ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΣΤΕΓΗΣ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ κ.α., Έφεση 62/2021, 2/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Έφεση 62/2021 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΣΤΕΓΗΣ Εφεσείων και
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ
- ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
- ΧΧΧΧ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ Εφεσίβλητοι Αίτηση ημερομηνίας 31.03.2021 Ημερομηνία: 02.06.2021 Εμφανίσεις: Για τον Εφεσείοντα: κυρία Ο. Λάμπρου για Μουαΐμης & Μουαΐμης ΔΕΠΕ Για τον Εφεσίβλητο 1: καμία εμφάνιση Για τους Εφεσίβλητους 2 και 3: κυρία Δ. Βασιλείου-Κουτσαβάκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εφεσείων προσβάλλει την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, της Επαρχίας Λεμεσού («ο Διευθυντής»), ημερομηνίας 02.03.2021 με την οποίαν ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση που υπέβαλε ο Εφεσείων στη μεταβίβαση, στον Εφεσίβλητο 3, των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, Τεμάχια ΧΧΧΧ και ΧΧΧΧ αντίστοιχα, στον ΧΧΧΧ. Πρόκειται για ακίνητα ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης 2 και υποθηκευμένα στον Εφεσείοντα με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2002, τα οποία ο Εφεσίβλητος 3 αγόρασε από την Εφεσίβλητη 2 με βάση πωλητήριο έγγραφο που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο υπό τον αριθμό ΠΩΕΧΧΧΧ/2019, και αναφορικά με τα οποία είχε υποβάλει αίτηση μεταβίβασης (ΑΕΑΧΧΧΧ/2020) με βάση τις διατάξεις του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
- Στο πλαίσιο της Έφεσής του, ζήτησε από το Δικαστήριο, μονομερώς, με βάση, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο Διευθυντής να μεταβιβάσει στον Εφεσίβλητο 3 τα ακίνητα, μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Ως προς το πραγματικό πλαίσιο που εκθέτει στην ένορκη δήλωσή του εξουσιοδοτημένος υπάλληλος του Εφεσείοντος, που υποστηρίζει την αίτηση αυτή, τα δύο ακίνητα υποθηκεύθηκαν από την Εφεσίβλητη 2 προς όφελος του Εφεσείοντος με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2002, η οποία παραχωρήθηκε από την Εφεσίβλητη 2 για την εξασφάλιση δανείου που έλαβε από τον Εφεσείοντα, και δέσμευε αρχικά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ Φ./Σχ. ΧΧΧΧ, Τεμάχιο ΧΧΧΧ, και, μετά τον διαχωρισμό του, τα προκύπτοντα από τον διαχωρισμό ακίνητα, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα ακίνητα. Παρά την υποθήκευση και το γεγονός ότι το ενυπόθηκο δάνειο δεν εξοφλήθηκε, η Εφεσίβλητη 2 πώλησε τα επίδικα ακίνητα στον Εφεσίβλητο 3 χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε τίμημα πώλησης στον Εφεσείοντα, ο οποίος είχε εγείρει και αγωγή εναντίον της Εφεσίβλητης 2 για την είσπραξη του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου, δια της οποίας ζητούσε και διάταγμα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, προς εκτέλεση της εξασφάλισής του. Ο Διευθυντής, με επιστολή του ημερομηνίας 06.10.2020, ενημέρωσε τον Εφεσείοντα ότι είχε καταχωριστεί η αίτηση για μεταβίβαση ΑΕΑΧΧΧΧ/2020 με βάση κατατεθειμένη σύμβαση πώλησης με αριθμό ΠΩΕΧΧΧΧ/
- Έπειτα, με νέα επιστολή προς τον Εφεσείοντα ημερομηνίας 05.01.2021 ενημέρωσε τον Εφεσείοντα ότι προτίθεται να προχωρήσει στη μεταβίβαση των ακινήτων στο όνομα του αγοραστή. Ο Εφεσείων, κάνοντας χρήση των διατάξεων του ιδίου νόμου, πρόβαλε ένσταση για τον λόγο ότι δεν καταβλήθηκε στον ενυπόθηκο πιστωτή οποιοδήποτε ποσό από κάποια πώληση, και ο Διευθυντής, με την απόφασή του ημερομηνίας 02.03.2021, που παραλήφθηκε από τον Εφεσείοντα την 08.03.2021, απέρριψε την ένσταση αυτή, με την αιτιολογία ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν συγκαταλέγεται στους λόγους ένστασης που ρητά προβλέπονται στο εδάφιο 3 του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, επαναλαμβάνοντας την απόφασή του να προχωρήσει στη μεταβίβαση των ακινήτων στον αγοραστή, εκτός εάν προσκομιστεί διάταγμα που να διατάσσει διαφορετικά, εντός 30 ημερών. Σύμφωνα με την εκδοχή του Εφεσείοντος, σε περίπτωση μεταβίβασης των ενυπόθηκων ακινήτων στον αγοραστή, κατά προτίμηση του μεταγενέστερου εμπράγματου βάρους του κατατεθειμένου πωλητηρίου εγγράφου του Εφεσίβλητου 3, θα παραμείνουν ανεξόφλητες οι οφειλές της Εφεσίβλητης 2 που εξασφαλίζει η υποθήκη, η οποία δεν μπορεί να μεταφερθεί επί οποιασδήποτε άλλης ακίνητης περιουσίας της Εφεσίβλητης
- Ο Εφεσείων θεωρεί πως οι πρόνοιες του Νόμου 9/1965 που επιτρέπουν τη μεταβίβαση ακινήτων σε αγοραστές, με δυνατότητα ακύρωσης των προγενέστερων εμπραγμάτων βαρών, πάσχει όσον αφορά τη συνταγματικότητά του, με τον τρόπο που εξηγεί. Εξάλλου, όπως είναι η θέση του Εφεσείοντος, η απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα περί τα πράγματα. Εισηγήθηκε, ο Εφεσείων, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, και, εφόσον έχει αποφασιστεί ήδη και επίκειται μεταβίβαση εντός 30 ημερών, δεν παρέχεται και επαρκής χρόνος για την εκδίκαση της αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία με προηγούμενη ειδοποίηση των Εφεσίβλητων. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης του Εφεσείοντος, την 05.04.2021, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδίζεται ο Διευθυντής ή και οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος του Κτηματολογίου να προβεί στη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στον Εφεσίβλητο 3 μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Το διάταγμα ορίστηκε για επιστροφή την 12.04.2021, οπότε και οι Εφεσίβλητοι 2 και 4 εμφανίστηκαν, και την 26.04.2021 πρόβαλαν και γραπτώς την ένστασή τους στη διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος. Οι λόγοι ένστασής τους, στον βαθμό που σχετίζονται με αυτή τη διαδικασία, συνοψίζονται στο ότι το Δικαστήριο δεν είχε την εξουσία, με βάση την αίτηση του Εφεσείοντος, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ότι δεν συνέτρεξε το κατεπείγον και ο Εφεσείων απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Επίσης, δια της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, δεν πληρούνται ούτε οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αυτού του είδους, και η ενδιάμεση θεραπεία δεν είναι γενικά προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης 2, η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη και από τον Εφεσίβλητο 3, δια της οποίας η ομνύουσα επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Ως προς το πραγματικό πλαίσιο, προσθέτει σε αυτό πως η Εφεσίβλητη 2 έχει προβάλει υπεράσπιση στην αγωγή του Εφεσείοντος, και ότι το πωλητήριο έγγραφο συνάφθηκε την 04.12.2002 αλλά κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με βάση δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 09.12.2019 που επέτρεψε την εκπρόθεσμη κατάθεσή του. Το τίμημα πώλησης των ακινήτων καταβλήθηκε στην Εφεσίβλητη 2, όπως και η ίδια παραδέχεται, προ ετών, με αναφορά σε εξοφλητική απόδειξη ημερομηνίας 09.09.
- Η θέση της Εφεσίβλητης 2 είναι πως, εάν ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα, όπως κατά τη γνώμη της πρέπει να γίνει για τους λόγους ένστασης που εκθέτει, δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ο Εφεσείων, επειδή μπορεί να εξασφαλιστεί από άλλα ακίνητα της Εφεσίβλητης
- Απεναντίας, ο Εφεσίβλητος 3 επηρεάζεται από την παρεμπόδιση της δυνατότητας να λάβει τους τίτλους των ακινήτων που αγόρασε, με αποτέλεσμα να βλαφθεί και η υγεία του, με την ανάπτυξη αυτοάνοσων νοσημάτων. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων του Εφεσείοντος και των Εφεσιβλήτων αντίστοιχα. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα και εάν δεν αναπαράγεται στο περιεχόμενο της απόφασής του. Το ένδικο βοήθημα της Έφεσης, που προβλέπεται στο άρθρο 51 του Νόμου 9/1965, είναι ειδικό, προκειμένου να προσβληθεί η νομιμότητα και η ορθότητα των διαταγών, γνωστοποιήσεων ή αποφάσεων του Διευθυντή, που εκδίδονται με βάση τις διατάξεις του Νόμου 9/1965, και ως προς τη διαδικασία της Έφεσης, ισχύουν ανάλογα τα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224 («το Κεφ.224») και οι περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμοί του 1956 («οι Κανονισμοί»). Ο Νόμος 9/1965 επιφυλάσσει αποκλειστική εξουσία στον Διευθυντή για τα θέματα που προβλέπει και δεν επιτρέπεται η ενασχόληση του Δικαστηρίου με όσα θέματα εμπίπτουν στην εξουσία του Διευθυντή, αλλά το Δικαστήριο που ενεργεί ως Εφετείο και ασκεί αναθεωρητική δικαιοδοσία (judicial review), μπορεί να υπεισέλθει στις εξουσίες του Διευθυντή, όπως συνάγεται και από το άρθρο 51 § 2 του Νόμου 9/
- Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ασκείται από το Επαρχιακό Δικαστήριο και είναι διαδικαστικά πολιτική, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει ο Νόμος 14/1960, αν και με δάνειο κάποιων αρχών του διοικητικού δικαίου ως προς το εφαρμοζόμενο δίκαιο που χρησιμοποιεί και στον βαθμό που το χρησιμοποιεί και ο Διευθυντής για την εκτέλεση των εξουσιών του με βάση τον Νόμο 9/1965 και για την εφαρμογή του νόμου αυτού. Στο πλαίσιο της πολιτικής του δικαιοδοσίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει την εξουσία, η οποία άλλως πώς δεν αποκλείεται, μεταξύ άλλων, να εκδίδει διατάγματα και να αποδίδει θεραπείες (relief), μη εξαιρουμένων των ενδιάμεσων θεραπειών (interim relief), όπως και στο πλαίσιο της πολιτικής του Δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ή τα άρθρα 4 και 9 του Κεφ.
- Και οι Κανονισμοί, εξάλλου, επιφυλάσσονται υπέρ της εφαρμογής των κανόνων και κανονισμών της πολιτικής δικονομίας για ζητήματα που δεν προβλέπουν οι ίδιοι ρητά, ανάμεσα στα οποία είναι και η δυνατότητα του Δικαστηρίου, που ενεργεί ως Εφετείο, εφόσον αυτό δεν συνιστά ένα αυτόματο αποτέλεσμα που συγχρονίζεται με την άσκηση Έφεσης, να εκδίδει ενδιάμεσα απαγορευτικά ή άλλα διατάγματα, μεταξύ άλλων, για τη μη εκτέλεση ή για απαγορεύσεις σχετικά με την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης επί της οποίας καλείται να ασκήσει την αναθεωρητική του δικαιοδοσία. Βεβαίως οι χρόνοι ακρόασης μιας Έφεσης, ως τουλάχιστον προδιαγράφονται κανονιστικά, είναι σύντομοι· αυτό, όμως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδίδει ενδιάμεση θεραπεία, όπου χρειάζεται. Και για τον σκοπό αυτό, να εφαρμόζει ανάλογα τα όσα ισχύουν σε κάθε περίπτωση που ζητείται από το Δικαστήριο ενδιάμεση θεραπεία, προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ένδικου βοηθήματος. Έτσι, δεν ευσταθεί ο λόγος ένστασης των Εφεσίβλητων ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, που εκτίθεται επαρκώς και στη νομική βάση της αίτησης του Εφεσείοντος, δεν δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοιου είδους διατάγματα. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι και τα δύο μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση της άλλης πλευράς, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Περαιτέρω, όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[3]. Εάν η περίπτωση στην οποία εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα μονομερώς ήταν επείγουσα ή ειδική και εάν ο Ενάγων αποκάλυψε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου, είναι ζητήματα που εξετάζονται κατά προτεραιότητα, εφόσον μπορεί να καταστήσουν και αχρείαστη την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν, επίσης, περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Ο Εφεσείων παρουσίασε στο Δικαστήριο την περίπτωση ως χρονικά επείγουσα και ιδιαίτερη, εφόσον, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή, εντός 30 ημερών θα προχωρούσε στη μεταβίβαση των ακινήτων, εκτός εάν διάταγμα προέβλεπε διαφορετικά. Ο χρόνος των 30 ημερών δεν θα επαρκούσε για την επίδοση ειδοποίησης στους Εφεσίβλητους αλλά και για την ακρόαση τυχόν ενστάσεών τους. Πέραν τούτου, η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης συνίσταται στο γεγονός ότι το αντικείμενο της ενδιάμεσης θεραπείας, η μη εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης που ο Εφεσείων παρουσιάζει ως βλαπτική για τον ίδιο, διασφαλίζει το ίδιο το αντικείμενο της Έφεσής του, κατ' επέκταση το δικαίωμα του Εφεσείοντος να προωθήσει την Έφεσή του και να ακουστεί χωρίς κάποια αλλαγή της πραγματικής κατάστασης, η οποία κατέδειξε ότι θα επέρχονταν εάν αναλώνονταν ο χρόνος των 30 ημερών για διαδικαστικές ενέργειες, ενώ σε κάθε περίπτωση οι Εφεσίβλητοι θα είχαν το δικαίωμα να ακουστούν μετά την έκδοση κάποιου διατάγματος μονομερώς. Όπως παρουσίασε την υπόθεσή του, ο Εφεσείων, έθεσε επαρκές υπόβαθρο στο Δικαστήριο, για να μπορέσει να αντλήσει εξουσία από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ.
- Δεν ευσταθεί ο λόγος ένστασης των Εφεσίβλητων ότι δεν συνέτρεξε το κατεπείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση. Έπειτα, οι μικρές πραγματικές προσθήκες των Εφεσιβλήτων, λόγου χάριν ως προς τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας πώλησης, που ανατρέχει στο 2002, και την εκπρόθεσμη κατάθεση το 2019 κατόπιν δικαστικού διατάγματος, εάν καθίσταντο με κάποιο τρόπο γνωστά στο Δικαστήριο πριν από την έκδοση του διατάγματος, δεν θα επιδρούσαν ουσιωδώς[6] στην κρίση του να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα. Εάν όσα εισφέρουν στη διαδικασία αυτή οι Εφεσίβλητοι επιδρούν ή όχι σε σχέση με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, είναι διαφορετικό ζήτημα, και θα εξεταστεί αμέσως μετά. Το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 γιατί δεν συντρέχει λόγος που να αποκλείει αυτή τη δυνατότητα. Είναι αυτές οι προϋποθέσεις που εξετάζονται ακόμα και όταν ζητείται θεραπεία με βάση το άρθρο 4 του Κεφ.
- Οι προϋποθέσεις αυτές προκύπτουν από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και έχουν παγιωθεί στη νομολογία και είναι, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, πως θα πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Εξετάζεται κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[7]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εφεσείων αποκαλύπτει τέτοιο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ισχυρίζεται ότι ο Διευθυντής άσκησε μια εξουσία του με βάση τον Νόμο 6/1965, ο Εφεσείων πρόβαλε ένσταση ως επηρεαζόμενο πρόσωπο, και ο Διευθυντής απέρριψε την ένστασή του. Ποιο ήταν το περιεχόμενο της ένστασης, εάν δικαιούνταν ή όχι να ενστεί ο Εφεσείων ή για τον λόγο που είχε υποβάλει την ένστασή του, και εάν νόμιμα ή ορθά ή λανθασμένα ή παράνομα αποφάσισε ο Διευθυντής, είναι το αντίκειμενο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, που δεν θα εξεταστεί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Δεν αρκεί βεβαίως να αποκαλύπτεται ένα δικάσιμο θέμα, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία. Δεν χρειάζεται ο αιτών, στην προσπάθειά του να δείξει καλή βάση, να αποδείξει την απαίτησή του, όπως θα την αποδείκνυε και στη δίκη, αλλά να προβάλει, μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίζει[8], σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του δικαιώματός του[9] σε ένα επίπεδο πέρα από την απλή δυνατότητα, αλλά χωρίς κατ' ανάγκη να αγγίζει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Ως προς αυτή την προϋπόθεση, ο Εφεσείων εγείρει συγκεκριμένους λόγους Έφεσης, δια των οποίων αμφισβητεί τη νομιμότητα και ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης του Διευθυντή να απορρίψει την ένστασή του, που είναι η νομιμότητα της αιτιολογίας που έδωσε ο Διευθυντής, σε συνάρτηση τόσο με τον Νόμο 14/1960 που τον εξουσιοδοτεί, αλλά και ερμηνεύοντας τις επίμαχες διατάξεις του Νόμου 14/1960 υπό το φως των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ο Εφεσείων θεωρεί ότι παραβιάζονται, και η έλλειψη πραγματικής έρευνας από μέρους του, ως, κατά τη θέση του Εφεσείοντος, ο Διευθυντής όφειλε να προβεί με βάση τον νόμο και την ορθή εφαρμογή του. Τα πλείστα εκ των ζητημάτων που εγείρονται είναι νομικά, και θα εξεταστούν στο πλαίσιο της Έφεσης, χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να αποκλείει εκ προοιμίου, κατά πρόδηλο τρόπο, τις πιθανότητες επιτυχίας του Εφεσείοντος, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 δεν σημαίνει ασφαλώς ότι, εάν το Δικαστήριο εκδικάσει την Έφεση, επειδή θεωρεί ότι υφίστανται επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας για τους σκοπούς της διαδικασίας αυτής, θα καταλήξει και στην ακύρωση, και όχι στην επικύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Σύμφωνα με την τρίτη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, εκτός εάν εκδοθεί ή αντίστοιχα διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα, θα πρέπει να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, που να καθιστά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[11]. Ακόμα και εάν δεν υπάρχει πράγματι πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση, η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί, μπορεί να καθιστά αναγκαία την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τα δεδομένα που έχει προσκομίσει η πλευρά του Εφεσείοντος, και υπό το φως και όσων προσέθεσε και η πλευρά των Εφεσιβλήτων, φαίνεται στο Δικαστήριο ότι, εάν δεν διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, ο Διευθυντής θα προχωρήσει με τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στον Εφεσίβλητο 3, ανεξαρτήτως του ότι εκκρεμεί αυτή η διαδικασία της Έφεσης και μη περιμένοντας το αποτέλεσμα της αναθεώρησης της πράξης του από το Δικαστήριο. Αυτή την εξέλιξη μάλιστα δείχνουν να αποζητούν οι Εφεσίβλητοι. Τούτο θα είχε ως συνέπεια όχι απλά την απώλεια της υποθήκης του Εφεσείοντος, αλλά τον επηρεασμό του δικαιώματός του όπως η απόφαση του Διευθυντή αναθεωρηθεί από Δικαστήριο δια Έφεσης πριν να εκτελεστεί· δικαίωμα που του δίδει το άρθρο 51 του Νόμου 9/1965 και συνυφαίνεται και με τις ισορροπίες της εφαρμογής του συγκεκριμένου νόμου. Πέραν τούτου, ακόμα και με δεδομένη την απώλεια της υποθήκης του Εφεσείοντος, είναι γεγονός πως, ενώ η Εφεσίβλητη 2 ισχυρίζεται πως διαθέτει και άλλη ακίνητη περιουσία για να εξασφαλίσει εμπραγμάτως το δάνειό της έναντι στον Εφεσείοντα, δεν προβάλλει συγκεκριμένα στοιχεία τέτοιας διαθέσιμης ακίνητης περιουσίας, και προφανώς δεν έχει προσφέρει στον Εφεσείοντα κάποιαν άλλη, επαρκή εξασφάλιση, για να εγκαταλείψει την υφιστάμενη εξασφάλιση της υποθήκης. Σε περίπτωση απώλειας της εμπράγματης εξασφάλισης του Εφεσείοντος, το ενυπόθηκο δάνειο της Εφεσίβλητης 2 θα μείνει ανεξόφλητο, εφόσον η Εφεσίβλητη 2 δεν αναφέρει με ποιον ακριβώς τρόπο θα το εξοφλήσει, και εφόσον η πρόθεσή της φαίνεται πως δεν είναι να το εξοφλήσει, αλλά να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των συμφωνιών της με τον Εφεσείοντα, όπως ισχυρίζεται πως πράττει δια υπεράσπισής της σε αγωγή που ήγειρε ο Εφεσείων για είσπραξη του χρέους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνω ότι, εάν παύσει να ισχύει το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο. Και στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice), που συνυπολογίζεται, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι, εάν διατηρηθεί το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης του Εφεσείοντος, θα επηρεαστούν με οποιονδήποτε τρόπο οι Εφεσίβλητοι, οι οποίοι απλά θα αναμένουν την απόφαση του Δικαστηρίου στην Έφεση, η εκδίκαση της οποίας γίνεται σε αναλόγως σύντομο χρόνο. Έναντι στην προοπτική τα πράγματα να μείνουν ως χρονίως ήταν, και ως έχουν και σήμερα (status quo) για τους Εφεσίβλητους, για ακόμα λίγο καιρό, μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης, τίθεται ο βέβαιος επηρεασμός του Εφεσείοντος από την μη έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος, που έχει τύχει και προηγουμένως περιγραφής. Για όσα έχουν εξηγηθεί, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 05.04.2021 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντος και εναντίον των Εφεσίβλητων 2 και 3, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας της Έφεσης. Η Έφεση ορίζεται για Ακρόαση (γραπτές αγορεύσεις) την 09.07.2021 ώρα 8:30 π.μ.. Τυχόν ένσταση των Εφεσίβλητων 1, 2 και 3 να καταχωριστεί μέχρι την 25.06.2021 ώρα 12:00μ., έξοδα στην πορεία. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [4] Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Βλ. και Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168. [7] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [8] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [11] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο