Μητροπολίτη και Εξάρχου πάσης Κύπρου των Γ.Ο.Χ. (Παλοιοημερολογιτών) , κατά κόσμο Comanescu κ.α. ν. Σταύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5456/11, 1/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5456/11 Μεταξύ:
- Μητροπολίτη XXX και Εξάρχου πάσης Κύπρου των Γ.Ο.Χ. (Παλοιοημερολογιτών) XXX, κατά κόσμο XXX Comanescu κ.α. (ως το Παράρτημα Α) Ενάγοντων - Αιτητών ν
- XXX Σταύρου, κατά κόσμο XXX Σταύρου κ.α. (ως το Παράρτημα Β) Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 7.12.2020 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερ.: 1 Μαρτίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χ. Πουργουρίδης με κ. Κ. Καλυφόμματο Για τον Εναγόμενο - Καθ'ου η Αίτηση: κ. Α. Παπαμιχαήλ Α Π Ο Φ Α Σ Η Από τα όσα έγγραφα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι στο πλαίσιο της με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής έχει εκδικαστεί αριθμός διαδικασιών. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας η αγωγή απορρίφθηκε την 8.4.2020 και την 22.5.2020 καταχωρίστηκε Έφεση κατά της Πρωτόδικης Απόφασης η οποία εκκρεμεί. Την 1.6.2020 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Στο πλαίσιο της αίτησης εκείνης είχε καταχωριστεί και αίτημα για καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Ενώ η αίτηση ημερ. 1.6.2020 εκκρεμούσε καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες εξαιτούνται τα εξής: «
- Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ᾽ ων η αίτηση όπως, κατά μόνας και/ή από κοινού, προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή άλλως πως πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή ενοικιάσουν και/ή εκμισθώσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή χρεώσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή διαθέσουν και/ή δωρήσουν και/ή δεσμεύσουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία, αναφορικά με τα ακίνητα που περιγράφονται στο Παράρτημα Α της παρούσας αίτησης, μέχρι την αποπεράτωση της ECLI:CY:AD:2020:D342, Πολιτικής Έφεσης 143/2020 που ασκήθηκε κατά της απόφασης ημ. 8/4/2020 που δόθηκε στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
- Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ᾽ ων η αίτηση όπως, κατά μόνας και/ή από κοινού, προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή άλλως πως, προωθήσουν και/ή ολοκληρώσουν τις δηλώσεις μεταβίβασης που επισυνάπτονται ως Παράρτημα Β στην παρούσα Αίτηση και/ή οποιαδήποτε άλλη κατατεθείσα δικαιοπραξία, μέχρι την αποπεράτωση της ECLI:CY:AD:2020:D342, Πολιτικής Έφεσης 143/2020 που ασκήθηκε κατά της απόφασης ημ. 8/4/2020 που δόθηκε στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
- Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο, σε περίπτωση που προχωρήσουν και/ή έχουν προχωρήσει και/ή ολοκληρωθούν και/ή έχουν ολοκληρωθεί οι δικαιοπραξίες που αναφέρονται στο Παράρτημα Β της παρούσας Αίτησης και/ή σε περίπτωση που έχουν καταχωρηθεί νέες δικαιοπραξίες για τα ακίνητα που περιγράφονται στο Παράρτημα Α, να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ᾽ ων η αίτηση όπως κατά μόνας και/ή από κοινού, προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή άλλως πώς πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή ενοικιάσουν και/ή εκμισθώσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή χρεώσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή διαθέσουν και/ή δωρήσουν και/ή δεσμεύσουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία, αναφορικά με τα ακίνητα που περιγράφονται στο Παράρτημα Α της παρούσας αίτησης, μέχρι την αποπεράτωση της ECLI:CY:AD:2020:D342, Πολιτικής Έφεσης 143/2020 που ασκήθηκε κατά της απόφασης ημ. 8/4/2020 που δόθηκε στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
- Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ᾽ ων η αίτηση όπως, κατά μόνας και/ή από κοινού, προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή άλλως πώς, παρεμποδίσουν και/ή άλλως πώς, τους Αιτητές και αυτούς που τους ακολουθούν, ως υφιστάμενους χρήστες και/ή κατόχους των ναών που αναφέρονται στο Παράρτημα Α της παρούσας, από το να ασκούν ακώλυτα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα εντός των αυτών, μέχρι την αποπεράτωση της ECLI:CY:AD:2020:D342, Πολιτικής Έφεσης 143/2020 που ασκήθηκε κατά της απόφασης ημ. 8/4/2020 που δόθηκε στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Νοείται ότι ταυτόχρονα με την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων και/ή οποιουδήποτε εκ των πιο πάνω διαταγμάτων, οι Ενάγοντες αναλαμβάνουν ρητή υποχρέωση ενώπιον του Δικαστηρίου να αποσύρουν την αίτηση δια κλήσεως ημ. 1/6/2020 που εκκρεμεί στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης ή να αποσύρουν οποιοδήποτε ταυτόσημο με αυτήν αιτητικό ήθελε εκδοθεί και/ή να αποσύρουν κάθε άλλη διαδικασία εντός του πλαισίου της εν λόγω αίτησης, μόλις καταστεί δυνατόν και μόλις το Δικαστήριο δώσει την απαραίτητη άδεια. Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση έκδοσης των πιο πάνω Διαταγμάτων και απόσυρσης της Αίτησης δια κλήσεως ημ. 1/6/2020 οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται να ζητήσουν τα έξοδα αυτής καθώς και κάθε διαδικασίας στο πλαίσιο αυτής και/ή να ζητήσουν όπως τα έξοδα είναι στην πορεία της παρούσας αίτησης». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1-9, Δ.59, Θ.Θ.6 και 11, στα αρ.29 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα αρ. 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο Κοινό Δίκαιο, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και στη νομολογία των Δικαστηρίων. Συνοδεύεται από Υπεύθυνη Δήλωση του XXX Ιωάννου Προέδρου της Ενοριακής Επιτροπής των Εναγόντων αρ. 4, 5 και 9 ο οποίος κάνει αναφορά στην αίτηση ημερ. 1.6.2020, λέγοντας ότι την 1.12.2020 πληροφορήθηκε ότι ο Εναγόμενος αρ. 16 Πληρεξούσιος Αντιπρόσωπος του Εναγομένου αρ. 1 μετέβη στο χωριό XXX και εξασφάλισε πιστοποιητικό εξόφλησης φόρων για όλη την περιουσία που ανήκει στην Εκκλησία του ΧΧΧ των Παλαιοημερολογιτών XXX με σκοπό την μεταβίβαση της περιουσίας. Την ίδια μέρα τον πήρε τηλέφωνο η Ηγουμένη XXX της Ιεράς Μονής XXX Παλαιοημερολογιτών XXX Λεμεσού και του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος αρ. 16 είχε ζητήσει πιστοποιητικό εξόφλησης φόρων και για την περιουσία της Μονής εκείνης. Το ίδιο έγινε από τον Εναγόμενο αρ. 16 αναφορικά με την περιουσία της Ιεράς Μονής XXX Παλαιοημερολογιτών. Θέση του Ομνύοντα είναι ότι η συμπεριφορά και ενέργειες των Εναγομένων είναι ταυτόσημες με τα όσα οδήγησαν στην έγερση της αγωγής, αφού το 2011 ο Εναγόμενος αρ. 1 εξασφάλισε πιστοποιητικά εξόφλησης φόρων για όλη την περιουσία που ανήκει στην Εκκλησία των Παλαιοημερολογιτών παγκύπρια και προέβη σε δηλώσεις μεταβίβασης. Λόγω των ενεργειών αυτών είχε εξασφαλιστεί απαγορευτικό διάταγμα το οποίο και είχε καταστεί απόλυτο. Ο Δηλών ισχυρίζεται ότι διαφαίνεται πλέον ξεκάθαρα η πρόθεση των Εναγομένων να αποξενώσουν την επίδικη περιουσία ενώ εκκρεμεί αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα. Η κατοχή, νομή, χρήση και διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας που καταγράφει είναι ουσιαστικά το μοναδικό επίδικο ζήτημα της αγωγής και της εκκρεμούσης Έφεσης. Εισηγείται ότι, σε περίπτωση που επιτραπεί στους Εναγόμενους να την αποξενώσουν θα είναι δύσκολο μετά να ανακτηθεί, ιδίως αν εμπλακούν καλόπιστοι τρίτοι. Επιπλέον, σε περίπτωση που η περιουσία μεταβιβαστεί σε οργανισμό τον έλεγχο του οποίου θα έχει ο Εναγόμενος αρ. 1, αυτός θα μπορεί να απαιτήσει από τους υφιστάμενους χρήστες να εγκαταλείψουν τους ναούς, παρακωλύοντας έτσι την απρόσκοπτη τέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Η άσκηση της θρησκευτικής πίστης και ελευθερίας, εισηγείται, δεν αποτιμάται σε χρήμα. Είναι η θέση του XXX Ιωάννου ότι η Έφεση τους έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και, σε περίπτωση που αυτή επιτύχει, δεν θα υπάρχει αντικείμενο ανάκτησης εάν η περιουσία δεν προστατευτεί. Στο Ανώτατο Δικαστήριο έχει καταχωριστεί αίτηση για συνένωση και σύντομη εκδίκαση της Πολιτικής Έφεσης με αρ. 143/2020 με την Πολιτική Έφεση αρ. 9/16, οι Εναγόμενοι όμως προβαίνουν σε κινήσεις κωλυσιεργίας. Ξεκάθαρα σκοπός τους, εισηγείται, είναι να εξαγοράσουν χρόνο καταχωρώντας ενστάσεις και ενδιάμεσες διαδικασίες, προκειμένου να πετύχουν στο μεσοδιάστημα την αποξένωση της επίδικης περιουσίας. Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι είναι επείγον να εμποδιστούν. Οι δε Εναγόμενοι ουδεμία ζημιά θα υποστούν από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού πρόκειται για περιουσία η οποία ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή τους και βρισκόταν ανέκαθεν στην κατοχή των Εναγόντων. Θεωρεί ότι οι Εναγόμενοι έχουν ήδη αποδείξει εμπράκτως την κακοπιστία τους. Την 9.12.2020, μετά και από σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Πουργουρίδη, δόθηκαν οδηγίες όπως ειδοποιηθούν να παραστούν οι συνήγοροι των Εναγομένων. Κατόπιν τούτου την 16.12.2020 καταχωρίστηκε Ένσταση στην υπό εκδίκαση Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1-13, Δ.59 Θ.6, στο Αρ. 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον φάκελο της Δικογραφίας, στην συμφυή εξουσία, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 9 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Η αίτηση είναι καταχρηστική, αφού εκκρεμεί πανομοιότυπη αίτηση με την οποία επιδιώκονται οι ίδιες θεραπείες ημερ. 1/6/
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και για το λόγο ότι εκκρεμεί για ακρόαση στις 18/12/20 άλλη αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών ημερ. 9/10/20 για καταχώρηση συμπληρωματικής υπεύθυνης δήλωσης στην αίτηση 1/6/
- Η αίτηση στερείται νομικής βάσεως και/ή εδράζεται επί λανθασμένης νομικής βάσεως.
- Η αίτηση πάσχει αφού δεν μπορούν να εκδοθούν ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα μετά την έκδοση τελικής απόφασης κατ' επίκληση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και των άρθρων 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου κεφ.
- Οι αιτητές δεν προβάλλουν κανένα λόγο γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει τα ίδια διατάγματα των οποίων η ισχύς έπαυσε με την έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου.
- Οι αιτητές δεν προβάλλουν κανένα καλό λόγο γιατί θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν τα ίδια διατάγματα που ίσχυαν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στο πρωτόδικο Δικαστήριο μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης, παραγνωρίζοντας ότι αυτά έπαυσαν να ισχύουν και ότι οι Εναγόμενοι - Αιτητές είναι οι επιτυχόντες διάδικοι οι οποίοι πρέπει να δρέψουν τους καρπούς της επιτυχίας τους.
- Οι αιτητές δεν προβάλλουν κανένα καλό λόγο και/ή ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων έστω και με την επίκληση των άρθρων 32 του Ν.14/60 και των άρθρων 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου κεφ.
- Το Δικαστήριο στερείται του δικαιώματος να εκδώσει ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα μετά την έκδοση τελικής απόφασης.
- Οι αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή να διαστρέψουν κακόπιστα την πραγματική εικόνα των γεγονότων». Η Ένσταση συνοδεύεται από Υπεύθυνη Δήλωση του κ. XXX Σταυρίδη Εναγομένου αρ. 16 ο οποίος εισηγείται ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και ότι πάσχει, αφού μετά την έκδοση απορριπτικής της αγωγής απόφασης δεν μπορούν να εκδοθούν προσωρινά διατάγματα. Η έκδοση της απόφασης συνεπάγετο και την λήξη των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Παρά την απόφαση του Δικαστηρίου, όμως, οι Ενάγοντες επιχείρησαν με την αίτηση ημερ. 1.6.2020 να εξασφαλίσουν πανομοιότυπα με τα ακυρωθέντα διατάγματα. Είναι η θέση του ότι δεν θα μπορούσε να είχε γίνει αίτηση δυνάμει του αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60αλλά θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί αίτηση αναστολής εκτέλεσης της Απόφασης του Δικαστηρίου η οποία αποφάσισε ότι η χειροτονία του Μητροπολίτη XXX ήταν ορθή με αποτέλεσμα αυτός να δικαιούται στην εγγραφή της ακίνητης περιουσίας στην Μητρόπολη του. Τα άρθρα 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και 4 - 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 που η Αίτηση έχει ως βάση πραγματεύονται την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και όχι την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης. Η υπό εκδίκαση Αίτηση επιδιώκει την έκδοση τριών προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων με αποτέλεσμα να εκκρεμούν δύο αιτήσεις με τις οποίες επιδιώκονται πανομοιότυπες θεραπείες, κλασσική περίπτωση κατάχρησης. Όπως εξηγεί ο Εναγόμενος αρ. 16, το 2011 επιχειρήθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 1 Μητροπολίτη XXX όπως η περιουσία των Ιερών Ναών και Μονών των Γ.Ο.Χ. Κύπρου περιέλθει για προστασία της και ανήκει ιδιοκτησιακά στην Ιερά Μητρόπολη XXX. Αποκοπέντες από την Εκκλησία ιερείς κατέλαβαν έκτοτε, νέμονται και διαχειρίζονται ακίνητη περιουσία των Ιερών Ναών και Μονών και καταχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εξασφαλίζοντας απαγορευτικά διατάγματα που εμπόδιζαν τον Εναγόμενο αρ. 1 να μεταβιβάσει περιουσία στην Ιερά Μητρόπολη XXX. Η κατοχή, νομή και διαχείριση της προαναφερόμενης ακίνητης περιουσίας από τους Ενάγοντες κρίθηκε παράνομη από το Δικαστήριο το οποίο με την απόφαση του επέτρεψε την μεταβίβαση αυτής στην Ιερά Μητρόπολη XXX. Καμία πρόθεση υπάρχει η περιουσία να πωληθεί, εκποιηθεί ή υποθηκευτεί προς όφελος τρίτων προσώπων. Οι Ενάγοντες επιπλέον δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι θα υποστούν ζημιά από την μεταβίβαση της επίδικης περιουσίας η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί στο μέλλον. Πρέπει επιπρόσθετα οι Ενάγοντες να καταβάλουν ή εγγυηθούν την πληρωμή των επιδικασθέντων εναντίον τους εξόδων που ξεπερνούν τις €300.
- Ο Εναγόμενος αρ. 16 ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να ενημερώσουν το Δικαστήριο ότι στην Απόφαση ημερ. 8.4.2020 κρίθηκε ότι η εκλογή και χειροτονία του XXX ως Μητροπολίτη XXX ήταν ορθή και ότι αυτός δικαιούται στην εγγραφή της επίδικης περιουσίας, ότι οι Ενάγοντες δεν κατέβαλαν τα έξοδα και ότι οι Ενάγοντες από το 2006 έχουν κάνει σωρεία αγωγών και ποινικών υποθέσεων εναντίον των Εναγομένων χωρίς να πετύχουν σε καμία. Εισηγείται ότι το Δικαστήριο πρέπει να πάψει επιτέλους να ακούει και να επιλαμβάνεται αιτήσεων, αγωγών, εφέσεων και σωρείας καταχρηστικών διαδικασιών χωρίς οι Ενάγοντες να καταβάλλουν καν τα επιδικασθέντα σε βάρος τους έξοδα. Κατά την 22.12.2020, ημερομηνία που η παρούσα Αίτηση προχώρησε σε ακρόαση, αποσύρθηκαν οι αιτήσεις ημερ. 1.6.2020 (για προσωρινό διάταγμα) και ημερ. 9.10.2020 (για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης). Με αυτό το δεδομένο οι εισηγήσεις περί κατάχρησης δεν θα εξεταστούν. Αναφορικά με τα λοιπά θέματα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Ενάγοντες αγόρευσαν προς υποστήριξη της Αίτησης τους, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους δήλωσε ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της Ένστασης του και δεν έχει κάτι άλλο να προσθέσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εκείνο που προβληματίζει εν προκειμένω είναι η δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Όπως επισημαίνεται και στην Ένσταση, δεν πρόκειται για ενδιάμεσο διάταγμα, εφόσον έχει ήδη εκδοθεί τελική απόφαση στην αγωγή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Ενάγοντες επεξηγούν ότι με την Αίτηση δεν ζητείται ούτε αναστολή εκτέλεσης, ούτε αναβίωση συντηρητικού διατάγματος, ούτε και έκδοση διατάγματος με το οποίο να διαταχθεί όπως παραμείνει σε ισχύ προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα η ισχύς του οποίου τερματίστηκε. Εκείνο που ζητείται είναι η έκδοση νέων προσωρινών / συντηρητικών διαταγμάτων. Όπως αναφέρεται στην αγόρευση αυτών (αναγνωρίζοντας την έλλειψη Νομολογίας Κυπριακής επί του θέματος): «Η παρούσα διαδικασία, ουσιαστικά κινείται κατ' αντιστοιχία και αντιπαραβολή με την διαδικασία αναστολής εκτέλεσης απόφασης, από την οποία όμως δεν μπορεί να επωφεληθεί ένας αποτυχών διάδικος εναντίον του οποίου δεν εξεδόθη διάταγμα που να του επιβάλλει κάποια θετική υποχρέωση. Παραταύτα, ενώ η αναστολή εκτέλεσης δυνάμει της Δ.35 Θ.18 κινείται παράλληλα με την παρούσα διαδικασία, εντούτοις εν ουδεμία περιπτώσει ταυτίζεται με αυτήν. Είναι δύο διακριτές διαδικασίες». Η αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για τους Ενάγοντες υπήρξε εμπεριστατωμένη και πολύ βοηθητική επί του θέματος. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινά διατάγματα, ή να παρατείνει την ισχύ προσωρινών διαταγμάτων, μέχρι να επιληφθεί το Ανώτατο Δικαστήριο Έφεσης επί της απόρριψης τέτοιου διατάγματος, έχει αναγνωριστεί από την Κυπριακή Νομολογία υιοθετώντας την αρχή που προκύπτει από την Αγγλική απόφαση Erinford Properties Ltd v Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 448. Παρά το ότι η υπό εκδίκαση περίπτωση διαφοροποιείται, εφόσον η Πολιτική Έφεση αρ. 143/20 δεν είναι έφεση κατά της απόφασης για προσωρινό διάταγμα αλλά έφεση κατά της τελικής απορριπτικής Απόφασης στην αγωγή, θεωρώ χρήσιμη την παράθεση αποσπάσματος από την απόφαση Aspis Liberty Life v Λεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 1816 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το θέμα όμως το οποίο εδώ εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης δεν αφορά τυχόν εξουσία του Εφετείου όπως εκδίδει τέτοιο διάταγμα στο πλαίσιο της έφεσης, παρά μόνο εξετάζεται η δυνατότητα έκδοσης και η ορθότητα της άρνησης έκδοσης του διατάγματος από το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο. Όμως, από την άλλη, οι παρατηρήσεις στις οποίες προέβηκε το Εφετείο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω) ως προς την διαφορετικότητα του Κυπριακού νομοθετικού πλαισίου και την ανυπαρξία νομοθετικής ρύθμισης για παροχή τέτοιας θεραπείας από το Κυπριακό Εφετείο, δεν μπορούν παρά να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Όπως ορθά διαπίστωσε το Εφετείο, στην Αγγλία ένα τέτοιο θέμα, με βάση τις πρόνοιες του Αρθρου 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation), Act 1925 μπορούσε να ρυθμισθεί από το ίδιο το Εφετείο. Επομένως, το μόνο θέμα το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Erinford ήταν κατά πόσο ενδιάμεσα, μέχρι δηλαδή να μπορεί να επιληφθεί του θέματος το Εφετείο, μπορούσε να παρασχεθεί στους αιτητές μια προσωρινή, περιορισμένης έκτασης θεραπεία μερικών ημερών που θα απέτρεπε την πρόκληση τετελεσμένων. Συγκεκριμένα, το Κυπριακό Εφετείο προέβηκε στις ακόλουθες επισημάνσεις, [
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1534]: "Να δούμε λοιπόν την Erinford η οποία, καθώς μας φαίνεται, στην Κύπρο σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρήθηκε πως απεικόνιζε αρχές που ίσχυαν και στο δικό μας σύστημα (βλ. π.χ. την Tafco v. Ship "Lambros L" (No.2)
(1977)1 C.L.R.159) σε άλλες αντικρίστηκε με επιφυλακτικότητα (βλ. Stavros Makris Ltd v. Cyprus Ports Authority
(1985)1 C.L.R. 731) ενώ σε μια τέθηκε ερωτηματικό (βλ. Ocean Corp. Ltd v. Novorossijskrybprom Co Ltd (Αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1154). Για να κατανοήσει κανείς την Erinford χρειάζεται όχι μόνο να συλλάβει τη λεπτομέρεια των στοιχείων της αλλά και το πλαίσιο των αγγλικών νομοθετικών διατάξεων στις οποίες εντασσόταν η περίπτωση και οι οποίες, σε ουσιώδη πτυχή, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα, διέφεραν από τις Κυπριακές. Στην Erinford είχε απορριφθεί, στις 14 Μαρτίου, 1974, αίτημα των εναγόντων για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδιζόταν η τοπική Αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις τους για πολεοδομική άδεια, χωρίς συνάρτηση με παρόμοια εκκρεμούσα αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο δικαστήριο για διάταγμα με τους ίδιους όρους για σκοπούς έφεσης την οποία, καθώς δήλωσαν, είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν αλλά χρειάζονταν μερικές ημέρες, ήτοι μέχρι τις 20 Μαρτίου το αργότερο. Ας σημειωθεί ότι μεταγενέστερα το ζήτημα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με βάση το Αρθρο 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation), Act 1925 και εναγομένων εισηγήθηκε, χωρίς όμως να παραπέμψει σε αυθεντίες, πως σύμφωνα με την πρακτική τέτοιο διάταγμα μόνο το εφετείο είχε εξουσία να εκδώσει. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στις αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν στο ζήτημα και στις οποίες εμφανιζόταν κάποια διάσταση. Κατέληξε, με την ερμηνεία που τους έδωσε, ότι επειδή καθίστατο αναγκαία η προστασία του δικαιώματος έφεσης, παρεχόταν ανάλογα και εξουσία για την έκδοση σχετικού διατάγματος και ότι, επιπλέον, ήταν προτιμότερο, για λόγους ευκολίας, το ζήτημα να εξεταζόταν αρχικά από το πρωτόδικο δικαστήριο." Το θέμα λοιπόν το οποίο είχε απασχολήσει στην Erinford ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο μια πολύ περιορισμένης χρονικής έκτασης θεραπεία διατήρησης του status quo έξι ημερών, μέχρις ότου να μπορούσε να επιληφθεί του ίδιου θέματος το Αγγλικό Εφετείο και να αποφασίσει κατά πόσο εκείνο να δώσει μακρύτερης χρονικής διάρκειας θεραπεία εκκρεμούσας της έφεσης. Εκείνος δε ο παράγοντας ήταν που τελικά μέτρησε και επενήργησε θετικά στην σκέψη του Megarry J. ώστε να εκδώσει το ζητηθέν προσωρινό διάταγμα. Όπως ο ίδιος ο Megarry J. ανέφερε στην απόφασή του [1974] 2 All E.R. 449: "The county council had previously been bound by an undertaking in similar terms, but this came to an end with the dismissal of the motion and counsel of the county council had no instructions to renew it or offer any other undertaking. He volunteered, however, that the next meeting of the appropriate body of the county council would not be until 28th March and in the end counsel for the plaintiffs was content to seek an ex parte injunction only over 20th March, which, he said would allow time for him to give notice of appeal and to serve notice of motion to extend the injunction. Ultimately, I held that I should grant the injunction in this modified form..." Προκύπτει, επομένως, ότι εκείνο που τελικά είχε βαρύνει την πλάστιγγα στην απόφαση του Megarry J. στην υπόθεση Erinford ήταν το γεγονός ότι οι αιτητές περιόρισαν τη χρονική έκταση του αιτούμενου διατάγματος σε περίοδο μερικών μόνο ημερών μέχρις ότου επιληφθεί του θέματος το Εφετείο. Με δεδομένη όμως τη νομολογία και ιδιαίτερα την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία το Εφετείο δεν κέκτηται εξουσία έκδοσης διατάγματος όπως το εδώ υπό εξέταση, αυτό σημαίνει στην ουσία ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο ακυρώνει και τερματίζει την ισχύ ενός διατάγματος, παράσχει νέα θεραπεία η οποία θα επαναφέρει την ισχύ του διατάγματος όχι μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αλλά μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση έφεσης που ασκήθηκε ή θα ασκηθεί με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της ακυρωτικής απόφασης, θα παρείχε μία μακράς διάρκειας θεραπεία με την οποία για αόριστο χρόνο, σίγουρα μακρό, θα επαναφερόταν η ισχύς του ακυρωθέντος διατάγματος. Κατά την άποψή μας, μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας». (βλ. επίσης Ketchum Group Publications
(1996)4 All E.R. 37). Όπως αναφέρθηκε και στην Χαράλαμπος Σπύρου κ.α. ν S.N.K. Venus Homes Developers Ltd κ.α. αρ. Αγωγής 1666/09 ημερ. 15.4.2010 της κας Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) εξετάζοντας την Erinford (πιο πάνω): «Επομένως, η βάση του σκεπτικού της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης είναι η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου της, για τα οποία το Δικαστήριο δεν πρέπει να μείνει αδιάφορο. Πρόκειται, συνεπώς, για απαγορευτικά διατάγματα εκκρεμούσης έφεσης (injunctions pending appeal). Όπως τονίστηκε στην Εrinford (ανωτέρω), ενώ αυτού του είδους τα διατάγματα δεν συνιστούν αναστολή εκτέλεσης, στην πράξη η έκδοση τους επιτυγχάνει το ίδιο αποτέλεσμα. Δηλαδή, ο επιτυχών διάδικος και στις δύο περιπτώσεις εμποδίζεται από του να γευτεί τους καρπούς της επιτυχίας του μέχρι να αποφασιστεί η έφεση. ................ Η λογική και φιλοσοφία της εξουσίας έκδοσης τέτοιας φύσεως διατάγματος συνίσταται στο γεγονός ότι ακόμη και εκεί όπου το Δικαστήριο αισθάνεται ότι η απόφαση του ξεκάθαρα ήταν ορθή κανείς δεν είναι αλάνθαστος. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Erinford (ανωτέρω) ένας δικαστής ο οποίος δεν αισθάνεται να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία όταν απέρριπτε ένα αίτημα για απαγορευτικό διάταγμα μπορεί, παρόλα αυτά, να αναγνωρίσει ότι η απόφαση του μπορεί να ανατραπεί και ότι οι συγκριτικές επιπτώσεις από την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος εκκρεμούσας έφεσης είναι τέτοιες ώστε να είναι ορθό να διαφυλαχθεί το status quo μέχρι την εκδίκαση της έφεσης». Μελέτη της Νομολογίας καταδεικνύει ότι το Δικαστήριο εξετάζοντας τέτοιας φύσης αιτήσεις εφαρμόζει κατ' αναλογία τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης λόγω του ότι εκκρεμεί έφεση δυνάμει της Δ.35 Θ.18. Εκείνο το οποίο εγείρεται στην υπό εκδίκαση Αίτηση είναι η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινό διάταγμα όπου έχει ήδη εκδοθεί τελική απόφαση στην αγωγή. Εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες - Αιτητές είναι ότι υπάρχει σύμφυτη εξουσία προς τούτο. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν Κ.Δ.
(2010)2 Α.Α.Δ.226 οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί «ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve powers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία». Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργ. Εταιρειών ν Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151 λέχθηκαν τα εξής: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γιαυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο "σύμφυτη". Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του "Τhe Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει, στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: "These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will."» Όπως τέθηκε στην Χαραλαμπίδης ν Αλίκης Παναγιώτου Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 Α.Α.Δ.724: «Οι «εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου», τις οποίες επικαλείται ο αιτητής, δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». Μελετώντας την Αγγλική Νομολογία επί του θέματος διαφαίνεται ότι εξουσία για έκδοση προσωρινού διατάγματος μετά από απορριπτική τελική απόφαση όντως υφίσταται. Στην απόφαση Polini v Gray
(1879)12 Ch.D.438 σε ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα τέτοιας φύσης, όπου οι Ενάγοντες απέτυχαν στην αγωγή τους ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και υπάρχει περίπτωση αν πετύχουν στην Έφεση τους η επιτυχία αυτή να είναι άνευ ουσίας εκτός εάν εκδοθεί προστατευτικό της περιουσίας διάταγμα, η απάντηση ήταν καταφατική. Συγκεκριμένα λέχθηκε ότι: «It appears to me on principle that the Court ought to possess that jurisdiction, because the principle which underlies all orders for the preservation of property pending litigation is this, that the successful party in the litigation, that is, the ultimately successful party, is to reap the fruits of that litigation, and not obtain merely a barren success. That principle, as it appears to me, applies as much to the Court of first instance before the first trial, and to the Court of Appeal before the second trial, as to the Court of last instance before the hearing of the final appeal». Επίσης στην Orion Property Trust Ltd v Du Cane Court Ltd
(1962)3 All E.R. 466 με παραπομπή στην Wilson v Church (No. 2)
(1879)12 Ch.D.458) λέχθηκαν τα εξής: «There is a report of another application in Wilson v Church (No 2). I will read a few lines from the judgment of Cotton LJ in that case (
(1879), 12 ChD at p 458): "I will state my opinion that when a party is appealing, exercising his undoubted right of appeal, this court ought to see that the appeal, if successful, is not nugatory; and, acting on that principle, when there was an appeal to this court from the judgment of FRY J, dismissing the plaintiff's action altogether, and it was urged therefore that this court had no jurisdiction to stay the execution of the order, we were of opinion that we ought to stay the execution of a judgment in another action made by FRY J, ordering the fund to be dealt with—that is to say, by granting an injunction against the trustees to restrain them from parting with any portion of the fund in their hands till the appeal was disposed of. That possibly was rather novel, but it was right, in my opinion, to make that order to prevent the appeal, if successful, from being nugatory. Acting on the same principle, I am of opinion that we ought to take care that if the House of Lords should reverse our decision (and we must recognise that it may be reversed), the appeal ought not to be rendered nugatory." The effect of applying the same principle seems to be that in the case of an appeal from a court of first instance to the Court of Appeal, the court of first instance has jurisdiction to make an order preserving the subject-matter of the action in the appeal, even though the action has wholly failed». (βλ επίσης Ketchum International Plc v Group Public Relations Holdings Ltd
(1996)4 All E.R.374). Πιο πρόσφατα στην Novartis AG v Hospira UK Ltd
(2014)1 W.L.R.1264 αναλύθηκε και η συσχέτιση της επίδικης διαδικασίας με την δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης μέχρι εκδικάσεως Εφέσεως. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: ««Principles for the grant of interim relief pending appeal 30 There is no dispute that the court has a jurisdiction to grant interim protection to a party who has been unsuccessful at trial pending an appeal. Such interim protection can arise in two ways. An unsuccessful defendant may be granted a stay of execution pending the appeal. Such stays are not granted automatically, but may be granted where solid grounds are shown and subject in appropriate cases to conditions. Similarly an unsuccessful claimant may be granted interim protection if he is seeking to restrain some irreparable harm pending appeal, notwithstanding that he has been unsuccessful in asserting his right at trial. 31 InMinnesota Mining and Manufacturing Co v Johnson & Johnson Ltd [1976] RPC 671, the Court of Appeal set out the principles which are to apply where the claim succeeds and the grant or stay of injunctive relief is being considered pending appeal. Buckley LJ said, at p 676: "It is not in dispute that where a plaintiff has at first instance established a right to a perpetual injunction, the court has a discretion to stay the operation of that injunction pending an appeal by the defendant against the judgment. On what principles ought such a discretion to be exercised? The object, where it can be fairly achieved, must surely be so to arrange matters that, when the appeal comes to be heard, the appellate court may be able to do justice between the parties ."» Προβάλλει τώρα το ερώτημα των προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιηθούν ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης προσωρινού διατάγματος μέχρι την εκδίκαση Εφέσεως επί τελικής απορριπτικής απόφασης. Η πιο πάνω Νομολογία οδηγεί στο ότι η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και όχι μόνο όπου θα δικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης απόφασης, αλλά μόνο όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της απορριπτικής Απόφασης και ταυτόχρονα να υπάρχουν σοβαρές επιπτώσεις από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (Aspis Liberty Life v Σιακατίδη (πιο πάνω)). Στην Polini (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι απαιτείται να καταδειχθεί η ύπαρξη πιο δυνατής («stronger») και πιο ιδιαίτερης υπόθεσης για έκδοση τέτοιου διατάγματος παρά εκεί που δεν είχε προηγηθεί εκδίκαση της ουσίας της αγωγής[1]. Στην Novartis (πιο πάνω) παρατέθηκαν οι προϋποθέσεις στην βάση των οποίων μπορεί να αποδοθεί προσωρινή θεραπεία εκκρεμούσης Έφεσης, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
- Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η Έφεση έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας.
- Δεν ακολουθεί αυτόματα από το γεγονός ότι είχε εκδοθεί (ή θα μπορούσε να είχε εκδοθεί) προσωρινό διάταγμα πριν από την δίκη επί της ουσίας της αγωγής, ότι θα πρέπει να εκδοθεί και ανάλογο διάταγμα εκκρεμούσης της Έφεσης. Το Δικαστήριο πρέπει να αξιολογήσει όλα τα σχετικά δεδομένα μετά την έκδοση της απόφασης, περιλαμβανομένου του χρόνου που θα απαιτηθεί για εκδίκαση της Έφεσης καθώς και της δυσχέρειας που θα προκληθεί σε έκαστο διάδικο από την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος.
- Η έκδοση του διατάγματος δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου άρνηση έκδοσης του θα καθιστούσε την Έφεση άνευ αντικειμένου.
- Όπως και στην περίπτωση αναστολής εκτέλεσης το Δικαστήριο θα πρέπει να προσπαθήσει να διευθετήσει το ζήτημα με τέτοιο τρόπο ώστε το Εφετείο να είναι σε θέση να αποδώσει δικαιοσύνη αφού ακουστεί η Έφεση[2]. Στρεφόμενη τώρα στα δεδομένα της υπό κρίση αγωγής μελέτη της Πρωτόδικης Απόφασης που εξεδόθη στις 8.4.2020 καταδεικνύει ότι αυτή εξεδόθη μετά από την αξιολόγηση μεγάλου όγκου μαρτυρίας και εγγράφων. Με την Πολιτική Έφεση αρ. 143/20 που επισυνάφθηκε στην Αίτηση ως Τεκμήριο 1 προβάλλονται 37 Λόγοι Έφεσης πλείστοι εκ των οποίων αφορούν σε ισχυρισμούς περί εσφαλμένης αξιολόγησης. Οι ισχυρισμοί αυτοί συνδυάζονται με συγκεκριμένες αναφορές επί του Καταστατικού, αναφορικά με πρόνοιες του οποίου προβάλλεται η θέση ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία. Εν πρώτοις τονίζω ότι το επίπεδο που θέτει η Νομολογία είναι αυτό του «σοβαρού ενδεχόμενου ανατροπής» της Πρωτόδικης Απόφασης. Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι από τους Λόγους Έφεσης φαίνεται ότι δεν πρόκειται περί επιπόλαιας ή παντελώς αβάσιμης Έφεσης, εντούτοις δεν θεωρώ ότι αυτή αγγίζει το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο που θέτει η Νομολογία, ειδικά αφού ως επί το πλείστο πρόκειται για έφεση επί αξιολόγησης μαρτυρίας και εξαγωγής ευρημάτων από μέρους του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Δεν πρόκειται δηλαδή για μία εξαιρετικά δυνατή υπόθεση ή εξαιρετικές περιστάσεις. Ούτε και πρόκειται για περίπτωση όπου έχει μεσολαβήσει ή έχει καταδειχθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων που να δημιουργεί αυτό το σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της Πρωτόδικης Απόφασης. Ούτε και το γεγονός ότι γίνεται προσπάθεια μεταβίβασης των ακινήτων από μέρους των Εναγομένων μπορεί από μόνο του να οδηγήσει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πρόκειται για μεταβίβαση ακινήτων των οποίων η αξία μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Θέση των Εναγομένων είναι ότι δεν υπάρχει καμία πρόθεση η περιουσία να πουληθεί ή εκποιηθεί, ενώ οι Ενάγοντες τους οφείλουν τεράστια ποσά ως επιδικασθέντα έξοδα τα οποία ουδέποτε κατέβαλαν. Εισηγούνται δε ότι η περιουσία πρέπει να περιέλθει στον νόμιμα εκλελεγμένο Μητροπολίτη XXX Εναγόμενο αρ. 1 και να εγγραφεί στην Ιερά Μητρόπολη XXX για σκοπούς προστασίας της από «καθαιρεμένους ιερείς και παράνομα διορισθέντες ενοριακούς επιτρόπους». Των πιο πάνω δεδομένων, ούτε και μπορεί να υπάρξει κατάληξη ότι τυχόν επιτυχία των Εναγόντων στην Πολιτική Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η έκδοση των οποίων επαναλαμβάνω μπορεί να γίνει μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις. Διαφορετικό αποτέλεσμα θα οδηγούσε ουσιαστικά σε ευκολία αναβίωσης διαταγμάτων μετά από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, πράγμα ανεπιθύμητο. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίων των Εναγόντων αρ. 1 - 5 και 7 - 9 - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «The terms in which the jurisdiction is conferred are general and unlimited. How that jurisdiction should be exercised is a question of judicial discretion which must be guided by proper rules founded on principle. It is not every case in which the Court or Judge should interfere. It is not to be said that when a party litigant has succeeded in two Courts he is to be in the same position as if he had never succeeded at all. In my opinion it requires a stronger and more special case to induce the Court to interfere against him on behalf of the other party than would have been required if there had not been any trial of the action. I am by no means disposed to lay down the rule that this Court should interfere pending an appeal to the House of Lords, simply because it would be the duty of the Court of first instance to interfere before the action was tried at all». [2] «
(1)The court must be satisfied that the appeal has a real prospect of success.
(2)If the court is satisfied that there is a real prospect of success on appeal, it will not usually be useful to attempt to form a view as to how much stronger the prospects of appeal are, or to attempt to give weight to that view in assessing the balance of convenience.
(3)It does not follow automatically from the fact that an interim injunction has or would have been granted pre-trial that an injunction pending appeal should be granted. The court must assess all the relevant circumstances following judgment, including the period of time before any appeal is likely to be heard and the balance of hardship to each party if an injunction is refused or granted.
(4)The grant of an injunction is not limited to the case where its refusal would render an appeal nugatory. Such a case merely represents the extreme end of a spectrum of possible factual situations in which the injustice to one side is balanced against the injustice to the other.
(5)As in the case of the stay of a permanent injunction which would otherwise be granted to a successful claimant, the court should endeavour to arrange matters so that the Court of Appeal is best able to do justice between the parties once the appeal has been heard». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο