← Κύπρος

ΠΕΤΡΟΥ ν. ΠΕΤΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1180/2014, 9/3/2021

ΠΕΤΡΟΥ ν. ΠΕΤΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1180/2014, 9/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1180/2014 Μεταξύ: XXXX ΠΕΤΡΟΥ άλλως XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ, το γένος XXXX Πογιατζή, συζ. XXXX Κωνσταντίνου, άλλως XXXX Ιωάννου, ( Α.Τ. XXXX), εκ Παρεκκλησιάς Λεμεσού Ενάγουσας και

  1. XXXX ΠΕΤΡΟΥ άλλως XXXX ΜΙΧΑΛΗ το γένος XXXXX Πογιατζή, συζ. XXXXX Μιχαήλ, ( Α.Τ. XXXX), εκ Παρεκκλησιάς, Λεμεσού.
  2. XXXX ΜΙΧΑΗΛ (Α.Τ. XXXX), εκ Παρεκκλησιάς, Λεμεσού.
  3. XXXX ΦΑΛΑΙΚΑΣ άλλως XXXX ΜΙΧΑΗΛ (Α.Τ. XXXX), εκ Παρεκκλησιάς, Λεμεσού. Εναγομένων Hμερομηνία: 9 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια - Ενάγουσα: Χατζηλοίζου, Χατζηνικολάου και Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η αίτηση - Εναγόμενους 1, 2 και 3: PHC Tsangarides LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα] Στην παρούσα υπόθεση η Ενάγουσα, στις 13.6.2019 καταχώρησε αίτηση (στο εξής καλούμενη «η επίδικη αίτηση»), με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος: «
  4. Για την εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης και/ή προδικαστικού ζητήματος που εγείρεται μέσω της παραγράφου 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης 1, της παραγράφου 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 2, και της παραγράφου 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 3 και ειδικότερα: Κατά πόσον το γεγονός ότι η επίδικη γραπτή συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 01.02.2005 ουδέποτε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο εμποδίζει την Ενάγουσα να διεκδικεί την ειδική εκτέλεσή του δυνάμει του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν. 81(I)/2011).
  5. Τα έξοδα της αίτησης, πλέον Φ.Π.Α.» Η επίδικη αίτηση στηριζόταν στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 θ.θ.1-2 και Δ.48 θ.θ.1,2,3,4, 7 & 8 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα δε στα οποία στηρίζετο η επίδικη αίτηση, εκτίθενται στη συνημμένη σε αυτή ένορκο δήλωση της κας XXXXX Γιαννακού, εκ Λεμεσού και στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η επίδικη αίτηση συνάντησε την ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση - Εναγομένων 1, 2 και
  6. Προς τούτο καταχώρησαν την γραπτή τους ένσταση ημερομηνίας 31.7.19, στην οποία παραθέτουν οκτώ λόγους για τους οποίους η επίδικη αίτηση δέον να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Οι λόγοι αυτοί είναι :
  7. Υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης για εκδίκαση προδικαστικής ένστασης.
  8. Στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions) δεν ζητήθηκε η προκαταρκτική εκδίκαση οποιασδήποτε προδικαστικής ένστασης.
  9. Η εκδίκαση προδικαστικής ένστασης σε αυτό το σημείο της διαδικασίας θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση, θα σπαταλήσει το χρόνο του Δικαστηρίου και θα δημιουργήσει περεταίρω έξοδα.
  10. Το εγειρόμενο νομικό σημείο στην ουσία δεν αποτελεί καθαρά νομικό σημείο αλλά μειχτό πραγματικό και νομικό και συνεπώς δεν μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά.
  11. Το εγειρόμενο νομικό σημείο δεν αποτελεί σοβαρό νομικό θέμα το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ακόμα και ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής.
  12. Το εγειρόμενο νομικό σημείο αποτελεί ένα εκ των πολλών αιτητικών που επιδιώκει να πετύχει η Ενάγουσα/Αιτήτρια μέσω της Έκθεσης Απαίτησης της, γεγονός που σημαίνει πως εκδίκαση του εγειρόμενου νομικού σημείου δε θα αποφασίσει την όλη υπόθεση και ούτε καν ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής.
  13. Χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί των ισχυρισμών του ζητήματος που εγείρεται στην προδικαστική ένσταση, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει σε αυτό το στάδιο - ήτοι προδικαστικά - επί του εγερθέντος ζητήματος. Κατά συνέπεια το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια της κανονικής εκδίκασης της αγωγής.
  14. Η παρούσα δεν είναι απλή και καθαρή περίπτωση και το αντικείμενο της σύμβασης δεν είναι ξεκάθαρο και/ή αμφισβητείται η εγκυρότητα και η νομική ισχύς της σύμβασης, έτσι που τα γεγονότα να είναι περίπλοκα και/ή αμφισβητούμενα ώστε να μην μπορεί να εξεταστεί προδικαστικά το ζήτημα. H ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση - Εναγομένων 1, 2 και 3, στηριζόταν στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27, Θ.1 - 2, Δ.48, Θ.Θ.1 - 9, στη Νομολογία και στη διακριτική ευχέρεια, συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα που αφορούν την ένσταση, εκτίθενται στη συνημμένη σε αυτή ένορκο δήλωση του κ. XXXXX Μιλτιάδους, ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ΄ ων η αίτηση. Η επίδικη αίτηση ενόψει της ένστασης των Εναγομένων 1, 2 και 3, ορίστηκε για ακρόαση. Για τους λόγους δε που καταγράφονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, η ακρόαση της, αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες. Την 24.11.20, που η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, η αιτήτρια - Ενάγουσα, ζήτησε άδεια να την αποσύρει. Το αίτημα για απόσυρση της επίδικης αίτησης δεν συνάντησε την ένσταση των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ΄ ων η αίτηση, με επακόλουθο αυτή να απορριφθεί. Θέμα προέκυψε αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας της επίδικης αίτησης και τούτο διότι η πλευρά της Ενάγουσας δήλωσε πως τα έξοδα της διαδικασίας της επίδικης αίτησης, θα πρέπει να καταμεριστούν και να επωμιστεί η κάθε πλευρά τα δικά της, οι δε δικηγόροι των Εναγομένων 1, 2 και 3, ζήτησαν όπως τα έξοδα της διαδικασίας της επίδικης αίτησης, επιδικαστούν προς όφελος των πελατών τους - Καθ΄ ων η αίτηση και εις βάρος της Ενάγουσας - αιτήτριας. Συνεπεία των πιο πάνω, μετά την απόρριψη της επίδικης αίτησης, από το Δικαστήριο, δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους των διαδίκων να αγορεύσουν επί του ζητήματος των εξόδων. Με τη σύμφωνο δε γνώμη των δικηγόρων και των δύο πλευρών, οι αγορεύσεις ετοιμάστηκαν γραπτώς και αφού αντίγραφο τούτων δόθηκε στην άλλη πλευρά, κατατέθηκαν και στο Δικαστήριο, το οποίο όρισε την επίδικη αίτηση για να δοθούν τυχόν διευκρινίσεις επί τούτων, σήμερα στις 11.00 π.μ. Τα όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις των συνηγόρων, στις οποίες γίνεται αναφορά και σε σχετική νομολογία, είναι καταγραμμένα, έχουν μελετηθεί προσεκτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και κρίνω ότι δεν χρήζουν επανάληψης. Ακόμη μετά την μελέτη των όσων αναφέρονται σε αυτές, έκρινα πώς δεν υπήρχε ανάγκη για παροχή οποιωνδήποτε διευκρινήσεων από τους συνηγόρους των δύο πλευρών. Νομική Πτυχή: Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα εκπηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και από τη Δ.59 Θ.1, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που προνοούν τα εξής: «αρθρ.
  15. Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του Δικαστηρίου και το Δικαστήριον θα έχει πλήρη εξουσίαν να αποφασίζει υπό τίνος και κατά τίνα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.» «Δ.59 Θ.1: Subject to the provisions of any law or rules, the costs of and incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge, who may authorize an executor, administrator or trustee who has not unreasonably instituted, or carried on, or resisted any proceeding, to have his costs paid out of a particular estate or fund.» Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου

(1990)1 Α.Α.Δ. 890, λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «. παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει διατάγματα σχετικά με έξοδα. Είναι καθιερωμένη πρακτική των Δικαστηρίων ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική όμως αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και κατά συνέπεια η άσκηση της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. .................................................................................................................................................... Η συμπεριφορά των διαδίκων κατά τη διαδικασία δεν είναι στοιχείο άσχετο με την υπόθεση ώστε σε περίπτωση που λαμβάνεται υπόψη στην επιδίκαση εξόδων να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με κακή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστή (βλέπε σχετικά Baylis Baxter Ltd v. Sabath
(1958)2 Αll E.R. 209, Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65; Saab and Another v. The Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499).» Περαιτέρω στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης∙ σ΄εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο.» Ακόμα στην υπόθεση Χάσικος και άλλοι ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι «η δικαίωση δεν πρέπει να επάγεται την καταβολή δαπάνης» και επαναλαμβάνεται ότι το αποτέλεσμα αποτελεί τον κύριο καθοδηγητικό παράγοντα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα. Τονίζεται επίσης ότι απόκλιση από αυτό τον κανόνα πρακτικής δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στην γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους της. Στην δε Georgios E. Glykys ν. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, υποδεικνύεται ότι δεν χωρεί, στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Έτσι στην ίδια αυτή υπόθεση τονίστηκε ότι η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το Δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δε συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Τέλος στην υπόθεση Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, λέχθηκε ότι ο κανόνας είναι τόσο ισχυρός που από μόνος του «παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης». Παρέκκλιση, αναφέρεται, δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση η οποία και πρέπει να εκτίθεται. Για σκοπούς δε απόφανσης επί του υπό εξέταση ζητήματος και πρίν παραθέσω την τελική μου ετυμηγορία, κρίνω πώς είναι ορθό και χρήσιμο, να παρατεθεί το ιστορικό της πορείας της παρούσας υπόθεσης και της επίδικης αίτησης. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 12.3.2014 και μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους 1, 2 και 3, αυτοί καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης μέσω των δικηγόρων τους, οι οποίοι επισημαίνω, ότι τους εκπροσωπούν μέχρι και σήμερα. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, διά των δικηγόρων τους καταχώρησαν έκαστος εξ αυτών την έκθεση υπεράσπισης του, ήτοι η Εναγόμενη 1 στις 29.5.14, ο Εναγόμενος 2 στις 29.5.14 και ο Εναγόμενος 3 επίσης στις 29.5.
  1. Στις εν λόγω δε Εκθέσεις Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι εγείρουν αριθμό προδικαστικών ενστάσεων. Ήτοι με την έκθεση υπεράσπισης της η Εναγόμενη 1 στην παράγραφο 2, εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι η Ενάγουσα, κωλύεται και ή δεν νομιμοποιείται και ή εμποδίζεται στο να εγείρει την παρούσα αγωγή και ή προωθήσει αυτή λόγω του ότι η Ενάγουσα επιζητεί ειδική εκτέλεση της συμφωνίας 1.2.2005 που υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, λόγω του ότι η εν λόγω συμφωνία ουδέποτε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και ως εκ τούτου αυτή εμποδίζεται από του να διεκδικεί την ειδική εκτέλεση της δυνάμει του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν.81(Ι)/2011). Την ίδια προδικαστική ένσταση προβάλλουν και οι Εναγόμενοι 2 και 3 στις δικές τους εκθέσεις υπεράσπισης. Οι πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων 1, 2 και 3 οδήγησαν την Ενάγουσα διά των δικηγόρων της να καταχωρήσει την επίδικη αίτηση με την οποία αιτείτο την πιο πάνω αναφερόμενη θεραπεία, ήτοι των εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων και / ή ζητημάτων που εγείρονται σε αυτές, προδικαστικά. Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε την 13.6.19 και ορίστηκε για ακρόαση - πρώτη εμφάνιση, την 20.9.
  2. Την 20.9.19 και αφού εν τω μεταξύ και συγκεκριμένα την 31.7.19 καταχωρήθηκε ένσταση στην επίδικη αίτηση από πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση Εναγομένων 1, 2 και 3, αυτή αναβλήθηκε για ακρόαση λόγω απουσίας της φυσικής της Δικαστού για την 25.10.
  3. Την 25.10.19 κατόπιν από κοινού αιτήματος η επίδικη αίτηση αναβλήθηκε και ορίστηκε για να συζητηθεί από τους συνηγόρους η περαιτέρω πορεία της, για την 27.11.19 για οδηγίες. Την 27.11.19 κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων της αιτήτριας - Ενάγουσας, η επίδικη αίτηση ορίστηκε για οδηγίες την 10.1.
  4. Την 10.1.20 λόγω απουσίας της φυσικής της Δικαστού, η επίδικη αίτηση αναβλήθηκε ξανά για οδηγίες για την 6.2.
  5. Την 6.2.20 η επίδικη αίτηση ορίστηκε για ακρόαση την 26.3.
  6. Την 26.3.20 λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και των έκτακτων συνθηκών που δημιουργήθηκαν από αυτή, η επίδικη αίτηση αναβλήθηκε και ορίστηκε για οδηγίες για την 2.6.
  7. Την 2.6.20 λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και των έκτακτων συνθηκών που δημιουργήθηκαν από αυτή, η επίδικη αίτηση αναβλήθηκε και ορίστηκε για ακρόαση για την 15.7.
  8. Την 15.7.20 η ακρόαση της επίδικης αίτησης και πάλιν λόγω της πανδημίας του κορωνοϊου και των έκτακτων συνθηκών που δημιουργήθηκαν από αυτή, αναβλήθηκε ξανά για την 10.11.
  9. Την 10.11.20 και μετά που αμφότερες οι πλευρές δήλωσαν πως δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση και ένσταση, η ακρόαση της επίδικης αίτησης αναβλήθηκε για την 24.11.20 για να καταχωρούντο γραπτές αγορεύσεις. Την 24.11.20 ως άνωθι αναφέρεται η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι δικηγόροι της Ενάγουσας - αιτήτριας ζήτησε άδεια να αποσύρουν την επίδικη αίτηση, αίτημα στο οποίο δεν έφεραν ένσταση οι δικηγόροι των καθ΄ ων η αίτηση - Εναγομένων 1, 2 και
  10. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται διαφωνία υπήρξε σε σχέση με τα έξοδα που αφορούν τη διαδικασία της επίδικης αίτησης. Αφού απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση, οι συνήγοροι αμφοτέρων των πλευρών δήλωσαν ότι επιθυμούσαν να αγορεύσουν για το θέμα των εξόδων με επακόλουθο η επίδικη αίτηση να οριστεί την 15.12.20, με οδηγίες να καταχωρούντο γραπτές αγορεύσεις. Την 15.12.20 συνεπεία της πανδημίας του κορωνοϊού και κατόπιν που οι δικηγόροι αμφοτέρων των πλευρών καταχώρησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις, η επίδικη αίτηση αναβλήθηκε για τις 11.1.21 για τυχόν διευκρινίσεις που θα ζητούσε το Δικαστήριο. Την 11.1.21 λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και λόγω του ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία τα Δικαστήρια δεν επιλαμβάνονταν των υποθέσεων, η επίδικη αίτηση ορίστηκε για την 4.2.21 για τυχόν διευκρινίσεις επί των αγορεύσεων που είχαν καταχωρήσει αμφότερες οι πλευρές. Την 4.2.21 επίσης λόγω των έκτακτων συνθηκών συνεπεία της πανδημίας του κορονωϊού, η επίδικη αίτηση ορίστηκε εκ νέου για τυχόν διευκρινίσεις επί των αγορεύσεων των δύο πλευρών για σήμερα. Έχοντας διεξέλθει τις αγορεύσεις των δύο πλευρών, εκείνο το οποίο συνάγεται είναι ότι η πλευρά της Ενάγουσας - αιτήτριας υποστηρίζει τη θέση ότι κάθε πλευρά πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της καθότι η ανάγκη καταχώρησης της επίδικης αίτησης προέκυψε συνεπεία των προδικαστικών ενστάσεων των Εναγομένων 1, 2 και
  11. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι η απόσυρση της επίδικης αίτησης αποτελούσε το ορθό δικονομικό διάβημα καθότι οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων 1, 2 και 3, ουσιαστικά εγκαταλείφθηκαν με τη γραπτή αγόρευση των Εναγομένων 1, 2 και3 - καθ΄ ων η αίτηση, που καταχώρησαν προς τούτο. Συνακόλουθα είναι η θέση των δικηγόρων της Ενάγουσας - αιτήτριας στην επίδικη αίτηση, ότι αυτή ουδεμία ευθύνη φέρει τόσο για την ανάγκη που επέβαλλε να καταχωρηθεί η επίδικη αίτηση, ως επίσης και για την μετέπειτα απόφαση για απόσυρση της, αφού είναι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - καθ΄ ων η αίτηση που ενώ ήγειραν τις προδικαστικές ενστάσεις στις υπερασπίσεις τους, εν συνεχεία με την αγόρευση των δικηγόρων τους, τις εγκατέλειψαν. Αυτή τους δε η συμπεριφορά, για την οποία ουδεμία ευθύνη φέρει η Ενάγουσα, είναι η θέση των συνηγόρων της, πώς δεν δικαιολογεί τη θέση των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ'ών η αίτηση, για επιδίκαση των εξόδων της επίδικης αίτησης προς όφελος τους συνεπεία της απόσυρσης της. Αντίθετη βεβαίως είναι η θέση των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 3 - καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι με την αγόρευση τους υποστηρίζουν ότι για το υπό εξέταση ζήτημα των εξόδων, το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει τον γενικό κανόνα που έχει αναγνωριστεί και από τη σχετική νομολογία, ήτοι ότι τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν εις βάρος του αποτυχόντα διάδικου και όχι η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. Ακόμα προς υποστήριξη της εισήγησης τους αυτής, προβάλλουν και τη θέση ότι η Ενάγουσα - αιτήτρια, προκάλεσε καθυστέρηση της ακρόασης της επίδικης αίτησης, με αναβολές και περαιτέρω αγνόησε πλήρως τις οδηγίες του Δικαστηρίου για να καταχωρούσε γραπτή αγόρευση διά των δικηγόρων της, συμπεριφορά για την οποία ουδεμία ευθύνη φέρουν οι Εναγόμενοι 1, 2 και
  12. Προτού παραθέσω την τελική μου κρίση θα πρέπει να επισημάνω σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 3 - καθ΄ ων η επίδικη αίτηση, ήτοι ότι η Ενάγουσα φέρει την ευθύνη για την παρατηρούμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της επίδικης αίτησης, πώς αυτός δεν υποστηρίζεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Όπως πιο πάνω παρατίθεται σε σχέση με την πορεία της επίδικης αίτησης, η μόνη αναβολή που δόθηκε κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων της Ενάγουσας είναι την 27.11.19, για τον λόγο ότι ο δικηγόρος που χειριζόταν την επίδικη αίτηση αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Στην εν λόγω δε αναβολή δεν υπήρξε καμία ένσταση από πλευράς των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 3 - καθ΄ ων η αίτηση. Πρόσθετα την 27.11.19, ημερομηνία που ζήτησε αναβολή της επίδικης αίτησης η Ενάγουσα, με τη σύμφωνο γνώμη των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 3 - καθ΄ ων η επίδικη αίτηση, δεν επιδικάστηκαν έξοδα. Οι υπόλοιπες αναβολές, όπως πιο πάνω αναφέρεται, δόθηκαν λόγω απουσίας της φυσικής Δικαστού της υπόθεσης και της έκτακτης κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπεία της πανδημίας του κορονωϊού στην Κύπρο. Συνακόλουθα η θέση των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 3 - καθ΄ ων η επίδικη αίτηση, ότι ευθύνη για την προκληθείσα καθυστέρηση και έξοδα, φέρει μόνο η Ενάγουσα, κρίνω πώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε σχέση με το καίριο ερώτημα για την αναγκαιότητα και δικαιολογημένο καταχώρησης της επίδικης αίτησης, παρατηρώ κατ' αρχάς, ότι η θέση των συνηγόρων της Ενάγουσας, ότι με την αγόρευση τους οι δικηγόροι των Εναγομένων 1, 2 και 3 - καθ΄ ων η επίδικη αίτηση, εγκατέλειψαν τις προδικαστικές ενστάσεις που έχουν εγείρει με τις υπερασπίσεις τους, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς των δικηγόρων τους. Ακόμα και επειδή η επίδικη αίτηση δεν οδηγήθηκε σε ακρόαση επί της ουσίας της, κρίνω πώς είναι κάτω από αυτό το πρίσμα που θα πρέπει να εξεταστεί. Φρονώ λοιπόν ότι από τη στιγμή που η επίδικη αίτηση δεν εκδικάστηκε, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για επιτυχόντα ή αποτυχόντα διάδικο, αφού ο προσδιορισμός ενός διαδίκου ως τέτοιου, προϋποθέτει και την εξέταση της ουσίας της διαφοράς με τη διατύπωση δικαστικής κρίσης. Ακόμα όπως και πιο πάνω αναφέρω, ως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνω ότι η μία ή η άλλη πλευρά, ενήργησε κατά τρόπο που συνέβαλε στη δημιουργία αχρείαστων εξόδων,. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επειδή η ανάγκη καταχώρησης της επίδικης αίτησης προέκυψε από τους ίδιους τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, δυνάμει των δια των εκθέσεων υπερασπίσεων τους προβαλλομένων προδικαστικών ενστάσεων, που ειρήσθω εν παρόδω είναι πανομοιότυπες, αλλά και επειδή οι ίδιοι μέσω των συνηγόρων τους εγκατέλειψαν τις εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις, κρίνω ότι θα ήταν άδικο τα έξοδα της επίδικης αίτησης να επιδικαστούν προς όφελος τους. Από την άλλη και επειδή η Ενάγουσα απέσυρε την επίδικη αίτηση, επίσης κρίνω πως δεν θα ήταν ορθό τα έξοδα να επιδικαστούν προς όφελος της, κάτι άλλωστε που ούτε και η ίδια έχει ζητήσει. Υπό τις περιστάσεις και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι η δικαιότερη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα της επίδικης αίτησης, είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της. Κατά συνέπεια διατάσσω όπως για την επίδικη αίτηση, η κάθε πλευρά, ήτοι η αιτήτρια - Ενάγουσα και οι Καθ' ων - Εναγόμενοι 1, 2 και 3, επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.).............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.