← Κύπρος

Barsa κ.α. ν. Νικολαΐδης, Αρ. Αγωγής: 1583/20, 29/3/2021

Barsa κ.α. ν. Νικολαΐδης, Αρ. Αγωγής: 1583/20, 29/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1583/20 ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Barsa ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Nothhafft Ενάγοντες/Αιτητές - και - ΧΧΧΧΧ Νικολαΐδης - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Αλέξανδρος Σαουρής για Α. ΣΑΟΥΡΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η αίτηση: Χριστίνα Χρίστου για ΦΕΛΛΑΣ & ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΠΕ [Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα] ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 09/12/2020, για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα) Οι Ενάγοντες μέσω της αίτησης τους ημερομηνίας 04/08/2020 αξιώνουν αριθμό προσωρινών διαταγμάτων εναντίον του Εναγομένου. Η Αίτηση ημερομηνίας 04/08/2020 έχει καταστεί δια κλήσεως και στην οποία ο Εναγόμενος έχει καταχωρήσει ένσταση ημερομηνίας 17/11/2020, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη του δήλωση ίδιας ημερομηνίας. Με την υπό εξέταση Αίτηση, οι Αιτητές ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του ΧΧΧΧΧ Νικολαΐδη, Εναγόμενου και ενόρκως δηλούντα στην ένσταση ημερομηνίας 17/11/2020 για αντεξέταση σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 17/11/2020 κατά την δικάσιμο της πιο πάνω υπόθεσης. Η νομική βάση της Αίτησης στηρίζεται στις Δ.39 θ.1, Δ.38 Θ. 1-3 και 9 και στην Δ.48 Θ.1-

  1. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της αίτησης εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και είναι ανάγκη αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση ημερομηνίας 17/11/
  2. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Στην υπό εξέταση αίτηση, o Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στις 25/02/
  3. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης εδράζεται στις Δ.32, Δ.38 Θ.Θ 1-3, Δ.39 Θ.1, Δ.48 Θ.Θ 1-4, 7-9, Δ.64, στις πρόνοιες του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο δίκαιο της επιείκειας και στην εν γένει πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Οι λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, νομικά και πραγματικά αστήρικτη και δεν είναι σύμφωνη με τους σχετικούς Νόμου και διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο, (β) η αίτηση είναι ασαφής, γενική και αόριστη και οι Αιτητές δεν εξειδικεύουν σε ποια συγκεκριμένα σημεία της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 17/11/2020, που συνοδεύει την Ένσταση θέλουν να αντεξετάσουν τον Καθ' ου η Αίτηση. (γ) η αίτηση δεν συνοδεύεται και δεν υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία να προβάλλονται και να συγκεκριμενοποιούνται οι λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος, (δ) η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε καλό λόγο ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογήσουν την έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος. (ε) δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες υπό του Νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να στηρίζει και να δικαιολογεί την έκδοση του. (στ) η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αντεξέτασης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας( abuse of the process of the court), (ζ) δεν πληρούνται και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν συντρέχουν οι υπό της νομολογίας καθιερωμένες αρχές, (η) η αίτηση είναι καταχρηστική και στοχεύει στην συμπλήρωση μαρτυρίας για τους Αιτητές, (θ) Με την αίτηση αυτή εξυπηρετούνται εκδικητικά και αλλότρια κίνητρα για να ταλαιπωρήσουν οι Αιτητές τον Καθ' ου η Αίτηση χωρίς να λάβουν υπόψιν τους ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είναι ηλικίας 90 ετών. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση ΧΧΧΧΧ Νικολαΐδη, από την Λεμεσό. Στην Ένορκη Δήλωση επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι Ένστασης και μέσω αυτής ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση των Aιτητών. Κατά την ακρόαση της Aίτησης, οι συνήγοροι επέλεξαν να περιοριστούν σε γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, αναφορά στις οποίες γίνεται στην παρούσα απόφαση όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Έλαβα υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση στηρίζονται στη Δ.39 θ.1, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: "Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Το θέμα της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος, είναι θέμα το οποίο ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Είναι χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λευτέρη Μήλου κ.α.

(2008)1 Α.Α.Δ. 280, 286: «(ι) Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ΄ ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878).» Στην Αίτηση του Rana Wahed Ali (Aρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια από το Δικαστήριο και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επίσης, αναφέρθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Είναι χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία. Σύμφωνα με την υποσημείωση (α) της παραγράφου 74 των Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 11, οι ενόρκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση στην αίτηση Habeas Corpus πρέπει να καταχωρούνται πριν από την ημερομηνία της ακρόασης. Πρόσθετες ένορκες δηλώσεις μπορεί να καταχωρούνται αν δοθεί άδεια κατά την ακρόαση και μπορεί να δοθεί άδεια σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να καταχωρήσουν πρόσθετες ένορκες δηλώσεις σε σχέση με ένα νέο ζήτημα το οποίο εγείρεται από τις ένορκες δηλώσεις του αντιδίκου. Αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων δεν επιτρέπεται (Βλ. R. v. Kent Justices ex parte Smith [1928] W.N. 137 και την σημείωση της Δ.59, θ.44 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών). Σύμφωνα με αυτή τη σημείωση αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων πολύ σπάνια επιτρέπεται. Η σημείωση παραπέμπει στην R. v. Kent Justices (πιο πάνω) και στην R. v. Stokesley Justices [1956] 1 W.L.R. 254. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι «πιθανόν αυτή θα είναι η πρώτη υπόθεση στην πρόσφατη ιστορία στην οποία έγινε αίτηση σε διαδικασία προνομιακών ενταλμάτων για άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων. Άδεια δεν έχει ποτέ δοθεί ή τουλάχιστο δεν έχει δοθεί για μεγάλο αριθμό ετών». Στην Stokesley (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Kent Justices (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής (σε δική μου μετάφραση): «Για περίπου 50 ή 60 χρόνια δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την αντεξέταση ομνύσαντος. Ήταν αρκετό να προστεθεί ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα εκτός σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι δεν έχουν αποδειχθεί τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση.» Στην Stokesley (πιο πάνω) έγινε δεκτό το αίτημα για αντεξέταση του ομνύσαντος. Κρίθηκε ότι επρόκειτο για αξιοπρόσεκτη και εξαιρετική περίπτωση στην οποία «ο αιτητής επιδιώκει να παραμερίσει διάταγμα το οποίο εξασφαλίστηκε πριν από 8 χρόνια και σε σχέση με το οποίο δεν είχε ενεργήσει ποτέ ο παραπονούμενος ο οποίος είχε εξασφαλίσει το διάταγμα». Λέχθηκε, επίσης, ότι υπάρχουν ζητήματα τα οποία προκάλεσαν στο Δικαστήριο μεγάλη ανησυχία και κάποια δυσαρέσκεια και έπρεπε να διερευνηθούν. Εν όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Επανερχόμενος, μετά την πιο πάνω παράθεση του νομοθετικού και νομολογιακού πλαισίου εξέτασης αιτήσεων αντεξέτασης, στα γεγονότα της παρούσας αίτησης, διαπιστώνω τα πιο κάτω: Οι Αιτητές με την παρούσα αίτηση τους ζητούν την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα ουσιαστικά στο σύνολο της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 17/11/2020 χωρίς να εξειδικεύουν κάτι συγκεκριμένο. Το από πού προκύπτουν ενδεχομένως ειδικές περιστάσεις για να εγκριθεί το αίτημα δεν δύναται να φανεί από την αίτηση ενόψει του ότι αυτή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία ενδεχομένως να διευκρίνιζε τα θέματα αυτά. Με βάση τώρα το πιο πάνω σχόλιο και διαπίστωση μου, έρχομαι να εξετάσω τον λόγο ένστασης που αφορά το παράτυπο της αίτησης με ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι αυτή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την Δ.48 Θ.8
(1)η αίτηση αυτή πρέπει να καταχωρείται δια κλήσεως και όχι μονομερώς. Το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί κώλυμα στην παρούσα φάση καθότι παρά το ότι αυτή η αίτηση καταχωρήθηκε με την μορφή μονομερούς αίτησης, ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση έλαβε γνώση μετά που αυτή κατέστη δια κλήσεως, εμφανίστηκε στην διαδικασία και καταχώρησε ένσταση. Περαιτέρω η Δ.39 δεν περιλαμβάνεται στην Δ.
  1. Θ.9 που αναφέρει τις αιτήσεις στις οποίες υπάρχει η δυνατότητα να μην καταχωρείται ένορκη δήλωση. Συνεπώς η αίτηση με βάση την Δ.39 των θεσμών, πρέπει να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, κανόνας ο οποίος εν προκειμένω δεν ακολουθήθηκε. Συνεπώς υπάρχει έδαφος στον λόγο ένστασης που άπτεται της παρατυπίας αυτής. Το κατά πόσο αυτή η παρατυπία θα καταστεί μοιραία για την Αίτηση θα κριθεί εφόσον πρώτα εξεταστεί το κατά πόσο αυτή η παρατυπία είναι θεραπεύσιμη με βάση την Δ.
  2. Η Δ.64, έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, δεν αποτελεί πανάκεια κάθε παράλειψης συμμόρφωσης με τους θεσμούς και δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Στην απόφαση ΜΙ Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298, αναφέρθηκε ότι «...Με την Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του». Καταρχήν σημειώνω ότι η παρατυπία εν προκειμένω είναι ουσιώδης αφού με την παράλειψη καταχώρησης ένορκης δήλωσης ελλείπει και το πραγματικό υπόβαθρο μαρτυρίας επί της οποίας να μπορούσα να εξετάσω την ουσία της αίτησης και τους ισχυρισμούς των Αιτητών. Επιπλέον ουδέν διάβημα έχει γίνει από τους Αιτητές έστω και για προσπάθεια άρσης αυτής της παρατυπίας. Συνεπακόλουθα των πιο πάνω καταλήγω ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως παράτυπη και αντικανονική με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Επιπλέον όμως με τα πιο πάνω και παρά το ότι η τύχη της παρούσας αίτησης είναι δεδομένη, οφείλω να αναφέρω ότι και επί της ουσίας τα όσα αναφέρονται στο σώμα της αίτησης δεν δύναται να γίνουν αποδεκτά αλλά αντίθετα αφήνουν την Αίτηση παντελώς αστήριχτη και το αίτημα βασισμένο σε ασαφείς ισχυρισμούς και θέσεις. Οι Αιτητές αναφέρουν στο σώμα της Αίτησης τους ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εμφαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και είναι ανάγκη αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση ημερομηνίας 17/11/2020. Το Δικαστήριο με βάση την προαναφερθείσα νομολογία θα πρέπει να ασκήσει την δικαστική του κρίση και να επιτρέψει την αντεξέταση εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Τις περιστάσεις δε αυτές θα πρέπει να τις υποδείξει ο Αιτητής ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης τους. Στην προκειμένη περίπτωση τα όσα αναφέρονται στο σώμα της αίτησης, ως ανωτέρω τα κατέγραψα, δεν αποδεικνύουν τέτοιες περιστάσεις αλλά ούτε και αποτελούν λόγους για να επιτραπεί η αντεξέταση. Επιπλέον σημειώνω ότι αυτά δεν αποτελούν μαρτυρία την οποία να μπορούσα να λάβω υπόψη μου. Οφείλω όμως να αναφέρω ότι έχω μελετήσει με προσοχή την αγόρευση της συνηγόρου των Αιτητών, όμως ούτε αυτά δύναμαι να τα λάβω υπόψη μου καθότι η αγόρευση αυτή δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία την οποία θα μπορούσα να λάβω υπόψη μου. Επιπλέον το Δικαστήριο δεν έχει ευθύνη εντοπισμού της αναγκαιότητας για αντεξέταση μελετώντας τις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την κυρίως Αίτηση αλλά και την ένσταση, αυτό είναι υποχρέωση του συνηγόρου των Αιτητών. Λόγω των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω και έχουν ήδη κρίνει την τύχη της Αίτησης παρέλκει να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Ως εκ τούτου και συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω το αίτημα ως υποβλήθηκε πάσχει και στον τύπο του αλλά και στην ουσία του και ως τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .......... Χρ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.