← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ ν. ΜΕΛΚΑΡΘ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 229/2013, 5/4/2021

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ ν. ΜΕΛΚΑΡΘ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 229/2013, 5/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 229/2013 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ Ενάγοντες και

  1. ΜΕΛΚΑΡΘ ΛΤΔ
  2. ΧΧΧΧΧ ΚΟΥΡΟΥΣΙΔΟΥ
  3. ΧΧΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  4. ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ ΚΟΥΡΟΥΣΙΔΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 05/04/2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Γ. Κλεάνθους & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 2,3 και 4 Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε [Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα] ------------------------------------ AΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε την 14/09/20 εκ μέρους των Εναγόντων / Αιτητών, από τώρα και στο εξής «Οι Αιτητές», με την οποία ζητούνται διατάγματα τροποποίησης του κλητηρίου Εντάλματος. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9,Θ.Θ.2, Δ.25 Θ1, Δ.48 Θ.Θ 2,4,6 και 7, Δ.64, ΘΘ.1 και 2, Δ.57, Θ.2 και 3, Δ.19, ΘΘ 2, 14,15,16,
  5. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση της XXXXX Κλεάνθους, δικηγόρου η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία των δικηγόρων των Εναγόντων. Η κα Κλεάνθους σημειώνει στην ένορκη της δήλωση ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί η ίδια στην ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧΧ, ο λόγος που οι Αιτητές ζητούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι γιατί κατά την πρόσφατη προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση, διαφάνηκε από τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες στους δικηγόρους τους, ότι η απαίτηση των Εναγόντων δεν βασίζεται μόνο σε τιμολόγια αλλά αξιώνουν και γενικές αποζημιώσεις διαζευκτικά. Οι εκπρόσωποι των Εναγόντων ενημέρωσαν όπως αναφέρει τους δικηγόρους τους, ότι από αμέλεια και παράλειψη τους, δεν είχαν δώσει σωστές και πλήρεις οδηγίες στη δικηγόρο που είχε συντάξει την έκθεση απαίτησης αφού τότε θεωρούσαν ότι η απαίτηση τους μπορούσε να βασιστεί μόνο σε τιμολόγια. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγομένων / Καθ' ων η Αίτηση 2,3 και 4, από τώρα και στο εξής «Οι Καθ' ων η Αίτηση» . Με ειδοποίηση ένστασης στην οποία εκτίθενται 13 λόγοι ένστασης, οι Καθ' ων η Αίτηση ενίστανται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου ΧΧΧΧΧ Μαλαχτού, δικηγόρου στο Δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του κου Μαλακτού σημειώνεται ότι είναι κανονικά εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει δε όπως αναφέρει τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται από μελέτη του φακέλου και από πληροφορίες που του έδωσε η Καθ' ης η Αίτηση
  6. Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω πρώτα το ζήτημα που ηγέρθη με την ένσταση των Καθ' ων η Αίτησης και τις αγορεύσεις των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση και αναφέρεται στο ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή έκθετη σε απόρριψη καθότι υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση η οποία υπογράφεται από τη δικηγόρο η οποία υπογράφει και την αίτηση και/ή διότι υπογράφεται από δικηγόρο , χωρίς να δίδεται καμιά αιτιολογία γι' αυτό. Περαιτέρω και μεταξύ άλλων ,είναι η θέση των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, ότι δεν μπορεί η ίδια Δικηγόρος να εμφανίζεται σε μια διαδικασία με την ιδιότητα του δικηγόρου των Αιτητών και ταυτόχρονα με την ιδιότητα του μάρτυρα γεγονότων υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Επί του θέματος υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ενδεικτικά την στάση της νομολογίας στο εν λόγω ζήτημα με τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holding Ltd κ.α v. E. Rybolovleva Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερομηνίας 29/01/20 αναφορικά με ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αίτησης με την οποία ζητούνταν παρεμπίμτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Στις πιο πάνω υποθέσεις ένας από τους λόγους έφεσης ήταν και η κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Η εν λόγω ένορκος δήλωση είχε καταρτισθεί από δικηγόρο ο οποίος εργοδοτείτο από τους δικηγόρους της Εφεσίβλητης - Αιτήτριας. Υποστηρίχθηκε κατ' έφεση ότι ο δικηγόρος που ορκίσθηκε στην ένορκη δήλωση έπρεπε απαραίτητα να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις στην ένορκη του δήλωση ως προς τον λόγο για τον οποίο αδυνατούσε να ορκισθεί η αιτήτρια. Λέχθηκαν από το Εφετείο τα ακόλουθα: Ως βάση και αιτιολογία υποβολής αυτού του λόγου έφεσης προβάλλεται από τον εφεσείοντα το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης με την οποία εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα, είχε καταρτισθεί από το δικηγόρο κ. ΧΧΧΧΧ Χ"Λοΐζου. Ο κ. Χ"Λοΐζου εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την αιτήτρια, χωρίς όμως ο ίδιος να χειρίζεται την υπόθεσή της. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, αν και σύμφωνα με τις καθιερωθείσες από τη νομολογία αρχές, τυγχάνει ανεπιθύμητο, πλην όμως όχι ανεπίτρεπτο να ορκίζεται ως προς γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, στην περίπτωση κατά την οποία ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκισθεί ο ίδιος. Αυτή η αρχή, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, εκπηγάζει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα, προβαίνοντας σε διαφοροποίηση μεταξύ ενδιάμεσης και πρωτογενούς διαδικασίας και αρνούμενο να αγνοήσει την ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τον πρώτο τούτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επιλήφθηκε του σχετιζόμενου με το θέμα λόγου Ένστασης που είχε προβληθεί κατά της συνέχισης ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, αποφάνθηκε ως εξής: "Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση τη φύση της αίτησης ως ενδιάμεσης και ορώμενη κάτω από το πλαίσιο της Διαταγής 48 και 39 επιτρέπουσα εξ ακοής μαρτυρία, εφ' όσον αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης, κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω άκυρη την ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧΧ Χ"Λοΐζου αφού ο τελευταίος δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, την εξουσιοδότηση του καθώς και την κατοχή εγγράφων που επίσης του δίνουν δυνατότητα γνώσης. (Η υπόθεση Dulal Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφ. Aρ. 1045/05, ημερ. 27.10.05 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση δεν αφορά ενδιάμεση αίτηση αλλά ένορκη δήλωση που συνοδεύει πρωτογενή αίτηση άλλης υφής. Βλ. In re Efthymiou

(1987)1 C.L.R. 28, Zeeland Navigation Co. Ltd v. Banque Worms κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 964, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036)." Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει. Στην υπόθεση Γεώργιου Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α (Πολιτική Έφεση 124/10 ημερομηνίας 14/07/2011 λέχθηκαν τα ακόλουθα: Σ' αυτό το στάδιο και με δοσμένο το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, καταρτίστηκε από δικηγόρο, θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε στις πιο κάτω επισημάνσεις, σε σχέση με το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, είχε καταρτιστεί από το δικηγόρο του αιτητή κ. ΧΧΧΧΧΧΧ, ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα, την χειρίστηκε όμως κατ' έφεση. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva κ.ά.
(2010)1(Α) A.A.Δ. 82). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (Rybolovlev κ.ά. (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση καμιά εξήγηση δεν δίδεται ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, από το δικηγόρο και όχι τον πελάτη. Αυτά ως επισημάνσεις για το γεγονός του καταρτισμού της ένορκης δήλωσης από τον κ. Παπαθεοδώρου. Στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27/10/2005, λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Επιστρέφοντας στα γεγονότα της δικής μας περίπτωσης παρατηρώ τα εξής: (α) Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R.1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης». Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ 1036), αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Τελειώνοντας θα θέλαμε να σχολιάσουμε το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από το συνήγορο των Αιτητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προέρχεται από δικηγόρο των Αιτητών. Το πιο πάνω γεγονός σύμφωνα με την νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε, καθιστά την εξέταση της κανονικότητας της αναγκαία και επιβεβλημένη. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίνω ότι η ένορκη δήλωση της κας χχχχχ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να απορριφθεί ή να αγνοηθεί για τον λόγο και μόνο ότι αυτή είναι δικηγόρος. Το Δικαστήριο θα αξιολογήσει όμως την βαρύτητά της και μάλιστα στην απουσία επαρκούς εξήγησης ως προς τον λόγο που προβαίνει αυτή σε δήλωση και όχι οι Ενάγοντες - Αιτητές. Και αυτό προκύπτει ενδεικτικά από το ότι οι Αιτητές, δεν είναι κάτοικοι εξωτερικού και ούτε δίνεται η οποιαδήποτε εξήγηση, για ποιο λόγο οι ίδιοι ή εκπρόσωπος τους δεν υπέγραψαν την ένορκη δήλωση. Από μόνο του το γεγονός ότι η κα ΧΧΧΧΧ υπογράφει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λόγος ακυρότητας της ένορκης Δήλωσης, εάν αυτό γινόταν αποκλειστικά υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών. Ενδεικτική είναι η υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holding Ltd κ.α v. E. Rybolovleva Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερομηνίας 29/01/20 που μνημονεύεται ανωτέρω, και στην οποία το θέμα ηγέρθη αναφορικά με την ένορκο δήλωση δικηγόρου που δεν χειριζόταν την υπόθεση αλλά απλά εργοδοτείτο στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εφεσίβλητης - Αιτήτριας. Στην υπόθεση Κεσίδης Γεώργιος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 589 λέχθηκαν τα ακόλουθα: Έχουμε παρατηρήσει επίσης ότι η ένορκη δήλωση που έχει επισυναφθεί στην αίτηση έχει υπογραφεί από τον ίδιο το δικηγόρο, ο οποίος εμφανίζεται και ως δικηγόρος του αιτητή. Η τακτική δικηγόρων να επισυνάπτουν δικές τους ένορκες δηλώσεις σε αιτήσεις σε υποθέσεις που χειρίζονται οι ίδιοι, έχει επισύρει τα δυσμενή σχόλια των δικαστηρίων. (Βλ. Ahapittas v. Roc-Chick Ltd.
(1968)1 C.L.R. 1, Ιωαννίδη ν. Σπαρσή
(1979)2 J.S.C. 186, Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329 και Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 356). Το θέμα έχει λάβει συγκεκριμένη απαγορευτική μορφή, αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 13
(5)των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002, όταν ένας δικηγόρος προτίθεται να εμφανισθεί ως μάρτυς θα πρέπει να εγκαταλείψει την ιδιότητα του δικηγόρου. Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι από την νομολογία καθίστανται σαφή τα ακόλουθα (βλ. Investylia Public Company Ltd, v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 236/2010, 13 Ιουνίου 2013): (α) Ένορκη δήλωση από δικηγόρο δεν απαγορεύεται, αγνοείται ή απορρίπτεται αλλά είναι πρακτική ανεπιθύμητη. Δεν υπάρχει αρχή, με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, ότι η ένορκη δήλωση θα πρέπει να αγνοηθεί Dmitry Rybolovlev v.Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). (β) Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας καθίσταται, μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης (βλ. Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. Έφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013, Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 Α.Α.Δ. 743, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Έχοντας υπόψη την Νομολογία πιο πάνω, κρίνω ότι η ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧΧ στην προκειμένη περίπτωση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Κατ' αρχήν η ενόρκως δηλούσα στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι μετατρέπεται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο από δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, σε μάρτυρα γεγονότων και ακολούθως πάλιν σε δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση χωρίς να δίνεται καμία εξήγηση για τούτο. Πιο συγκεκριμένα η ΧΧΧΧΧ φαίνεται να είναι η δικηγόρος, το όνομα της οποίας φαίνεται στην υπογραφή της αίτησης ημερομηνίας 14/09/20. Στις 15/12/20 η ίδια η κα ΧΧΧΧΧ με ηλεκτρονικό της μήνυμα προς το Δικαστήριο και προς απάντηση των όσων οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρουν στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 15/12/20, αναφέρει ότι δεν φέρει ένσταση στο αίτημα των αντιδίκων της για καταχώρηση ένσταση στην παρούσα αίτηση. Περαιτέρω μετά την καταχώρηση την ένστασης από πλευράς Καθ' ων η αίτηση και αφού η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις, η κα ΧΧΧΧΧ, επίσης με ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερομηνίας 17/03/2021, απέστειλε τις αγορεύσεις της προς το Δικαστήριο, σχετικά με την παρούσα υπόθεση τις οποίες επίσης υπογράφει η ίδια και οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου. Πέραν όμως των ανωτέρω η κα ΧΧΧΧΧ δεν δίνει ούτε κάποια ικανοποιητική εξήγηση γιατί στην ένορκη δήλωση δεν προβαίνει εκπρόσωπος των Αιτητών. Η γενική και αόριστη αναφορά της, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη, δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο. Περαιτέρω να σημειωθεί ότι δεν αναφέρει ούτε αν κάποιος υπάλληλος ή αξιωματούχος των Αιτητών θα μπορούσε να ορκιστεί εκ μέρους τους, αλλά ούτε και δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν προβαίνει στην ένορκη δήλωση άλλος δικηγόρος ή υπάλληλος του γραφείου τους. Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη καταλήγω ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση πάσχει και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' επέκταση η Αίτηση παραμένει παντελώς αστήριχτη, δεν μπορεί να εξεταστεί η ουσία της και δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να απορριφθεί. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου το πραγματικό υπόβαθρο για να αποκλίνω από την παγιωμένη αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.)....................... Χρ. Παπαλλάς Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.