← Κύπρος

Smirnova ν. Λεμή, Αρ. Αγωγής: 2056/18, 19/3/2021

Smirnova ν. Λεμή, Αρ. Αγωγής: 2056/18, 19/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A93 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2056/18 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ή ΧΧΧΧ Smirnova, από την Ρωσία Ενάγουσα και ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Λεμή, από την Λεμεσό Εναγόμενος Ημερομηνία: 19.3.21 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κκ Αντώνης Ν. Λεμής & Σία Για την Ενάγουσα / Καθ' ης η αίτηση: κκ Yiannakis K. Thoma Law Firm LLC ------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 10.1.20 ο Εναγόμενος/Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση να δώσει ασφάλεια εξόδων ύψους Ευρώ 17.694,00 σεντ και διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου η Καθ' ης η αίτηση καταθέσει το πιο πάνω ποσό ως ασφάλεια και που να προνοεί ότι σε περίπτωση που δεν δοθεί η πιο πάνω ασφάλεια εντός του χρόνου που θα ορίσει το Δικαστήριο η αγωγή θα θεωρείται ως απορριφθείσα. Η υπό κρίση αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ιδίου του Αιτητή προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4

(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Θωμά, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση, δεόντως εξουσιοδοτημένου από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ο κύριος Θωμά προέβη στην ένορκο δήλωση γιατί η Καθ' ης η αίτηση αδυνατούσε να πράξει τούτο ούσα μόνιμη κάτοικος εξωτερικού. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η αίτηση με την αγόρευσή τους υποστήριξαν τις θέσεις της πελάτιδός τους. Ο Αιτητής δεν αγόρευσε. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι όπως φαίνεται από τον τίτλο της αγωγής η Καθ' ης η αίτηση κατάγεται και διαμένει στην Ρωσία. Δεν έχει περιουσία στην Κύπρο, κινητή ή ακίνητη, και σε περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί και η ανταπαίτηση του Αιτητή πετύχει ο Αιτητής θα αδυνατεί να ανακτήσει τα έξοδα. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι Ρωσίδα υπήκοος, πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει δίχως άλλο να απορριφθεί δυνάμει της Συνθήκης για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου η οποία υπογράφηκε μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών στις 19.1.1984 και κυρώθηκε με τον Νόμο 172/1986, από τώρα και στο εξής «η Συνθήκη» και του Πρωτοκόλλου για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών το οποίο υπεγράφη μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας στις 11.10.00 και το οποίο κυρώθηκε με τον Νόμο 34(ΙΙΙ)/01, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «το Πρωτόκολλο». Σύμφωνα με την Συνθήκη οι πολίτες των συμβαλλομένων μερών δεν µπορούν να διαταχθούν να παράσχουν εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει εγγυοδοσία σε σχέση με τα έξοδα της δίκης ρυθμίζεται από την Δ.60, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί του οποίου βασίζεται και η υπό κρίση αίτηση. Ο εν λόγω θεσμός προνοεί ως ακολούθως: «Ο Ενάγων (και σε σχέση με ανταπαίτηση, η οποία δεν έχει την φύση συμψηφισμού, ο Εναγόμενος) ο οποίος διαμένει συνήθως εκτός Κύπρου ή Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα παρόλο που μπορεί να διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ο θεσμός 1 της Διάταξης 60 είναι ταυτόσημος, με εξαίρεση, βεβαίως, της πρόνοιας για σύνηθη διαμονή σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον Αγγλικό θεσμό 6Α της Δ.65 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών και προσομοιάζει με τον Κανονισμό 185 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Ναυτοδικείου). Έτσι, τόσο οι Αγγλικές αποφάσεις επί του θέματος όσο και οι αποφάσεις του δικού μας Ναυτοδικείου είναι βοηθητικές στην ανάλυση των σχετικών αρχών. Το γεγονός και μόνο ότι ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού δεν δικαιολογεί αυτόματα την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. Το θέμα ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος «may» (δύναται) που απαντά στον θεσμό 1 της Διάταξης 60, η οποία ασκείται δικαστικά (Βλ. Abdula Ahmad Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 ΑΑΔ 434 Union De Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences v. Apak Agro Industries Ltd και άλλοι (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1170 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, σελίδες 384-385). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων είναι ευρύτατη, γιατί οι θεσμοί δεν καθορίζουν τα κριτήρια για την άσκησή της. Αξιοσημείωτη επί του προκειμένου είναι η ανάπτυξη του θέματος από τον Λόρδο Wright στην Evans v. Bartlam
(1934)2 All E R 646, 655: «I see no reason to interfere with the judge´s order. The respondent´s counsel in my judgment has entirely failed to satisfy the onus of showing that the judge was wrong. Order 27, r.15, gives a discretion untramelled in terms: it does not even require an affidavit as a condition and the discretion may be exercised on any proper material, though in practice an affidavit is generally required. To quote again from Bowen L.J. in Gardner v. Jay
(1885)29 Ch. C. 50 at 58: "When a tribunal is invested by Act of Parliament or by rules with a discretion, without any indication in the Act or rules of the grounds upon which the discretion is to be exercised, it is a mistake to lay down any rules with a view of indicating the particular grooves in which the discretion should run, for if the Act or the rules did not fetter the discretion of the judge why should the court do so?". Similarly it has been held by the Court of Appeal in Hope v. Great Western Railway Co.
(1937)1 All E.R. 625, that the discretion to grant or refuse a jury in King´s Bench cases is in truth, as it is in terms, unfettered. It is, however, often convenient in practice to lay down, not rules of law, but some general indications, to help the court in exercising the discretion, though in matters of discretion no one case can be an authority for another. As Kay, L.J., said in Jenkins v. Bushby
(1981)1 Ch. 484 at 495, "the court cannot be bound by a previous decision, to exercise its discretion in a particular way, because that would be in effect putting an end to the discretion". A discretion necessarily involves a latitude of individual choice according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae once the facts are ascertained». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν βλέπω κανένα λόγο να επέμβω στο διάταγμα του Δικαστή. Ο συνήγορος του εφεσίβλητου κατά την κρίση μου έχει εντελώς αποτύχει να αποδείξει, ότι ο Δικαστής έσφαλε. Η Διάταξη 27, θεσμός 15 παρέχει απεριόριστη διακριτική εξουσία. Δεν απαιτείται καν ένορκος δήλωση ως προϋπόθεση και η διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) δύναται να ασκηθεί στην βάση οιουδήποτε κατάλληλου υλικού, παρόλο που στην πρακτική απαιτείται, γενικά, ένορκος δήλωση. Παραθέτοντας για άλλη μια φορά τα λόγια του Bowen L.J. στην Gardner v. Jay
(1885)29 Ch. C. 50 at 58: "Όταν παρέχεται σε δικαστήριο διακριτική εξουσία από νόμο της Βουλής ή από κανονισμούς χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη στον νόμο ή τους κανονισμούς των αρχών επί των οποίων η εξουσία (αυτή) ασκείται είναι σφάλμα να δημιουργούνται κανόνες που να υποδεικνύουν συγκεκριμένα στεγανά εντός των οποίων θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια (του Δικαστηρίου) καθότι αν ο νόμος ή οι κανονισμοί δεν περιορίζουν την εξουσία (του Δικαστηρίου) γιατί να κάνει κάτι τέτοιο το Δικαστήριο;". Ομοίως, έχει αποφασισθεί από το Εφετείο στην Hope v. Great Western Railway Co.
(1937)1 All E.R. 625, ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αρνηθεί ή να διατάξει ασφάλεια σε υποθέσεις του King´s Bench είναι, στ' αλήθεια, απεριόριστη. Είναι, όμως, συχνά βολικό στην πρακτική να παρατίθενται, όχι κανόνες δικαίου, αλλά κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, παρόλο που στις περιπτώσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας (του Δικαστηρίου) καμία υπόθεση δεν μπορεί να αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο για την άλλη. Όπως είπε ο Kay, L.J. στην Jenkins v. Bushby
(1981)1 Ch. 484 at 495 "το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεσμευτεί από προηγούμενη απόφαση στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διότι κάτι τέτοιο θα έθετε τέρμα στην εξουσία του". Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει απαραίτητα ευρύτητα ατομικής επιλογής στην βάση των ιδιαίτερων περιστατικών και διαφέρει από μια υπόθεση όπου η απόφαση ακολουθεί με την διακρίβωση των γεγονότων ως εκ δικαιώματος». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει σε ακόμη δύο Αγγλικές αποφάσεις. Στην υπόθεση Kohn v. Rinson & Stafford Ltd
(1947)2 All E R 839 ο Δικαστής Denning με την λιτότητα και πυκνότητα του λόγου που τον χαρακτηρίζει ανέφερε σχετικά: «The law on the matter is plain, that it is in the discretion of the court to order security for costs, but it does so as a matter of course when a plaintiff is out of the jurisdiction and there are no assets of the plaintiff which can be reached within the jurisdiction, the reason being that if a judgment is thereafter obtained by the defendant against the plaintiff for costs such an order cannot be enforced by the direct process of the English court». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το δίκαιο επί του ζητήματος είναι απλό, ότι, δηλαδή, επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει ασφάλεια εξόδων, αλλά κατά την σύνηθη πορεία διατάσσεται ασφάλεια όταν ο ενάγων είναι εκτός δικαιοδοσίας και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας. Ο λόγος είναι γιατί αν αργότερα εξασφαλισθεί από τον εναγόμενο εναντίον του ενάγοντα απόφαση για έξοδα μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να εκτελεσθεί με την απευθείας διαδικασία του αγγλικού δικαστηρίου». Είναι, επίσης, αξιοπρόσεχτη η αντιμετώπιση στην πολύ μεταγενέστερη υπόθεση Porzelack (KG) v. Porzelack (U.K.) Ltd
(1987)1 All E R 1074 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα (στην σελίδα 1077): « . it seems to me that I have an entirely general discretion either to award or refuse security, having regard to all the circumstances of the case. However, it is clear on the authorities that, if other matters are equal, it is normally just to exercise that discretion by ordering security against a non-resident plaintiff. The question is what, in all the circumstances of the case, is the just answer». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μου φαίνεται ότι έχω μια εντελώς ευρεία διακριτική εξουσία να αρνηθώ ή να διατάξω ασφάλεια εξόδων λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Όμως, είναι ξεκάθαρο από την νομολογία, ότι αν οι άλλοι παράγοντες ισοζυγίζονται είναι συνήθως δίκαιο όπως η διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) ασκείται με την έκδοση διαταγής για ασφάλεια εξόδων εναντίον ενός ενάγοντα εκτός δικαιοδοσίας. Το ερώτημα είναι ποιο είναι το δίκαιο σύμφωνα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Ο σκοπός της παροχής ασφάλειας εξόδων και η φύση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίσθηκαν ως ακολούθως από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στυλιανίδη στην υπόθεση Standard Fruit Co (Bermuda) Ltd v. Gold Seal Ship Co Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 121: «Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδα του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης. Η εξουσία που απονέμεται στο Δικαστήριο με τον Κανονισμό αυτό δεν είναι δέσμια, αλλά διακριτικής φύσεως. Η διακριτική αυτή εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο δικαστικά, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι στο παρελθόν η συνήθης πρακτική ήταν να εκδίδεται διαταγή ασφάλειας εξόδων όταν ο ενάγων ήταν κάτοικος εξωτερικού. Η άκαμπτος αυτή πρακτική, όμως, δεν είναι σύμφωνη ούτε με το γράμμα, ούτε με το πνεύμα του Κανονισμού . Όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο, το Δικαστήριο αποκλίνει στην έκδοση του διατάγματος, εκτός εάν τα περιστατικά της υπόθεσης υποστηρίζουν ότι είναι δίκαιο να μην εκδοθεί τέτοιο διάταγμα.». Στην υπόθεση Hesham Enterprises v. The Ship «Rami»
(1978)1 CLR 195 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Τριανταφυλλίδης υιοθετώντας την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Aeronave SPA v. Westland Charters Ltd
(1971)3 All E R 531 ανέφερε τα ακόλουθα: «.although it is not an inflexible rule that, but a matter of discretion whether, a foreign plaintiff should be ordered to provide security for costs, it is the usual practice to order so if the justice of the case demands it». Σε ελεύθερη μετάφραση: «. παρόλο που δεν είναι άκαμπτος ο κανόνας αλλά επαφίεται στην διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) αν ένας αλλοδαπός ενάγων θα πρέπει να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια εξόδων η συνήθης πρακτική είναι να διατάσσεται ασφάλεια εξόδων αν το δίκαιο της υπόθεσης το απαιτεί». Τέλος, στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 633 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πογιατζής, αφού ανασκόπησε την νομολογία συνόψισε όλα τα δεδομένα ως ακολούθως στις σελίδες 637-638: «Από την μελέτη των πιο πάνω αυθεντιών προκύπτει το συμπέρασμα ότι αν και ο άκαμπτος κανόνας όπως διατυπώθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Lopes το 1894 στην υπόθεση Crozat v. Brogden
(1894)2 Q.B. 30, σύμφωνα με τον οποίο ο εναγόμενος δικαιούται σε ασφάλεια των εξόδων του οποτεδήποτε ενάγεται από αλλοδαπό ενάγοντα, έπαυσε να εφαρμόζεται, το Δικαστήριο συνήθως αποκλίνει υπέρ της έκδοσης διαταγής για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγομένου αν ο ενάγων είναι αλλοδαπός και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο δυνάμενα να εκποιηθούν για την κάλυψη των εξόδων του εναγομένου, εκτός αν ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούν άδικη την έκδοση τέτοιας διαταγής. Είναι, εντούτοις, πολύ καθαρό ότι η έκδοση της αιτούμενης διαταγής είναι πάντοτε προϊόν άσκησης διακριτικής και όχι δέσμιας εξουσίας από το Δικαστήριο». Όπως εξάγεται τόσο από το λεκτικό του θεσμού 1 της Διαταγής 60 όσο και από την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε η διακρίβωση του θέματος της συνήθους διαμονής του ενάγοντα είναι το θεμέλιο και η βασική προκείμενη ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει δικαιοδοσία στην βάση της Διάταξης αυτής. Ο Αιτητής βασίζει την υπό κρίση αίτηση στο ότι η Καθ' ης η αίτηση διαμένει μόνιμα στην Ρωσία. Η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση δεν φαίνεται να αρνείται την πιο πάνω θέση. Θέση της, μεταξύ άλλων, είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι μόνιμη κάτοικος εξωτερικού. Πλέον δε σημαντικό δε για την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι Ρωσίδα υπήκοος και πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στην υπόθεση Romir Monitoring v. MB Romir Holdings Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 106 αντικείμενο της έφεσης ήταν διάταγμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το οποίο η εφεσείουσα/ενάγουσα είχε διαταχθεί να παραχωρήσει ασφάλεια εξόδων στην εφεσίβλητη/εναγόμενη. Η εφεσείουσα σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ήταν εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα την Ρωσία και η εφεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στηριζόμενο στην υπόθεση Studland Holdings Limited κ.α. v. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1809 θεώρησε ότι η Συνθήκη έπαυσε να ισχύει και υιοθέτησε τους λόγους που διατυπώθηκαν γι' αυτό στην Studland ανωτέρω. Οι λόγοι ήταν δύο. Πρώτο, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 και η διάσπασή της σε ανεξάρτητα κράτη και, δεύτερο, δεν είχε τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η Συνθήκη είχε ανανεωθεί. Η χρονική ισχύς της Συνθήκης ήταν αρχικά μια πενταετία από της έναρξης της ισχύος της. Ξενίζει, πάντως, το ότι στην Studland έγινε αναφορά σε ανάγκη για απόδειξη ανανέωσης της Συνθήκης. Η παράγραφος 1 του άρθρου 58 της Συνθήκης προνοεί ότι η Συνθήκη θα παραµείνει σε ισχύ για µια πενταετία η οποία αρχίζει από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος της. Η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου προνοεί ότι η Συνθήκη θα παραµείνει σε ισχύ για διαδοχικές πενταετίες εφόσον κανένα από τα Συµβαλλόµενα Μέρη δεν καταγγείλει αυτή µε επίδοση σχετικής διακοίνωσης στο άλλο Συµβαλλόµενο Μέρος έξι µήνες πριν από την ηµεροµηνία εκπνοής της τρέχουσας πενταετίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τα γεγονότα στην Studland ήταν διαφορετικά από ότι στην Romir αφού το μόνο μαρτυρικό υλικό που παρουσιάσθηκε στην πρώτη υπόθεση ήταν η Συνθήκη. Στην Romir η εφεσείουσα θέλοντας να καλύψει το μαρτυρικό κενό που διαπιστώθηκε στη Studland προσκόμισε κατ' εφαρμογή του Περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμου του 2002, Ν. 103(Ι)/02, πιστοποιητικό του Υπουργού Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας το οποίο πιστοποιούσε ότι η Συνθήκη συνέχιζε να «ισχύει μέχρι σήμερα και δεσμεύει τη Ρωσική Ομοσπονδία (ως διάδοχο κράτος της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.), η οποία μετά τη διάλυσή της Ε.Σ.Σ.Δ. θεωρείται ως το συμβαλλόμενο μέρος». Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι το πιο πάνω πιστοποιητικό δεν είχε αμφισβητηθεί από την πλευρά της εφεσίβλητης είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε με την αντεξέταση του προσώπου που είχε ορκισθεί την ένορκη δήλωση επί της οποίας αυτό επισυναπτόταν ως τεκμήριο και, επομένως, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση και μόνο των ενόρκων δηλώσεων. Το πιστοποιητικό, ως μέρος των γεγονότων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίθηκε από το Εφετείο ότι αποτελούσε εκ πρώτης όψεως απόδειξη ή μαχητό τεκμήριο για το περιεχόμενό του και δεν αποτελούσε απλώς θέμα γνώμης του αρμοδίου Λειτουργού όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε. Εφόσον δε το περιεχόμενο του δεν αμφισβητήθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να το είχε δεχθεί. Επισημάνθηκε, επίσης, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο σε άλλες υποθέσεις, όχι λίγες, θεώρησε ότι η Συνθήκη συνέχιζε να ισχύει. Ενδεικτικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 3)
(1995)1 ΑΑΔ 362, Vladimir Petrov
(1996)1 AAΔ 535 και Ivanov Igor Borisovich
(2000)1 AAΔ 1899. Εν τέλει αφ' ης στιγμής η Συνθήκη θεωρήθηκε ότι εξακολουθούσε να ισχύει η έφεση έπρεπε να πετύχει αφού «το Άρθρο 17 δεν επιτρέπει την έκδοση διατάγματος για παροχή εγγύησης για τα δικαστικά έξοδα, εναντίον πολιτών των συμβαλλομένων μερών». Από την υπόθεση Romir Monitoring v. MB Romir Holdings Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 106 προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η διάλυση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης δεν αποτελεί εμπόδιο για να ισχύει η Συνθήκη. Κάτι που προνοείται, άλλωστε, ρητά και στο Πρωτόκολλο το οποίο διατήρησε σε ισχύ την Συνθήκη μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας. Το Πρωτόκολλο διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εξής: Η Κυβέρνηση της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας και η Κυβέρνηση της Ρωσικής Οµοσπονδίας, στο εξής αναφερόµενες ως «Μέρη», µε αφετηρία το γεγονός ότι η Ρωσική Οµοσπονδία είναι διάδοχο κράτος της ΕΣΣ∆ και µε αυτή την ιδιότητα συνεχίζει να εφαρµόζει δικαιώµατα και υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες στις οποίες η ΕΣΣ∆ ήταν Συµβαλλόµενο Μέρος, έχοντας πεισθεί ότι οι υφιστάµενες διµερείς συνθήκες προωθούν την ενίσχυση της συνεργασίας µεταξύ της Κύπρου και της Ρωσίας, επιθυµώντας περαιτέρω ανάπτυξη στη νοµική βάση των διµερών σχέσεων σε όλους τους τοµείς, καθοδηγούµενες από την επιθυµία να ορίσουν επακριβώς την υφιστάµενη νοµική βάση των συνθηκών µεταξύ της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας και της ΕΣΣ∆, έχουν συµφωνήσει ως ακολούθως: .................................. Άρθρο 2 Οι ακόλουθες συνθήκες µεταξύ της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας και της Ρωσικής Οµοσπονδίας συνεχίζουν να ισχύουν µέχρι να τεθούν σε ισχύ καινούργιες συνθήκες τις οποίες τα Μέρη έχουν συνάψει ή πρόκειται να συνάψουν ή µέχρι να διευθετηθούν διαφορετικά οι σχέσεις τους στους αντίστοιχους τοµείς: .................................... 4. Συνθήκη µεταξύ της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας και της Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών ∆ηµοκρατιών περί Νοµικής Βοήθειας σε Αστικά και Ποινικά θέµατα. 19 Ιανουαρίου 1984». Σύμφωνα με το άρθρο 17 της Συνθήκης το οποίο φέρει τον τίτλο «Απαλλαγή από Εγγυοδοσία έναντι των Δικαστικών Εξόδων» η Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να διαταχθεί να παράσχει εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα ούσα πολίτης της Ρώσικης Ομοσπονδίας. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «Οι πολίτες ενός Συµβαλλόµενου Μέρους, οι οποίοι εµφανίζονται ενώπιον των δικαστηρίων του άλλου Συµβαλλόµενου Μέρους, δεν µπορούν να διαταχθούν να παράσχουν εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα αποκλειστικά για το λόγο ότι είναι αλλοδαποί ή ότι δεν έχουν τη µόνιµη ή προσωρινή διαµονή τους στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους ενώπιον των δικαστηρίων του οποίου εμφανίζονται». Δεν θα συμφωνήσω με την θέση που διατυπώνεται στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του Αιτητή ότι έχει σημασία για σκοπούς απόδειξης το ότι ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του κύριου Θωμά ότι η Συνθήκη εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί απόδειξη για το ζητούμενο καθότι ο κύριος Θωμά δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο για να αποδείξει τούτο. Στην ουσία ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί την γνώμη του κύριου Θωμά, και σύμφωνα με τους κανόνες της απόδειξης η μαρτυρία γνώμης δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Δεν είναι η κρινόμενη περίπτωση όπως την Romir στην οποία παρουσιάσθηκε πιστοποιητικό του Υπουργού Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας το οποίο πιστοποιούσε ότι η Συνθήκη βρισκόταν σε ισχύ και το οποίο ως το Εφετείο έκρινε αποτελούσε εκ πρώτης όψεως απόδειξη για το περιεχόμενό του οπότε η μη αμφισβήτησή του από την άλλη πλευρά είχε την σημασία της για σκοπούς απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής δεν ήταν υποχρεωμένος να αμφισβητήσει τον υπό συζήτηση ισχυρισμό του κύριου Θωμά αφ' ης στιγμής αυτός δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία ή εκ πρώτης όψεως απόδειξη για το ζητούμενο. Δεν είναι, όμως, γιατί ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε τον υπό συζήτηση ισχυρισμό του κύριου Θωμά που θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί. Είναι γιατί ο Αιτητής είχε το βάρος να αποδείξει ότι η Συνθήκη δεν ίσχυε κατά την ημέρα υποβολής της υπό κρίση αίτησης και σύμφωνα με το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου ότι δεν τέθηκε σε ισχύ οποιαδήποτε άλλη καινούργια Συνθήκη εις αντικατάστασή της και ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος αυτό. Ο Αιτητής για να δώσει έρεισμα στην αίτηση του επικαλείται την συνήθη διαμονή της Καθ' ης η αίτηση σε χώρα εκτός Κύπρου και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα στην Ρωσία. Αφ' ης στιγμής η Συνθήκη προνοεί ότι οι Ρώσοι πολίτες δεν διατάσσονται να δώσουν ασφάλεια εξόδων όφειλε ο Αιτητής για να έχει έρεισμα η αίτησή του να αποδείξει ότι η Συνθήκη δεν ισχύει σήμερα. Κάτι τέτοιο, όμως, όχι μόνο δεν το απέδειξε αλλά δεν επιχείρησε καν να το αποδείξει. Αφ' ης στιγμής ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι η Συνθήκη έπαυσε να ισχύει, αυτή, θεωρείται ότι ισχύει δυνάμει της Συνθήκης και του Πρωτοκόλλου. Το Άρθρο 17 της Συνθήκης δεν επιτρέπει την έκδοση διατάγματος για παροχή εγγύησης για τα δικαστικά έξοδα εναντίον πολιτών των συμβαλλομένων μερών. Επομένως οι πρώτοι δύο λόγοι ένστασης ευσταθούν. Μοιραία, λοιπόν, η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης σημειώνεται ότι αυτός δεν προωθήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση οπότε δικαίως μπορεί να λεχθεί ότι εγκαταλείφθηκε. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου/Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.