MONTEROSA DOO BELGRADE ν. NARKISIANA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής:1850/20, 22/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής:1850/20 Μεταξύ: MONTEROSA DOO BELGRADE από Σερβία Ενάγοντες - Αιτητές και
- NARKISIANA LTD
- XXX ΧΕΙΛΕΤΙΚΟΥ
- VIKENTOR INVESTMENTS LTD
- XXX ΣΤΥΛΛΑΣ
- XXX ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
- XXX ΚΙΤΣΙΟΥ
- M.C FANDEOS & CO LTD
- BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED
- SOCIETE GENERALE BANK CYPRUS LIMITED Εναγόμενοι - Καθ'ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 11.9.2020 για προσωρινό διάταγμα Ημερ.: 22 Μαρτίου, 2021 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Χατζηαναστάση Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Λαζάρου Για τους Εναγόμενους αρ. 3, 4 και 7 - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Πέτσας Για τους Εναγόμενους αρ. 5 και 6 - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Παρασκευά Για τους Εναγόμενους αρ. 8 - Καθ'ων η Αίτηση: κα Κακουλλή Για τους Εναγόμενους αρ. 9 - Καθ'ων η Αίτηση: κα Θεοχάρους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εκδίκαση Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές αξίωσαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων. Κατά την 15.9.2020 εξεδόθησαν τα πιο κάτω Διατάγματα τα οποία εκκρεμούν μέχρι και σήμερα: «Δ. Διάταγμα φίμωσης (Gagging Order) εναντίων των Εναγόμενων που να τους απαγορεύει και/ή εμποδίζει από το να πληροφορούν με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε άτομο, περιλαμβανόμενων των τελικών δικαιούχων των εταιρειών Narkisiana και Vikentor και των XXX Stanojevic (με αριθμό ταυτότητας XXX), XXX Mazalica (με αριθμό ταυτότητας XXX), XXX Tomic (με αριθμό ταυτότητας XXX) και XXX Subašić, για την παρούσα διαδικασία ή του περιεχομένου αυτής ή/και της φύσης αυτής ή να προειδοποιήσουν τα πιο πάνω πρόσωπα ότι έχει ασκηθεί ή θα ασκηθεί αγωγή εναντίον τους από την Αιτήτρια, μέχρι τις περαιτέρω οδηγίες του Δικαστηρίου ή/και μέχρι να αποκαλυφθούν οι πληροφορίες ή/και τα έγγραφα που αιτούνται υπό το αιτητικό Α- Γ της παρούσας Αίτησης ή/και μέχρι να υποβληθεί η ένορκη δήλωση αποκάλυψης στους δικηγόρους της Αιτήτριας. Ε. Επιπρόσθετα, διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους ή/και τους εντολείς των Εναγόμενων, ή/και τους συνεργάτες τους, ή/και τους εκπροσώπους ή/και τους αντιπροσώπους ή/και υπάλληλους ή/και αξιωματούχους ή/και διευθυντές, είτε υφιστάμενους είτε μη, να απέχουν από το να κρύψουν, να τροποποιήσουν, να διαγράψουν ή να καταστρέψουν οποιαδήποτε πληροφορία, δεδομένα, έγγραφα είτε σε ηλεκτρονική ή/και έντυπη μορφή ή/και σε σκληρή μορφή ή/και σε άλλη μορφή που σχετίζεται με τις πληροφορίες και τα έγγραφα που ζητούνται υπό το αιτητικό A -Γ». Ταυτόχρονα δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της Αίτησης αναφορικά με τα πιο κάτω αιτητικά: «Α. Διάταγμα τύπου "Norwich Pharmacal" που να διατάσσει τους Εναγόμενους 2, 4, 5, 6 και τους Εναγόμενους 1 και 3 μέσω των αξιωματούχων τους ή/και εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους ή/και των διευθυντών τους ή/και των υπαλλήλων τους, όπως ετοιμάσουν εντός επτά
(7)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος και καταχωρήσουν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και επιδώσουν στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση η οποία θα: 1. αποκαλύπτει και περιέχει όλες τις πληροφορίες ή/και έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή, επιμέλεια και έλεγχο τους, είτε αυτά βρίσκονται σε έντυπη είτε ηλεκτρονική μορφή (ή, αν αυτά τα έγγραφα και/ή πληροφορίες δεν βρίσκονται στην κατοχή, επιμέλεια, η έλεγχο τους, να επισημαίνουν τέτοια έγγραφα και/ή πληροφορίες και τα πρόσωπα των οποίων στην κατοχή, επιμέλεια, ή έλεγχο μπορούν να ανευρεθούν αυτά) που σχετίζονται με: (
- i)την ταυτότητα και τις διευθύνσεις των προσώπων τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και/ή παρουσιάσθηκαν ότι ήταν και/ή είναι και/ή παρουσιάσθηκαν ότι είναι οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των μετοχών των εταιρειών Vikentor Investments Ltd (Vikentor) και Narkisiana Ltd (Narkisiana)∙ (
- ii)την ταυτότητα και τις διευθύνσεις των προσώπων τα οποία ανέθεσαν στους Εναγόμενους 2, 4, 5, 6 να ιδρύσουν ή/και προβούν στη σύσταση ή/και εγγραφή των εταιρειών Vikentor και Narkisiana και οι οποίοι ανέθεσαν στους Εναγόμενους 2, 4, 5, 6 τη διαχείριση των υποθέσεών τους∙ (iii) κατάλογο με τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των προσώπων που έδιδαν κατά τον χρόνο σύστασης ή εγγραφής των εταιρειών Vikentor και Narkisiana και/ή συνεχίζουν να δίνουν εντολές στους αξιωματούχους των εταιρειών Vikentor και Narkisiana ∙ (
- iv)οποιοδήποτε έγγραφο δυνάμει του οποίου προκύπτει ότι οι αξιωματούχοι των εταιρειών Vikentor και Narkisiana ήταν και/ή συνεχίζουν να είναι μόνον κατ' όνομα (nominee) αξιωματούχοι και δεν εκτελούσαν οι ίδιοι πραγματικές διευθυντικές αρμοδιότητες· (
- v)έγγραφο εμπιστεύματος (trust deed) ή/και οποιεσδήποτε πληροφορίες που αποδεικνύουν και/ή τεκμηριώνουν και/ή αποκαλύπτουν ότι οι αξιωματούχοι των εταιρειών Vikentor και Narkisiana ενεργούσαν κατόπιν εντολών ή/και οδηγιών ή/και δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης των πραγματικών τους δικαιούχων (ultimate beneficial owners)∙ (
- vi)οποιαδήποτε αλληλογραφία μεταξύ των Εναγόμενων 2, 4, 5, 6 και των εντολέων τους ή/και των τελικών δικαιούχων των εταιρειών Vikentor και Narkisiana σε σχέση με τη διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων ή/και της διαχείρισης της BS Gradnja Properties doo (BSGP) ∙ (vii) τα πρακτικά ή/και τα ψηφίσματα (resolutions) του Διοικητικού Συμβουλίου ή/και των μετόχων της Vikentor ή/και τα πληρεξούσια έγγραφα (power of attorney) ή/και τις εξουσιοδοτήσεις που χορηγήθηκαν ή/και εκδόθηκαν ή/και τις οδηγίες που έλαβαν και/ή τα πρόσωπα που έδωσαν τις εν λόγω οδηγίες ή/και οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα, αναφορικά με την συμφωνία ημερομηνίας 10 Σεπτεμβρίου 2015 που υπογράφηκε μεταξύ των European Real Estate doo (ERE), Global Compact doo (GC), και Vikentor σε σχέση με την αγορά των μετοχών της BSGP (η Πρώτη Συμφωνία)∙ (viii) τα πρακτικά ή/και τα ψηφίσματα (resolutions) του Διοικητικού Συμβουλίου ή/και των μετόχων της Vikentor ή/και τα πληρεξούσια έγγραφα (power of attorney) ή/και τις εξουσιοδοτήσεις που χορηγήθηκαν ή/και εκδόθηκαν ή/και τις οδηγίες που έλαβαν και/ή τα πρόσωπα που έδωσαν τις εν λόγω οδηγίες ή/και οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα, αναφορικά με την συμφωνία ημερομηνίας 16 Νοεμβρίου 2015 που υπογράφηκε μεταξύ των ERE και Vikentor σε σχέση με την επένδυση στην Κύπρο (η Επενδυτική Συμφωνία)∙ (
- ix)τα πρακτικά ή/και τα ψηφίσματα (resolutions) του Διοικητικού Συμβουλίου ή/και των μετόχων της Vikentor ή/και τα πληρεξούσια έγγραφα (power of attorney) ή/και τις εξουσιοδοτήσεις που χορηγήθηκαν ή/και εκδόθηκαν ή/και τις οδηγίες που έλαβαν και/ή τα πρόσωπα που έδωσαν τις εν λόγω οδηγίες ή/και οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα, αναφορικά με την συμφωνία ημερομηνίας 16 Απριλίου 2018 που υπογράφηκε μεταξύ της Narkisiana και της Vikentor σε σχέση με την αγορά των μετοχών της BSGP (η Δεύτερη Συμφωνία)∙ (
- x)τον συγκεκριμένο ρόλο ή/και θέση του και/ή τις οδηγίες του XXX Stanojevic (με αριθμό ταυτότητας XXX) ή/και του XXX Tomic (με αριθμό ταυτότητας XXX) στις εταιρείες Narkisiana και Vikentor∙ (
- xi)πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών των εταιρειών Vikentor και Narkisiana, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών της ταυτότητας και διεύθυνσης των προσώπων που υπογράφουν (signatories) για τους εν λόγω λογαριασμούς των εν λόγω Εταιρειών και/ή των προσώπων που διαχειρίζονται αυτούς τους λογαριασμούς. (xii) οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό των εταιρειών Narkisiana και Vikentor ή/και οποιουδήποτε αιτήματος πληρωμής που υποβλήθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες των τελικών τους δικαιούχων ή/και του XXX Stanojevic (με αριθμό ταυτότητας XXX) ή/και των Εναγόμενων 4, 5 και 6, από την ημερομηνία ανοίγματος τέτοιου λογαριασμού μέχρι και την ημερομηνία κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης· (xiii) οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκουν είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω οποιουδήποτε νομικού ή/και φυσικού προσώπου ή/και έγγραφου εμπιστεύματος ή/και άλλως πώς από τις εταιρείες Narkisiana και Vikentor είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό∙ (xiv) αντίγραφα των τραπεζικών καταστάσεων ή/και των εντολών πληρωμών που γίνονταν από ή/και εκ μέρους των εταιρειών Narkisiana και Vikentor από την μέρα ανοίγματος τους μέχρι την ημερομηνία κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης· (
- xv)τα ονόματα των προσώπων ή/και οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η ταυτότητα του προσώπου που εξουσιοδότησε τις συναλλαγές ή/και εμβάσματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εταιρειών Narkisiana και Vikentor ∙ (xvi) όλες οι πληρωμές και οι συναλλαγές που πραγματοποίησε η Vikentor και η Narkisiana στην ERE, GC, και BSGP και/ή σχετικά με την Πρώτη Συμφωνία, Δεύτερη Συμφωνία και Επενδυτική Συμφωνία ∙ (xvii) Οποιεσδήποτε συμφωνίες, επιστολές, εντολές ή αποδείξεις πληρωμών, καταστάσεις λογαριασμών και οποιεσδήποτε άλλες μορφές (συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής μορφής) αλληλογραφίας, σημείωσης και αρχειοθέτησης που βρίσκονται στην κατοχή ή/και φύλαξη τους, ή/και βασίζονται σε, ή/και σε σχέση με συμφωνίες ή/και συναλλαγές μεταξύ της Vikentor, Narkisiana, ERE, GC και BSGP ∙ (xviii) Όλα τα έγγραφα ή/και οι πληροφορίες ή/και οι οδηγίες που λήφθηκαν από τους Εναγόμενους 2, 4, 5, 6, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως διευθυντές ή/και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι των εταιρειών Vikentor και Narkisiana, ή/και όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή τους ή/και ελέγχουν ή/και γνωρίζουν άμεσα ή έμμεσα ή/και σχετίζονται με την ιδιοκτησία των εταιρειών Vikentor και Narkisiana, ή/και του πραγματικού ιδιοκτήτη τους ή/και του τελικού ή/και απώτερου δικαιούχου (ultimate beneficial owners) ή/και οιαδήποτε μεταβολή αυτών από την μέρα σύστασης ή/και εγγραφής των πιο πάνω εταιρειών μέχρι την ημέρα κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. (xix) Όλα τα έγγραφα ή/και οι πληροφορίες ή/και οι οδηγίες που λήφθηκαν από τους Εναγόμενους 2, 4, 5, 6, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως διευθυντές ή/και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι των εταιρειών Vikentor και Narkisiana, ή/και όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή τους ή/και ελέγχουν ή/και γνωρίζουν άμεσα ή έμμεσα ή/και σχετίζονται με την ιδιοκτησία των ERE και της BSGP από την μέρα σύστασης ή/και εγγραφής ή/και μεταβολής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των εταιρειών ERE και BSGP μέχρι την ημέρα κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. 2. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια και παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους της Αιτήτριας, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο αυτών, που αποδεικνύουν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο Α (
- i)μέχρι (xix) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό) αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εταιρικών εγγράφων, εξουσιοδοτήσεων (powers of attorney), ψηφισμάτων (resolutions) των διοικητικών συμβουλίων των Εναγόμενων 1 και 3, ψηφισμάτων (resolutions) των μετόχων των Εναγόμενων 1 και 3, συμφωνιών, αιτήσεων (petitions), εντύπων, γραπτών οδηγιών, τιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων, και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου είναι υπό την κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη των Εναγόμενων 2, 4, 5, 6 και τους Εναγόμενους 1 και 3 μέσω των αξιωματούχων τους. B. Διάταγμα τύπου "Norwich Pharmacal" που να διατάσσει όπως η Εναγόμενη 7 μέσω των αξιωματούχων της ή/και εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της ή/και των διευθυντών της ή/και των υπαλλήλων της, όπως ετοιμάσει εντός επτά
(7)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος και καταχωρήσει στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και επιδώσει στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση η οποία θα: 1. αποκαλύπτει και περιέχει όλες τις πληροφορίες ή/και έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή, επιμέλεια και έλεγχο τους, είτε αυτά βρίσκονται σε έντυπη είτε ηλεκτρονική μορφή (ή, αν αυτά τα έγγραφα και/ή πληροφορίες δεν βρίσκονται στην κατοχή, επιμέλεια, η έλεγχο τους, να επισημαίνουν τέτοια έγγραφα και/ή πληροφορίες και τα πρόσωπα των οποίων στην κατοχή, επιμέλεια, ή έλεγχο μπορούν να ανευρεθούν αυτά) που σχετίζονται με: (
- i)Αντίγραφα υπογεγραμμένων εκθέσεων ανεξάρτητου ελεγκτή (signed audit reports) ή/και των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων ή/και άλλων καταστάσεων οικονομικής φύσεως των εταιρειών Vikentor και Narkisiana για το έτος 2018 και εντεύθεν∙ (
- ii)Τυχόν υποστηρικτικά έγγραφα που παρασχέθηκαν στην Εναγόμενη 7 και/ή τους υπαλλήλους ή/και τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της για τη σύνταξη ή/και έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων των εταιρειών Vikentor και Narkisiana για τα έτη 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019 από την ημερομηνία σύστασης ή/και εγγραφής τους μέχρι την ημερομηνία κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης· (iii) Οποιεσδήποτε οδηγίες δόθηκαν από τις εταιρείες Vikentor και Narkisiana και/ή από τους αξιωματούχους αυτών ή/και από οποιονδήποτε άλλο εντολοδόχο που ενεργεί για λογαριασμό των εταιρειών Vikentor και Narkisiana στην Εναγόμενη 7 και/ή τους αξιωματούχους αυτής και/ή τους εξουσιοδοτημένους της αντιπρόσωπους ή/και υπαλλήλους αναφορικά με την σύνταξη ή/και έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2015 μέχρι 2019· (
- iv)Οποιαδήποτε αλληλογραφία μεταξύ της Εναγόμενης 7 ή/και των υπαλλήλων της ή/και εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της και των εταιρειών Vikentor και Narkisiana ή/και οποιουδήποτε από τους εντολοδόχους που ενεργούν για λογαριασμό των εταιρειών Vikentor και Narkisiana· (
- v)Οποιοδήποτε έγγραφο αποκαλύπτει τα στοιχεία του τελικού δικαιούχου και/ή των τελικών δικαιούχων της Vikentor και της Narkisiana καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους κατά τους οποίους η Εναγόμενη 7 λάμβανε οδηγίες είτε άμεσα από αυτούς είτε μέσω άλλων προσώπων που ενεργούσαν εκ μέρους και για λογαριασμό των τελικών δικαιούχων των Εναγόμενων 1 και 3 και να επισυνάπτονται τα σχετικά έγγραφα που σχετίζονται με την εσωτερική λειτουργία της Εναγόμενης 7, συμπεριλαμβανομένου και συμμόρφωσης με διαδικασίες Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και/ή Δέουσας Επιμέλειας και/ή "Γνώρισε τον Πελάτη" (Know Your Client) KYC που έχει στην κατοχή της η Εναγόμενη 7 σε σχέση με τις εταιρείες Vikentor και Narkisiana από την ημερομηνία σύστασης και/ή εγγραφής των εν λόγω εταιρειών ή/και από την ημερομηνία που οι Εναγόμενοι 1 και 3 κατέστησαν πελάτες της Εναγόμενης 7 μέχρι την μέρα κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης· 2. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια και παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους της Αιτήτριας, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο αυτών, που αποδεικνύουν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο Β (
- i)μέχρι (
- v)ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό) αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εταιρικών εγγράφων, εξουσιοδοτήσεων (powers of attorney), γραπτών οδηγιών και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου είναι υπό την κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη της Εναγόμενης 7 μέσω των αξιωματούχων ή/και των υπαλλήλων ή/και των εντολοδόχων της. Γ. Διάταγμα τύπου "Norwich Pharmacal" που να διατάσσει όπως οι Εναγόμενοι 8 και 9 μέσω των αξιωματούχων τους ή/και εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους ή/και των διευθυντών τους ή/και των υπαλλήλων τους, όπως ετοιμάσουν εντός επτά
(7)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος και καταχωρήσουν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και επιδώσουν στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο ή υπάλληλο των Εναγόμενων 8 και 9, η οποία θα: 1. αποκαλύπτει και περιέχει όλες τις πληροφορίες ή/και έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή, επιμέλεια και έλεγχο τους, είτε αυτά βρίσκονται σε έντυπη είτε ηλεκτρονική μορφή (ή, αν αυτά τα έγγραφα και/ή πληροφορίες δεν βρίσκονται στην κατοχή, επιμέλεια, η έλεγχο τους, να επισημαίνουν τέτοια έγγραφα και/ή πληροφορίες και τα πρόσωπα των οποίων στην κατοχή, επιμέλεια, ή έλεγχο μπορούν να ανευρεθούν αυτά) που σχετίζονται με: (
- i)τους Τραπεζικούς Λογαριασμούς των εταιρειών Vikentor και Narkisiana και/ή οποιαδήποτε αίτηση πληρωμής (payment request), η οποία έγινε βάσει των οδηγιών των εταιρειών Vikentor και Narkisiana και/ή των εξουσιοδοτημένων αντιπρόσωπων τους και/ή των προσώπων που υπογράφουν (signatories) για τους εν λόγω λογαριασμούς ή/και διαχειρίζονται αυτούς από την ημερομηνία ανοίγματος τέτοιων λογαριασμών μέχρι την ημερομηνία κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης· (
- ii)τη κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών που είναι επ' ονόματι της Vikentor και της Narkisiana στους Εναγόμενους 8 και 9 από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι και την ημερομηνία κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης· (iii) τη κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού με αριθμό XXX που είναι επ' ονόματι της Vikentor στην Εναγόμενη 9 αντίστοιχα ή/και οποιωνδήποτε άλλων λογαριασμών από την ημερομηνία ανοίγματος μέχρι και την ημερομηνία κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης· (
- iv)λεπτομέρειες ή/και υποστηρικτικά έγγραφα σε σχέση με κάθε μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή αίτηση πληρωμής (payment request) και/ή είσπραξη και/ή κατάθεση και/ή χρέωση και/ή πίστωση που έγινε αναφορικά με τους λογαριασμούς διατηρεί η Vikentor και η Narkisiana στους Εναγόμενους 8 και 9 από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι την ημέρα κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, περιλαμβανομένων λεπτομερειών αναφορικά με τα πρόσωπα στα οποία έγιναν πληρωμές ή εμβάσματα, ημερομηνία και ποσά πληρωμών ή εμβασμάτων· (
- v)τις οδηγίες (ηλεκτρονικής ή άλλης μορφής) που έλαβαν οι Εναγόμενοι 8 και 9 αναφορικά με τη διαχείριση των λογαριασμών που διατηρούν η Vikentor και η Narkisiana από οποιοδήποτε πρόσωπο συμπεριλαμβανομένων και χωρίς περιορισμό, οδηγιών για συναλλαγές και/ή καταθέσεις και/ή αναλήψεις και/ή συμβάσεις και/ή άλλως πως· 2. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια και παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους της Αιτήτριας, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο αυτών, που αποδεικνύουν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο Γ (
- i)μέχρι (
- v)ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό) και των πιο κάτω εγγράφων: (
- i)όλα τα έγγραφα οποιασδήποτε μορφής συμπεριλαμβανομένων αλλά χωρίς περιορισμό, των εγγράφων και/ή στοιχείων που αφορούν την διαπίστωση και/ή εξακρίβωση και/ή επιβεβαίωση ταυτότητας πελατών (know your client procedures) και/ή όλα τα έγγραφα και/ή πληροφορίες που συλλέχθηκαν από τις εταιρείες Vikentor και Narkisiana μέσω των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους ή/και των υπαλλήλων ή/και αξιωματούχων τους κατ' εντολή των Εναγόμενων 8 και 9 στο πλαίσιο των υποχρεώσεων αυτών σε σχέση με τους λογαριασμούς που διατηρούν οι εταιρείες Vikentor και Narkisiana στους Εναγόμενους 8 και 9 από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι την ημέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης· (
- ii)Οποιαδήποτε έγγραφα σχετικά με την ταυτότητα των τελικών πραγματικών δικαιούχων και/ή προσώπων που έλεγχαν και/ή ελέγχουν τις εταιρείες Vikentor και Narkisiana από την μέρα σύστασης των εταιρειών Vikentor και Narkisiana μέχρι την μέρα κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης· (iii) Αντίγραφα αναλυτικών τραπεζικών καταστάσεων των εταιρειών Vikentor και Narkisiana από την μέρα ανοίγματος των λογαριασμών μέχρι την μέρα κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης· (
- iv)Οποιαδήποτε ερωτηματολόγια (questionaires) σχετικά με τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους των εταιρειών Vikentor και Narkisiana από την μέρα σύστασης των εν λόγω εταιρειών μέχρι την μέρα κατάρτισης και καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης· (
- v)Οποιαδήποτε πληρεξούσια που εκδόθηκαν εκ μέρους των εταιρειών Vikentor Investments Ltd και Narkisiana Ltd από την μέρα σύστασης τους μέχρι την μέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης· (
- vi)Οποιαδήποτε υποστηρικτικά έγγραφα (supporting documents) που προωθήθηκαν στους Εναγόμενους 8 και 9 σχετικά με οποιεσδήποτε πληρωμές που καταβλήθηκαν και/ή λήφθηκαν από τις εταιρείες Vikentor και Narkisiana από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι την ημέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, και· (vii) κάθε άλλο έγγραφο που έχουν στην κατοχή τους οι Εναγόμενοι 8 και 9 και/ή επικοινωνίες και/ή γραπτές συμφωνίες τα οποία σχετίζονται και/ή αφορούν τους λογαριασμούς που διατηρεί η Vikentor και η Narkisiana στους Εναγόμενους 8 και 9 από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι την ημέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης· ................. Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο η Αιτήτρια να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τις ληφθείσες πληροφορίες μετά τη συμμόρφωση με το διάταγμα αποκάλυψης προκειμένου να υποστηρίξει και/ή να τεκμηριώσει και/ή να αποδείξει την αγωγή που πρόκειται να καταχωριστεί εναντίον των αδικοπραγούντων και/ή διαδικασίες εκτέλεσης ή/και σε προστατευτικά και/ή προσωρινά και/ή παρεμπίπτοντα ή/και απαγορευτικά μέτρα ή/και θεραπείες, και/ή εναντίον οποιωνδήποτε εταιρειών και/ή προσώπων που συμμετείχαν στη συνομωσία που διαπράχθηκε εναντίον της Αιτήτριας, στην Κύπρο ή/και στο εξωτερικό». Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 αρ. 2, 4, 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960αρ. 29, 30, 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Θ.1 (γ)(η), Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-9, Δ.64, Δ.51 Θ.1 και Δ.59, Δ.64, στην Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση Παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων τύπου "Norwich Pharmacal", στις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν από το κοινοδίκαιο στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others -v- Commissioners and Customs Excise
(1973)2 ALL E. R. 943 και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Alkabes εκ των διευθυντών των Εναγόντων ο οποίος αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Σερβία με μετόχους τις εταιρείες Banoka Sarl και Atys SA. Η Εναγόμενη αρ. 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με μοναδικό διευθυντή, γραμματέα και μέτοχο την Εναγομένη αρ.
- Η Εναγόμενη αρ. 3 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με μοναδικό διευθυντή και μέτοχο τον Εναγόμενο αρ. 4 και γραμματέα την Εναγομένη αρ.
- Η Εναγόμενη αρ. 6 υπήρξε γραμματέας της Εναγομένης αρ. 3 από τις 16.9.2014 μέχρι και την 12.10.
- Η Εναγόμενη αρ. 7 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο στην οποία ο Εναγόμενος αρ. 4 είναι συνέταιρος. Η Εναγόμενη αρ. 7 ετοίμασε τους ελεγμένους λογαριασμούς των Εναγομένων αρ. 1 και 3 για τα έτη 2015, 2016 και
- Οι Εναγόμενες αρ. 8 και 9 είναι τράπεζες και κατά την υπογραφή των εγγράφων που αφορούν στις μετοχές της BSBG η Εναγόμενη αρ. 3 διατηρούσε σε αυτές λογαριασμούς. Όπως εξηγεί ο Ενόρκως Δηλών, ο XXX Stanojevic (XXX) είναι ο τελικός δικαιούχος στις εταιρείες BS International Investment Group (BSIG) εταιρεία εγγεγραμμένη στο New Jersey των ΗΠΑ, European Real Estate doo (ERE) εταιρεία εγγεγραμμένη στην Σερβία που βρίσκεται σε πτώχευση από τον Φεβρουάριο 2018, της Klariden doo Belgrade (Klariden) εταιρείας εγγεγραμμένης στην Σερβία, και της BS Grandja Properties doo (BSGP) στο Βελιγράδι. Διευθυντής της BSGP είναι ο XXX και η Εναγόμενη αρ. 1 ο μοναδικός της μέτοχος. Ο XXX Torex είναι ο τελικός δικαιούχος της Torex Co εταιρείας εγγεγραμμένης στην Σερβία η οποία επίσης βρίσκεται σε πτώχευση κατόπιν διαδικασιών που προώθησαν οι Ενάγοντες. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι ο XXX ενορχήστρωσε και εκτέλεσε δόλιο σχέδιο εναντίον των Εναγόντων με την χρήση πλασματικών συμφωνιών μεταξύ (α) της ERE, GC και Εναγομένης 3, (β) ERE και Εναγομένης αρ. 3 και (γ) Εναγομένης αρ. 1 και Εναγομένης αρ. 3 για διευκόλυνση της μεταβίβασης και αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των ERE, Klariden και Torex οδηγώντας τις εταιρείες αυτές σε πτώχευση και καθιστώντας τες ανίκανες να καταβάλουν ποσά που είχαν επιδικαστεί προς όφελος των Εναγόντων. Συγκεκριμένα το 2009 η εταιρεία Carefour S.A. επιθυμούσε να ανεγείρει ξενοδοχείο στο Βελιγράδι και προσέγγισαν τον XXX ένεκα του ότι αυτός, η Tomic, η ERE, η Torex και η BSIG ήταν ιδιοκτήτες γης στο κέντρο του Βελιγραδίου. Εισηγήθηκαν στον Ομνύοντα και στον κ. XXX να εκτιμήσουν την καταλληλότητα της γης. Την 14.7.2009 η εταιρεία Cofis SA (που ανήκει στον XXX) υπέγραψε Letter of Intent με την BSIG για την ανέγερση του ξενοδοχείου. Η γη θα μοιράζετο σε 4.600τ.μ. για το ξενοδοχείο και σε 2.600τ.μ. για οικιστική μονάδα. Ο XXX θα ενέγραφε την Ενάγουσα εταιρεία η οποία θα ήταν συνιδιοκτήτρια της γης του ξενοδοχείου και θα υπέβαλλε την αίτηση για άδεια οικοδομής. Όταν αυτή εκδίδετο ο XXX θα πουλούσε την Ενάγουσα εταιρεία στην Cofis SA για €3εκ. Μετά η Cofis SA θα έδινε διάφορα ποσά στον XXX για την εγγραφή, τους φόρους και την ετοιμασία εγγράφων. Η Cofis SA θα έκανε σύμβαση οικοδόμησης του ξενοδοχείου με την Klariden και θα μετέφερε ποσό €2.999.500 στον λογαριασμό της BSIG. Την 16.10.2010 υπεγράφη συμφωνία δανείου μεταξύ του XXX και του XXX για να δανείσουν στους Ενάγοντες ποσό €1.700.000 που αφορούσε στα έξοδα της άδειας οικοδομής. Παρά το ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν, τελικά διαπιστώθηκε ότι μόνο το ποσό των €700.000 καταβλήθηκε για τον σκοπό αυτό. Την 6.5.2010 οι Ενάγοντες και η Klariden υπέγραψαν συμφωνία για την ανέγερση του ξενοδοχείου στο πλαίσιο της οποίας οι Ενάγοντες κατέβαλαν διάφορα ποσά στην Klariden. Την 15.3.2011 οι XXX και XXX κατέστησαν μέτοχοι των Εναγόντων μεταφέροντας ποσό €2.999.500 σε λογαριασμό της BSIG στην Ελβετία. Μεταξύ Απριλίου και Μάϊου 2011 οι νέοι διευθυντές των Εναγόντων διαπίστωσαν σοβαρά λάθη και ελλείψεις στην οικοδόμηση του ξενοδοχείου. Aνέστειλαν την συμφωνία ανέγερσης και την 16.6.2011 τερμάτισαν την συμφωνία με την Klariden και ξεκίνησαν διαδικασία διαιτησίας. Ενώ η διαιτησία συνεχίζετο ο XXX πώλησε την Klariden στον υπάλληλο του XXX Stevanovic. Τότε ο XXX εξέδωσε αριθμό τιμολογίων κατά της Klariden που οδήγησαν στην πτώχευση της και στην αναστολή της διαιτησίας. Οι διαιτητές, όμως, αποφάσισαν να προχωρήσουν με την εκδίκαση της υπόθεσης και την 27.1.2014 εξεδόθη διαιτητική απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Μετά από έρευνες διαπιστώθηκε ότι ποσό περί των €409.000 είχε μεταφερθεί στην Klariden από τον λογαριασμό των Εναγόντων και ποσό €100.000 στην υπεράκτια εταιρεία International Investment Construction of Delaware με οδηγίες του XXX. Το δε ποσό των €100.000 κατέληξε σε προσωπικό λογαριασμό του XXX. Κατόπιν τούτων καταχωρίστηκε αριθμός ποινικών διαδικασιών από τους Ενάγοντες κάποιες εκ των οποίων έχουν απορριφθεί ενώ κάποιες εκκρεμούν. Στο παρόν στάδιο εκκρεμούν εναντίον του XXX στο Βελιγράδι ποινικές διαδικασίες για ξέπλυμα χρήματος, φοροδιαφυγή και κατάχρηση εξουσίας που έχουν ως βάση τα προαναφερόμενα ποσά των €409.000 και €100.
- Επιπλέον το 2012 οι Ενάγοντες υπέβαλαν ποινικό παράπονο εναντίον του XXX και άλλων δύο ατόμων για το ότι οδήγησαν την Klariden σε πτώχευση. Πέραν των πιο πάνω, την 17.10.2010 οι Ενάγοντες, ERE, Torex και Tomic υπέγραψαν συμφωνία για συνοδιοκτησία της προαναφερόμενης γης δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες θα ανήγειραν το ξενοδοχείο και οι άλλοι συμβαλλόμενοι θα ανήγειραν οικιστική / εμπορική μονάδα. Οι Ενάγοντες εκφράζουν την πεποίθηση ότι ο XXX χρησιμοποίησε την επιρροή του ώστε να αλλάξει η άδεια με την επέκταση των δικαιωμάτων για ανέγερση οικιστικών σε 4.972τ.μ. αντί 2.600τ.μ. και έκτισε παράνομα ακόμη 500τ.μ.. Αυτό προκάλεσε ζημιά στους Ενάγοντες και ήταν σε παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας. Οι Ενάγοντες ξεκίνησαν διαδικασία Διαιτησίας και την 17.3.2017 εξεδόθη διαιτητική απόφαση υπέρ τους και εναντίον των ERE, Torex και Tomic για ποσό ΗΠΑ$ 405.000 και περίπου €100.
- Ενώ εκκρεμούσε η διαιτητική διαδικασία: - Η ERE μετέφερε όλα της τα περιουσιακά στοιχεία στην BSGP. - Την 10.9.2015 οι μετοχές της BSGP πουλήθηκαν στην Εναγόμενη αρ. 3 (Α Συμφωνία Πώλησης Μετοχών). - Την 19.6.2015 οι μέτοχοι της BSGP (ERE και GC) προχώρησαν σε ψήφισμα για αύξηση του κεφαλαίου της. - Η Εναγόμενη αρ. 3 κατέστη ο μοναδικός μέτοχος της BSGP χωρίς να καταβάλει το ποσό της αγοράς μετοχών. - Η τιμή πώλησης συμφωνήθηκε σε €4.079.132 (εκ των οποίων €149.704.15 θα καταβάλλετο στην GC και €3.929.428 στην ERE) εντός 7 ετών χωρίς τόκους. - Η Εναγόμενη αρ. 3 θα διοικούσε την BSGP από 10.9.2015 και ο XXX θα παρέμενε ο διευθυντής της BSGP μέχρι την αποπληρωμή. Αποτελεί πεποίθηση των Εναγόντων ότι η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων έγινε ώστε να αποφευχθεί η συμμόρφωση με την Διαιτητική Απόφαση που θα εκδίδετο. Την 16.11.2015 υπεγράφη μεταξύ της ERE και της Εναγομένης αρ. 3 Συμφωνία Επένδυσης για ανέγερση 2 εμπορικών κτιρίων στην Λεμεσό με ποσό επένδυσης €12.764.
- Πεποίθηση των Εναγόντων είναι ότι απώτερος σκοπός της Συμφωνίας Επένδυσης ήταν η πρόκληση υποχρέωσης από την ERE προς την Εναγομένη αρ. 3 ώστε η Εναγομένη αρ. 3 να μπορεί να αποκτήσει τις μετοχές στην BSGP χωρίς να πληρώσει κάτι. Την 16.4.2018 υπεγράφη μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και 3 συμφωνία για πώληση μετοχών της BSGP (Β Συμφωνία Πώλησης) δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη αρ. 1 θα κατέβαλλε στην Εναγόμενη αρ. 3 ποσό €2.072.860 μέχρι την 31.12.
- Η Εναγόμενη αρ. 1 θα διοικούσε την BSGP από την υπογραφή της Συμφωνίας αλλά ο XXX θα παρέμενε διευθυντής αυτής μέχρι την αποπληρωμή. Κατά την υπογραφή της Β Συμφωνίας Πώλησης η ERE είχε ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση. Σε διαδικασία πτώχευσης της ERE που κατέθεσαν οι Ενάγοντες η Εναγόμενη αρ. 3 υπέβαλε απαίτηση για ποσό €920.981 που αντιπροσωπεύει ποσό οφειλόμενο μετά τον συμψηφισμό των απαιτήσεων της ERE, απαίτηση στην οποία προέβαλαν ένσταση οι Ενάγοντες. Επίσης οι Ενάγοντες διαφώνησαν με το σχέδιο που προτάθηκε για αναδιάρθρωση της ERE. Η διαδικασία εκκρεμεί. Περαιτέρω ο κ. XXX ισχυρίζεται ότι πριν την ολοκλήρωση της διαιτητικής διαδικασίας η BSGP ενεργοποίησε γραμμάτια εναντίον της Torex με σκοπό να εμποδίσει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Από μελέτες που έγιναν από Ελεγκτικό Οίκο των οικονομικών καταστάσεων της Εναγόμενης αρ. 3 για τα έτη 2015 - 2017 οι ελεγκτές κατέληξαν ότι η ERE, BSGP, η Εναγόμενη αρ. 1 και η Εναγόμενη αρ. 3 ενδέχεται να είναι συνδεδεμένα μέρη για τους λόγους που επεξηγούνται στην Ένορκη Δήλωση. Ενδεικτικά η Εναγόμενη αρ. 3 δεν κάνει αναφορά στην BSGP στις καταστάσεις του 2015 και 2016, δεν κάνει αναφορά στις απαιτήσεις που έγιναν εναντίον της ERE για ποσό €4.850.409 και €920.981 ενώ καταγράφεται απώλεια ποσού €2.006.272 αναφορικά με την επένδυση στην BSGP πράγμα που οδηγεί στο ότι η επένδυση άξιζε τα μισά λεφτά (πράγμα που οι Ενάγοντες δεν πιστεύουν). Ούτε και η Συμφωνία Επένδυσης αποκαλύπτεται στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης αρ. 3 για τα έτη 2015 και
- Επισημαίνει ότι κατά τον χρόνο υπογραφής και των δύο Συμφωνιών Πώλησης Μετοχών ο XXX ήταν ο διευθυντής της BSGP και θα παρέμενε μέχρι την αποπληρωμή, ενώ ο δικηγόρος που εκπροσώπησε την Εναγόμενη αρ. 3 στη πτωχευτική διαδικασία κατά της ERE ενεργούσε και ως δικηγόρος της Torex και της Tomic. Οι Ενάγοντες, αναφέρει ο Ομνύοντας, αιτούνται την αποκάλυψη των εγγράφων και πληροφοριών ώστε να μπορέσουν να προωθήσουν επιτυχώς απαίτηση για δόλο και συνωμοσία στην Κύπρο, αλλά και ώστε να διαπιστώσουν την ταυτότητα των ατόμων που ενεργούσαν μαζί με τον XXX για να εξαφανίσουν τα περιουσιακά στοιχεία της ERE. Οι Εναγόμενοι αρ. 2, 4, 5 και 6 ήσαν διευθυντές ή γραμματείς των Κυπριακών εταιρειών Εναγομένων αρ. 1 και 3 και έχουν στην διάθεση τους λεπτομέρειες ως προς την ταυτότητα των τελικών δικαιούχων έκαστης εταιρείας και λεπτομέρειες για συνεδρίες, συμφωνίες και άλλες συναλλαγές που δυνατόν να είναι σχετικές με την μεταφορά ποσών από και προς τις εταιρείες αυτές. Τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα ώστε οι Ενάγοντες να μπορέσουν να εντοπίσουν τα κομμάτια που λείπουν και που αφορούν στο δόλιο σχέδιο που εκτελέστηκε κατά των συμφερόντων τους. Οι Εναγόμενοι αρ. 7 ήσαν οι Ελεγκτές των οικονομικών καταστάσεων των Εναγομένων αρ. 1 και 3 και είναι σε θέση να προμηθεύσουν στους Ενάγοντες σχετικά έγγραφα, οι δε Εναγομένοι αρ. 8 και 9 είναι τράπεζες στις οποίες οι Εναγόμενες αρ. 1 και 3 διατηρούσαν και ίσως διατηρούν ακόμη τραπεζικούς λογαριασμούς και είναι σε θέση να παρέχουν πληροφόρηση ως προς συναλλαγές που έγιναν. Η πληροφόρηση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί από άλλες πηγές ή μέσω των Δικαστηρίων στην Σερβία αφού οι Καθ'ων η Αίτηση βρίσκονται στην δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Εισηγείται περαιτέρω ότι είναι αναγκαίο και το διάταγμα φίμωσης ώστε οι Εναγόμενοι να μην καταστρέψουν έγγραφα ή πληροφορίες ή να ενημερώσουν τρίτα πρόσωπα περιλαμβανομένων των τελικών δικαιούχων των εταιρειών. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.6 Θ.Θ.1 - 9, Δ.7, Δ.8, Δ.9 Θ.Θ.4 και 5, Δ.28 Θ.1, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1 - 13 και Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 2, 20, 21, 22, 29, 30, 31, 32, 41 και 42, στα αρ. 2, 3, 4, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στις αρχές που διέπουν το θέμα της αποκάλυψης και νομικές αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, στο αρ. 5 του Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου Ν.67/88, στον ΕΚ1215/2012, στα Αρ. 15, 18, 23, 25, 29, 30, 163 και 169 του Συντάγματος, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιεικείας (Equity) και/ή στις αρχές που διέπουν το θέμα της αποκαλύψεως και/ή προσαγωγής εγγράφων, στοιχείων και/ή πληροφοριών, στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια και την πρακτική του Δικαστηρίου, στον περί της Ρύθμισης των Επιχ. Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμος 196(Ι)/2012 αρ. 2, 3
(2), στον Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων Κ.Κ. 13
(1)έως 13
(7), στον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125(I)/2018) αρ. 15, 31 & 32 και στον Κυρωτικός της Συμφωνίας Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Συριακής Αραβικής Δημοκρατίας Νόμο του
- Στην Ένσταση προβάλλονται 19 λόγοι ένστασης τους οποίους και παραθέτω αυτούσιους: «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), αφού οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή καλή συζητήσιμη υπόθεση και/ή ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη και/ή ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν και/ή οριστικοποιηθούν τα διατάγματα, ούτε οι προϋποθέσεις της σχετικής επί του θέματος Νομολογίας πληρούνται.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας (THE BALANCE OF CONVENIENCE) γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και/ή δεν δικαιολογεί την διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος.
- Η Αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει την ύπαρξη ουσιαστικής ζημιάς και/ή απώλειας.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία και νομολογία για την έκδοση διατάγματος φίμωσης (gagging order) και/ή για την διατήρηση αυτού.
- Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή παραβίασε και/ή απέτυχε να συμμορφωθεί με το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή παρουσίασε μια παραπλανητική και/ή αναληθή και/ή διαστρεβλωμένη εικόνα των γεγονότων.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της παρούσας διαφοράς και/ή στερούνται εξουσίας και/ή δεν είναι δικαιοδοτικά αρμόδια (forum conveniens) για εκδίκαση της παρούσας διαδικασίας.
- Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή τεκμηριώσει καλή βάση αγωγής και/ή δεν έχει αποδείξει την διάπραξη απάτης και/ή συνομωσίας και/ή την ύπαρξη δόλου και/ή δεν έχει αποδείξει αδικοπραξία από οποιοδήποτε πρόσωπο.
- Η Αίτηση είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής και/ή ασαφής και/ή παράτυπη και αντικανονική και/ή εξισούται με κατάχρηση και/ή κακή πίστη και έχει καταχωρηθεί για εξυπηρέτηση αλλότριων και/ή άλλων σκοπών και/ή για την εξάσκηση πίεσης και/ή για την ταλαιπωρία των Καθ' ων η Αίτηση.
- Η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι το ζήτημα είναι κατεπείγον και ως εκ τούτου το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς ειδοποίηση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και/ή οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης και/ή η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν μπορεί να στηρίξει θεραπείες τέτοιου τύπου και/ή δεν καταδειχθεί η ανάμειξη των Καθ' ων η Αίτηση στην αδικοπραξία με οποιοδήποτε τρόπο.
- Η Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Alkabes ημερομηνίας 11/09/2020 η οποία συνοδεύει την Αίτηση (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΕΔ Alkabes») είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή γενική και/ή αόριστη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτή δεν αποτελούν επαρκές και ικανοποιητικό νομικό και πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος που ήταν επιφορτισμένη προς απόδειξη των ισχυρισμών της.
- Η ΕΔ Alkabes περιέχει άσχετους και/ή παραπλανητικούς και/ή ανακριβείς ισχυρισμούς.
- Η Αιτήτρια είναι ένοχη κατάχρησης διαδικασίας (abuse of process), καθώς θα μπορούσε να είχε επιδιώξει τις ίδιες θεραπείες μέσω και/ή στα πλαίσια άλλων διαδικασιών και/ή αγωγών τις οποίες είχε ήδη προωθήσει σε άλλη χώρα και έχουν αποτύχει και/ή οι οποίες εκκρεμούν.
- Η Αιτήτρια στα πλαίσια της Αίτησης χρησιμοποιεί και/ή εισαγάγει πληροφορίες και/ή έγγραφα τα οποία απέσπασε στα πλαίσια δεδικασμένων και/ή απορριφθέντων διαδικασιών και/ή διαδικασιών που εκκρεμούν σε Δικαστήρια άλλης χώρας.
- Η Αιτήτρια βαραίνετε με αδικαιολόγητη και/ή μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία προς τούτο.
- Η Αίτηση έχει επηρεάσει και συνεχίζει να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση.
- Η χρηματική εξασφάλιση και/ή εγγύηση που έχει δοθεί από την Αιτήτρια είναι ανεπαρκής και δεν μπορεί να καλύψει και/ή να εξασφαλίσει τις ενδεχόμενες ζημιές και απώλειες που θα υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 21/09/2020 και σε περίπτωση που τα εκδοθέντα διατάγματα δεν ακυρωθούν και/ή καταστούν απόλυτα και/ή εκδοθούν περαιτέρω διατάγματα στα πλαίσια της Αίτησης, η εγγύηση θα πρέπει να αυξηθεί.
- Η Αιτήτρια κατέχει μεγάλο όγκο πληροφοριών ώστε να της επιτρέπεται να καταχωρήσει αγωγή κατά των ισχυριζόμενων αδικοπραγήσαντων είτε στη Κύπρο ή στο εξωτερικό και/ή ως παραδέχεται έχει ήδη καταχωρήσει ποινικές και/ή δικαστικές διαδικασίες στη Σερβία με τις οποία επιζητεί και ουσιαστικές θεραπείες.
- Δεν έχει καταδειχθεί ότι, δεν υπάρχει δυνατότητα εξασφάλισης των αιτουμένων πληροφοριών με άλλο τρόπο ήτοι μέσω των διαδικασιών που εκκρεμούν στη Σερβία και/ή άλλων δικαστικών διαδικασιών». Η Ένσταση των Εναγομένων αρ. 1 και 2 συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXX Χειλέτικου, Εναγομένης αρ. 2 και «ονομαστικής» διευθύντριας της Εναγομένης αρ.
- Παραθέτει μία σύνοψη των συμφωνιών και γεγονότων στα οποία παρέπεμψε ο κ. Alkabes επισημαίνοντας ότι αυτά χρονολογούνται από το 2009 και ότι αφορούν σε εταιρείες που δεν είναι εγγεγραμμένες στην Κύπρο, όπως και σε υποθέσεις και διαιτησίες που εκκρεμούν στην Σερβία. Θέση της είναι ότι το ιστορικό υπόβαθρο που οι Ενάγοντες παρουσίασαν είναι παραπλανητικό και δεν υποστηρίζεται από καμία ουσιαστική ή άλλη μαρτυρία. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον της BSIG είτε στην Σερβία είτε στις ΗΠΑ. Η Εναγόμενη αρ. 2 εισηγείται ότι είναι ξεκάθαρο ότι ήταν οι αντιπρόσωποι των Εναγόντων που προσέγγισαν τον XXX για να συνεργαστεί με την Cofis SA. Αφού επαναλαμβάνει ισχυρισμούς που περιέχονται στην Αίτηση, επισημαίνει ότι παρά το γεγονός ότι οι μέτοχοι ενημερώθηκαν ότι το ποσό που είχε καταβληθεί για την άδεια οικοδομής ήταν €700.000 εντούτοις δεν προέβησαν σε οποιεσδήποτε πράξεις ή δικαστικά διαβήματα εναντίον της BSIG για να αποζημιωθούν. Στο δε αρ. 3 του Τεκμηρίου 17 στην Αίτηση δεν υπάρχει αναφορά στο δάνειο των €1.700.000 που παραχωρήθηκε στους Ενάγοντες την 16.8.
- Η συμφωνία εργολαβίας ημερ. 6.5.2010 δεν επισυνάφθηκε στην Αίτηση, όπως δεν επισυνάφθηκε η συμφωνία υπεργολαβίας μεταξύ Klariden και ERE. Διερωτάται ως προς τις παραλείψεις αυτές και ως προς το ότι δεν λήφθηκαν νομικά μέτρα εναντίον των Klariden, ERE και BSIG, αλλά και ως προς το γιατί οι XXX και XXX υπέγραψαν το 2011 συμφωνία για αγορά των μετοχών των Εναγόντων και ούτε αυτοί κινήθηκαν νομικά για τις αμφισβητούμενες χρεώσεις της περιόδου μεταξύ 2.10.2009 και 17.3.
- Καμία εξήγηση δίδεται από τους Ενάγοντες, λέει, αναφορικά με το πως τερματίστηκε η συμφωνία εργολαβίας και εισηγείται ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν εσκεμμένα και ηθελημένα τις συμφωνίες εργολαβίας και υπεργολαβίας για δικούς τους λόγους. Όσον αφορά στις ποινικές διαδικασίες που καταχώρισαν οι Ενάγοντες εναντίον των XXX, XXX και XXX η Εναγομένη αρ. 2 αναφέρει ότι αυτές απορρίφθηκαν τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση. Απορρίφθηκαν επίσης άλλες ποινικές υποθέσεις που καταχωρίστηκαν από τους Ενάγοντες μεταξύ του 2012 και του 2017, ενώ άλλες διακόπηκαν και άλλες εκκρεμούν. Προβάλλει, τονίζει, το ερώτημα γιατί, εφόσον οι Ενάγοντες εξασφάλισαν διατάγματα αποκάλυψης λογαριασμών από την διαδικασία στην Σερβία και διάταγμα Δικαστικής συνδρομής από την Ελβετία, δεν έπραξαν το ίδιο είτε για την BSIG και την ERE, ή γιατί δεν προχώρησαν με πολιτική αγωγή εναντίον του XXX και των άλλων εταιρειών σε Δικαστήριο που έχουν δικαιοδοσία. Οι δε συμφωνίες στις οποίες γίνεται αναφορά στην Διαιτητική Απόφαση Τεκμήριο 24 στην Αίτηση εναντίον της ERE, Tomic και Torex δεν επισυνάφθηκαν, ενώ ούτε παρουσιάστηκε η αγωγή που οι Ενάγοντες καταχώρισαν στην Σερβία το 2018 εναντίον της Εναγομένης αρ.
- Διερωτάται η Ομνύουσα γιατί οι Ενάγοντες δεν περιέλαβαν την Εναγόμενη αρ. 1 στην αγωγή εκείνη αλλά και γιατί δεν αποτάθηκαν στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας στην Σερβία να ζητήσουν τα αιτούμενα εδώ διατάγματα. Είναι η θέση της Εναγομένης αρ. 2 ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Οι ισχυρισμοί των Εναγόντων περί δόλου, απάτης και συνωμοσίας είναι εντελώς αβάσιμοι και έχουν ήδη απορριφθεί από ποινικά Δικαστήρια στο Βελιγράδι, ενώ πουθενά στην Αίτηση δεν παρουσιάζεται εμπλοκή των Εναγομένων αρ. 1 και 2 σε σχέση με τα πιο πάνω αδικήματα. Ούτε έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας ή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει εναντίον της διατήρησης σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος εφόσον οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 έχουν υποστεί δυσανάλογες συνέπειες ως προς την απαίτηση των Εναγόντων, ούτε και τίθεται θέμα κατεπείγουσας φύσης εφόσον οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να ανέμεναν τις αποφάσεις που εκκρεμούν στα Δικαστήρια της χώρας τους. Θέση της επιπλέον είναι ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η Εναγομένη αρ. 2 εισηγείται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της αγωγής εφόσον δεν εκκρεμούσε και δεν εκκρεμεί καμία ουσιαστική διαφορά μεταξύ των μερών στην Κύπρο ούτε και αφορά σε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην Κύπρο. Επιπλέον δεν υπήρχε δικαιοδοσία έκδοσης των μονομερών διαταγμάτων εφόσον οι Ενάγοντες απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν το κατεπείγον, οι δε αδικοπραξίες ήσαν σε γνώση τους από το
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αόριστη, ενώ απουσιάζουν οι σχετικές νομικές και νομολογιακές αρχές που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal. Η Ένσταση των Εναγομένων αρ. 3, 4 και 7 στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-9 και 12, Δ.51 Θ.1, Δ.59, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60αρ.2, 29, 30, 31, 32, 42 και 43, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 αρ. 2, 3, 4, 5, 6, 9, 91Α- 91Γ, στον Κυρωτικό Νόμο της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Νόμος 179 του 1986, στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (188(I)/2007), στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113, στον περί της Ρύθμισης των Επιχ. Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμος 196(Ι)/2012 αρ. 2, 3
(2), στον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125(I)/2018) αρ.15, 31 & 32, στις αρχές του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, στη νομολογία, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές τις Επιείκιας, στις αρχές και στη Νομολογία που διέπει την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και διαταγμάτων αποκάλυψης και/ή τύπου «Norwich Pharmacal», στη Νομολογία καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου, τη γενική πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Παραθέτω αυτούσιους τους λόγους ένστασης:
- Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της.
- Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο forum για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης.
- Δεν έχει καταδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Η Αιτήτρια επέδειξε υπέρμετρα αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης.
- Δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος αναφορικά με το διάταγμα φίμωσης που εκδόθηκε μονομερώς αλλά και των διαταγμάτων που δεν εκδόθηκαν σε μονομερή βάση.
- Με την έκδοση διατάγματος φίμωσης παραβιάζεται το δικαίωμα των Καθ΄ ων η Αίτηση σε δίκαιη δίκη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων αποκάλυψης αφού: i. Δεν έχει καταδειχθεί ότι συντελέστηκε αδικοπραξία εναντίον της Αιτήτριας. ii. Η Αιτήτρια κατέχει μεγάλο όγκο πληροφοριών ώστε να της επιτρέπεται να καταχωρήσει αγωγή κατά των ισχυριζόμενων αδικοπραγήσαντων είτε στη Κύπρο ή στο εξωτερικό και/ή ως παραδέχεται έχει ήδη καταχωρήσει ποινικές και/ή δικαστικές διαδικασίες στη Σερβία με τις οποία επιζητεί και ουσιαστικές θεραπείες. iii. Αφού η Αιτήτρια παραδέχεται ότι, εκκρεμεί ποινική διαδικασία στη Σερβία εναντίον κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντα (παρ. 34 της Ε/Δ XXX Alkabes) ουσιαστικά παραδέχεται ότι με το επιδιωκόμενο διάταγμα Norwich Pharmacal επιδιώκει να αντλήσει παραδοχές ή ενοχοποιητικές μαρτυρίες κατά παράβαση ή ανεπίτρεπτη παράκαμψη της αρχής ότι, σε ποινική διαδικασία το βάρος απόδειξης βαρύνει τον αιτούντα. iv. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη, εμφορείται από αλλότρια κίνητρα και στοχεύει σε αλίευση μαρτυρίας και/ή πληροφοριών. v. Δεν έχει καταδειχθεί ότι, δεν υπάρχει δυνατότητα εξασφάλισης των αιτουμένων πληροφοριών με άλλο τρόπο ήτοι μέσω των διαδικασιών που εκκρεμούν στη Σερβία και/ή άλλων δικαστικών διαδικασιών. vi. Δεν επεξηγείται επαρκώς γιατί επιζητούνται οι αιτούμενες πληροφορίες. vii. Τα αιτητικά των παραγράφων Α και Β της Αίτησης είναι γενικά, ασαφή και αόριστα.
- Η Αιτήτρια δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων που επικαλείται ούτε και δικαιούται σε «tracing» διότι δεν κατέστησαν εκτελεστές στην Κύπρο και/ή ουδέποτε επιχείρησε να τις καταστήσει εκτελεστές.
- Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 4 ενεργεί ως ονομαστικός διευθυντής της Καθ΄ ης η Αίτηση 3 και/ή η αποκάλυψη οποιονδήποτε πληροφοριών θα συνιστούσε παράβαση καθήκοντος εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση 4 και/ή 7 και/ή παράβαση της υποχρέωσης για εχεμύθεια και/ή δεν έχουν καταδειχθεί οποιοιδήποτε επαρκείς λόγοι και/ή λόγοι δημοσίου συμφέροντος που εύλογα να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων.
- Υπήρξε μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή παρουσιάστηκαν με τρόπο παραπλανητικό, παραβιάζοντας την υποχρέωση της Αιτήτριας, η οποία καθορίζεται από την σχετική επί του θέματος Νομολογία, να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια».
- Η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αντιφατική και ουδόλως παρουσιάζει οιονδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Η Αιτήτρια απότυχε να αποδείξει την αναγκαιότητα και/ή τις εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Τα αιτητικά στην Αίτηση και στο κλητήριο ένταλμα είναι αυτούσια και αυτολεξεί.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι ούτε δίκαιη, ούτε εύλογη υπό τις περιστάσεις και το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να γείρει προς την απόρριψη της Αίτησης». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Στύλλα Εναγομένου αρ. 4 και διευθυντή της Εναγομένης αρ. 3 καθώς και από Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Χατζηθεοχάρους διευθυντή των Εναγομένων αρ.
- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο Ένορκες Δηλώσεις αυτές είναι πανομοιότυπες, διαφέροντας μόνο σε κάποιες λέξεις, προκαλώντας απορία ως προς την ανάγκη για καταχώριση και των δύο. Ο Εναγόμενος αρ. 4 και ο κ. Χατζηθεοχάρους αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες στην έντονη τους προσπάθεια να διαστρεβλώσουν τα γεγονότα και να δημιουργήσουν εντυπώσεις αναφέρονται σε αριθμό εταιρειών με τις οποίες συνεργάστηκαν από το
- Οι Ενάγοντες γνωρίζουν σαφώς τα πρόσωπα με τα οποία είχαν έκτοτε δοσοληψίες και δηλώνουν άγνοια περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος εταιρειών με σκοπό να καταδείξουν δήθεν εξαπάτηση τους. Παραθέτουν στοιχεία που κατά την άποψη τους οδηγούν στο ότι οι Ενάγοντες γνωρίζουν ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες των BSIG, ERE και Klariden. Όσον αφορά στο Letter of Intent που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11 στην Ένσταση οι Ενόρκως Δηλούντες επισημαίνουν ότι δεν παρουσιάστηκε η τελική συμφωνία, ενώ, παρά το ότι στο Τεκμήριο 11 αναγράφεται ότι το ξενοδοχείο θα ανεγείρει η BSIG ο κ. Alkabes ισχυρίζεται ότι η Cofis SA θα υπογράψει συμφωνία εργολαβίας με την Klariden. Ο ίδιος επίσης κάνει εκτεταμένη αναφορά σε υποχρεώσεις του XXX δυνάμει του Τεκμηρίου 11 ενώ ο XXX δεν είναι συμβαλλόμενος. Υποβάλλουν και αυτοί ερωτήματα ως προς το γιατί οι XXX και XXX ή οι Ενάγοντες δεν κινήθηκαν νομικά για την κατ' ισχυρισμό υπεξαίρεση ποσού €1.000.000 από την BSIG αλλά και ως προς το ότι στο Τεκμήριο 17 στην Αίτηση δεν γίνεται αναφορά στο δάνειο των €1.700.
- Επιπλέον διερωτούνται γιατί οι Ενάγοντες, o XXX ή ο XXX δεν κινήθηκαν νομικά εναντίον των BSIG, ERE και Klariden για τις αμφισβητούμενες χρεώσεις της περιόδου μεταξύ 2.10.2009 και 17.3.2011 ή σύμφωνα με την συμφωνία εργολαβίας ή την υπερχρέωση €917.308 και γιατί συμφώνησαν με την μελέτη δέουσας επιμέλειας που διεξήγαγε η KPMG. Δεν εξηγείται, επισημαίνουν, ούτε πως τερματίστηκε η συμφωνία εργολαβίας. Ιδιαίτερη σημασία, εισηγούνται οι Ομνύοντες, έχει το πως οι Ενάγοντες παρουσιάζουν τα γεγονότα σχετικά με τη διαδικασία διάλυσης της Klariden, ενώ γεννάται το ερώτημα του τι ρόλο διαδραμάτισαν ή μπορούσε να είχαν διαδραματίσει οι Εναγόμενοι αρ. 3 και 4 στην διάλυση της Klariden αφού η Εναγόμενη αρ. 3 ενεγράφη 2 χρόνια μετά που άρχισε η διαδικασία. Αμφισβητούν, συνεπώς, ότι θα μπορούσαν οι Εναγόμενοι αρ. 3 και 4 να είχαν εμπλακεί σε αυτά που αποκαλεί ο κ. Alkabes πλασματικές συμφωνίες. Επισημαίνουν δε ότι το Εμπορικό Δικαστήριο του Βελιγραδίου στο Τεκμήριο 18(α) που επισυνάπτεται στην Αίτηση αναφέρει ότι ζητήθηκε αναβολή από μέρους των Εναγόντων «.who stated that there is a possibility of an amicable resolution of their disputes by the Parties, and that it will settle the debtor's debt since it is a majority creditor who blocked the debtor's account», ενώ κρίθηκε ότι οι Ενάγοντες ήταν αυτοί που προκάλεσαν το μπλοκάρισμα του λογαριασμού για πέραν των 30 ημερών. Αυτό οδήγησε και στην έναρξη της διαδικασίας διάλυσης της Klariden. Περαιτέρω οι Ενάγοντες εξασφάλισαν διατάγματα αποκάλυψης τραπεζικών λογαριασμών στις Credit Agricole Belgrade και Credit Suisse Zurich λαμβάνοντας διαβεβαίωση ότι €100.000 μεταφέρθηκαν στον προσωπικό λογαριασμό του XXX, πράγμα που οδήγησε και στην καταχώριση ποινικών διαδικασιών. Διερωτούνται γιατί οι Ενάγοντες δεν εξασφάλισαν διάταγμα αποκάλυψης για την BSIG ή την ERE και γιατί δεν προχώρησαν με ποινικές διαδικασίες εναντίον αυτών ή αγωγές εναντίον αυτών και του XXX. Όπως έχει ενημερωθεί ο Εναγόμενος αρ. 4 από τους Εναγόμενους αρ. 7 (που είναι οι ελεγκτές της Εναγομένης αρ. 3) οι οικονομικές καταστάσεις αυτής έχουν ελεγχθεί με βάση τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου. Οι οικονομικές καταστάσεις της Εναγομένης αρ. 3 θα ήταν έτοιμες μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 2020 και δεν υπάρχει ένσταση αυτές να δοθούν τόσο στον Έφορο Εταιρειών όσο και στους Ενάγοντες. Οι αναφορές του κ. Alkabes για τον λογιστικό χειρισμό των διαφόρων συμβολαίων και άλλων εγγράφων στους λογαριασμούς της Εναγομένης αρ. 3 δεν έχουν σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ την υποχρέωση ελέγχου των λογαριασμών της ERE έχουν οι δικοί της ελεγκτές στην Σερβία. Σε σχέση δε με τη αγωγή που καταχωρίστηκε εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 και της ERE στην Σερβία ο Εναγόμενος αρ. 4 αναφέρει ότι αυτή τους έχει επιδοθεί από την 3.9.
- Προβάλλεται τέλος η εισήγηση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 32 του Ν.14/60 αφού δεν καταδείχθηκε ότι η Εναγόμενη αρ. 3 εμπλέκεται είτε αθώα είτε μη σε συμφωνίες που έγιναν πριν από την σύσταση της. Δεν έχει καταδειχθεί ότι συντελέστηκε αδικοπραξία εναντίον των Εναγόντων στην οποία να εμπλέκονται οι Εναγόμενοι αρ. 3, 4 και 7, οι δε Ενάγοντες κατέχουν μεγάλο όγκο πληροφοριών που της επιτρέπουν να καταχωρίσει αγωγή κατά των ισχυριζόμενων αδικοπραγούντων είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, έχουν δε ήδη καταχωρίσει τέτοιες. Δεν επεξηγείται επαρκώς γιατί ζητούνται οι πληροφορίες αυτές, ούτε και ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εξασφάλισης τους με άλλο τρόπο ή μέσω των διαδικασιών που εκκρεμούν στην Σερβία. Οι Εναγόμενες αρ. 5 και 6, παρά το γεγονός ότι εκπροσωπούνται από τον ίδιο συνήγορο, καταχώρισαν δύο ξεχωριστές Ενστάσεις, μελέτη των οποίων καταδεικνύει ότι διαφέρουν μόνο στο ότι έκαστη Εναγόμενη αναφέρει στις παρ. 1 και 4 της Ένορκης της Δήλωσης διαφορετικό χρόνο κατά τον οποία κατείχε την θέση του Γραμματέα στην Εναγόμενη αρ. 3 αμφότερες υπό την ιδιότητα τους ως υπαλλήλοι των Εναγομένων αρ.
- Οι Ενστάσεις στηρίζονται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ. 2, 29, 30, 31, 32, 42 και 43, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 2, 3, 4, 5, 6, 9, 91Α- 91Γ 2, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Θ.1 (γ) (η), Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-9 και 12, Δ.51 Θ.1 και Δ.59, στον περί της Ρύθμισης των Επιχ. Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμος 196(Ι)/2012 αρ. 2, 3
(2), στον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125(I)/2018) αρ. 15, 31 και 32, στον Κυρωτικό Νόμο της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Νόμος 179 του 1986, στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (188(I)/2007), στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113, στις αρχές του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, στις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν από το κοινοδίκαιο στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Custom Excise [1973] 2 All ER 943 στη Νομολογία και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, καθώς επίσης και στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και των κανόνων του κοινοδικαίου και στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλονται 28 λόγοι ένστασης τους οποίους επίσης παραθέτω αυτούσιους: «
- Η αμφισβητούμενη αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, ελλιπής και αδικαιολόγητη και η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της.
- Η αμφισβητούμενη αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά αστήρικτη και παράτυπη και οι ισχυρισμοί στους οποίους βασίζεται είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο forum για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια (σύμφωνα με τη προϋπόθεση του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπου το επικαλούμενο δικαίωμα πρέπει να αναγνωρίζεται από το νόμο ή από το δίκαιο της επιείκειας) έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση και παράλληλα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είχαν δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο ή από το δίκαιο της επιείκειας να προβούν στην πράξη ή παράλειψη για την οποία ενάγονται.
- Η Αιτήτρια αν και αιτείται τη θεραπεία του δικαίου της επιείκειας (σύμφωνα με το άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου), ήτοι την έκδοση διατάγματος, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με "καθαρά χέρια" ("He who comes into equity must come with clean hands"), εφ' όσον παρέλειψε να αποκαλύψει και/ή επιμελώς δεν αποκάλυψε τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και/ή δεν αποκάλυψε το λόγο για τον οποίο ζητείται το διάταγμα αποκάλυψης.
- Η Αιτήτρια αν και ζητά τη θεραπεία του δικαίου της επιείκειας (ήτοι την έκδοση διατάγματος), εντούτοις δεν είναι έτοιμη να πράξει επιείκεια ("He who seeks equity must do equity").
- Η αγωγή της Αιτήτριας στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή καταχρηστική και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί συμπαρασύροντας και την παρούσα αίτηση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως επίσης και των άρθρων 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, βάση της μαρτυρίας που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 11/09/
- Η πρώτη προϋπόθεση, του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, περί της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν συντρέχει, καθότι ενώ αναμένεται από τους Αιτητές μέσα από το δικόγραφό τους να εγείρουν το αγώγιμο δικαίωμά τους, το οποίο ισχυρίζονται ότι παραβιάζεται, και να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς τους με στοιχεία που θα παραθέσουν στην ένορκη δήλωσή τους, εντούτοις η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή, επειδή παράλληλα θα πρέπει να παραθέσουν στοιχεία ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν δικαίωμα να τους παραβιάζουν τα δικαιώματα των.
- Η δεύτερη προϋπόθεση, του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, περί της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας δεν συντρέχει, αφού η προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Εν προκειμένω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης είναι ασαφές, βρίθει ανακριβειών και συγκρούεται με τα καταγραφόμενα στο κλητήριο ένταλμα, ώστε κατά μεγάλο μέρος να αναιρεί το βάσιμο της αξίωσης.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση, του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, περί της ύπαρξης δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η παρούσα αίτηση δεν φέρει πραγματικό υπόβαθρο και/ή δεν εμπεριέχει θετική μαρτυρία που να διαφωτίζει το Δικαστήριο για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα των Καθ' ων η αίτηση, αφού δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να υποστηρίζει την αμφισβητούμενη αίτηση και δεν έχει επισυναφθεί οποιοδήποτε τεκμήριο το οποίο να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
- Τόσο η αίτηση όσο και η ένορκος δήλωση, που την συνοδεύει, είναι ελλιπής, ανεπαρκής και στερείται πειστικότητας, και μέσω αυτής δε δίδεται οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
- Η Αιτήτρια καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν πρόκειται να υποστεί από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει αποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση και/ή μη οριστικοποίηση των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και/ή η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει σχετική μαρτυρία.
- Η υπό εξέταση είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή εξυπηρετεί αλλότριούς σκοπούς και συγκεκριμένα επιδιώκει τον δυσμενή επηρεασμό της λειτουργίας και/ή δραστηριότητας της Καθ' ης η Αίτηση
- Τα εκδοθέντα διατάγματα ή/και τα τυχόν εκδοθέντα διατάγματα θα επιφέρουν εκτροχιασμό της υπόθεσης με δυσμενείς και ανεπανόρθωτες συνέπειες στα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση και στην επιχείρηση της Καθ' ης η Αίτηση
- Η Αιτήτρια στην προσπάθειά της να επιτύχει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, πρόβαλε γενικούς, αόριστους, αναιτιολόγητους ανυπόστατους και/ή εξ' ολοκλήρου υποθετικούς ισχυρισμούς.
- Η Αιτήτρια περαιτέρω παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, πλήρως και ειλικρινώς, γεγονότα τα οποία να αποδεικνύουν ή και να δικαιολογούν το κατεπείγον του αιτήματος της, σύμφωνα με το άρθρο 9.-
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει την αναγκαιότητα και/ή τις εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση τόσο των αιτούμενων όσο και των εκδοθέντων διαταγμάτων.
- Η Αιτήτρια επέδειξε υπέρμετρα αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης.
- Με την έκδοση διατάγματος φίμωσης παραβιάζεται το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση σε δίκαιη δίκη.
- Η παρούσα αίτηση εγείρεται καταχρηστικά με μοναδικό στόχο την συλλογή εγγράφων και πληροφοριών για σκοπούς ψαρέματος μαρτυρίας («fishing of evidence»). Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω απαίτηση για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου «Norwich Pharmacal» είναι καταχρηστική και/ή αναιτιολόγητη και/ή γίνεται για αλλότριους και/ή αθέμιτους σκοπούς και/ή ψάρεμα της μαρτυρίας των Καθ΄ων η Αίτηση και/ή για λήψη μαρτυρίας για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και/ή άλλων συμφερόντων και/ή για απόδειξη και/ή στοιχειοθέτηση ισχυρισμών και/ή απαιτήσεων των.
- Με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με βάση τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την όλη υπόθεση, εμφαίνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές, που θέτει η σχετική νομοθεσία και/ή Νομολογία για την έκδοση των ρηθέντων Διαταγμάτων και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
- Δεν πληρούνται οι ειδικές προϋποθέσεις των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης, αφού με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αφενός δεν έχει καταδειχθεί ότι συντελέστηκε αδικοπραξία εναντίον της Αιτήτριας, και αφετέρου διαφαίνεται ότι η Αιτήτρια κατέχει πολλές και αρκετές πληροφορίες που να της επιτρέπουν να καταχωρήσει αγωγή κατά των τελικών αδικοπραγούντων είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό.
- Η Αιτήτρια δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων που επικαλείται, αλλά ούτε και δικαιούται σε «tracing» καθότι δεν έχουν καταστεί εκτελεστές στην Κύπρο ή/και δεν έχει επιχειρήσει να τις καταστήσει εκελεστές.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι ούτε δίκαιη, ούτε εύλογη υπό τις περιστάσεις και το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να γείρει προς την απόρριψη της Αίτησης.
- Η Αιτήτρια, εν προκειμένω, στην Ένορκη Δήλωσή της δεν πληροφορεί το Δικαστήριο, ως όφειλε, ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να συλλέξει πληροφορίες από άλλες νόμιμες πηγές, χωρίς αποτέλεσμα, και ως εκ τούτου η δικαστική οδός είναι η μόνη εναπομείνασα.
- Η Αιτήτρια, εν προκειμένω, στην Ένορκη Δήλωσή της δεν διευκρινίζει, ως όφειλε, το πώς θα χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες και τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν, όπως και το που ακριβώς θα χρησιμοποιηθούν, αφού έντεχνα αποπειράται να διασφαλίσει και τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασία εκτός δικαιοδοσίας, αφενός αστικής χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου, και αφετέρου ποινική αν και δεν επιτρέπεται.
- H έκδοση, εν προκειμένω, παρεμπίπτοντος διατάγματος θα διεκπεραιώσει και την ουσία της αγωγής, καθότι η θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ήτοι η αποκάλυψη πληροφοριών και εγγράφων) είναι ταυτόσημη με τη θεραπεία που ζητείται με το παρεμπίπτον διάταγμα. Λόγω ταυτοσημίας του παρεμπίπτοντος αιτήματος με την τελική θεραπεία, δεν είναι ορθό να εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα ακόμη και αν υποθετικά θεωρηθεί ότι υφίσταται, αν και όντως δεν υφίσταται, ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ή και των ειδικών προϋποθέσεων, που θέτει η νομολογία, για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης». Στις αντίστοιχες τους Ένορκες Δηλώσεις οι Εναγόμενες αρ. 5 και 6 αναφέρουν ότι η μεν Εναγόμενη αρ. 5 κατέχει την θέση του Γραμματέα της Εναγομένης αρ. 3 από την 12.9.2018 μέχρι και σήμερα, η δε Εναγομένη αρ. 6 κατείχε την ίδια θέση από την 16.9.2014 μέχρι 12.10.2018 αμφότερες υπό την ιδιότητα τους ως υπαλλήλοι των Εναγομένων αρ.
- Επαναλαμβάνουν τους ίδιους ισχυρισμούς με τους Εναγόμενους αρ. 1, 2, 3, 4 και 7 εις απάντηση των όσων αναφέρει ο κ. Alkabes για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των διάφορων εταιρειών και των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, διατυπώνοντας τα ίδια ερωτήματα και προβληματισμούς, τους οποίους και δεν κρίνω χρήσιμο να παραθέσω εκ νέου. Πέραν των πιο πάνω προβάλλεται η εισήγηση ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού δεν αποκάλυψαν τα πραγματικά γεγονότα και ιδιαίτερα τον λόγο για τον οποίο ζητείται το διάταγμα αποκάλυψης. Ισχυρίζονται ότι η συμπερίληψη στην νομική βάση των αρ. 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 δείχνει ότι σκοπός είναι η υποβοήθηση διαταγμάτων Mareva και Anton Piller, ενώ οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν την έκδοση τέτοιων εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 3 για να μην μπορούν αυτοί να προβάλουν ως λόγο ένστασης στο διάταγμα αποκάλυψης τον κίνδυνο αυτοενοχοποίησης. Επίσης, εισηγείται ότι η χρήση της φράσης «στην Κύπρο ή/και εξωτερικό» αποτελεί έντεχνη προσπάθεια των Εναγόντων να αποπροσανατολίσουν τους αντίδικους τους και το Δικαστήριο, αφού επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν πληροφορίες στο εξωτερικό χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, πράγμα που δεν επιτρέπεται. Θέση τους είναι ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/
- Οι Εναγόμενες αρ. 5 και 6 προβάλλουν την θέση ότι από τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι ο XXX μαζί με άγνωστα πρόσωπα υλοποίησαν την κατ' ισχυρισμό απάτη εναντίον τους, αναφύεται το ενδεχόμενο να πιστεύουν ότι οι Καθ'ων η Αίτηση εμπλέκονται στην κατ΄ ισχυρισμό απάτη και άρα τίθεται ζήτημα αυτοενοχοποίησης τους που μπορούν να επικαλεστούν ώστε να αρνηθούν να παράσχουν τις πληροφορίες και τα έγγραφα που ζητούνται. Θέση τους είναι ότι οι ίδιες είναι εντελώς αμέτοχες και άσχετες με την κατ' ισχυρισμό παραβίαση αφού εμπλέκονται εντελώς περιστασιακά υπό την θέση τους ως παροχείς εταιρικών υπηρεσιών. Η δε εμπλοκή τους είναι ούτως ή άλλως μεταγενέστερη της αλυσίδας των γεγονότων που οδήγησαν στην κατ' ισχυρισμό παραβίαση. Θεωρούν, επιπλέον, το διάταγμα φίμωσης που έχει εκδοθεί καταπιεστικό. Η Ένσταση της Εναγόμενης αρ. 8 στηρίζεται στα αρ. 29, 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.4 και 7-9, στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο Ν.66(Ι)/1997αρ.29, στα Αρ. 15 και 30 του Συντάγματος, στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27/04/2016 για την προστασία φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ, στον Περί Προστασίας των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος (Ν. 125(Ι)/2018), στο δίκαιο της επιείκειας και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Παραθέτω αυτούσιους τους 13 λόγους ένστασης που αυτή προβάλλει: «
- Με τις αιτούμενες θεραπείες παραβιάζεται η αρχή του τραπεζικού απορρήτου και η σχέση εμπιστευτικότητας τράπεζας - πελατών καθώς και τα προσωπικά δεδομένα προσώπων και/ή εν πάση περιπτώσει οι αιτούμενες θεραπείες δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις που προνοεί το άρθρο 29
(2)του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου Νο.66(Ι)/1997 και/ή στο άρθρο 6 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και/ή τα αιτούμενα στοιχεία δεν μπορούν να δοθούν χωρίς τη συγκατάθεση και/ή χωρίς να ακουστούν τα πρόσωπα στα οποία αφορά.
- Η Αιτήτρια δεν προσδιορίζει καθόλου λόγους και/ή επαρκείς λόγους για τους οποίους τα αιτούμενα διατάγματα πρέπει να εκδοθούν.
- Ούτε η Αγωγή, ούτε η Αίτηση καθιστά διάδικους ή έχει επιδοθεί σε όλα τα άμεσα ή έμμεσα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και/ή στα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα στα οποία αφορούν ή ενδέχεται να αφορούν, με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, τα αιτούμενα διατάγματα και/ή η αποκάλυψη πληροφοριών και/ή εγγράφων και/ή τραπεζικών δεδομένων επιζητείται χωρίς και/ή προτού να έχουν τα πρόσωπα αυτά την ευκαιρία να ακουστούν.
- Η Αίτηση και η υποστηριχτική αυτής ένορκη δήλωση δεν δείχνουν λόγους γιατί τα αξιούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν χωρίς να ακουστούν τα πρόσωπα στα οποία αφορούν και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα φίμωσης θα πρέπει να ακυρωθεί.
- Εκτός αν άλλως διατάξει το Δικαστήριο, οι Καθ' ων η Αίτηση 8 πιθανόν να βρεθούν εκτεθειμένοι και/ή κατά παράβαση της συμβατικής τους σχέσης με τις Καθ 'ων η Αίτηση 1 και 3 και/ή τρίτα πρόσωπα, με τα οποία λόγω του ήδη εκδοθέντος διατάγματος φίμωσης ("Gagging Order") ημερομηνίας 15/09/2020 (στο εξής αναφερόμενο ως το «Διάταγμα Φίμωσης»), δεν μπορούν να επικοινωνήσουν και/ή να λάβουν την συγκατάθεση τους, με αποτέλεσμα όπως οι Καθ' ων η Αίτηση 8 βρεθούν εκτεθειμένοι και/ή υπόλογοι σε τρίτα πρόσωπά.
- Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση τόσο νωρίς στη διαδικασία και/ή πριν την καταχώρηση των έγγραφων προτάσεων.
- Τα αιτούμενα διατάγματα όπως είναι διαμορφωμένα είναι πανομοιότυπα με τις Αξιώσεις της Αιτήτριας όπως εμφαίνονται στο οπισθογραφημένο κλητήριον αυτής, και επομένως τυχόν διάγνωση τους θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου, σχετικά με τους Καθ' ων η Αίτηση
- Τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» (''fishing expedition'') από την Αιτήτρια, ιδιαίτερα επειδή επεκτείνονται και αφορούν όλους τους λογαριασμούς των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, όλες τις πιθανές οδηγίες που δόθηκαν για την λειτουργία αυτών για μεγάλη χρονική περίοδο, ήτοι από το άνοιγμα τους μέχρι και σήμερα, από οποιοδήποτε πρόσωπο και/ή συμφωνίες και/ή διευθετήσεις που αφορούν τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία. Επιπλέον είναι γενικά και αόριστα.
- Η παρούσα Αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» ("fishing expedition") από την Αιτήτρια, καθότι υπάρχει πλέον αναγκαστική συμμόρφωση των Καθ' ων η Αίτηση 8 στο ήδη μονομερές εκδοθέν Διάταγμα Φίμωσης.
- Η Αίτηση είναι πρόωρη. Έχει καταχωρηθεί πριν από την καταχώρηση των δικογράφων και πριν την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, δηλαδή πολύ πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων.
- Τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά στην ολότητα τους και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα οδηγιών και/ή ενδεχόμενων πληροφορίων και/ή κινήσεων των διαφόρων διατηρούμενων με τους Καθ' ων η Αίτηση 8 τραπεζικών λογαριασμών των Εναγομένων 1 και 3 , από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, για ακαθόριστη χρονική περίοδο, καθιστώντας την συμμόρφωση των Καθ' ων η Αίτηση 8 εξαιρετικά δύσκολη.
- Το αιτούμενο διάταγμα στο αιτητικό Γ της Αίτησης προκαλεί αδικία και είναι καταπιεστικό στους Καθ' ων η Αίτηση 8 τόσο λόγω του περιεχομένου του, συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας του, όσο και λόγω του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σε αυτό, ήτοι 7 μέρες, προθεσμία η οποία είναι αδύνατον να τηρηθεί.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων». H Ένσταση αυτή συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Χριστοφίδη Δικαστηριακού Λειτουργού των Εναγομένων αρ. 8 ο οποίος δηλώνει ότι δεν μπορεί να σχολιάσει οποιοδήποτε από τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Αίτηση αφού κανείς στην Εναγόμενη αρ. 8 τράπεζα δεν γνωρίζει για τις διαφορές μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών. Ο κ. Χριστοφίδης βασικά προβάλλει την θέση ότι με τις αιτούμενες θεραπείες παραβιάζεται η αρχή του τραπεζικού απορρήτου και η σχέση εμπιστευτικότητας μεταξύ τράπεζας και πελάτη, με την εισήγηση ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα ένεκα του ότι δεν έχουν δώσει την συγκατάθεση τους οι πελάτες της Εναγομένης αρ.
- Τυχόν συγκατάθεση της Καθ'ης η Αίτηση αρ. 8 μπορεί να έχει ως συνέπεια την αστική ή συμβατική ευθύνη τους, εκτός εάν άλλως διατάξει το Δικαστήριο. Τα αιτούμενα διατάγματα ενδεχομένως να αφορούν στην αποκάλυψη ευαίσθητων πληροφοριών για πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι και ούτε είχαν την ευκαιρία να ακουστούν. Δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων και δη μονομερώς, ενώ προβάλλει και την εισήγηση ότι η Αίτηση ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας που είναι καταπιεστική και δεν δικαιολογείται. Στην Καθ'ης η Αίτηση αρ. 8 προκαλείται αδικία λόγω του περιεχομένου των αιτημάτων αλλά και του περιορισμένου χρόνου που ζητείται. Ο κ. Χριστοφίδης εισηγείται ότι από μελέτη των φακέλων έχει διαπιστώσει ότι ο όγκος των πράξεων είναι πολύ μεγάλος και ο χρόνος για συμμόρφωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος από ένα μήνα, νοουμένου ότι διάταγμα που τυχόν εκδοθεί αφορά σε εύρεση και καταγραφή πράξεων πάνω από €10.
- Ζητά όπως σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 8 αποζημιωθεί για τα διοικητικά και δικηγορικά της έξοδα που υπολογίζει να ανέλθουν σε €5.000 - €8.000 ανάλογα με το εύρος του διατάγματος. Η Ένσταση της Καθ'ης η Αίτηση αρ. 9 στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.Θ. 1 - 4, Δ.39 Θ.Θ. 1 και 2, Δ.48 - Θ.Θ. 1-9, Δ.59, Δ.64, στο αρ. 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/1997, στα αρ. 2, 4, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα αρ. 29, 31, 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, επί του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, Ν.138
(1)/2001, στα αρ. 3 και 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, επί της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, επί των αρχών της επιείκειας και του κοινοδικαίου και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του σεβαστού Δικαστηρίου. Σε αυτήν καταγράφονται 12 λόγοι ένστασης τους οποίους και παραθέτω: «
- Η παρούσα Αίτηση είναι παντελώς νομικά ανυπόστατη και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή καταχρηστική και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του σεβαστού Δικαστηρίου.
- Η Τράπεζα δεσμεύεται από συμβατική και/ή άλλη σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες της καθώς και από τις πρόνοιες του άρθρου 29 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/1997, ως έχει τροποποιηθεί και στα πλαίσια του καθήκοντός της για τήρηση των αρχών της εχεμύθειας, εμπιστευτικότητας και δέουσας επιμέλειας προς τους πελάτες της και έτσι δεν μπορεί νομίμως να αποκαλύψει οτιδήποτε σχετικό με πελάτες και/ή συγκεκριμένο πελάτη της, εκτός, μεταξύ άλλων, κατόπιν συγκαταθέσεως του πελάτη ή κατόπιν δικαστικού διατάγματος και βάσει των όρων τέτοιου διατάγματος, εάν ήθελε εκδοθεί.
- Το αιτούμενο Διάταγμα θα άρει το τραπεζικό απόρρητο και ενδέχεται να αποκαλύψει στοιχεία τουλάχιστον ενός φυσικού προσώπου του οποίου οι Ενάγοντες ήδη γνωρίζουν την ταυτότητα. Συνεπώς οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης απαιτούν όπως το εν λόγω πρόσωπο έχει την ευκαιρία να ακουστεί επί της παρούσας Αίτησης. Με τον τρόπο που προωθήθηκε η παρούσα Αίτηση, αποστερήθηκε αυτή η δυνατότητα από το πρόσωπο αυτό και παραβιάζονται οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης.
- Περαιτέρω, οι πληροφορίες τις οποίες οι Αιτητές ζητούν να πληροφορηθούν από την Τράπεζα με την Αίτηση, αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 2 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, Ν.138(I)/2001και τυγχάνουν προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας.
- Οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν οποιαδήποτε εύλογη αιτία γιατί είναι αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και/ή προς το δημόσιο συμφέρον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αιτούμενη θεραπεία εναντίον της Τράπεζας είναι πανομοιότυπη και/ή έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την υπό την παράγραφο (Γ) αιτούμενη θεραπεία που ζητείται με το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής. Ως εκ τούτου, τυχόν έγκριση της αιτούμενης θεραπείας θα έχει ως αποτέλεσμα την εκδίκαση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, της ουσίας της Αγωγής, ως προς το σημείο αυτό.
- Οι Αιτητές είχαν τη δυνατότητα να λάβουν τα αιτούμενα στοιχεία από άλλα πρόσωπα και δη τους Εναγόμενους 4 ,5 και 6 οι οποίοι είναι διευθυντές και γραμματείς αντίστοιχα της Εναγόμενης 3 εταιρείας και/ ή από τους Εναγόμενους 7 οι οποίοι είναι ελεγκτές της Εναγόμενης 3 εταιρείας, πρόσωπα τα οποία δεν δεσμεύονται από τις πρόνοιες του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/
- Δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι κατεπείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και γενικά δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 32 του Νόμου 14/
- Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία για εμπλοκή της Τράπεζας (έστω αθώα και εν αγνοία της) στις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες εναντίον των Εναγόντων, ούτε καν πιθανολόγηση περί τούτου.
- Οι Ενάγοντες έχουν ήδη στην κατοχή τους αρκετές πληροφορίες και/ή στοιχεία από αυτά που αιτούνται με την παρούσα Αίτηση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal.
- Τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πρέπει να συνοδεύεται από ρητή υποχρέωση των Εναγόντων όπως
(1)οι Ενάγοντες θα αναλάβουν να αποζημιώσουν πλήρως την Τράπεζα για οποιαδήποτε τυχόν ζημιά αυτή ήθελε υποστεί λόγω της συμμόρφωσής της με το εν λόγω διάταγμα
(2)οι Ενάγοντες θα καταβάλουν στην Τράπεζα όλα τα εύλογα έξοδα που θα υποστεί για συμμόρφωση με το Διάταγμα,
(3)οποιοδήποτε στοιχείο, έγγραφο ή πληροφορία περιέλθει εις γνώση τους ή στην κατοχή τους ή εις γνώση ή στην κατοχή των δικηγόρων τους, να μην δύναται να χρησιμοποιηθεί εναντίον της Τράπεζας σε οποιαδήποτε διαδικασία και
(4)ο χρόνος συμμόρφωσης με το διάταγμα να επεκταθεί σε τουλάχιστο δεκαπέντε
(15)μέρες από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος». Η Ένσταση αυτή συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXX Σάββα επικεφαλής του Νομικού Τμήματος της Εναγομένης αρ. 9 τράπεζας η οποία επίσης δηλώνει ότι η Εναγομένη αρ. 9 δεσμεύεται από υποχρέωση εμπιστοσύνης προς τους πελάτες της και από υποχρέωση τήρησης του τραπεζικού απορρήτου. Τυχόν συγκατάθεση της Εναγομένης αρ. 9 τράπεζας στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος χωρίς προηγούμενη διαταγή του Δικαστηρίου ενδεχομένως να έχει ως συνέπεια την αστική της ευθύνη προς τους πελάτες της. Ούτε μπορεί να αποκαλύψει οποιεσδήποτε εμπιστευτικές ή απόρρητες πληροφορίες εκτός κατόπιν σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου. Εισηγείται επίσης ότι εφόσον οι Ενάγοντες γνωρίζουν την ταυτότητα του XXX θα έπρεπε να του είχε δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί. Δεν προσδιορίζεται στην Αίτηση εύλογη αιτία για την έκδοση των διαταγμάτων, ενώ οι Ενάγοντες έχουν την δυνατότητα να λάβουν τα αιτούμενα στοιχεία από άλλα πρόσωπα στο πλαίσιο της αγωγής και ειδικότερα από τους Εναγόμενους αρ. 2, 4, 5 και 6 που κατέχουν θέσεις αξιωματούχων στην Εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία ή από την Εναγόμενη αρ. 7 που ήταν οι ελεγκτές της. Πέραν των πιο πάνω η κα Σάββα εισηγείται ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού οι Ενάγοντες είχαν γνώση των περισσότερων γεγονότων τουλάχιστον από το 2018, ενώ δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Σε περίπτωση, όμως, που το Δικαστήριο αποφασίσει υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος εισηγείται όπως εκδοθεί υπό τον όρο ότι οι Ενάγοντες θα αποζημιώσουν πλήρως την Εναγόμενη αρ. 9 τράπεζα για οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστεί αλλά και για τα έξοδα που θα υποστεί για συμμόρφωση, ο δε χρόνος συμμόρφωσης να επεκταθεί σε 15 μέρες. Μετά από την έκδοση σχετικών προς τούτο διαταγμάτων, οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρισαν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της Εναγομένης αρ. 2 η οποία αναφέρει ότι την 4.11.2020 επιδόθηκε σε αυτήν προσωπικά και στην Εναγόμενη αρ. 1 Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στην αγωγή με αρ. 2372/20 που καταχώρισαν οι ίδιοι Ενάγοντες καθώς και αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες αιτούνται διάταγμα παγοποίησης και αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων. Η εν λόγω αγωγή στρέφεται εναντίον των εδώ Εναγομένων αρ. 1 έως 4 αλλά και εναντίον των XXX, XXX Vukovic και XXX Jugislav και με αυτήν αξιώνεται το ποσό των $1.239.558 ως αποζημιώσεις για συνωμοσία με παράνομα και/ή θεμιτά μέσα και /ή συνωμοσία για εξαπάτηση των Εναγόντων. Αυτό αποδεικνύει ότι η υπό εκδίκαση Αίτηση έχει καταστεί πλέον άνευ αντικειμένου. Σημειώνει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα στην αγωγή με αρ. 2372/20 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή που συνοδεύει την υπό εκδίκαση Αίτηση. Κατ' επέκταση θεωρεί ότι η παρούσα είναι καταχρηστική, το διάταγμα φίμωσης καθίσταται άνευ αντικειμένου αλλά και ότι οι Ενάγοντες είχαν μεγάλο όγκο πληροφοριών ώστε να καταχωριστεί αγωγή κατά των ισχυριζόμενων αδικοπραγούντων. Σημειώνω ότι οι Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρίστηκαν εκ μέρους των Εναγομένων 3, 4 και 7 είναι σχεδόν οι ίδιες με την Ένορκη Δήλωση της Εναγομένης αρ. 2 αλλά και μεταξύ των και άρα δεν είναι απαραίτητη η σύνοψη τους. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απαντητική Ένορκη Δήλωση της κας XXX Γεωργαλλίδου εκ των δικηγόρων των, η οποία αναφέρει ότι την 20.10.2020 οι Ενάγοντες καταχώρισαν Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα εναντίον 7 εναγομένων αξιώνοντας αποζημιώσεις για ποσό $1.239.558 για ζημιές που έχουν υποστεί συνεπεία της συνωμοσίας, ενώ την ίδια μέρα καταχώρισε και μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων και διάταγμα αποκάλυψης. Κατά την 20.10.2020 το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης και αυτοί επιδόθηκε στους εκεί εναγόμενους αρ. 1 -
- Οι εναγόμενοι αρ. 5, 6 και 7 είναι κάτοικοι εξωτερικού και συναφώς καταχωρίστηκε αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η επίδοση σε αυτούς, όμως, αναμένεται να είναι χρονοβόρα ένεκα του ότι θα πρέπει να λάβει χώρα μέσω των Κεντρικών Αρχών ή διπλωματικής οδού. Είναι η θέση της ότι η αγωγή εκείνη δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο της υπό εκδίκαση διαδικασία. Το γεγονός ότι θα απαιτηθεί διάστημα περί των 6 μηνών για επίδοση της νέας αγωγής επιβεβαιώνει ότι το Διάταγμα Φίμωσης δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Όλοι οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Δεδομένου ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Εναγόμενους προβάλλουν την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπό εκδίκαση Αίτησης, θεωρώ απαραίτητο όπως εξεταστεί πρώτα το ζήτημα αυτό. Tην θέση τους αυτή, όπως φαίνεται από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2, στηρίζουν στην εισήγηση ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 έχουν περιληφθεί καθαρά για σκοπούς ανάληψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Όπως, όμως επισημαίνεται στην αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι αρ. 1, 3, 7, 8 και 9 είναι Κυπριακές εταιρείες και οι Εναγόμενοι αρ. 2, 4, 5 και 6 Κύπριοι πολίτες που διαμένουν στην Λεμεσό. Επιπλέον στην Αίτηση προβάλλονται και ισχυρισμοί ως προς την εμπλοκή των Εναγομένων αρ. 1 και 3 στην κατ' ισχυρισμό συνομωσία για καταδολίευση των Εναγόντων. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας στο στάδιο αυτό μπορεί να κριθεί μόνο από τα δικόγραφα, και στο στάδιο αυτό δεν υπάρχει κάτι ενώπιον του Δικαστηρίου που να μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα περί ελλείψεως δικαιοδοσίας. Προχωρώ συνεπώς στην εξέταση της Αίτησης. Στην διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Σε περιπτώσεις όπου αυτό που επιζητείται είναι διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων το οποίο εμπίπτει στις αρχές της Επιείκειας όπως καθιερώθηκαν από την απόφαση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioner of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 943 πρέπει επιπλέον να πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη Νομολογία. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Από το λεκτικό των αιτητικών διαφαίνεται ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, και άρα η Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Επιπλέον, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω απόσπασμα από την Avila Management Services Ltd v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 στην οποία και παρατίθενται οι νομικές αρχές που διέπουν την εξέταση αιτημάτων για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Στην απόφαση Aldi Μarine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A19, Πολ. Εφ. 182/12 και 184/12 ημερ. 18.1.2016 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπως είναι γνωστό, διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης. Στην Αγγλία υπάρχει το δικαίωμα αποκάλυψης πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο όμως, λόγω των προνοιών του άρθρου 32 δεν έχουν εκδοθεί Κανονισμοί που να επιτρέπουν την έκδοση επικουρικών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων για σκοπούς έγερσης αγωγής. Όμως, με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του (βλ. Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Custom Excise [1973] 2 All ER 943, Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Stepanek κ.α.
(2012)1Β ΑΑΔ 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Abramchyk κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11, ημερ. 13.1.2014, Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Alisa Chumachenko κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, ημερ. 30.9.2014 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 976-978). Όμως, υπάρχουν και διαζευκτικοί τρόποι. Το δίκαιο επίσης επιτρέπει είτε την κοινοποίηση ενός τέτοιου διατάγματος, είτε την έκδοση τέτοιου διατάγματος που εμπλέκει τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν έχει καταστεί διάδικος, αλλά θεωρείται λόγω της έμμεσης εμπλοκής του ότι μπορεί να βοηθήσει επειδή κατέχει πληροφορίες, έγγραφα ή άλλη περιουσία που ανήκει στον εναγόμενο, όπως για παράδειγμα εναντίον τράπεζας, μη διαδίκου. Στη δεύτερη περίπτωση, ο τρόπος που διατυπώνεται το διάταγμα έχει μεγάλη σημασία». Από ανάγνωση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες αξιούν ουσιαστικά τα διατάγματα αποκάλυψης και χρήσης πληροφοριών και εγγράφων που περιέχονται και στην υπό εκδίκαση Αίτηση. Σημειώνω ότι στην Ένορκη του Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο κ. Alkabes προβαίνει σε λεπτομερή αναφορά ως προς τα γεγονότα τα οποία κατά την εισήγηση του καταδεικνύουν την ύπαρξη αδικοπραξιών εις βάρος των Εναγόντων. Παρατηρώ ότι στις Ενστάσεις των Εναγομένων αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 παρατίθενται παρόμοια γεγονότα πλην όμως υποβάλλονται ερωτήματα σε αυτές που τείνουν να καταδείξουν ότι τα εν λόγω γεγονότα δεν θα πρέπει να οδηγήσουν στο ότι έχει λάβει χώρα κάποια αδικοπραξία, αφήνοντας και υπονοούμενα αναφορικά με την συμπεριφορά των Εναγόντων στην διαδικασία διάλυσης της Klariden. Όπως είναι καλά νομολογημένο το παρόν δεν είναι στάδιο στο οποίο δύναται να προβεί το Δικαστήριο σε αξιολόγηση μαρτυρίας ή σε εξαγωγή ευρημάτων. Από τις ενώπιον μου Ένορκες Δηλώσεις όμως προκύπτει ότι θέση των Εναγόντων είναι ότι Εναγόμενοι αρ. 1 έως 7 είναι συνδεδεμένα πρόσωπα, ενώ ο κ. Alkabes επεξηγεί πως αυτοί όσον και οι εταιρείες ERE, BSIG, Klariden και BSGP τελούν υπό τον έλεγχο του XXX. Ο κ. Alkabes επεξηγεί πως κατά την άποψη του η σειρά συμφωνιών μεταξύ ERE, GC και Εναγομένων αρ. 1 και 3 αποτελεί πλασματική σειρά συμφωνιών και τον τρόπο με τον οποίο πιστεύει ότι οδηγήθηκαν οι ERE, Klariden και Torex σε πτώχευση ώστε να αποφύγουν την πληρωμή αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν εναντίον τους και υπέρ των Εναγόντων. Ειδικότερα, η ERE μετέφερε τα περιουσιακά της στοιχεία στην BSGP ώστε να μην συμμορφωθεί με την Διαιτητική Απόφαση, και πούλησε τις μετοχές της στην BSGP στην Εναγόμενη αρ.
- Μετά η Εναγόμενη αρ. 3 πούλησε τις μετοχές της στην BSGP στην Εναγόμενη αρ.
- Με αυτόν τον τρόπο, εισηγείται, ο XXX, η BSGP (της οποίας είναι και διευθυντής ο XXX), η ERE και οι Εναγόμενες αρ. 1 και 3 συνδέονται. Η Εναγόμενη αρ. 2 στην δική της Ένορκη Δήλωση ουσιαστικά δίδει διαφορετική εξήγηση για τα γεγονότα, με την εισήγηση ότι ήταν οι αντιπρόσωποι των Εναγόντων που προσέγγισαν τον XXX ώστε να συνεργαστεί με την Cofis, εγείροντας προβληματισμούς ως προς το γιατί δεν επισυνάφθηκαν οι συμφωνίες εργολαβίας και υπεργολαβίας ή γιατί δεν λήφθηκαν μέτρα κατά των Klariden, ERE και BSIG. Οι δε Εναγομένοι αρ. 3, 4 και 7 στην δική τους Ένσταση, πέραν των πιο πάνω, εισηγούνται ότι οι Ενάγοντες γνωρίζουν ποιοι είναι οι τελικοί ιδιοκτήτες των BSIG, ERE και Klariden. Με δεδομένα τα πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα, από την εξέταση της ενώπιον μου μαρτυρίας, βρίσκω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η διαπίστωση του αν όντως ευσταθούν οι θέσεις των Εναγόντων, είναι θέμα φυσικά του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Κρίνω συνεπώς ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στους Αιτητές να δείξουν ότι έχουν «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Οι Ενάγοντες θέτουν κάποια γεγονότα με την πιο πάνω Ένορκη Δήλωση του κ. Alkabes. Σε περίπτωση όπου μετά από αξιολόγηση όντως γίνουν δεκτά τα γεγονότα αυτά, θα έχουν και πιθανότητα να επιτύχουν στην αγωγή τους. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εάν όντως ευσταθούν οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ότι δεν έχουν ή δεν μπορούσαν να ανακαλύψουν τα αναγκαία στοιχεία για την προώθηση της υπόθεσης τους η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντα όσο και για την υποβοήθηση της ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής. Είναι απαραίτητο για τους Αιτητές να καταδείξουν ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται είναι ζωτικής σημασίας αλλά και ότι οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να ληφθούν από άλλες πηγές. Αυτό είναι που προβληματίζει. Οι Ενάγοντες έχουν ήδη καταχωρίσει την αγωγή με αρ. 2372/20 στην οποία περιλαμβάνονται ως Εναγόμενοι οι κ.κ. XXX, XXX Vucovic και XXX Jugoslav αξιώνοντας εναντίον των αποζημιώσεις ύψους ΗΠΑ$ 1.239.558 για «συνομωσία με παράνομα μέσα (unlawful means) και/ή θεμιτά μέσα και/ή συνομωσία για καταδολίευση και προς εξαπάτηση της Ενάγουσας και/ή δόλο και/ή απάτη και/ή ως money had and received και/ή δυνάμει των αρχών της επιείκειας ως αποτέλεσμα των οποίων η Ενάγουσα υπέστη ζημιά». Αξιούν επιπλέον γενικές αποζημιώσεις για τα πιο πάνω αλλά και επιδίκαση ποσού «ίσου με το σύνολο των ποσών, που καταβλήθηκαν, καταβάλλονται και/ή θα καταβληθούν από την Ενάγουσα προς έρευνα και/ή ανίχνευση της συνομωσίας και/ή του δόλου και/ή της απάτης και/ή των δόλιων ενεργειών......και/ή την απαιτούμενη συλλογή μαρτυρίας.». Ανάγνωση της Ένορκης Δήλωσης της κας XXX Κεφαλωνίτη που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγόντων για προσωρινό διάταγμα στο πλαίσιο της προαναφερόμενης αγωγής καταδεικνύει ότι προς απόδειξη των προϋποθέσεων του αρ. 32 του Ν.14/60 οι Ενάγοντες προβάλλουν τα ίδια γεγονότα με αυτά που προβάλλει ο κ. Alkabes στην υπό εκδίκαση Αίτηση. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες ότι οι πληροφορίες εδώ ζητούνται για να μπορέσουν οι Ενάγοντες να συνενώσουν τους αδικοπραγούντες στην αγωγή αρ. 2372/20 ούτε και την «προώθηση» της εν λόγω αγωγής. Αντιθέτως στην υπό εκδίκαση Αίτηση αναγράφεται ρητά ότι οι πληροφορίες απαιτούνται για την αγωγή που «πρόκειται» να καταχωριστεί, για να προωθήσουν επιτυχώς την απαίτηση για δόλο και συνομωσία στην Κύπρο αλλά και για την διαπίστωση της ταυτότητας των ατόμων που ενεργούσαν μαζί με τον XXX ώστε να εξαφανίσουν τα περιουσιακά στοιχεία της ERE. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Nikitin v Richards Butler LLP
(2007)EWHC 173 στην οποία παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους αρ. 3, 4 και 7: «The second requirement does, however, require some elaboration. The information in question in Norwich Pharmacal itself was such that without it "no action can ever be begun because the Appellants do not know who are the wrongdoers who have infringed their patent" .... I am wholly unconvinced by the case for the Applicants. They have, and indeed assert that they have, quite sufficient information to make claims against the Respondents if they are truly minded to do so. So, too, they could provide that information to the Information Commissioner. The sense od the Applicants taking proceedings, with the obvious difficulties of establishing any loss, the lapse of time and the lack of ay basis for complaint for the last 16 months or so, seems to me to be hard to fathom. That does indeed suggest that the objective relates to the Commercial Court action and the serious allegations they face. But they need no more to take effective steps. There are no continuing threats. They know the prime movers. In agreement with Mr White's submission, I do not think this relief is intended to enable a victim of unlawful conduct to fine tune a pleading or identify every person of whatever standing who may have committed an unlawful act.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Συνεπώς δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας για τους σκοπούς που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, εφόσον οι Ενάγοντες έχουν ήδη καταχωρίσει αγωγή εναντίον των κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντων για τα αδικήματα που εδώ επικαλούνται. Η προσπάθεια φαίνεται πλέον να αποσκοπεί στην τελειοποίηση του δικογράφου τους, πράγμα που είναι εκτός των πλαισίων για τα οποία εκδίδονται διατάγματα τέτοιας φύσης. Επιπλέον από τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται στην Αίτηση προκύπτει ότι έχουν στοιχεία ως προς τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στην κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία εναντίον τους. Επισημαίνω επίσης ότι για τα ίδια γεγονότα καταχωρίστηκαν ποινικές διαδικασίες από τους Ενάγοντες εναντίον των XXX, Vukovic και Stevanovic στην Σερβία οι οποίες απορρίφθηκαν, ενώ εκκρεμεί ακόμη ποινική υπόθεση εναντίον του XXX για ξέπλυμα χρήματος, φοροδιαφυγή και κατάχρηση εξουσίας σε σχέση με τα ποσά των €409.000 και €100.000 που μεταφέρθηκαν από τους Ενάγοντες σε άλλες εταιρείες. Καταχώρισαν επίσης αγωγή στην Σερβία το 2018 εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 και της ERE και εξασφάλισαν διατάγματα αποκάλυψης τραπεζικών λογαριασμών από τις Credit Agricole Belgrade και Credit Suisse Zurich. Καμία εξήγηση δεν δίδεται από πλευράς Εναγόντων ως προς το γιατί τα όσα ζητούν από τους Εναγόμενους αρ. 1 έως 7 δεν ζητήθηκαν στο πλαίσιο των προαναφερόμενων διαδικασιών. Έπεται πως οι Ενάγοντες δεν έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση που τίθεται στους ώμους τους να καταδείξουν ότι δεν είναι δυνατό να εξευρεθούν οι πληροφορίες με άλλο τρόπο. Επίσης θα συμφωνήσω με τους Εναγόμενους ότι, δεδομένης της καταχώρισης (και της επίδοσης σε κάποιους εκ των εκεί εναγομένων) αγωγής με αρ. 2372/20, δεν είναι πλέον απαραίτητη η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος φίμωσης. Θέση των Εναγόντων είναι ότι ιθύνοντας νους είναι ο XXX ο οποίος και ελέγχει τους λοιπούς Εναγόμενους (πλην των τραπεζών). Συνεπώς με την επίδοση της αγωγής με αρ. 2372/20 ήδη έχουν οι ίδιοι οι Ενάγοντες φέρει σε γνώση των κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντων τις αξιώσεις τους αλλά και τα γεγονότα επί των οποίων τις στηρίζουν. Των πιο πάνω δεδομένων η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα προσωρινά διατάγματα που εξεδόθησαν την 15.9.2020 ακυρώνονται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και άρα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 έως 9 - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο