ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ "ALICE COURT" ν. DEVELOTEC LIMITED, Αγωγή αρ. 176/2018, 21/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 176/2018 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ "ALICE COURT" Ενάγουσας και DEVELOTEC LIMITED Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 19.11.2020 Ημερομηνία: 21.05.2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/Εναγόμενη: κύριοι ΣΤΕΛΙΟΣ Κ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: κύριος Φ.Τ. Αποστολίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης κοινόχρηστα τέλη που ισχυρίζεται ότι οφείλει η Εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια μονάδας, για την κοινόκτητη οικοδομή "ALICE COURT" που διαχειρίζεται η Ενάγουσα. H Εναγόμενη αμφισβητεί το διαχειριστικό έργο της Ενάγουσας και το χρέος, και ανταπαιτεί αποζημιώσεις για ζημιές και έξοδα που ισχυρίζεται ότι υπέστη, σχετικά με την επιδιόρθωση ταβανιών και τοίχων λόγω διαρροής νερού και υγρασιών από την οροφή, τη μόνωση της οροφής και τους χρωματισμούς (μπογιατίσματα), που η Ενάγουσα παρέλειψε να καλύψει. Η Ενάγουσα προσπάθησε να επιτύχει τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης της Εναγόμενης βάσει της Δ.21,κ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), ωστόσο η προσπάθειά της αυτή τερματίστηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.11.
- Τέθηκε ωστόσο και το διαδικαστικό θέμα εάν η ανταπαίτηση της Εναγόμενης θα έπρεπε να θεωρηθεί ούτως ή άλλως εγκαταλειφθείσα, λόγω της μη έκδοσης κλήσης για οδηγίες από την Εναγόμενη για την ανταπαίτηση αυτή, μέχρι και σήμερα, ή εάν το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει την παράταση του χρόνου εντός του οποίου η Εναγόμενη μπορεί να εκδώσει κλήση για οδηγίες, όπως η Εναγόμενη ζητά με την υπό εξέταση αίτησή της, ημερομηνίας 19.11.
- Η αίτηση της Εναγόμενης περιέχει στη νομική της βάση, μεταξύ άλλων, τις Δ.30,κκ.1,,2(β), Δ.57,κ.2 και Δ.64 ΚΠΔ και το άρθρο 30 του Συντάγματος. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εναγόμενης, ο οποίος εκθέτει το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης και αναφέρει ότι η εντύπωση ήταν πως η προδικασία αναφορικά με την ανταπαίτηση καλύπτονταν από το ήδη καταχωρισμένο Παράρτημα Τύπου 25 ημερομηνίας 25.06.2018 της Εναγόμενης στο πλαίσιο της κλήσης για οδηγίες που είχε εκδώσει η Ενάγουσα, και ότι δεν χρειάζονταν να εκδοθεί ξεχωριστή κλήση για οδηγίες αναφορικά με την ανταπαίτηση. Η Εναγόμενη, συμμετέχοντας κανονικά στην προδικασία της απαίτησης και εμφανιζόμενη μετέπειτα και ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκάλυψε και αντάλλαξε έγγραφα και ονομάτισε μάρτυρες που θα χρησιμοποιήσει που, επί της ουσίας, κάλυπταν και τις ανάγκες της ανταπαίτησης, και δεν είχε τεθεί οποτεδήποτε ζήτημα που να διαψεύδει την πεποίθησή της ότι εκκρεμεί η ανταπαίτηση. Εξηγεί πως ουδέποτε επέδειξε αδιαφορία για την προώθηση της ανταπαίτησής της και το ζήτημα προέκυψε στο πλαίσιο της αίτησης της Ενάγουσας για αποκλεισμό της ανταπαίτησης. Εξηγεί, ο ενόρκως δηλών, πως η απόρριψη της αίτησης και κατ' επέκταση της ανταπαίτησής της λόγω καλόπιστου διαδικαστικού λάθους δεν εξυπηρετεί ούτε το πνεύμα της Δ.30 ΚΠΔ για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων και μείωση του χρόνου και των εξόδων γενικά μεταξύ των διαδίκων, αλλά θα προκαλούσε και ουσιαστική αδικία στην Εναγόμενη. Από την άλλη, η Ενάγουσα, με ένσταση που καταχώρισε και περιέχει όχι λιγότερους από 17 λόγους ένστασης, υποστηρίζει ότι η αίτηση της Εναγόμενης θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν επιδόθηκε σύμφωνα με τη διαταγή του Δικαστηρίου και δεν διαμορφώθηκε ο τύπος της για να γίνει δια κλήσεως αίτηση. Έπειτα, επειδή η Δ.30,κ.1(γ) δεν παρέχει επιλογή στο Δικαστήριο να μην θεωρήσει ότι η ανταπαίτηση έχει εγκαταλειφθεί. Οι δικονομικές μας προθεσμίες, όπως υποστηρίζει, συνιστούν υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και θα πρέπει να τηρούνται. Η Εναγόμενη παρέλειψε για διάστημα πέραν των 2 ετών να προβεί σε διάβημα για θεραπεία αλλά και δεν προβάλλει και οποιαδήποτε αντικειμενική αδυναμία ή λόγο που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης του χρόνου. Η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι το διαδικαστικό λάθος, εάν για τέτοιο πρόκειται, δεν θεραπεύεται και θα πρέπει να έχει τις ανάλογες συνέπειες, γιατί οι πελάτες δεσμεύονται από πράξεις ή παραλείψεις των δικηγόρων τους. Εν πάση περιπτώσει, λέει, τα συμφέροντα της δικαιοσύνης δεν επιβάλλουν στο Δικαστήριο να επιτρέψει την αίτηση. Μάλιστα, η πλευρά της Ενάγουσας καταλογίζει και αμέλεια στο Πρωτοκολλητείο γιατί δεν έθεσε την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου «το συντομότερο δυνατόν», όπως επιβάλλεται, για να απορριφθεί. Στην ένορκη δήλωσης της κυρίας XXXX, δικηγορικής υπαλλήλου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της Ενάγουσας, η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν πολυσέλιδες αγορεύσεις. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει λεχθεί δια της αίτησης, της ένστασης, των αγορεύσεων. Κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής της Ενάγουσας, ίσχυε η Δ.30,κ.1 ΚΠΔ, ως είχε διαμορφωθεί μέχρι και την 28.07.
- Σύμφωνα με το κείμενο της Δ.30,κ.1 ΚΠΔ, ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται, εντός 90 ημερών από τον χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, σύμφωνα με τον Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται, επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης, είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής. Σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει τον φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα. Η έννοια του ενάγοντος και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση. Η απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρισης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο. Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντος ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρισης νέας αγωγής. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ.... που απορρίφθηκε την .... συνεπεία των προνοιών της Δ.30,κ.1» και τα τέλη καταχώρισης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση. Καταρχάς, η Ενάγουσα έλαβε γνώση της αίτησης της Εναγόμενης και του περιεχομένου της, και ακούγεται στη διαδικασία, δεν υπέβαλε προηγουμένως οποιοδήποτε αίτημα σχετικά με την αίτηση ή την επίδοσή της, επομένως δεν κρίνεται αναγκαίο να ασχοληθεί περαιτέρω το Δικαστήριο με τον λόγο ένστασής της που σχετίζεται με το ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν επιδόθηκε ή ότι αυτή δεν είχε τον τύπο της δια κλήσεως αίτησης. Ασφαλώς και οι προθεσμίες και οι τύποι που προβλέπονται από τους ΚΔΠ θα πρέπει να τηρούνται με τη δέουσα προσοχή, αλλά δεν θα πρέπει να λησμονείται και πως ο σκοπός της ύπαρξης διαδικαστικών κανονισμών είναι για να οδηγούμαστε, με έναν προκαθορισμένο, γνωστό και κατά τεκμήριο δίκαιο τρόπο, στην επίλυση της ουσιαστικής διαφοράς που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, κατ' επέκταση, να διευκολύνεται και η ορθότητα της ουσιαστικής δικαστικής κρίσης· σε καμία περίπτωση για να ανάγονται οι ίδιοι οι διαδικαστικοί κανονισμοί σε ζητήματα ουσίας ή για να δημιουργείται ευκαιριακά όφελος εξόδων ή ως όχημα για να προκληθεί κάποια ουσιαστική αδικία. Το θέμα είναι διαδικαστικό και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όπως είναι η πρόβλεψη στη Δ.30,κ.1 ΚΠΔ, ακόμα και εάν έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες από τον ενάγοντα για την αγωγή, όταν υπάρχει ανταπαίτηση, θα πρέπει να εκδοθεί κλήση για οδηγίες από τον εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα, για την ανταπαίτηση. Σύμφωνα με την Δ.30,κ.2 ΚΠΔ, η προθεσμία που προβλέπεται για την έκδοση κλήσης για οδηγίες δύναται να παραταθεί, εάν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με αυτήν ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή της. Βεβαίως, για κάποιο λόγο, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας αναλύει στην αγόρευσή του τα περί «αντικειμενικής αδυναμίας», αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στον «καλό λόγο». Εν πάση περιπτώσει, με την κλήση για οδηγίες, καλούνται οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων τους, ώστε να δοθούν οδηγίες προδικασίας από το Δικαστήριο, σύμφωνα και με τα αιτήματα που υποβάλλονται από τον καθένα δια του Παραρτήματος του Τύπου 25 (λεπτομέρειες, αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, παραδοχές γεγονότων, επιθεώρηση περιουσίας, κ.λπ.). Ο σκοπός για τον οποίον αναθεωρήθηκε η Δ.30 ΚΠΔ το 2014, και έκτοτε τροποποιήθηκε, εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην αξιοποίηση του δικαστικού χρόνου με την κατάλληλη προδικασία, και κατ' επέκταση στην εξοικονόμησή του, αλλά και στην επιτάχυνση της πορείας προς την εκδίκαση των υποθέσεων. Υπό αυτό το πνεύμα, αλλά και ερμηνεύοντας την Δ.30,κ.1 ΚΠΔ και υπό το φως του άρθρου 30 του Συντάγματος, η ανάγκη για έκδοση ξεχωριστής κλήσης για οδηγίες και ενεργοποίησης ξεχωριστής προδικασίας για την ανταπαίτηση, με βάση την Δ.30,κ.1 ΚΠΔ, και κατ' επέκταση της συνέπειας του να θεωρηθεί από το Δικαστήριο εγκαταλειφθείσα η ανταπαίτηση (ως θα θεωρούνταν και η αγωγή) εάν δεν προωθηθεί έγκαιρα, υφίσταται μόνον όταν η ανταπαίτηση του εναγόμενου, που σύμφωνα με τη Δ.21,κκ.7Α,8 ΚΠΔ μπορεί να βασίζεται οπουδήποτε (to rely upon any grounds) και να στρέφεται και εναντίον προσώπων που δεν είναι ήδη διάδικοι, είναι όντως πρόσθετη απαίτηση μέσα στην υπόθεση (additional claim). Σε περίπτωση όπου υπάρχει πράγματι πρόσθετη απαίτηση του εναγόμενου που εισάγεται ως ανταπαίτηση μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων ή και άλλων προσώπων που καθίστανται διάδικοι δια της ανταπαίτησης, η προδικασία για την αγωγή ενδεχομένως να μην μπορεί, εκ των πραγμάτων, να καλύπτει και την προδικασία για την ανταπαίτηση· ασχέτως της δυνατότητας του Δικαστηρίου και εκεί να προβεί σε κοινή διαχείριση (to be managed together), στον βαθμό που είναι εφικτό. Εάν η ανταπαίτηση του εναγόμενου είναι για σκοπούς συμψηφισμού (οφείλει και ο ενάγων χρήματα στον εναγόμενο, που θα πρέπει είτε να αφαιρεθούν από την απαίτηση, είτε να την εξαντλήσουν, είτε ακόμα να υπερτερήσουν - και ως προς το επιπλέον ποσό η απαίτηση του εναγόμενου λειτουργεί όχι μόνον ως «ασπίδα» αλλά και ως «ξίφος»[1]), και μάλιστα απορρέει από την ίδια συμβατική σχέση ή τα ίδια γεγονότα ή είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με την απαίτηση (closely connected), ίσως να μην έχει κάποια περαιτέρω χρησιμότητα - και η διαδικαστική επιμονή να έβαινε και ενάντια στο ίδιο το πνεύμα της νέας Δ.30,κ.1 ΚΠΔ και όλου του διαδικαστικού συστήματος που πλαισιώνουν οι κανονισμοί - κάποια ερμηνεία ότι θα πρέπει αναγκαστικά να ενεργοποιείται άλλη προδικασία για την αγωγή και άλλη για τέτοια ανταπαίτηση, να επαναλαμβάνονται ενέργειες των ιδίων διαδίκων (π.χ. αποκάλυψη εγγράφων, κατάλογος μαρτύρων κ.λπ.), και να καθίσταται τελικά η πορεία προς την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς πολύπλοκη και χρονοβόρα, περισσότερο από όσο χρειάζεται για την ίδια την εκδίκαση της διαφοράς· υπό τον κίνδυνο, μάλιστα, εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, να θεωρείται τέτοια ανταπαίτηση εγκαταλειφθείσα, χωρίς να εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε ένδειξη ή πρόθεση εγκατάλειψης. Η αναφορά της Δ.30,κ.1(γ) σε ανάλογη εφαρμογή και στην ανταπαίτηση, ως στην αγωγή, δεν σημαίνει αναγκαστική εφαρμογή της σε οποιαδήποτε ανταπαίτηση, περιλαμβανομένης και αυτής που δεν έχει τα χαρακτηριστικά ανταπαίτησης που θα μπορούσε να εγερθεί ως ξεχωριστή αγωγή, εκτός του πλαισίου της απαίτησης του ενάγοντος. Σημειώνεται, επίσης πως, και στους Πίνακες που περιέχονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, δεν εμποδίζει οτιδήποτε τον ενάγοντα από το να υποβάλει προδικαστικά αιτήματα αναφερόμενος και στην υπεράσπιση και στην ανταπαίτηση, ούτε τον εναγόμενο να υποβάλει προδικαστικά αιτήματα αναφερόμενος και στην απαίτηση και στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και στην απάντηση. Όπως αναφέρθηκε και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.11.2020, με την οποίαν είχε απορριφθεί αίτηση της Ενάγουσας για αποκλεισμό (to be excluded) της ανταπαίτησης της Εναγόμενης: «η ανταπαίτηση της Εναγόμενης . . είναι εν πολλοίς προέκταση των υπερασπιστικών ισχυρισμών της και για να επιτύχει συμψηφισμό (set-off) . .». Ειδικότερα, οι εκατέρωθεν αξιώσεις, στην προκειμένη περίπτωση, αφορούν στο διαχειριστικό έργο της Ενάγουσας, στην ίδια κοινόκτητη οικοδομή. Κατά την Ενάγουσα, η ίδια έχει να λαμβάνει ποσό €10.394,58 από την Εναγόμενη ως κοινόχρηστα τέλη. Η Εναγόμενη θεωρεί πως δεν πρέπει να καταβάλει κοινόχρηστα τέλη, που σε κάθε περίπτωση δεν ανέρχονται στο ποσό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα, για διάφορους λόγους που εκθέτει, αλλά και γιατί η ίδια έχει να λαμβάνει από την Ενάγουσα ποσό €12.506,96, πλέον «μελλοντικά έξοδα», που θα έπρεπε, κατά τη θέση της, να πληρώσει η Ενάγουσα ως διαχειρίστρια, αλλά τα πλήρωσε η Εναγόμενη, άρα διεκδικεί την αφαίρεση της δαπάνης της αυτής από οποιοδήποτε χρέος κοινοχρήστων, αξιώνοντας δια ανταπαίτησης. Αυτός ήταν και ένας εκ των λόγων που το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα έπρεπε να αποκλειστεί, αλλά (εφόσον κριθεί ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο διαδικαστικό πρόβλημα και προωθείται), να ακουστεί στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής, ασχέτως και της δυνατότητάς της να προωθηθεί και δια αγωγής (same effect as a cross-action)· ακόμα, ασχέτως και της νομικής δυνατότητας συμψηφισμού μίας απαίτησης για κοινόχρηστα με μία απαίτηση για κάλυψη εξόδων για επιδιορθώσεις στην κοινόκτητη οικοδομή, που θα θεωρηθεί στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης, αναλόγως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, ως αυτά θα αποδειχθούν στη μεταξύ τους σχέση. Η ίδια έγγραφη και προφορική μαρτυρία που θα παρουσιαστεί από την Εναγόμενη για την υπεράσπισή της είναι αυτή που θα υποστηρίξει και την ανταπαίτησή της· αυτό δηλώνει η ίδια, και βεβαίως φαίνεται και από την προδικασία που ήδη έγινε στο πλαίσιο της κλήσης για οδηγίες που είχε εκδώσει η Ενάγουσα, από την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, τον ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και τη σύνοψη μαρτυρίας της Εναγόμενης. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ουδέποτε είχε πραγματικά εγκαταλειφθεί η ανταπαίτηση της Εναγόμενης, και δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί ένας διαδικαστικός κανονισμός κατά τρόπο που να απολήγει σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα, προδήλως αντίθετο με ό,τι στην πραγματικότητα έχει συμβεί. Με δεδομένο ότι η Εναγόμενη χρησιμοποίησε, ως δηλώνει, την υφιστάμενη προδικασία, και την καλύπτει και όσον αφορά τα προδικαστικά αιτήματα που έχει υποβάλει ως εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, σε σχέση με το δικόγραφο της Ενάγουσας που αφορά στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, κρίνεται πως δεν χρειάζεται να εκδώσει νέα κλήση για οδηγίες, κατ' επέκταση ούτε να δοθεί τέτοια χρονική παράταση. Επειδή το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ανταπαίτηση της Εναγόμενης ουδέποτε εγκαταλείφθηκε και η πρόθεση μη εγκατάλειψής της είναι εμφανής από τον φάκελο της διαδικασίας, και επειδή η Εναγόμενη δήλωσε ότι η προδικασία που ήδη ακολούθησε καλύπτει, όσον αφορά την ίδια, καλύπτει και την ανταπαίτησή της, η αίτηση της Εναγόμενης απορρίπτεται ως μη αναγκαία. Η απόρριψη της αίτησης δεν είναι για κάποιον εκ των λόγων ένστασης της Ενάγουσας, αλλά επειδή το Δικαστήριο ερμήνευσε τη Δ.30.κ.1 ΚΠΔ κατά τρόπο ώστε να μην θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να αναλωθεί χρόνος ξεχωριστής προδικασίας για την ανταπαίτηση, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όπου η ανταπαίτηση συνιστά επέκταση των υπερασπιστικών ισχυρισμών της Εναγόμενης και βασίζεται στην ίδια σχέση στην οποία βασίζεται η απαίτηση και γίνεται προς συμψηφισμό (by way of set-off), και όπου η Εναγόμενη χρησιμοποίησε την προδικασία για την απαίτηση και για τους σκοπούς της ανταπαίτησης. Η Ενάγουσα δεν είναι επιτυχών διάδικος στην αίτηση αυτή. Τα έξοδα της αίτησης, λαμβανομένου υπόψη του διαδικαστικού θέματος, του είδους της αίτησης, τη διαχείριση του θέματος των εξόδων και στην αίτηση της Ενάγουσας για να αποκλειστεί η ανταπαίτηση, δεν θα επιδικαστούν προς όφελος της Ενάγουσας. Θα είναι στην πορεία και θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής, αλλά δεν θα είναι σε καμία περίπτωση εναντίον της Ενάγουσας. Εάν βεβαίως η Ενάγουσα επιθυμεί η ίδια να προσκομίσει περαιτέρω έγγραφη ή προφορική μαρτυρία σε σχέση με την υπεράσπισή της στην ανταπαίτηση της Εναγόμενης ή εάν επιθυμεί να προωθήσει προδικαστικά αιτήματα που δεν υπέβαλε δια του ήδη υφιστάμενου Παραρτήματός της, θεωρώντας ότι η Εναγόμενη, που όμως χρησιμοποίησε την ίδια διαδικασία, θα εξέδιδε ξεχωριστή κλήση για οδηγίες (εφόσον για την ανταπαίτησή της είναι η Εναγόμενη που έχει και το βάρος απόδειξης), επειδή, σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο τήρησης οποιασδήποτε διαδικασίας είναι να μην αδικηθεί οποιαδήποτε πλευρά στην προσπάθεια εκδίκασης της υπόθεσης, η Ενάγουσα μπορεί, εντός 20 ημερών από σήμερα, να καταχωρίσει τυχόν συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και συμπληρωματικό ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων/σύνοψη μαρτυρίας αναφορικά με την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, και να προωθήσει τυχόν προδικαστικά αιτήματα σε σχέση με την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση δια πρόσθετου Παραρτήματος. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες ή ολοκλήρωση της προδικασίας και προγραμματισμό της ακρόασης της υπόθεσης την 08.07.2021 ώρα 8:30 π.μ.. Οι συνήγοροι των διαδίκων, μέχρι την ερχόμενη δικάσιμο, να αναφέρουν στο Δικαστήριο κατά πόσον θα επιθυμούσαν η εκδίκαση της υπόθεσης να γίνει με γραπτή μαρτυρία, ασχέτως του ύψους της διαφοράς, ως εκδικάζονται οι υποθέσεις ταχείας εκδίκασης. Σε διαφορετική περίπτωση, να εισηγηθούν στο Δικαστήριο τον χρόνο που χρειάζονται για να παρουσιαστεί η προφορική μαρτυρία του κάθε μάρτυρα και κατά πόσον θα συντμηθεί ο χρόνος αυτός με την εκ των προτέρων ετοιμασία και χρήση γραπτών δηλώσεων για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ώστε το Δικαστήριο, σε συνάρτηση και με τα επίδικα θέματα, να προκαθορίσει και να προγραμματίσει τον χρόνο ακρόασης της υπόθεσης. Καμία διαταγή για έξοδα όσον αφορά την αγωγή. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Stooke v. Taylor
(1880)5 QBD 569 σελ. 575-576, DC, από Cockburn CJ, βλ. και Halsbury's Laws of England/Civil Procedure (Volume 11
(2020), paras 1-496; Volume 12
(2020), paras 497-1206; Volume 12A
(2020), paras 1207-1740)/10. Set-off/
(1)The Right of Set-off/(i) Overview and Definitions applicable to Set-off/B. Definitions/382. Distinction between set-off and counterclaim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο