κατάληξης της υπόθεσης, που δεν ήταν θετική για τον προσφεύγοντα, καθότι εκεί είχε επιτευχθεί μια δίκαιη ισορροπία από τα εγχώρια δικαστήρια μεταξύ των δύο δικαιωμάτων. Σημαντική είναι και η διάκριση ως προς το εάν το δημοσίευμα αφορά σε γεγονότα ή σε αξιολογική εκτίμηση. Τα γεγονότα μπορούν εύκολα να αποδειχθούν, η αλήθεια των αξιολογικών εκτιμήσεων όχι[14]. Για τους δημοσιογράφους, χρειάζονται ειδικοί λόγοι για την απαλλαγή από την υποχρέωση επαλήθευσης των δηλώσεων αναφορικά με γεγονότα, που είναι δυσφημιστικές για τον ιδιώτη. Κατά πόσον υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, εξαρτάται και από τη φύση και τον βαθμό της δυσφήμισης και την έκταση στην οποίαν ο δημοσιογράφος θα μπορούσε να εμπιστευτεί ως αξιόπιστες τις πηγές του. Ορισμένες φορές, η διάκριση ως προς το εάν ένα δημοσίευμα συνιστά δήλωση γεγονότος ή αξιολογική εκτίμηση, δεν είναι τόσο απλή, ενώ, σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται ερμηνευτική προσπάθεια, η οποία να λαμβάνει υπόψη και τις περιστάσεις υπό τις οποίες γίνεται το δημοσίευμα. Συνηθέστερα, οι ισχυρισμοί για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος συνιστούν αξιολογικές εκτιμήσεις και όχι δηλώσεις γεγονότων[15]. Στην Thorgeir Thorgeirson v. Iceland (αρ.13788/88, ημερ.25.06.1992), που οι δηλώσεις του προσφεύγοντος σε σχέση με την αστυνομική βία στηρίζονταν σε ιστορίες και φήμες άλλων, το θέμα ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος, και η εναπόθεση βάρους στον προσφεύγοντα να αποδείξει την αλήθεια των δηλώσεών του, σε έκταση εάν αληθεύουν ή όχι οι ιστορίες και οι φήμες των άλλων, δεν ήταν εύλογη, ενώ ενδεχομένως να μην ήταν και δυνατόν να επιτευχθεί ένας τέτοιος στόχος. Η αναγκαιότητα να συνδέεται μία αξιολογική εκτίμηση με ένα πραγματικό υπόβαθρο διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Για παράδειγμα, υπήρξε περίπτωση όπου οι προσφεύγοντες δεν είχαν πραγματικό υπόβαθρο για τους ισχυρισμούς τους περί ποινικά επιλήψιμης συμπεριφοράς του ενάγοντος, και κρίθηκε πως δεν παραβιάστηκε το δικαίωμά τους στην ελευθερία της έκφρασης[16]. Η απαίτηση για επαρκή πραγματική βάση εκτιμάται και έναντι άλλων σχετικών παραμέτρων, στο πλαίσιο της αναλογικότητας. Έτσι, μπορεί να είναι λιγότερο σημαντική, όταν οι επίμαχες δηλώσεις γίνονται κατά τη διάρκεια μιας ζωντανής πολιτικής συζήτησης, όπου εκλεγμένοι αξιωματούχοι και δημοσιογράφοι θα πρέπει να απολαμβάνουν ευρεία ελευθερία, να επικρίνουν τις ενέργειες των Αρχών, ακόμη και όταν οι δηλώσεις που γίνονται ενδέχεται να στερούνται σαφούς βάσης. Αυξημένη προστασία δεν λαμβάνουν βεβαίως μόνον οι δημοσιογράφοι, αλλά και ορισμένοι που επιτελούν τον ρόλο του «δημόσιου φύλακα» («public watchdog»), όπως οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, και οι ακαδημαϊκοί συγγραφείς και λογοτέχνες, επί ζητημάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, και πλέον οι κάτοχοι ιστολογίων (bloggers) ή και οι δημοφιλείς χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο διαδίκτυο[17]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ρόλος του «public watchdog» ασκείται με περισσότερη επιτυχία ή ως ευρύτερα κοινωνικός από άτομα που έχουν δημόσιο λόγο μέσω του διαδικτύου και των μέσων μαζικής δικτύωσης, ιδίως ως προς την αναφορά προβλημάτων ή παραβιάσεων από τις κρατικές Αρχές. Αντίστοιχα, αυτοί που επιλέγουν να ασκούν τον ρόλο αυτό θα πρέπει να υπόκεινται και σε αντίστοιχες υποχρεώσεις και καθήκοντα που είναι εγγενή στην ελευθερία της έκφρασης και στον δημόσιο λόγο[18] και ήταν ανέκαθεν γνωστά στη σύνοψή τους ως «υπεύθυνη δημοσιογραφία»· στον ανάλογο πάντοτε βαθμό. Σημειώνεται, με συντομία εν προκειμένω, ότι και η προστασία της δημόσιας υγείας συνιστά έναν ακόμα δυνατό περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, που έχει απασχολήσει τη νομολογία του ΕΔΔΑ ή και που μπορεί να απασχολεί παράλληλα με τον περιορισμό της προστασίας των δικαιωμάτων των άλλων· σε έναν τέτοιο περιορισμό περιλαμβάνεται και η προστασία του δικαιώματος των ασθενών να μην εκτίθενται σε μη επαληθευμένες ιατρικές πληροφορίες[19], όπως και το δικαίωμα των ασθενών ή των ατόμων που κινδυνεύουν να νοσήσουν να μην ενθαρρύνονται ή να μην αποθαρρύνονται σχετικά με τη χρήση φαρμάκων[20]. Σε σχέση με την απαγόρευση των διαφημίσεων των προϊόντων καπνού, λήφθηκε υπόψη και η Ευρωπαϊκή συναίνεση (European consensus) ως προς την ανάγκη μιας αυστηρής απαγόρευσης, ώστε και εκεί να υπερτερεί η προστασίας της δημόσιας υγείας έναντι των οικονομικών συμφερόντων ή της άσκησης δικαιωμάτων όπως η ελευθερία της έκφρασης[21]. Επί του προκείμενου, η Εναγόμενη, με το δημοσίευμά της, όπως αυτό εκτέθηκε στο Δικαστήριο, όπως φαίνεται και στο Δικαστήριο, αναφέρεται στο πρόσωπο της Ενάγουσας. Αυτό προκύπτει από την χρησιμοποίηση του μικρού ονόματός της, τα συγκεκριμένα δεδομένα που αφορούν τη νοσηλεία της, όπως προβλήθηκαν στην τηλεοπτική συνέντευξή της, και την παρουσία της σε ταβέρνα, όπως προβλήθηκε δια της φωτογραφίας που ανάρτησε ο αδελφός της Ενάγουσας στο διαδίκτυο. Η Εναγόμενη αναφέρεται στην Ενάγουσα όχι για να κρίνει την ίδια, ως άτομο, αλλά την χρησιμοποιεί ως παράδειγμα ατόμου, η ιστορία και τα στοιχεία της οποίας εκτέθηκαν στη δημοσιότητα, για να εκφράσει την άποψή της πως η Κυβέρνηση δεν λέει την αλήθεια στο κοινό πως υπάρχει ο Covid
  6. Ειδικότερα, η Εναγόμενη, στην προσπάθειά της να εκφράσει μια τέτοια άποψη, δηλωτική ενδεχομένως των προβληματισμών της για μία πρωτόγνωρη κατάσταση πανδημίας και περιοριστικών υγειονομικών μέτρων, έλαβε πληροφορίες ήδη διαθέσιμες στη δημόσια σφαίρα, και με ύφος από το οποίο δεν φαίνεται να λείπει ο κυνισμός, προσπαθεί, μέσω της Ενάγουσας και των στοιχείων που εντόπισε γι' αυτήν, να δώσει πραγματική διάσταση (factual base) στην άποψή της ότι είναι αναλήθεια η ύπαρξη του Covid
  7. Ακόμα και αν η Εναγόμενη δεν φαίνεται να στοχεύει άμεσα, με το δημοσίευμά της, να βλάψει την Ενάγουσα, αλλά περισσότερο να στοιχειοθετήσει άποψη για ένα ζήτημα έντονου δημοσίου ενδιαφέροντος, που σχετίζεται με την πανδημία και τα υγειονομικά μέτρα, δεν μεταβάλλει την κατάσταση ως προς το ότι αναφέρθηκε στο άτομο της Ενάγουσας, θίγοντας και ως γεγονός, στο οποίο συμπερασματικά κατέληξε εκ των λοιπών πραγματικών δεδομένων, ότι η Ενάγουσα χρηματίστηκε για να ψευδολογήσει σχετικά με την ασθένειά της. Η χρησιμοποίηση της Ενάγουσας από την Εναγόμενη, με τον τρόπο που έγινε, εν τέλει αφήνοντας ξεκάθαρα να νοηθεί ότι η Ενάγουσα έλαβε χρήματα από την Κυβέρνηση για να υποδυθεί το θύμα του Covid19, κατ' επέκταση αποδίδοντας στην Ενάγουσα συμπεριφορά που είναι και ποινικοποιημένη, μεταξύ άλλων, δια του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου 23(ΙΙΙ)/2000, αλλά και εκθέτοντάς την σε χλεύη και επιθέσεις αγνώστων στο διαδίκτυο, και χρησιμοποιώντας και αχρείαστα προσωπικά χαρακτηριστικά της Ενάγουσας, όπως το σωματικό της βάρος, και έχοντας υπόψη ότι ο λόγος της Εναγόμενης έχει δημοσιευθεί στο διαδίκτυο και έχει περιέλθει σε γνώση άλλων ατόμων, κρίνω ότι έχει διαπραχθεί δυσφήμιση εις βάρος της Ενάγουσας, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνουν τα άρθρα 17 και 18 του Κεφ.
  8. Έπειτα, η έκταση της δυσφήμισης ήταν τέτοια, λόγω του περιεχομένου, του τρόπου που έγινε, και των συνεπειών της, ως αυτές παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ιδίως δια των Τεκμήριων 9 και 10, που αναπόφευκτα συνυφαίνεται με το δικαίωμα της Ενάγουσας σε σεβασμό στην ιδιωτική της ζωή, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Η Εναγόμενη έχει αναμφίβολα το δικαίωμα να εκφράζεται ελεύθερα, στο διαδίκτυο ή αλλού, και να εκθέτει δημοσίως τις απόψεις της, ειδικότερα τις απόψεις της που σχετίζονται με την κρατική δράση, όπως αυτό κατοχυρώνεται με το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Η δυνατότητα περιορισμού αυτού του δικαιώματός της, επειδή διέπραξε δυσφήμιση, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, δια της επιδίκασης αποζημίωσης ή δια άλλης παρέμβασης, προβλέπεται στο Κεφ.148 και σκοπεί στην προστασία της υπόληψης και της αξιοπρέπειας της Ενάγουσας, ως περιέχονται στο δικαίωμά της για σεβασμό στην ιδιωτική της ζωή, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 15 του Συντάγματος και στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, που στην προκειμένη περίπτωση επίσης ενεργοποιείται. Η Εναγόμενη, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν φαίνεται να είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος. Είναι ένας απλός χρήστης του μέσου κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», που συνηθίζει, όπως αρκετοί άλλοι χρήστες, να εκφράζει σκέψεις στο μέσο αυτό με γραπτά μηνύματα (posts) ή βίντεο ή φωτογραφίες. Το αντικείμενό της, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Ανάρτησε το βίντεο σε μια σελίδα ομάδας στο «Facebook» που, με βάση τη μαρτυρία, είχε αρκετές χιλιάδες μέλη. Οι συνθήκες της πανδημίας που και η Εναγόμενη, όπως και μεγάλο μέρος του πληθυσμού, έχει βιώσει φαίνεται να ώθησαν την Εναγόμενη, όπως ενδεχομένως και άλλους πολίτες, να αμφισβητήσει τις ενέργειες της Κυβέρνησης ή ακόμα και την ίδια την ύπαρξη του Covid19· κατ' επέκταση, και την αλήθεια των δημόσιων ισχυρισμών της Ενάγουσας, στο πρόσωπο και στην ιστορία της οποίας η Εναγόμενη έβλεπε ένα άτομο που χρησιμοποιεί η Κυβέρνηση για να πείσει τους πολίτες, ψευδώς, ότι υπάρχει ο Covid19 και να τους επιβάλει υγειονομικά μέτρα. Η Εναγόμενη βασίστηκε σε δεδομένα που ήταν ήδη διαθέσιμα στη δημόσια σφαίρα και δεν θα μπορούσε να της επιβληθεί υποχρέωση διακρίβωσης της αλήθειας των ισχυρισμών της, αλλά, βάσει αυτών, εξέφρασε αξιολογική εκτίμηση και κρίση, σύμφωνα πάντοτε με τη δική της λογική και τις δικές της αξιολογικές δυνατότητες, τουλάχιστον όσον αφορά την εκτίμησή της ότι η Κυβέρνηση ή και η Ενάγουσα ψεύδονται σε σχέση με την ύπαρξη του Covid
  9. Και όσον αφορά τη δήλωσή της, ότι η Ενάγουσα χρηματίστηκε για να ψευδολογήσει δημοσίως, ήταν μεν ένα βήμα παρακάτω από την αξιολογική της εκτίμηση ότι ο Covid19 είναι ένα κρατικό ψέμα, αλλά και η ίδια προκύπτει αξιολογικά και συμπερασματικά, και όχι ως γεγονός που άκουσε ή είδε ή γνωρίζει με άλλον τρόπο η Εναγόμενη και καταθέτει δημοσίως. Η Εναγόμενη θα μπορούσε να εκφράσει την ίδια άποψή της, ότι η Κυβέρνηση ψεύδεται σχετικά με την ύπαρξη του Covid19, βασιζόμενη σε οποιαδήποτε άλλα δεδομένα, που να μην κάνουν αναφορά στο πρόσωπο της Ενάγουσας, με τον τρόπο αυτό. Η Ενάγουσα, αν και λόγω της περιπέτειας της υγείας της έτυχε και εκτέθηκε προσωρινά στη δημοσιότητα, δεν είναι δημόσιο πρόσωπο, που οφείλει ή μπορεί να έχει την ανάλογη ανοχή και αντοχή στην κριτική, και δη στην κριτική που σχετίζεται με τα δεδομένα υγείας της ή με το σωματικό της βάρος· στην σκληρή δημόσια κριτική, που απολήγει και σε λεκτικές επιθέσεις και ύβρεις από άγνωστους στο διαδίκτυο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως, το να αποδίδεται μολυσματική ή μεταδοτική νόσος σε κάποιον, κατά το Κεφ.148, μπορεί να συνιστά και το ίδιο δυσφήμιση, άρα δεν εκτέθηκε, η Ενάγουσα, σε κάποιαν ευχάριστη για την ίδια δημοσιότητα. Λόγω της κατάστασης στην οποίαν βρίσκονταν, εξαιτίας της επιμόλυνσής της από τον Covid19, που νόσησε πολύ σοβαρά, αλλά και του στιγματισμού της ως κρούσμα του ιού αυτού, της μεγάλης σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας που πραγματικά υπέστη, ήταν ένας ιδιαίτερα ευάλωτος άνθρωπος τη δεδομένη χρονική στιγμή. Mετά από την πολυήμερη απομόνωσή της, για σκοπούς νοσηλείας και παρεμπόδισης της μετάδοσης του ιού, αποζητούσε την συμπαράσταση και την κοινωνική επικρότηση και αποδοχή, για να καταφέρει να επανενταχθεί στην κοινωνία, και να επαναφέρει τις δραστηριότητες και τη σχέση της με τον εαυτό της, τη ζωή της και τους άλλους ανθρώπους· όχι την χλεύη, την απαξίωση και την αποστροφή. Εξαιτίας του ότι δεν έχει την ανοχή στη δημόσια κριτική και είχε το δυσάρεστο βίωμα, εξέλαβε και το περιεχόμενο των λόγων της Εναγόμενης πιο έντονα από ότι ενδεχομένως να το εκλάμβανε ένας άνθρωπος με ανοχή στη δημόσια κριτική ή χωρίς αυτό το βίωμα. Αυτό που φαίνεται να την ενόχλησε δεν είναι τόσον η αμφισβήτηση του ότι ασθένησε, αυτό από μόνο του θα μπορούσε να λεχθεί πως δεν είναι ενοχλητικό, αλλά η δημόσια εκδοχή της Εναγόμενης ότι χρηματίστηκε για να υποδυθεί το θύμα του ιού, για να πει δημόσια ψέματα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ήθος και γενικότερα για την εικόνα της μέσα στην κοινωνία. Έπειτα, όταν η Ενάγουσα επικοινώνησε με την Εναγόμενη και της ζήτησε ευγενικά να αφαιρέσει το βίντεο από τη δημόσια σφαίρα, γιατί δεν αληθεύουν όσα ανέφερε και την ενοχλεί, η Εναγόμενη όχι μόνον αδιαφόρησε για το άτομο της Ενάγουσας, για τον εάν η Ενάγουσα έχει καθόλου θιχτεί, και όχι μόνον παρέλειψε να λάβει την ευκαιρία να διερευνήσει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και να επαληθεύσει την εκδοχή που η ίδια δημόσια εξέφρασε, αλλά πρόσθετα προκάλεσε την Ενάγουσα να εκθέσει δημοσίως τα δεδομένα υγείας της, για να αποδείξει σε όλους ότι υπάρχει ο Covid19, δημιουργώντας της την αίσθηση ότι, εάν δεν πράξει κάτι τέτοιο, γίνεται ρεζίλι παντού. Γι' αυτό και η Ενάγουσα ένιωσε απειλή και εκφοβισμό από μια τέτοια συμπεριφορά. Η Ενάγουσα, υπό τις περιστάσεις, ως διαμορφώθηκαν, και έχοντας δεχθεί λεκτικές επιθέσεις από αγνώστους στο διαδίκτυο, δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει στον δημόσιο διάλογο, σε μια δημόσια αντιπαράθεση, για να αποδείξει ότι ήταν κρούσμα Covid19, εφόσον και αυτό της επέφερε από μόνο του στίγμα. Ακόμα και αν η Εναγόμενη αμφισβητούσε την ύπαρξη του Covid19 και κατ' επέκταση ότι η Ενάγουσα νόσησε από έναν τέτοιο ιό, θα μπορούσε, εάν δεν ήταν και βέβαιη για τη δική της κοινωνική άποψη, ούσα μη ειδική για θέματα ιών, εφόσον το ζήτημα είναι ευαίσθητο και αφορά όχι μόνον στην ατομική υγεία της Ενάγουσας αλλά και στη δημόσια υγεία, να ήταν αρκετά πιο εγκρατής ή και πιο υπεύθυνη στην άσκηση του δικού της δικαιώματος να εκφράζεται ελεύθερα και δημοσίως, στην έκταση και με τον τρόπο που επέλεξε να το ασκήσει. Το δυσφημιστικό υλικό παρέμεινε αναρτημένο στο διαδίκτυο για αρκετές ημέρες, και οι διαστάσεις της δημοσιότητας ήταν, πέραν των φαινόμενων αλληλεπιδράσεων και σχολίων, άγνωστες. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι, ακόμα και εάν ο λόγος της Εναγόμενης δεν ήταν ρητορική μίσους, ως τουλάχιστον αυτή πλαισιώνεται νομικά επί του παρόντος, υπερέβη εκείνο το όριο που τον διατηρεί λόγο εντός του θεμιτού πλαισίου της ελευθερίας της έκφρασης. Η προστασία που θα πρέπει να δοθεί από το Δικαστήριο είναι στο δικαίωμα της Ενάγουσας για σεβασμό στην ιδιωτική της ζωή. Η αρχή που διέπει τον υπολογισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα, όπως και στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, δεν παύει να είναι η αποκατάσταση[22]. Με βάση αυτήν, οι (συνήθεις) αποζημιώσεις που επιδικάζονται θα πρέπει να είναι εκείνο το ποσό το οποίο θα θέσει τον ενάγοντα στην θέση στην οποία θα βρίσκονταν εάν δεν διαπράττονταν το αδίκημα. Το ποσό που θα επιδικαστεί θα πρέπει να είναι δίκαιο και εύλογο, μέσα στο πλαίσιο του κοινωνικά αποδεκτού[23]. Έχει αναγνωριστεί προ ετών η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν[24], που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία στον ανθρώπινο πόνο· αντανάκλαση που δεν φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί· εκφράζει, προφανώς, και τις πραγματικότητες της σύγχρονης ζωής[25], μα ταυτόχρονα λαμβάνεται υπόψη, ως εξισορροπητικός παράγων, η αγοραστική αξία του χρήματος στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον[26], της οικονομικής κρίσης που επέφερε η πανδημία. Οι αποζημιώσεις παραμένουν το μέσο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και αντιμετώπισης των δυσχερειών που επιφέρει η βλάβη στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση· όπως και το χρήμα, ευλόγως, παραμένει ένα φύσει ατελές μέσο για να επιφέρει την πλήρη αποκατάσταση. Ως τέτοιο, ατελές μέσο, δεν θα πρέπει να ωθεί σε μίαν ανέλεγκτη πορεία αύξησης των αποζημιώσεων[27]. Για την επιδίκαση αποζημιώσεων για δυσφήμιση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πέραν από τις λοιπές πραγματικές περιστάσεις (π.χ. τη θέση του ενάγοντος στην κοινωνία, την έκταση και τη μορφή του δημοσιεύματος, την πρότερη συμπεριφορά, την μετέπειτα συμπεριφορά ή την τυχόν απολογία, κ.λπ.)[28], τα σχετικά πραγματικά στοιχεία που τίθενται ενώπιον του και αφορούν την οικονομική κατάσταση του ατόμου που φέρεται να δυσφημεί τον ενάγοντα, τα έξοδα που έχει να αντιμετωπίσει, τυχόν άλλες διαθέσιμες θεραπείες, αλλά και την αρνητική επίδραση (chilling effect) που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια εξέλιξη ευρύτερα στην άσκηση του δικαιώματος. Σε σχέση με το τελευταίο, θα πρέπει να λεχθεί πως η επιδίκαση αποζημιώσεων για δυσφήμιση στο διαδίκτυο, δεν θα ήταν επιθυμητό να επενεργήσει και με οποιονδήποτε τρόπο αρνητικά στο δικαίωμα της Εναγόμενης, κατ' επέκταση και οποιουδήποτε πολίτη, να εκφράζει τις απόψεις του ελεύθερα στο διαδίκτυο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, ειδικότερα όσον αφορά ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος· γνωρίζοντας, βεβαίως, πως ο δημόσιος λόγος είναι μεν ελεύθερος, αλλά, ως δημόσιος, και δη με διευρυμένες τις δυνατότητες δημοσιότητας μέσω του διαδικτύου, θα πρέπει να είναι και υπεύθυνος, ιδίως όταν καταπιάνεται με άλλα άτομα, ιδιώτες, πιθανότατα ευάλωτα και ειδικότερα με την υγεία άλλων ατόμων ή και με τη δημόσια υγεία. Η ελευθερία της έκφρασης, ακόμα και εάν περιλαμβάνει τον δριμύ ή και προσβλητικό λόγο, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως έχει εξηγηθεί και μέσα από την νομολογία του ΕΔΔΑ, δεν προσεγγίζεται εξ αρχής ως αυτοτελές, αυθύπαρκτο ή ανεξάρτητο «δικαίωμα προσβολής των άλλων». Ενόψει του ότι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων σε κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστός, η υφιστάμενη νομολογία σε σχέση με τα ποσά που επιδικάστηκαν σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να αποτελεί έναν χρήσιμο οδηγό, χωρίς όμως να δεσμεύει. Με τη νομολογία που εισηγείται η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας[29], θέτει ένα πλαίσιο από τις €14.000,00 - €20.000,00, με το οποίο δεν μπορεί να συμφωνήσει το παρόν Δικαστήριο, πέραν του ότι η ίδια η Ενάγουσα έθεσε την αγωγή της σε χαμηλότερη κλίμακα. Έχοντας υπόψη και τις πιο πρόσφατες Εκδόσεις «Αρκτινός Λτδ» ν. Αγγελίδη, ECLI:CY:AD:2020:D449, Πολιτική Έφεση 315/2013, ημερ.03.12.2020 και Κυριάκου ν. Λουκαΐδη, ECLI:CY:AD:2020:A450, Πολιτική Έφεση 103/2014, ημερ.18.12.2020, και ένα πλαίσιο €5.000,00 - €10.000,00, προσαρμοσμένο όμως στις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, που την διαφοροποιούν ουσιωδώς και από τις δύο υποθέσεις· τη θέση της Ενάγουσας, ταμία σε υπεραγορά που όμως εκτίθεται κοινωνικά· το περιεχόμενο του δημοσιεύματος και τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό έγινε και λειτούργησε δυσφημιστικά για την Ενάγουσα· τον τρόπο με τον οποίο έγινε το δημοσίευμα και τη θεματική του· γνωρίζοντας ότι η Εναγόμενη που είναι απλός χρήστης του μέσου κοινωνικής δικτύωσης «Facebook» και τον τρόπο λειτουργίας του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης· ότι το δυσφημιστικό βίντεο δεν υφίσταται πλέον, έστω και εάν ήταν αναρτημένο στο διαδίκτυο για αρκετές ημέρες· έχοντας υπόψη όλα όσα έχουν προαναφερθεί σε αυτή την απόφαση σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων σε τέτοιου είδους υποθέσεις, κρίνω πως ένα ποσό ύψους €1.500,00 θα ήταν επαρκής αποζημίωση, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, για την αποκατάσταση της φήμης της Ενάγουσας. Λαμβάνεται υπόψη ότι σε αυτό το ποσό θα προστεθεί ο νόμιμος τόκος και τα έξοδα της διαδικασίας. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1.500,00 πλέον νόμιμος τόκος, πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψη και όσα ανέφερε η συνήγορος της Ενάγουσας στην αγόρευσή της, οι υπόλοιπες αξιώσεις της Ενάγουσας απορρίπτονται. (Υπ.)........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Handyside v. the United Kingdom (αρ.5493/72 ημερ.07.12.1976) §
  10. [2] Βλ. και Observer and Guardian v. the United Kingdom (αρ. 13585/88, ημερ. 26.11.1991) §
  11. [3] Βλ. και Stoll v. Switzerland [GC] (αρ. 69698/01, ημερ.10.12.2007) § 101, Morice v. France [GC] (αρ. 29369/10, ημερ.23.04.2015) § 124, Pentikäinen v. Finland [GC] (αρ. 11882/10, ημερ. 20.10.2015) §
  12. [4] Dink v. Turkey (αρ. 2668/07, 6102/08, 30079/08, ημερ. 14.09.2010) § 137, Khadija Ismayilova v. Azerbaijan (αρ.65286/13, 57270/14, ημερ.10.01.2019). [5] Βλ. και M.L. and W.W. v. Germany (αρ.60798/10, 65599/10, ημερ.28.06.2018) § 91, Delfi AS v. Estonia [GC] (αρ.64569/09, ημερ.16.06.2015) §
  13. [6] Axel Springer AG v. Germany [GC] (αρ. 39954/08, ημερ.07.02.2012) §§ 83-84, Von Hannover v. Germany (no. 2) [GC] (αρ.40660/08, 60641/08, ημερ.07.02.2012) §§ 104-
  14. [7] Βλ. και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου

(2007)1 Α.Α.Δ. 856, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτη
(2002)1 ΑΑΔ 1863, Κυριάκου ν. Λουκαΐδη, ECLI:CY:AD:2020:A450, Πολιτική Έφεση 103/2014, ημερ.18.12.2020, Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» ν. Αγγελίδης, ECLI:CY:AD:2020:D449, Πολιτική Έφεση 315/2013, ημερ.03.12.
  1. [8] Βλ. και Hachette Filipacchi Associés v. France (αρ.71111/01, ημερ.14.06.2007) § 43, MGN Limited v. the United Kingdom (αρ.39401/04, ημερ. 18.01.2011) §
  2. [9] Βλ. Couderc and Hachette Filipacchi Associés v. France [GC] (αρ.40454/07, ημερ.10.11.2015) §§ 83-93, Bladet Tromsø and Stensaas v. Norway [GC] (αρ.21980/93, ημερ.20.05.1999) §§ 59, 62, Pedersen and Baadsgaard v. Denmark [GC] (αρ.49017/99, ημερ.17.12.2004) § 71, Von Hannover v. Germany (no. 2) [GC] (αρ.40660/08, 60641/08, ημερ.07.02.2012) §
  3. [10] Βλ. και Satakunnan Markkinapörssi Oy and Satamedia Oy v. Finland [GC] (αρ.931/13, ημερ.27.06.2017) §
  4. [11] Fressoz and Roire v. France [GC] (αρ.29183/95, ημερ.21.01.1999) § 50, Egeland and Hanseid v. Norway (αρ.34438/04, ημερ.16.04.1999) § 62, Kurier Zeitungsverlag und Druckerei GmbH v. Austria (αρ.3401/07, ημερ. 17.01.2012). [12] Βλ. και Reznik v. Russia (αρ.4977/05, ημερ.04.04.2013), Margulev v. Russia (αρ. 15449/09, ημερ.08.01.2020) §
  5. Βλ. και Μεσαρίτη ν. Λαζαρίδη, ECLI:CY:AD:2018:A226, Πολιτική Έφεση 470/2011, ημερ.14.05.2018, Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Γεωργιάδη
(2011)1 (Α) ΑΑΔ
  1. [13] Toranzo Gomez v. Spain (αρ.26922/14, ημερ. 20.11.2018) § 51, Karakó v. Hungary (αρ.39311/05, ημερ.28.04.2009) § 23, Polanco Torres and Movilla Polanco v. Spain (34147/06, ημερ.21.09.2010) § 40, Yarushkevych v. Ukraine (Δεκ.) (αρ.38320/05, ημερ.31.05.2016) §
  2. [14] McVicar v. the United Kingdom (αρ.46311/99, ημερ.07.02.2002) § 83, Lingens v. Austria (αρ.9815/82, ημερ.08.07.1986) § 46, OOO Izdatelskiy Tsentr Kvartirnyy Ryad v. Russia (αρ.37948/05, ημερ.18.09.2017) § 44, Reichman v. France (αρ.50147/11, ημερ.12.07.2016) § 72, Paturel v. France (αρ.54968/00, ημερ.22.03.2006) § 35, Lindon, Otchakovsky-Laurens and July v. France [GC] (αρ.21279/02, 36448/02, ημερ.22.10.2007) § 55, De Carolis and France Télévisions v. France (αρ.23313/10, ημερ.21.01.2016) §
  3. [15] Paturel v. France (ανωτέρω) § 37, Lopes Gomes da Silva v. Portugal (αρ.37698/97, ημερ.28.09.2020), Hrico v. Slovakia (αρ.48418/99, ημερ.16.09.2003). [16] Barata Monteiro da Costa Nogueira and Patrício Pereira v. Portugal (αρ.4035/08, ημερ.11.04.2011), §
  4. [17] Βλ. και Magyar Helsinki Bizottság v. Hungary [GC] (αρ.18030/11, ημερ.08.11.2016) §
  5. [18] Βλ. και Magyar Helsinki Bizottság v. Hungary [GC] (ανωτέρω) §§ 159 και
  6. [19] Βλ. και Vérités Santé Pratique Sarl v. France (Δεκ.) (αρ. 74766/01, ημερ.01.12.2005). [20] Βλ. και Palusinski v. Poland (Δεκ.) (αρ.62414/00, ημερ.03.10.2006). [21] Société de conception de presse et d'édition and Ponson v. France (αρ.26935/05, ημερ. 05.03.2009) §
  7. [22] Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65 [23] Paraskevopoulos v. Georghiou
(1970)1 CLR 116 [24] Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R. 789 [25] Lankutis v. Νικόλα [2002] 1 Α.Α.Δ. 1128 [26] Christodoulides v. Kyprianou
(1968)1 C.L.R. 130, Karavallis v. Economides
(1970)1 C.L.R.
  1. [27] Μαυροπετρή v. Λουκά [1995] 1 Α.Α.Δ.
  2. [28] Βλ. ενδεικτικά και την πιο πρόσφατη Κυριάκου ν. Λουκαΐδη, ECLI:CY:AD:2020:A450, Πολιτική Έφεση 103/2014, ημερ.18.12.
  3. [29] Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715, Αγγελίδης ν. Εκδόσεις «Αρκτινός Λτδ», αρ. αγωγή 1826/2010. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.