← Κύπρος

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αγωγή αρ. 2093/2017, 24/5/2021

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αγωγή αρ. 2093/2017, 24/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2093/2017 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Ενάγουσα και ΧΧΧΧ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 11.02.2021 από τον κ. ΧΧΧΧ Παπαδόπουλο Ημερομηνία: 24.05.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κυρία Φ. Βερεσιέ για GEORGIOS E. KONNARIS & CO LLC Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κύριος Φ.Τ. Αποστολίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, με την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης, ισχυρίστηκε πως, ενώ ενοικίασε από την Εναγόμενη ισόγεια κατοικία και της κατέβαλλε ανελλιπώς και έναντι αποδείξεων πληρωμής, από την 01.05.2015 μέχρι την 01.05.2017, το μηνιαίο ενοίκιο εκ €650,00, η Εναγόμενη κατακράτησε και το επίδομα στέγασης που καταβλήθηκε από τις κρατικές Αρχές για την Ενάγουσα απευθείας στην Εναγόμενη, για 18 μήνες εκ €352,80, που ανέρχεται συνολικά σε €6.350,

  1. Ενώ απαιτήθηκε από την Εναγόμενη να παραδώσει τα χρήματα αυτά, καθώς και με επιστολή δικηγόρου ημερομηνίας 21.04.2017, η Εναγόμενη παρέλειψε να το πράξει. Η Εναγόμενη εμφανίστηκε στη διαδικασία της αγωγής και, χωρίς να αρνείται την ενοικίαση της οικίας, ισχυρίστηκε πως το ποσό των €352,80 που θα λάμβανε από τις κρατικές Αρχές μηνιαίως θα λαμβάνονταν από την Εναγόμενη έναντι του ενοικίου και η Ενάγουσα θα κατέβαλλε πρόσθετα το ποσό των €297,20, ώστε το μηνιαίο ενοίκιο να συμποσούνταν σε €650,00, κατ' επέκταση η Εναγόμενη δεν έλαβε πρόσθετα τα χρήματα αυτά, ούτε κατακράτησε οποιοδήποτε ποσό εις βάρος της Ενάγουσας. Οι αποδείξεις εκδίδονταν για το συνολικό ενοίκιο που καταβάλλονταν, μέρος του οποίου από την κρατική βοήθεια και μέρος του οποίου από την Ενάγουσα. Συνεπώς, όλα έγιναν ορθά και νομότυπα. Την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας την έλαβε, αλλά απάντησε με επιστολή δικηγόρου ημερομηνίας 10.05.2017, με την οποία, μεταξύ άλλων, απέρριψε τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Πρόσθετα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται πως, όταν η Ενάγουσα της παρέδωσε την οικία, δεν την παρέδωσε όπως την παρέλαβε, αλλά είχε προκαλέσει ζημιές και απώλειες που περιγράφει, οπότε ανταπαιτεί το συνολικό ποσό των €2.284,70 γι' αυτές. Η Ενάγουσα, έχοντας απαντήσει στο δικόγραφο της Εναγόμενης, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της, και επέμεινε στην εκδοχή της πως η ίδια κατέβαλλε το ποσό των €650,00 μηνιαίως στην Εναγόμενη, και την πληροφορία ότι το έμβασμα από τις κρατικές Αρχές πήγαινε απευθείας στην Εναγόμενη την έλαβε εκ των υστέρων, όταν αναζήτησε το επίδομά της, οπότε και διαπίστωσε ότι η Εναγόμενη λάμβανε από την ίδια τα €650,00 και πρόσθετα το επίδομα, για 18 μήνες, για το οποίο ουδέποτε την ενημέρωσε ώστε να μειώσει αναλόγως τις δικές της πληρωμές. Περαιτέρω, προβάλλοντας την υπεράσπισή της στην ανταπαίτηση, ισχυρίζεται πως παρέδωσε την οικία όπως την παρέλαβε και εάν ήθελαν αποδειχθούν ζημιές, πρόκειται για το αποτέλεσμα φυσικών φθορών ή φθορών από άγνωστη αιτία και πάντως όχι από δικές της πράξεις. Εκκρεμούσης της αγωγής και πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η Ενάγουσα απεβίωσε, και ο κύριος ΧΧΧΧ Παπαδόπουλος, στον οποίον την 11.11.2020 παραχωρήθηκαν έγγραφα περιορισμένης διαχείρισης (limited grant) της περιουσίας της Ενάγουσας για σκοπούς συνέχισης της παρούσας αγωγής υπέρ της περιουσίας της αποβιωσάσης, υπέβαλε την υπό εξέταση αίτηση, μονομερώς, μεταξύ άλλων βάσει των Δ.9,κκ.10, 11, Δ.12,κ.4, και Δ.25,κ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), με την οποία ουσιαστικά ζήτησε την προσθήκη του, προς υποκατάσταση της Ενάγουσας και τη συνέχιση της διαδικασίας από τον ίδιο, ως διαχειριστή. Βεβαίως, στο αιτητικό της αίτησής του ζητά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και του δικογράφου. Τα γεγονότα αυτά επιβεβαιώνονται με ένορκη δήλωση του δικηγόρου κύριου ΧΧΧΧ, εκ των δικηγόρων που ενεργούσαν και ως δικηγόροι της αποβιωσάσης, που υποστηρίζει την αίτηση. Το Δικαστήριο αναγκαστικά κατέστησε την αίτηση δια κλήσεως, λόγω των αιτημάτων που περιέχονται σε αυτήν, ως αυτά περιέχονται. Έπειτα, ζήτησε από τους συνηγόρους του αιτητή να προσκομίσουν διοριστήριο από τον διαχειριστή που αιτείται, όπως και έπραξαν. Η Εναγόμενη ενίσταται εκτεταμένα στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, για λόγους που συνοψίζονται στο ότι, με τον θάνατο της Ενάγουσας, δημιουργείται, κατά τη γνώμη της, μία κατάσταση «αφερεγγυότητας», καθότι δεν υφίσταται περιουσία της αποβιωσάσης προς διαχείριση, το διάταγμα περιορισμένης διαχείρισης εκδόθηκε αποκλειστικά για τη συνέχιση της αγωγής, χωρίς να είναι γνωστό πώς θα πληρωθούν τα έξοδα της διαδικασίας. Συνεπώς, κατά την εκτίμησή της, η Εναγόμενη περιέρχεται σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν που ήταν προηγουμένως, εάν συνεχίσει η αγωγή χωρίς ουσιαστική δυνατότητά της να ανακτήσει το χρέος και τα δικαστικά έξοδα, πέραν του ότι η απαίτηση της αποβιωσάσης βασίζονταν στη δική της αξιοπιστία, οπότε ο θάνατός της δρα καταλυτικά και στις πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησης, εάν αυτή συνεχιστεί. Η Εναγόμενη θίγει ακόμα και το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο και είναι ανεπίτρεπτη. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή της αναλύει περαιτέρω τους λόγους ένστασης. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους, και είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί στην αίτηση, στην ένσταση και στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν αμφισβητείται η ύπαρξη του δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αίτησης διαχείρισης 91/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 11.11.2020, δια του οποίου παραχωρούνται έγγραφα περιορισμένης διαχείρισης (limited grant) της περιουσίας της αποβιωσάσης στο αιτητή, για τον ειδικό σκοπό της συνέχισης της διαδικασίας αυτής της αγωγής. Εφόσον το παραχωρητήριο δεν έχει προσβληθεί με κάποιαν προβλεπόμενη διαδικασία, και ισχύει, το Δικαστήριο δεν θα μπει στη διαδικασία να εξετάσει τη δυνατότητα έκδοσής του από το Δικαστήριο της διαχείρισης με βάση όσα διαλαμβάνει ο περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος Κεφ.
  2. Θεωρείται δεδομένο ότι ο αιτητής είναι ο διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης για τους σκοπούς αυτής της αγωγής, βάσει παραχωρητηρίου που εκδόθηκε από Δικαστήριο, και καλύπτει αυτό τον σκοπό. Η απαίτηση της αποβιωσάσης εναντίον της Εναγόμενης, που έχει ήδη ασκηθεί δικαστικά και αφορά σε παράβαση σύμβασης που κατέληξε σε υπερπληρωμή ή σε αδικαιολόγητο πλουτισμό της Εναγόμενης εις βάρος της αποβιωσάσης, για το ποσό των €6.350,43, θεωρείται αξίωση που, ως εκ της φύσης της, επιβιώνει και μπορεί να προωθηθεί από τον διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης, προς όφελός της περιουσίας της. Δεν υπάρχει εξάλλου και αντίθετος ισχυρισμός ότι ο θάνατος, στην προκειμένη περίπτωση, εξουδετερώνει (it abates) το ουσιαστικό δικαίωμα και κατ' επέκταση το δικονομικό δικαίωμα. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του κάποιο αίτημα της Εναγόμενης σε σχέση με την εναντίον της αγωγή ή την ανταπαίτησή της, λόγω του θανάτου της Ενάγουσας, αλλά έχει ενώπιον του την αίτηση του διαχειριστή να αποκατασταθεί η δικονομική τάξη με την υποκατάσταση της αποβιωσάσης και τη συνέχιση της αγωγής από τον ίδιο. Εάν μπορεί να αποδειχθεί ή όχι η απαίτηση από τον διαχειριστή, με βάση τη μαρτυρία που μπορεί να διαθέσει, ή ακόμα και πώς αναπόφευκτα διαμορφώνει ο θάνατος της Ενάγουσας το γενικότερο οικονομικό συμφέρον στη διεκδίκηση και από την Εναγόμενη δια της ανταπαίτησής της (όπου εκεί εάν υπάρχει ή όχι διαθέσιμη περιουσία, ενεργητικό, κατ' επέκταση δυνατότητα ικανοποίησης κάποιας απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ της Εναγόμενης, μπορεί να είναι ζήτημα συναφές με την επιλογή της Εναγόμενης να ενάγει), είναι ζητήματα που, κατανοητά μεν απασχολούν την Εναγόμενη, αλλά δεν μπορούν να απασχολήσουν και το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης αυτής του διαχειριστή, η οποία έχει συγκεκριμένο αντικείμενο. Το ζήτημα που τίθεται διέπει η Δ.12,κ.4 ΚΠΔ, και το Δικαστήριο, βάσει της αλλαγής για την οποίαν ενημερώνεται δια της αίτησης του διαχειριστή, λόγω του θανάτου της Ενάγουσας, και έχοντας υπόψη ότι το συμφέρον του αιτητή στη συνέχιση της διαδικασίας προκύπτει και από το εκδοθέν παραχωρητήριο, κρίνει ότι η διαδικασία της αγωγής, στην οποίαν η αποβιώσασα ήταν Ενάγουσα και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη, μπορεί να συνεχίσει μεταξύ του αιτητή και της Καθ' ης η αίτηση/Εναγόμενης (to be carried on). Ουδεμία κατάχρηση φαίνεται να υπάρχει στην άσκηση του δικαιώματος του αιτητή να συνεχίσει την αγωγή υπό την ιδιότητά του, πόσω μάλλον εάν, σε περίπτωση που δεν το έπραττε, θα έδιδε και δικαίωμα στην Εναγόμενη να ενεργήσει εκείνη με βάση τη Δ.12,κ.8 ΚΠΔ. Όσον αφορά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και του δικογράφου που αιτείται ο αιτητής, βάσει της Δ.25 ΚΠΔ, το Δικαστήριο κρίνει πως δεν χρειάζεται τροποποίηση, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Το επανάνοιγμα της δικογραφίας, εξαιτίας της υποκατάστασης της αποβιωσάσης Ενάγουσας από τον διαχειριστή της περιουσίας της, θα δημιουργούσε αχρείαστα ανάλωση χρόνου, και κόστος. Δεν πρόκειται για αναποζημίωτη ζημιά της Εναγόμενης, όπως η ίδια λέει δια των λόγων ένστασής της, ούτε θα προκληθεί «αδικία», ούτε συναφείς είναι οι προοπτικές επιτυχίας με το εάν θα γίνει δεκτή ή όχι μια τροποποίηση, και το Δικαστήριο δεν δέχεται κάποιον λόγο ένστασης της Εναγόμενης, ως σχετικό με το θέμα που ουσιαστικά εγείρεται. Ένσταση που όμως δεν είναι και εντελώς αδικαιολόγητη, από τη στιγμή που και ο αιτητής αιτήθηκε την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και του δικογράφου, επειδή επήλθε θάνατος της Ενάγουσας, ενώ η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής είναι διαφορετικό θέμα, που μπορεί να μην χρειάζεται όταν επέρχεται υποκατάσταση του ενάγοντος, σε αντίθεση με την περίπτωση που επέρχεται υποκατάσταση εναγόμενου, όπου το νέο πρόσωπο μπορεί να πρέπει να κληθεί από το Δικαστήριο να εμφανιστεί στη διαδικασία. Το πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της αποβιωσάσης και της Εναγόμενης, που προκύπτει από τη δικογραφία, είναι δεδομένο, και δεν αλλάζει απλά εάν η αγωγή συνεχίζεται από άλλο πρόσωπο με βάση τη Δ.12,κ.4 ΚΠΔ. Έχοντας υπόψη όσα έχουν αναφερθεί, θα εκδοθούν μεν διατάγματα, αλλά όχι όπως τα ζητά ο αιτητής, και η ανάλογη διαμόρφωση των διαταγμάτων, για να αποδίδεται πλήρως η θεραπεία που ουσιαστικά ζητείται, συνιστά δυνατότητα που έχει το Δικαστήριο. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδονται: Α. Διάταγμα που επιτρέπει τη συνέχιση της διαδικασίας της αγωγής από τον αιτητή ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ενάγουσας. Β. Διάταγμα με βάση το οποίο ο αιτητής, από την ημερομηνία έκδοσης του παρόντος διατάγματος, καθίσταται ο Ενάγων στην αγωγή, προς υποκατάσταση της αποβιωσάσης ΧΧΧΧ Παπαδοπούλου, και όπου στα δικόγραφα και έγγραφα που έχουν καταχωριστεί μέχρι σήμερα αναφέρεται «η Ενάγουσα», θα διαβάζεται και θα εννοείται η αποβιώσασα ΧΧΧΧ Παπαδοπούλου. Γ. Διάταγμα όπως όλα τα δικόγραφα και έγγραφα που θα καταχωριστούν ή θα εκδοθούν στην αγωγή από την ημερομηνία έκδοσης του παρόντος διατάγματος και μετά αναγράφουν στον τίτλο τους, ως όνομα του προσώπου που ενάγει, το πλήρες όνομα και την ιδιότητα του αιτητή ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης ΧΧΧΧ Παπαδοπούλου. Δ. Διάταγμα που επιτρέπει την ανάληψη του κόστους της διαδικασίας της αγωγής αυτής που δημιουργήθηκε από την αποβιώσασα Ενάγουσα μέχρι την έκδοση του παρόντος διατάγματος (ab initio) από τον αιτητή[1]. Ενόψει του ότι τα διατάγματα αυτά εκδίδονται βάσει αίτησης του νέου προσώπου, και στη δικονομική παρουσία της Εναγόμενης, δεν χρειάζεται η επίδοσή τους στην Εναγόμενη ή στον δικηγόρο της για να έχουν ισχύ, και έχουν ισχύ από την έκδοσή τους. Δίδονται οδηγίες, εντός 10 ημερών από σήμερα, ο Ενάγων να καταχωρίσει στον φάκελο του Δικαστηρίου επιστολή, στην οποία να αναγράφονται ο αριθμός ταυτότητάς του, η διεύθυνσή του, και όλα τα στοιχεία που κανονικά αναγράφονται και επί του Κλητηρίου Εντάλματος μιας αγωγής. Δεν υπάρχει επιτυχών διάδικος σε μια τέτοια διαδικασία, όπου το ζήτημα είναι απλά διαδικαστικό, να συνεχίσει η αγωγή από τον διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ενάγουσας· υποβλήθηκε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και του δικογράφου, ενώ η τροποποίηση δεν έγινε μεν δεκτή, αλλά όχι γιατί ευσταθεί κάποιος εκ των λόγων ένστασης της Εναγόμενης, αλλά γιατί το Δικαστήριο, εκ της πληροφόρησης που έλαβε δια της αίτησης, έκρινε ότι μπορεί να την χειριστεί απλά ως αίτηση με βάση τη Δ.12,κ.4 ΚΠΔ, που περιέχεται και στη νομική βάση της αίτησης, ασχέτως της διατύπωσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα έξοδα της αίτησης να είναι στην πορεία της αγωγής αλλά να μην είναι εναντίον της Εναγόμενης, η οποία δεν ευθύνεται για την αλλαγή που επήλθε. Η αγωγή, η οποία παρέμεινε να οριστεί αναλόγως της πορείας της αίτησης, ορίζεται για Ακρόαση την 12.01.2022 ώρα 11:00 π.μ.· χωρίς έξοδα σήμερα όσον αφορά την αγωγή. Σε περίπτωση που, εξαιτίας της υποκατάστασης του προσώπου που ενάγει, υπάρχει περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία ή αλλαγή όσον αφορά τους μάρτυρες που θα καταθέσουν προφορικά, συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και αναθεωρημένος ονομαστικός κατάλογος μαρτύρων με σύνοψη μαρτυρίας να καταχωριστούν το αργότερο 30 ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Οι χρόνοι αναφορικά με την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα θα καθοριστούν πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σε περίπτωση που οι συνήγοροι των διαδίκων επιθυμούν η αγωγή, ανεξαρτήτως του ύψους της απαίτησης, να εκδικαστεί ως ταχείας εκδίκασης, να ενημερώσουν το Δικαστήριο, για να δώσει τους ανάλογους χρόνους. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] βλ. και Boynton v. Boynton

(1879)4 App Cas 733, HL. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.