← Κύπρος

KANIKA HOTELS LIMITED ν. E.O.E. TOURIST ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2531/20, 31/3/2021

KANIKA HOTELS LIMITED ν. E.O.E. TOURIST ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2531/20, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2531/20 Μεταξύ: KANIKA HOTELS LIMITED Ενάγοντες -και-

  1. E.O.E. TOURIST ENTERPRISES LIMITED
  2. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένοι Αίτηση ημερ. 6.11.2020 για προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Η κα Βιολάρη Για τους Εναγόμενους αρ. 1 - Καθ΄ων η Αίτηση: Ο κ. Αγαπητός Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εκδίκαση Αίτηση οι Ενάγοντες ζήτησαν την έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της Αίτησης την 6.11.2020 απέρριψε τα αιτητικά Α και Β και εξέδωσε τα πιο κάτω διατάγματα μονομερώς: «Γ. Μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει τους Εναγόμενους 2 και/ή τους εκάστοτε διευθυντές και/ή γραμματέα και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών, και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό τους δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ή άλλως πως όπως εντός 3 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς, να πληρώσουν και/ή μεταφέρουν το συνολικό ποσό της τραπεζικής εγγύησης ύψους €1.996.288,00 (Ενός Εκατομμυρίου Εννιακοσίων Ενενήντα Έξι Χιλιάδων, Διακοσίων Ογδόντα Οκτώ Ευρώ) την οποία εξέδωσε η Cyprus Popular Bank Public Company Ltd την 26.09.2006 και η οποία τροποποιήθηκε βάσει της τροποποιητικής τραπεζικής εγγύησης με αριθμό XXX, ημερομηνίας 04.12.2018, την οποία εξέδωσαν οι Εναγόμενοι 2 στον τραπεζικό λογαριασμό με τα ακόλουθα στοιχεία: ACCOUNT HOLDER NAME ACCOUNTANT GENERAL BANK NAME CENTRAL BANK OF CYPRUS ACCOUNT NO. XXX IBAN XXX SWIFT CODE XXX Δ. Μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει τους Εναγόμενους 2 και/ή τους εκάστοτε διευθυντές και/ή γραμματέα και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών, και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό τους δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ή άλλως πως όπως εντός 3 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς, σε περίπτωση κατά την οποία η τραπεζική εγγύηση ύψους €1.996.288,00 (Ενός Εκατομμυρίου Εννιακοσίων Ενενήντα Έξι Χιλιάδων, Διακοσίων Ογδόντα Οκτώ Ευρώ) την οποία εξέδωσε η Cyprus Popular Bank Public Company Ltd την 26.09.2006 και η οποία τροποποιήθηκε βάσει της τροποποιητικής τραπεζικής εγγύησης με αριθμό XXXXX4217, ημερομηνίας 04.12.2018, την οποία εξέδωσαν οι Εναγόμενοι 2, έχει εξαργυρωθεί να μεταφέρουν το προϊόν της στον τραπεζικό λογαριασμό με τα ακόλουθα στοιχεία: ACCOUNT HOLDER NAME ACCOUNTANT GENERAL BANK NAME CENTRAL BANK OF CYPRUS ACCOUNT NO. XXX IBAN XXX SWIFT CODE XXX Η Αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60αρ. 2, 21, 29 - 32 και 34, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 4 - 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9 και Δ.64, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια, εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. ΧΧΧ Χρυσοστόμου Εκτελεστικού Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας που δραστηριοποιείται στον τομέα της ξενοδοχειακής βιομηχανίας. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 είναι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου Elias Beach Hotel στην Λεμεσό (εφεξής καλούμενου «το Ξενοδοχείο»), ενώ οι Εναγόμενοι αρ. 2 είναι πιστωτικό ίδρυμα. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι αρ. 1 υπέγραψαν την 10.10.2006 Συμφωνία Ενοικίασης βάσει της οποίας οι Εναγόμενοι αρ. 1 ενοικίασαν στους Ενάγοντες το Ξενοδοχείο για την περίοδο από 1.12.2006 μέχρι 31.12.
  3. Η παραλαβή της κατοχής του Ξενοδοχείου από τους Ενάγοντες προϋπόθετε την προσκόμιση στους Εναγόμενους αρ. 1 τραπεζικής εγγύησης που «να καλύπτει το συνολικό ενοίκιο και το ΦΠΑ τόσο αναφορικά με τις κτιριακές εγκαταστάσεις όσο και για τον εξοπλισμό και για έπιπλα, για περίοδο δύο ετών με αναφορά στα επόμενα δύο χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή ανανέωσης της σχετικής εγγύησης». Οι Ενάγοντες διευθέτησαν την έκδοση της Τραπεζικής Εγγύησης και παρέλαβαν κατοχή του Ξενοδοχείου το οποίο λειτουργούν έκτοτε. Ο κ. Χρυσοστόμου αναφέρει πως εντόπισε ότι η αρχική Τραπεζική Εγγύηση έφερε ημερ. 8.9.2006 αντί 10.10.2006 που έφερε η Συμφωνία Ενοικίασης. Την 12.1.2011 οι διάδικοι υπέγραψαν Τροποποιητική Συμφωνία με την οποία η ημερομηνία λήξης της Συμφωνίας Ενοικίασης επεκτάθηκε μέχρι την 31.12.2021 αλλά η οποία δεν επιβάλλει οποιαδήποτε υποχρέωση στους Ενάγοντες να ανανεώσουν και την Τραπεζική Εγγύηση πέραν της 1.12.
  4. Βάσει της Τροποποιητικής αυτής Συμφωνίας οι Ενάγοντες ανέλαβαν να προβούν σε εκτεταμένες ανακαινίσεις του Ξενοδοχείου, στις πλείστες των οποίων έχουν προβεί. Αυτές τις οποίες δεν διενήργησαν, δεν το έπραξαν επειδή θεώρησαν ότι δεν ήταν αναγκαίες για λόγους τους οποίους εξηγεί ο κ. Χρυσοστόμου. Αυτά προβάλλει σε απάντηση τυχών ισχυρισμών που μπορεί να προβάλουν οι Εναγόμενοι αρ.1 ότι οι Ενάγοντες δεν τήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, δηλώνει δε ότι οι Ενάγοντες είναι διατεθειμένοι να προβούν στις ανακαινίσεις με δικά τους έξοδα αν απαιτηθεί από τους Εναγόμενους αρ.
  5. Ο λόγος που δεν απέστειλαν στους Εναγόμενους αρ. 1 τα τιμολόγια των ανακαινίσεων είναι επειδή λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος προέβησαν σε καταστροφή τους, βάσει όμως των ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων των Εναγόντων το συνολικό κόστος γι' αυτές ανήλθε σε €3.646.254 για τα έτη 2010 -
  6. Το ενοίκιο για το έτος 2021 ανέρχεται σε €1.038.107 και οι Ενάγοντες έχουν ήδη καταβάλει έναντι ποσό €50.000 από το
  7. Την 2.11.2020 ο Ενόρκως Δηλών παρέλαβε από τους Εναγόμενους αρ. 1 ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ζητείτο ενημέρωση αναφορικά με τη ανανέωση της Τραπεζικής Εγγύησης και με αλληλογραφία που ακολούθησε τα μέρη διαφώνησαν ως προς το πότε η Εγγυητική θα έπρεπε να είχε ανανεωθεί. Την 5.11.2020 ο κ. Χρυσοστόμου ενημερώθηκε από υπάλληλο της Εναγομένης αρ. 2 τράπεζας ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 είχαν υποβάλει αίτημα για εξαργύρωση ολόκληρου του ποσού της Εγγυητικής Επιστολής παρά το ότι αυτή τους δίδει το δικαίωμα να υποβάλουν αιτήματα για μερική εξαργύρωση. Θέση του είναι ότι οι Ενάγοντες εκπλήρωσαν πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με αποτέλεσμα, εάν εξαργυρωθεί η Τραπεζική Εγγύηση, οι Εναγομένοι αρ. 1 να καρπωθούν το ποσό των €1.966.288 τη στιγμή που το ενοίκιο για το έτος 2021 είναι μόνο €588.
  8. Από αυτό εισηγείται, είναι προφανές ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 έχουν υποβάλει δόλια, κακόπιστα, καταχρηστικά και αναιτιολόγητα αίτημα για εξαργύρωση της Τραπεζικής Εγγύησης. Η Εναγόμενη αρ. 2 Τράπεζα δήλωσε ότι έχει συμμορφωθεί πλήρως με το Διάταγμα πληρώνοντας ποσό €1.996.200 στον λογαριασμό της Κεντρικής Τράπεζας που αναφέρεται σε αυτό. Δήλωσε επιπλέον ότι δεν θα προχωρούσε στην καταχώριση Ένστασης αλλά θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα της ακροαματικής διαδικασίας. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 καταχώρισαν Ένσταση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 Θ.2, Δ.27 Θ.Θ. 1 - 3, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4

(1), 8, 9, (e), Δ.57, Δ.58, Δ.59 Θ.3 Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 4 έως 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν. 14/60), στο Άρ. 30 του Συντάγματος, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου, στην εν γένει νομολογία και αρχές που απορρέουν από την εμπορική πρακτική καθώς και στη βάση των αρχών των υποθέσεων Bolivintez Oil S.A. Chase Manhattan Bank and other
(1984)1 All E.R. 351 και RD Harbottle (Merchantile) Ltd. v. National Westminster Bank Ltd
(1997)2 All E.R. 862. Σε αυτήν προβάλλονται 13 λόγοι ένστασης τους οποίους και παραθέτω αυτούσιους: «1. Δεν ικανοποιούνται και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60)για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων και συγκεκριμένα δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δεν πιθανολογείται η οποιαδήποτε επιτυχία της Αγωγής και δεν διαφαίνεται η οποιαδήποτε αδυναμία στην απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. 2. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια», δηλαδή απέκρυψαν και/ή δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή γεγονότα τα οποία, εάν αποκαλύπτονταν στο Σεβαστό Δικαστήριο, θα επηρέαζαν την κρίση και δικανικό συλλογισμό του στην έκδοση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. 3. Οι Ενάγοντες - Αιτητές προσήλθαν στο Δικαστηρίου προτείνοντας και/ή προωθώντας μια στρεβλή και/ή σκοπίμως αποσπασματική εικόνα των γεγονότων και δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου το κρίσιμο πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο, είτε σκοπεύοντας να παραπλανήσουν το Δικαστήριο είτε αδιαφορώντας προς τούτο, κατά τρόπο καταχρηστικό και/ή κακόπιστο για την προώθηση αλλότριων και/ή αθέμιτων σκοπών και/ή για την άσκηση αθέμιτης πίεσης προς την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση 1. 4. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι αντινομικές και/ή με τυχόν χορήγησή και/ή διατήρησή τους σε ισχύ δημιουργείται μια έκνομη και ζημιογόνα κατάσταση εις βάρος της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1, στην οποία δεν καταλογίζεται και/ή δεν δύναται να καταλογιστεί οποιαδήποτε αντισυμβατική ή άλλη συμπεριφορά η οποία με οποιοδήποτε τρόπο να δικαιολογεί την υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών άσκηση της κρίσης του Σεβαστού Δικαστηρίου. 5. Οι αιτούμενες θεραπείες δημιουργούν μια νέα κατάσταση πραγμάτων και δεν διατηρούν και/ή διαφυλάσσουν το status quo ante με αποτέλεσμα, αδικαιολόγητα και αντινομικά να στρεβλώνεται και/ή καταστρατηγείται η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και να καταστρατηγούνται και/ή επηρεάζονται δυσμενώς και/ή αδικαιολόγητα τα δικαιώματα της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1. 6. Τόσο η Αγωγή όσο και η Αίτηση πάσχουν θανάσιμα και χρήζουν απόρριψης για τους εξής λόγους: (
  1. i)Οι Ενάγοντες - Αιτητές αντικανονικά και/ή πρόωρα και/ή καταχρηστικά εγείρουν αγωγή εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 χωρίς ουσιαστικά να καταδεικνύουν αγώγιμο δικαίωμα και ενόσω οι ίδιοι οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν παραβιάσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1. (
  2. ii)Οι Ενάγοντες - Αιτητές προσήλθαν στο Δικαστήριο χωρίς να προσκομίζουν ικανοποιητική μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο δύναται να στηριχτεί προκειμένου να εκδώσει και/ή να διατηρήσει τις αιτούμενες θεραπείες σε ισχύ και έχουν καταχρηστικά εκμαιεύσει την εμπλοκή του Δικαστηρίου στην παρούσα περίπτωση. (iii) Οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν παράνομα και/ή αντισυμβατικά αντικαταστήσει τη ενδεδειγμένη και/ή συμφωνημένη διαδικασία επίλυσης διαφορών που προνοείται από τη συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων - Αιτητών και της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 με την παρούσα διαδικασία ζητώντας από το Σεβαστό Δικαστήριο να χορηγήσει θεραπεία επί γεγονότων τα οποία δεν έχουν ακόμα αποκρυσταλλωθεί και/ή τα οποία θα πρέπει να αποσαφηνιστούν και να αποφασιστούν τελικώς βάσει της συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων - Αιτητών και της Εναγόμενης - Καθ' ης Αίτηση 1. (
  3. iv)Οι Ενάγοντες - Αιτητές κωλύονται λόγω συμπεριφοράς (estopped by conduct) και/ή λόγω της συμφωνίας τους με την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση 1 (estopped by deed) να προωθούν οποιαδήποτε αξίωση και/ή τους ισχυρισμούς τους που προβάλλονται μέσω της στηρικτικής ένορκης δήλωσης της Αίτησης, αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα στο παρόν στάδιο. 7. Η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε εντός των δικαιωμάτων της ενώ αντιθέτως οι Ενάγοντες - Αιτητές ενήργησαν αντισυμβατικά, κακόπιστα, κακόβουλα, δόλια και/ή εκδικητικά και δεν δικαιούνται σε θεραπεία και δεν δύνανται να τύχουν οποιασδήποτε προστασίας στην προκείμενη περίπτωση από το Σεβαστό Δικαστήριο. 8. Το ισοζύγιο της ευχέρειας και της δικαιοσύνης, υπό το φάσμα των πραγματικών γεγονότων, του νομικού πλαισίου και των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων Εναγόντων - Αιτητών και Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1, κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και της προστασίας της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 από το Σεβαστό Δικαστήριο και θα δημιουργηθεί μεγαλύτερη ταλαιπωρία και/ή ελλοχεύει κατά πολύ μεγαλύτερος κίνδυνος για της Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση 1 από τη έκδοση ή και διατήρηση των προσωρινών διαταγμάτων σε ισχύ σε σχέση με τις συνέπειες προς τους Ενάγοντες - Αιτητές σε περίπτωση απόρριψής τους. 9. Δεν πληρούνταν το στοιχείο του κατ' επείγοντος και/ή δεν δόθηκε ικανοποιητική μαρτυρία από τους Ενάγοντες - Αιτητές που να δικαιολογεί την κατ' εξαίρεση ενάσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μονομερώς και/ή οι Ενάγοντες - Αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο αναφορικά με το κατά πόσο τέτοιο στοιχείο ενυπήρχε, προκειμένου να εκμαιεύσουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου χωρίς ειδοποίηση στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση 1, προκειμένου να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την εικόνα των γεγονότων που περιγράφεται στον λόγο ένσταση υπ' αριθμό 3 ανωτέρω. 10. Οι Ενάγοντες - Αιτητές απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία και μη έχοντας καλή και συζητήσιμη υπόθεση και με μοναδικό σκοπό την απόκτηση διαπραγματευτικού οφέλους και/ή μόχλευσης έναντι της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 και προσπάθησαν να θέσουν την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση 1 προ τετελεσμένων, χρησιμοποιώντας το Σεβαστό Δικαστήριο ως μέσο ενάσκηση αθέμιτης πίεσης αντί ως θεματοφύλακα του Δικαίου και της Δικαιοσύνης και καταχρώμενοι την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. 11. Τα αιτούμενα και/ή εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα αποτελούν ουσιαστικά τελικές θεραπείες και/ή είναι πανομοιότυπα με τις θεραπείες που ζητούνται με το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής ημερομηνίας 6.11.2020 και τυχόν χορήγηση και/ή διατήρησή τους σε ισχύ δημιουργεί νέα τάξη πραγμάτων και/ή ανεπίτρεπτα ρυθμίζει τελικώς ζητήματα που αφορούν του διαδίκους και των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. 12. Τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα είναι προστακτικής και/ή επιτακτικής φύσης και λόγω τούτου δεν είναι δέον όπως εκδοθούν ή διατηρηθούν σε ισχύ καθότι δεν πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την έκδοση ή διατήρηση αυτού του είδους των διαταγμάτων. 13. Οι Ενάγοντες παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αντικανονικά έθεσαν την κλίμακα της Αγωγής σε Άνω των €2,000,000 και καταχράστηκαν και/ή επέλεξαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και/ή προέβησαν σε forum shopping, ενώ το επίδικο ζήτημα της Αγωγής είναι χαμηλότερο των €2,000,000 και κατά συνέπεια η υπόθεση έχει τεθεί ενώπιον καθ' ύλη αναρμόδιου Δικαστηρίου». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. ΧΧΧ Ονουφρίου Εκτελεστικού Διευθυντή των Εναγομένων αρ. 1 ο οποίος αναφέρει ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τους όρους της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας και δεν ανανέωσαν εγκαίρως την Εγγυητική Επιστολή. Η υποχρέωση των Εναγόντων αυτή προκύπτει, εισηγείται, από τον όρο 4 της Συμφωνίας Ενοικίασης. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 ενήργησαν εντός του πλαισίου των δικαιωμάτων τους και προέβησαν σε απαίτηση του ποσού της Εγγυητικής Επιστολής υπό το φως της προαναφερόμενης παραβίασης. Επισημαίνει ότι οι ισχυρισμοί περί ποσών που οι Ενάγοντες θεωρούν ότι δικαιούνται ή που δεν δικαιούνται να διεκδικούν οι Εναγόμενοι, αποπροσανατολίζουν και παραπλανούν αφού οι Ενάγοντες προσπαθούν να αντικαταστήσουν την συμφωνημένη διαδικασία επίλυσης διαφορών. Το ποσό της εγγυητικής ήταν συμφωνημένο μεταξύ των διαδίκων από την αρχή της Συμφωνίας Ενοικίασης και δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε εκκρεμές υπόλοιπο ενοικίων ή άλλων οφειλών. Όσον αφορά στην Ένορκη Δήλωση του κ. Χρυσοστόμου θέση του κ. Ονουφρίου είναι ότι αυτή μιαίνεται από ανακρίβειες και σοβαρά ψεύδη. Είναι προφανές ότι οι Ενάγοντες δεν επιθυμούσαν να ανανεώσουν την εγγυητική επιστολή και ούτε αυτή να πληρωθεί στους Εναγόμενους αρ. 1 ένεκα του ότι πλησιάζει η λήξη της Συμφωνίας Ενοικίασης του Ξενοδοχείου. Εισηγείται ότι οι Ενάγοντες πασχίζουν να αποφύγουν την πληρωμή του ενοικίου για την υπόλοιπη περίοδο, πράγμα που δολίως αποπειράθηκαν να πράξουν στο πρόσφατο παρελθόν. Τυχόν διατήρηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων σε ισχύ ελλοχεύει σοβαρούς και ενδεχομένως ανεπανόρθωτους κινδύνους για τους Εναγόμενους αρ. 1. Απορρίπτοντας τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Χρυσοστόμου, ο κ. Ονουφρίου τονίζει ότι, πέραν της αόριστης αναφοράς σε ότι δήθεν οι Εναγόμενοι αρ. 1 «δόλια ζητούν την εξαργύρωση» της εγγυητικής, δεν υπάρχει αναφορά σε λεπτομέρειες δόλου. Ο ισχυρισμός περί δόλου θα ήταν ο μόνος τρόπος που οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να είχαν εξασφαλίσει τις θεραπείες που εξασφάλισαν μονομερώς. Όσον αφορά στην ανανέωση της Εγγυητικής Επιστολής ο κ. Ονουφρίου αναφέρει ότι η διατήρηση αυτής σε ισχύ μέχρι και την παρούσα τηρείτο ορθά. Μέρος του προϊόντος του ενοικίου χρησιμοποιείτο από την Εναγομένη αρ. 2 για κάλυψη δανεισμού των Εναγομένων αρ. 1 και η Συμφωνία Ενοικίασης έχει εκχωρηθεί προς όφελος της Εναγομένης αρ. 2 τράπεζας. Ουδέποτε στο παρελθόν είχε αμφισβητηθεί η υποχρέωση των Εναγόντων να διατηρούν σε ισχύ την Τραπεζική Εγγύηση ως προϋπόθεση συνέχισης της Συμφωνίας Ενοικίασης πράγμα που επιβεβαιώθηκε και σε πρόσφατο ηλεκτρονικό μήνυμα αυτών ημερ. 3.11.2020 που δεν είχε αποκαλυφθεί από μέρους των Εναγόντων. Από το περιεχόμενο αυτού φαίνεται, εισηγείται, ότι οι Ενάγοντες καθησύχαζαν τους Εναγομένους αρ. 1 ότι λάμβαναν βήματα για ανανέωση της Εγγυητικής ενώ δεν υπήρχε πρόθεση να πράξουν κάτι τέτοιο, παρά μόνο να δώσουν εγγύηση για το ποσό που εκείνοι θα θεωρούσαν ορθό. Μάλιστα θέση του κ. Ονουφρίου είναι ότι το βράδυ της 3.11.2020 είχε επικοινωνήσει μαζί του ο κ. Μαυρέλλης που είχε καθοριστεί ως Διαιτητής ο οποίος τον ενημέρωσε ότι επικοινωνεί εκ μέρους των Εναγόντων και τον διαβεβαίωσε ότι η Εγγυητική Επιστολή θα ανανεώνετο ως προνοείται στην σύμβαση. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων για το ύψος της Εγγυητικής Επιστολής ο κ. Ονουφρίου αναφέρει ότι το είδος και ύψος αυτής ήταν μέρος της μεταξύ των Συμφωνίας, η δε υποχρέωση των Εναγόντων είναι να παραδώσουν το Ξενοδοχείο στην ανακαινισμένη κατάσταση αλλά με λειτουργικό εξοπλισμό και έπιπλα. Η υποχρέωση συντήρησης του Ξενοδοχείου στην κατάσταση αυτή δεν εμπίπτει στο κόστος ανακαινίσεων αλλά αποτελεί υποχρέωση των Εναγόντων η τήρηση της οποίας και πάλι καλύπτετο από την Εγγυητική Επιστολή. Αναφορικά με τις ανακαινίσεις στις οποίες είχε συμφωνηθεί ότι θα προέβαιναν οι Ενάγοντες θέση του Ομνύοντα είναι ότι οι Ενάγοντες αποφεύγουν να δώσουν στους Εναγόμενους στοιχεία διενέργειας αυτών. Πέραν των πιο πάνω ο κ. Ονουφρίου ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν γεγονότα τα οποία δείχνουν τις πραγματικές τους προθέσεις. Συγκεκριμένα, λέει, την 27.2.2020 έλαβε επιστολή από τους Ενάγοντες με την οποία αυτοί ισχυρίζονταν ότι δεν όφειλαν να πληρώσουν ενοίκιο για το σύνολο των δωματίων γιατί μόνο τα 144 αναγράφονταν στην κατάταξη του Υφυπουργείου Τουρισμού. Στην θέση αυτή αντέδρασαν οι Εναγόμενοι αρ. 1 ενώ δήλωσαν ότι κατά την δεδομένη στιγμή αυτοί είχαν ειδοποιήσει τους Ενάγοντες σε σχέση με ενδεχόμενη πώληση του Ξενοδοχείου σε τρίτο πρόσωπο, για συγκεκριμένο ποσό, το οποίο ήταν τριπλάσιο αυτού που είχαν προσφέρει οι Ενάγοντες. Επομένως εισηγείται ότι οι Ενάγοντες είχαν και διατηρούν λόγους να υποβαθμίσουν την αξία του Ξενοδοχείου, ενώ μεταγενέστερα πρότειναν να γίνει συμφωνία διαχείρισης αυτού μετά τη λήξη της ενοικίασης η οποία δεν έγινε δεκτή. Ένεκα του ότι οι Ενάγοντες δεν απάντησαν στην επιστολή των Εναγομένων αρ. 1 ακολούθησε υπενθύμιση και την 5.3.2020 οι Ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους ισχυρίστηκαν ότι ήταν αναγκασμένοι να κατατάξουν το Ξενοδοχείο προσωρινά και κατά συνέπεια δικαιούνταν σε απομείωση ενοικίου. Ανταλλάγηκε αλληλογραφία με τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Την 5.5.2020 οι δικηγόροι των Εναγόντων δήλωσαν την πρόθεση τους να συνεχίσουν να ενοικιάζουν το Ξενοδοχείο προβάλλοντας πρόταση για καταβολή ενοικίου για περίοδο 9 μηνών λόγω της πανδημίας. Την 15.5.2020, και ενόσω οι Εναγόμενοι αρ. 1 προσπαθούσαν να διευθετήσουν συνάντηση μεταξύ των μερών, οι δικηγόροι των Εναγόντων έστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα αναφέροντας ότι θεωρούν ότι, λόγω της μη απάντησης των Εναγομένων αρ. 1, η πρόταση είχε απορριφθεί και προειδοποίησαν ότι θα καλούσαν τους Εναγόμενους αρ. 1 για επίλυση των διαφορών τους ενώπιον του Διαιτητή. Μετά από απάντηση των Εναγομένων αρ. 1 έλαβε χώρα την 30.5.2020 συνάντηση. Οι Ενάγοντες ζήτησαν παράταση της πληρωμής του ενοικίου πράγμα που οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν αποδέχτηκαν. Μεταξύ 3.6.2020 και 9.6.2020 επήλθε ναυάγιο στις προσπάθειες για εξεύρεση λύσης σε ότι αφορά στο ζήτημα των ανακαινίσεων. Θέση των Εναγομένων αρ. 1είναι ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο οι Ενάγοντες αποπειράθηκαν να επικαλεστούν την προσωρινή κατάταξη του Ξενοδοχείου ως δήθεν λόγο για μείωση του ενοικίου ήταν η επερχόμενη λήξη του συμβολαίου και η επίδραση της πανδημίας του Covid19 αφού σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση οι Ενάγοντες θα επιθυμούσαν να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν όλα τα δωμάτια του Ξενοδοχείου. Θεωρεί ότι η μη ανανέωση της Εγγυητικής Επιστολής αποτελεί ένα προμελετημένο σχέδιο των Εναγόντων. Τέλος ο Ενόρκως Δηλών εισηγείται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον δεν παρέχεται από τους Ενάγοντες οποιαδήποτε επεξήγηση ως προς το ποια θα είναι η ζημιά ή η ανεπανόρθωτη ζημιά που αυτοί θα υποστούν σε περίπτωση μη έκδοσης τους. Η κύρια θεραπεία που ζητείται με την αγωγή είναι δηλωτική απόφαση ότι οι Ενάγοντες δεν παραβίασαν την Συμφωνία Ενοικίασης. Ούτε και διαφαίνεται το κατεπείγον και γιατί το Δικαστήριο θα έπρεπε να αποστερήσει το δικαίωμα των Εναγομένων αρ. 1 να ακουστούν προτού αποφασίσει επί της επέμβασης σε Εγγυητική Επιστολή που κατέστη πληρωτέα και απαιτητή. Μετά από σχετική άδεια καταχωρίστηκε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση από τον κ. Χρυσοστόμου εκ μέρους των Εναγόντων στην οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του κ. Ονουφρίου. Αναφερόμενος σε γεγονότα που κατά τον ισχυρισμό του έλαβαν χώρα μετά την έκδοση του Διατάγματος, δήλωσε ότι την 26.11.2020 οι Ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν στους δικηγόρους των Εναγομένων αρ. 1 επιστολή με θέμα την καταβολή ενοικίου για το 2021 σύμφωνα με τους όρους της Τροποποιητικής Συμφωνίας. Με αυτήν τους ενημέρωσαν ότι θα προχωρούσαν στην διενέργεια των εν εκκρεμότητα ανακαινίσεων και προέβησαν σε εισήγηση ως προς την αποκοπή των ποσών των €450.000 και €50.000 και την καταβολή του ποσού των €400.000, καθώς και για καταβολή ποσού €246.958,84 που αποτελούσε την πρώτη τριμηνιαία δόση του 2021 μέχρι την 1.12.2020 νοουμένου ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 εκδώσουν και παραδώσουν στους Ενάγοντες σχετικό τιμολόγιο. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 απάντησαν την 30.11.2020 ισχυριζόμενοι ότι η πιο πάνω επιστολή αποτελεί συνέχεια της στρέβλωσης εικόνας που οι Ενάγοντες προσπαθούν να προωθήσουν σε σχέση με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις αναφορικά με την ενοικίαση του Ξενοδοχείου, και κάλεσαν τους Ενάγοντες να αναπληρώσουν την Εγγυητική Επιστολή, να καταβάλουν ολόκληρο το ενοίκιο και να ακολουθήσουν ορθές πρακτικές καλή τη πίστει εάν επιθυμούσαν να επιβεβαιωθούν οι ανακαινίσεις. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 εξέδωσαν τιμολόγιο για ποσό €246.958,84 (που ήταν μειωμένο κατά €12.500 ως η πρόταση των Εναγόντων) και οι Ενάγοντες προχώρησαν στην εξόφληση του. Πέραν των πιο πάνω αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου είναι δικαιοδοτικό. Το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, αφορά σε περιορισμούς συναλλαγών σχετικά με γη ώστε να δύναται να ικανοποιηθεί η απαίτηση του Ενάγοντα, και θεωρώ, συνεπώς, ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση Αίτηση. Το δε άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν αφαιρεί από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το οποίο έχει μεγαλύτερο εύρος, απλά οι πρόνοιες του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου λαμβάνονται και αυτές υπ' όψιν κατά την εξέταση της Αίτησης. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Τονίζω ότι η πρώτη προϋπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικόγραφα. Μελετώντας το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα προκύπτει ότι αξιώνονται Δηλωτικές αποφάσεις σε σχέση με την παραβίαση της Συμφωνίας Ενοικίασης, την υποχρέωση των Εναγόντων να ανανεώσουν ή τροποποιήσουν την Τραπεζική Εγγύηση ή να εξασφαλίσουν οποιαδήποτε τραπεζική εγγύηση για την περίοδο από 1.12.2020 έως 31.12.2021 ή βάσει των όρων της Τροποποιητικής Συμφωνίας. Στην Έκθεση Απαιτήσεως, όμως, που καταχωρίστηκε την 9.3.2021 (ήτοι μετά που επιφυλάχθηκε απόφαση στην υπό εκδίκαση Αίτηση), περιλαμβάνονται και αξιώσεις για δόλιες ενέργειες των Εναγομένων αρ. 1 που αφορούν στην υποβολή αιτήματος για εξαργύρωση της Τραπεζικής Εγγύησης. Σε περιπτώσεις όπως και η παρούσα, όπου αυτό που ζητείται είναι η έκδοση προσωρινού διατάγματος σε σχέση με τραπεζικές εγγυήσεις, η Νομολογία έχει καθορίσει πιο αυστηρά κριτήρια. Ιδιαίτερα από την Αγγλική Νομολογία, η οποία έχει υιοθετηθεί από την Κυπριακή Νομολογία, προκύπτει η αρνητική διάθεση των Δικαστηρίων να εμποδίσουν την πληρωμή δυνάμει τραπεζικής εγγύησης. Παραπέμπω σε απόσπασμα από τη απόφαση R.D. Harbottle (Mercantile) Ltd v. National Westminster Bank Ltd
(1977)2 All E.R. 86, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It is only in exceptional cases that the courts will interfere with the machinery of irrevocable obligations assumed by banks. They are the life - blood of international commerce. Such obligations are regarded as collateral to the underlying rights and obligations between the merchants at either end of the banking chain. Except possibly in clear cases of fraud of which the banks have notice, the courts will leave the merchants to settle their disputes under the contracts by litigation or arbitration as available to them or stipulated in the contracts. The courts are not concerned with their difficulties to enforce such claims: these are risks which the merchants take. In this case the plaintiff took the risk of the unconditional wording of the guarantees. The machinery and commitments of banks are on a different level. They must be allowed to be honored, free from interference by the courts. Otherwise, trust in international commerce could be irreparably damaged» (βλ. Επίσης Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)1 All E.R. 976, Dentsche Ruckversicherung v. Welbrook Ins.
(1994)4 All E.R. 181, Bolivinter Oil SA v. Chase Manhattan Bank
(1984)1 W.L.R. 392, United Trading v. Allied Arab Bank
(1985)2 Lloyd's Rep. 554, Hamreh Moils & Sons v. British Inex Industries Ltd
(1958)2 Q.B. 127, United City Merchant (Industries) Ltd v. Royal Bank of Canada
(1983)A.C. 168) . Όπως αναφέρθηκε στην Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panaretti Public Limited
(2013)1 Α.Α.Δ.1235: «Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη, (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις R D Harbottle (Mercantile) Ltd a.o. v. National Westminster Bank Ltd a.o. [1877] 2 All E.R. 862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons) v. British Imex Industries Ltd [1958] 2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd v. West a.o. [1995] 4 All E.R. 215). Παρατηρούμε ότι οι εφεσίβλητοι ήγειραν την αγωγή πρωτοδίκως σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στην παρ. ΣΤ αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πληρωμή της εγγυητικής αποτελεί πράξη δόλου και απάτης. Οι εφεσίβλητοι είχαν όμως υποχρέωση, στα πλαίσια της προώθησης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, να παρουσιάσουν πλήρη και επαρκή στοιχεία, σχετικά με τον κατ' ισχυρισμό δόλο, πράγμα το οποίο απέτυχαν να πράξουν, εφόσον η μοναδική σχετική παράγραφος στην ένορκη δήλωση του ΧΧΧ, διευθυντή των εφεσιβλήτων, ήταν η παρ. 18, στην οποία με γενικότητα καταλογίζεται δόλος εναντίον του εναγομένου 3 και των εφεσειόντων/εναγομένων 1. Η γενικότητα της θέσης ότι υπάρχει δόλος, επειδή για χρόνια ανανεωνόταν η εγγυητική, και μετά τη διευθέτηση των διαφορών των διαδίκων σε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου οι εφεσείοντες ζήτησαν την πληρωμή της εγγυητικής, αναμφίβολα υστερεί κατά πολύ από εκείνες τις λεπτομέρειες που θα έπρεπε να είχαν δοθεί ώστε το Δικαστήριο να εξέταζε κατά πόσο υπήρχαν πράγματι εκείνα τα στοιχεία δόλου στη γνώση μάλιστα των εφεσειόντων, πριν αποφασίσει κατά πόσο θα εξέδιδε ή όχι το προσωρινό διάταγμα». Όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη Νομολογία, ουδόλως αφορούν την Τράπεζα οι διαφορές μεταξύ των δύο άλλων συμβαλλομένων. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι όροι της εγγύησης, και εάν ναι, τότε η τράπεζα θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερη να τιμήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα στο οποίο παρέπεμψαν αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι Commercial Injunctions του S. Gee, Sweet & Maxwell, 2004 στις σελ. 442 - επόμενες: «An injunction preventing payment by the bank or restraining presentation of documents by the beneficiary interferes with the letter of credit and prevents it from being treated as the equivalent of cash. The following factors affect the answer to question (c):
(1)It is inherent in the provision of a letter of credit that subject to presentation of conforming documents, it is to be the equivalent of cash. Part of its purpose is to implement an agreement between buyer and seller that the seller gets paid and questions of defects in quality and other such disputes are resolved outside of the payment transaction. The buyer has agreed to this and equity will not intervene so as to enable him to go back on what he has agreed.
(2)The bank itself has made a contractual promise as a bank. It is an essential part of its business that it honours its word. The court should not restrain payment when to do so could be to cause the bank to dishonour its engagement undertaken as a banker, and thereby to damage its reputation for contractual and commercial probity.
(3)Letters of credit are relied upon as a means of raising finance. To allow payment to be restrained would threaten the future use of letters of credit as an available mechanism for raising credit to fulfil commercial transactions. Such instruments are regarded as the "life - blood" of commerce. Merchants rely upon them as being the equivalent of cash. For these reasons, as a general principle, the court will not grant an injunction interfering with performance by the bank under the banking contract, except where the letter of credit or other banking contract is itself impeached as being invalid, or if prior to payment it is obvious to the bank that the beneficiary is acting fraudulently». Και στην σελ. 445: «There are two exceptions to the general principle:
(1)where the 'validity' of the letter of credit or performance bond is itself impeached; and
(2)when there is a fraud which is obvious to the bank at the time of payment ............. For the fraud exception to apply and an injunction to be granted, the claimant must show clear evidence of fraud by the beneficiary, and show that it is obvious that a fraud is being carried out by the beneficiary to the knowledge of the bank. The uncorroborated evidence of the claimant is not sufficient. The test is whether the claimant has established, with the assistance of strong corroborative evidence, that the only realistic inference is that there has been fraud by the beneficiary. This does not require the claimant to show that there is no possibility whatsoever of the beneficiary's having acted honestly. The knowledge of the bank is repeatedly stated as a necessary requirement in the case law». Οι αναφορές που υπάρχουν στην Αίτηση σε δόλια προσπάθεια εξαργύρωσης της επίδικης Τραπεζικής Εγγύησης από μέρους των Εναγομένων αρ. 1 δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Προβάλλονται αόριστα και γενικά και χωρίς την απαραίτητη τεκμηρίωση που να παρέχει στο Δικαστήριο ευχέρεια να παρέμβει στην πληρωμή τραπεζικής εγγύησης. Αυτό που προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση είναι απλά η έκφραση της πεποίθησης του Ομνύοντα ότι, για να γίνεται απαίτηση επί της Εγγυητικής, συνεπάγεται ότι αυτό γίνεται «δόλια, κακόπιστα, καταχρηστικά και αναιτιολόγητα». Από την Νομολογία, όμως, προκύπτει ότι η, στην απουσία άλλης μαρτυρίας, πεποίθηση δεν αρκεί. Απαιτείται να καταδειχθεί με ξεκάθαρη μαρτυρία ότι το μόνο ρεαλιστικό συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να οδηγηθεί κάποιος είναι ότι υπάρχει δόλος εκ μέρους του δικαιούχου. Απαραίτητη προϋπόθεση, περαιτέρω, είναι και η γνώση της Τράπεζας περί τούτου. Από την ενώπιον μου Ένορκη Δήλωση δεν προκύπτει οποιαδήποτε τέτοια αναφορά, ή υπάρχει τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στα πιο πάνω συμπεράσματα. Εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες ήταν ότι η πιο πάνω Νομολογία δεν τυγχάνει εφαρμογής εφόσον το επίδικο Διάταγμα δεν παρεμπόδισε την εκτέλεση ή εξαργύρωση της τραπεζικής εγγύησης δεδομένου ότι το Δικαστήριο διέταξε τους Εναγόμενους αρ. 2 να μεταφέρουν το ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό «του Δικαστηρίου». Όντως, όπως αναφέρουν τα ίδια τα συγγράμματα στα οποία παρέπεμψε, παρέχεται ευχέρεια έκδοσης διατάγματος που να παρεμποδίζει τον δικαιούχο από του να χειριστεί το προϊόν μάς τραπεζικής εγγύησης ή μεταφοράς αυτού σε λογαριασμό του Δικαστηρίου[1] η οποία ευχέρεια δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις που περιλαμβάνουν δόλο. Έστω και αν ισχύει η θέση αυτή του ευπαιδεύτου συνηγόρου, η προαναφερόμενη ευχέρεια περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου καταδεικνύεται πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Commercial Injunctions του S. Gee, 7η έκδοση στην παρ. 16-035: «Of course, this type of relief is not confined to cases involving fraud, and may be obtained in circumstances involving a simple claim for breach of contract, or tort, provided that a real risk of dissipation of assets can be established». Τέτοια μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από μέρους των Εναγόντων, ούτε καν υπάρχει ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης βλάβης σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Συνεπώς, ούτε και με βάση αυτήν την δυνατότητα δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. Των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν τόσο την πρώτη όσο και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Ως συνέπεια των πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν λόγοι για εφαρμογή της εξαίρεσης στον κανόνα ότι τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν με τον μηχανισμό των ανέκκλητων υποχρεώσεων. Έστω ως πλεονασμό σημειώνω ότι, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ούτε και τέθηκε οτιδήποτε με την Αίτηση και τις Ένορκες Δηλώσεις που την συνοδεύουν που να ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ο ισχυρισμός ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των Εναγομένων αρ. 1 είναι το Ξενοδοχείο, προβάλλεται για πρώτη φορά στην αγόρευση των Εναγόντων και δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία. Συνεπώς ούτε και η προϋπόθεση αυτή έχει ικανοποιηθεί. Η πιο πάνω κατάληξη μου καθιστά αχρείαστη την εξέταση των λοιπών θεμάτων που εγείρονται από τους ευπαίδευτους συνήγορους Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Το Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 6.11.2020 ακυρώνεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και άρα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. United Norwest Co-operatives v Johnstone
(1994)EWCA Civ G1206-6 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.