ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΙΣΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΦΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΛΤΔ ν. ORPHEUS LUXURY TRAVEL & TOURS LTD, Αρ. Αγωγής 3071/2014, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Παπαλλά Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3071/2014 Μεταξύ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΙΣΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΦΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΛΤΔ Ενάγοντες Και ORPHEUS LUXURY TRAVEL & TOURS LTD Εναγόμενοι Και
- ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ
- χχχχχχ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Τριτοδιάδικοι Ημερομηνία: 31/05/2021 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Μάρω Κονναρή για G.M Andronikou LLC Για Εναγόμενους - Καθ' ών η Αίτηση: M. Christofi & Co LLC Για Τριτοδιάδικους - Καθ' ων η Αίτηση: κος Χάρης Ανδρέου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην Αίτηση ημερομηνίας 10/02/2020) Εισαγωγή - Ιστορικό: Με την υπό κρίση αίτηση του ημερομηνίας 10/02/2020 οι Αιτητές αξιώνουν την έκδοση διατάγματος επαναφοράς (Reinstatement) της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, η οποία απορρίφθηκε στις 12/11/2018 από το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση, λόγω μη προώθησης. Ως προκύπτει λοιπόν από το φάκελο του Δικαστηρίου, το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καταχωρίστηκε την 09/07/2014, από δικηγορικό γραφείο άλλο από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί σήμερα τους Ενάγοντες - Αιτητές, και με αυτό οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων το ποσό των €1,667.50σεντ. Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους οι οποίοι και καταχώρησαν εμφάνιση μέσω των δικηγόρων τους στις 18/07/
- Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την Υπεράσπιση τους στις 18/11/2014 και στις 24/11/2014 καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση από τους Ενάγοντες. Στις 21/11/2014 δόθηκε άδεια για την έκδοση και επίδοση ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου και στις 23/04/2015 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από τους Τριτοδιαδίκους 1 και
- Ακολούθησε στις 04/09/2015 η καταχώρηση έκθεσης Απαίτησης από τους Εναγόμενους εναντίον των Τριτοδιαδίκων και στις 05/10/2015 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση των Τριτοδιαδίκων. Στις 14/10/2015 καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση των Τριτοδιαδίκων. Μετά που έλαβαν χώρα ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες. Στις 20/06/2018 ζητήθηκε χρόνος από τους τότε δικηγόρους των Εναγόντων έτσι ώστε να ειδοποιηθούν οι Ενάγοντες για την πρόθεση των τότε δικηγόρων τους να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση τους. Στις 03/07/2018, ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος από την πλευρά των δικηγόρων των Εναγόντων έτσι ώστε να προβούν στα δέοντα για ενημέρωση των Εναγόντων για την πρόθεση απόσυρσης τους. Στις 05/10/2018, το Δικαστήριο έδωσε άδεια στους δικηγόρους των Εναγόντων να αποσυρθούν. Ο Διευθυντής των Εναγόντων, χχχχχχχ Παπαστυλιανού, που ήταν παρών κατά την πιο πάνω ημερομηνία, συμφώνησε και ζήτησε χρόνο για να διορίσει νέο δικηγόρο. Η υπόθεση ορίστηκε στις 12/11/2018 για προγραμματισμό. Στις 12/11/2018 και την ώρα που το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης, εκ μέρους των Εναγόντων δεν υπήρξε καμιά εμφάνιση, παρά το γεγονός όπως φαίνεται ότι ήταν ενήμεροι για τη νέα ημερομηνία. Συνεπεία τούτου και αφού ζητήθηκε από τους Δικηγόρους των Εναγόμενων και των Τριτοδιαδίκων η απόρριψη της αγωγής με έξοδα, το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή λόγω μη προώθησης με τα έξοδα της αγωγής να επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ταυτόχρονα απορρίφθηκε και η διαδικασία Τριτοδιαδίκου τα έξοδα της οποίας επιδικάστηκαν υπέρ των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ένεκα της πιο πάνω εξέλιξης στις 08/05/2019, καταχωρήθηκε εκ μέρους των Τριτοδιαδίκων, Αίτηση για εξέταση, μεταξύ άλλων, της οικονομικής κατάστασης των Εναγόντων προς είσπραξη των δικηγορικών εξόδων τα οποία είχα προκύψει συνεπεία της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/11/
- Μετά την καταχώριση της πιο πάνω αναφερόμενης αίτησης από τους Τριτοδιάδικους, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση στις 10/02/
- Ακολούθησε μετά την επίδοση της Αίτησης, η καταχώρηση ένσταση στην αίτηση επαναφοράς, εκ μέρους τόσο των Τριτοδιάδικων όσο και ένσταση εκ μέρους των Εναγόμενων. Ακολούθως η αίτηση επαναφοράς ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις. Πριν από την ακρόαση και σε μια προσπάθεια για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης, δόθηκε περαιτέρω χρόνος ο οποίος δυστυχώς δεν επέφερε θετικό αποτέλεσμα. Συνεπεία τούτου την 17/05/2021 επιφυλάχθηκε απόφαση αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση μηνιαίων δόσεων η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους των Τριτοδιαδίκων, δεν έλαβε νέα ημερομηνία, μέχρι και την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει: Επανερχόμενος σε αυτήν καθ' αυτή την υπό κρίση αίτηση σημειώνεται ότι νομική βάση της απετέλεσαν οι πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.33, Θ.1, και 5, Δ.48 Θ.9, και Δ.
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση παρατίθενται στην Ένορκη Δήλωση του διευθυντή των Εναγόντων - Αιτητών, χχχχχχχ Παπαστυλιανού, η οποία και συνοδεύει την αίτηση. Σε αυτήν αναφέρει ότι:
- Είναι ο Διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας , γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση.
- Η ανωτέρω αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη εμφάνισης κατά την ημερομηνία και ώρα που ήταν ορισμένη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Είχε όπως αναφέρει την αντίληψη μετά από συζητήσεις με το Πρωτοκολλητείο ότι αφού η υπόθεση είχε αποσυρθεί στις 12/11/2018 τότε τελείωσε η υπόθεση και το έμαθε σε μεταγενέστερα ότι συνεχίζεται όταν του επιδόθηκε η αίτηση ημερομηνίας 08/05/2019 (μηνιαίων δόσεων) στις 28/08/2019 όπου και την προώθησε σε δικηγόρο, ο οποίος τον ενημέρωσε για την δυνατότητα της παρούσας αίτησης για επαναφορά της αγωγής.
- Η Επαναφορά της ως άνω αγωγής όπως αναφέρει είναι αναγκαία για να επιληφθεί το Δικαστήριο της εκκρεμούσης αίτησης για έκδοσης απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης της εναγόμενης και για να αποκατασταθεί η αδικία εις βάρος των Εναγόντων/Αιτητών.
- Ζητά την εύνοια του Δικαστηρίου και πιστεύει όπως αναφέρει ότι είναι ορθό και δίκαιον και προς το συμφέρον δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης όπως η ανωτέρω αγωγή επαναφερθεί. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει: Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση αντέδρασαν στην Αίτηση των Εναγόντων με την καταχώρηση ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης 11/02/2021 προβάλλοντας οκτώ λόγους ένστασης. Η ένσταση των Εναγόμενων - Καθ' ων η Αίτηση στηρίζεται επίσης στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ειδικότερα στις Δ.26 Θ.14 Δ.33 Θ.1 - 5, Δ.39 Θ.1,2,3, Δ.48, Ο.Θ.1 - 9, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή μετά την προβλεπόμενη προθεσμία , ήτοι 1 χρόνο και 3 μήνες μετά την απόφαση του Δικαστηρίου για απόρριψη της αγωγής.
- Καμιά επαρκής δικαιολογία προβάλλεται για την μη παρουσία των Εναγόντων κατά την δικάσιμο στις 12/11/
- Δεν έχει καταδειχθεί καλή αιτία αγωγής και/ή πιθανότητα επιτυχίας.
- Η Αίτηση δεν καταχωρήθηκε και/ή προωθήθηκε καλόπιστα και/ή εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς αφού το αίτημα επαναφοράς ήλθε στην επιφάνεια μόνο κατόπιν καταχώρησης αίτησης έρευνας από τους τριτοδιαδίκους.
- Η συμπεριφορά των Εναγόντων - Αιτητών δεικνύει καταφρόνηση της διαδικασίας και των δικαιωμάτων των διαδίκων.
- Η Αίτηση είναι ουσία και νόμο αβάσιμη.
- Δεν πληρούνται οι βασικές αρχές για επανάνοιγμα υπόθεσης
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει αναλήθειες και/ή δεν αποκαλύπτει τα πραγματικά γεγονότα. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση παρουσιάζονται στους ισχυρισμούς του κ. χχχχχχ Καυκαλιά ως τούτοι εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση και παρατίθενται σε σύνοψη αμέσως κατωτέρω. Είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί σήμερα τους Εναγόμενους και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε ένορκη δήλωση. Λαμβάνει γνώση από το Δικηγόρο που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση και δηλώνει ότι δεν έχει εμπλακεί στο χειρισμό της υπόθεσης. Στις 20/06/2018 που ήταν ορισμένη η παρούσα αγωγή για ακρόαση και οι τότε δικηγόροι των Εναγόντων ανέφεραν πως δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τους αξιωματούχους και/ή το διευθυντή αυτών με αποτέλεσμα ορισθεί η αγωγή για οδηγίες στις 03/07/
- Στις 03/07/2018 ζητήθηκε από τους δικηγόρους των Εναγόντων περαιτέρω χρόνος και η αγωγή ορίσθηκε ξανά για οδηγίες στις 05/10/2018 με σκοπό να αποσυρθούν. Στις 05/10/2018 οι δικηγόροι των Εναγόντων αποσύρθηκαν και ο διευθυντής τους ο οποίος ήταν παρών στο Δικαστήριο ζήτησε χρόνο για να διορίσει νέο δικηγόρο και η αγωγή ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 12/11/
- Κατά την ως άνω ημερομηνία κανένα πρόσωπο εμφανίστηκε εκ μέρους των Εναγόντων με συνέπεια το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή με έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Η συμπεριφορά όπως αναφέρει των Εναγόντων δείχνει περιφρόνηση και αδιαφορία προς το Δικαστήριο και τη διαδικασία. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ορθά απέρριψε την αγωγή λόγω μη προώθησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καμία επαρκής αιτιολογία δόθηκε για την παράλειψη των Εναγόντων να εμφανιστεί στις 12/11/
- Περαιτέρω δεν δόθηκαν επαρκείς λόγοι γιατί θα πρέπει να ανοιχθεί ξανά η αγωγή και θεωρεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν επιβάλλει επαναφορά της αγωγής, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία. Είναι όπως αναφέρει καλά καθιερωμένο πως μέτρα για επαναφορά αγωγής θα πρέπει να λαμβάνονται άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Οι Ενάγοντες όχι μόνο δεν έλαβαν έγκαιρα μέτρα για επανάνοιγμα της υπόθεσης, παρά μόνο έπραξαν τούτο όταν έλαβαν γνώση πως οι τριτοδιάδικοι θα διεκδικούσαν τα επιδικασθέντα έξοδα τους στην αγωγή. Είναι πασιφανές, όπως αναφέρει, πως η καταχώρησης αίτησης για επαναφορά 1 χρόνο και 3 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, δεν γίνεται με καλή τη πίστη και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης παρά αποτελεί εκ των ύστερων σκέψεις των αξιωματούχων των Εναγόντων. Δεν αποκαλύπτονται όπως αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα, αφού οι Εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει μέσω των δικηγόρων τους σημείωμα εμφάνισης στις 18/07/2014 και η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση και μετέπειτα για οδηγίες με μοναδικό σκοπό να αποσυρθούν οι τότε δικηγόροι των Εναγόντων και αυτοί με τη σειρά τους να διορίσουν νέους. Περαιτέρω και οι Tριτοδιάδικοι - Καθ' ων η Αίτηση επίσης αντέδρασαν στην Αίτηση των Εναγόντων αφού αυτή τους επιδόθηκε, με την καταχώρηση ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης 09/02/2021 προβάλλοντας επτά λόγους ένστασης. Η ένσταση των Τριτοδιάδικων - Καθ' ων η Αίτηση στηρίζεται επίσης επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ,48 Θ.1-9, στη Δ.33 Θ.1-5, στη Δ.26 Θ.14, στη Δ.64 , στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών καθώς και στην νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ειδικότερα στις Δ.26 Θ.14 Δ.33 Θ.1 - 5, Δ.39 Θ.1,2,3, Δ.48, Ο.Θ.1 - 9, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου καθώς επίσης και στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Ενώ οι Αιτητές δια του διευθυντή τους είχαν λάβει γνώση ότι η παρούσα αγωγή ήταν ορισμένη στις 12/11/2018, δεν προβάλλεται καμιά δικαιολογία για την παράληψη τους να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εν λόγω ημερομηνία.
- Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε ενώ παρήλθε κατά πολύ η προθεσμία των 15 ημερών και/ή υπήρξε αδικαιολόγητη ή/και υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ήτοι 1 χρόνο και 3 μήνες μετά την απόφαση του Δικαστηρίου για απόρριψη της αγωγής με έξοδα.
- Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει καλή αιτία αγωγής ή/και δεν έχουν προσκομίσει κανένα στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου για την ύπαρξη οποιασδήποτε πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη ή/και καταχρηστική ή/και επιχειρείται να εξυπηρετηθεί αλλότριος σκοπός ή/και οι Αιτητές δεν ενδιαφέρθηκαν για την επαναφορά της ως άνω αγωγής, παρά μόνο όταν η Αίτηση οικονομικής εξέτασης των Τριτοδιαδίκων/Καθ' ων η Αίτηση εναντίον τους ορίστηκε για Ακρόαση.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εμπεριέχει ασάφειες ή και/ή αναλήθειες.
- Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος επαναφοράς της Αγωγής καθότι η συμπεριφορά των Αιτητών καταδεικνύει εμφανή καταφρόνηση ή/και των δικαιωμάτων των τριτοδιαδίκων/Καθ' ων η Αίτηση.
- Η Αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη ή/και αποτελεί λανθασμένο δικονομικό μέτρο ή/και στηρίζεται σε ελλιπή ή/και λανθασμένη νομική βάση ή/και δεν υπάρχει το θεμέλιο για την άσκηση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση παρουσιάζονται στους ισχυρισμούς της χχχχχχχχχχχ Κεφαλωνίτη ως τούτοι εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση και παρατίθενται σε σύνοψη αμέσως κατωτέρω. Είναι δικηγόρος και εργάζεται στους δικηγόρους των τριτοδιαδίκων και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Αναφέρεται στο ιστορικό μέχρι την απόρριψη της αγωγής και αναφέρει συγκεκριμένα ότι στις 05/10/2018, οι δικηγόροι των Αιτητών αποσύρθηκαν και ο διευθυντής των Αιτητών, χχχχχχχ Παπαστυλιανού, ο οποίος ήταν παρών στο Δικαστήριο, ζήτησε επιπλέον χρόνο εκ μέρους των Αιτητών προκειμένου οι τελευταίοι, να διορίσουν νέο δικηγόρο και έτσι η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες την 12/11/
- Κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ήτοι στις 12/11/2018, δεν εμφανίστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους των Αιτητών και το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και των Καθ' ων η Αίτηση. Περαιτέρω αναφέρει ότι καμιά δικαιολογία δεν δίνεται για την παράληψη των Αιτητών να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την 12/11/
- Τόσο η Αγωγή όσο και η διαδικασία Τριτοδιαδίκου απορρίφθηκαν συνεπεία της αδιαφορίας των Αιτητών να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να προωθήσουν την Αγωγή τους. Η πλήρης αδιαφορία για την υπόθεση από τους Αιτητές συνεχίστηκε και μετά την απόρριψη της αγωγής. Συγκεκριμένα όπως αναφέρει μετά της έκδοση της απόφασης, οι Τριτοδιάδικοι καταχώρησαν αίτηση οικονομικής εξέτασης εναντίον των Αιτητών με σκοπό, μεταξύ άλλων, να εξεταστεί η οικονομική τους δυνατότητα να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους δια μηνιαίων δόσεων. Στις 07/10/2019 όταν οι Αιτητές εκπροσωπήθηκαν στην Αίτηση Έρευνας από δικηγόρο, εξέφρασαν, προς το δικηγόρο που εκπροσωπούσε τους Καθ' ων η Αίτηση, την πρόθεση τους να διευθετήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους, ήτοι δικηγορικών εξόδων των Καθ' ων η Αίτηση, με την καταβολή του εφάπαξ ποσού των €500=. Κατά την 19/11/2019, ήτοι μια μέρα πριν την εμφάνιση στην Αίτηση Έρευνας στις 20/11/2019, οι Αιτητές μέσω του δικηγόρου τους, σε συνέχεια των συζητήσεων προς διευθέτηση του εξ' αποφάσεως ποσού υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, απέστειλαν διάφορα έγγραφα σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση. Οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση το απόγευμα την 20/11/2019, απάντησαν πως θα ήταν δυνατή η διευθέτηση των εξόδων των Καθ' ων η Αίτηση δια την καταβολής του εφάπαξ ποσού των €500=, χωρίς όμως να λάβουν κάποια απάντηση ή επιβεβαίωση από τους Αιτητές ή τον δικηγόρο τους. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 4 σχετική αλληλογραφία. Κατά την εμφάνιση στην αίτηση έρευνας στις 10/02/2020, ο δικηγόρος των Αιτητών ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι είχε εκείνη την ημέρα καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση Επαναφοράς της Αγωγής ημερομηνίας 10/02/2020, η οποία θα πρέπει να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα. Υποστηρίζει ότι οι Αιτητές, στην υπό κρίση αίτηση, αδιαφόρησαν πλήρως για την Αγωγή που οι ίδιοι είχαν καταχωρήσει με αποτέλεσμα αυτή ορθά να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Στη συνέχεια οι Καθ' ων η Αίτηση - Τριτοδιάδικοι προχώρησαν με τα δέοντα διαβήματα για να εισπράξουν τα δικηγορικά τους έξοδα ως η απόφαση του Δικαστηρίου καταχωρώντας την Αίτηση έρευνας. Οι Αιτητές αφού πρώτα επιχείρησαν να διαπραγματευτούν διευθέτηση του χρέους, με αποτέλεσμα η αίτηση έρευνας να οριστεί για οδηγίες, στη συνέχεια άλλαξαν γνώμη καταχωρώντας την παρούσα Αίτηση την ημέρα που η Αίτηση Έρευνας εναντίον τους ήταν ορισμένη για Ακρόαση. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι αν οι Αιτητές πραγματικά ενδιαφέρονταν για την επαναφορά της αγωγής τους, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 12/11/2018, όφειλαν να λάβουν μέτρα αμέσως. Καμιά εξήγηση δεν παρέχεται από τους Αιτητές γιατί δεν προχώρησαν άμεσα στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης μετά την απόρριψη της Αγωγής τους κατά την 12/11/
- Η δε αναφορά του διευθυντή των Εναγόντων όπως υποστηρίζει, στην παράγραφο 3 της ένορκης του δήλωσης ότι «αφού η υπόθεση είχε αποσυρθεί στις 12/11/18 η υπόθεση είχε κλείσει» καταδεικνύει σαφώς ότι οι Αιτητές δεν ενδιαφέρθηκαν για την επαναφορά της αγωγής τους κατά τον κρίσιμο χρόνο, παρά μόνο πολύ αργότερα. Τονίζει ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε σχεδόν 8 μήνες μετά την επίδοση της Αίτηση Έρευνας προς τους Αιτητές και 1 ολόκληρο χρόνο και 3 μήνες μετά την απόρριψη της αγωγής. Είναι εμφανές όπως αναφέρει, ότι ο λόγος που παρατηρήθηκε τόση καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης είναι ότι οι Αιτητές σε κάποιο χρονικό διάστημα μετά την καταχώρηση της Αίτησης Έρευνας, άλλαξαν στρατηγική με σκοπό να αποτρέψουν την πληρωμή του οφειλόμενου εξ αποφάσεως ποσού προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Αναφέρει ότι δεν τηρούνται οι αρχές τις νομολογίας για να επιτύχει η αίτηση και υποστηρίζει ότι ενόψει του ότι η αγωγή απορρίφθηκε στην απουσία μόνο των Εναγόντων / Αιτητών, το ορθό δικονομικό διάβημα σε περίπτωση μη εμφάνισης ενός εκ των διαδίκων είναι η Αίτηση παραμερισμού της Απόφασης δυνάμει της Δ.
- Θ.5 και όχι η Αίτηση Επαναφοράς της αγωγής η οποία προνοείται από την Δ.33 Θ.
- Η προθεσμία για την καταχώρηση Αίτησης Παραμερισμού με βάση τη Δ.
- Θ5 λήγει με την πάροδο των 15 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση, η περίοδος των 15 ημερών έχει παρέλθει κατά πολύ και δεν ζητείται παράταση του χρόνου καταχώρησης της Αίτησης. Ακροαματική Διαδικασία - Οι Αγορεύσεις των συνηγόρων: Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης, οι πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε γραπτές αγορεύσεις. Ουδείς δε εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Στα πλαίσια των αγορεύσεων τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και των Ενστάσεων τόσο από πλευράς Εναγόμενων όσο και Τριτοδιαδίκων καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών ως περιέχονται στις αγορεύσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει σε επιχειρήματα, εισηγήσεις και θέσεις όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για την αιτιολόγηση της κατάληξης στην παρούσα. Νομική Πτυχή: Αναφορικά με την επαναφορά αγωγής συγκεκριμένες διατάξεις της Δ.33 θεσπίζουν μέτρα και προνοούν τον τρόπο και το μέσο επανόρθωσης αλλά και τις προθεσμίες εντός των οποίων τέτοια μέτρα πρέπει να λαμβάνονται, ώστε η απορριπτική απόφαση να παραμερίζεται και η αγωγή να επαναφέρεται και να ακούεται. Η Δ.33 Κ.1, ως μια από τις εν λόγω διατάξεις προνοεί τα ακόλουθα: «If on the day fixed for trial the parties do not appear when the trial is called on, upon proof that they (or the party at whose instance such day was fixed) had notice, the action υπόκειται σε απόρριψη and shall not subsequently be heard, unless upon application to the Court, the Court orders reinstatement of the action on the ground that it is equitable so to do in the circumstances of the case.» Σε μετάφραση: «Αν κατά την ημέραν ορισμού της ακρόασης οι διάδικοι δεν εμφανισθούν όταν πρόκειται να αρχίσει η ακρόαση, αφού αποδειχθεί, ότι οι διάδικοι (ή ο διάδικος που στην παρουσία του ορίστηκε η ακρόαση) είχαν ειδοποιηθεί, η αγωγή υπόκειται σε απόρριψη και επομένως δεν θα ακούεται, εκτός εάν κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο, το Δικαστήριο διατάξει επαναφορά της αγωγής για το λόγο ότι είναι δίκαιο ανάλογα με τις συνθήκες της υπόθεσης.» Η δε Δ.33 Κ.5 έχει ως εξής: «Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.» Σε μετάφραση: «Οιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την ακρόαση, μπορεί ανάλογα με την υπόθεση να παραμερισθή από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους, που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση.» Από το λεκτικό της Δ.33 Κ.1 προκύπτει σαφώς ότι αυτή τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου κανένας από τους διαδίκους δεν εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία της ακρόασης και λόγω της απουσίας τους, η αγωγή απορρίπτεται (βλ. επίσης Παναγίδης κ.ά. ν. Κουρούσιη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1583 και Κ. Λαουτάρης ν. Παγκύπριου Οδοντιατρικού Συλλόγου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1411). Αντίθετα η Δ.33 Κ.5 εφαρμόζεται στην περίπτωση που κατά την ημερομηνία ακρόασης λαμβάνεται απόφαση λόγω της μη εμφάνισης ενός εκ των διαδίκων. Περαιτέρω σε τέτοια περίπτωση η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης θα πρέπει να υποβληθεί εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της ακρόασης. Η εν λόγω προθεσμία είναι απόλυτη. Παραπέμπω προς τούτο στην υπόθεση Ann Claire Developments Ltd ν. Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ 537, όπου υποδείχθηκε ότι: ".η Δ.33 θ.5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διάδικους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι.» Σύμφωνα δε με την Δ.33 Κ.4 η μη εμφάνιση του ενάγοντα κατά την ημέρα της ακρόασης, κατόπιν απόδειξης ότι ο ενάγοντας έλαβε γνώση της εν λόγω ημερομηνίας, αποτελεί λόγο απόρριψης της αγωγής-απαίτησης του. Η επαναφορά της αγωγής ή ανταπαίτησης αναλόγως επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία είναι ευρεία (βλ. Evagorou ν. Christodoulou and another
(1982)1 C.L.R. 771). Τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου οριοθετούνται στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, όπου σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ' όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεση του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826). Γνώμονας λοιπόν για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι η εξισορρόπηση αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του (δικαίωμα ακροάσεως) και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο (άρθρο 30.2 του Συντάγματος)και για τελεσιδικία της απόφασης(Βλ. Phylactou ανωτέρω, Χαραλάμπους v. K & T. ANDREOU LTD κ.α.
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1296, Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Λουκαίδου v. Γερολέμου
(2000)1 A.A.Δ. 333). Στη Μουγής v. Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 έχουν επίσης λεχθεί σχετικά τα εξής : "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη v. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988). " » Περαιτέρω με δεδομένο ότι οι γενικές αρχές που ισχύουν και για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε ερήμην έχουν ανάλογη εφαρμογή και στις περιπτώσεις επαναφοράς αγωγής ή ανταπαίτησης κατ' αρχήν, θα πρέπει, από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση να προκύπτει αφ' ενός δικαιολογία για την παράλειψη της πλευράς του ενάγοντος ή του εναγομένου, αναλόγως, να εμφανισθεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο και αφ' ετέρου καλή αιτία της αγωγής ή της ανταπαίτησης αναλόγως (βλ. Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1800). Στοιχεία που καθιστούν μοιραία την τύχη αίτησης επαναφοράς είναι η αδιαφορία του διαδίκου ή διαγωγή που καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου (βλ. Παπανικολάου ανωτέρω). Η χωρίς αποχρώντα λόγο παράλειψη του διαδίκου να εμφανισθεί σε δικαστική διαδικασία που τον αφορά καθώς και η χωρίς αποχρώντα λόγο καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του δυνατόν να συνιστούν απόρροιες μιας περιφρονητικής στάσης απέναντι στο Δικαστήριο. Τέτοια στάση είναι ασυγχώρητη και όπου παρατηρείται το Δικαστήριο μπορεί, στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση ή να επαναφέρει την αγωγή (βλ. Milouca και Motor Trading Ltd ανωτέρω). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα επιχειρήσω να υπαγάγω σε αυτές αμέσως κατωτέρω την υπό κρίση υπόθεση σε συνάρτηση βεβαίως και με τους λόγους ένστασης που ηγέρθησαν. Σύμφωνα με τη Δ.33 Θ.1 αυτή εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εκείνες που κανένα από τα διάδικα μέρη δεν εμφανίζεται κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση και ως λέχθηκε στην Παπανικολάου (ανωτέρω) για τη πρόνοια του Θ.1 της Δ.33 δεν προβλέπεται προθεσμία. Στην υπό κρίση υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής η Δ.33 Θ.5 η οποία περιλαμβάνεται στη βάση της αίτησης της οποίας το γράμμα επιτάσσει όπως οιαδήποτε αίτηση καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για δίκη. Οι Ενάγοντες - Αιτητές στην υπό κρίση αίτηση δεν φαίνεται να έχουν πετύχει την έκδοση διατάγματος παράτασης καταχώρησης της υπό κρίση αίτηση με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να θεωρείται ως εκπρόθεσμη. Δεν θα πρέπει βεβαίως να διαλανθάνει την αντίληψη του Δικαστηρίου η θέση της Νομολογία που αναφέρει ότι το σε περίπτωση παράτασης χρόνου αίτησης επαναφοράς «δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από του να εξετάσει τους λόγους της καθυστέρησης και να αποφασίσει κατά πόσο αυτή η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη» ως τούτη εκφράστηκε στην Χαραλαμπίδης Θεμιστοκλής Σολωμού ν. Ιάκωβου Πέτρου και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 785 με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Bradshaw v. Warlow ([1886] 32 Ch. D. 403) όπου ως αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για επαναφορά παρά του γεγονότος ότι είχε εγκριθεί προηγουμένως παράταση χρόνου για την καταχώρηση της αίτησης πέραν του χρονικού ορίου που επετρέπετο από τους θεσμούς με «δικαιολογία ότι οι εφεσείοντες δεν έχουν δώσει λόγους για να τους επιδειχθεί η επιείκεια του Δικαστηρίου». Η κρίση συνεπώς της καθυστέρησης θα εξεταστεί υπό το πρίσμα του βαθμού επιμέλειας την οποία επέδειξε ο Αιτητής σε συσχετισμό με την ευχέρεια του να αντιδράσει στην απόφαση για απόρριψη της υπόθεσης του. Ως εκ τούτου εφόσον έχει παρέλθει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημέρα απόρριψης της Αγωγής και ούτε ο χρόνος παρατάθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου φαίνεται ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης ευσταθούν. Περαιτέρω το γεγονός ότι στο αιτητικό της ζητείται μόνο η επαναφορά (reinstatement) της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής χωρίς να ζητείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός της απόφασης του Δικαστηρίου για την απόρριψη της εν λόγω αγωγής κρίνω ότι τούτο από μόνο του εμπεριέχει και τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 12/11/2018 δια της επαναφοράς της αγωγής. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη θεωρώ θα συνιστούσε τυπολατρική προσέγγιση. Στην υπόθεση Mesolongitis v. Koutas
(1986)1 C.L.R. 161, λέχθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού να διατάξει επαναφορά απορριφθείσας αγωγής ενώ αργότερα, στη Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 1129, επισημάνθηκε πως οι πρόνοιες της Δ.33 κ.5 προσομοιάζουν απόλυτα με τις πρόνοιες των Δ.17 κ.10 και Δ.26 κ.14, οπότε καθοδήγηση δύναται να αντλείται και από αυθεντίες που σχετίζονται με τις άλλες αυτές διατάξεις. Εντός των πλαισίων αυτών κρίνεται σχετικό από την παλαιότερη Evagorou v. Kokos Christodoulou κ.α.
(1982)1 C.L.R. 771 το ακόλουθο απόσπασμα: «There is jurisdiction to set aside any judgment not founded on an appraisal of the merits of the case and revoke the prior exercise of the coersive power of the Court. This statement of the law is adopted in the White Book as accurately reflecting the practice of English Courts as respects applications for setting aside a judgment given by default. Reinstatement may be ordered upon such terms as the Court deems appropriate. (See Annual Practice (supra), p. 617). The power to reinstate may be invoked in every kind of action (Annual Practice (supra) p. 618).» Επιβεβαίωση των πιο πάνω συνιστούν και τα αναφερθέντα στην Ann-Clair Developments Ltd v. Κυριακίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 537: «Στην προκείμενη περίπτωση, η Δ.33 θ. 5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι.» Προκύπτει από τα πιο πάνω πως μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ουσίας το Δικαστήριο διατηρεί απεριόριστη εξουσία να ακυρώσει την απόφασή του ή να διατάξει επαναφορά της αγωγής υπό όρους τους οποίους θα κρίνει κατάλληλους, όπως προβλέπεται στη Δ.33 κ.
- Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι Ενάγοντες, μέσω του Διευθυντή τους είχαν δεόντως λάβει γνώση για τη δικάσιμο κατά την οποία ορίστηκε η υπόθεση τους ,σύμφωνα με το πρακτικό ημερομηνίας 05/10/2018, όπου τους δόθηκε χρόνο για να διορίσουν δικηγόρο, αφού οι προηγούμενοι δικηγόροι τους είχαν αποσυρθεί την ημερομηνία αυτή. Στις 12/11/2018 και σύμφωνα με το πρακτικό της ίδιας ημερομηνίας, δεν εμφανίστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο για λογαριασμό των Εναγόντων, παρά το ότι όπως προκύπτει ήταν ενήμεροι για την συγκεκριμένη ημερομηνία. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι Ενάγοντες έλαβαν ενημέρωση για την απορριπτική απόφαση ημερ. 12/11/
- Παραδέχεται (στην παράγραφο 3) ο διευθυντής των Εναγόντων πως ενημερώθηκε από το Πρωτοκολλητείο ότι όπως αναφέρει η αγωγή αποσύρθηκε στις 12/11/2018 και μεταγενέστερα ότι συνεχίζεται όταν του επιδόθηκε η αίτηση μηνιαίων δόσεων. Να σημειωθεί ότι όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου η αίτηση επαναφοράς καταχωρήθηκε στις 10/02/2020, δηλαδή έξι περίπου μήνες μετά την επίδοση της αίτηση έρευνας στο διευθυντή των Εναγόντων και 15 περίπου μήνες μετά την απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/11/
- Γεγονός όμως παραμένει πως οι Ενάγοντες, παρά την ενημέρωση τους που είχαν όπως παραδέχονται από τον Πρωτοκολλητή για την απόρριψη της αγωγής, αλλά και παράλληλα της ενημέρωσης που έλαβαν μέσω την αίτησης για οικονομική εξέταση για πληρωμή των εξόδων προς τους τριτοδιάδικους, παρέλειψαν να ενεργήσουν τάχιστα και εν πάση περιπτώσει να καταχωρίσουν την αίτησή τους εντός της 15ήμερης προθεσμίας που προβλέπεται από τους Θεσμούς. Οι συνήγοροι των Εναγόντων αποδίδουν την μη εμφάνιση τους στο ότι ο αντιπρόσωπος τους δεν είχε αντιληφθεί ότι η υπόθεση του ήταν ορισμένη στις 12/11/2018, πράγμα που όμως δεν προκύπτει ούτε από την μαρτυρία που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, ούτε και από το πρακτικό ημερομηνίας 05/10/
- Ούτε οι ισχυρισμοί για οικονομική αδυναμία μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο καθώς αυτοί είναι γενικοί και αόριστοι και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την μεγάλη καθυστέρηση η οποία διαπιστώνεται ότι υπήρξε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ούτε εδράζονται στην μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του. Ως προς την εισήγηση των συνηγόρων των Εναγόντων - Αιτητών, ότι το Δικαστήριο στη βάση της Δ.57 Θ.2 έχει την εξουσία να παρατείνει το χρόνο που ορίζεται από τους κανονισμούς εάν το κρίνει ορθό και δίκαιο, αναφέρω τα εξής: Στην Ann-Clair Developments Ltd (ανωτέρω), υπήρξε εισήγηση για απαλλαγή ή θεραπεία του εκπρόθεσμου παρόμοιας αίτησης πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε δεκτό με το εξής σκεπτικό: «Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω) και τις άλλες που αναφέρθηκαν δεν ήταν δυνατό να παρακαμφθεί το γεγονός ότι η αίτηση για παραμερισμό ήταν εκπρόθεσμη, κατ' επίκληση της Δ.
- Το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας, όπως παρατηρήθηκε και στην πιο πάνω υπόθεση, θα μπορούσε να ήταν σχετικός παράγοντας στο πλαίσιο αίτησης για παράταση της προθεσμίας. Θα σημειώναμε εδώ και την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Εvand Promotions κ.ά. ν. Frank Rutman
(1998)1 A.A.Δ. 2123 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για παράταση.» Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε οποιαδήποτε προσπάθεια για εξασφάλιση παράτασης για την υπό κρίση αίτηση. Εννοείται ότι υπάρχει η δυνατότητα την οποία παρέχει η Δ.57 κ.2 πλην όμως θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό προϋποθέτει ξεχωριστή αίτηση, όπως εξάλλου ρητώς προνοείται στη Δ.48 κ.8
(1)(qq), πράγμα το οποίο δεν ακολουθήθηκε εδώ. Θεωρώ σχετικά τα όσα λέχθηκαν στην Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945 και συγκεκριμένα τα εξής: «Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της*. ................................ Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση. ................................ Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.7. Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7 αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία η ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς.» Κατ' ανάλογο τρόπο και στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες - Αιτητές αγνόησαν την ορθή διαδικασία, υποστηρίζοντας απλά μέσω των δικηγόρων τους πως ο χρόνος ο οποίος απαιτήθηκε ήταν ουσιαστικά εύλογος και ότι δεν συνιστούσε αδικαιολόγητη αδιαφορία. Όπως όμως έχει ήδη σημειωθεί το πρόβλημα είχε ήδη εγερθεί ως λόγος ένστασης και σίγουρα δεν υπάρχει τρόπος διάσωσης της αίτησης η οποία είναι εκπρόθεσμη, υποκείμενη σε απόρριψη εξαιτίας του λόγου αυτού. Με άλλα λόγια, οι εξηγήσεις για την καθυστέρηση και την υπέρβαση της προθεσμίας θα είχαν σημασία μόνο σε περίπτωση κατά την οποία καταχωρείτο αίτηση προς εξασφάλιση παράτασης, πράγμα που για δικούς τους λόγους δεν έχουν επιλέξει οι Ενάγοντες - Αιτητές, παραγνωρίζοντας τις δικονομικές διατάξεις. Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης, θα πρέπει να προστεθεί πως και όσον αφορά την ουσία της η αίτηση επαναφοράς δεν θα είχε πιθανότητες επιτυχίας για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω. Με βάση τη Διάταξη 48 Θ.4
(2)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτός τροποποιήθηκε αλλά και την νομολογία η ακρόαση και κατ' επέκταση απόδειξη των αμφισβητούμενων θέσεων και ισχυρισμών του κάθε διαδίκου σε τέτοιες αιτήσεις, όπως η παρούσα, βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αλλά και σε μαρτυρία που δυνατό να προσφερθεί, είτε μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που δύναται να καταχωρηθούν μετά από αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, είτε μέσω αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα κατά την ακρόαση της αίτησης είτε με συνδυασμό αυτών ανάλογα βέβαια με το ποιος έχει την ευθύνη να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση αίτηση, το βάρος απόδειξης ότι θα πρέπει να εγκριθεί η επαναφορά της αγωγής για τους λόγους που οι Αιτητές θα έπρεπε να επικαλούνται, βρίσκεται στους ώμους των Αιτητών. Ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, διαπιστώνεται, ότι, οι Αιτητές απέτυχαν πλήρως να αποκαλύψουν εκ πρώτης όψεως ότι έχουν καλή απαίτηση. Καμία αναφορά δεν γίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση που να οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση. Κανένα στοιχείο δεν αποκαλύπτεται που να υποστηρίζει τις πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσης των Αιτητών κάτι που είχαν υποχρέωση να πράξουν σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία. Όπως προκύπτει από τη νομολογία οι Αιτητές οφείλουν να παραθέσουν τα γεγονότα που κατά τη θέση τους εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσουν για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλεστούν ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς έστω και αν οι Καθ'ων η Αίτηση διαψεύδουν τα γεγονότα δεν γεννιέται υποχρέωση των Αιτητών να αποδείξουν την αλήθεια τους. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκείται μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία και γεγονότα που να καταδεικνύουν μια καλή υπόθεση εκ μέρους των Αιτητών. Ήταν υποχρέωση των Αιτητών να παραθέσουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση στοιχεία και γεγονότα τέτοια που να αποκαλύπτεται μια καλή υπόθεση. Χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε στοιχείων το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να επανανοίξει την υπόθεση. Μια από τις κύριες προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι και η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης πράγμα που στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει γίνει με αποτέλεσμα να προδιαγράφεται και το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης που δεν μπορεί να είναι άλλο από την απόρριψη. Το ζήτημα της μη αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως καλής απαίτησης εγείρεται με την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, εν τούτοις, οι Αιτητές δεν έλαβαν οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο, με βάση τις πρόνοιες των σχετικών Κανονισμών. Ούτε βέβαια και μπορεί να προκύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση μόνο από το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης. Συνακόλουθα των πιο πάνω, ένεκα της έλλειψης οποιασδήποτε μαρτυρίας ως προς την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής υπόθεσης από μέρους των Αιτητών η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω, οι Αιτητές για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω παρέλειψαν να αποδείξουν σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο κατά την ημέρα και ώρα της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ των ως άνω κρίνω ότι η όλη στάση των Εναγόντων - Αιτητών αναφορικά με την υπόθεση τους και η ουσιαστικά χωρίς αποχρώντα λόγο παράλειψη τους να εμφανισθούν κατά την ημερομηνία που η υπόθεση τους ήταν ορισμένη ή έστω να δώσουν οδηγίες στους δικηγόρους τους να χειρισθούν την υπόθεση τους αλλά και η χωρίς αποχρώντα λόγο καθυστέρηση τους να αποταθούν για την επαναφορά της απαίτησης τους καταδεικνύουν πλήρη αδιαφορία και γενικά μια περιφρονητική στάση απέναντι στο Δικαστήριο. Η στάση αυτή κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου, σε περίπτωση που η παρούσα αίτηση δεν έπασχε για το λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω, στα πλαίσια άσκησης της σχετικής διακριτικής μου εξουσίας θα απέρριπτα το αίτημα για επαναφορά της απαίτησης των Εναγόντων για αυτό το λόγο. Υπό τις περιστάσεις η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............ (Υπ) Χρ. Παπαλλάς, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο