← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Αγωγή αρ. 2860/2020, 4/6/2021

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Αγωγή αρ. 2860/2020, 4/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2860/2020 Μεταξύ: XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγουσα και XXXX ΦΥΛΑΚΤΟΥ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 17.02.2021 από ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ημερομηνία: 04.06.2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΛΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 03.12.2020, η Ενάγουσα καταχώρισε αγωγή εναντίον του Εναγόμενου, με την οποία αξίωσε ποσό €65.000,00 πλέον τόκο, ως χρέος δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικής και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους ημερομηνίας 15.09.2018, πληρωτέου την 31.03.2019. Στο πλαίσιο της αγωγής της, καταχώρισε αίτηση με την οποία ζήτησε από το Δικαστήριο να απαγορεύσει τη μεταβίβαση του ακινήτου του Εναγόμενου με αριθμό εγγραφής XXXX, Φ./Σχ.XXXX, Τεμάχιο XXXX, Τμήμα XXXX, στην XXXX, στην Επαρχία Λεμεσού ή την αποξένωση ή επιβάρυνσή του, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Βάσει της μαρτυρίας που προσέφερε στο Δικαστήριο, τέτοια ενδιάμεση θεραπεία της δόθηκε την 03.12.2020, χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, και την 10.12.2020, που ήταν ορισμένα για επιστροφή τα προσωρινά διατάγματα, ενώ υπήρξε προσωπική επίδοση στον Εναγόμενο, ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε, με αποτέλεσμα αυτά να καταστούν απόλυτα. Στο μεταξύ, ο Εναγόμενος ούτε στη διαδικασία της αγωγής εμφανίστηκε καθόλου, ενώ και η Ενάγουσα δεν προώθησε μέχρι στιγμής περαιτέρω την αγωγή της. Η Αιτήτρια, τρίτο πρόσωπο, με την υπό εξέταση αίτησή της, που βασίζει μεταξύ άλλων στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και στην Δ.48.κ.8

(4)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), καθώς και στις αρχές της επιείκειας και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, παρεμβαίνει και ζητά από το Δικαστήριο να αναθεωρηθούν ή να τροποποιηθούν τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, στον βαθμό που επηρεάζουν τα συμφέροντά της. Η αίτησή της υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας XXXX, εξουσιοδοτημένης υπαλλήλου εταιρείας διαχείρισης και ρύθμισης χρεών προς την Αιτήτρια, η οποία ισχυρίζεται πως ο Εναγόμενος είναι χρεώστης της Αιτήτριας, και για την εξασφάλιση δανείου ύψους €231.000,00 που έλαβε, παραχώρησε υποθήκη επί του ακινήτου του αναφορικά με το οποίο εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα, της οποίας σήμερα επωφελείται η Αιτήτρια που ενεργοποίησε και διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, με ιδιωτικό πλειστηριασμό, δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65. Αφού είχαν σταλεί και οι σχετικές ειδοποιήσεις, ο πλειστηριασμός ορίστηκε την 23.12.2020, ωστόσο την προηγούμενη ημέρα του πλειστηριασμού, ο υπεύθυνος για τη διεξαγωγή του πληροφορήθηκε για την ύπαρξη των προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, με αποτέλεσμα τη μη πραγματοποίησή του. Η υποθήκη της Αιτήτριας είναι το πρώτο στη σειρά εμπράγματο βάρος, το ύψος του ενυπόθηκου χρέους είναι €489.461,21, και εάν διενεργούνταν ο πλειστηριασμός κανονικά, θα κάλυπτε περίπου το 90% του ενυπόθηκου χρέους. Η Αιτήτρια δεν είναι δυνατόν να αναμένει, να μην ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου. Η Αιτήτρια εγείρει και ζήτημα ότι δεν αποκλείεται η συμπαιγνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου ως προς το να εγείρει η Ενάγουσα τέτοια αγωγή και να αξιώσει προσωρινά διατάγματα, προκειμένου να εμποδίσουν τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. Γι' αυτό, ως επηρεαζόμενο πρόσωπο, θεωρεί ότι θα πρέπει να παρέμβει και να ζητήσει την αναθεώρηση των προσωρινών διαταγμάτων που την επηρεάζουν. Με ένσταση που καταχώρισε η Ενάγουσα, προβάλλει λόγους για τους οποίους θεωρεί πως η αίτηση δεν θα πρέπει να επιτύχει. Συνοπτικά, ισχυρίζεται πως αυτή είναι αβάσιμη, ότι η Αιτήτρια δεν αποτελεί αναγκαίο διάδικο στην αγωγή και δεν νομιμοποιείται να ζητά ακύρωση ή αναθεώρηση διαταγμάτων που δεν την αφορούν, το Δικαστήριο έχει εξετάσει ήδη τις προϋποθέσεις έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων, οι οποίες εξακολουθούν να συντρέχουν, και τυχόν ακύρωσή τους, κατ' επέκταση εκποίηση του ακινήτου του Εναγόμενου, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα. Τα κίνητρα της Αιτήτριας, κατά την Ενάγουσα, είναι αλλότρια, και η Αιτήτρια αποκρύπτει από το Δικαστήριο τα πράγματα ως έχουν. Η Ενάγουσα, στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την ένσταση, δεν αρνείται ότι το ακίνητο του οποίου ζήτησε τη δέσμευση είναι ενυπόθηκο, προς εξασφάλιση δανειακών υποχρεώσεων του Εναγόμενου, αλλά αγνοεί τις ενέργειες της Αιτήτριας για εκποίηση. Εντούτοις, παραδέχεται πως αναβλήθηκε κάποιος πλειστηριασμός, λόγω της ύπαρξης των προσωρινών διαταγμάτων. Αγνοεί τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασής της. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, δια γραπτών αγορεύσεων. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει λεχθεί. Οι διατάξεις που περιέχονται στη νομική βάση της αίτησης της Αιτήτριας επαρκούν για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξετάσει την αίτησή της. Η Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ δίδει το δικαίωμα σε μη διάδικο που επηρεάζεται από διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί τον παραμερισμό (set-aside) ή την τροποποίησή του, και το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει την εξουσία από την ίδια διαταγή για να παραμερίσει ή να τροποποιήσει το διάταγμα, εάν το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση είναι όντως επηρεαζόμενο (affected). Η Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ έχει απασχολήσει τη νομολογία[1]. Μέσα από τις νομολογιακές εφαρμογές της, και ειδικότερα την ερμηνεία που δόθηκε και στη Harzim, Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D552, Αίτηση 140/2016, ημερ.15.12.2016, δεν φαίνεται να αποκλείεται η εφαρμογή της και σε περίπτωση όπου ο αιτών δεν έχει μεν οποιονδήποτε συμφέρον να συνενωθεί ως διάδικος στην αγωγή, η οποία και εν προκειμένω αφορά σε χρέος μεταξύ δύο άλλων προσώπων, αλλά, και πάλι, επηρεάζεται από κάποιο διάταγμα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής χωρίς ειδοποίησή του, με το οποίο δεσμεύεται περιουσία που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής και επί της οποίας αντλεί δικαιώματα. Η Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ αναφέρεται σε οποιοδήποτε διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς. Αν και αναφέρεται κυρίως σε διατάγματα που εκδόθηκαν με βάση τη Δ.48,κ.8
(1)ΚΠΔ, που δεν συνιστά βάση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εφόσον υπάρχει μια ειδικότερη νομική βάση που περιβάλλεται και από περαιτέρω δικονομικές δυνατότητες και διευρυμένες δικαστικές εξουσίες, δεν είναι άσχετη διαταγή και για προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς με βάση τις διατάξεις των άρθρων 32 του Νόμου 14/1960 και 5 και 9 του Κεφ.6 και οριστικοποιήθηκε. Το τρίτο πρόσωπο θα μπορούσε, εξάλλου, να εμφανιστεί και κατά τη διαδικασία έκδοσης του προσωρινού διατάγματος, εάν λάμβανε γνώση της αίτησης, και παρεμβαίνοντας δια τέτοιας εμφάνισής του, να ζητήσει να ενστεί, επομένως το Δικαστήριο να εξέταζε σε εκείνο το στάδιο τυχόν επηρεασμό του. Η μόνη ουσιώδης προϋπόθεση της Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ είναι ο αιτών (τρίτος ή διάδικος) να αποδείξει ότι επηρεάζεται από το εκδοθέν διάταγμα, ότι είναι επηρεαζόμενο πρόσωπο (person affected by the order), ιδιότητα με την οποίαν αποκτά locus standi. Η παρέμβαση, όταν ο λόγος γίνεται για τη Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ, ασκείται μέσα από την ίδια τη χρήση της Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ, όχι με κάποιο ξεχωριστό δικονομικό διάβημα. Υπάρχει απλά μεγαλύτερο βάρος όταν ο αιτών θα πρέπει να αποδείξει και την ιδιότητα με την οποία αιτείται, μέσα από τη θεμελίωση του επηρεασμού του. Αίτηση που γίνεται με βάση τη Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ είναι αίτηση για παραμερισμό ή τροποποίηση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Πέρα από τις εξουσίες για παραμερισμό ή τροποποίηση, το Δικαστήριο έχει και εξουσία για ακύρωση οποιουδήποτε διατάγματος εκδίδει. Καταρχάς, το άρθρο 32 § 2 του Νόμου 14/1960, δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, σε οποιονδήποτε χρόνο, με την απόδειξη εύλογης αιτίας, να ακυρώσει ή να τροποποιήσει οποιοδήποτε διάταγμα εκδόθηκε με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, και τουλάχιστον το κείμενο του νόμου δεν περιορίζει ως προς τον δικονομικό τρόπο με τον οποίον θα εισαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η υπόθεση για να αποδειχθεί τέτοια εύλογη αιτία ή δια του οποίου το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει αυτή την εξουσία που του δίδει ο νόμος. Το άρθρο 9 § 3 του Κεφ. 6, ορίζει, επίσης, πως κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό, και κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά, και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. Πέραν, όμως, των νομοθετικών διατάξεων ή των διαδικαστικών κανονισμών, η εξουσία - και παράλληλα χρέος - του Δικαστηρίου να παραμερίζει ή ανάλογα να ακυρώνει διατάγματα ή αποφάσεις που εξέδωσε λόγω μη επίδοσης ή και κατά παράβαση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα ακρόασης προσώπου που επηρεάζεται από αυτά, είναι σύμφυτη σε αυτό τον ρόλο του, ως Δικαστήριο του δικαίου, και δεν χρειάζεται ειδική διάταξη νόμου ή διαδικαστικού κανονισμού. Τα διατάγματα που εκδίδονται με βάση τους ΚΠΔ δεσμεύουν συνήθως τους διαδίκους στην αγωγή (βλ. και Δ.48.κ.12 ΚΠΔ), εξ ου και η νομική βάση της Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ μπορεί να αντιμετωπίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις με μεγαλύτερη στενότητα, αλλά οι ενδιάμεσες θεραπείες που δίδονται στο πλαίσιο της αγωγής, με βάση τις διατάξεις των νόμων ή και τη νομολογία, είναι δυνατόν να δεσμεύουν τρίτα πρόσωπα και περιουσιακά στοιχεία που δεν είναι αντικείμενο στην αγωγή. Το Δικαστήριο, μέσα στο εύρος των δυνατοτήτων του, και κατά την έκδοση τέτοιων προσωρινών διαταγμάτων, θα μπορούσε να θέσει και το ίδιο κανόνες σε σχέση με τα διατάγματα που εκδίδει, να δώσει το ίδιο απευθείας δικαίωμα ακρόασης σε τρίτα πρόσωπα που τυχόν επηρεάζονται από την έκδοσή τους. Εάν δεν το έχει πράξει, δεν σημαίνει πως αποκλείεται η δυνατότητα ενός τρίτου προσώπου, που φέρεται ως επηρεαζόμενο, να αιτηθεί με άλλο δικονομικό όχημα, μεταξύ άλλων, την Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ, για να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τον επηρεασμό του, ή και τέτοια εύλογη αιτία, κατά το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, για ακύρωση ή αναθεώρηση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί πως η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τέτοιας φύσης, δεσμευτικών (freezing), τελεί μεταξύ άλλων και υπό την αρχή της ευελιξίας (flexibility) και της εγγενούς δυνατότητας προσαρμογής τους, αναλόγως του τρόπου που διαμορφώνονται τα δεδομένα κάθε φορά[2], ειδάλλως θα μπορούσαν να τύχουν χρησιμοποίησης και χρήσης για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους εκδίδονται ή να είναι ιδιαίτερα ζημιογόνα. Ποιος είναι ο νομικά σημαντικός επηρεασμός που δίδει και το δικαίωμα ακρόασης του τρίτου προσώπου είναι το πρωταρχικό κρίσιμο ζήτημα, και ερείδεται στα γεγονότα. Στη δικονομία γενικά και σε σχέση με τα ζητήματα ενεργητικής νομιμοποίησης είθισται ως «επηρεασμός» να εννοείται ο άμεσος και ουσιαστικός επηρεασμός. Τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 03.12.2020 και οριστικοποιήθηκαν την 10.12.2020, ως εκδόθηκαν, δεν απαγορεύουν μόνον την αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου από τον Εναγόμενο, αλλά και τη μεταβίβασή του από το Κτηματολόγιο ή και την πώλησή του από οποιοδήποτε πρόσωπο είναι δικαιούχος επί αυτού· δεσμεύουν το συγκεκριμένο ακίνητο ως ένα περιουσιακό στοιχείο του Εναγόμενου. Νοείται πως, με την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν έδωσε στην Ενάγουσα κάποιο δικαίωμα ικανοποίησης από το ακίνητο, εμπράγματο, το οποίο να βλάπτει τυχόν εμπράγματους πιστωτές που ασκούν τα δικαιώματά τους με βάση τους νόμους, τη νόμιμη σειρά τους. Εξέδωσε όμως τα διατάγματα και με βάση το άρθρο 5 του περί Κεφ.6, κατ' επέκταση με δυνατότητα σύστασης εμπράγματης απαγόρευσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 § 4 του Κεφ. 6, αλλά το άρθρο 12 και το Μέρος ΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος του Νόμου 9/1965. Προσωρινό διάταγμα που εκδίδεται με βάση το άρθρο 5 του Κεφ.6, αλλά και μονομερώς, με βάση το άρθρο 9 του Κεφ.6, θα πρέπει να επιδίδεται σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Τα πρόσωπα που έχουν εγγράψει τις απαιτήσεις τους επί του ιδίου ακινήτου, και δυνατόν, με την εμπράγματη απαγόρευση που θα συσταθεί με ένα τέτοιο διάταγμα που θα εγγραφεί στο Κτηματολόγιο αμέσως μετά την έκδοσή του και πριν από την οριστικοποίησή του, να εμποδιστούν στην εκτέλεση των εμπράγματων αξιώσεών τους, θα πρέπει να λαμβάνουν γνώση της διαδικασίας, για να ακούγονται. Εάν δεν λάβουν γνώση της διαδικασίας και δεν ακουστούν, δεν παύουν να είναι επηρεαζόμενα πρόσωπα, επειδή οριστικοποιήθηκαν τα προσωρινά διατάγματα. Η Αιτήτρια είναι ενυπόθηκος πιστωτής που επωφελείται εμπραγμάτως, πρώτη στη σειρά, από το ίδιο ακίνητο, και, όπως έχει αποδείξει στο Δικαστήριο, εφόσον και η μαρτυρία της έμεινε αναντίλεκτη, είχε επισπεύσει και πλειστηριασμό του, προς εκτέλεση νόμιμου δικαιώματός της. Ο πλειστηριασμός στον οποίον θεωρεί πως δικαιούται να προβεί με βάση τον νόμο ματαιώθηκε, επειδή η Αιτήτρια βρέθηκε αντιμέτωπη με τα προσωρινά διατάγματα που δέσμευσαν και το ακίνητο (αν και είναι άγνωστο εάν συστάθηκε και απαγόρευση με βάση τον Νόμο 9/1965) αλλά και την ίδια in personam, εφόσον, εκτός από το ότι είναι διατάγματα που εκδόθηκαν και με βάση το άρθρο 5 του Κεφ.6, απευθύνονται και σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο αντλεί δικαιώματα επί του ακινήτου, με σχετική οπισθογράφηση επί των διαταγμάτων. Με οποιονδήποτε τρόπο κι αν έλαβε γνώση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων η Αιτήτρια (με ετεροχρονισμένη επίδοση ή άλλως πώς), αντιπαραβάλλει, και καθόλου άδικα, το εμπράγματό της δικαίωμα και τη νομοθετημένη δυνατότητά της, να εκτελέσει την εξασφάλισή της. Υπό όλες τις συνθήκες που παρουσίασε στο Δικαστήριο, είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επηρεαζόμενο πρόσωπο, ο επηρεασμός της είναι άμεσος και ουσιαστικός, και εφόσον δεν ακούστηκε στη διαδικασία έκδοσης ή οριστικοποίησης των προσωρινών διαταγμάτων, σαφώς δικαιούται να ζητά από το Δικαστήριο, με την αίτησή της, την αναθεώρησή τους, κατόπιν της δικής της ακρόασης, και υπό το φως των όσων και η ίδια εκθέτει· όπως θα είχε και το δικαίωμα, εάν λάμβανε γνώση της διαδικασίας, να εμφανιστεί πριν από την έκδοση ή οριστικοποίηση των διαταγμάτων και να ακουστεί. Για να διασφαλίσει προφανώς ότι δεν θα παρεμποδιστεί η ικανοποίηση του εμπράγματου δικαιώματός της από οποιανδήποτε προσωπική απαίτηση της Ενάγουσας σε σχέση με την οποίαν είχε αιτηθεί ενδιάμεση θεραπεία. Τα γεγονότα που εξέθεσε στην ένορκη δήλωσή της η Αιτήτρια συνιστούν παράλληλα και εύλογη αιτία το Δικαστήριο να αναθεωρήσει τα προσωρινά διατάγματα που είχαν εκδοθεί την 03.12.2020 και οριστικοποιηθεί την 10.12.2020 στη δική της δικονομική απουσία, για να διαπιστώσει εάν αυτά θα πρέπει να ακυρωθούν ή να διατηρηθούν σε ισχύ με αυτήν ή με κάποια διαφοροποιημένη δεσμευτική εμβέλεια. Έπειτα, συνιστά και καθήκον του Δικαστηρίου να αναθεωρήσει τα προσωρινά αυτά διατάγματα, υπό αυτές τις περιστάσεις, και ασφαλώς να μην αγνοήσει τον επηρεασμό της Αιτήτριας, και κατ' επέκταση το δικαίωμα ακρόασής της. Για να αναθεωρήσει τα προσωρινά διατάγματα, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται τη δικονομική παρουσία του Εναγόμενου, ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί κατά την 10.12.2020, που εκείνα ήταν ορισμένα, για να ακουστεί. Επίδοση της αίτησης της Αιτήτριας στον Εναγόμενο θα έδιδε εκ νέου δικαίωμα ακρόασης στον Εναγόμενο επί της αίτησης της Ενάγουσας, ενώ ο ίδιος δεν το έχει ασκήσει. Η δικονομική απουσία του Εναγόμενου, επειδή αυτός δεν μπορεί να εντοπιστεί από την Αιτήτρια για σκοπούς επίδοσης, δεν μπορεί να στερήσει από την Αιτήτρια το δικαίωμα ακρόασής της. Με την ακρόαση της αίτησης της Αιτήτριας, δεν υπάρχει ενδεχόμενο θέσης του Εναγόμενου σε κάποια δυσμενέστερη θέση από αυτήν που διαμορφώνουν ήδη τα - προς το παρόν οριστικά γι' αυτόν - προσωρινά διατάγματα, στο πλαίσιο της διαφοράς του με την Ενάγουσα, ώστε να δημιουργείται εκ νέου ανάγκη ακρόασής του. Εάν ο Εναγόμενος επωφελείται από την ύπαρξη των προσωρινών διαταγμάτων, επειδή τα ίδια θα διατηρούσαν το ακίνητο στην ιδιοκτησία του και θα το προστάτευαν από τους εμπράγματους πιστωτές του, εκείνα δεν έχουν εκδοθεί βάσει δικού του αιτήματος ή συμφωνίας, και το γεγονός αυτό, από μόνο του, δεν του δίδει λόγο στην αίτηση της Αιτήτριας. Ούτε ευλόγως θα αναμένονταν ο Εναγόμενος να ενστεί στην αίτηση της Αιτήτριας ή να υποστηρίξει την προσπάθεια της Ενάγουσας να διατηρήσει την ενδιάμεση θεραπεία με αυτή την πλήρη δεσμευτική εμβέλεια, χωρίς αυτό να οδηγεί όντως στις υποψίες που διατύπωσε και η Αιτήτρια, συνδυάζοντας τη χρονική εγγύτητα της εξασφάλισης των προσωρινών διαταγμάτων με τη δημοπρασία του ακινήτου, και παράλληλα την αδυναμία εντοπισμού του Εναγόμενου από την ίδιαν, ενώ ο Εναγόμενος είχε εντοπιστεί από την Ενάγουσα για τις δικές της επιδόσεις, και έχοντας υπόψη και τη μη περαιτέρω προώθηση της αγωγής της Ενάγουσας μέχρι στιγμής. Στο πλαίσιο τέτοιας αναθεώρησης, πρώτα απ' όλα θα πρέπει να τύχει υπόμνησης πως, όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[3], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[4]. Περαιτέρω, όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[5]. Εάν η περίπτωση στην οποίαν εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα μονομερώς ήταν επείγουσα ή ειδική και εάν ο αιτών αποκάλυψε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου, είναι ζητήματα που εξετάζονται κατά προτεραιότητα, εφόσον μπορεί να καταστήσουν και αχρείαστη την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[6]. Υπάρχουν, επίσης, περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[7]. Κατά την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων την 03.12.2020 ή και κατά την οριστικοποίησή τους την 10.12.2020, δεν ήταν γνωστό στο Δικαστήριο ότι είναι υποθηκευμένο το ακίνητο στο οποίο αυτά αφορούν, ότι εκκρεμεί διαδικασία πλειστηριασμού του από τον πιστωτή στον οποίο παραχωρήθηκε η υποθήκη, και δη ότι επίκειται τέτοιος πλειστηριασμός. Απεναντίας, η πληροφόρηση που έλαβε το Δικαστήριο από την Ενάγουσα, στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας που συνόδευε την αίτησή της, ήταν ότι είχε πληροφορίες από συγγενικά πρόσωπα του Εναγόμενου, που θεώρησε ότι δεν πρέπει να κατονομάσει, ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος θα πωλούσε το ακίνητο, και μόλις το πωλούσε, θα εγκατέλειπε μόνιμα την Κυπριακή Δημοκρατία. Επί μιας τέτοιας πραγματικής εικόνας που έδωσε στο Δικαστήριο βάσισε και το αίτημά της να εκδοθούν τα προσωρινά διατάγματα μονομερώς, επειδή ήταν μια χρονικά επείγουσα, αλλά και ιδιαίτερη περίπτωση. Παρόλο που το Δικαστήριο, υπό αυτά τα δεδομένα, μπορούσε να αντλήσει εξουσία από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6 και να εξετάσει την αίτηση της Ενάγουσας χωρίς ειδοποίηση της άλλης πλευράς, εάν το Δικαστήριο γνώριζε και ότι πρόκειται για ήδη υποθηκευμένο ακίνητο προς όφελος άλλου προσώπου, αυτό το δεδομένο, από μόνο του, θα επιδρούσε ουσιωδώς στην κρίση του να εκδώσει τα προσωρινά διατάγματα αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο. Η υποθήκευση ενός ακινήτου είναι ουσιώδες γεγονός που διαφοροποιεί το νομικό του καθεστώς, και κατ' επέκταση και τις πραγματικές δυνατότητες. Η παραχώρηση του ακινήτου προς όφελος άλλου προσώπου και η δια νόμου απαγόρευση στον εγγεγραμμένο κύριο να το μεταβιβάσει, καθιστά πιθανότατα αχρείαστη την έκδοση προσωρινού διατάγματος, χωρίς να παρεμβάλουν άλλα πραγματικά δεδομένα, που να συνηγορούν υπέρ μιας τέτοιας αναγκαιότητας. Και το γεγονός ότι η Ενάγουσα, στην ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την ένστασή της στην αίτηση της Αιτήτριας, δεν δηλώνει άγνοια του γεγονότος της υποθήκευσης, αλλά παραδοχή του (παρότι δηλώνει άγνοια του επικείμενου πλειστηριασμού του από τον πιστωτή), σε συνάρτηση με το ότι η Ενάγουσα γνώριζε τα πλήρη στοιχεία εγγραφής του ακινήτου του Εναγόμενου, οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα γνώριζε ή όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει και περί της ύπαρξης της υποθήκευσης, και ότι εξασφάλισε τα προσωρινά διατάγματα έχοντας παραβεί το καθήκον της έναντι στο Δικαστήριο, για πλήρη και δέουσα αποκάλυψη. Συγκεκριμένα, απέκρυψε ενεργά από το Δικαστήριο ότι το ακίνητο του οποίου ζητούσε τη δέσμευση είναι υποθηκευμένο προς όφελος τρίτου προσώπου, και παρουσίασε στο Δικαστήριο την αντίθετη εικόνα, ότι ο Εναγόμενος θα αποξενώσει το (υποθηκευμένο) ακίνητο και θα φύγει εσπευσμένα από την Κύπρο, ώστε δεν θα υπήρχε και διαθέσιμη περιουσία για να ικανοποιηθεί η δική της απαίτηση για το χρέος του Εναγόμενου. Η παράβαση αυτού της του καθήκοντος, που λαμβάνει και μία διάσταση παραπλάνησης του Δικαστηρίου, επιδρά εξίσου δικαιοδοτικά, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει άλλην επιλογή από το να ακυρώσει άμεσα τα προσωρινά διατάγματα, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια. Ειδικότερα, με τη διαπίστωση, από το Δικαστήριο, της παράβασης του καθήκοντος της Ενάγουσας να αποκαλύψει στο Δικαστήριο την υποθήκευση του ακινήτου, εφόσον επιδρά δικαιοδοτικά, δεν χρειάζεται να προβεί στην επανεξέταση και των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Πέραν τούτου, όσα εξέθεσε η Αιτήτρια δια της αίτησής της, συνιστούν και εύλογη αιτία, με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων, εφόσον η διαφοροποίησή τους δεν θα είχε οποιοδήποτε νόημα. Τα προσωρινά διατάγματα αφορούν μόνον στο συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο είναι υποθηκευμένο στο όλο του προς όφελος της Αιτήτριας, και η Αιτήτρια, ως ο πρώτος ενυπόθηκος πιστωτής, έχει ήδη ασκήσει τα δικαιώματά της επί αυτού, τα οποία δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να παρεμποδίζει η Ενάγουσα, επειδή έχει μη εξασφαλισμένη απαίτηση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη, Εναγόμενου. Παρενθετικά, ακόμα κι αν το Δικαστήριο διαπίστωνε ότι καλώς εκδόθηκαν αυτά τα προσωρινά διατάγματα μονομερώς και δεν υπήρξε ούτε απόκρυψη από την Ενάγουσα, και προχωρούσε με την επανεξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων των άρθρων 32 του Νόμου 14/1960 και 5 του Κεφ.6, με ακρόαση και της Αιτήτριας, θα δέχονταν μεν πως η Ενάγουσα έχει ένα συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση εναντίον του Εναγόμενου και καλές πιθανότητες επιτυχίας εναντίον του, αλλά θα εμποδίζονταν στη διατήρηση της ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, λόγω του ότι ό,τι ζητά η Ενάγουσα από τον Εναγόμενο είναι αποζημίωση και με την διατήρηση σε ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων δεν διασφαλίζεται τέτοια αποζημίωση, λόγω της γνωστής πλέον ύπαρξης εμπράγματων απαιτήσεων άλλων πιστωτών, που εξαντλούν την αξία του περιουσιακού στοιχείου, και κατ' επέκταση επιδρούν στην αναγκαιότητα έκδοσης τέτοιων προσωρινών διαταγμάτων, για να διασφαλιστεί η απονομή της δικαιοσύνης. Ακόμα και στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice), εάν το Δικαστήριο προχωρούσε περαιτέρω και ενεργοποιούσε και αυτό τον μηχανισμό, δεν θα διατηρούσε σε ισχύ προσωρινά διατάγματα που λειτουργούν ως απαγόρευση στην άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων άλλων προσώπων, περιλαμβανομένης της Αιτήτριας. Ως εκ των ανωτέρω, επειδή δεν ευσταθεί οποιοσδήποτε εκ των λόγων ένστασης της Ενάγουσας, ο συνήγορος της οποίας εστίασε περισσότερο την αγόρευσή του στο δικαίωμα συνένωσης της Αιτήτριας ως διαδίκου στην αγωγή, με βάση την αίτηση της Αιτήτριας η οποία είναι επηρεαζόμενο πρόσωπο, και έπειτα από την αναθεώρηση της αίτησης και των προσωρινών διαταγμάτων που έγινε κατόπιν ακρόασης και της Αιτήτριας (για την οποία δεν χρειάζεται ξεχωριστό δικονομικό διάβημα της Αιτήτριας), εκδίδεται διάταγμα, με το οποίο τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 03.12.2020, και το διάταγμα οριστικοποίησής τους ημερομηνίας 10.12.2020, ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης της Αιτήτριας επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Heli-Air v. Drescher
(1988)1 Α.Α.Δ. 234, Κουή ν. Χριστοδούλου
(2010)1 Α.Α.Δ. 401, Brainpedia Holding Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1713, Harzim, Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D552, Αίτηση 140/2016, ημερ.15.12.
  1. [2] Derby & Co Ltd v. Weldon (Nos 3 and 4) [1989] 1 All ER 1002, CA, TSB Private Bank International SA v. Chabra [1992] 2 All ER 245, International Credit and Investment Co (Overseas) Ltd v. Adham [1998] BCC
  2. [3] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. [4] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [5] Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162. [7] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.