← Κύπρος

PENCILIA HOLDINGS LIMITED ν. 1GLIDEFERN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2081/13, 10/3/2021

PENCILIA HOLDINGS LIMITED ν. 1GLIDEFERN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2081/13, 10/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2081/13 Μεταξύ: PENCILIA HOLDINGS LIMITED Ενάγοντες και 1. GLIDEFERN LIMITED 2. RAYHILL LIMITED 3. ΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28.2.2020 για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2021 Για την Εναγόμενη αρ. 2 - Αιτήτρια: κα Ε. Ευαγγέλου Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Α. Τσιρίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 29.5.2013 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των Εναγομένων με την οποία αξιούν δηλώσεις και αποζημιώσεις που αφορούν σε αθέτηση συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης την 11.6.2013. Η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρίστηκε την 18.6.2013 και, μετά την καταχώριση σχετικής αίτησης, καταχωρίστηκε την 7.1.2014 Υπεράσπιση από όλους τους Εναγόμενους. Ακολούθησε η καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση την 14.2.2014 και ο ορισμός της αγωγής για οδηγίες. Μετά τον ορισμό της αγωγής για ακρόαση και την αλλαγή δικηγόρων εκ μέρους των Εναγομένων, την 6.3.2019 η αγωγή εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Κατά την ίδια ημερομηνία, και παρά το ότι η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη την 5.4.2019. Κατά την ημερομηνία αυτή ο συνήγορος εκ μέρους των Εναγόντων προσκόμισε ένορκη δήλωση προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων. Την 24.4.2019 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 ως ακολούθως: «(
  2. i)Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες υπέστησαν ζημιά ύψους US$950.000 ως της εκ μέρους των Εναγομένων 2 παράλειψης και ή αμέλειας να εφαρμόσουν και να συμμορφωθούν προς την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1 ημ. 27.12.12 για την πληρωμή προς τους Ενάγοντες μερίσματος του ισόποσου μετά τη δήλωση και ή έκδοση μερίσματος της ίδιας ημερομηνίας. (
  3. ii)Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2 ειδικές αποζημιώσεις ύψους US$950.000 για τη ζημιά και απώλεια την οποία υπέστησαν οι Ενάγοντες ως εκ της εκ μέρους των Εναγομένων 2 αδικαιολόγητου και ή άνευ επαρκούς δικαιολογίας και εν γνώσει τους παρανόμου και ή άλλως παρέμβασης τους στην αναληφθείσα υποχρέωση πληρωμής του εν λόγω ποσού από τους Εναγόμενους 1 στους Ενάγοντες και ή της απαγόρευσης κατά ή περί τις 10.1.13 με το ως άνω δικαστικό διάταγμα της υπογραφής οποιωνδήποτε εγγράφων αποσκοπούντων στην εκτέλεση και ή ολοκλήρωση της συμφωνίας πώλησης 8.000.000 μετοχών ημ. 28.12.12 που κατέχουν οι Εναγόμενοι 1 στην εταιρεία CJSC NAFTATRANS που προκάλεσε τους Εναγόμενους 1 στη αθέτηση της πιο πάνω συμφωνίας και ή έτεινα να προκαλέσει την αθέτηση της εν λόγω συμφωνίας». Οι Ενάγοντες προώθησαν την εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης με την αίτηση ημερ. 19.9.2019 για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Στο πλαίσιο αυτής την 25.10.2019 εμφανίστηκαν συνήγοροι εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 2 οι οποίοι ζήτησαν χρόνο να καταχωρίσουν ένσταση, πράγμα που έπραξαν την 13.1.2020. Στην εν λόγω αίτηση ζητήθηκε επανειλημμένα αναβολή και την 11.5.2020 τελικώς αποσύρθηκε αφού δηλώθηκε ότι τα μέρη είχαν καταλήξει σε διευθέτηση. Μετά από την πιο πάνω εξέλιξη στο πλαίσιο αίτησης ημερ. 11.6.2019 εξεδόθη διάταγμα επιβάρυνσης μετοχών. Την 17.6.2020 καταχωρίστηκε νέο Σημείωμα Εμφάνισης για την Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία, αυτή τη φορά από την δικηγορική εταιρεία Μυροφόρα Α. Παστού ΔΕΠΕ, η οποία καταχώρισε και ένσταση στην αίτηση ημερ. 26.11.2019 για πώληση μετοχών. Μετά από εκδίκαση της εν λόγω αίτησης το Δικαστήριο εξέδωσε την 29.7.2020 απόφαση με την οποία εξεδόθησαν, μεταξύ άλλων, διατάγματα πώλησης των μετοχών που η Εναγόμενη αρ. 2 κατέχει στην Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία. Της απόφασης αυτής ακολούθησε η καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης (με ταυτόχρονη αίτηση για αναστολή) με την οποία η Εναγόμενη αρ. 2 εξαιτείται την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει ή παραμερίζει (set-aside) την εκδοθείσα απόφαση ημερ. 24.4.2019 εναντίον της. Η Αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17, Δ.26, Δ.33, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.59 και Δ.64, στο Αρ. 30 του Συντάγματος, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει η κα Ευτυχία Ευαγγέλου εκ των δικηγόρων της Εναγομένης αρ. 2 η οποία αναφέρει ότι η Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία κατέχει μερίδιο 50% στην Εναγόμενη αρ.1 εταιρεία. Η απόφαση ημερ. 24.4.2019 εξεδόθη παρόλη τη βούληση της Εναγομένης αρ. 2 να υπερασπιστεί την αγωγή. Επισημαίνει ότι είχε καταχωριστεί Υπεράσπιση και Ένορκη Αποκάλυψη Εγγράφων μέσω των τότε δικηγόρων της κ.κ. Αντρέα Νεοκλέους ΔΕΠΕ και Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ. Όπως εξηγεί, την 28.4.2005 η Erin Resources S.A. υπέγραψε συμφωνία μετοχών με την Prime International Alliance Inc για την διαχείριση της Εναγομένης αρ. 2 και μαζί η Ενάγουσα και η Εναγομένη αρ. 2 θα συμμετείχαν στην λήψη αποφάσεων σχετικά με την Εναγόμενη αρ. 1. Η Εναγόμενη αρ. 2 και οι Ενάγοντες κατέχουν από 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, η δε Εναγομένη αρ. 1 ήταν ο μοναδικός μέτοχος της εταιρείας Naftatrans, Ρωσικής εταιρείας ιδιοκτήτριας τερματικού πετρελαϊκού σταθμού, μέχρι και το 2012. Το 2009 δημιουργήθηκαν πολλά προβλήματα μεταξύ των ιδιοκτητών της Εναγομένης αρ. 2 με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να διοικηθεί και λειτουργήσει ομαλά, αλλά και να υπάρχει αδυναμία διοίκησης αναφορικά με την Εναγομένη αρ. 1. Σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης αρ. 1 την 31.5.2012 οι διευθυντές ενημερώθηκαν ότι τα κέρδη της για το 2010 ανήλθαν σε ΗΠΑ$32εκ και για το 2011 σε ΗΠΑ$14εκ. Τον Δεκέμβριο 2012 οι Ενάγοντες ενημέρωσαν για αντικατάσταση της διευθύντριας στην Εναγομένη αρ. 1 κατά παράβαση της μεταξύ των μετόχων συμφωνίας ημερ. 27.4.2005 και μετά από αυτό έλαβε χώρα παράνομη και πλασματική συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης αρ. 1 με απώτερο σκοπό την πώληση των μετοχών της Naftatrans στην εξευτελιστική τιμή των ΗΠΑ$2εκ. Η απόφαση αυτή λήφθηκε χωρίς να δοθεί επαρκής ειδοποίηση στην άλλη διευθύντρια της Εναγομένης αρ. 2 με χρήση πλαστής σφραγίδας της Εναγομένης αρ. 1. Την 31.12.2012 άγνωστος λογαριασμός στην Λαϊκή Τράπεζα έλαβε ποσό ΗΠΑ$2εκ. Μετά από επαφή με τους άλλους διευθυντές της Εναγομένης αρ. 1, η Εναγόμενη αρ. 2 καταχώρισε στο πλαίσιο της αγωγής με αρ. 60/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (θεωρώ ότι η αναφορά σε «Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας» είναι εσφαλμένη) μονομερή αίτηση όπου και εξεδόθησαν παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, και την 21.1.2013 έστειλε δήλωση στις αρχές διερεύνησης της Ρωσίας σχετικά με απάτη και κλοπή των μετοχών της Naftatrans. Με απόφαση ημερ. 6.2.2013 της εξεταστικής αρχής της Επικράτειας Κρασνονταρ της Ρωσίας διαπιστώθηκε ότι η συναλλαγή για την πώληση των μετοχών της Naftatrans έγινε δόλια και παραπέμφθηκε για περαιτέρω έρευνα στην Μόσχα, οι αρχές της οποίας την 28.2.2013 επιβεβαίωσαν την παρανομία και απάτη. Η Εναγόμενη αρ. 2 απέστειλε επιστολή την 15.1.2013 στον Αρχηγό Αστυνομίας της Κύπρου ζητώντας διερεύνηση της υπόθεσης και την 12.4.2016 στον Γενικό Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η Naftatrans ανακοίνωσε την 16.6.2010 μερίσματα για τα έτη 2005 - 2009 ύψους ΗΠΑ$200εκ και έδωσε στην Εναγόμενη αρ. 2 γραμμάτια αντί του ποσού και, παρά το ότι ζητήθηκε επανειλημμένα η καταβολή τους, η Prime International Alliance (μέτοχος της Εναγομένης αρ. 2) και ο υφιστάμενος διευθυντής της Εναγομένης αρ. 2 κ. XXXXX Αχιλλέως αρνούνται να προβούν σε οποιαδήποτε διαδικασία. Από τα πιο πάνω, εισηγείται, είναι φανερό ότι η εμπιστοσύνη μεταξύ των μετόχων και του διευθυντή έχει κλονιστεί. Στους Ενάγοντες αποδίδεται συμμετοχή στο προαναφερόμενο παράνομο και δόλιο σχέδιο με την αλλαγή της διευθύντριας στην Εναγομένη αρ. 1 εταιρεία χωρίς να ενημερώσει την Εναγομένη αρ. 2 ώστε να προχωρήσει στην πώληση των μετοχών της Naftatrans. Φαίνεται ότι αυτή προσήλθε, ισχυρίζεται, στο Δικαστήριο με σκοπό να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα και να παραποιήσει την αλήθεια. Θεωρεί ότι η Εναγόμενη αρ. 2 έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή τόσο για την ευθύνη όσο και για το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν υπέρ των Εναγόντων. Όπως λέει περαιτέρω η κα Ευαγγέλου, για όσο καιρό υπήρχαν δύο διευθυντές μέχρι και τον Ιανουάριο 2017 στην Εναγομένη αρ. 2, αυτή προωθούσε κανονικά τις Δικαστικές διαδικασίες. Την 21.11.2017 οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν την Εναγομένη αρ. 2 απέστειλαν επιστολή ότι θα αποσύρονταν από δικηγόροι της. Παρά το ότι την 23.11.2017 παραδόθηκαν όλοι οι φακέλοι στην προτιθέμενη νέα δικηγόρο ο διευθυντής της Εναγομένης αρ. 2 δόλια και προς εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων δεν προχωρούσε με την υπογραφή του διοριστηρίου εγγράφου με αποτέλεσμα να μην εμφανιστεί κανείς για την εκπροσώπηση αυτής και να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. H δε Prime και ΧΧΧ Αχιλλέως αρνήθηκαν την σύγκληση γενικής συνέλευσης πριν από την 14.2.2018, ενώ κατά την 14.2.2018 η Prime δεν συμφώνησε στον διορισμό δεύτερου διευθυντή ή νέου δικηγόρου για εκπροσώπηση της Εναγομένης αρ. 2 στις αγωγές με αρ. 60/13 και 2081/13. Ούτε και κατέστη δυνατή η συμφωνία περί τούτων σε γενική συνέλευση που έγινε την 2.5.2018, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει διορισμός δεύτερου διευθυντή. Εισήγηση της Ενόρκως Δηλούσας είναι ότι δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο οι δόλιες συμπεριφορές που αναφέρονται πιο πάνω στο να ακουστεί η υπόθεση. Από την 17.6.2020 που ο κ. Αχιλλέως διόρισε το δικηγορικό γραφείο Μυροφόρα Α. Παστού ΔΕΠΕ ως δικηγόρους αυτοί ενήργησαν άμεσα και χωρίς καθυστέρηση στην προώθηση της υπό εκδίκαση Αίτησης. Η παράλειψη τους να εμφανιστούν οφείλετο στην δόλια στάση των προσώπων που είχαν αρμοδιότητα να πράξουν τα δέοντα ώστε η Εναγομένη αρ. 2 να εκπροσωπηθεί και δεν βαραίνει σε καμία περίπτωση την Εναγομένη αρ. 2. Οι Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17, Δ.26, Δ.33, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.59 και Δ.64, στο Άρ. 30 του Συντάγματος, στη σύμφυτη εξουσία και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 11 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2. Η Αιτήτρια δεν κατάφερε να δείξει εκ πρώτης όψεως καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. 3. Δεν υπάρχουν καλές πιθανότητες για επιτυχία της αίτησης παραμερισμού. 4. Η απουσία της Αιτήτριας κατά την έκδοση της Απόφασης ημερομ. 24/04/2019 καταδεικνύει εγκατάλειψη της Υπεράσπισης και/ή αδιαφορία για προώθηση της με τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. 5. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή αποσκοπεί στο να προκαλέσει καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και/ή καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. 6. Υπάρχει αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης και/ή η Αιτήτρια εμποδίζεται από του να εγείρει τα αιτήματα της στο παρόν στάδιο. 7. Οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των μετόχων της Αιτήτριας είναι άσχετες με τα επίδικα ζητήματα και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον παραμερισμό της Απόφασης ημερομ. 24/04/2019. 8. Οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των μετόχων της Αιτήτριας ή άλλων μετόχων αποτελούν δεδικασμένο. 9. Η Αιτήτρια κωλύεται από του να προβεί στην παρούσα αίτηση και/ή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης. 10. Η Αιτήτρια καταχώρησε ένσταση και ακούστηκε σε διαδικασία εκτέλεσης απόφασης. 11. Η εκτέλεση της απόφασης έχει ήδη γίνει και οι μετοχές είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του Παραλήπτη». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας ΧΧΧ Χρυσάνθου Δημητρίου διευθύντριας των Εναγόντων η οποία αναφέρει ότι Ενάγοντες και Εναγόμενη αρ. 2 κατέχουν από 50% του μετοχικού κεφαλαίου στην Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία. Με την απόφαση ημερ. 24.4.2019 το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι Ενάγοντες υπέστησαν ζημιά ύψους ΗΠΑ$950.000 λόγω παράλειψης της Εναγομένης αρ. 2 να εφαρμόσει ή συμμορφωθεί προς την απόφαση του Δ.Σ. της Εναγομένης αρ. 1 για πληρωμή μερίσματος. Η Εναγόμενη αρ. 2 είχε καταχωρίσει Υπεράσπιση πριν από την έκδοση της απόφασης. Αναφερόμενη στην Ένορκη Δήλωση της κας Ευαγγέλου που συνοδεύει την Ένσταση η κα Δημητρίου επισημαίνει ότι σε αυτήν περιγράφεται η διαφορά που προέκυψε μεταξύ των μετόχων της Εναγομένης αρ. 2, ήτοι των εταιρειών Erin Resources S.A. και Prime International Alliance Inc όσον αφορά στον διορισμό δικηγόρου για να την εκπροσωπήσει στην αγωγή. Θέση της είναι ότι οι όποιες διαφορές αυτές είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα, ενώ πουθενά η Εναγομένη αρ. 2 δεν αναφέρει να έχουν ληφθεί δικαστικά διαβήματα από την Erin Resources S.A.ώστε να εξασφαλιστεί ο διορισμός δικηγόρου. Επιπλέον εισηγείται ότι τα γεγονότα που αφορούν στις σχέσεις των μετόχων αποτελούν δεδικασμένο αφού με την αγωγή αρ. 60/13 (θεωρώ ότι η αναφορά σε 60/12 αποτελεί τυπογραφικό λάθος) ήταν παράγωγη αγωγή και ζητούσε την ακύρωση της συμφωνίας πώλησης μετοχών της Naftatrans. Όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα στην αγωγή αρ. 60/13 αλλά και την Έκθεση Απαιτήσεως, οι ισχυρισμοί στην αγωγή εκείνη αφορούσαν στην κατ' ισχυρισμό παράνομη και δόλια πώληση των μετοχών της Naftatrans από την Εναγόμενη αρ. 1. Η πιο πάνω αγωγή απορρίφθηκε λόγω απουσίας εκπροσώπησης και έλλειψης προώθησης την 28.3.2018. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι τα προαναφερόμενα ζητήματα δεν δύναται να εγερθούν ξανά αφού η απόρριψη της αγωγής με αρ. 60/13 δημιούργησε δεδικασμένο. Πέραν των πιο πάνω η κα Δημητρίου εισηγείται ότι η συμπεριφορά της Εναγόμενης αρ. 2 αποτελεί κατάχρηση διαδικασιών. Η αγωγή αρ. 60/13 απορρίφθηκε πριν από πολλά χρόνια χωρίς η Εναγόμενη αρ. 2 να λάβει οποιοδήποτε μέτρο να την επαναφέρει, η δε επίδικη απόφαση εξεδόθη πριν από 1 ½ χρόνο. Αντί η Εναγόμενη αρ. 2 να λάβει μέτρο για παραμερισμό αυτής, συμμετείχε στην διαδικασία για επιβάρυνση και πώληση μετοχών προβάλλοντας ένσταση, χωρίς όμως να εγείρει θέμα παραμερισμού της απόφασης. Μόνο μετά την απόρριψη της ένστασης της σε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης αποφάσισε καταχρηστικά να επιδιώξει τον παραμερισμό της απόφασης. Όπως λέει η Ομνύουσα τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή δεν έχουν καμία σχέση με την κατ' ισχυρισμό δόλια πώληση των μετοχών της Naftatrans, όπως δεν είναι επίδικα τα θέματα που αφορούν σε εσωτερικές διαφορές των μετόχων της Εναγομένης αρ. 2. Εάν η Εναγομένη αρ. 2 θεωρεί υπαίτια οποιαδήποτε πρόσωπα μπορεί να κινηθεί εναντίον τους με άλλες διαδικασίες και όχι με την παρούσα. Εισηγείται ότι εάν το Δικαστήριο στηριχθεί σε τέτοια επιχειρηματολογία για να εξετάσει παραμερισμό απόφασης τότε κάθε φορά που θα εκδίδεται απόφαση εναντίον εταιρείας αυτή θα μπορεί να ισχυρίζεται εσωτερικές διαφωνίες ώστε να παραμερίζεται απόφαση. Ούτως ή άλλως, όπως διορίστηκε δικηγόρος της Εναγομένης αρ. 2 την 17.6.2020 από την ίδια διευθυντική δομή, θα μπορούσε να είχε διοριστεί γρηγορότερα. Οι δε δικηγόροι αυτοί ανέμεναν την έκδοση απόφασης στην αίτηση για πώληση των μετοχών και έπειτα καταχώρισαν την υπό εκδίκαση Αίτηση. Αυτό, ισχυρίζεται, συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση και καταδεικνύει καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας. Τέλος η κα Δημητρίου δηλώνει ότι η εκτέλεση της Απόφασης έχει ήδη μερικώς υλοποιηθεί αφού οι μετοχές έχουν εγγραφεί στο όνομα του Παραλήπτη. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις, και σε αυτές οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους επικαλούμενοι και σχετική Νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Καθίσταται απαραίτητη η κατάληξη επί της δικονομικής διαταγής που διέπει την υπό εκδίκαση Αίτηση. Μελετώντας τον φάκελο προκύπτει ότι η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση την 6.3.2019, ημερομηνία κατά την οποία οι Εναγόμενοι δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Αυτό οδηγεί στο ότι η δικονομική πρόνοια η οποία τυγχάνει εφαρμογής είναι η Δ.33 Θ. 5. Δεν θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτο συνήγορο για την Εναγόμενη αρ. 2 ότι θα έπρεπε οι Εναγόμενοι να είχαν ενημερωθεί εκ νέου για τον ορισμό της αγωγής για απόδειξη ώστε να ισχύει η προθεσμία που τάσσεται από την Δ.33 Θ.5, ή ότι μπορεί ταυτόχρονα να εφαρμόζεται και η Δ.26 Θ.14. Οι πιο πάνω εισηγήσεις βρίσκουν απάντηση στην απόφαση Ann-Clair Developments Ltd ν Στέλιου Κυριακίδη

(1999)1 Α.Α.Δ.537 στην οποία παρέπεμψε και η ίδια η συνήγορος για τους Εναγόμενους αρ. 2, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η Δ.33 θ. 3 περιέχει την ειδική ρύθμιση σε σχέση με τις επιπτώσεις και, ακολούθως, τις δυνατότητες όταν κατά την ημέρα της δίκης δεν εμφανίζεται ο εναγόμενος. Η εμπλοκή της Δ.26 θ. 14 στην περίπτωση, δεν είναι ορθή. Η αντίληψη πως η Εvagorou παρέχει έρεισμα για την αντίθετη άποψη, είναι λανθασμένη. Δεν αφορούσε απόφαση λόγω παράλειψης εμφάνισης κατά την ημέρα της δίκης αλλά απόρριψη αγωγής, λόγω μή προώθησης της, κατά το μηχανισμό της Δ.17 θ. 14. Κρίθηκε πως η πρόνοια της Δ.17 θ. 14
(2)πως τέτοια απόρριψη δεν επηρεάζει την έγερση νέας αγωγής, δεν απέκλειε την εφαρμογή της Δ.26 θ.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, η Δ.33 θ. 5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι. Οι εφεσείοντες, υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως ως ημερομηνία δίκης πρέπει να θεωρείται εκείνη κατά την οποία η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη, εκλαμβάνουν πως οποτεδήποτε τίθεται ζήτημα μή παροχής ειδοποίησης για την ημερομηνία της δίκης, είναι επιτρεπτή η υποβολή αίτησης για παραμερισμό, χωρίς περιορισμό από προθεσμία, έξω από το πλαίσιο της Δ.33 θ.
  2. Σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να συζητηθεί το δικονομικό έρεισμα τέτοιας αίτησης και, συνακολούθως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παραμεριζόταν τέτοια απόφαση. Δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθούμε σ' αυτά γιατί, όπως θα εξηγήσουμε, λείπει η προϋπόθεση στην οποία στηρίζεται η εισήγηση του εφεσείοντα. Σημειώνουμε όμως την αναφορά στο Αnnual Practice του 1956 σελ. 614, σε σχέση με αγγλική νομολογία ως προς το διαθέσιμο και του ένδικου μέσου της έφεσης στις περιπτώσεις έκδοσης απόφασης λόγω παράλειψης εμφάνισης κατά τη δίκη. (Βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Μariala Constructions Limited
(1996)1 A.A.Δ. 1129). Μια ήταν η ημερομηνία που ορίστηκε για τη δίκη και αυτή ήταν η 11.9.
  1. Ο εφεσείων ειδοποιήθηκε κανονικά και η παράλειψη εμφάνισης του ενεργοποίησε τις πρόνοιες της Δ.33 θ.
  2. Ο εφεσίβλητος είχε το δικαίωμα να αποδείξει την υπόθεση, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους του, και μπορούσε να εκδοθεί απόφαση ανάλογα. Στις 11.9.96 συντελέστηκε πλήρως η μή εμφάνιση κατά την ορισθείσα ημερομηνία και όσα ακολούθησαν δεν μπορούσαν να ταξινομούνται ως δίκη, με την έννοια του όρου στο πλαίσιο της Δ.33 θ.
  3. Με τροχιοδρομημένη πλέον τη διαδικασία της απόδειξης, την οποία ρητά προσδιορίζει ο Κανονισμός ως ξεχωριστή έννοια, θα μπορούσε να είχε προσαχθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία χρειαζόταν αυθημερόν ή σε περισσότερες της μιας ημερομηνίες, ή σε άλλη ημερομηνία, ανάλογα με τις ανάγκες της περίπτωσης. Ο ορισμός νέας ημερομηνίας για απόδειξη, κατά ενάσκηση διακριτικής εξουσίας από το Δικαστήριο, ή ακόμα το γεγονός της μή συμπλήρωσης της απόδειξης σε μια ημερομηνία, δεν την αποχαρακτηρίζει για να τη μεταβάλει σε "δίκη" με την έννοια της Δ.33 θ.
  4. .......... Στην παρούσα περίπτωση, η νέα ημερομηνία αφορούσε στην απόδειξη, όρος που στο πλαίσιο της Δ.33 θ. 3 ενέχει την έννοια της προσαγωγής μαρτυρίας από τον ένα μόνο από τους διαδίκους. τον ενάγοντα που εμφανίστηκε κατά την ημερομηνία που ορίστηκε για τη δίκη». Έπεται πως η υπό εκδίκαση Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί στην βάση της Δ.33 Θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το λεκτικό της οποίας και παραθέτω: «Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial». Η απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, όμως, εξεδόθη την 24.4.2019 και η υπό εκδίκαση Αίτηση καταχωρίστηκε μόλις την 28.8.2020, ήτοι πέραν του ενός χρόνου μετά, και σίγουρα εκτός της προβλεπόμενης στην Δ.33 Θ.5 προθεσμίας. Η κα Ευαγγέλου εισηγήθηκε ότι η εκπρόθεσμη καταχώριση της Αίτησης μπορεί να παρακαμφθεί με βάση την Δ.
  5. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες ο οποίος στην εμπεριστατωμένη του αγόρευση εισηγήθηκε ότι το χρονικό πλαίσιο θα μπορούσε να είχε επεκταθεί μόνο με αίτημα για παράταση του χρόνου δυνάμει της Δ.57, πράγμα που δεν έγινε, η δε Δ.57 δεν περιλαμβάνεται καν στη νομική βάση της υπό εκδίκαση Αίτησης. Ακόμη, όμως, και να είχε υποβληθεί αίτημα για παράταση η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου θα δικαιολογείτο να χορηγηθεί τέτοια. Στην απόφαση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945 τέθηκε το ερώτημα του κατά πόσο η εκπρόθεσμη καταχώριση αίτησης αποτελούσε απλή παρατυπία. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα: «To πρωτόδικο Δικαστήριο μετά τη διάγνωση του πως η εκπρόθεσμη αίτηση ήταν παράτυπη και όχι άκυρη, απλώς παράκαμψε το θέμα και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας. Ο χειρισμός αυτός ήταν λανθασμένος. Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney-General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR 1. Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ. 2)), το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία ή το κατά πόσο θα επιτρέψει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη..». Εν προκειμένω η Εναγόμενη αρ. 2 όχι μόνο δεν αιτήθηκε την παράταση της προθεσμίας, αλλά εμφανίστηκε στο πλαίσιο αιτήσεων για εκτέλεση της απόφασης χωρίς να θέσει θέμα παραμερισμού αυτής. Επισημαίνω ότι εμφανίστηκε στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση εντάλματος εις χείρας τρίτου από τον Οκτώβριο 2019 καταχωρώντας μάλιστα και ένσταση, αλλά ειδικότερα με τους νυν δικηγόρους της η Εναγόμενη αρ. 2 εμφανίστηκε στο πλαίσιο αίτησης για επιβάρυνση και πώληση μετοχών από την 17.6.2020 όπου επίσης καταχώρισε ένσταση και έλαβε μέρος στην ακροαματική διαδικασία. Αίτηση για παραμερισμό καταχωρίστηκε μόνο μετά που εξεδόθη απόφαση διατάσσοντας την πώληση των μετοχών. Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η πλευρά των Εναγόντων έχει παραιτηθεί με οποιοδήποτε τρόπο του δικαιώματος της να επικαλείται το εκπρόθεσμο της Αίτησης. Ήγειρε αυτό στην Ένσταση της, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πάροδος του χρόνου κατά τον οποίο η Εναγόμενη αρ. 2 παρέμεινε άπρακτη, έχει ήδη οδηγήσει και σε αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των μετοχών, αφού αυτές μεταβιβάστηκαν ήδη στο όνομα του Παραλήπτη. Συνεπώς δεν ικανοποιούμαι ότι η παρούσα είναι η περίπτωση όπου ενδείκνυται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας τους Δικαστηρίου για παράταση της προθεσμίας των 15 ημερών. Κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την απονομή της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις αλλά και την τελεσιδικία αποφάσεων. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Ντίνος Μουγής ν Χαράλαμπου Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ.997 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Stogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (Η. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). ............ Περαιτέρω, ο εφεσείων δεν έχει εξηγήσει με οποιοδήποτε τρόπο την καθυστέρησή του και την αδράνειά του, παρά τα διαβήματα που είχε λάβει ο εφεσίβλητος για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Θεωρούμε ότι η διαγωγή του εφεσείοντα, λεπτομέρειες της οποίας φαίνονται πιο πάνω, αποτελεί κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Επανάνοιγμα της υπόθεσης λαμβανομένης υπόψη της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αιτήσεως και της όλης διαγωγής του Εφεσείοντα, θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Περαιτέρω, θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του αντιδίκου για εκδίκαση της υπόθεσής του μέσα σε εύλογο χρόνο, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών της απονομής της δικαιοσύνης και θα τους εξέθετε σε χλευασμό. Δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε σφάλμα στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου και η έφεση πρέπει να απορριφθεί». Έπεται ότι η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη και η προθεσμία για καταχώριση αυτής δεν μπορεί να παραταθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου η οποία σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα προχωρήσω να εξετάσω και τα λοιπά ζητήματα που εγείρονται. Όπως έχει νομολογηθεί καθοδήγηση ως προς τις αρχές που διέπουν αιτήματα παραμερισμού δυνάμει της Δ.33 Θ.5 μπορεί να αντληθεί και από αποφάσεις που αφορούν σε παρόμοια αιτήματα δυνάμει της Δ.17 Θ.10. Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια σε αιτήσεις όπως η υπό εξέταση, έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων. Κλασική, επί του θέματος, απόφαση, αποτελεί η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από την Κυπριακή Νομολογία. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd, Πολ. Εφ. 145/2009 ημερ. 10.4.2012 όπου συνοψίστηκε η Νομολογία επί του θέματος: «Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι». Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» (Βλ. επίσης Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961), 1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Ltd
(1994)1 C.L.R. 1, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α v. Marialla Construction Ltd, Πολ.Εφ. 9153 ημερ. 31.10.96, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd,
(1997)1(A) A.A.D. 28, Burns v. Kondel
(1971)1 Lloyds L.R. 554, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ελενα Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κουρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1767, Γιάννη Ευάνθη ν. Κωνσταντίνου Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822 και Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1761). Οι αρχές που προκύπτουν από την πιο πάνω αναφερόμενη Νομολογία μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
  1. Ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  2. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων.
  3. Ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης, το οποίο αποτελεί και το πρωταρχικό καθήκον του. Επίσης όμως, πρέπει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του ή την παράλειψη του να εμφανιστεί κατά την δικάσιμο με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του.
  4. Η αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης.
  5. Παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί εάν διαπιστωθεί «ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου» (βλ. Milouca (πιο πάνω) και Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλικά,
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 893). Έχοντας ήδη διεξέλθει το ζήτημα της μη εμφάνισης στο Δικαστήριο, τονίζω ότι όσα αναγράφονται λεπτομερώς πιο πάνω σε σχέση με την συμπεριφορά της Εναγομένης αρ. 2, οδηγούν και στο ότι η διαγωγή αυτής συνιστά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για παραμερισμό σε βαθμό που οδηγεί στην απόρριψη του. Με αυτό δεδομένο προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας φυσικά υπ' όψιν το ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση (βλ. Μαρία Γ. Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528. Από την Έκθεση Απαιτήσεως προκύπτει ότι η παρούσα αγωγή είναι παράγωγη αγωγή ως εκ της ιδιότητας των Εναγόντων ως μετόχοι της Εναγομένης αρ. 1 εταιρείας. Ανάγνωση της Υπεράσπισης που καταχωρίστηκε στις 7.1.2014 καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη αρ. 2 ισχυρίζεται ότι υπήρξε η σε βάρος της εκπόνηση δολίου σχεδίου με σκοπό την αποξένωση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της Εναγομένης αρ. 1, στην οποία η Εναγόμενη αρ. 2 κατέχει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου. Προβάλλονται ισχυρισμοί παράκαμψης προνοιών του Καταστατικού της Εναγομένης αρ. 2, δόλου και παρανομίας. Τα πιο πάνω καταγράφονται με λεπτομέρεια και στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και θεωρώ ότι καταδεικνύεται η ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης στον βαθμό που απαιτείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Λόγω όμως της κατάληξης ως προς το εκπρόθεσμο της καταχώρισης της Αίτησης αλλά και της αδικαιολόγητης καθυστέρησης που η Εναγόμενη αρ. 2 επέδειξε στην προώθηση του αιτήματος της για παραμερισμό η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης αρ. 2 - Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.