← Κύπρος

ΜΙΧΑΗΛ ν. ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αγωγή αρ. 473/2021, 31/5/2021

ΜΙΧΑΗΛ ν. ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αγωγή αρ. 473/2021, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 473/2021 Μεταξύ: XXXX ΜΙΧΑΗΛ Ενάγων και

  1. XXXX ΜΙΧΑΗΛ
  2. XXXX LIMITED Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 19.03.2021 Ημερομηνία: 31.05.2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΚΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κυρία Α. Ευσταθίου για ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ & ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων, με την αγωγή του, ζητά αναγνωριστικές αποφάσεις ότι ο ίδιος, ο οποίος είχε καταβάλει ποσό Λ.Κ.100.000,00 (€170.860,14) για την αγορά της επιχείρησης του εστιατορίου και ψαροταβέρνας «XXXX» στο XXXX, στο XXXX, στη Λεμεσό, καθώς και το ποσό των Λ.Κ.62.500,00 (€106.787,59) για την αγορά του διαμερίσματος αρ.201, στην οικοδομή «XXXX», στην γωνία της οδού XXXX, στην ενορία XXXX, στη Λεμεσό, είναι και ο ιδιοκτήτης ή το πρόσωπο που δικαιούνται να κατέχει αυτή την περιουσία, και ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 έλαβαν και εξακολουθούν να έχουν την κατοχή της ως καταπιστευματοδόχοι, προς όφελος του Ενάγοντος. Περαιτέρω, ζητά διατάγματα για την παράδοση και εγγραφή της περιουσίας αυτής στο δικό του όνομα. Ζητά αναγνωριστική απόφαση και σε σχέση με τις μετοχές της Εναγόμενης 2, ότι του ανήκουν και ότι ο Εναγόμενος 1 τις κατέχει ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος του Ενάγοντος, και διάταγμα που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 να τις παραδώσει στον Ενάγοντα ή την αντίστοιχη αξία τους. Ζητά να ακυρωθούν συμβάσεις που συνήψαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι Εναγόμενοι 1 και 2 να υποχρεώνονται να πληρώσουν χρέη που έχουν δημιουργήσει αναφορικά με τη διεκδικούμενη περιουσία, και αποζημιώσεις. Διεκδικεί ακόμα αναγνωριστικές αποφάσεις σε σχέση με κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε από τους Εναγόμενου 1 και/ή 2 με χρηματικά ποσά ή οφέλη από την εκμετάλλευση της ψαροταβέρνας, που περιλαμβάνει ακίνητα και σκάφη. Παρά την εκτεταμένη διεκδίκησή του, ο Ενάγων ήγειρε την αγωγή του σε κλίμακα €50.000 - €100.
  3. Στο πλαίσιο της αγωγής του, ο Ενάγων ζήτησε από το Δικαστήριο μονομερώς, με βάση, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, προσωρινό διάταγμα με το οποίο να δεσμεύονται και να μην τύχουν αποξένωσης η επιχείρηση και το διαμέρισμα, καθώς και οι μετοχές της Εναγόμενης 2, που διεκδικεί. Ως προς το πραγματικό πλαίσιο που εκθέτει στην ένορκη δήλωσή του, που υποστηρίζει την αίτηση αυτή, ισχυρίζεται πως είναι αδελφός του Εναγόμενου 1, και το 1990, λόγω οικονομικών προβλημάτων, μετέβη στο εξωτερικό για εργασία. Ενόσω οι δουλειές του πήγαιναν καλά, βοήθησε τον αδελφό του οικονομικά. Μεταξύ άλλων, επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν είχε κάποια ειδικότητα και ήταν άνεργος, του ανέθεσε τη διαχείριση της επιχείρησης της ψαροταβέρνας που ο Ενάγων είχε αγοράσει. Επειδή ανέθεσε τη διαχείριση της επιχείρησης στον Εναγόμενο 1, έγγραψε στο όνομα του τελευταίου και την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης, εφόσον οι Βρετανικές Βάσεις στο Ακρωτήρι ζητούσαν από τους ιδιοκτήτες των κέντρων συναντήσεις προς συζήτηση διαφόρων θεμάτων και ο ίδιος απουσίαζε στο εξωτερικό. Η προφορική συμφωνία μεταξύ των δύο αδελφών ήταν ο Εναγόμενος 1, ως διαχειριστής, να λάμβανε το 25% των κερδών, και τα υπόλοιπα θα ανήκαν στον Ενάγοντα, ενώ όποτε κι αν ο Ενάγων ζητούσε τη μεταβίβασή της στο όνομά του, ο Εναγόμενος 1 θα την μεταβίβαζε. Ο Εναγόμενος 1 ενημέρωνε προφορικά τον Ενάγοντα για την πορεία των εργασιών, χωρίς οποτεδήποτε να του έχει αποστείλει λογαριασμούς, ωστόσο υπήρχε αδελφική αγάπη και εμπιστοσύνη μεταξύ τους, οπότε δεν είχε διανοηθεί ότι ο Εναγόμενος 1 θα τον εκμεταλλευτεί. Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι ο Εναγόμενος 1, ενεργώντας δόλια, συνέστησε την Εναγόμενη 2, με διευθυντή και μέτοχο τον ίδιο και γραμματέα τον Ενάγοντα, μέσω της οποίας εκμεταλλεύονταν την επιχείρηση, αναφέροντας στον Ενάγοντα ότι ο λογιστής συμβούλευσε τη σύστασή της για φορολογικούς σκοπούς, και διαβεβαιώνοντας πως ο πραγματικός ιδιοκτήτης θα ήταν ο ίδιος ο Ενάγων. Για τους ίδιους λόγους, την απουσία του στο εξωτερικό, αγόρασε και το διαμέρισμα το οποίο έγραψε μεν στο όνομα του Εναγόμενου 1, συμφωνώντας όμως σε αυτό να μείνει η μητέρα τους, και να μεταβιβάζονταν στον Ενάγοντα όποτε το ζητούσε. Με τα έσοδα του εστιατορίου, ο Εναγόμενος 1 αγόρασε ακίνητα και σκάφη. Ο Ενάγων ήταν απασχολημένος με τις δουλειές του στο εξωτερικό και δεν έδιδε σημασία στη διαχείριση της περιουσίας του στην Κύπρο, και τα χρόνια περνούσαν. Τα πράγματα κάποια στιγμή άλλαξαν και οι δουλειές του Ενάγοντος στο εξωτερικό άρχισαν να μην πηγαίνουν καλά, οπότε και ο Ενάγων επέστρεψε στην Κύπρο και άρχισε να πηγαίνει στην επιχείρηση και να διεκδικεί ρόλο. Αρχικά, ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι θα του παρουσιαστούν οι λογαριασμοί, στη συνέχεια άλλαξε συμπεριφορά και άρχισε να φέρεται ως ο ιδιοκτήτης. Έπειτα, απαγόρευσε στον Ενάγοντα να αναμιγνύεται στην επιχείρηση. Ο Ενάγων είχε μεγάλη οικονομική ανάγκη, και, υπό αυτές τις περιστάσεις, συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 1) να του δώσει €130.000,00 προς πλήρη ικανοποίηση των περιουσιακών απαιτήσεών του, ποσό που ήταν, όμως, κατά τη θέση του Ενάγοντος, πολύ χαμηλότερο από το αρχικό κεφάλαιο που επένδυσε ο Ενάγων και από τα εισοδήματα που επέφερε η επένδυση, με τα οποία ο Εναγόμενος 1 ζούσε και ζει, κατά τα λεγόμενα του Ενάγοντος, πλουσιοπάροχα. Ο Ενάγων θεωρεί πως εκβιάστηκε στην υπογραφή της συμφωνίας ότι θα λάμβανε μόνον €130.000,00 προς ικανοποίησή του. Στη συμφωνία που υποτίθεται αναγκάστηκε να υπογράψει, δέχονταν ότι ο ίδιος είχε προσφέρει μόνον Λ.Κ.65.000,00 ως μέρος του τιμήματος για την αγορά της ψαροταβέρνας, ότι ήταν ο Εναγόμενος 1 που την αγόρασε, και ότι για το διαμέρισμα είχε συμβάλει μόνον κατά Λ.Κ.10.000,
  4. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας αυτής, επειδή θεώρησε ότι ακόμα αδικείται, ο Ενάγων άρχισε να προσεγγίζει και πάλι τον Εναγόμενο 1, ο οποίος πλέον εξαγριώθηκε. Η πεποίθηση του Ενάγοντος είναι πως το ποσό των €130.000,00 που έλαβε συνιστά μέρος της αποζημίωσης που δικαιούται, αλλά ότι δικαιούται περισσότερα, εκφράζοντας την απογοήτευσή του που ο αδελφός του εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη του, οικειοποιήθηκε τη δική του περιουσία, και όταν αντιμετώπισε πρόβλημα, τον αντιμετώπισε ως «επαίτη» και ενοχλητικό. Ο Εναγόμενος 1, κατά την υπογραφή της συμφωνίας τους, του ανέφερε πως θα αποξένωνε όλα τα περιουσιακά στοιχεία, και λόγω της οικονομικής κρίσης, σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που δημιούργησαν τη διαφορά, δεν αποκλείεται, κατά τον Ενάγοντα, να πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος. Ενόψει του ότι, κατά τη θέση του, ο Ενάγων έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητες επιτυχίας, και επειδή εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα που αιτείται θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, θεωρεί ότι θα πρέπει αυτά να εκδοθούν. Βάσει της αίτησης του Ενάγοντος, την 23.03.2021 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε η αποξένωση της ψαροταβέρνας, του διαμερίσματος και των μετοχών της Εναγόμενης 2, το οποίο ορίστηκε για επιστροφή την 31.03.
  5. Ένσταση από μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 καταχωρίστηκε την 06.05.2021, και δι' αυτής, οι Εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή τους, θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί. Άνευ βλάβης της θέσης τους ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είχε την καθ' ύλη αρμοδιότητα να εκδώσει προσωρινό διάταγμα, όπως ούτε και να ακούσει την αγωγή, οι λόγοι ένστασής τους συνοψίζονται στο ότι ο Ενάγων δεν είχε αποδείξει τον κατεπείγοντα χαρακτήρα της αίτησης και δεν έχει αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα, ότι δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ ενός τέτοιου προσωρινού διατάγματος και ότι η αίτησή του είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και συνοδεύεται από παράτυπη μαρτυρία. Ο μοναδικός ιδιοκτήτης της επίδικης επιχείρησης είναι η Εναγόμενη 2 και ο μοναδικός ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και των μετοχών της Εναγόμενης 2 είναι ο Εναγόμενος 1 και η συμφωνία που υπέγραψαν την 18.11.2020 συνάφθηκε με την ελεύθερη βούληση των μερών και ισχύει, κατά τρόπο που δημιουργεί κώλυμα στον Ενάγοντα να προωθεί την αγωγή του. Ούτε το ισοζύγιο της δικαιοσύνης πρέπει να κλίνει υπέρ της διατήρησης του προσωρινού διατάγματος γιατί, κατά τη θέση των Εναγόμενων 1 και 2, είναι η οριστικοποίησή του που θα ανατρέψει το status quo. Υπάρχει καθυστέρηση και κακοπιστία που δεν δικαιολογούνται. Ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει την ένσταση αυτή με ένορκη του δήλωση, στην οποίαν εκθέτει την δική του πραγματική εκδοχή, ότι είναι ο Ενάγων που εκβιάζει τους Εναγόμενους 1 και 2, για να πάρει περιουσία την οποίαν ο Εναγόμενος 1 δημιούργησε με προσωπική εργασία και κόπο και για την οποίαν ο ίδιος δεν είχε κοπιάσει ποτέ. Η αλήθεια, κατά τους Εναγόμενους, είναι πως είναι ο Εναγόμενος 1 που αγόρασε την ψαροταβέρνα την 08.01.2004 και συνέστησε την εταιρεία, στην οποία μεταβίβασε την επιχείρηση, με το δικό του όνομα, για να την διαχειρίζεται. Δεν συμφώνησαν οποτεδήποτε ο Εναγόμενος 1 να έχει κέρδη μόνον 25%, και όλα όσα ισχυρίζεται ο Ενάγων, τα θεωρεί προϊόν μυθοπλασίας, προκειμένου να τους αποσπάσει περαιτέρω περιουσία. Όταν ο Ενάγων επέστρεψε μόνιμα στην Κύπρο, έχοντας αποτύχει, έγινε επιθετικός. Ο Ενάγων, όμως, ήταν από το 2001 στην Κύπρο, και τα ταξίδια του στο εξωτερικό για εργασία ήταν ανά διαστήματα. Από το 2001 έως το 2007 πηγαινοέρχονταν πολύ συχνά στο εξωτερικό, οπότε ο Εναγόμενος 1 θεωρεί αναλήθεια το ότι δεν γνώριζε τι γίνονταν στην Κύπρο με την επιχείρηση. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως ο Ενάγων δεν τον στήριξε με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά ο ίδιος δούλεψε σε διάφορες εργασίες από μικρή ηλικία, και είναι όλοι οι υπόλοιποι που βοήθησαν τον Ενάγοντα να ορθοποδήσει. Ο Ενάγων του συνεισέφερε όντως το ποσό των Λ.Κ.65.000,00, αλλά ως δάνειο που ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να του επιστρέψει. Και το ποσό των Λ.Κ.10.000,00 για την προκαταβολή για την αγορά του διαμερίσματός του ήταν δάνειο επίσης, σε μια περίοδο που οι σχέσεις των δύο αδελφών ήταν πολύ καλές, ενώ για το υπόλοιπο είχε λάβει δάνειο από εμπορική τράπεζα. Αγόρασε και ο Ενάγων διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία, το οποίο στη συνέχεια έγραψε στη σύζυγό του. Ο Ενάγων, με τη σύζυγο και τα παιδιά τους, διέμεναν στο διαμέρισμα 101 από το 2004, και ο Εναγόμενος 1 στο διαμέρισμα 201, στο οποίο σήμερα διαμένει η πεθερά του Εναγόμενου
  6. Τον Ενάγοντα τον διόρισε ως γραμματέα στην Εναγόμενη 2 επειδή κάποιον έπρεπε να ορίσει ως γραμματέα, άλλο πρόσωπο, τυπικά. Είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 που προέβη και σε όλες τις σχετικές εργασίες για την απόκτηση των αδειών της επιχείρησης. Μάλιστα, παρέβαλε, όπως λέει, από την αρχική ιδιοκτήτρια, μία ψαροταβέρνα που ήταν παράγκα με τσίγκους και έκανε σημαντικές και ριζικές αλλαγές. Ο Ενάγων ουδεμία σχέση είχε με την επιχείρηση. Είναι ο Εναγόμενος 1 που βοηθούσε οικονομικά τον Ενάγοντα, δίδοντάς του περίπου €25.000-€30.000 τον χρόνο, για να καλύπτει τα έξοδα φοίτησης των θυγατέρων του σε ιδιωτικό σχολείο. Όταν επέστρεψε ο Ενάγων από το εξωτερικό, αλλαγμένος, στο μεταξύ και ο Εναγόμενος 1 είχε προχωρήσει τη ζωή του, φτιάχνοντας τη δική του οικογένεια, οπότε δεν ήταν σε θέση να παρέχει την ίδια οικονομική στήριξη στον Ενάγοντα· παρόλα αυτά ήταν πάντοτε εκεί, δίδοντάς του εβδομαδιαίως περίπου €300,
  7. Γύρω στο καλοκαίρι, η κατάσταση επιδεινώθηκε, όταν συνειδητοποίησε ο Ενάγων ότι θα χρειάζονταν περαιτέρω χρήματα και για τις σπουδές των θυγατέρων του και δεν είχε εισοδήματα και εργασία. Συμφώνησαν όλη η οικογένεια, ένα ακίνητο στην Πάφο να μεταβιβαστεί στην θυγατέρα του Ενάγοντος, για να υποθηκευτεί και να μπορέσει να εξασφαλίσει σπουδαστικό δάνειο, πλην όμως, η Τράπεζα δεν μπόρεσε να δεχθεί την προσωπική εγγύηση του Ενάγοντος, επειδή ήταν άνεργος, και ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε να εγγυηθεί, λόγω των δικών του οικογενειακών υποχρεώσεων. Αρχές του Νοέμβρη του 2020, ο Ενάγων τον επισκέφθηκε και φώναζε ότι όφειλε ο Εναγόμενος 1 να πληρώσει τα δίδακτρα των θυγατέρων του Ενάγοντος. Ο Εναγόμενος 1, προκειμένου να σταματήσει να ενοχλεί την οικογένειά του ο Ενάγων, τον επισκέφθηκε και τον ρώτησε τι ήθελε, για να σταματήσει, εξ ου και υπογράφθηκε η συμφωνία. Ο Ενάγων είχε προτείνει το ποσό των €180.000,00 και κατέληξαν στο ποσό των €130.000,00, εφόσον λήφθηκε υπόψη και όλη η περαιτέρω βοήθεια που ήδη παρείχε ο Εναγόμενος
  8. Παρά τη συμφωνία αυτή και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε στον Ενάγοντα €130.000,00, ο Ενάγων σύντομα ξαναήρθε στο εστιατόριο και δημιούργησε φασαρία, φωνάζοντας ότι είναι ο ίδιος ιδιοκτήτης της επιχείρησης, και προσπαθώντας να εκδιώξει τον Εναγόμενο 1, οπότε κλήθηκε η αστυνομία. Ο Εναγόμενος 1 επιχειρεί περαιτέρω να επιδείξει επιμέρους αναλήθειες του Ενάγοντος, ως προς την ουσιαστική εκδοχή. Ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσης και διατήρησης σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος, αυτές, κατά τη θέση του, δεν συντρέχουν, και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασής του. Αναφέρει, περαιτέρω, πως κανένας κίνδυνος αποξένωσης υπάρχει, ούτε αφερέγγυος είναι, και εκθέτει λεπτομερώς τα περιουσιακά του στοιχεία, προσκομίζοντας και έγγραφη μαρτυρία, για να καταδείξει την οικονομική ικανότητα των Εναγόμενων 1 και
  9. Ως προς τα γεγονότα που ο Εναγόμενος 1 θεωρεί ότι απέκρυψε ο Ενάγων, σχετικές είναι και οι παράγραφοι 50 και 53 της ένορκης του δήλωσης. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων του Ενάγοντος και των Εναγόμενων αντίστοιχα. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα και εάν δεν αναπαράγεται στο περιεχόμενο της απόφασής του. Αρχίζοντας από το θέμα της καθ' ύλη αρμοδιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Νόμου 14/1960, κάθε Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και vα απoφασίζει οπoιαδήπoτε αγωγή στηv oπoία τo αμφισβητoύμεvo πoσό ή η αξία της επίδικης διαφoράς δεv υπερβαίvει τις €100.000,
  10. Το αμφισβητoύμεvo πoσό ή η αξία της επιδίκης διαφoράς είvαι τo πoσό ή η αξία που πραγματικά αμφισβητείται μεταξύ τωv διαδίκωv, ως αποκαλύπτεται στα δικόγραφα ή είναι παραδεκτή ή έχει αποφασιστεί, ακόμα και εάν οι αξίες που δικογραφούνται φαίνονται να υπερβαίνουν τις €100.000,
  11. Ανεξάρτητα από το ύψος του αμφισβητούμενου ποσού ή την αξία της επίδικης διαφοράς, μπορεί να αποφασίζει οπoιαδήπoτε αγωγή για τηv αvάληψη κατoχής oπoιασδήπoτε ακίvητης ιδιoκτησίας, ή βασιζόμεvη σε αδικoπραξία πoυ διαπράχθηκε σε σχέση με ακίvητη ιδιoκτησία στηv oπoίαν η αξιoύμεvη θεραπεία περιλαμβάvει έκδoση απαγoρευτικoύ διατάγματoς και στηv oπoίαν δεv αμφισβητείται o τίτλoς της ακίvητης ιδιoκτησίας. Επίσης, παρά τις διατάξεις οποιουδήπoτε άλλoυ vόμoυ και παρά τo ότι τo υπό αμφισβήτηση πoσό ή η αξία της επίδικης διαφoράς υπερβαίvει τηv αvατιθεμέvη δικαιoδoσία, έχει εξoυσία, μεταξύ άλλων, vα εκδίδει oποιοδήπoτε διάταγμα σε οποιαδήποτε αγωγή, που δεν προβαίνει σε διάγνωση της ουσίας της αγωγής. Το ζήτημα της καθ' ύλη δικαιοδοσίας είχε απασχολήσει και κατά την έκδοση του διατάγματος, και οι συνήγοροι του Ενάγοντος, κατά την ακρόαση της αίτησής τους, προσδιόρισαν το ύψος της πραγματικής διαφοράς προς το παρόν στην κλίμακα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, στην οποίαν καταχωρίστηκε και η αγωγή τους, ανεξαρτήτως της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που δικογραφούν. Πέραν τούτου, εφόσον το Δικαστήριο, σε αυτή τη διαδικασία, δεν προβαίνει και σε διάγνωση της ουσίας της αγωγής, μπορούσε και μπορεί να εκδώσει το προσβαλλόμενο διάταγμα με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, εντός του πλαισίου της δικής του δικαιοδοσίας, και ανεξαρτήτως της αξίας των προσωρινά δεσμευόμενων περιουσιακών στοιχείων. Εάν στην πορεία διαφανεί ότι η πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων διαμορφώνεται ή και εκτείνεται πέραν της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, και δεν μπορεί να αντληθεί εξουσία για εκδίκαση και της αγωγής από το παρόν Δικαστήριο, είναι άλλο θέμα. Όμως ό,τι φαίνεται να αποζητά ο Ενάγων, ανεξαρτήτως της διατύπωσης του παρακλητικού της αγωγής του, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης, και αφαιρουμένου του ποσού που των €130.000,00 που έλαβε ήδη, είναι περαιτέρω αποζημίωσή του. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι και τα δύο μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση της άλλης πλευράς, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Περαιτέρω, όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε ότι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[3]. Εάν η περίπτωση στην οποία εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα μονομερώς ήταν επείγουσα ή ειδική και εάν ο Ενάγων αποκάλυψε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου, είναι ζητήματα που εξετάζονται κατά προτεραιότητα, εφόσον μπορεί να καταστήσουν και αχρείαστη την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd

(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν, επίσης, περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5], γιατί, λόγου χάριν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται η δέσμευση περιουσίας που είναι επίδικη και υπό τον απόλυτο έλεγχο των Εναγόμενων, και υπάρχει η δυνατότητα, τουλάχιστον όπως αυτή εκτίθεται μέσα από τη μαρτυρία του Ενάγοντος, εάν οι Εναγόμενοι λάβουν γνώση της διεκδικούμενης ενδιάμεσης θεραπείας και αυτή δεν έχει ήδη δεσμευτεί, να προβούν σε ενέργειες ώστε να αποφύγουν τη δέσμευση. Ο Ενάγων παρουσίασε στο Δικαστήριο την περίπτωση ως ιδιαίτερη, εφόσον, με μια σειρά ενεργειών του ιδίου και για τους λόγους που συνθέτουν τη δική του πραγματική εκδοχή, ασχέτως εάν αυτή ισχύει ή όχι, ζητούνταν συνεχώς εισοδήματα και περιουσία από τους Εναγόμενους, κατά τρόπο που, όπως και ο ίδιος αισθάνθηκε, είχε καταντήσει ενοχλητικός, τον έδιωχναν, και δέχθηκε, κατά τα λεγόμενά του, και σχετικές προειδοποιήσεις ότι θα αποξενωθεί η περιουσία εάν συνέχιζε τις διεκδικήσεις του· που όμως ο ίδιος θεωρούσε και θεωρεί δικαιωματικές λόγω της αρχικής του συμβολής. Όπως παρουσίασε την υπόθεσή του, έθεσε επαρκές υπόβαθρο, για να μπορέσει το Δικαστήριο να αντλήσει εξουσία από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ.
  1. Δεν θα ήταν, υπό αυτές τις περιστάσεις και αυτή τη μαρτυρία, λογικό, για το Δικαστήριο, να αγνοήσει τη μαρτυρία του Ενάγοντος, και να καταστήσει την αίτηση δια κλήσεως, για να ειδοποιηθεί η πλευρά των Εναγόμενων και να ακουστεί πριν από την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος. Μια τέτοια προοπτική θα περιείχε τον κίνδυνο, εάν οι Εναγόμενοι λάμβαναν γνώση της επίμονης διεκδίκησης του Ενάγοντος, πλέον και δικαστικά, να γίνονταν ενέργειες για να μην κινδυνεύσει η περιουσία αυτή από τέτοιες διεκδικήσεις του Ενάγοντος· ειδικότερα όταν ο τελευταίος επικαλείται συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 στην οποίαν υπάρχουν στοιχεία εκμετάλλευσης, πίεσης, εξαναγκασμού ή και δόλου. Βεβαίως, εάν όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο Ενάγων και είχαν επιδράσει σε αυτό το δικαιοδοτικό βήμα του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς ήταν τόσο παραπλανητικά, αυτό εξετάζεται επίσης σε αυτό το στάδιο. Μέσα από όσα ανέφερε και η πλευρά των Εναγόμενων, τουλάχιστον όσον αφορά το δικαιοδοτικό σκέλος, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι, παρά τη διαφορετικότητα των δύο πλευρών ως προς την ουσία της διαφοράς, αυτά τα στοιχεία που είχαν επιδράσει στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς το διάταγμα εξακολουθούν να υφίστανται ζωντανά. Ότι δηλαδή ο Ενάγων, ανικανοποίητος και υπό κάποια (ορθή ή λανθασμένη) πεποίθησή του ότι όλα είναι δικά του, διεκδικεί συνέχεια από τους Εναγόμενους, έχοντας υπερβεί και το γεγονός ότι συνάφθηκε μεταξύ τους γραπτή συμφωνία, ώστε η συμπεριφορά του, που ο ίδιος ο Ενάγων θεωρεί δικαιωματική, για τους Εναγόμενους να εκλαμβάνεται ως εκβιαστική, ως συμπεριφορά που θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του Εναγόμενου 1 και της οικογένειάς του, αλλά και την Εναγόμενη 2, ώστε να υπάρχουν αντιδράσεις, ανάμεσα στις οποίες θα μπορούσε να μην είναι η διατήρηση της επίδικης περιουσίας στην ιδιοκτησία ή κατοχή των Εναγόμενων μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Επίσης, έχοντας κατά νου και την εκδοχή των Εναγόμενων και όσα υποδεικνύονται στις παραγράφους 50 και 53 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1, δεν υφίσταται οτιδήποτε εξ αυτών ή και οποιαδήποτε άλλα γεγονότα από την όλη εκδοχή των Εναγόμενων, που, εάν γνώριζε εξ αρχής το Δικαστήριο, θα επιδρούσε ουσιωδώς στην κρίση του ως προς το να χορηγήσει ή να μην χορηγήσει την ενδιάμεση θεραπεία[6]. Ότι ο Ενάγων δεν ασχολούνταν με τα της επιχείρησης γιατί είχε άλλες ασχολίες στο εξωτερικό, το λέει και ο ίδιος. Εάν διέμενε ή όχι μόνιμα στο εξωτερικό ή κάποια χρονικά διαστήματα διέμενε και στην Κύπρο, δεν αλλάζει το δεδομένο ότι, όπου κι αν διέμενε ο Ενάγων, δεν ασχολούνταν με τη λειτουργία της επιχείρησης, επειδή είχε άλλη επαγγελματική απασχόληση ή απλά επειδή δεν τον ενδιέφερε, χωρίς να σημαίνει δεν θα ανακτούσε το ενδιαφέρον του για ό,τι θεωρούσε ως επένδυσή του σε μεταγενέστερο χρόνο. Τα υπόλοιπα που αναφέρει ο Εναγόμενος 1 σχετίζονται με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, παρά με γεγονότα που έτυχαν ενεργούς απόκρυψης και, εάν αποκαλύπτονταν, θα ενεργούσαν καταλυτικά. Το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 γιατί δεν συντρέχει λόγος που να αποκλείει αυτή τη δυνατότητα. Είναι αυτές οι προϋποθέσεις που εξετάζονται ακόμα και όταν ζητείται θεραπεία με βάση το άρθρο 4 του Κεφ.
  2. Οι προϋποθέσεις αυτές προκύπτουν από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και έχουν παγιωθεί στη νομολογία και είναι, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, πως θα πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Εξετάζεται κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[7]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων αποκαλύπτει τέτοιο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ισχυρίζεται παράβαση συμφωνίας του με τον Εναγόμενο 1, αλλά και δόλο των Εναγόμενων, προκειμένου να ιδιοποιηθούν περιουσία που ο Ενάγων θεωρεί πως του ανήκει και κατέχεται από τους Εναγόμενους. Η Εναγόμενη 2 είναι η ιδιοκτήτρια της επιχείρησης, κατόπιν μεταβίβασής της από τον Εναγόμενο 1, που ο Ενάγων θεωρεί πως του ανήκει. Εάν η εκδοχή του Ενάγοντος συνιστά «παραμύθι», όπως είναι ο ισχυρισμός των συνηγόρων των Εναγόμενων, θα διαφανεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που, όπως φαίνεται, επιβεβαιώνοντας πάντως την πρώτη αυτή προϋπόθεση, θα πρέπει να γίνει δίκη, προκειμένου να διαγνωστεί και η αλήθεια. Δηλαδή, δεν υπάρχει οτιδήποτε που, πρόδηλα, να αποκλείει εκ προοιμίου τη διεξαγωγή δίκης για την υπόθεση αυτή, τόσον αναφορικά με τον Εναγόμενο 1, όσο και αναφορικά με την Εναγόμενη
  3. Δεν αρκεί βεβαίως να αποκαλύπτεται ένα συζητήσιμο ή δικάσιμο θέμα, αλλά θα πρέπει να υπάρχει και καλή βάση αγωγής, δηλαδή καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Δεν χρειάζεται ο Ενάγων, στην προσπάθειά του να δείξει καλή βάση αγωγής, να αποδείξει την απαίτησή του, όπως θα την αποδείκνυε και στη δίκη, αλλά να προβάλει, μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίζει[8], σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του δικαιώματός του[9] σε ένα επίπεδο πέρα από την απλή δυνατότητα, αλλά χωρίς κατ' ανάγκη να αγγίζει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Ως προς αυτή την προϋπόθεση, και έχοντας υπόψη ότι η υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 18.11.2020 είναι αδιαμφισβήτητη, οι λεπτομέρειες, όσον αφορά τα γεγονότα που πλαισιώνουν τη διαφορά μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγόμενων, δεν αναζητούνται τόσο στα γεγονότα μέχρι και την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 18.11.
  4. Η ίδια η ύπαρξη της συμφωνίας ημερομηνίας 18.11.2020 δείχνει πως υπήρχε κάποια διαφορά, που τα μέρη προσπάθησαν να επιλύσουν με μία μεταξύ τους συμφωνία. Η αναζήτηση των λεπτομερειών πλέον έχει να κάνει με τις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 18.11.2020, και κατ' επέκταση το κύρος της. Το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία σε αυτό το στάδιο, για να διαγνώσει κατά πόσον είναι αληθής ή αξιόπιστη· παρατηρεί βεβαίως, εξ όψεως, πως λόγου χάριν μέρος των αποδείξεων πληρωμής που προσκομίστηκαν από τον Ενάγοντα αφορούν στο διαμέρισμα 101, και όχι στο επίδικο διαμέρισμα, και έχει πλέον υπόψη του και την πληροφορία του Εναγόμενου 1, ότι ο Ενάγων είχε αγοράσει και ο ίδιος διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία, με αριθμό
  5. Συναφείς παρατηρήσεις, από μόνες τους, δεν αναιρούν τις όποιες πιθανότητες επιτυχίας, αλλά, υπό το φως και των δεδομένων των Εναγόμενων, το Δικαστήριο αναζητά εκείνες τις πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησης του Ενάγοντος που εστιάζουν στα γεγονότα μετά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 18.11.2020, με την οποίαν υποτίθεται πως οι δύο πλευρές είχαν επιλύσει εξωδικαστικά τις όποιες περιουσιακές διαφορές τους. Ο Ενάγων αναφέρεται σε εξάσκηση φοβερής ψυχολογικής πίεσης σε βάρος του από τον Εναγόμενο 1, γνωρίζοντας την μεγάλη οικονομική ανάγκη που είχε, που σχετίζονταν με τα παιδιά του, ώστε να περιορίσει την αξίωση του Ενάγοντος στις €130.000,
  6. Σε αυτό το σημείο, δεν περιγράφει με την πάσα δυνατή λεπτομέρεια τις συνθήκες ψυχολογικής πίεσης ή τα οικονομικά προβλήματα ή τα προβλήματα με τα παιδιά του, στην έκταση που θα αναμένονταν και από ένα δικόγραφο, ούτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες της συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1, τι του είπε, πότε, πώς, πώς ακριβώς εξαναγκάστηκε ο Ενάγων να υπογράψει τη συμφωνία ημερομηνίας 18.11.2020, και κυρίως ποια ήταν η βούληση του Ενάγοντος κατά τον χρόνο υπογραφής της. Αν και ο Ενάγων αναλώνει σχεδόν δύο σελίδες της ένορκης του δήλωσης, σε αυτό το στάδιο θα συμμεριστώ την παρατήρηση της πλευράς των Εναγόμενων, πως υπάρχει βαθμός γενικότητας και αοριστίας, που δεν βοηθά στο να τεθούν καλά οι πιθανότητες επιτυχίας που σχετίζονται και με το κύρος της συμφωνίας ημερομηνίας 18.11.2020, στον βαθμό που απαιτείται για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Μια τέτοια διαπίστωση στην οποία οδηγεί το Δικαστήριο και η συμμετοχή των Εναγόμενων πλέον σε αυτή τη διαδικασία δεν σημαίνει πως αποκλείει τη δυνατότητα ο Ενάγων να αποδείξει την απαίτησή του εναντίον των Εναγόμενων και να καταφέρει προς όφελός του θεραπείες, αλλά, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, δεν τις δίδει επαρκώς, για να μπορεί να διατηρήσει την ενδιάμεση θεραπεία. Ακόμα, όμως, και εάν προχωρούσε το Δικαστήριο να επανεξετάσει και την τρίτη προϋπόθεση, υπό το ίδιο φως των δεδομένων που προσκομίστηκαν από πλευράς των Εναγόμενων, τα συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία που έχει προσκομίσει η πλευρά των Εναγόμενων, αναφορικά με την ικανότητα των Εναγόμενων να ανταπεξέλθουν στην πληρωμή αποζημίωσης, σε περίπτωση έκδοσης οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης εναντίον των Εναγόμενων για ποσό μέχρι €100.000,00, όπως είναι και η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, ή και πολλαπλάσιο ποσό σε κάθε περίπτωση, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο Ενάγων θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με την επιδίκαση αποζημίωσης, εφόσον δεν προβάλλει οτιδήποτε που να δείχνει προσωπικό δεσμό με τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, και ήδη έλαβε, όπως λέει «μέρος της αποζημίωσης» που δικαιούται (το ποσό των €130.000,00), αλλά και το ότι ανατράπηκε η αρχική εικόνα της αφερεγγυότητας που είχε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα, θα ακυρώνονταν το προσωρινό διάταγμα και γι' αυτό τον λόγο. Γιατί, σύμφωνα με την τρίτη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, εκτός εάν εκδοθεί ή αντίστοιχα διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα, θα πρέπει να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, που να καθιστά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[11]. Ακόμα και εάν δεν υπάρχει πράγματι πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση, η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί, μπορεί να καθιστά αναγκαία την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τα δεδομένα που έχει προσκομίσει η πλευρά των Εναγόμενων, δεν φαίνεται ότι θα υπήρχε τέτοια επίδραση τυχόν αποξένωσης από τους Εναγόμενους της επιχείρησης ή του διαμερίσματος. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 23.03.2021 ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντος, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [4] Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Βλ. και Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168. [7] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [8] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [11] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.