Αντωνίου ν. Πεζίκης, Αρ. Αγωγής: 469/09, 23/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερ. 18.12.2019 και 20.10.2020 Αρ. Αγωγής: 469/09 Μεταξύ: XXX Αντωνίου Ενάγοντα και XXX Πεζίκης Εναγομένου Αίτηση ημερ. 10.12.2020 για Τροποποίηση Ημερ.: 23 Μαρτίου, 2021 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Ε. Ιωάννου Για τον Εναγόμενο - Καθ'ου η Αίτηση: κ. Ν. Κυριακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η πορεία της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής έχει ήδη καταγραφεί σε προηγούμενες ενδιάμεσες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου από τις οποίες και παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Η αγωγή καταχωρίστηκε αρχικά εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 με την οποία ο Ενάγοντας αξίωνε αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη συνεπεία παροχής ιατρικών υπηρεσιών από τον Εναγόμενο αρ.
- Μετά από ακροαματική διαδικασία εξεδόθη απόφαση την 26.6.2012 κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση. Την 20.9.2019 εξεδόθη απόφαση στην ECLI:CY:AD:2019:A381, Πολ. Εφ. 375/12 με την οποία διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Μετά που η υπόθεση τέθηκε εκ νέου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου καταχωρίστηκε από πλευράς Ενάγοντα αίτηση προσθήκης διαδίκου και την 18.12.2019 εξεδόθη διάταγμα προς τούτο. Μετά από σχετική αίτηση δόθηκε άδεια στον Εναγόμενο αρ. 2 να καταχωρίσει Εμφάνιση υπό Αίρεση.... Των πιο πάνω ακολούθησε η καταχώριση αίτησης από μέρους του Εναγομένου αρ. 2 με την οποία εξαιτείτο τον παραμερισμό ή απόρριψη της αγωγής εναντίον του Εναγομένου αρ. 2 καθώς και την ακύρωση του διατάγματος με το οποίο αυτός είχε προστεθεί ως Εναγόμενος αρ.
- Μετά από ακροαματική διαδικασία, την 20.10.2020 εξεδόθη απόφαση στην εν λόγω αίτηση με την οποία διατάχθηκε η ακύρωση και παραμερισμός της αγωγής εναντίον του Εναγομένου αρ. 2 και του διατάγματος δια του οποίου επιτράπηκε η προσθήκη αυτού ως διάδικου. Ο Ενάγοντας καταχώρισε αίτηση για άδεια καταχώρισης αίτησης για έκδοση εντάλματος Certiorari η οποία απορρίφθηκε την 13.11.
- Ακολούθησε η καταχώριση δύο αιτήσεων από μέρους του Εναγομένου την 16.11.2020 η μία για έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου και η άλλη για τροποποίηση της Υπεράσπισης. Μετά από εκδίκαση η πρώτη απορρίφθηκε ενώ η αίτηση για τροποποίηση αποσύρθηκε. Η ακροαματική διαδικασία της αγωγής ξεκίνησε την 7.12.2020 με την κυρίως εξέταση του Ενάγοντα. Την 10.12.2020 καταχωρίστηκε από μέρους του Ενάγοντα η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία ζητούνται τα πιο κάτω: «Α. Άδεια για την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως του κλητηρίου της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής με πρόσθεση μετά από τις λεπτομέρειες της αμέλειας του Εναγομένου 1 της παραγράφου 15 και μετά την λεπτομέρεια χ με την προσθήκη των ακόλουθων λεπτομερειών: ψ. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να εξηγήσει στον Ενάγοντα πως θα γινόταν η επέμβαση, παρέλειψε να του αναφέρει και να του εξηγήσει κατά πόσο θα είχε επιπλοκές μετά την εγχείρηση και επεριορίσθη να αναφέρει εις τον Ενάγοντα έτσι γενικά και αόριστα ότι θα του έκανε εγχείρηση λέιζερ και ότι ήτο μία απλή επέμβαση χωρίς πόνους όπως οι άλλες επεμβάσεις με νυστέρι και του ανέφερε να μην ανησυχούσε αφού ήτο μία εγχείρηση ρουτίνας και ότι απλά θα χτυπούσε τους αιμορροΐδες. ω. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να χρησιμοποιήσει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα ώστε να πετύχει την ίαση του Ενάγοντας. ω
- Ο Εναγόμενος παρέλειψε να τηρήσει την ιατρική δεοντολογία και τα δικαιώματα του Ενάγοντα αφού παρέλειψε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις που ανέλαβε για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών εις τον Ενάγοντα. ω
- Παρέλειψε να παράσχει τις υπηρεσίες του στο πλαίσιο της σύμβασης ιατρικής αγωγής. ω
- Παρέλειψε να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Νόμου 1(Ι)/2005 Περί της Κατοχύρωσης και Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών. ω
- Χωρίς νόμιμη αιτία παρέλειψε να θεραπεύσει την στένωση που προκάλεσε εις τον Ενάγοντα αφήνοντας τον να υποφέρει από πόνους, δυσφορία χωρίς να προσφέρει στον Ενάγοντα κατάλληλη θεραπεία και/ή λόγω διακοπής και ως αποτέλεσμα αναγκάστηκε ο Ενάγων να αναζητήσει αλλού ιατρική θεραπεία αφού δεν άντεχε τους πόνους και την δυσφορία». Η Αίτηση στηρίζεται στα αρ. 22, 23, 29 - 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ. 1 - 6, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 3, 8 και 9, Δ.64, στην εν γένει δικαιοδοσία, εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και στις αρχές της επιείκειας. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Γιάννη Αντωνίου, Ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι στις 7.12.2020 καταχώρισε την γραπτή του δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου οπόταν και ηγέρθη ένσταση περί μη δικογράφησης ισχυρισμών. Οι δικηγόροι του μελέτησαν την υπόθεσης και κατέληξαν ότι είναι αναγκαίο να προστεθούν στις λεπτομέρειες αμέλειας οι παραλείψεις που καταγράφονται στα αιτητικά ώστε να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του την πλήρη εικόνα των αληθινών γεγονότων. Ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί δεν περιλήφθηκαν στο δικόγραφο εκ παραδρομής ή/και παραλείψεως. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η Αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα με μοναδικό σκοπό την διασαφήνιση και συγκεκριμενοποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως, ο δε Εναγόμενος δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ή οποιαδήποτε ζημιά ούτε και θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση και συνέχιση της υπόθεσης. Ο Εναγόμενος - Καθ'ου η Αίτηση καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ. 1 - 5, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, Δ.39, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και άλλη σχετική Νομολογία καθώς και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 10 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του Ενάγοντα.
- Η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωριστεί με υπέρμετρη ή/και αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή/και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας.
- Τα γεγονότα που θεμελιώνουν την Αίτηση ήταν γνωστά ή/και εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και συνεπώς δεν δικαιολογούνταν η καθυστερημένη υποβολή τους.
- Έγκριση του αιτήματος τροποποίησης θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του Εναγόμενου και της δικαιοσύνης σχετικά με το αντικείμενο της δίκης και τη λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσης της.
- Η αποδοχή του αιτήματος τροποποίησης το οποίο συνίσταται ουσιαστικά σε προσθήκη λεπτομερειών αμέλειας ή/και παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων και θα προκαλέσει την ανάγκη αναπροσαρμογής της υπόθεσης του Εναγόμενου.
- Η αιτούμενη προσθήκη είναι αχρείαστη ή/και αδικαιολόγητη ή/και επιχειρείται η προσθήκη ισχυρισμών που ήδη υπάρχουν στο δικόγραφο του Ενάγοντα.
- Η προβολή νέας βάσης αγωγής σε αυτό το στάδιο, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης του Εναγομένου με ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα και την απόδειξη της υπόθεσης του.
- Η αιτούμενη τροποποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του Εναγομένου σε ανεπανόρθωτο βαθμό ή/και κατά τρόπο ώστε ο Εναγόμενος να βρεθεί σε δυσμενή θέση ή/και κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή αποζημίωση του Εναγομένου υπό τις περιστάσεις.
- Με την σκοπούμενη τροποποίηση και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση υποβολής της αίτησης επηρεάζονται τα δικαιώματα του Εναγομένου για ταχεία εκδίκαση της αγωγής ή/και δίκαιης δίκης σε εύλογο χρόνο όπως τούτο καθορίζεται σαν συνταγματικό δικαίωμα προστατευμένο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου.
- Η παρούσα αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται κατά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών ή/και η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως δεν μπορεί να εγκριθεί». Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Θέκλας Θεοδώρου εκ των δικηγόρων του Εναγομένου η οποία επισημαίνει ότι αρχικά ο Ενάγοντας στράφηκε μόνο εναντίον του Εναγομένου ισχυριζόμενος ιατρική αμέλεια και έτσι εκδικάστηκε η αρχική δίκη. Μετά την διαταγή για επανεκδίκαση η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες όπου οι Εναγόμενοι διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε ισχυρισμός στην Υπεράσπιση για ευθύνη του Δρ. XXX Ιωάννου έναντι του Ενάγοντα ούτε και επιφύλαξη του δικαιώματος για προσεπίκληση αυτού ως Τριτοδιαδίκου. Οι δικηγόροι του Εναγομένου καταχώρισαν τότε αίτηση για τροποποίηση της αρχικής Υπεράσπισης και την ίδια μέρα καταχωρίστηκε και αίτηση για τροποποίηση της αγωγής από μέρους του Ενάγοντα με προσθήκη, μεταξύ άλλων, του Δρος Ιωάννου ως Εναγόμενου αρ.
- Οι δικηγόροι του Εναγόμενου αρ. 2 έκριναν ότι η προσθήκη διαδίκου αυτή θα τους έδινε τη δυνατότητα να περιλάβουν στην τροποποιημένη Υπεράσπιση τους ισχυρισμούς που σκοπούσαν σε κάθε περίπτωση να προωθήσουν με την δική τους αίτηση τροποποίησης. Ενόψει τούτων ο Εναγόμενος απέσυρε την δική του αίτηση για τροποποίηση και εξεδόθη διάταγμα στην αίτηση του Ενάγοντα. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 7.1.2020 και η Τροποποιημένη Υπεράσπιση την 22.1.
- Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας διαγράφηκαν παραγράφοι από την Γραπτή Δήλωση του Ενάγοντα ακριβώς λόγω του ότι δεν ήταν δικογραφημένες. Όπως επισημαίνει, αναφορικά με το σημείο (ψ) που επιχειρείται να προστεθεί, υπήρχε τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός στις παρ. 9 και 10 της Γραπτής Δήλωσης και διαγράφηκε. Όσον αφορά στην προτεινόμενη παράγραφο (ω) τα όσα εκεί αναφέρονταi ήδη καλύπτονται από τις υφιστάμενες λεπτομέρειες, ενώ τα προτεινόμενα ως (ω1), (ω2) και (ω3) αποτελούν νέα βάση αγωγής η προσθήκη της οποίας σε αυτό το στάδιο είναι ανεπίτρεπτη. Μοναδική εξήγηση που δίδεται για το χρονικό σημείο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση είναι ότι κατά την ακροαματική διαδικασία διεφάνη ότι «εκ παραδρομής» δεν είχαν περιληφθεί οι ισχυρισμοί. Θέση της κας Θεοδώρου είναι ότι με την Αίτηση γίνεται προσπάθεια από τους δικηγόρους του Ενάγοντα να περιλάβουν στοιχεία και γεγονότα για τα οποία είχαν γνώση από τον χρόνο έγερσης της αγωγής ή έστω κατά την καταχώριση της πρώτης αίτησης για τροποποίηση αλλά δεν τα περιέλαβαν έκτοτε. Το αίτημα υποβάλλεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και αφού η ακρόαση έχει ήδη αρχίσει. Η επίκληση ελλιπούς προειδοποίησης και ενημέρωσης πριν από χειρουργική επέμβαση και θεραπεία αποτελεί τεράστιο κεφάλαιο της ιατρικής αμέλειας και θα είναι σχεδόν αδύνατο μετά από τόσα χρόνια ο Εναγόμενος να αναζητήσει μαρτυρία για να αντικρούσει τέτοιους ισχυρισμούς. Η δε απραξία του Ενάγοντα δεν αιτιολογείται. Ισχυρίζεται ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Εναγομένου για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους σημεία αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτή ίσχυε προ της τελευταίας τροποποίησης των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οιονδήποτε εκ των διαδίκων να διαφοροποιήσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους όπως θα είναι δίκαιο, και όλες οι τροποποιήσεις αυτές θα γίνονται ως πιθανόν να είναι απαραίτητο για τον σκοπό του προσδιορισμού των πραγματικών θεμάτων υπό αμφισβήτηση μεταξύ των μερών[1]». Ως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης[2]. ΄Οπως λέχθηκε και στην Associated Leisure Ltd. and other v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 στη σελ. 757, η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. και άλλων
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 33 τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 36: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (βλ. επίσης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608). Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις, ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση «είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης». Ταυτόχρονα, όμως, στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ²Είναι η θέση της νομολογίας πώς, όταν υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης². Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εκκρεμεί από το 2009 ενώ βρίσκεται τώρα σε διαδικασία επανεκδίκασης. Παρά το ότι η υπόθεση εκδικάστηκε πλήρως ήδη μία φορά, προβάλλεται από πλευράς Ενάγοντα απλώς η θέση ότι «εκ παραδρομής και/ή παραλείψεως» δεν περιλήφθηκαν ισχυρισμοί ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να εξηγήσει στον Ενάγοντα τα όσα αναγράφονται στην προτεινόμενη παράγραφο (ψ). Εκ του περιεχομένου της εν λόγω παραγράφου, όμως, προκύπτει ότι η κατ' ισχυρισμό παράλειψη αυτή του Εναγομένου ήταν γνωστή στον Ενάγοντα από πριν καν υποβληθεί στην επέμβαση. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον ακούστηκε ήδη στο πλαίσιο της πρώτης δίκης όλη η μαρτυρία, ο Ενάγοντας γνώριζε τουλάχιστον από τότε ότι οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί δεν είχαν δικογραφηθεί στην Έκθεση Απαιτήσεως. Ούτως ή άλλως στην Απάντηση στην Υπεράσπιση που ο Ενάγοντας καταχώρισε την 20.10.2009 υπάρχουν δικογραφημένοι ισχυρισμοί ότι ο Εναγόμενος είχε πληροφορήσει τον Ενάγοντα ότι η επέμβαση με την χρήση λέιζερ ήταν λιγότερο επώδυνη από την κανονική αιμορροϊδεκτομή αλλά και ότι δεν του εξηγήθηκε αν θα υπήρχε οποιαδήποτε επιπλοκή. Με τα πιο πάνω δεδομένα, κατάληξη μου αποτελεί ότι δεν έχει δοθεί ικανοποιητικός λόγος ως προς το γιατί ο Ενάγοντας επέλεξε το χρονικό αυτό σημείο να υποβάλει την Αίτηση του. Υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους του εφόσον η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη αρχίσει, προηγήθηκε δε η εκδίκαση αριθμού ενδιάμεσων αιτήσεων. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση C. & A. Pelecanos Associates Ltd v. Πελεκάνου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Μας φαίνεται ότι το ιστορικό της υπόθεσης, στο οποίο αναφερθήκαμε, φανερώνει ανάγλυφη την αργοπορία των εφεσειόντων στο αίτημα τους για τροποποίηση. Η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση είναι, μέχρι του σημείου που εκτείνεται ορθή. Θα λέγαμε όμως πρόσθετα, έχοντας υπόψη το ιστορικό, πως ούτε και θα μπορούσε να εξηγηθεί. Πρόκειται, κατά την αντίληψή μας, για κτυπητή περίπτωση και δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στα επιμέρους. Έχουμε, με εκτίμηση, την άποψη πως οι εφεσείοντες εξάντλησαν κάθε περιθώριο και πως για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης προβάλλει εδώ ως ιδιαίτερα επιτακτική και υπερέχει η αναγκαιότητα για την όσο το δυνατό πιο σύντομη λήξη της αντιδικίας». Για τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται συνεπώς υπέρ του Εναγομένου - Καθ'ου η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ²The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties². [2] ²The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or. 19, r. 4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails². 3. ²I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money². cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο