← Κύπρος

N. Peratikos Investments Ltd ν. CHR. D. CHARALAMBOUS CONSTRUCTION LTD διά μέσω του κ. Κίμωνος ως Διαχειριστή της κ.α., Αρ. Αγωγής: 611/20, 23/4/2021

N. Peratikos Investments Ltd ν. CHR. D. CHARALAMBOUS CONSTRUCTION LTD διά μέσω του κ. Κίμωνος ως Διαχειριστή της κ.α., Αρ. Αγωγής: 611/20, 23/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A134 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 611/20 Μεταξύ: N. Peratikos Investments Ltd, από την Λεμεσό Ενάγοντες και 1.CHR. D. CHARALAMBOUS CONSTRUCTION LTD διά μέσω του κ. XXXXX Κίμωνος ως Διαχειριστή της 2.Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού, διά μέσου της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 23.4.21 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κκ Αγαθοκλέους-Νεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση: κκ Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υποβλήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας/Αιτήτριας, από τώρα και στο εξής «η Αιτήτρια», στις 11.12.20 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει στην Αιτήτρια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση που υπεβλήθη από την Αιτήτρια στις 7.5.20 για έκδοση προσωρινού διατάγματος, από τώρα και στο εξής «η αίτηση για προσωρινό διάταγμα». Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Περατικού, μετόχου και διευθυντή της Αιτήτριας, από τώρα και στο εξής «ο Περατικός». Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση». Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4

(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Κίμωνος, από τώρα και στο εξής «ο Κίμωνος», διαχειριστή και παραλήπτη της Καθ' ης η αίτηση δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Μετά την ένσταση η οποία καταχωρήθηκε από μέρους της Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα η Αιτήτρια πληροφορήθηκε ότι είχε διαγραφεί από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ότι ήταν ανύπαρκτη από το έτος
  1. Η Αιτήτρια ενεργώντας με σπουδή και χωρίς καθυστέρηση φρόντισε να καταβάλει τα ετήσια τέλη αφού ο λόγος της διαγραφής της από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών ήταν η παράλειψη καταβολής των ετήσιων τελών. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας αίτηση για επαναφορά της. Στις 24.6.20 εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Περατικού ως Τεκμήριο 1, από τώρα και στο εξής «το διάταγμα επαναφοράς». Με το εν λόγω διάταγμα διατάσσεται η επαναφορά της επωνυμίας της Αιτήτριας στο Μητρώο Εγγραφής Εταιρειών. Προνοείται, επίσης, ότι με την παράδοση επίσημου αντιγράφου του διατάγματος επαναφοράς στον Έφορο Εταιρειών η Αιτήτρια «θα λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της δεν διαγράφτηκε και όλα τα πρόσωπα κατατάσσονται στην ίδια θέση ωσάν η επωνυμία της εταιρείας δεν είχε διαγραφεί». Με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση η Αιτήτρια επιθυμεί να αποκαλύψει το διάταγμα επαναφοράς καθώς και πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών που, επίσης, επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Περατικού ως Τεκμήριο 2, από τώρα και στο εξής «το πιστοποιητικό». Με αυτό πιστοποιείται ότι η Αιτήτρια σύμφωνα με το Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών ενεγράφη στις 11.3.11 και εξακολουθεί να υπάρχει στο Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ειδοποίηση ένστασης ο Κίμωνος τονίζει ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα να εισάξει γεγονότα τα οποία δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος αλλά προέκυψαν μεταγενέστερα. Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης και την παρέλκυση της διαδικασίας ώστε να παραμείνει σε ισχύ το εκδοθέν στις 11.5.20 προσωρινό διάταγμα. Η υπό κρίση αίτηση είναι, επομένως, κακόπιστη και καταχρηστική. Η Αιτήτρια δεν υφίστατο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και κατά τον χρόνο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος αφού τότε ήταν διαγραμμένη από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Συνεπώς δεν μπορούσε ούτε δέουσα εξουσιοδότηση να δώσει στους δικηγόρους της ή τον Περατικό. Αποτεινόμενη δε στο Δικαστήριο μονομερώς όφειλε να προβεί στις δέουσες έρευνες και να φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου το πραγματικό της καθεστώς κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Η παράλειψη δεν μπορεί να διορθωθεί πρωθύστερα ειδικά στην περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς. Το διάταγμα επαναφοράς δεν αλλοιώνει τα δεδομένα που υπήρχαν κατά τον χρόνο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος που είναι και τα μόνα που μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το διάταγμα επαναφοράς εκδόθηκε στις 24.6.20 και το πιστοποιητικό εκδόθηκε σύμφωνα με τα λεγόμενα του Περατικού τον Ιούλιο του
  2. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 11.12.20 και δη μια εργάσιμη ημέρα πριν την ημερομηνία που είχε ορισθεί η αίτηση για προσωρινό διάταγμα για ακρόαση. Η ημερομηνία ακρόασης είχε δοθεί από τις 30.10.
  3. Η όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας καθιστά παντελώς αδικαιολόγητη και ασυγχώρητα καθυστερημένη την υποβολή της υπό κρίση αίτησης ειδικά όταν όπως στην προκειμένη περίπτωση το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε από τον Μάιο του 2020 και συνεχίζει μέχρι σήμερα να βρίσκεται σε ισχύ και να επηρεάζει δικαιώματα. Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης την καθιστά καταχρηστική και απορριπτέα αφού η όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας αποδεικνύει τάση εκ μέρους της να καθυστερήσει την διαδικασία η οποία έχει όντως καθυστερήσει πολύ χωρίς υπαιτιότητα της Καθ' ης η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω δεν συντρέχει καλός λόγος για την έγκριση της υπό κρίση αίτησης η οποία επιδιώκει να αλλοιώσει το βάθρο των γεγονότων επί των οποίων βασίσθηκε η αίτηση για προσωρινό διάταγμα και η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Θα ξεκινήσω με την εξέταση του θέματος της καθυστέρησης στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως ακολούθως. Η αίτηση για προσωρινό διάταγμα καταχωρήθηκε στις 7.5.20 και ορίσθηκε στις 11.5.
  4. Στις 11.5.20 εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα το οποίο ορίσθηκε επιστρεπτέο στις 18.5.
  5. Στις 18.5.20 ορίσθηκαν, επίσης, για επίδοση τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Στις 18.5.20 δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης από τους Εναγόμενους μέχρι 9.6.20 και η αίτηση για προσωρινό διάταγμα ορίσθηκε για οδηγίες στις 11.6.
  6. Το Δικαστήριο έδωσε, επίσης, οδηγίες όπως τυχόν αίτηση παρέμβασης από την Ελληνική Τράπεζα καταχωρηθεί στις 18.5.20 και ορισθεί από το Πρωτοκολλητείο στις 11.6.
  7. Η ένσταση εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση καταχωρήθηκε στις 5.6.
  8. Πράγματι στις 18.5.20 καταχωρήθηκε η αίτηση για παρέμβαση από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ η οποία ορίσθηκε στις 11.6.
  9. Στις 11.6.20 το Δικαστήριο επιλήφθηκε και των δύο αιτήσεων. Όρισε την αίτηση για παρέμβαση στις 30.6.20 και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι 25.6.
  10. Την αίτηση για προσωρινό διάταγμα την όρισε για οδηγίες στις 18.6.
  11. Την ημέρα εκείνη το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 11.5.20 έγινε απόλυτο για τον Εναγόμενο
  12. Στις 18.6.20 το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα για οδηγίες στις 30.6.20 και έδωσε οδηγίες όπως τυχόν αίτηση για αντεξέταση καταχωρηθεί και ορισθεί στις 30.6.
  13. Στις 29.6.20 η Αιτήτρια καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για παρέμβαση και στις 30.6.20 το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα και την αίτηση για παρέμβαση για οδηγίες στις 17.9.
  14. Στις 17.9.20 το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για παρέμβαση για διευκρινίσεις στις 5.10.
  15. Στις 6.10.20 το Δικαστήριο επιφύλαξε απόφαση στην αίτηση για παρέμβαση η οποία θα εκδίδονταν στις 30.10.20, ημερομηνία που όρισε και την αίτηση για προσωρινό διάταγμα για οδηγίες. Στις 30.10.20 με αιτιολογημένη απόφαση του το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παρέμβαση. Την ίδια ημέρα όρισε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα για ακρόαση στις 15.12.
  16. Στις 11.12.20 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας η υπό κρίση αίτηση η οποία ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 11.3.
  17. Στις 15.12.20 αναβλήθηκε η ακρόαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπό κρίση αίτησης την οποία όρισε για ακρόαση στις 19.1.21 και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση ένστασης. Ταυτόχρονα ακύρωσε την ημερομηνία 11.3.21 και όρισε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα για οδηγίες στις 19.1.
  18. Το διάταγμα επαναφοράς εκδόθηκε στις 24.6.20 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 11.12.20, έξι σχεδόν μήνες μετά. Ο διαρρεύσαν χρόνος είναι μεγάλος, όμως, τα φαινόμενα απέχουν από την πραγματικότητα. Εκκρεμούσε η αίτηση για παρέμβαση από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ αναφορικά με την οποία επιφυλάχθηκε απόφαση στις 6.10.20 και η απόφαση εκδόθηκε στις 30.10.
  19. Η Αιτήτρια δικαιολογημένα κατά την κρίση μου ανέμενε την απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης για παρέμβαση προτού καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Αν επιτρεπόταν η παρέμβαση θα καταχωρείτο επιπλέον ένσταση και επιπλέον μαρτυρικό υλικό. Η Αιτήτρια προδήλως ανέμενε την ολοκλήρωση του μαρτυρικού υλικού για να υποβάλει αίτηση για συμπληρωματική ένορκο δήλωση η οποία θα μπορούσε να αφορά και την ένσταση του παρεμβαίνοντος μέρους. Από τις 30.10.20 μέχρι τις 11.12.20 παρήλθε 1½ σχεδόν μήνας. Δεν ήταν υπερβολικός ο χρόνος που παρήλθε για να καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση. Βεβαίως η υπό κρίση αίτηση θα μπορούσε να είχε καταχωρηθεί ενωρίτερα. Δεν είναι, όμως, η καθυστέρηση τέτοιας έκτασης ώστε να είναι δίκαιο η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί για τον λόγο αυτό. Έστω και αν λίγες μέρες μετά έτυχε να είναι ορισμένη για ακρόαση η αίτηση για προσωρινό διάταγμα η οποία εξαιτίας της υπό κρίση αίτησης αναβλήθηκε. Σημειώνεται ότι και αν η υπό κρίση αίτηση καταχωρείτο έγκαιρα είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα οριζόταν από το Πρωτοκολλητείο πριν τις 15.12.20 και δη σε χρόνο που θα υπήρχε η ευχέρεια να καταχωρηθεί ένσταση από την Καθ' ης η αίτηση, η αίτηση να ορισθεί για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις και να εκδοθεί απόφαση πριν τις 15.12.20 με δεδομένο ότι η υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 11.12.20 ορίσθηκε για πρώτη εμφάνιση στις 11.3.21, ήτοι τρεις μήνες μετά. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν θα ήταν δίκαιο η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ένεκα καθυστέρησης. Η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Παρέχεται, επομένως, με τον πιο πάνω θεσμό η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Για να τύχει, όμως, κάποιος διάδικος του ευεργετήματος τούτου θα πρέπει να δείξει «καλό λόγο». Το αν θα επιτραπεί ή όχι σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση επαφίεται σαφώς στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510). Ο λόγος που η πλευρά της Αιτήτριας επιθυμεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του Περατικού και την αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της και μέσω αυτής την παρουσίαση του διατάγματος επαναφοράς και του πιστοποιητικού είναι για να αντικρούσει τον ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτηση ότι η Αιτήτρια ένεκα του ότι είχε διαγραφεί από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών δεν υφίστατο ως νομική οντότητα κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και κατά τον χρόνο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Με την επαναφορά της Αιτήτριας το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διέταξε ότι η Αιτήτρια θα λογίζονταν ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της δεν διαγράφηκε και ότι όλα τα πρόσωπα κατατάσσονται στην ίδια θέση ωσάν η επωνυμία της Αιτήτριας δεν είχε διαγραφεί. Είναι, επομένως, η θέση της Αιτήτριας ότι ένεκα του ότι το διάταγμα επαναφοράς έχει, ουσιαστικά, αναδρομικό χαρακτήρα εκλαμβάνεται ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και κατά τον χρόνο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος η Αιτήτρια υφίστατο ως νομική οντότητα. Το διάταγμα επαναφοράς αντανακλά το άρθρο 327
(7)(β) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Το ∆ικαστήριο δύναται, εφόσον ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία κατά το χρόνο της διαγραφής της διεξήγαγε εργασία ή ήταν σε λειτουργία, ή διαφορετικά ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να αποκατασταθεί στο µητρώο, να διατάξει την επαναφορά της επωνυµίας της εταιρείας στο µητρώο, και µε την παράδοση επίσηµου αντιγράφου του διατάγµατος στον έφορο για εγγραφή η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυµία της δεν διαγράφτηκε». Ο Περατικός στην ένορκό του δήλωση ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε για την διαγραφή της Αιτήτριας και ότι γι' αυτήν πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο ο Κίμωνος αρνείται, δεν κρίνεται πειστικός. Το άρθρο 327(2Α) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Ο έφορος εταιρειών δύναται επίσης να διαγράψει εταιρεία από το µητρώο- (α) ............................. (β) σε περίπτωση παράλειψης καταβολής από την εταιρεία του ετήσιου τέλους που προβλέπεται στο άρθρο 391 για περίοδο ενός έτους, από την ηµεροµηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο. Το άρθρο 327
(3)του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση που ο έφορος εταιρειών- (α) ................................. ή (β) ................................. ή (γ) διαπιστώσει ότι εταιρεία έχει παραλείψει να καταβάλει το ετήσιο τέλος που προβλέπεται στο άρθρο 391 για περίοδο ενός έτους από την ηµεροµηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο, δημοσιεύει σύµφωνα µε της διατάξεις του άρθρου 365Α και αποστέλλει στην εταιρεία µέσω ταχυδροµείου, ειδοποίηση ότι µετά την πάροδο τριών
(3)µηνών από την ηµεροµηνία της ειδοποίησης, η επωνυµία της εταιρείας που αναφέρεται στην ειδοποίηση, εκτός αν αποδειχθεί αιτία για το αντίθετο, θα διαγραφεί από το µητρώο και τότε η εταιρεία διαλύεται». Σύμφωνα, λοιπόν, με το Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, ο Έφορος Εταιρειών προτού διαλύσει εταιρεία λόγω παράλειψης καταβολής του ετήσιου τέλους προβαίνει σε δημοσίευση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 365Α και αποστέλλει στην εταιρεία μέσω ταχυδρομείου την ειδοποίηση την προνοούμενη στο άρθρο 327
(3)(γ). Με την εν λόγω ειδοποίηση ενημερώνεται η εταιρεία ότι µετά την πάροδο τριών µηνών από την ηµεροµηνία της ειδοποίησης η επωνυµία της εταιρείας θα διαγραφεί από το µητρώο οπότε και η εταιρεία διαλύεται εκτός αν αποδειχθεί αιτία για το αντίθετο. Ο Περατικός δεν ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για την διαγραφή της Αιτήτριας μέσω της ένστασης της Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα ήταν γιατί ο Έφορος Εταιρειών παρέλειψε να προβεί στα πιο πάνω επιβαλλόμενα σε αυτόν από τον Νόμο μέτρα προτού διαγράψει την Αιτήτρια από το Μητρώο του. Αν ο Έφορος Εταιρειών δεν είχε συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Νόμου το αναμενόμενο θα ήταν ο Περατικός να το έλεγε αυτό στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Θα αναμένονταν τουλάχιστον να ισχυρισθεί ότι η Αιτήτρια δεν έλαβε από τον Έφορο Εταιρειών την προνοούμενη από το άρθρο 327
(3)του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, ειδοποίηση. Και να αναδείξει τούτο ως τον λόγο που δεν γνώριζε για την διαγραφή της Αιτήτριας πριν την υποβολή της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Δεν το ισχυρίσθηκε, όμως, πράγμα που δημιουργεί αμφιβολίες για την αξιοπιστία του και την αλήθεια του υπό συζήτηση ισχυρισμού του και ταυτόχρονα επιτρέπει στο Δικαστήριο να συμπεράνει ότι ο Έφορος Εταιρειών συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις του Νόμου, ότι η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο το πιο πάνω γεγονός και ότι παρά την συμμόρφωση του Εφόρου η Αιτήτρια γνωρίζοντας ή ενώ όφειλε να γνωρίζει ότι είχε διαγραφεί από το Μητρώο του Εφόρου κίνησε την παρούσα αγωγή και υπέβαλε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Αυτό είναι κατά την κρίση μου το αναπόδραστο υπό τις περιστάσεις συμπέρασμα. Ότι ο Περατικός δεν λέει την αλήθεια όταν ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για την διαγραφή της Αιτήτριας μέσω της ένστασης της Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Το σημείο αυτό κρίνω ότι είναι καταλυτικό για την τύχη της υπό κρίση αίτησης αφού υπό το φως των πιο πάνω δεν καταδείχθηκε καλός λόγος για να παρουσιασθούν στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα το διάταγμα επαναφοράς και το πιστοποιητικό. Δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί στην Αιτήτρια να παρουσιάσει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος υφίστατο ως νομική οντότητα την στιγμή που κατά τον χρόνο αυτό αλλά και πριν, ήτοι κατά την υποβολή της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, γνώριζε ότι ένεκα της διαγραφής της δεν υφίστατο ως νομική οντότητα και, επομένως, ότι δεν εδύνατο να υποβάλει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Η Αιτήτρια όφειλε να εξασφαλίσει την επαναφορά της πριν την υποβολή της αίτησης για προσωρινό διάταγμα ώστε να δύναται να την υποβάλει. Η ανάγκη που προέκυψε ως εκ της αποκάλυψης από την Καθ' ης η αίτηση με την καταχώρηση της ένστασης της στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα της έλλειψης νομικής οντότητας της Αιτήτριας όπως η τελευταία παρουσιάσει σε στάδιο μεταγενέστερο της υποβολής της εν λόγω αίτησης αυτό που της έλειπε δεν συνιστά καλό λόγο για να της επιτραπεί να διορθώσει το εσκεμμένο, ως συνάγεται από τα πιο πάνω, λάθος της. Επομένως η υπό κρίση αίτηση είναι συν τοις άλλοις και κακόπιστη. Συντρέχει, όμως, και επιπρόσθετος λόγος για την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 1462-1463: «Το τρίτο θέμα που θα μας απασχολήσει, είναι η μαρτυρία που ο αιτητής μπορεί να επικαλεσθεί για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ. 1, θ. 2 και θ 3 και του τύπου ο οποίος επιβάλλεται για την υποβολή αίτησης εξ πάρτε (Τύπος 45) ή δια κλήσεως (Τύπος 46), τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την αίτηση, όταν δεν καταφαίνονται από το φάκελο της υπόθεσης, αποκαλύπτονται σε ένορκη ομολογία ή ομολογίες που συνάπτονται στην αίτηση. Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα. Στην Kouppa and Another v. Vasslliades
(1981)1 J.S.C. 120 (απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου), κρίθηκε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας αποτελεί εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται έξω από το καθιερωμένο πλαίσιο της δίκης· συνεπώς επιβάλλεται αυστηρή τήρηση των κανόνων που διέπουν την υποβολή του αιτήματος και την παροχή της θεραπείας. Έπεται ότι το νομικό βάθρο της αίτησης πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς, όπως προβλέπεται από Δ.48 θ.
  1. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο και για τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση, η αποκάλυψη των οποίων επιβάλλεται με την ίδια αυστηρότητα από τις σχετικές διατάξεις της Δ.
  2. Οι διαπιστώσεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι επιτρεπτή είτε η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Kouppa (ανωτέρω) έτυχε της επιδοκιμασίας του Εφετείου στη Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και Άλλων [Πολιτική Έφεση Αρ. 7684, αποφασίστηκε στις 21/11/90 και θα δημοσιευθεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.]. Η απόρριψη της αίτησης των εφεσειόντων για την προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας, βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις Δ.48, καθώς και η παραγνώριση των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν υπό μορφή απαντητικής μαρτυρίας». Παρόμοια προσέγγιση παρατηρείται και στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited και Άλλων
(1996)1 ΑΑΔ 597. Στην πιο πάνω υπόθεση μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα επίδοσης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Οι εναγόμενοι με αίτησή τους ζήτησαν ακύρωσή του η οποία απορρίφθηκε και στην συνέχεια ζήτησαν αναθεώρηση της απορριπτικής απόφασης δυνάμει του Κανονισμού 165 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου. Κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα επιλήφθηκε της αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίσθηκε ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για την χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό (Βλ. Sait Electronic S.Α. από Βρυξέλλες ν. The Ship "Dominique» and 2 Others
(1989)1(E) ΑΑΔ 365). Τέλος, στην υπόθεση Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ, ΠΕ 312/10 και 351/11, ημερομηνίας 17.7.14 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατη που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Οι πιο πάνω αυθεντίες εμποδίζουν την ικανοποίηση του αιτήματος της Αιτήτριας. Η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος θα κριθεί στην βάση των γεγονότων που ίσχυαν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και όχι στην βάση γεγονότων που προέκυψαν μετά. Το διάταγμα επαναφοράς προέκυψε μετά την καταχώρηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και μετά την μονομερή έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Ακολουθεί ότι δεν μπορεί να επιτραπεί στην Αιτήτρια η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία να παρουσιασθούν το διάταγμα επαναφοράς και το πιστοποιητικό. Συνεπώς οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 1, 2, 4, 6, 7, 8, 9 ευσταθούν. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρέλκει. Η υπό κρίση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.