← Κύπρος

ΠΑΪΣΗΣ ν. Β2KAPITAL CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 5/21, 5/3/2021

ΠΑΪΣΗΣ ν. Β2KAPITAL CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 5/21, 5/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A105 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5/21 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΠΑΪΣΗΣ, από Αμμόχωστο κάτοικος Βορείου Ηπείρου, XXXXX και τώρα στην Ελλάδα Ενάγων και Β2KAPITAL, από Λεμεσό Εναγόμενη Και όπως τροποποιήθηκε στις 29/01/2021 δυνάμει της Διαταγής 25 ΧΧΧΧ ΠΑΪΣΗΣ, από Αμμόχωστο κάτοικος Βορείου Ηπείρου, XXXXX XXXXX, Λεμεσός Ενάγων και Β2KAPITAL CYPRUS LTD, από Λεμεσό Εναγόμενη ------------------------------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 08/12/2020 -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 5 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Α. Γιωρκάτζης για κ.κ. Α. ΓΕΩΡΚΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Θέμης για κ.κ. ΓΙΩΡΓΟΣ Ζ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε ------------------------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η υπό κρίση αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων καταχωρήθηκε ως μονομερής στις 08/01/

  1. Κατά την 12/01/2020 που ήταν ορισμένη από το Πρωτοκολλητείο, το παρόν δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ως προς το κατεπείγον και διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί. Ένσταση επί της αίτησης καταχωρήθηκε στις 26/01/
  2. Η πλευρά του ενάγοντα (εφεξής ο Αιτητής), κατά την 29/01/21 καταχώρησε δυνάμει της Διαταγής 25, άνευ αδείας από το δικαστήριο τροποποιημένο κλητήριο Γενικώς Οπισθογραφημένο, στο οποίο, πέραν της τροποποίησης των αιτούμενων θεραπειών, τροποποιήθηκε και το όνομα της εναγόμενης όπως φαίνεται από τον τίτλο της παρούσας. Η ΑΙΤΗΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Ενάγοντας - Αιτητής αιτείται: «Α. Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη, να πωλήσει ή εκπλειστηριάσει το ακίνητο του Ενάγων εις ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Λεμεσός, τοποθεσία οδός ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, με αρ. εγγραφής CΧΧΧΧ, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΧΧ/ΧΧΧΧ, Τμήμα ΧΧΧΧ, Τεμάχιο ΧΧΧΧ, ισόγειος κατοικία τα 2/4 μερίδια (στο εξής το ακίνητο) Β. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε δρομολογηθείσα διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης ΥΧΧΧΧ/ΧΧΧΧ σκοπούσα στον πλειστηριασμό του Ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεω ακινήτων Νόμου του 1965 όπως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί ή μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις Δ. Έξοδα, Φ.Π.Α και έξοδα επίδοσης.» Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θθ.1 - 4, στα άρθρα 44, 44Α έως 44ΙΑΑ (ΜΕΡΟΣ VIA) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)επί του άρθρου 30 του Συντάγματος, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας, και στη Σύμφυτη Εξουσία των Δικαστηρίων. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή ΧΧΧΧ Παπά. Στην ένορκη της δήλωση εξηγεί τους λόγους για του οποίους η ίδια προβαίνει σε αυτή, και αναφέρει την πηγή άντλησης των πληροφοριών της. Αναφέρει ότι στον Αιτητή επιδόθηκε, δυνάμει σχετικού διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, μέσω ταχυμεταφορέα, η Ειδοποίηση Τύπος «Ι» που προβλέπεται από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμο του 1965 (εφεξής ο νόμος 9/1965) καθώς και επιστολή της εναγόμενης σχετικά με την εκποίηση της υποθήκης Υ 1213/89 (εφεξής «η υποθήκη») η οποία αφορά το ακίνητο που περιγράφεται στο αιτητικό υπό Α) της αίτησης (εφεξής «το ενυπόθηκο ακίνητο») με ενυπόθηκο οφειλέτη τον Αιτητή. Σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα είναι τα τεκμήρια 1 -
  3. Μέσω των δικηγόρων του ο Αιτητής προσέφερε το ποσό των €71.760, το οποίο ισχυρίζεται ότι αποτελεί το μέγιστο ποσό που η Ενάγουσα (προφανώς εννοεί εναγόμενη) μπορεί να αξιώσει από τον Αιτητή με δεδομένο ότι η υποθήκη εξασφαλίζει ποσό ύψους ΛΚ.21.000, ήτοι €.35.880 και η δανειακή σύμβαση παραχωρήθηκε πριν την φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων[1]. Το εν λόγω ποσό προσφέρθηκε για πλήρη εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους για το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση την 06/04/2000 στα πλαίσια της αγωγής 4689/94 (εφεξής «δικαστική απόφαση»), στην οποία ο Αιτητής ήταν ο εναγόμενος αρ.2, ως ενυπόθηκος οφειλέτης και εγγυητής (τεκμήρια 4 και 5Α). Η εναγόμενη αποδέχθηκε να εισπράξει το προσφερθέν ποσό και να διαγράψει (εξαλείψει) την υποθήκη, θέτοντας τοιουτοτρόπως τέλος τις διαδικασίες πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, χωρίς όμως να αποδέχεται να αποσύρει και το εμπράγματο βάρος το οποίο βαρύνει το εν λόγω ακίνητο δυνάμει της δικαστικής απόφασης. Και αυτό γιατί η πληρωμή του εν λόγω ποσού δεν εξοφλεί το εξ' αποφάσεως χρέος. Αποτελεί θέση του Αιτητή ότι η πιο πάνω θέση της εναγόμενης είναι λανθασμένη και αντιβαίνει στη νομολογία. Αποτελεί περαιτέρω κατάχρηση και καταστρατήγηση των νομοθεσιών εφόσον διεκδικούνται ποσά που αντίκεινται στο νόμο, καθώς και παραβίαση των δικαιωμάτων του Αιτητή. Για τους πιο πάνω λόγους είναι πεποίθηση του, ότι υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεδομένου ότι η χρήση της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 θα οδηγήσει σε εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αποτελεί την πρώτη κατοικία του Αιτητή, η αξία του οποίου δεν υπερβαίνει τις €250.000 και συνεπώς απολαμβάνει προστασία ως πρώτη κατοικία. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι θα είναι αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον αν προχωρήσει η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, αυτό θα πωληθεί με αποτέλεσμα να προκληθεί ανεπανόρθωτη και μη αναστρέψιμη ζημιά, εφόσον ο Αιτητής δεν θα μπορεί να το επανακτήσει σε περίπτωση επιτυχίας του στην αγωγή και να κινδυνεύει να μείνει χωρίς στέγη, όντας υπερήλικας και με προβλήματα υγείας. Επιπρόσθετα η εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση (εφεξής καθ' ης η αίτηση), δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον θα μπορεί να προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης μετά την ολοκλήρωση της αγωγής. Στη συνέχεια αναφέρεται στο κατεπείγον της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ισχυριζόμενος ότι έχει (είχε) προθεσμία μέχρι τις 18.01.2021 για να καταχωρήσει Αίτηση - Έφεση εναντίον της ειδοποίησης που του επιδόθηκε, και εφόσον εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εισηγείται τέλος ότι υπό τις περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν αυτά. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση και οι λόγοι της ενστάσεως είναι οι εξής:

(1)Η αίτηση στρέφεται σε ανύπαρκτο πρόσωπο ή νομική οντότητα.
(2)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμων 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Συγκεκριμένα ο Αιτητής έχει αποτύχει από τη μαρτυρία που προσκόμισε να αποδείξει τα πιο κάτω: i. Οποιαδήποτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ii. Ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και iii. Ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ή ότι η δεν μπορεί ή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο,
(3)Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προσβάλει το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι της καθ' ης η αίτηση, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και
(4)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η νομική βάση της ένστασης στηρίζεται επί των Άρθρων 2, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, επί των Άρθρων 21, 29, 30, 31, 32, 39 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη Δ.39 Δ.48 θ.1 μέχρι 4, 8 και 9, Δ.64 θθ1 - 2, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965), και ειδικότερα στο Μερος VIA, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας, στην πρακτικής και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας XXXXX Περδίου από τη Λεμεσό ημερομηνίας 26/01/
  1. Αυτά συνοπτικά έχουν ως εξής: Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην ιδιότητα της και την πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία διαχωρίζει σε εκείνα από προσωπική γνώση και σε εκείνα για τα οποία λαμβάνει γνώση από συμβουλή των δικηγόρων της και αφορούν νομικά θέματα. Αρχικά προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που αφορούν το κλητήριο ένταλμα αλλά και της αίτησης και ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, και προβαίνει σε αναφορά γεγονότων που αφορούν την B2KAPITAL CYRPUS LTD και όχι το αναφερόμενο εναγόμενο πρόσωπο. Στη συνέχεια κάνει ειδική αναφορά στις συνθήκες υποθήκευσης του επίδικου ακινήτου και στην έκδοση και περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, στην αγωγή 4689/94 προς όφελος της Hellenic Bank Ltd, και όπως αυτή κατόπιν μετονομάστηκε σε Hellenic Bank Public Company Ltd, και εναντίον, μεταξύ άλλων, και του Αιτητή. Σε κατοπινό στάδιο η Hellenic Bank Public Company Ltd προέβηκε σε πώληση πιστωτικών διευκολύνσεων, περιλαμβανομένων και αυτές που αφορούν τον Αιτητή, προς την B2KAPITAL CYPRUS LTD, η οποία απέκτησε όλα τα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση με αυτές. Στη συνέχεια η B2KAPITAL CYPRUS LTD ενεργοποίησε τις διαδικασίες που προβλέπονται στο Μερος VIA του Νόμου 9/65 και απέστειλε στα πρόσωπα που σχετίζονται με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορούν την υποθήκη Ειδοποίηση τύπου «Ι». Σε σχέση με τον Αιτητή αυτή αποστάληκε μετά την εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος με το οποίο παρείχετο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για επίδοση της σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/
  2. Ακολούθως γίνεται αναφορά στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε αλλά και συζήτηση που διεξάχθηκε μεταξύ των δικηγόρων των δυο πλευρών η οποία όμως δεν κατέληξε σε ομοφωνία για το κατά πόσο εκτός από την υποθήκη θα έπρεπε να αποσυρθεί και το εμπράγματο βάρος ΕΒ 2204/06 (εφεξής ΜΕΜΟ) που καταχώρησε η εναγόμενη στην ακίνητη περιουσία του ενάγοντα, δυνάμει της δικαστικής απόφασης. Επί της ουσίας της ένστασης η εναγόμενη αναφέρει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εκ του λόγου ότι αυτή στρέφεται εναντίον μη υπαρκτού νομικού προσώπου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί καταχώρησης αίτησης για διαγραφή της Αγωγής, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η ομνύουσα αναφέρει ότι αυτό δεν έχει γίνει Όσον αφορά τις προϋποθέσεις περί μη κατάδειξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και πιθανότητας επιτυχίας αναφέρει ότι αφ' ης στιγμής έχει εκδοθεί, και μάλιστα εκ συμφώνου, απόφαση στην αγωγή 4689/94 το ποσό το οποίο οφείλει ο ενάγοντας, και το οποίο ως προκύπτει υπερβαίνει το προσφερόμενο από τον ίδιο, έχει αποκρυσταλλωθεί και συνεπώς δεν τίθεται θέμα πλήρους εξόφλησης του. Άλλωστε ο ενάγοντας δεν αμφισβητεί την ορθότητα του ποσού που αναγράφεται στην ειδοποίηση «Ι» την οποία παρέλαβε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί πρώτης κατοικίας η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται τον απορρίπτει κατηγορηματικά εφόσον όπως αναγράφεται και χειρόγραφα στον τίτλο της αγωγής[2], αλλά και από πληροφόρηση που έλαβε από τον ίδιο και το δικηγόρο του αυτός είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας. Ούτε όμως ο ισχυρισμός της ομνύουσας για τον Αιτητή, για την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου πρέπει να γίνει αποδεκτός, εφόσον δεν επεξηγεί πως κατέληξε σε αυτήν ούτε παραπέμπει σε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Τέλος ισχυρίζεται πως αν ο Αιτητής επιθυμούσε την εξάλειψη της υποθήκης που βαρύνει το ακίνητο του θα έπρεπε να αποταθεί στο δικαστήριο με διαφορετικό ένδικο μέσο και όχι δια της παρούσας διαδικασίας (αγωγή). Σε σχέση με την προϋπόθεση περί αδύνατης ή δύσκολης απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αναφέρει ότι αν εν τέλει ο Αιτητής δικαιωθεί στην αγωγή του θα μπορεί να διεκδικήσει αποζημιώσεις από την εναγόμενη, για την οποία δεν υπάρχει ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας. Επιπρόσθετα επαναλαμβάνει ότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία περί πρώτης κατοικίας, και εν πάση περιπτώσει ο ίδιος ο Αιτητής υποθήκευσε το ακίνητο του. Ακροαματική διαδικασία - Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν στην ακρόαση της παρούσας χωρίς την αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα και κατέθεσαν προς τούτο γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων και υιοθέτησαν. Επιπρόσθετα ο συνήγορος της εναγόμενης ανέφερε προφορικά ότι η επίδοση που αναφέρεται στην παράγραφο 2.11 των αγορεύσεων του Αιτητή, έγινε επί τη βάση διατάγματος και που παραμένει έγκυρο. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2.16 των αγορεύσεων παρέπεμψε το δικαστήριο στην Αίτηση - Έφεση 358/2020 στην οποία κρίθηκε ότι σημασία έχει η ημερομηνία κατάρτισης της Ειδοποίησης Τύπου «Ι» και όχι η ημερομηνία έκδοσης. Ήταν τέλος η θέση του ότι στη σελ. 25 των αγορεύσεων της καθ' ης η αίτηση, στην υποπαράγραφο γ) σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει ο συνήγορος του Αιτητή, η καθ' ης η αίτηση πραγματεύεται το εν λόγω θέμα στους λόγους ένστασης της. Δεν υπάρχει λόγος να αναπαράγω αυτολεξεί τα γραφέντα επί των αγορεύσεων των συνηγόρων. Παραπομπή σε μέρη των αγορεύσεων θα γίνεται όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Έχουν κατ' επανάληψιν ερμηνευθεί και τεθεί οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (Βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237 και Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λιμιτεδ κ.α ν. Λοϊζίδου Π.Ε. Ε7/2018 ημερ. 21/03/2019). Σύμφωνα με την νομολογία, οι βασικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: · Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. · Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. · Η πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά ή βλάβη εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί ότι κατά το στάδιο εξέτασης της συνδρομής των προϋποθέσεων το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, υπό την έννοια ότι δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της εκατέρωθεν μαρτυρίας ούτε και καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό την διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799 αλλά και η Κυρίλου ν. Λαμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528. Περαιτέρω στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση το κατά πόσον δηλαδή αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση αυτό διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωριστεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξετάζεται δηλαδή η ίδια η δυναμική των δικογράφων και κατά πόσο αποκαλύπτεται από αυτά μια συζητήσιμη, και τίποτε άλλο, υπόθεση και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά[3]. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, είναι αρκετό για τον Αιτητή να καταδείξει μια πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ό,τι εξετάζεται κατά την προϋπόθεση αυτή είναι η αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας του Αιτητή. Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Όπως επίσης αναφέρθηκε στην Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.» Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αυτή συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον Αιτητή της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το Δικαστήριο θα κρίνει ότι συντρέχει η συγκεκριμένη προϋπόθεση στις περιπτώσεις όπου ο υπολογισμός της ζημιάς που θα υποστεί ο Αιτητής θα είναι δύσκολος ή αδύνατος και κατ' επέκταση το ίδιο δύσκολη και αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης Στις περιπτώσεις όπου η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί, για να κριθεί ότι ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, αυτός δεν θα πρέπει να αρκεστεί σε παράθεση γενικών και αόριστων ισχυρισμών αλλά να παραθέσει σαφή και θετική μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα[4]. Έχει επίσης επανειλημμένα νομολογηθεί ότι το κατά πόσο θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη δεν συναρτάται μόνο με την στενή αντίληψη της έννοιας της υλικής ζημιάς, αλλά όπως λέχθηκε στην Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λιμιτεδ κ.α ν. Λοϊζίδου (ανωτέρω) «με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία». Συνεπώς δεν μπορεί η οικονομική επιφάνεια του ισχυρού μέρους να δικαιολογεί την πρόκληση αδικίας επί του αιτούμενου δικαστική προστασία (βλ. Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. Ακόμα όμως και να συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις το θέμα δεν τελειώνει εδώ, αλλά το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να το διατηρήσει. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), όπως είναι γνωστό, ή των αναγκών της δικαιοσύνης αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους πρόκλησης αδικίας στο ένα ή στο άλλο μέρος[5]. Το ποιους παράγοντες μπορεί να λάβει υπόψιν του το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, γιατί περί αυτής πρόκειται, δεν είναι προκαθορισμένοι αλλά εξαρτώνται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης[6]. Εκεί όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τα μέτρα εκείνα που σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum[7] Η αίτηση βασίζεται επίσης στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, προβλέπει τα εξής: «4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.» Το πιο πάνω άρθρο επιτρέπει την έκδοση των ειδικών διαταγμάτων που προβλέπει σε σχέση με περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευρυπίδη Διογένους Λτδ ν. Α. Κ. Ευθυμίου κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 234, στη σελ. 240: «Ορθά σημειώνεται στην ενδιάμεση απόφαση ότι το Άρθρο 4
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η περιουσία, της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα, συνιστά το αντικείμενο της αγωγής και ότι, προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι το αντικείμενο της αγωγής, μπορεί να εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (Βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231).» Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδονται τέτοιου είδους διατάγματα είναι η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή[8]. Το θέμα της έκδοσης τέτοιου είδους διαταγμάτων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[9] ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημίωση. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, όση κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα στη βάση του άρθρου 5
(1)εκτίθενται στο εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου και είναι τα εξής: (α) ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής, και (β) με την πώληση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο όρος «καλή βάση αγωγής» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60. Επιβάλλεται όπως ο Αιτητής και στις δύο περιπτώσεις αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο του εν λόγω άρθρου, έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης, ήτοι τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο[10]. Σύμφωνα με τη νομολογία, στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πραγματική πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας του εναγομένου, αφού εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ούτε το γεγονός ότι ακίνητο είναι υποθηκευμένο αποκλείει τον κίνδυνο αποξένωσης[11]. Τέλος, όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η ακίνητη περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με το ύψος της απαίτησης και τα έξοδα. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Από την προσαχθείσα μαρτυρία από πλευράς διαδίκων προκύπτουν τα πιο κάτω μη αμφισβητούμενα γεγονότα: - Σε ότι αφορά τον Αιτητή, στα πλαίσια της αγωγής 4689/94, εκδόθηκε εναντίον του και υπέρ της Hellenic Bank Ltd εκ συμφώνου απόφαση (εφεξής η απόφαση) για το ποσό των Λ.Κ.42.000 με τόκο 8% ετησίως από 06/04/2000 μέχρι εξόφλησης, πλέον τα έξοδα της αγωγής καθώς και διάταγμα για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου (ως αυτό περιγράφεται στο αιτητικό υπό Α της παρούσας αίτησης) για το ποσό των Λ.Κ.21.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 01/03/89 μέχρι εξόφλησης. Η αγωγή αφορούσε παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης σε μια εταιρεία με την ονομασία Watercraft Agencies Ltd. - Η Hellenic Bank Ltd μετονομάστηκε σε Hellenic Bank Public Company Ltd, και κατόπιν προχώρησε σε πώληση πιστωτικών διευκολύνσεων προς την καθ' ης η αίτηση, περιλαμβανομένης και της πιστωτικής διευκόλυνσης που παραχωρήθηκε στην Watercraft Agencies Ltd, την οποία ο Αιτητής εγγυήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 4689/94, και η οποία σχετίζεται με το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο. - Το ακίνητο έχει επιβαρυνθεί και με ΜΕΜΟ. - Στον Αιτητή στάληκε, αφού εξασφαλίστηκε σχετικό διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, η προβλεπόμενη από τον νόμο 9/1965 Ειδοποίηση τύπου «Ι». Αμφισβητείται κατά πόσο ο τρόπος αποστολής της ήταν νομότυπος. - Με την ειδοποίηση «Ι» ενημερώνεται ο Αιτητής ότι το ποσό που προτίθεται να διεκδικήσει η καθ' ης η αίτηση δια της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €134.642,85 περιλαμβανομένων των τόκων. - Ο Αιτητής διαπραγματεύτηκε μέσω των δικηγόρων του με τους δικηγόρους της εναγόμενης την καταβολή του ποσού των €71.760, για πλήρη απαλλαγή του από το εξ' αποφάσεως χρέος, δια του τερματισμού της διαδικασίας της εκποίησης της επίδικης υποθήκης και αφαίρεσης του ΜΕΜΟ που επίσης το ενυπόθηκο ακίνητο. Η εναγόμενη απέρριψε την πρόταση για πλήρη απαλλαγή και συμφώνησε μόνο στον τερματισμό της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ανύπαρκτο πρόσωπο Ο πρώτος λόγος ένστασης από πλευράς καθ' ης η αίτηση αποσύρθηκε με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου της συνηγόρου, εφόσον όπως αναφέρεται στις 29/01/2021 οι συνήγοροι του Αιτητή καταχώρησαν δυνάμει της Δ.25 θ.1 και χωρίς άδεια του δικαστηρίου, ως προνοείται, τροποποιημένο κλητήριο. Και ορθά έπραξαν εφόσον σύμφωνα με την Δ.9 Θ.11 μετά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής η αντιδικία συνεχίζεται μεταξύ του ενάγοντος και εναγομένου ωσάν ο νέος εναγόμενος να ήταν εξαρχής ο εναγόμενος. Λανθασμένο ένδικο μέσο Ο ομνύων για την καθ' ης η αίτηση αναφέρει ισχυρίζεται στην παράγραφο 32 της ένορκης του δήλωσης ότι έχει χρησιμοποιηθεί λανθασμένο δικονομικό μέσο για τις αξιούμενες θεραπείες από τον Αιτητή, εφόσον θα έπρεπε να αποταθεί στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 36 του Ν.9/1965, τουλάχιστον όσο αφορά τις θεραπείες υπό Β και Γ. Από το σώμα της ένστασης παρατηρώ ότι δεν περιλαμβάνεται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Πέραν του πρώτου λόγου ο οποίος αποσύρθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων (βλ. σελ. 2, παρα. 6 των αγορεύσεων) οι υπόλοιποι λόγοι αφορούν την έλλειψη μαρτυρίας που να πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 32 του Ν.14/1960, την παραβίαση των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση όπως κατοχυρώνονται από το άρθρο 26 του Συντάγματος και ότι υπό τις περιστάσεις το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς τη μη έκδοση του διατάγματος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ανδριανή Αρακελιαν, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian v. Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολ. Εφ. 51/2012 ημερ. 11/02/2016 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή: «..από τη στιγμή που οι Εφεσίβλητοι δεν συμπεριέλαβαν στην ένστασή τους λόγο ένστασης για την κατ' ισχυρισμό εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, το δικαστήριο δεν θα έπρεπε να εξετάσει ένα τέτοιο λόγο. Δεν συμμεριζόμαστε την εισήγηση των δικηγόρων των Εφεσιβλήτων ότι το θέμα ηγέρθη στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση. Όπως επισημάνθηκε στην Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1B AAΔ.825, στην οποία ηγέρθη παρόμοιο θέμα, «κάθε Ειδοποίηση Ένστασης θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47 και 'θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης' .. Άλλο είναι οι λόγοι ένστασης και άλλο τα γεγονότα στην οποία στηρίζονται» (βλ. επίσης Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1Α ΑΑΔ 92). (Υπογράμμιση του Δικαστηρίου) Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι ο συγκεκριμένος λόγος δεν μπορεί να εξεταστεί, εφόσον απουσιάζει συγκεκριμένη εξειδίκευση του επί του σώματος της ένστασης. Ακόμα όμως και να δεχόμουν τη θέση περί λανθασμένου δικονομικού μέσου, αυτό θα αφορούσε μόνο τις αιτούμενες θεραπείες υπό Β και Γ του κλητηρίου, οι οποίες είναι κατ' ουσίαν παρεπόμενες και εξαρτώμενες της υπό Α επιδιωκόμενης θεραπείας και συνεπώς δεν θα επιδρούσε καταλυτικά επί του συνόλου της αγωγής. Τούτων λεχθέντων προχωρώ στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση και την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σύμφωνα με το Γενικώς Οπισθογραφημένο κλητήριο η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό που ο Αιτητής οφείλει στην καθ' ης η αίτηση και που εξασφαλίζεται με την Υποθήκη XXXXX/98 είναι €.71.
  1. Στο Β αιτητικό ζητείται διάταγμα όπως με την καταβολή του οφειλόμενου ποσού που ο ίδιος θεωρεί ως οφειλόμενο, ακυρωθεί η εγγραφή της εμπράγματης επιβάρυνσης ΜΕΜΟ ΕΒ2204/06, ενώ στο Γ αιτητικό επιδιώκεται σχετικό διάταγμα απευθυνόμενο προς το Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας το οποίο να τον διατάσσει όπως εξαλείψει την Υποθήκη και/ή το ΜΕΜΟ, με την προσκόμιση αντιγράφου ακυρωτικού της Υποθήκης. Επιδιώκεται συνεπώς θεραπεία που αποτελεί αναγνωρισμένο από το Νόμο αγώγιμο δικαίωμα, που είναι η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης (βλ. Πεκρή ν. Τζιάνναρου κ.α. Πολ. Έφεση 93/2011 ημερ,. 18.01.2016). Με τα άλλα δυο αιτητικά του επιδιώκει θεραπείες οι οποίες εξαρτώνται κατ' ουσίαν από την επιτυχία της πρώτης. Επιδιώκει δηλαδή ο Αιτητής να καθοριστεί το ακριβές ποσό που οφείλει στην καθ' ης η αίτηση για το χρέος εκείνο που εξασφαλίζεται από την υποθήκη της οποίας και διατάχθηκε δικαστικά η εκποίηση, το οποίο και καθορίζει σε €71.760 ή ως αναφέρει στο τροποποιημένο κλητήριο, σε ποσό που δεν μπορεί να ξεπερνά σε ισάξιο το ποσό του αρχικού χρέους ήτοι των Λ.Κ21.000 και άρα Λ.Κ42.000 (σε €71.761,26). Δεν συμφωνώ συνεπώς με τη θέση της καθ' ης η αίτηση ότι προωθείται οποιαδήποτε τροποποίηση της εκδοθείσας απόφασης, αλλά καθορισμός των ορθών πλαισίων αυτής, ούτε και εγείρεται οποιοδήποτε θέμα δεδικασμένου, εφόσον δεν επιζητεί να εκδικάσει εκ νέου τα όσα διέλαβε η αγωγή 4689/94 ο Αιτητής. Συνεπώς τίθεται εν προκειμένω συζητήσιμη υπόθεση. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας, όχι όμως στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο θα ικανοποιηθεί για την πλήρωση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης από τη εάν ο αιτών υποστηρίξει την ή τις νομικές του αξιώσεις με την παράθεση μαρτυρίας όπως αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο της ή των ενόρκων δηλώσεων ή ακόμα και μέσα από την αντεξέταση ομνύοντα που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν έλαβε χώρα. Επίσης το δικαστήριο θα λάβει υπόψιν και τη μαρτυρία που παρατίθεται και από την άλλη πλευρά και θα συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, χωρίς να προβεί σε θετικό εύρημα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Ως είναι η θέση του Αιτητή, κατά τον χρόνο κατάρτισης της πιο πάνω σύμβασης ίσχυε αναμφίβολα ο περί Τόκου Νόμος 2/1977, και συνεπώς η το σκέλος της απόφασης που αφορά το ενυπόθηκο χρέος πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως του εν λόγω νόμου. Συνεπώς όπως επιχειρηματολογεί δεν μπορεί η καθ' ης η αίτηση να εισπράξει ποσό τόκων μεγαλύτερο του αρχικού για το οποίο συστάθηκε η υποθήκη. Παρέπεμψε σχετικά για σκοπούς ερμηνείας και εφαρμογής του στην Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφεση Αρ. 386/2010, ημερ. 15.11.
  2. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ότι γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εμπίπτουν στις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου και κατ' επέκταση της απαγόρευσης είσπραξης ποσού τόκων διπλάσιου του αρχικού ενυπόθηκου χρέους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή με παρέπεμψαν και στην υπόθεση Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α. ECLI:CY:AD:2017:A444, Π.Ε αρ. 429/2011 ημερ. 06.12.
  3. Στον αντίποδα, η πλευρά της καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η απόφαση Πιπονίδη (ανωτέρω) δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας, επί τω ότι σε εκείνη την υπόθεση η πρωτόδικη απόφαση περιείχε πρόνοια για εκποίηση του εκεί ενυπόθηκου ακινήτου «για την εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους και των εξόδων» σε αντίθεση με την υπό κρίση περίπτωση που το ποσό για το οποίο διατάχθηκε η εκποίηση είναι καθορισμένο. Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι στην Πιπονίδη το Ανώτατο, δεν διέταξε την ακύρωση του πλειστηριασμού αλλά την επιστροφή του επιπλέον ποσού που εισπράχθηκε από την ενάγουσα. Επισημαίνει περαιτέρω ότι στην παρούσα περίπτωση, στο κείμενο της απόφασης επιδικάζεται εναντίον του Αιτητή και ποσό Λ.Κ42.000 πλέον τόκος 8% μέχρι εξόφλησης. Είναι επιπλέον η θέση της ότι το παρόν δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει δια της παρούσας αγωγής και να αλλάξει το ποσό για το οποίο διατάχθηκε η εκποίηση της υποθήκης του ακινήτου, το οποίο και ισχυρίζεται ότι υπολογίστηκε στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» ακριβοδίκαια. Σε κάθε δε περίπτωση και αν ακόμα πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση, αυτό θα αφορά μόνο το σκέλος που αναφέρεται στο ενυπόθηκο χρέος. Ο Νόμος 2/1977 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων Νόµο 160(Ι)/
  4. Ο τελευταίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 31.12.1999 αλλά σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού τέθηκε σε ισχύ από την 1.1.
  5. Όπως έχει κριθεί στην νομολογία ο Νόμος 186(Ι)/1999 δεν έχει αναδρομική ισχύ. Το άρθρο 6 του Ν.2/77 προβλέπει τα ακόλουθα: «6.
(1)Το ποσόν το οποίον δύναται να ανακτηθή δι' αγωγής ως καθυστερούµενος τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος». Περαιτέρω το άρθρο 4 του Ν. 2/77 προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Σε περιπτώσεις δανείων ή πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από πιστωτικά ιδρύματα πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου και δεν έχουν εξοφληθεί ακόμη, για την εξασφάλιση των οποίων έχει εγγραφεί υποθήκη σε ακίνητο υπέρ περισσοτέρων του ενός ενυπόθηκων δανειστών, το ποσό που ο κάθε ενυπόθηκος δανειστής δικαιούται να εισπράξει για οφειλόμενο τόκο από το προϊόν πώλησης του ακινήτου σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησής του, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου κατά το χρόνο της είσπραξης κεφαλαίου.» Ανατρέχοντας στο τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα για την καθ' ης η αίτηση, και αφορά την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού, και η οποία στάληκε προς και παραλήφθηκε από τον Αιτητή, παρατηρώ ότι παρουσιάζεται ως «Οφειλόμενο Ενυπόθηκο Χρέος» το ποσό των €134.642,85σ, το οποίο αναλύεται σε €35.880 (ποσό υποθήκης) πλέον €98.762,22σ (τόκοι υποθήκης). Δεν έχει αμφισβητηθεί βεβαίως ρητά η ορθότητα των ποσών που αναγράφονται επί της εν λόγω ειδοποίησης, πλην όμως αυτό συνάγεται από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εφόσον με αυτή σκοπείται να υπολογιστεί το ορθό οφειλόμενο ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι με την αποστολή της εν λόγω ειδοποίησης η καθ' ης η αίτηση επιδιώκει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Δεν μου διαφεύγει ότι η καθ' ης η αίτηση εξέφρασε ρητά και απερίφραστα την ετοιμότητα της να αποδεχθεί το εν λόγω ποσό και να σταματήσει τη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου, πλην όμως η θέση της αυτής απορρίφθηκε από τον Αιτητή λόγω εμμονής του στη θέση ότι έπρεπε να απαλλαγεί πλήρως από οποιοδήποτε χρέος ο Αιτητής και να εξαλειφθεί και η εγγραφή της δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ). Επ' αυτού θα επανέλθω κατωτέρω. Το Δικαστήριο όπως λέχθηκε, δεν θα εντρυφήσει στην ουσία της διαφοράς ούτε θα εξάγει οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα στο παρόν στάδιο. Επομένως οι αναφερθείσες και αντικρουόμενες θέσεις θα εξεταστούν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας εφόσον πρόκειται για θέματα που αφορούν την ουσία της διαφοράς τους. Αυτό που θα κρίνει το δικαστήριο είναι αν ο Αιτητής έχει καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγής του, έχοντας υπόψιν και τις θέσεις της άλλης πλευράς. Κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα αλλά όχι στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Με βάση τα πιο πάνω και από την παρατεθείσα μαρτυρία είναι διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση μόνο στο σκέλος που επιδιώκεται η έκδοση δηλωτικής απόφασης αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου ποσού που εξασφαλίζεται με την υποθήκη καθώς και την εξάλειψη της, με την καταβολή του ποσού που προκρίνει ως ορθό ο Αιτητής. Οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση δεν αποδυναμώνουν την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας του Αιτητή σε βαθμό που να οδηγεί σε εύρημα μη απόδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Αιτητής ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα προκληθεί «μη αναστρέψιμη και ανεπανόρθωτη ζημιά» σε αυτόν εφόσον δεν θα μπορεί να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια της Αγωγής, η οποία θα χάσει το αντικείμενο της. Αυτό για το λόγο ότι αν η διαδικασία εκποίησης της οποία ξεκίνησε η καθ' ης η αίτηση ολοκληρωθεί επιτυχώς, τότε το ακίνητο θα πωληθεί και ο Αιτητής δεν θα μπορεί να το επανακτήσει, αν τελικά επιτύχει στην αγωγή του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αποτελεί την πρώτη κατοικία του και σε περίπτωση που πωληθεί θα μείνει χωρίς σπίτι, ότι ο ίδιος είναι υπερήλικας και με προβλήματα υγείας, και πρόσφυγας από την Αμμόχωστο που εγκατέλειψε την (εκεί) περιουσία του και επαναδραστηριοποιήθηκε στην Λεμεσό. Από την άλλη, όπως αναφέρει στη συνέχεια, καμία ζημιά δεν θα επέλθει στην καθ' ης η αίτηση εφόσον εάν επιτύχει στην αγωγή, δηλαδή αν αυτή απορριφθεί, θα μπορεί να συνεχίσει τις διαδικασίες πώλησης ή εκποίησης του ακινήτου. Προσθέτει επίσης ότι υφίσταται καταχρηστικότητα από πλευράς καθ' ης η αίτηση με σκοπό την άσκηση απαράδεκτου εκβιασμού στον Αιτητή. Στον αντίποδα, η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα επέλθει στον Αιτητή, εφόσον ο τελευταίος, αν δικαιωθεί στις αξιώσεις του, θα μπορεί να στραφεί με αξίωση αποζημίωσης από την καθ' ης η αίτηση, για την οποία ουδένας ισχυρισμός υφίσταται περί αφερεγγυότητας της. Αρνείται, επίσης, τον ισχυρισμό του Αιτητή περί πρώτης κατοικίας, εφόσον καμιά μαρτυρία δεν προσκόμισε προς τούτο, ενώ παράλληλα αναφέρει ότι ήταν από μόνος που υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο, παρέχοντας έτσι δικαίωμα για την πώληση του και την εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους Εξετάζοντας τα πιο πάνω παρατηρώ τα εξής: Σε σχέση με τα όσα αναφέρει ο Αιτητής περί πρώτης κατοικίας, ο οποίος και φέρει βεβαίως το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, αυτά όχι μόνο έτυχαν ρητής αμφισβήτησης από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, αλλά και δόθηκε σχετική μαρτυρία από την ομνύουσα για την καθ' ης η αίτηση ότι ο Αιτητής διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό (βλ. παράγραφο 30 της ένορκης δήλωσης Περδίου). Παρά ταύτα, ο Αιτητής δεν αιτήθηκε οποιασδήποτε άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση είτε άδειας για να αντεξετάσει τον ομνύοντα της καθ' ης η αίτηση, προκειμένου να αντικρούσει την εν λόγω αμφισβήτηση. Περαιτέρω, κατά την καταχώριση του αρχικού κλητηρίου εντάλματος, και το οποίο καταχωρήθηκε άνευ διοριστηρίου, αναγράφηκε χειρόγραφα στον τίτλο αυτού, μετά τη διεύθυνση του Ενάγοντα (Αιτητή) «και τώρα στην Ελλάδα». Φράση η οποία διαγράφηκε από το τροποποιηθέν κλητήριο ένταλμα. Για πρώτη δε φορά στο στάδιο των αγορεύσεων, και χωρίς να δίδεται έτσι περιθώριο αντίδρασης στην άλλη πλευρά, αναφέρει ότι «.τώρα βρίσκεται στην Ελλάδα για λόγους υγείας..». Δεν έχει συνεπώς καταδειχθεί με πειστικό τρόπο από τον Αιτητή ότι όντως διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, και απλά έτυχε να απουσιάζει κατά την καταχώρηση της αγωγής του, και κατ' επέκταση δεν έχει πεισθεί το δικαστήριο ότι σε περίπτωση πώλησης της κατοικίας του θα παραμείνει χωρίς στέγη. Καμία αποδεκτή μαρτυρία δεν έχει προσαχθεί ότι ο Αιτητής ή μέλος της οικογένειας του διαμένει σε αυτήν, και δη για περίοδο πέραν των έξι μηνών, ούτε βεβαίως αποδεκτή μαρτυρία περί αξίας του επίδικου ακινήτου κάτω των €250.
  2. Προφανώς και η ομνύουσα για τον Αιτητή, δεν έχει τα προσόντα να παραθέσει τέτοια μαρτυρία και συνεπώς τα όσα αναφέρει σχετικά δεν λαμβάνονται υπόψιν. Επιπλέον όπως προκύπτει από το τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης Περδίου, που είναι πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου, ο Αιτητής είναι ιδιοκτήτης κατά το ½ του ενυπόθηκου ακινήτου. Ένα άλλο σημείο το οποίο παρατηρεί το δικαστήριο, είναι ότι ακόμα και για λανθασμένο ποσό να πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο και ο Αιτητής επιτύχει στην αγωγή του, τότε αυτό που θα έχει συμβεί στην ουσία είναι να εισπράξει η καθ' ης η αίτηση από το εκπλειστηρίασμα, στην καλύτερη περίπτωση, ένα επιπλέον ποσό της τάξης των €62.882,85σ. Δεν είναι καν βέβαιο ότι το ακίνητο όντως θα πωληθεί, πόσω μάλλον στην τιμή που το προωθεί η καθ' ης η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται δηλαδή για ζημιά υπολογίσιμη σε χρήμα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Ανδρεου ν. Colossos Signs (ανωτέρω) σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε ο Αιτητής να ισχυριστεί με σαφή και θετική μαρτυρία ότι η καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα για να καλύψει αυτή τη ζημιά. Είναι διαπίστωση του δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας προς αυτή τη κατεύθυνση Σε όσα δε ο Αιτητής ισχυρίζεται περί αδυναμίας επανάκτησης του επίδικου ακινήτου σημαντικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Πολιτική Έφεση Ε203/2013 LOUCAS PANAYIOTOU ESTATES LTD κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, ημερομηνίας 11/09/2019: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Τα πιο πάνω εφαρμόζονται και στην υπό κρίση περίπτωση εφόσον ο ίδιος ο Αιτητής, με την ελεύθερη του βούληση έχει θέσει υπό αμφισβήτηση την ιδιοκτησία της ακίνητης του περιουσίας εφόσον την παραχώρησε ως εξασφάλιση της πιστωτικής διευκόλυνσης που έλαβε η πρωτοφειλέτιδα από την καθ' ης η αίτηση Εξίσου σημαντικό, όπως ανακύπτει από την εκατέρωθεν και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, είναι και το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση αποδέχθηκε πρόταση που υποβλήθηκε από τον Αιτητή όπως αναστείλει τη προώθηση της διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης με την καταβολή του ποσού που ο τελευταίος πρότεινε, πλέον τα δικηγορικά έξοδα, όχι όμως και την εξάλειψη του ΜΕΜΟ (βλ τεκμήρια 8 και 9 της ένορκης δήλωσης Περδίου). Θέση την οποία βάσισε στο περιεχόμενο της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Αυτή η θέση της καθ' ης η αίτηση δεν έγινε δεκτή, για το λόγο ότι ο Αιτητής επιθυμούσε την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων του προς αυτή, παραβλέποντας ότι εκτός από τη διαταγή για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου υφίσταται και απόφαση εναντίον του για το ποσό των ΛΚ42.000 με τόκο 8% ετησίως από 06/04/2000 μέχρι εξόφλησης, πλέον τα έξοδα της αγωγής. Το προσφερόμενο ποσό ουδόλως καλύπτει το επιδικασθέν από το δικαστήριο, ακόμα και στην περίπτωση που αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής ότι και τούτο διέπεται από τον περί Τόκου Νόμο. Είναι συνεπώς ο ίδιος ο Αιτητής, με τη στάση του, που διατήρησε τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας του, και συνεπώς δεν μπορεί να παραπονείται για το ότι η καθ' ης η αίτηση ενεργεί καταχρηστικά. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως τα λεχθέντα στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (ανωτέρω) και Highgate Primary School Ltd κ.ά. v.Στέλιου Φυλακτίδη (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκε πως ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, ωστόσο λαμβανομένης υπόψη και αυτής της νομολογίας, έχοντας κατά νου όλα τα προαναφερόμενα αμέσως πιο πάνω, ιδιαίτερα το στοιχείο της επάρκειας των αποζημιώσεων ως παράγοντας που λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος, κρίνεται ότι δε δικαιολογείται συμπέρασμα πως με την απόρριψη της Αίτησης θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, εάν αυτό χρειαστεί. Λαμβάνεται ακόμη υπόψη πως, αν ο Αιτητής επιτύχει στην αγωγή του, τα δικαιώματα του ως αυτά σχετίζονται με τη θέση του ότι το πραγματικό οφειλόμενο χρέος του προς την καθ' ης η αίτηση είναι στο ποσό που ο ίδιος ισχυρίζεται, δεν θα επηρεασθούν αφού αυτός θα έχει απρόσκοπτα την ευχέρεια να τα προωθήσει κατά τη δίκη της παρούσας. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα καταλήγω στο ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή ο Αιτητής χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεδομένης δε της μη πλήρωσης και των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, παρέλκει η εξέταση του κατά πόσον το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έκλινε υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων[12]. Καταληκτικά αναφέρω ότι ο Αιτητής βασίζει επίσης την αίτησή της στο άρθρο 4 του Κεφ.
  3. Στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης οι συνήγοροι του Αιτητή αναφέρουν ότι με την αγωγή του εγείρονται δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου, εφόσον και με την παρούσα αίτηση σκοπείται η δέσμευση του. Δεν συμμερίζομαι την άποψη του Αιτητή. Ό,τι στην ουσία επιδιώκεται από μέρος του είναι να καθοριστεί το ακριβές ποσό το οποίο οφείλει δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης σε σχέση με την υποθήκη που συστάθηκε επί του επίδικου ακινήτου, ασχέτως αν επιδιώκεται και η εξάλειψη της. Ακόμη, όμως, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το Ακίνητο αποτελεί το «αντικείμενο της αγωγής» σε σχέση με το οποίο επιδιώκεται η διατήρηση της νομικής κατάστασης που σήμερα υφίσταται, επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία που αναφέρθηκε στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», ανωτέρω, το θέμα της έκδοσης διαταγμάτων με βάση το άρθρο 4 ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Για τους λόγους που έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να ασκήσω στην προκειμένη περίπτωση τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Όσον αφορά δε το άρθρο 5 του Κεφ. 6 είναι προφανές από την ανάλυση που αυτό έτυχε στην ενότητα «νομική πτυχή» ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στα δεδομένα της παρούσας. Ως εκ των πιο πάνω η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ' ης η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα της. Ο Ενάγοντας - Αιτητής να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης στην Καθ' ης η αίτηση - Εναγόμενη όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων νόμου 160(Ι)/1999 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 01/01/2001 [2] Προφανώς αναφέρεται στο αρχικά καταχωρηθέν κλητήριο. [3] Βλ. μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd (ανωτέρω) και Eurocypria v. Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, [4] βλ. Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ.2)
(2008)1A ΑΑΔ 626, 630 και M.Ch. Mitsingas Trading Ltd and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1791 [5] Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 570, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, 258, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154 και Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, 1424 [6] Βλ. American Cyanamid v. Ethicon [1975] AC 396, όπου στη σελ. 408 αναφέρθηκε από το Λόρδο Diplock: «It would be unwise to attempt even to list all various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them.». [7] Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015 [8] Βλ. Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578 [9] Βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α. (ανωτέρω) [10] Βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, 285 [11] Βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) ΑΑΔ 1237, 1245 [12] Βλ. Μυλωνάς ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Πολιτική Έφεση Ε176/2019 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.