← Κύπρος

ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ ν. ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ, Γενική Αίτηση αρ. 114/2021, 22/6/2021

ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ ν. ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ, Γενική Αίτηση αρ. 114/2021, 22/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ. 114/2021 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ Αιτήτρια και ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 22.06.2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: ΤΟΥΜΠΑΣ & ΤΟΥΜΠΑΣ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια, με αίτηση που υπέβαλε μονομερώς στο Δικαστήριο, ζητά διατάγματα με τα οποία να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρισης αγωγής εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, να θεωρείται εμπρόθεσμη αγωγή που θα καταχωρίσει, ότι η βάση αγωγής που θα καταχωρίσει συμπληρώθηκε όταν η Αιτήτρια έλαβε γνώση όλων των σχετικών στοιχείων ή και των τραυμάτων της και ο χρόνος παραγραφής αρχίζει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, ή και να αναγνωρίζεται η δυνατότητα επέκτασης του χρόνου παραγραφής λόγω μεταγενέστερης γνώσης ουσιωδών γεγονότων, ότι η Αιτήτρια ήταν ανίκανη χρονικά να εξασφαλίσει τα απαραίτητα στοιχεία εντός προθεσμίας καταχώρισης κάποιας αγωγής της, ότι εμποδίστηκε λόγω ανωτέρας βίας, και ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παραγραφής. Πρόκειται για μία αίτηση που βασίζει δικονομικά στο άρθρο 6 § 3 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/2012, το οποίο επιτρέπει στο Δικαστήριο, σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και τον χρόνο καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής και τη διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντος ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντος, να χειριστεί την υπόθεσή του, την προσπάθεια του ενάγοντος ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντος για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και την στάση του εναγόμενου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής· διακριτική ευχέρεια που ασκεί νοουμένου ότι δεν έχουν παρέλθει δύο χρόνια από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η οποία αναφέρει εκτενώς γεγονότα που σχετίζονται με κάποια πτώση της που συνέβη περί την 07.08.2017, σε κατάστημα που επισκέφθηκε στη Λεμεσό, σε κάποιες σωματικές της βλάβες που ισχυρίζεται πως υπέστη συνεπεία του ατυχήματος, καθώς και γεγονότα που την εμπόδισαν να καταχωρίσει μέχρι σήμερα αγωγή, που είναι η κατάσταση της υγείας της λόγω του ατυχήματος (δεν οδηγεί λόγω τραύματος στο αριστερό χέρι και στον αριστερό ώμο) αλλά και οι διαπραγματεύσεις που είχε με την ασφαλιστική εταιρεία του καταστήματος για το συμβάν. Αποτάθηκε σε δικηγόρους τον Δεκέμβριο του 2019, ωστόσο στη συνέχεια επικαλείται την πανδημία για τον λόγο που δεν καταχωρίστηκε κάποια αγωγή σε συνάρτηση με τη γενικότερη κατάσταση υγείας της που την κατατάσσει στις ευάλωτες ομάδες πληθυσμού. Προσκομίζει, μεταξύ άλλων, την αγωγή που θα καταχωρίσει, που είναι ένα Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Την 08.06.2021, που ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου η αίτηση, το Δικαστήριο ζήτησε από τους συνηγόρους της Αιτήτριας διευκρινίσεις, ως προς τους λόγους που υποβάλλουν τέτοια αίτηση, με δεδομένο ότι δεν υφίσταται κάποια αγωγή, δεν εγέρθηκε από οποιονδήποτε θέμα παραγραφής, αλλά και η διάγνωση του ζητήματος, εάν αυτό ήθελε εγερθεί στο πλαίσιο κάποιας αγωγής, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να προϋποθέτει και τη διάγνωση γεγονότων που συμπλέκονται με την ουσία της αγωγής που σκοπείται, που δεν γνωρίζουμε εάν θα αμφισβητηθούν, και ασφαλώς που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δεδομένα με βάση τη μαρτυρία της Αιτήτριας και δη στην απουσία της άλλης πλευράς, ή και να προδικαστούν στο πλαίσιο της αίτησης αυτής, ως να εκδικάζονταν μέρος της σκοπούμενης αγωγής. Οι συνήγοροι της Αιτήτριας επέλεξαν να προωθήσουν την αίτησή τους, προτείνοντας να επιδοθεί η αίτηση, και στη συνέχεια, όταν κλήθηκαν από το Δικαστήριο να επιχειρηματολογήσουν πρώτα προς υποστήριξη της νομικής ορθότητας της αίτησής τους, αναφέρθηκαν γενικά σε δυνατότητα που υπάρχει να αιτούνται και πριν από την έγερση της αγωγής και σε έλλειψη επαρκούς νομολογίας. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Το άρθρο 6 § 3 του Νόμου 66(Ι)/2012 δίδει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο της αγωγής. Προϋποθέτει ήδη καταχωρισμένη αγωγή. Σε συνάρτηση με το άρθρο 20 του Νόμου 66(Ι)/2012 ή και το άρθρο 21 του ιδίου νόμου, προκύπτει με σαφήνεια ότι το Δικαστήριο ασκεί αυτή τη διακριτική του ευχέρεια νοουμένου ότι και μόνον όταν το θέμα της παραγραφής τεθεί δια της δικογράφησης, από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον. Στον βαθμό που η αίτηση της Αιτήτριας βασίζεται στο άρθρο αυτό, και το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του αγωγή και αίτηση στο πλαίσιο αγωγής μετά από δικογράφηση σχετικού ζητήματος, σφραγίζεται και η τύχη της, χωρίς κατ' ανάγκη να πρέπει να εξεταστεί οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Σημειώνεται βεβαίως πως είναι το άρθρο 22 του Νόμου 66(Ι)/2012 που δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επεκτείνει τον χρόνο παραγραφής δια αίτησης που υποβάλλεται πριν από την έγερση της αγωγής. Αν και η αίτηση της Αιτήτριας δεν βασίζεται στο άρθρο αυτό, ούτε τα διατάγματα που ζητά η Αιτήτρια παραπέμπουν καθόλου στη νομοθετική δυνατότητα του άρθρου αυτού, να εξηγηθεί πως ο νομοθέτης στο άρθρο 22 του Νόμου 66(Ι)/2012 δεν δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να προδικάζει το ζήτημα της παραγραφής. Ούτε καταργεί ένα διαχρονικό σώμα νομολογίας που καθοδηγεί και ως προς το πότε είναι εφικτό να προδικάζονται σημεία, περιλαμβανομένης της παραγραφής. Ειδικότερα, η παραγραφή δεν συνιστά πάντοτε ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί προδικαστικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να εξαρτάται από την ανάγκη ακρόασης μαρτυρίας, για τη διαπίστωση γεγονότων από τα οποία εξαρτάται η εφαρμογή κάποιου κανόνα παραγραφής, τα οποία σχετίζονται με τα γεγονότα που θα αμφισβητηθούν ή αμφισβητούνται από το πρόσωπο που θα εναχθεί ή ενάγεται. Τότε, εάν υπάρχει ή όχι παραγραφή, θα πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της αγωγής, κατά προτεραιότητα, αλλά αφού ακουστεί και η αγωγή[1]. Σε άλλες περιπτώσεις, όχι· εξ ου και έχουμε στη νομολογία μας και παραδείγματα όπου η παραγραφή απασχόλησε προδικαστικά, χωρίς πλήρη ακρόαση της υπόθεσης[2]. Σύμφωνα με τη νομολογία[3], προδικαστική εκδίκαση γίνεται γενικά όταν το κρινόμενο - κατά κύριο λόγο νομικό - σημείο εγείρει σοβαρό θέμα, το οποίο, εάν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται και ολόκληρη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες μέρος της· θα πρέπει να γίνεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις, και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση της αγωγής, ενώ θα πρέπει να αποφεύγεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Η εκδίκαση σημείων προδικαστικά, περιλαμβανομένης της παραγραφής, διαφέρει από την εκδίκαση και την απόφαση πρώτα επί αμφισβητούμενων ζητημάτων από την απόδειξη των οποίων εξαρτάται και η συνέχιση της ακρόασης. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου με βάση τη διάταξη του άρθρου 22 του Νόμου 66(Ι)/2012 είναι να επεκτείνει τον προβλεπόμενο νόμιμο χρόνο παραγραφής· εάν, δηλαδή, προβλέπεται από τον νόμο ότι ο αγώγιμος χαρακτήρας κάποιας αξίωσης εκπνέει στα τρία χρόνια, να μπορεί να επεκταθεί από το Δικαστήριο για χρόνο που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, εάν σε συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η χρονική επέκταση είναι δίκαια και εύλογη. Είναι πρόνοια καταρχάς εφαρμόσιμη όταν είναι γνωστός ο χρόνος παραγραφής, όταν δεν υπάρχει ενδεχόμενο να έχει ανασταλεί ή να έχει διακοπεί για κάποιους λόγους, από όσους περιλαμβάνονται στον νόμο, ώστε να προέχει ο καθορισμός του. Έπειτα, επειδή η κατηγοριοποίηση του νόμου σε σχέση με τον χρόνο παραγραφής είναι στη βάση και αναλόγως της φύσης της αξίωσης και ο νομοθέτης μπορεί να μην έχει προβλέψει όλες τις παραμέτρους, η πρόνοια εξυπηρετεί τη δυνατότητα περισσότερης ευελιξίας, επιτρέποντας στο Δικαστήριο να επεκτείνει τον χρόνο που ο νομοθέτης γενικευμένα θεώρησε επαρκή, εάν συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την επέκταση με άξονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα κριτήρια για το τι συνιστά εύλογο ή δίκαιο δεν είναι ούτε θα μπορούσαν να είναι προκαθορισμένα. Είναι δυνατόν να συνιστούν σύνθεση παραγόντων με διαφορετική δυναμική κάθε φορά. Δεν παραγκωνίζεται η νομοθετική βούληση· εάν για τη δεδομένης φύσης αξίωση ο νομοθέτης προκαθόρισε τον νόμιμο χρόνο ή και προέβλεψε ειδικότερα οδούς διαφυγής από τον νόμιμο χρόνο, θα αναζητηθούν όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή πραγματικά γεγονότα, εάν υπάρχουν, που διαφοροποιούν τη συγκεκριμένη περίπτωση από το σύνολο των περιπτώσεων. O τρόπος με τον οποίον ασκείται γενικά η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με βάση την αγγλική Limitation Act 1980 μπορεί να είναι βοηθητικός, με αναφορά στις διάφορες περιστάσεις, ως ένα βαθμό γιατί δεν υπάρχει ρυθμιστική ομοιότητα· όπως και ο τρόπος με τον οποίον ασκείται η διακριτική ευχέρεια με βάση νομοθετικές διατάξεις άλλων δικαιοδοσιών όπου επιτρέπεται, με αίτηση πριν από την άσκηση της αγωγής, να επεκτείνεται ο χρόνος παραγραφής[4]. Στις απαιτήσεις αποζημιώσεων βάσει αστικών αδικημάτων, δάνειο και ανάλογη εφαρμογή κριτηρίων για τους σκοπούς του άρθρου 22 μπορεί να γίνει και από το άρθρο 6 § 3 του Νόμου 66(Ι)/2012. Ο νομοθέτης δεν επιβάλλει στο Δικαστήριο το ένα ή το άλλο ένδικο βοήθημα, για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει αυτή τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το άρθρο 22 του Νόμου 66(Ι)/2012. Η αίτηση πριν από την καταχώριση της αγωγής (petition) φαίνεται να είναι καταλληλότερο ένδικο βοήθημα εάν η αγωγή δεν μπορεί να καταχωριστεί άμεσα ή και πριν από τη λήξη του νόμιμου χρόνου παραγραφής· ή, σε περίπτωση που έχει ήδη λήξει ο νόμιμος χρόνος παραγραφής και υπάρχει ετοιμότητα καταχώρισης της αγωγής (άρα η επέκταση είναι για να ενεργήσει αναδρομικά), όταν τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται το αίτημα για επέκταση δεν σχετίζονται με τα γεγονότα της αγωγής ώστε να προτιμάται η εκδίκασή τους σε ξεχωριστό δικονομικό πλαίσιο. Ακόμα κι αν η αίτηση της Αιτήτριας βασίζονταν στο άρθρο 22 του Νόμου 66(Ι)/2012 ή μπορούσε να προσεγγιστεί ως αίτηση με βάση το άρθρο εκείνο, το ενδεχόμενο να μην έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής, λ.χ. λόγω της πανδημίας και των περιοριστικών υγειονομικών μέτρων που είχαν επιβληθεί αρχές του 2020, η δυνατότητα της Αιτήτριας να καταχωρίσει άμεσα την αγωγή της που έχει έτοιμη και να κριθεί στο πλαίσιο εκείνης, εάν τεθεί και δικογραφηθεί, τυχόν ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου της αξίωσής της, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι μέρος της καθυστέρησής της αποδίδεται σε γεγονότα που ισχυρίζεται πως είχαν να κάνουν με κάποιον τραυματισμό της στην βάση του οποίου θα διεκδικήσει και αποζημιώσεις, θα ήταν ανάμεσα στους παράγοντες που θα ωθούσαν το Δικαστήριο να μην ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης χρονικής επέκτασης του νόμιμου χρόνου παραγραφής εκτός του πλαισίου της αγωγής, ειδικότερα εάν και η Καθ' ης η αίτηση, στην οποίαν θα έπρεπε να επιδοθεί τέτοια αίτηση, αμφισβητούσε τα ουσιώδη γεγονότα. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν επεκτείνει τον χρόνο παραγραφής με βάση το άρθρο 22 του Νόμου 66(Ι)/2012 σε κάποια περίπτωση όπου υποβάλλεται αίτηση πριν από την αγωγή, δεν σημαίνει ότι απαγορεύει και την έγερση αγωγής· στο πλαίσιο κάποιας αγωγής μπορεί ουδέποτε να τεθεί από το πρόσωπο που θα εναχθεί ζήτημα παραγραφής. Η δυνατότητα έγερσης αγωγής, σε κάθε περίπτωση, καθιστά και την εφαρμογή του άρθρου 22 πριν από την έγερση της αγωγής πρακτικά περιορισμένη ή απλά χρησιμότερη όπου ενδεχομένως η καταχώριση της αγωγής δεν είναι άμεσα εφικτή ή επόμενη και παράλληλα δεν είναι επιθυμητό να εκληφθεί από το πρόσωπο που ενδέχεται να εναχθεί ότι δεν θα εγερθεί αγωγή ή ότι εγκαταλείφθηκε η πρόθεση αγωγής. Ακόμα πιο περιορισμένη πρακτικά καθιστά την εφαρμογή του άρθρου 22 το ίδιο το εύρος των λόγων αναστολής ή παύσης του χρόνου παραγραφής που προβλέπει απευθείας ο νόμος. Εν πάση περιπτώσει, όπως εξηγήθηκε προηγουμένως, η αίτηση της Αιτήτριας δεν μπορεί να επιτύχει, ως υποβλήθηκε, με βάση το άρθρο 6 § 3 του Νόμου 66(Ι)/2012, εκτός του πλαισίου κάποιας αγωγής, πριν από κάποια δικογράφηση ζητήματος παραγραφής. Η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ενδεικτικά Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία

(2009)1 Α.Α.Δ. 1609. [2] Ενδεικτικά Φεσσά ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337. [3] Ενδεικτικά Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 CLR 176, Michaelides v. Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322, Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. [4] π.χ. Limitation of Actions Act 1958 (Vic) (ss.27K-27L). Βλ. και Holcombe v. Hunt [2018] VSC 55 και Hunt and Numurkah District Health Service v. Holcombe [2018] VSCA
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.