← Κύπρος

ARNOS LIMITED ν. GLAGOLEV, Αγωγή αρ. 1133/2020, 24/5/2021

ARNOS LIMITED ν. GLAGOLEV, Αγωγή αρ. 1133/2020, 24/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1133/2020 Μεταξύ: ARNOS LIMITED Ενάγουσα και ΧΧΧΧ GLAGOLEV Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 17.07.2020 Ημερομηνία: 24.05.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: LEFKOS CLERIDES & SONS LLC Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: GIORGOS LANDAS LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, εταιρεία που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, με την αγωγή της εναντίον του Εναγόμενου αξιώνει ποσό €3.043,50, που ισχυρίζεται πως της οφείλει ο Εναγόμενος για υπηρεσίες που του παρείχε από το 2014 σχετικά με την εγγραφή εταιρείας στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη λειτουργία αντιπροσώπου διευθυντή, καταπιστευματοδόχου, γραμματέα και εγγεγραμμένου γραφείου, και για τη νομική και λογιστική καθοδήγηση, βάσει των οποίων εξέδωσε τιμολόγια, εκ των οποίων μένουν ανεξόφλητα τιμολόγια της περιόδου από 08.02.2017 έως 04.01.2019. Στο πλαίσιο της αγωγής της, η Ενάγουσα υπέβαλε και την υπό εξέταση αίτηση, που βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 («Νόμος 14/1960») και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 («Κεφ.6»), με την οποία ζητά προσωρινά διατάγματα δια των οποίων να απαγορεύεται η αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου στην Κύπρο, με αναφορά σε μία οικία που βρίσκεται επί της οδού ΧΧΧΧ, στο ΧΧΧΧ, της Επαρχίας Λεμεσού, δύο οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧ και ΧΧΧΧ, VOLVO C70 και XC60 αντίστοιχα, και σε χρηματικό ποσό €10.000,00, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Ο διευθυντής της Ενάγουσας υποστηρίζει την αίτηση αυτή με ένορκη του δήλωση, εξηγεί λεπτομερέστερα αυτή τη βάση της αγωγής της Ενάγουσας, που εισηγείται πως εισάγει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και έχει πιθανότητες επιτυχίας, στη βάση και των αντιγράφων των τιμολογίων που προσκομίζει. Περαιτέρω, λέει, ο ομνύων, πως, επειδή ο Εναγόμενος είναι αλλοδαπός και διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με το εξωτερικό και επειδή υπάρχει πληροφορία ότι ενδέχεται να εγκαταλείψει την Κύπρο και να διαφύγει στο εξωτερικό με πρόθεση να καταδολιεύσει τους πιστωτές του ή να αποφύγει να συμμορφωθεί με τις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι στην Ενάγουσα, και επειδή εκκρεμεί και άλλη αγωγή εναντίον του για χρέος προς την Ενάγουσα που δείχνει ότι πρόκειται για αφερέγγυο άτομο, θα πρέπει να δεσμευτεί η περιουσία του στην Κύπρο, που υποδεικνύεται, ειδάλλως θα είναι δύσκολο ή και αδύνατον να αποζημιωθεί στο μέλλον η Ενάγουσα. Η αίτηση κατέστη δια κλήσεως και ο Εναγόμενος που εμφανίστηκε και στη διαδικασία της αγωγής καταχώρισε ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, η αίτηση της Ενάγουσας για προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να αποτύχει. Αυτοί συνοψίζονται στο ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα να εκδικάσουν τη διαφορά ή δεν είναι βολικά (forum non convenience), ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων αυτής της φύσης και η αίτηση είναι πραγματικά αστήρικτη για τον λόγο ότι η ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας, πέραν του ότι είναι ανεπαρκής, γενική και αόριστη, δεν συνοδεύεται από πιστοποιημένη μετάφραση, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να την λάβει υπόψη. Πρόκειται, κατά τη γνώμη του, για καταπιεστική αίτηση, που υπέβαλε η Ενάγουσα μάλιστα αποκρύπτοντας γεγονότα. Με την ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ο Εναγόμενος, που δεν αρνείται ότι η Ενάγουσα του παρείχε υπηρεσίες, ισχυρίζεται όμως πως την έχει εξοφλήσει για τις υπηρεσίες της. Η Ενάγουσα, κατά την εκδοχή του Εναγόμενου, συνέχισε να θεωρεί πως παρέχει υπηρεσίες ενώ η εταιρεία, από το 2017, είναι αδρανής· η τελευταία ημερομηνία υποβολής λογαριασμών της ήταν η 31.01.2017, και το 2019 έχει διαλυθεί. Δεν υπήρξε η συγκατάθεση του Εναγόμενου για παροχή τέτοιων υπηρεσιών και ο ίδιος δεν θεωρεί πως έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να πληρώσει για τέτοιες υπηρεσίες. Ο Εναγόμενος, όπως ισχυρίζεται, διαμένει μόνιμα στην Κύπρο από το 2013 μαζί με την οικογένειά του, σε ιδιόκτητη κατοικία, εργάζεται στην Κύπρο, όπου διατηρεί οικογενειακή επιχείρηση πώλησης φωτιστικών, και δεν ισχύουν όσα αναφέρει η Ενάγουσα περί κινδύνου διαφυγής του ή μη ικανοποίησης τυχόν χρέους, σε περίπτωση που η Ενάγουσα αποδείξει ότι υφίσταται τέτοιο χρέος για τέτοιες υπηρεσίες που να πρέπει ο ίδιος να ικανοποιήσει. Η μαρτυρία που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις της αίτησης και της ένστασης είναι η μόνη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη της θέσης της η κάθε μία, ότι θα πρέπει ή αντίστοιχα ότι δεν θα πρέπει να δοθεί ενδιάμεση θεραπεία στην Ενάγουσα. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του ό,τι έχει αναφερθεί. Σημειώνεται, καταρχάς, πως η ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας, που συνοδεύει την αίτηση της Ενάγουσας, είναι στην Αγγλική γλώσσα, ωστόσο, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ, που δηλώνει άριστη γνώστρια της Ελληνικής και της Αγγλικής γλώσσας, η μετάφραση της ένορκης δήλωσης που προσκομίζεται στο Δικαστήριο είναι πιστή μετάφραση από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα. Το γεγονός ότι η μεταφράστρια δεν δηλώνει εάν είναι ή δεν είναι επαγγελματίας «ορκωτή» μεταφράστρια με βάση τον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμο 45(I)/2019 ούτε η μετάφρασή της είναι και «πιστοποιημένη μετάφραση» με την έννοια του Νόμου 45(Ι)/2019 - που ασφαλώς το Δικαστήριο δέχεται πιστοποιημένες μεταφράσεις με βάση το άρθρο 15 του Νόμου 45(Ι)/2019 - δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ή ότι η ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας συνιστά άκυρο έγγραφο. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο χρειάζονταν, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, «πιστοποιημένη μετάφραση» της ένορκης δήλωσης από επαγγελματία μεταφραστή, τότε θα ήταν υποχρεωμένο, με βάση το άρθρο 17 του Νόμου 45(Ι)/2019, να αναζητήσει τη χρήση υπηρεσιών «ορκωτού μεταφραστή». Ωστόσο, και με βάση το άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 67/1988, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου, περιλαμβανομένου του Νόμου 45(Ι)/2019, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο, περιλαμβανομένης ένορκης δήλωσης, συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, έχοντας, το Δικαστήριο, την εξουσία, εάν κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η μετάφρασή του, να διατάξει ανάλογα. Ενόψει και του ότι δεν προβάλλεται και θέση περί πιθανής έλλειψης πιστότητας στη μετάφραση που ήδη διενεργήθηκε ή ανακρίβειάς της ή ότι δεν αποδίδει ορθά τον λόγο του διευθυντή της Ενάγουσας από την Αγγλική γλώσσα στην Ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο που δυνατόν να επιδρά στο συμφέρον της δικαιοσύνης ή να το προσανατολίζει ως προς το να αναζητήσει «πιστοποιημένη μετάφραση» με βάση τον Νόμο 45(Ι)/2019, η ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας, η οποία είναι συνταγμένη στην Αγγλική γλώσσα, μαζί με τη μετάφρασή της, είναι αποδεκτές από το Δικαστήριο ως μαρτυρία, που μπορεί το Δικαστήριο να αξιολογήσει. Τη δυνατότητα αυτή του Δικαστηρίου, να αποδέχεται αποδεικτικά μέσα και έγγραφα σε ξένες γλώσσες, δεν καταργεί ούτε περιορίζει ο Νόμος 45(Ι)/2019, ούτε ο νόμος αυτός επιβάλλει στο Δικαστήριο, σε κάθε δικαστική διαδικασία, να αναζητά από τους μάρτυρες που προσέρχονται για να αποδείξουν τις υποθέσεις τους «πιστοποιημένες μεταφράσεις» με τη σφραγίδα του Κράτους, διενεργούμενες από ορκωτούς μεταφραστές που είναι εγγεγραμμένοι στο κρατικό μητρώο. Δεν είναι βάσιμος αυτός ο λόγος ένστασης του Εναγόμενου. Όσον αφορά το θέμα της διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος έχει ήδη υπαχθεί σε αυτήν, με την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισής του χωρίς επιφύλαξη, και έπειτα με το αίτημά του να του δοθεί χρόνος για να καταχωρίσει υπεράσπιση. Ακόμα, όμως, και να μην συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο Εναγόμενος ενάγεται στον τόπο στον οποίον ο ίδιος, όπως έχει εξάλλου αναφέρει, έχει τη μόνιμη κατοικία του. Το παρόν Δικαστήριο μπορεί να αναλάβει τη διεθνή δικαιοδοσία για την επίλυση μιας διαφοράς που βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό συμφωνία παροχής υπηρεσιών προς πρόσωπο που κατοικεί μόνιμα στην Κύπρο. Εάν οι υπηρεσίες θεωρούνται, με βάση την απαίτηση της Ενάγουσας που εκείνη λειτουργεί ως ο άξονας προσδιορισμού της δικαιοδοσίας, πως παρασχέθηκαν όντως στον Εναγόμενο, και όχι στο νομικό πρόσωπο της αλλοδαπής εταιρείας (που σε τέτοια περίπτωση ενδεχομένως να χάνονταν ο σύνδεσμος με την Κυπριακή Δημοκρατία), είναι ζήτημα που θα διαφανεί κατά την εκδίκαση της αγωγής. Λόγω και της φύσης της υπόθεσης, δεν προκύπτει επί του παρόντος, από οποιαδήποτε μαρτυρία έχει ενώπιον του το παρόν Δικαστήριο, το οποίο πάντως θεωρεί εαυτόν αρμόδιο, ότι δεν είναι και βολικό (convenient) να εκδικάσει τη διαφορά αυτή μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ορίζει το ίδιο τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 CLR 557 όπως σε πολλές άλλες αποφάσεις που επακολούθησαν. Νοουμένου πάντοτε ότι το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία επί του εναγόμενου, όπως και στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία να αποδείξει ότι:
  1. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[1]·
  2. υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια·
  1. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[3]. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) συνυπολογίζεται σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Τα απαγορευτικά διατάγματα που αξιώνει η Ενάγουσα είναι και τύπου Mareva[4], που σκοπούν στην παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου, για τη διασφάλιση της ικανοποίησης ή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης η οποία ενδέχεται να εκδοθεί υπέρ της, που άλλως πώς διαφαίνεται ότι, χωρίς τέτοιο διάταγμα, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Τα διατάγματα Mareva έχουν περιορισμένο αλλά σημαντικό σκοπό: να αποτρέψουν τον εναγόμενο από το να «εξαφανίσει» τα περιουσιακά στοιχεία του, με σκοπό να καταστήσει ανέφικτη την ικανοποίηση ή εκτέλεση μιας προσδοκώμενης ή και ήδη εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Στην έννοια της «εξαφάνισης» μπορεί περιλαμβάνεται η αποξένωση, η απομείωση (σε συνάρτηση με το ύψος του χρέους σε συγκεκριμένη περίπτωση) δια της επιβάρυνσης ή άλλως πώς, και άλλες ενέργειες που καταλήγουν πάντως ή μπορούν να καταλήξουν σε αφαίρεση της δυνατότητας ικανοποίησης ή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης. Οι τρόποι «εξαφάνισης» μερικές φορές μπορούν να είναι καινοφανείς ή και πολύπλοκοι. Παρόλο που τα διατάγματα αυτά ιστορικά άρχισαν να εκδίδονται για να εμποδίζεται η μεταφορά στο εξωτερικό περιουσίας που βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας, οι αρχές για την έκδοσή τους σταδιακά επεκτάθηκαν και σε άλλες περιπτώσεις. Τα διατάγματα αυτά συνιστούν δημιούργημα του σύγχρονου δικαίου της επιείκειας και ένα σπουδαίο εργαλείο[5] ή, όπως ο Lord Hoffman ανέφερε, προλογίζοντας το σύγγραμμα Commercial Injunctions (4th Edition) του Steven Gee Q.C., είναι το πιο αξιοσημείωτο δικαστικό δημιούργημα του τελευταίου αιώνα. Το διάταγμα Mareva, επίσης, δεν παύει να είναι απαγορευτικό διάταγμα κατά την έννοια του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  3. Ειδικότερα, η Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines and Others
(1976)1 C.L.R. 302, που επέτρεψε την είσοδο στην Κυπριακή νομολογία των διαταγμάτων Mareva, και η οποία αφορούσε το κλασικό αρχικό σχήμα του διατάγματος τύπου Mareva, τη δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού (μη αντικειμένου της αγωγής) εντός της δικαιοδοσίας, ερμήνευσε τις προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος Mareva με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960. Σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταγράφοντας τη δική τους ιστορική προσέγγιση η κάθε μία, κατέστησαν ακόμα πιο σαφές ότι ένα διάταγμα τύπου Mareva εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, η ευρύτητα του οποίου είναι μεγάλη, αλλά οδηγός επί του θέματος είναι και οι εκάστοτε αρχές της αγγλικής νομολογίας. Οι αρχές έκδοσης διαταγμάτων Mareva έτυχαν πληρέστερης ανασκόπησης στην εγχώρια Poltava Petroleum Co ν. Mexana Oil Ltd
(2001)1 (B) Α.Α.Δ. 1301. Παράλληλα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, τα κριτήρια έκδοσης ενός Mareva, όπως προκύπτουν μέσα από την αγγλική νομολογία, είναι (α) ο ενάγων να είναι πολύ πιθανόν να δικαιούται σε δικαστική απόφαση εναντίον του εναγόμενου, για ορισμένο ή οριστό πράγμα ή χρηματικό ποσό, και (β) να υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο εναγόμενος έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει, η οποία, όμως, δεν θα υπάρχει ή δεν θα μπορεί να εντοπιστεί, όταν εκδοθεί η εναντίον του δικαστική απόφαση, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα[6] (σε περιπτώσεις που έχει ήδη εκδοθεί η δικαστική απόφαση, υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ' ου η αίτηση θα αποξενώσει την περιουσία του, προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεσή της[7]). Ο κίνδυνος σε σχέση με την αποξένωση ή απομείωση της περιουσίας, με κάποια διαφοροποίηση από ό,τι γνωρίζουμε στην C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785 σε σχέση με τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας (ότι δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί), θα πρέπει να είναι πραγματικός. Δηλαδή, θα πρέπει να διαφαίνεται μέσα από συγκεκριμένες κινήσεις και συμπεριφορά του εναγόμενου, παρά να αιωρείται ως υποκειμενικό συναίσθημα. Έτσι, στην Gorbunova v. Berezovsky and others [2013] All E.R. (D) 179 (Jan), το διάταγμα περιορίστηκε σε εκείνη την περιουσία που ήταν υπό τέτοιο υπαρκτό κίνδυνο. Ο σκοπός του εναγόμενου να θέσει συγκεκριμένη περιουσία εκτός της διάθεσης του Δικαστηρίου θα πρέπει, επίσης, να είναι εμφανής, να υποστηρίζεται από κάποια εκδηλωμένη συμπεριφορά, αλλά και από κάποια ορατή ικανότητα. Το ύψος των ποσών στα οποία αφορά η υπόθεση δεν είναι άσχετος παράγοντας[8]. Όταν υπάρχει στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο εναγόμενος ενήργησε ανέντιμα, τότε είναι που η ανάγκη απόδειξης της πρόθεσης εξαφάνισης της περιουσίας υπαναχωρεί. Σε ένα γενικό διάταγμα Mareva, είναι αναμενόμενο να εξαιρούνται τα έξοδα που είναι απαραίτητα για συναλλαγές που είναι συνήθεις για τη διαβίωση και την εργασία του εναγόμενου ή και για τη νομική του υπεράσπιση[9], και σε περίπτωση που η περιουσία υπερβαίνει το χρέος, να ορίζεται μέγιστο ποσό μέχρι το οποίο ισχύει η απαγόρευση[10]. Τα διατάγματα Mareva, όπως εξάλλου και όλα τα προσωρινής φύσης διατάγματα, δεν δημιουργούν κάποια πρώιμη εξασφάλιση, δηλαδή δεν καθιστούν τον ενάγοντα, πριν από την έκδοση κάποιας δικαστικής απόφασης, εξασφαλισμένο πιστωτή, ούτε είναι και μοχλός πίεσης προκειμένου ο εναγόμενος να δεχθεί τελική απόφαση (σε περιπτώσεις που τέτοια δεν υπάρχει)[11]. Με άλλα λόγια, δεν είναι αυτοσκοπός. Σύμφωνα με μία αυστηρότερη προσέγγιση, δεν σκοπούν καν πρώτιστα στη διασφάλιση της ικανοποίησης τυχόν εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, αλλά στην πρόληψη τυχόν κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, δια της μεθόδευσης ματαίωσης ή αποτυχίας εκτέλεσης της προσδοκώμενης δικαστικής απόφασης. Εξ ου και προϋποθέτουν να διαφαίνεται κάπου τέτοιος σκοπός από μέρους του εναγόμενου. Οι σκοποί του Mareva συζητήθηκαν ικανοποιητικά στην Polly Peck International Plc v. Nadir [1992] 4 All E.R. 769[12] και περαιτέρω στην πιο πρόσφατη Group Seven Ltd v. Allied Investment Corporation Ltd [2013] EWHC 1509 (Ch)[13]. Συχνά ένα διάταγμα Mareva συνδυάζεται με υποβοηθητικό ή υποστηρικτικό διάταγμα έρευνας και ένορκης αποκάλυψης περιουσίας, που σκοπεύει στο να καταστήσει αποτελεσματική τη λειτουργία του[14], ή και με άλλα διατάγματα. Η αποτελεσματικότητα των Mareva μπορεί και να εξαρτάται από την εκτέλεση ενός υποστηρικτικού διατάγματος έρευνας και αποκάλυψης[15]. Όταν τα διατάγματα αυτά χρησιμοποιούνται για πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών επιχειρήσεων, μπορούν να προκαλέσουν τόση ζημιά, που ο Lord Donaldson τα χαρακτήρισε ως τα "πυρηνικά όπλα" του δικαίου[16]. Ως προς τις μορφές ενός Mareva, αυτό μπορεί να είναι περιορισμένο στο ύψος της απαίτησης (maximum sum orders), που είναι το πιο συνηθισμένο ή περιορισμένο σε συγκεκριμένο αντικείμενο η αξία του οποίου μπορεί να είναι ίση ή και μεγαλύτερη από το χρέος, χωρίς να αποκλείεται να είναι μικρότερη, ή απεριόριστα, σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία, που εκείνα κατ' εξαίρεση μπορούν να εκδοθούν. Είναι σπανιότερες οι περιπτώσεις στις οποίες ζητείται δέσμευση του συνόλου της περιουσίας ενός διαδίκου, χωρίς κάποιο περιορισμό. Στη Marketrends (Capital Market) Ltd ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, που επαναλήφθηκε στη Spidertrade Co FinanceLtd ν. Χ'Γαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121, υποδείχθηκε ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Στη Spidertrade (ανωτέρω), λέχθηκε ότι, παρότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης, την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Συνδυαστικά, οι αρχές με βάση τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ή και να διατηρηθεί σε ισχύ ένα διάταγμα Mareva είναι οι εξής:
  1. Το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει δικαιοδοσία επί του εναγόμενου·
  2. θα πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με την προαναφερόμενη έννοια·
  3. θα πρέπει να υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης·
  4. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Στην περίπτωση του διατάγματος Mareva, λόγω της φύσης του, η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται με τον σκοπό του, που είναι η χρήση του κυρίως ως «βοήθημα» στη διαδικασία εκτέλεσης και στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών οι οποίες τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας[17]. Αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η τυχόν ύπαρξη κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κατά συνέπεια κινδύνου μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης ή τέλος η ανάγκη διευκόλυνσης της εκτέλεσης. Η προϋπόθεση συνήθως εξετάζεται επί του πραγματικού σε συνάρτηση και με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις, που πρέπει να ικανοποιούνται στα διατάγματα Mareva, δηλαδή: (α) με την αποξένωση να υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης· (β) ο εναγόμενος να έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει· (γ) να υπάρχει πραγματικός (αντικειμενικός) κίνδυνος αποξένωσης, απομείωσης ή εξαφάνισης της περιουσίας (real risk of disposal of or dissipation), που δεν εμπίπτει στη συνήθη δραστηριότητα του εναγόμενου ή και στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο εναγόμενος ενήργησε ανέντιμα. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι θα επέλθει όντως τέτοια εξαφάνιση, αλλά η απόδειξη πρέπει να εστιάζει σε αυτό τον κίνδυνο και στις πραγματικές του διαστάσεις. Αυτές οι προϋποθέσεις διαδέχεται η μία την άλλη με μια λογική αλληλουχία, ώστε εάν λόγου χάριν δεν υπάρχει περιουσία για να ανταποκριθεί ο εναγόμενος, εν όλω ή εν μέρει, σε κάποια ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, δεν έχει και νόημα η εξέταση του κινδύνου αποξένωσης (ανύπαρκτης περιουσίας). Συναφή με τον κίνδυνο εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων, όχι εξαντλητικά τιθέμενα, είναι και τα ακόλουθα, που έχουν επισημανθεί[18]: η φύση των περιουσιακών στοιχείων (όσο περισσότερο αυτά μπορούν να εξαφανιστούν, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος), η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου ή των επιχειρήσεών του, ο χρόνος κατά τον οποίον ο εναγόμενος ασκεί την επιχείρησή του (εάν είναι κάποια σταθερή εργασία, μπορεί να είναι λιγότερες οι πιθανότητες εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων), η κατοικία ή η διαμονή του εναγόμενου, η πιστωτική ικανότητα του εναγόμενου στο παρελθόν και στο παρόν, οποιεσδήποτε εκφρασμένες δηλώσεις του, σε σχέση με την υπό αναφορά περιουσία, τυχόν διασύνδεσή του με άλλες εταιρείες ή πρόσωπα που παράβηκαν όρους κάποιας συμφωνίας ή δικαστικής απόφασης, και η συμπεριφορά του σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντος (κατά πόσο παρουσιάζει τάσεις υπεκφυγής ή απροθυμίας ή κατά πόσο εγείρει πλασματικές ή ανούσιες υπερασπίσεις ή τηρεί πλήρη σιωπή). Το άρθρο 5 του Κεφ. 6, επί του οποίου βασίζει επίσης την αίτησή της η Ενάγουσα, δίνει και αυτό τη δυνατότητα στο Δικαστήριο όπου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, σε οποιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής (προϋπόθεση που απαντά στις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960), και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Η παρεμπόδιση ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης συνυφαίνεται με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και κατά βάση την ικανοποιεί, ενώ το άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν αφαιρεί οτιδήποτε από το ευρύτερο πλαίσιο που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  5. Έχοντας υπόψη αυτό το πλέγμα νομικών αρχών και εφαρμόζοντάς τες στα δεδομένα της υπό εξέταση περίπτωσης, η Ενάγουσα έχει αποκαλύψει ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, μία απαίτηση χρηματική, για συγκεκριμένο ποσό, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης βάσει της οποίας η ίδια παρείχε στον Εναγόμενο υπηρεσίες και εξέδωσε τιμολόγια, τα οποία δεν πληρώθηκαν. Πρόκειται για γνωστή στο δίκαιο βάση αγωγής που, εάν επιτύχει, θα μπορούσε να απολήξει στη θεραπεία που ζητά με την αγωγή της. Χωρίς να αξιολογείται η μαρτυρία στο στάδιο αυτό και χωρίς το Δικαστήριο να εισέρχεται σε ζητήματα που θα εκδικαστούν στο πλαίσιο της αγωγής (π.χ. ποιος ήταν ο λήπτης των υπηρεσιών μετά τη σύσταση της εταιρείας του Εναγόμενου), χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία να εξετάσει ποια από τις πραγματικές εκδοχές, της Ενάγουσας ή του Εναγόμενου, ισχύει, η θέση της Ενάγουσας ότι η σύμβαση παροχής των υπηρεσιών ήταν με τον Εναγόμενο που συνάφθηκε και ότι ήταν ο Εναγόμενος που όφειλε να καταβάλει, ιδίως σε περίπτωση διάλυσης της εταιρείας, και ότι οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν, εξ ου και εκδόθηκαν τιμολόγια από την Ενάγουσα, δεν στερείται πιθανοτήτων επιτυχίας, στον βαθμό που απαιτείται για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Χωρίς ασφαλώς να σημαίνει ότι, εάν εκδικαστεί, όντως, θα επιτύχει. Κατά τα λοιπά, λόγω και της απλότητας της υπόθεσης, μπορεί να διαφαίνονται και σε αυτό το στάδιο ζητήματα που ενδεχομένως να δυσκόλευαν την Ενάγουσα στο να αποδείξει την υπόθεσή της (π.χ. το γεγονός ότι απαιτεί εναντίον του Εναγόμενου για παροχή υπηρεσιών για τις οποίες εξέδωσε τιμολόγια στο όνομα της εταιρείας του), αν και αυτά δεν επιδρούν καθοριστικά στο εάν θα δοθεί ή όχι ενδιάμεση θεραπεία, εφόσον, από την άλλη, δεν αποκλείεται η Ενάγουσα να αποδείξει την απαίτησή της εναντίον του Εναγόμενου. Ο λόγος που το Δικαστήριο δεν μπορεί να χορηγήσει και ενδιάμεση θεραπεία είναι γιατί δεν έχει καταδειχθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ούτε πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης περιουσίας με σκοπό την καταδολίευση της Ενάγουσας. Πέραν του ότι οι ισχυρισμοί του διευθυντή της Ενάγουσας περί κάποιας πληροφορίας ότι θα φύγει ο Εναγόμενος στο εξωτερικό, επειδή είναι αλλοδαπός, είναι γενικοί και αόριστοι, δεν συνδέονται με ενέργειες του Εναγόμενου ή με συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα, δεν συνάδουν και με τα δεδομένα που επίσης παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ότι ο Εναγόμενος από το 2013 και μετέπειτα κατοικεί μόνιμα στην Κύπρο με την οικογένειά του, διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία, έχουν οικογενειακή επιχείρηση πώλησης φωτιστικών, δύο αυτοκίνητα για να διακινούνται· την εικόνα ότι ο Εναγόμενος δεν είναι αφερέγγυος επειδή δεν πληρώνει την Ενάγουσα τα χρήματα που ζητά με τις αγωγές της, αλλά δεν την πληρώνει επειδή αμφισβητεί γνήσια την απαίτησή της. Νοείται ότι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν είναι Κύπριος στην καταγωγή δεν τον καθιστά αφερέγγυο, και ένας τέτοιος ισχυρισμός, στον βαθμό που, εμμέσως πλην σαφώς, υπονοείται, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Η Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι ο Εναγόμενος, ασφαλώς ανεξαρτήτως της καταγωγής του, κινείται πράγματι προς την κατεύθυνση του να αποξενώσει περιουσία που βρίσκεται στην Κύπρο, με την οποία ο Εναγόμενος πρόβαλε πάντως καλούς δεσμούς, κατά τρόπο που δεν συνάδει με τη συνήθη δραστηριότητά του, και που σκοπεί συγκεκριμένα στη δική της καταδολίευση. Τούτα τα δεδομένα, σε συνάρτηση με το ότι και η απαίτηση της Ενάγουσας είναι για ένα χρηματικό ποσό αρκετά μικρότερο από την αξία των περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου που ζητά να δεσμεύσει, ιδίως όσον αφορά το ακίνητο και τα δύο αυτοκίνητα αξίας, και που πάντως μαρτυρούν οικονομική ικανότητα του Εναγόμενου για κάλυψη της απαίτησης της Ενάγουσας, εάν τυχόν αυτή αποδειχθεί, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία προς όφελος της Ενάγουσας· μια τέτοια θεραπεία θα ήταν προφανώς δυσανάλογη, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, έναντι στο δικαίωμα του Εναγόμενου να πράττει ό,τι θέλει με την περιουσία του που δεν είναι αντικείμενο στην αγωγή της Ενάγουσας. Σημειώνεται παρενθετικά, αν και υπόμνηση θα γίνει και σε κατάλληλο χρόνο, πως, παρά το γεγονός ότι η απαίτηση της Ενάγουσας υπερβαίνει ελάχιστα το ποσό των €3.000,00, κατά €43,50, η εκδίκασή της, εφόσον και ο Εναγόμενος εν τέλει θα καταχωρίσει την υπεράσπισή του, θα μπορούσε να γίνει και με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης, έχοντας υπόψη και τη φύση της υπόθεσης. Έχοντας εξηγήσει τα πιο πάνω, η αίτηση της Ενάγουσας, δυστυχώς, δεν μπορεί να επιτύχει, και γι' αυτό απορρίπτεται. Δεν φαίνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου/Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν στο Δικαστήριο· στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [2]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [3]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. [4] Nippon Yusen Kaisha v. Karageorghis
(1975)1 W.L.R. 1093· Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulkcarries S.A.
(1975)2 Lloyd΄s Rep. 509· εγχώριες Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd a.o.
(1976)1 C.L.R. 302· Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 627· Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 583· Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 C.L.R. 182· Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ κ.α. ν. Του Πλοίου «Nikolay Markin» κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 122· Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 (A) Α.Α.Δ. 162, κ.λπ.. [5] Cardile v. LED Builders Pty Ltd
(1999)198 CLR 380· Searose Ltd v. Seatrain UK Ltd [1981] 1 W.L.R. 894· Barclay-Johnson v. Yuill [1980] 3 All E.R. 190· Art Trend Ltd v. Blue Dolphin (Pte) Ltd [1982-1983] SLR
  1. [6] Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] 1 All E.R. 556· Congentra AG v. Sixteen Thirteen Marine SA, The Nicholas M [2009] 1 All E.R. (Comm)
  2. [7] Orwell Steel (Erection and Fabrication) Ltd v. Asphalt and Tarmac (UK) Ltd [1985] 3 All E.R.
  3. [8] Republic of Haiti v. Duvalier [1989] 1 All E.R.
  4. [9] Βλ. και Atlas Maritime Co SA v. Avalon Maritime Ltd, The Coral Rose (No 3) [1991] 4 All E.R. 783· Normid Housing Association Ltd v. Ralphs and Mansell and Assicurazioni Generali SpA (No 2) [1989] 1 Lloyd's Rep 274· Polly Peck International plc v. Nadir (No 2) [1992] 4 All E.R.
  5. [10] Βλ. και Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co SA, The Angel Bell [1980] 1 All E.R. 480· TDK Tape Distributor (UK) Ltd v. Videochoice Ltd [1985] 3 All E.R. 345· Arbuthnot Leasing International Ltd v. Havelot Leasing Ltd [1991] 1 All E.R. 591· United Mizrahi Bank v. Doherty [1998] 2 All E.R.
  6. [11] Jackson v. Sterling Industries Ltd [1987] HCA 23· Camdex International Ltd v. Bank of Zambia (No. 2) [1997] 1 W.L.R.
  7. [12] Fourie v. Le Roux & Ors [2007] 1 All E.R.
  8. [13] Lakatamia Shipping Company Ltd v. Su & Ors [2014] EWCA Civ
  9. [14] Gidrxslme Shipping Co Ltd v. Tantomar-Transportes Maritimos Lda [1994] 4 All E.R.
  10. [15] Motorola Credit Corpn v. Uzan [2002] 2 All ER (Comm)
  11. [16] Bank Mellat v. Nikpour [1985] FSR
  12. [17] Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583. [18] Barclay-Johnson v. Yuill (ανωτέρω)· Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd (ανωτέρω)· Gee, S. & Andrews, G. M.
(1987). Mareva Injunctions: Law and Practice. Longwood Pr Ltd. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.