Fitzsimmis κ.α. ν. Oreshina κ.α., Αρ. Αγωγής: 831/19, 10/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A109 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 831/19 Μεταξύ: 1.ΧΧΧΧ Fitzsimmis, από το Ηνωμένο Βασίλειο 2.Lodestar Marketing Ltd, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντες και 1.ΧΧΧΧ Oreshina, από την Ρωσία 2.Art Playtime Europe Ltd, από την Λεμεσό 3.Morecito Ltd, από την Λεμεσό Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10.3.21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κκ Χαραλάμπους & Χρίστου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους / Αιτητές: κα Τζάνετ Ζήνωνος -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 22.4.19 οι Εναγόμενοι/Αιτητές εξαιτούνται προσωρινών διαταγμάτων τα οποία εν τέλει περιόρισαν σε αυτά που αξιώνονται υπό παραγράφους Α, Β, Δ, Ζ, Θ, Ι και Λ της υπό κρίση αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Σαββίδη, εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου των Αιτητών. Προσέκρουσε δε στην ένσταση των Εναγόμενων/Καθ' ων η αίτηση. Καταχωρήθηκαν τρεις ξεχωριστές ενστάσεις οι οποίες συνοδεύονται η καθεμιά από ένορκο δήλωση διαφορετικού προσώπου. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται στο σώμα των Ειδοποιήσεων σύμφωνα με την Δ.48, θ.4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και τις ενστάσεις αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Θεωρώ ότι δεν είναι σκόπιμο να παραθέσω τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εκατέρωθεν των πλευρών. Η παράθεση της μαρτυρίας δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό καθότι η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη για λόγο που η εξέτασή του δεν καθιστά απαραίτητη την παράθεση της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και τις τρεις ενστάσεις είναι μακροσκελέστατες. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Subject to any Rules of Court every Court, in the exercise of its civil jurisdiction, may, by order, grant an injunction (interlocutory, perpetual or mandatory) or appoint a receiver in all cases in which it appears to the Court just or convenient so to do, notwithstanding that no compensation or other relief is claimed or granted together therewith: Provided that an interlocutory injunction shall not be granted unless the Court is satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, that there is a probability that the plaintiff is entitled to relief and that unless an interlocutory injunction is granted it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage.
(2)Any interlocutory order made under sub-section
(1)may be made under such terms and conditions as the Court thinks just, and the Court may at any time, on reasonable cause shown, discharge or vary any such order. ....................................». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
(2)Οιονδήποτε παρεπίμπτον διάταγμα εκδοθέν σύμφωνα με το εδάφιο
(1)δύναται να εκδοθεί υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο και το Δικαστήριο δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο επί αποδείξει εύλογου αιτίας να ακυρώσει ή τροποποιήσει οιονδήποτε τέτοιο διάταγμα». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Ο διάδικος που ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει μέχρι τέλους το βάρος να αποδείξει ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 αλλά και να δικαιολογήσει την συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε στην βάση μονομερούς αιτήσεως (Βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Τέλος, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Στην υπόθεση Μαίρη Νίκη Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 κρίθηκε ορθή από το Εφετείο η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή ότι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση προκύπτει όταν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παρουσιαζόμενοι είτε ως λογικοί είτε ως αναδυόμενοι από τα στοιχεία που εκατέρωθεν τίθενται θα πρέπει να αφεθούν να εξετασθούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 που πιο πάνω μνημονεύεται ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει μεν σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction»), όχι, όμως, σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκίζη κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου, ήτοι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις τρεις εντάσεις καθώς και οι έγγραφες προτάσεις αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρών πραγματικών και νομικών ζητημάτων για κρίση από το Δικαστήριο. Οι αντικρουόμενες θέσεις είναι τέτοιες που θα πρέπει να αφεθούν να εξετασθούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Έχοντας δε κατά νου τους ισχυρισμούς που εκτέθηκαν ενόρκως και από τις δύο πλευρές και αξιολογώντας την ισχύ και μόνο των ισχυρισμών αυτών κρίνω ότι η πλευρά των Αιτητών ικανοποίησε το Δικαστήριο στον βαθμό που απαιτείται, που είναι, όπως πιο πάνω υποδείχθηκε, κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ότι το ενδεχόμενο να πετύχει η αγωγή των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η αίτηση δεν μπορεί να αποκλεισθεί και, κατ' επέκταση, ότι στην βάση των θέσεών τους υπάρχει ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής. Η πλευρά των Αιτητών παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, πράγμα που σημαίνει ότι η ισχύς των θέσεων της δεν κλονίσθηκε και που την ίδια στιγμή υπαγορεύει ότι οι θέσεις και ισχυρισμοί των Αιτητών θα πρέπει να αφεθούν να αποφασισθούν από το Δικαστήριο στην δίκη όπου και θα κριθεί η ουσία της υπόθεσης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές απεκάλυψαν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην αγωγή. Επομένως οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, ικανοποιούνται. Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση αναφέρονται τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σε αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ του. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα «οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα έχουν την ευκαιρία να υλοποιήσουν τα δόλια σχέδιά τους και να θέσουν υπό την κατοχή και/ή τον έλεγχό τους τα κεφάλαια και τις μετοχές της Εναγόμενης 2 οι οποίες ανήκουν στην Αιτήτρια». Αναφέρεται, επίσης, ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων «υπάρχει ο κίνδυνος μεταβίβασης των μετοχών και αποξένωσης των χρημάτων που βρίσκονται κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 2 με αποτέλεσμα οι Αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτες ζημιές και έξοδα». Ο ενόρκως δηλών καταλήγει στο ότι υπό το φως των πιο πάνω θα είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι, αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι «τα αιτούμενα διατάγματα θα ενεργήσουν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, εμποδίζοντας τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 να επωφεληθούν εις βάρος των Αιτητών και άδικα και αδικαιολόγητα να πλουτίσουν και αποκτήσουν όφελος προερχόμενο από τις παράνομες δραστηριότητές τους». Τέλος ισχυρίζεται, αν και σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος, ότι «αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα όλα τα χρήματα το οποία βρίσκονται κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγόμενης 2 θα αποξενωθούν και θα τοποθετηθούν εκτός εμβέλειας του Σεβαστού Δικαστηρίου και οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ των Αιτητών δεν θα είναι δυνατό να εκτελεστεί». Όπως και οι δύο πρώτες προϋποθέσεις έτσι και η τρίτη θα πρέπει να ιδωθεί και εξετασθεί με γνώμονα τις έγγραφες προτάσεις και δη την Έκθεση Απαίτησης. Με την αγωγή τους οι Αιτητές αξιώνουν αποζημιώσεις. Σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν γίνεται αναφορά στην οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η αίτηση ή σε τυχόν αφερεγγυότητα τους ή αδυναμία τους να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ των Αιτητών και εναντίον τους. Στην απουσία ισχυρισμού ότι η οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η αίτηση είναι τέτοια ή θα είναι τέτοια σε περίπτωση αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 2 ώστε να μην δύνανται είτε η Εναγόμενη 2 είτε και οι άλλοι δύο Καθ' ων η αίτηση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους και υπέρ των Αιτητών τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ουδόλως βοηθούν τους Αιτητές. Δεν είναι αρκετό να ισχυρίζεται ο κύριος Σαββίδης ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 2. Όφειλε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι σε τέτοια περίπτωση η Εναγόμενη 2 θα στερείται οποιασδήποτε άλλης περιουσίας ώστε να δύναται να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον της και υπέρ των Αιτητών. Το ίδιο όφειλε να καταδείξει και για τους Εναγόμενους 1 και 3. Ότι, δηλαδή, στερούνται περιουσίας με αποτέλεσμα να μην δύναται να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους και υπέρ των Αιτητών. Υπό το φως των πιο πάνω οι ισχυρισμοί του κύριου Σαββίδη ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτες ζημιές και έξοδα και ότι αν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν θα είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι, αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνονται εντελώς ανίσχυροι και καμία βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί σε αυτούς. Σημαντικό είναι, επίσης, να αναφερθεί ότι στην παράγραφο 67 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η αδυναμία των Καθ' ων η αίτηση να αποζημιώσουν τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής δεν περιλαμβάνεται στις προϋποθέσεις που ο κύριος Σαββίδης εισηγείται ότι έχουν ικανοποιηθεί και στην βάση των οποίων ως είναι η εισήγησή του θα πρέπει τα αιτούμενα διατάγματα να εκδοθούν. Σύμφωνα με αυτόν οι Αιτητές απέδειξαν ότι έχουν καλή βάση αγωγής με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ τους, ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος και τέλος υπάρχει ορατός κίνδυνος αποστέρησης των Αιτητών από τους καρπούς ενδεχόμενης επιτυχίας της αγωγής. Τίποτα σχετικό με την τρίτη προϋπόθεση δεν αναφέρεται. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Ο σχετικός λόγος ένστασης ο οποίος απαντά και στις τρεις ενστάσεις, επομένως, ευσταθεί. Μοιραία η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1-3/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο