← Κύπρος

RAVICO DEVELOPMENT LTD ν. ΚΟΥΤΑΛΗ, Αρ. Αγωγής: 877/2019, 29/3/2021

RAVICO DEVELOPMENT LTD ν. ΚΟΥΤΑΛΗ, Αρ. Αγωγής: 877/2019, 29/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 877/2019 Μεταξύ: RAVICO DEVELOPMENT LTD, από τη Λευκωσία Ενάγουσα και XXXXXX ΚΟΥΤΑΛΗ, από τη Λεμεσό Εναγόμενου ------------------------------------------------- Αίτηση εκδίκασης προδικαστικού σημείου υπό του Εναγόμενου ημερομηνίας 21/05/2020 Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κος Μάριος Αρίστου Για Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Ε. Αποστολίδου για Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν παραθέτω σύντομη περιγραφή των εκατέρωθεν θέσεων της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής Σύμφωνα με την αγωγή της, η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν ιδιοκτήτρια ενός υποστατικού το οποίο ενοικίαζε στην εταιρεία Caldi Coffee Cyprus Ltd (εφεξής «Caldi») για το ποσό των €.3500 μηνιαίως πλέον κοινόχρηστα και Φ.Π.Α. Τη σύμβαση ενοικίασης εγγυήθηκαν δυο φυσικά πρόσωπα οι XXXXXX Ρουσουνίδης και XXXXXX Κυπριανού (εφεξής «οι εγγυητές»). Κατά την 31.08.2016 η Caldi όφειλε στην Ενάγουσα το ποσό των €63.567,39, ως καθυστερημένα ενοίκια. Η Ενάγουσα κατά την 29.06.2016 καταχώρησε εναντίον της Caldi και των εγγυητών της, την αγωγή 2740/2016 στο Ε.Δ Λεμεσού. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ο Εναγόμενος κατά την 25.01.2017 προσέγγισε την Ενάγουσα και υπέγραψε συμφωνία που έφερε τον τίτλο «Έγγραφη Αναγνώριση Χρέους» (εφεξής η συμφωνία) με την οποία αναγνώρισε τη συνολική οφειλή της Caldi που την 31.12.2016 ανερχόταν στο ποσό των €58.470,36σ. Το εν λόγω ποσό θα το εξοφλούσε δια μηνιαίων καταβολών ποσού ύψους €1.500 από την 01.02.2017 μέχρι εξόφλησης. Ένεκα αυτού η Ενάγουσα δεν προώθησε, όπως ισχυρίζεται, την αγωγή 2740/16, όμως δεν την απέσυρε. Παρά δε την κατάρτιση της ειρημένης συμφωνίας, ο αιτητής ουδέν ποσό κατέβαλε προς την καθ' ης η αίτηση, παρά και τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Όπως προκύπτει από τις παραγράφους 18 και 19 της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα προώθησε την αγωγή 2740/16 και εξασφάλισε απόφαση εναντίον των εγγυητών της Caldi στις 22.12.2017 και εναντίον της Caldi στις 28.11.2018, προφανώς στα πλαίσια της ίδιας αγωγής. Μέχρι σήμερα το εξ' αποφάσεως χρέος δεν έχει εισπραχθεί από την Ενάγουσα Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος, άνευ βλάβης των προδικαστικών του ενστάσεων, αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδεμία ανάμειξη είχε με την εταιρεία Caldi. Αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενώ αρχικά αρνείται την ύπαρξη της, διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι και αν ακόμα καταρτίστηκε η εν λόγω συμφωνία δεν είχε την έννοια ότι θα αναλάμβανε προσωπικά ο Εναγόμενος να πληρώσει τα χρέη της Caldi. Επίσης διαζευκτικά αναφέρει ότι και αν ακόμα αποδειχθεί ότι υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία αυτό έγινε λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή εξαναγκασμού του και συνεπώς αυτή είναι άκυρη. Παραθέτει δε, και σχετικές λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου της Ενάγουσας. Στις υπόλοιπες παραγράφους της υπεράσπισης του συνεχίζει να αρνείται τους όποιους ισχυρισμούς περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης. Η παρούσα Αίτηση Ο Εναγόμενος - Αιτητής (στο εξής «ο Αιτητής) με την υπό κρίση αίτηση αιτείται όπως τα νομικά σημεία (προδικαστικές ενστάσεις) που έχει εγείρει στις παραγράφους 1 και 2 της Υπεράσπισης του προδικαστούν. Οι προδικαστικές ενστάσεις αφορούν ισχυρισμούς για κατάχρηση της διαδικασίας από την καθ' ης η αίτηση και μη αποκάλυψης από πλευράς της αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του Αιτητή. Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους 1 και 2 της Υπεράσπισης: «1. Ο Εναγόμενος προτού προχωρήσει με την Υπεράσπιση εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ του και εναντίον της Ενάγουσας καθ' ότι η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εφόσον, όπως αναφέρει και η Ενάγουσας στις παραγράφους 18 και 19 της Έκθεσης Απαίτησης, έχει ήδη εξασφαλίσει δικαστικές αποφάσεις εναντίον της Εταιρείας και των δυο εγγυητών της Εταιρείας για την επίδικη οφειλή». 2. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά προς το περιεχόμενο της παραγράφου 1 πιο πάνω ο Εναγόμενος εγείρει και δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπερ του και εναντίον της Ενάγουσας καθ' ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου εφόσον όπως αναφέρει η Ενάγουσα στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης η βάση της αγωγής είναι η «Έγγραφη Αναγνώριση χρέους».» Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27 θ.θ 1 - 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι η δικονομική πρόνοια που διέπει το θέμα της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου εγειρόμενου στα δικόγραφα, στη Δ.48 θθ. 1-4, στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, ο οποίος αναφέρει ότι το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας και του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας αφορούν αμιγώς νομικά θέματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν πριν την ακρόαση της ουσίας υπόθεσης. Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και εξεταστούν τα εγειρόμενα σημεία και εγκριθούν τότε το δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης, και θα εξοικονομηθούν χρόνος και έξοδα. Αναφέρει περαιτέρω ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον η ενάγουσα έχει ήδη εξασφαλίσει απόφαση εναντίον της Caldi και των εγγυητών της δικαστικές αποφάσεις. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι η παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου, εφόσον η έγγραφη αναγνώριση χρέους δεν αποτελεί συμφωνία ούτε αυτοτελή βάση αγωγής. Επικαλείται σχετικά την ενδιάμεση απόφαση του παρόντος δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ημερομηνίας 03.04.2020 που αφορούσε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Είναι καταληκτικά ο ισχυρισμός του ότι πληρούνται τα αναγκαία προαπαιτούμενα για να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και εν συνεχεία να εκδικαστούν οι προαναφερόμενες προδικαστικές ενστάσεις, και ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται στο κατάλληλο δικονομικό στάδιο. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας - καθ' ης η αίτησης (στο εξής «καθ' ης η αίτηση») η οποία καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 04.02.21. Στην ένσταση εγείρονται 12 συνολικά λόγοι οι οποίοι όμως μπορούν να συνοψιστούν στους εξής: (
  2. i)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27 και της σχετικής νομολογίας, (
  3. ii)Δεν προκύπτει το απαιτούμενο υπόβαθρο γεγονότων και/ή κοινά παραδεκτά γεγονότα για να επιλυθεί η επίδικη διαφορά στα πλαίσια της παρούσας αίτησης (iii) Τα εγειρόμενα θέματα δεν είναι αμιγώς νομικά (
  4. iv)Η παρούσα δεν αποτελεί απλή και καθαρή περίπτωση έτσι ώστε να αποφασιστεί αν η ενάγουσα έχει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου (
  5. v)Η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να στηριχθεί στο περιεχόμενο άλλων ενδιάμεσων αποφάσεων, αιτήσεων ή και ενόρκων δηλώσεων, παρά μόνο στα δικόγραφα της Αγωγής, της Υπεράσπισης και της Απάντησης (
  6. vi)Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική (vii) Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Βασιλείου δικηγόρου συνεργάτη στη δικηγορική εταιρεία Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση, ο οποίος εξηγεί ότι ο λόγος που προβαίνει στην ένορκη δήλωση είναι η φύση των ζητημάτων που εγείρονται η οποία είναι καθαρά νομική. Αφού υιοθετεί τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο σώμα αυτής, ισχυρίζεται ότι καμία από τις δυο ενστάσεις δεν αφορούν νομικά ζητήματα εφόσον αυτά δεν βρίσκουν έρεισμα ή στηρίζονται σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη. Αρνείται τον ισχυρισμό περί ύπαρξης κατάχρησης από την καταχώρηση της αγωγής ενώ χαρακτηρίζει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του Αιτητή περί καταχρηστικότητας. Εξηγεί στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του ότι δεν υπάρχουν κοινά αποδεκτά γεγονότα, παραθέτοντας ότι αφενός ο Αιτητής αρνείται ότι έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλει στην Καθ' ης η αίτηση οποιοδήποτε ποσό (εφόσον έχει ήδη εξασφαλίσει δικαστική απόφαση) και την ίδια ώρα αρνείται ότι ανάλαβε να πληρώσει το χρέος της Caldi. Αυτό καταδεικνύει κατά την άποψη του καταχρηστικότητα αλλά και έλλειψη ξεκάθαρων γεγονότων. Σε επόμενο σημείο της ένορκης του δήλωσης επισημαίνει ότι δεν μπορεί το δικαστήριο να κρίνει τη νομική σημασία του εγγράφου που τιτλοφορείται «Έγγραφη Αναγνώριση Χρέους» χωρίς να ακούσει μαρτυρία ή και να τεθεί ενώπιον του το εν λόγω έγγραφο. Για να συνεχίσει ότι αυτό, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, αποτελεί σύμβαση εφόσον υπάρχει παροχή και αντιπαροχή. Η τελευταία συνίσταται στην ανάληψη υποχρέωσης από την ενάγουσα να μην προωθήσει την αγωγή και να παραμείνει η Caldi ενοικιάστρια αυτού. Υπάρχει, όπως επίσης αναφέρει, διάσταση στα γεγονότα, όπως προκύπτει από απλή ανάγνωση των δικογράφων. Υποδεικνύει, επιπρόσθετα, ότι ο Αιτητής χρησιμοποιεί λανθασμένο ένδικο μέσο, όσον αφορά την δεύτερη προδικαστική ένσταση, ο οποίος θα έπρεπε να αποταθεί στο δικαστήριο με αίτηση για απόρριψη της αγωγής και όχι να επιζητείται αυτό μέσα από αίτηση εκδίκασης προδικαστικής ένστασης. Επισημαίνει ακόμα ότι η ενδιάμεση απόφαση δεν αποτελεί δεδομένο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν από το παρόν δικαστήριο, εφόσον εκείνη η αίτηση κρίθηκε επί των δικών της γεγονότων. Την ίδια ώρα αναφέρει ότι το παρόν δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ενδιάμεσης απόφασης εξέτασε ισχυρισμό του εδώ Αιτητή για ανυπαρξία βάσης αγωγής εναντίον του και τον απέρριψε. Η επίκληση του ίδιου λόγου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση. Καταληκτικά αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί που εγείρονται με τις προδικαστικές ενστάσεις αφορούν θέματα ουσίας που πρέπει να εξεταστούν και αποφασιστούν κατά την εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης, ενώ είναι εμφανές από το περιεχόμενο των δικογράφων και των ισχυρισμών του εναγόμενου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τόσο η Αίτηση, όσο και η Ένσταση, στηρίζονται στην Δ.27, θ.θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι πρόνοιες των Θεσμών 1 έως και 3 της Δ.27 έχουν ως ακολούθως: "1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient". 2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counterclaim or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just." 3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just» Μέσα από την διατύπωση της πιο πάνω διαταγής προκύπτει ότι η προδικαστική εξέταση νομικού σημείου εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση ασκείται με βάση αρχές και προϋποθέσεις που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία. Ακόμα και στην περίπτωση που υπάρχει συγκατάνευση της άλλη πλευράς το δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει το κατάλληλο της εκδίκασης της προδικαστικής ένστασης. Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία του δικαστηρίου για εκδίκαση προδικαστικών σημείων. Στην υπόθεση Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 949, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, το νομικό σημείο θα πρέπει να αφορά σοβαρό νομικό θέμα που σε περίπτωση δικαίωσης του αιτητή να αποβαίνει καταλυτικά επί της όλης υπόθεσης ή επί ουσιώδους θέματος αυτής. Πέραν τούτου το δικαστήριο δεν θα εκδώσει διαταγή για εκδίκαση προδικαστικού σημείου εκτός εάν υφίστανται κοινά παραδεκτά γεγονότα σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και πάντοτε με φειδώ. Εάν διαπιστωθεί ασάφεια επί των γεγονότων ή του νόμου, ή όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα αυτά θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. (βλ. και Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1609). Η δε αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις κατά το προτιμότερο δε στα πλαίσια της αίτησης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30. Το νομικό σημείο που θα εκδικαστεί θα πρέπει να είναι αμιγώς νομικό, και να διασαφηνίζεται κατάλληλα. Επιπλέον στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225) αναφέρθηκε ότι αίτημα για προδικαστική εξέταση νομικού σημείου εγκρίνεται όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αμφισβητούνται και το μόνο που παραμένει για το Δικαστήριο είναι να αποφανθεί επί του συγκεκριμένου νομικού σημείου, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του Αιτητή, αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Αντικείμενο της αίτησης μπορεί να είναι μόνο το προδικαστικό θέμα, όπως αυτό εγείρεται στα δικόγραφα (βλ. Ανδρέας Πιερίδης ν. Kevork Keshishian κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 224) και στην περίπτωση που τα δικόγραφα και οι ισχυρισμοί που αυτά περιέχουν δεν είναι συγκεκριμένοι ή απαιτείται διεξοδική αναζήτηση και μελέτη των δικογράφων από το Δικαστήριο, η αίτηση απορρίπτεται (βλ. ΚΟΤ ν. Philippa Estates Ltd κ.α.
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1431). Συνοψίζοντας τα πιο πάνω για να αποφασιστεί η εκδίκαση του προδικαστικού σημείου από το δικαστήριο θα πρέπει: α) Το σημείο που εγείρεται να είναι καθαρά νομικό και ουσιώδους σημασίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση που γίνει αποδεκτό να οδηγήσει στην απόρριψη ολόκληρης της αγωγής ή διακριτής βάσης αγωγής, β) Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το νομικό σημείο να είναι συγκεκριμένα και αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά, γ) Κατάλληλο στάδιο για αυτό, είναι κατά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων αλλά πάντως όχι πολύ αργότερα αυτού. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει την εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων, και όχι να αποφασίσει επί της ουσίας αυτών. Μόνο όταν κριθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις να εκδικαστεί η προδικαστική ένσταση θα εξεταστεί η ουσία και εφόσον ακουστούν και οι δυο πλευρές. Όσον αφορά το κατάλληλο του δικονομικού σταδίου που έχει καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση, παρά το ότι δεν έχει υποβληθεί οποιοσδήποτε σχετικός λόγος ένστασης, είναι διαπίστωση του δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωριστεί την 21.05.2020, ήτοι αμέσως μετά την ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου και αμέσως μετά την έκδοση οδηγιών στην κλήση για οδηγίες ημερομηνίας 27.08.2019, η οποία έλαβε χώρα την 26.11.2019. Έχει συνεπώς καταχωρηθεί στο κατάλληλο στάδιο κατά τη νομολογία. Αναφορικά με το θέμα της κατάχρησης διαδικασίας αναμφίβολα πρόκειται για νομικό ζήτημα ουσιώδους σημασίας, το οποίο όμως θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται κατάλληλα από την πλευρά που το εγείρει. Όπως έχει νομολογηθεί το δεδικασμένο μπορεί να είναι γενικής μορφής και να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία ή μπορεί να παραπέμπει μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο θέμα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου (Henderson v. Henderson (1943-60) All E.R. Rep. 378, Theori and another v. Djoni and another
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides and another v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1). Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 επισημάνθηκε ότι τα δικαστήρια έχουν σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζουν διαδικασίες που συνιστούν κατάχρηση διαδικασίας. Περαιτέρω στην Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309) λέχθηκαν τα εξής: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνισή τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Αναφορικά με το ζήτημα της μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος έχει λεχθεί ότι η διαπίστωση αυτού δεν αποτελεί άσκηση διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου αλλά επιτάσσει δικαστική κρίση μετά από σχετική νομική ανάλυση. Σε περίπτωση που ο Αιτών επιτύχει στο να καταδείξει αυτό τον ισχυρισμό τότε η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Σχετικές είναι οι υποθέσεις, όσον αφορά την κατάχρηση και η In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246, 258 και Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121-1122). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Η συνοπτική παρουσίαση εκατέρωθεν θέσεων, στο μέρος της «εισαγωγής» της παρούσας απόφασης, δεικνύει ότι υπάρχει διάσταση γεγονότων σε όλα σχεδόν τα επίπεδα, και στα οποία το Δικαστήριο, στο παρόν στάδιο, δεν μπορεί να υπεισέλθει. Ούτε βεβαίως μπορούν να ληφθούν υπόψιν οι αναφορές των συνηγόρων των μερών στις αγορεύσεις τους με τις οποίες υποστηρίζουν τις θέσεις τους. Στην υπόθεση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.α., Πολιτική Έφεση 151/10, ημερ. 7/3/14, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, ανέφερε ότι υπήρχε στέρεο υπόβαθρο γεγονότων στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις καθότι στην αίτηση καθορίζονταν με σαφήνεια τα νομικά σημεία και σε αυτή επισυναπτόταν η απόφαση που εκδόθηκε στην προγενέστερη αγωγή που επικαλούνταν οι αιτητές. Διατάχθηκε η προδικαστική εκδίκαση του ισχυρισμού περί κατάχρησης ενόψει του ότι είχε υποβληθεί αίτηση για συνένωση των εναγόντων - εφεσιβλήτων ως ενάγοντες στην πρώτη αγωγή αλλά στη συνέχεια αποσύρθηκε. Η βάση δε του αγώγιμου δικαιώματος ήταν η ίδια (ασφαλιστικό συμβόλαιο). Είμαι της άποψης ότι τα δεδομένα της πιο πάνω υπόθεσης διαφέρουν από την υπό κρίση αίτηση για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Στην υπο κρίση περίπτωση ο αιτητής εγείρει ζήτημα κατάχρησης, την οποία όμως καθόλου δεν προσδιορίζει στην ένορκη του δήλωση, υπό την έννοια ότι δεν διασαφηνίζει ή εξειδικεύει με την αναγκαία επάρκεια σε τι συνίσταται και πώς προκύπτει τέτοια κατάχρηση. Δεν παρατίθενται επαρκή γεγονότα ή βάση γεγονότων επί των οποίων να στηρίζεται ο Εναγόμενος για την προώθηση ενός τέτοιου ισχυρισμού. Ο Αιτητής περιορίζεται στο να ισχυριστεί, ότι έχει ήδη εξασφαλιστεί απόφαση από την καθ' ης η αίτηση για χρέος που προέκυπτε από οφειλόμενα ενοίκια εναντίον τρίτων προσώπων, και που αποτελούσε το ίδιο χρέος που ανέλαβε, κατ' ισχυρισμό των εναγόντων, να αποπληρώσει προσωπικά ο Αιτητής. Χωρίς όμως την παράθεση οποιωνδήποτε άλλων κοινών γεγονότων ή που να προκύπτουν από τα δικόγραφα, προσδιοριστικών της φύσης της κατάχρησης που διατείνεται ο Αιτητής ότι υφίσταται, αφαιρεί από τον προβαλλόμενο ισχυρισμό τη δέουσα σαφήνεια που η νομολογία επιτάσσει. Και κάτι ακόμα. Εφόσον ο Αιτητής δεν παραδέχεται καν την ύπαρξη συμφωνίας με την καθ' ης η αίτηση, ότι δηλαδή πράγματι ανέλαβε να αποπληρώσει προσωπικά το επίδικο χρέος, είτε προσδίδει σε αυτή ερμηνεία τέτοια που να μην συνεπάγεται την όποια υποχρέωση του προς αυτήν, προς τι η κατάχρηση; Παρά το ότι η έννοια της κατάχρησης αφορά ένα νομικό θέμα, η ανυπαρξία κοινών παραδεκτών γεγονότων σε συνδυασμό με τη γενικότητα και αοριστία που αυτό προβάλλεται το καθιστά ακατάλληλο για προδικαστική εκδίκαση. Είναι επίσης γεγονός πως στην αίτηση του Αιτητή δεν επισυνάπτεται η αγωγή 2740/16 ή και η απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής, αλλά ακόμα δεν επισυνάπτεται η επίδικη συμφωνία. Ειδικά ο ισχυρισμός που περιέχεται στη γραπτή αγόρευση του αιτητή ότι η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή έχει καταχωρηθεί για την εξασφάλιση του επίδικου χρέους από τον εναγόμενο, πέραν του ότι εγείρεται για πρώτη φορά στην αγόρευση του, αποτελεί ισχυρισμό ο οποίος δεν είναι παραδεκτός. Επομένως ευσταθεί η εισήγηση της καθ' ης η αίτηση περί αοριστίας ή γενικότητας του ισχυρισμού και περί έλλειψης κοινού υποβάθρου γεγονότων και η συγκεκριμένη πτυχή της αίτησης δεν μπορεί να επιτύχει. Αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος ή εύλογης αιτίας αγωγής, η δικανική κρίση στο στάδιο αυτό θα ασκηθεί στη βάση των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας (Οverseas Shipping & Forwarding Co v. Kappa Shipping Co Ltd & others
(1977)1 C.L.R. 248, Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Με άλλα λόγια το δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα αν οι ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης αποδειχθούν αποτελούν παραδεκτή νομική βάση των επιδιωκόμενων θεραπειών ή κάποιων εξ' αυτών. Στην περίπτωση που η απάντηση είναι αρνητική, τότε η διαδικασία θα πρέπει να τερματιστεί. Όπως προαναφέρθηκε, εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. (Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305). Όπως προκύπτει από τη Δ.27 θ.3, η οποία και περιλαμβάνεται στη νομική βάση της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο έχει εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση θεωρεί δίκαιη, η οποία αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και που θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. (βλ. Liberty Life Insurance Public Co Ltd (ανωτέρω) και In Re Pelmaco Development Ltd (ανωτέρω)). Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι μόνο σε απλές και ξεκάθαρες περιπτώσεις δύναται το Δικαστήριο να διατάξει διαγραφή της αγωγής για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή ότι η διαδικασία είναι κακόπιστη ή ενοχλητική. Αξίζει να σημειωθεί ότι αίτηση δυνάμει του πιο πάνω θεσμού μπορεί να υποβληθεί πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, όχι, όμως, πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Στην παρούσα περίπτωση πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό το οποίο ζητεί ο αιτητής δεν είναι η διαγραφή της αγωγής, αλλά η εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται στην Υπεράσπιση του. Συνεπώς το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να εγκρίνει ή απορρίψει την αίτηση, στη βάση των όσων έχον προαναφερθεί, δηλαδή αφού διαπιστώσει την αποκρυστάλλωση αμιγώς νομικού θέματος και στέρεου υπόβαθρου κοινά παραδεκτών γεγονότων. Από τη στιγμή που δεν επιδιώκεται η διαγραφή της αγωγής οι πρόνοιες της Δ.27 θ.3 δεν καλύπτουν την παρούσα περίπτωση (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1338. Όπως όμως αναφέρθηκε και πιο πάνω, όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση, πλην της έκδοσης αποφάσεων εναντίον της Caldi και των εγγυητών της είναι υπό αμφισβήτηση. Ο Αιτητής αρνείται την ύπαρξη, την ισχύ και την ερμηνεία του περιεχομένου της επίδικης συμφωνίας εδραζόμενος σε διαζευκτικές βάσεις υπεράσπισης. Θα ήταν ενδεχομένως διαφορετική η περίπτωση αν αποδεχόταν την υπογραφή της συμφωνίας και την ίδια ώρα προσκομίζοντας αυτή, να ισχυριζόταν την ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν την αποδέχεται ή δεν αποδέχεται δεσμευτική για το πρόσωπο του ισχύ ή ερμηνεία. Είναι ισχυρισμός του Αιτητή ότι η βάση της αγωγής της καθ' ης η αίτηση, όπως η ίδια παραδέχεται, ως ισχυρίζεται, είναι η έγγραφη αναγνώριση χρέους. Όπως έχει λεχθεί στην Αλεξάντρου ν. Κωμοδρόμου κ.α
(1997)1 ΑΑΔ 576, ημερ. 21/05/1997, το όνομα που δίνουν τα μέλη στη μεταξύ τους συναλλαγή αν και είναι σχετικό στοιχείο, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζει η πρόθεση των συμβαλλομένων, για την ανεύρεση της οποίας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν ολόκληρο το κείμενο της σύμβασης και το ερμηνεύει ώστε να προσδιορίσει τη φύση της συμφωνίας. Επομένως το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι ο τίτλος της συμφωνίας ανέγραφε «Έγγραφη Αναγνώριση Χρέους» δεν ισοδυναμεί ότι αυτή είναι και η νομική της φύση. Άλλωστε από την ανάγνωση των ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση στην Έκθεση Απαίτησης, δεν προκύπτει ότι βασίζει την αγωγή της σε έγγραφη αναγνώριση χρέους, αλλά επικαλείται συμφωνία η οποία φέρει αυτό τον τίτλο. Ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας είναι άγνωστο για το Δικαστήριο εφόσον δεν έχει τεθεί ενώπιον του. Ελλείπει συνεπώς το στέρεο υπόβαθρο κοινών παραδεκτών γεγονότων ώστε να αποφασιστεί η εκδίκαση και της υπό κρίση προδικαστικής ένστασης. Συνεπακόλουθα η πιο πάνω θέση του αιτητή, δεν με βρίσκει σύμφωνο, εφόσον δεν προκύπτει από το δικόγραφο της καθ' ης η αίτηση κάτι τέτοιο, ούτε και βέβαια είναι παραδεκτό. Όσον αφορά τη θέση του αιτητή, ότι το παρόν δικαστήριο στην εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα αποφάνθηκε ότι δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα, αξίζει να αναφερθεί ότι η εν λόγω αίτηση κρίθηκε με βάση τα δικά της δεδομένα και μαρτυρία που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου κατά τον επίδικο χρόνο. Άλλωστε το ίδιο το Δικαστήριο επεσήμανε ότι δεν προκύπτει θέμα απόρριψης της αγωγής εφόσον κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων και δη για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων το δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, όπως πλούσια νομολογία συνηγορεί προς τούτο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπακόλουθα, και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση του Εναγόμενου δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.