Gothelia Management Limited κ.α. ν. Titarenko κ.α., Αρ. Αγωγής: 608/20, 18/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A151 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 608/20 Μεταξύ:
- Gothelia Management Limited
- Integrated Energy Systems Limited
- Brookweed Trading Limited
- CJSC KES - Holding
- LLC T Plus Invest Ενάγοντες και
- XXX Titarenko
- XXX Abyzov
- Emmerson International Corporation Εναγομένους Αίτηση από τους Ενάγοντες ημερ. 1.12.2020 για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ημερ.:18 Μαΐου, 2021 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χ. Χριστοφόρου Για τον Εναγόμενο αρ. 1 - Καθ'ου η Αίτηση: καμία εμφάνιση Για τον Εναγόμενο αρ. 2 - Καθ'ου η Αίτηση: κ. Μ. Σοφοκλέους για κ. Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ και κα Μ. Χ' Σωτηρίου για Michael Kyprianou & Co LLC Για τους Εναγόμενους αρ. 3 - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Παυλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 έως 3 αποζημιώσεις ύψους €436.565.000 για δόλο και συνωμοσία, πρόκληση διακοπής σύμβασης και παράνομη ανάμειξη ή παρέμβαση σε συμβατικά ή εμπορικά ή επιχειρηματικά ή άλλα δικαιώματα και συμφέροντα των Εναγόντων. Την 22.7.2020 στο πλαίσιο μονομερούς αιτήσεως ημερ. 16.7.2020 (πιο κάτω αναφερόμενης ως η «Κυρίως Αίτηση») εξεδόθη προσωρινό διάταγμα, το οποίο, ως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, έχει το εξής λεκτικό: «Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο παγοποιεί και/ή δεσμεύει και/ή απαγορεύει στους Καθ'ων η Αίτηση αρ. 1 και/ή 2 και/ή 3, να αποξενώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο περιουσιακά στοιχεία, κινητά (συμπεριλαμβανομένων - αλλά χωρίς περιορισμό - τραπεζικών λογαριασμών και μετοχών σε εταιρείες) και ακίνητα, είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι των, είτε έχουν νομικό συμφέρον σε αυτά, είτε τα κατέχουν δικαιωματικά (beneficially owned) ή άλλως πως, εντός και εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνολικής αξίας και/ή μέχρι του ποσού των 436,565,000EUR, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Δόθηκαν επίσης οδηγίες για επίδοση του αιτητικού Β της Κυρίως Αίτησης, ήτοι: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Καθ'ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 όπως προβούν στις ακόλουθες ενέργειες εντός 15 (δεκαπέντε) ημερολογιακών ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς: (α) να ετοιμάσουν, ορκιστούν και καταχωρήσουν στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ένορκη δήλωση, στην οποία να προσδιορίζονται όλα τα κινητά (συμπεριλαμβανομένου, αλλά χωρίς περιορισμό, μετοχών σε τρίτες εταιρείες ή οργανισμούς) και ακίνητα περιουσιακά τους στοιχεία, εντός και εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, που η αξία τους να υπερβαίνει το ποσό των €1.000 (Χιλίων ευρώ), είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι τους είτε όχι, είτε αυτά κατέχονται αποκλειστικά από αυτήν είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα, είτε έχουν νομικό ή ωφέλιμο συμφέρον (beneficial interest) σε αυτά, καθορίζοντας την αξία και τοποθεσία όλων αυτών των περιουσιακών στοιχείων. (β) να επιδώσουν αντίγραφο της πιο πάνω ένορκης δήλωσης στους Δικηγόρους των Εναγόντων». Κατά την 2.10.2020 το Προσωρινό Διάταγμα κατέστη απόλυτο αναφορικά με τον Εναγόμενο αρ.
- Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 καταχώρισαν Ένσταση στην Κυρίως Αίτηση στις 6.11.
- Ακολούθησε η εκδίκαση αιτήσεως για διαγραφή παραγράφων από την Ένσταση του Εναγομένου αρ. 2, η οποία απορρίφθηκε. Την 1.12.2020 καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες - Αιτητές εξαιτούνται τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ως το 'Παράρτημα Α' της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση, εντός πέντε
(5)ημερών από την ημερομηνία σύνταξης του αιτούμενου διατάγματος ή εντός οποιουδήποτε άλλου χρόνου ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο, προς υποστήριξη της Αίτησης των Εναγόντων / Αιτητών, ημερομηνίας 16/7/2020, για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9 και Δ.64, στη Νομολογία καθώς και στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει η κα XXXXX Μονογυιού εκ των δικηγόρων των Εναγόντων η οποία παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης και εισηγείται ότι το αίτημα είναι απόλυτα δικαιολογημένο εφόσον από την καταχώριση της Αίτησης μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει γεγονότα τα οποία θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, είναι η θέση της κας Μονογυιού ότι μετά την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος, την 26.11.2020 οι Αιτητές διαπίστωσαν από έρευνα στο Τμήμα Κτηματολογίου ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 εκχώρησε στον XXX Fominykh την 16.9.2020 τα δικαιώματα του που απέρρεαν από δύο αγοραπωλητήρια συμβόλαια σε σχέση με δύο εκ των 3 ακινήτων που κατείχε, ενώ την 22.9.2020 πώλησε στο ίδιο πρόσωπο το τρίτο ακίνητο. Αυτά μάλιστα έγιναν παρά το ότι το Διάταγμα είχε επιδοθεί και κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Προβάλλει επίσης την θέση ότι επιστολές των Αιτητών προς τους Παραλήπτες της Εναγόμενης αρ. 3 εταιρείας αλλά και τους Παραλήπτες των μητρικών αυτής εταιρειών στην Σιγκαπούρη, καθώς και επιστολές προς τις 2 Κυπριακές εταιρείες που συνδέονται με τον Εναγόμενο αρ. 2, παρέμειναν όλες αναπάντητες. Τον Σεπτέμβριο 2020 από πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης στην Σιγκαπούρη που έχει εγείρει η JSC Alfa Bank κατά του Εναγομένου αρ. 2 και συνδεδεμένων με αυτόν εταιρειών, οι Αιτητές έλαβαν γνώση ενδιάμεσου διακανονισμού σύμφωνα με τον οποίο αξιώσεις της τράπεζας θα εξοφληθούν και η τράπεζα θα προχωρήσει με διακοπή των διαδικασιών εναντίον του Εναγομένου αρ. 2 και άλλων συνδεδεμένων με αυτόν προσώπων, γεγονός που θα οδηγήσει στον τερματισμό του διορισμού των Παραληπτών για τις εταιρείες αυτές. Πέντε εταιρείες που ανήκουν έμμεσα στον Εναγόμενο αρ. 2 έχουν ήδη μεταβιβαστεί και πλέον ανήκουν σε μία εταιρεία που έχει υποδείξει η Alfa-Bank. Στις ποινικές διαδικασίες που εκκρεμούν στην Ρωσία ο Εναγόμενος αρ. 1 έχει συμπεριληφθεί ως συγκατηγορούμενος στις διαδικασίες κατά του Εναγομένου αρ. 2 και εξεδόθη ένταλμα σύλληψης στην απουσία του στη βάση κατηγοριών για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και απάτης, η δε σύλληψη του Εναγομένου αρ. 2 παρατάθηκε και το Δικαστήριο διέταξε την κατάσχεση επιπρόσθετων περιουσιακών στοιχείων του Εναγομένου αρ.
- Τον Αύγουστο 2020 ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσικής Ομοσπονδίας ήγειρε και αστικές διαδικασίες εναντίον του Εναγομένου αρ. 2 και των Κυπριακών εταιρειών αξιώνοντας ανάκτηση περιουσίας ύψους RUB 32.5δις, στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη απόφαση υπέρ του Γενικού Εισαγγελέα την 20.10.
- Η Ομνύουσα ισχυρίζεται επιπλέον ότι ένα μήνα περίπου πριν από την καταχώριση των Ενστάσεων των Εναγομένων αρ. 2 και 3 στο Προσωρινό Διάταγμα αυτοί υπέβαλαν αίτηση στο Δικαστήριο των BVI εναντίον των Εναγόντων αρ. 1 και 2 και άλλου προσώπου αιτούμενοι την έκδοση διαταγμάτων τύπου Anti-Suit Injunctions προκειμένου να εξαναγκάσουν τους Ενάγοντες να αποσύρουν την αγωγή τους. Η κα Μονογυιού κάνει τέλος αναφορά και σε δημοσιεύματα στα οποία παρέπεμψαν οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 στις Ενστάσεις τους προβάλλοντας την θέση ότι η πληροφορία δεν είναι ορθή. Είναι η θέση της Ενόρκως Δηλούσας ότι υπάρχει καλός λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης αφού τα γεγονότα επηρεάζουν άμεσα την διατήρηση σε ισχύ του Προσωρινού Διατάγματος δεδομένου ότι αποκρυσταλλώνεται στην ουσία η προϋπόθεση του κατεπείγοντος αλλά και της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Απώτερος σκοπός είναι να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα που προέκυψαν αλλά και να εξαλειφθεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο παραπλάνησης από τους Εναγόμενους αρ. 2 και
- Ο Εναγόμενος αρ. 2 καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στο Αρ. 30 του Συντάγματος, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1-4, 6, 7, 9-13, στα αρ. 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στα αρ. 3 - 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα αρ. 2, 3, 4, 5 και 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου Ν. 31(Ι)/1992, στις αρχές της επιεικείας (equity), στο κοινοδίκαιο και στην νομολογία, στην διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 7 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Οι Ενάγοντες - Αιτητές απέτυχαν να τεκμηριώσουν την ύπαρξη καλού λόγου που θα δικαιολογούσε την παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για την περαιτέρω υποστήριξη της μονομερούς αίτησης των Εναγόντων -Αιτητών ημερομηνίας 16/7/2020 αφού η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση: i. Επιδιώκει την προσκόμιση μαρτυρίας σε σχέση με γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 16/7/2020 και την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 22/7/2020 σε αντίθεση με τις σχετικές αρχές της νομολογίας. ii. Επιδιώκει να προσκομίσει μαρτυρία που είναι άσχετη για σκοπούς εξέτασης της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 16/7/
- iii. Επιδιώκει να προσκομίσει μαρτυρία που δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή με την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 16/7/2020 και εξυπηρετεί μόνο την προσπάθεια των Εναγόντων-Αιτητών να δημιουργήσουν εντυπώσεις και/ή να δικαιολογήσουν μεταγενέστερα την μονομερή έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 22/7/2020 και/ή να δικαιολογήσουν την απόκρυψη γεγονότων στην αρχική ένορκη δήλωση της Αντωνίας Μονογιού που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 16/7/
- iv. Στο βαθμό που η αίτηση δεν σχετίζεται με γεγονότα που προέκυψαν μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 22/7/2020, τέτοια μαρτυρία θα έπρεπε να είχε τεθεί στην αρχική ένορκη δήλωση της XXXXX Μονογιού που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 16/7/2020 λόγω του καθήκοντος των Εναγόντων-Αιτητών να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των σχετικών γεγονότων και να προσέλθουν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια».
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή στοχεύει στο να καθυστερήσει την ακρόαση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 16/7/2020 και/ή να παρατείνει την ισχύ του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε την 22/7/2020, προκαλώντας έτσι περαιτέρω βλάβη και ζημιές στον Εναγόμενο - Καθ'ου η Αίτηση
- Η αίτηση είναι καταχρηστική καθώς οι Ενάγοντες-Αιτητές στοχεύουν σε αυτό το στάδιο να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία στην προσπάθεια τους να δικαιολογήσουν αντιφάσεις και παρατυπίες στην αρχική ένορκη δήλωση της XXXXX Μονογιού που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 16/7/
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών δεν παρέχει λογικές επεξηγήσεις ως προς το γιατί η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί σε αυτό το στάδιο δεν προσκομίστηκε στην αρχική ένορκη δήλωση της XXXXX Μονογιού που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 16/7/2020 και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται δεν δικαιολογούν τη παραχώρηση τέτοιας άδειας που επιτρέπει την προσαγωγή της σχετικής μαρτυρίας.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν έχει αιτιολογηθεί.
- Δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την παραχώρηση άδειας για καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή το υπόβαθρο των γεγονότων που στηρίζουν την παρούσα αίτηση δεν αιτιολογεί την παραχώρηση τέτοιας άδειας.
- Οι Ενάγοντες-Αιτητές απέτυχαν να προσκομίσουν την πλειοψηφία των εγγράφων που αναφέρονται ως τεκμήρια στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή τους». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει η κα XXXXX Πούλλαδου εκ των δικηγόρων του Εναγομένου αρ. 2 η οποία ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες επισυνάπτουν επιλεκτικά τεκμήρια στην προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, επισυνάπτοντας μόνο 3 από τα 20 έγγραφα στα οποία κάνουν αναφορά. Αποτέλεσμα τούτου είναι το Δικαστήριο να μην έχει ενώπιον του όλη την μαρτυρία που οι Ενάγοντες σκοπεύουν να προσκομίσουν, ενώ οι συνήγοροι των Εναγόντων αρνήθηκαν να αποστείλουν τα υπόλοιπα έγγραφα στους συνήγορους του Εναγομένου αρ.
- Θέση της είναι ότι από το περιεχόμενο της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης είναι προφανές ότι οι Ενάγοντες, με την προσπάθεια τους να προσαγάγουν ως μαρτυρία διαστρεβλωμένα γεγονότα και ισχυρισμούς χωρίς ουσία και αποδεικτική αξία για σκοπούς της Κυρίως Αίτησης, στοχεύουν στο να δημιουργήσουν εντυπώσεις. Επιχειρούν, εισηγείται, να προσκομίσουν γεγονότα που κατ' ισχυρισμό προέκυψαν μετά την έκδοση του Ενδιάμεσου Διατάγματος, πράγμα μη ορθό, εφόσον το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει εάν το εν λόγω Διάταγμα ορθά και δικαιολογημένα εξεδόθη με αναφορά στα όσα είχαν προσκομιστεί κατά τον χρόνο έκδοσης του. Μαρτυρία δε που προέκυψε πριν από την έκδοση του Ενδιάμεσου Διατάγματος θα έπρεπε να είχε προσκομιστεί έκτοτε στο πλαίσιο του καθήκοντος των Εναγόντων για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Προβαίνοντας σε ανάλυση της Προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκη Δήλωση η κα Πούλλαδου εισηγείται τα πιο κάτω: - Οι παρ. 4 και 5 είναι άσχετες σε αυτό το στάδιο αφού το Διάταγμα κατέστη ήδη απόλυτο για τον Εναγόμενο αρ.
- - Οι παρ. 6 - 13 επιβεβαιώνουν την προσπάθεια για αλίευση μαρτυρίας στην οποία προέβησαν οι συνήγοροι για τους Ενάγοντες μετά που λανθασμένα εξασφάλισαν το Ενδιάμεσο Διάταγμα. - Οι παρ. 14 - 17 είναι άσχετες και οποιεσδήποτε ενέργειες λαμβάνονται από παραλήπτες περιουσιακών στοιχείων που ενεργούν ως λειτουργοί του Δικαστηρίου είναι προγενέστερες της παρούσας διαδικασίας και αφορούν σε ζητήματα που είναι πέραν του ελέγχου του Εναγομένου αρ. 2 και σχετίζονται με δικαιώματα τρίτων επηρεαζομένων μερών που έχουν ήδη υλοποιηθεί. - Σε σχέση με τις εξελίξεις στα Ρωσικά Δικαστήρια που αναφέρονται στις παρ. 18 - 25 οι Ενάγοντες δεν εξηγούν την σχετικότητα αυτών με την παρούσα διαδικασία, ενώ για τον Εναγόμενο αρ. 1 το Διάταγμα κατέστη ήδη απόλυτο. Έχουν επιπλέον καταχωριστεί εφέσεις σε σχέση με την απόφαση που αναγράφεται στην παρ. 24, ενώ ούτε και το ότι μειώνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων του Εναγομένου αρ. 2 σχετίζεται με την παρούσα διαδικασία αφού δεν αποτελεί κριτήριο για σκοπούς εξέτασης της Κυρίως Αίτησης. - Ούτε για τις παρ. 26 - 28 εξηγούν οι Ενάγοντες πως η Anti-Suit διαδικασία που καταχωρίστηκε στα BVI σχετίζεται με την εξέταση της Κυρίως Αίτησης. - Η υποτιθέμενη δήλωση του XXX Vagner που αναφέρεται στις παρ. 29 - 32 είναι ξεκάθαρα το αποτέλεσμα πίεσης που ασκήθηκε μετά την παραλαβή της ένστασης των Εναγομένων αρ. 2 και 3 στην Κυρίως Αίτηση, η οποία δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο και ούτε εξηγείται το πλαίσιο στο οποίο δόθηκε. Η δε αμεροληψία της τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η κα Πούλλαδου εισηγείται ότι η προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση είναι καταχρηστική και στοχεύει σε καθυστέρηση ακρόασης της Κυρίως Αίτησης αλλά και σε προσπάθεια προσκόμισης μαρτυρίας από μέρους των Εναγόντων ώστε να δικαιολογήσουν τις αντιφάσεις και παρατυπίες της αρχικής Ένορκης Δήλωσης τους. Ένσταση καταχώρισαν και οι Εναγόμενοι αρ. 3 η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 8, 9 και 13 και Δ.64, στο Άρ. 30 του Συντάγματος, στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 11 λόγοι ένστασης τους οποίους επίσης παραθέτω αυτούσιους: «
- Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη.
- Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η σχετική επί του θέματος Νομολογία και/ή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες να καθιστούν δυνατή την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Δεν έχει αποδειχθεί «καλός λόγος» για χορήγηση άδειας για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και/ή δεν δικαιολογείται η παρουσίαση των εγγράφων και ισχυρισμών μέσω της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και/ή τα γεγονότα που παρουσιάζονται από τους Αιτητές προς υποστήριξη της Αίτησής τους δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Με την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, οι Αιτητές επιζητούν να εισάξουν μαρτυρία η οποία θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση της κας. Αντωνίας Μονογυιού ημερομηνίας 16/07/2020 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Αρχική ΕΔ Μονογυιού»), η οποία είχε κατατεθεί προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης για ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα ημερομηνίας 16/07/2020 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Μονομερής Αίτηση») και να προβάλει ισχυρισμούς σε σχέση με ζητήματα, τα οποία κατά τον χρόνο καταχώρησης της ήταν σε γνώση των Αιτητών ή/και μπορούσαν να προβλεφθούν ότι θα εγείροντο από τους Καθ' ων η Αίτηση.
- Με την Αίτηση και την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, οι Αιτητές επιχειρούν να προβούν σε διόρθωση μια ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αίτησης και προσπαθούν να καλύψουν την υποχρέωσή τους για πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και/ή γίνεται προσπάθεια επανάληψης αρχικών ισχυρισμών με διαφορετικό τρόπο και/ή γίνεται προσπάθεια προσαγωγής μαρτυρίας μετά την έκδοση διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μονομερώς.
- Η μαρτυρία και/ή οι ισχυρισμοί που επιχειρούν να εισάξουν οι Αιτητές με της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης είναι αχρείαστοι για την εκδίκαση της Μονομερούς Αίτησης και/ή άσχετοι με τα επίδικα θέματα της Μονομερούς Αίτησης.
- Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ελλειπής και/ή δεν δικαιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο δεν αναφέρθηκαν εξ' αρχής τα γεγονότα που επιχειρούνται να αναφερθούν τώρα και/ή η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν αποτελείται από επαρκές και ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
- Κανένας ισχυρισμός δεν έχει τεθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση 3 στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Παπαδόπουλου ημερομηνίας 06/10/2020 η οποία συνοδεύει την ένστασή τους στην Μονομερή Αίτηση ο οποίος να χρήζει διευκρίνισης και/ή απάντησης ώστε να καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω προσκόμιση μαρτυρίας.
- Με την Αίτηση απλά επιδιώκεται και προκαλείται καθυστέρηση ή/και κωλυσιεργία στην εκδίκαση της Μονομερούς Αίτησης και του διατάγματος ημερομηνίας 22/07/2020 και/ή η Αίτηση καταχωρείται κακόπιστα και/ή αποσκοπεί στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης της διαδικασίας κατεπείγοντων ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων με αποτέλεσμα η τελική κρίση των διαταγμάτων να παρατείνεται αδικαιολόγητα.
- Περαιτέρω καθυστέρηση της μονομερούς διαδικασίας με αχρείαστες και/ή εκ του περισσού αιτήσεις προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά και συνεχίζει να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση 3 και/ή η καταχώρηση της Αίτησης προσλαμβάνει την μορφή έκδηλης κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of process of the Court) και/ή οι Αιτητές είναι ένοχοι κατάχρησης διαδικασίας.
- Οι Αιτητές βαρύνονται με αδικαιολόγητη και/ή μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία προς τούτο». Η Ένσταση αυτή συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Χατζηιωάννου εκ των δικηγόρων των Εναγομένων αρ. 3 η οποία αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι αρ. 3 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στα BVI και η οποία από την 23.9.2019 βρίσκεται υπό διάταγμα παραλαβής. Εισηγείται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης αφού οι Ενάγοντες δεν κατέδειξαν καλό λόγο για την χορήγηση σχετικής άδειας. Είναι η θέση της ότι οι Ενάγοντες επιδιώκουν να εισάξουν μαρτυρία και ισχυρισμούς που δεν μπορούν να θεωρηθούν συμπληρωματικοί. Ενώ γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα και γεγονότα στην αρχική Ένορκη Δήλωση, οι Ενάγοντες με την προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση επιθυμούν να δώσουν σε αυτά διαφορετική ερμηνεία από αυτήν που αρχικά δόθηκε. Κανένας ισχυρισμός τέθηκε στην Ένσταση των Εναγομένων αρ. 3 που να χρήζει διευκρίνισης ή απάντησης και δεν επεξηγείται γιατί είναι αναγκαίο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα οι Ενάγοντες επιθυμούν. Είναι ανεπίτρεπτη η προσαγωγή μαρτυρίας μεταγενέστερα της έκδοσης του Ενδιάμεσου Διατάγματος αφού αυτό εκδόθηκε χωρίς να ακουστούν οι Καθ'ων η Αίτηση. Οι ισχυρισμοί για δήθεν αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων αρ. 1 και 2 θα έπρεπε να είχαν τεθεί στην αρχική Ένορκη Δήλωση αλλά ούτως ή άλλως αποτελούν βάση για άλλη διαδικασία. Ισχυρίζεται ότι με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες επιχειρούν να προβούν σε διόρθωση της Κυρίως Αίτησης η οποία είναι ελλιπής και κακόβουλα παραπλανητική, σε μία προσπάθεια να διορθώσουν την υποχρέωση τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Δεν δικαιολογεί επαρκώς, εισηγείται, η κα Μονογυιού τον λόγο για τον οποίο δεν αναφέρθηκαν στα γεγονότα και ισχυρισμούς που τώρα θέλουν να εισάξουν, οι δε Ενάγοντες βαρύνονται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Με συγκεκριμένη αναφορά στην προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση η κα Χατζηιωάννου αναφέρει τα εξής: - Οι Ενάγοντες αναφέρονται σε ισχυρισμούς που δεν χρειάζεται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά αποτελούν βάση για αίτηση παρακοής. Οι παρ. 4 - 5 αφορούν στην αποξένωση περιουσιακών στοιχείων του Εναγομένου αρ.
- - Το κατά πόσο ο διορισμός Παραλήπτη για τους Εναγόμενους αρ. 3 εξαλείφει τον κίνδυνο αποξένωσης αποτελεί ζήτημα αγορεύσεων και όχι μαρτυρίας. Το ίδιο ισχύει για τα σχόλια σε σχέση με τα δημοσιεύματα στα οποία έκαναν αναφορά στις Ενστάσεις τους οι Εναγόμενοι αρ. 2 και
- - Γίνεται προσπάθεια παρουσίασης αλληλογραφίας με παραλήπτες εταιρειών που έχουν έδρα την Σιγκαπούρη χωρίς να επεξηγείται πως αυτή είναι σχετική ή κατά πόσο οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να ζητήσουν τέτοιες πληροφορίες. - Οι ενέργειες που έλαβαν οι Ενάγοντες μετά την καταχώριση της Κυρίως Αίτησης και της έκδοσης του Ενδιάμεσου Διατάγματος δεν είναι αναγκαίο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. - Οι αναφορές στην παρ. 14 της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης σε διαδικασίες στην Σιγκαπούρη δεν μπορούν να θεωρηθούν σχετικές με την παρούσα διαδικασία αφού αυτές ξεκίνησαν από, και αφορούν αυστηρά, τον πιστωτή του Εναγομένου αρ. 2, έλαβαν δε χώρα αρκετό χρόνο πριν την αρχική Ένορκη Δήλωση των Εναγόντων. - Το περιεχόμενο των παρ. 16 - 18 δεν προσθέτει οτιδήποτε στην αρχική ένορκη δήλωση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών τους και συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους ζητήματα που εγείρονται στις αγορεύσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως αναφέρεται στην Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η μαρτυρία σε διαδικασία αιτήσεων δίδεται με ένορκες δηλώσεις. Η Διαταγή 48 Θ. 4
(2)αναφέρει τα ακόλουθα: «
(2)Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Οι πιο πάνω πρόνοιες πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με την υποχρέωση του Αιτητή να αποδείξει τα γεγονότα, στον βαθμό βέβαια που αυτός φέρει το βάρος απόδειξης τους. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της σχετικής δικονομικής πρόνοιας, απαιτείται η στοιχειοθέτηση «καλού λόγου» ώστε να εγκριθεί από το Δικαστήριο το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η φράση αυτή, όμως, πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα και υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα, κατά την άποψη του, γεγονότα. Ο όρος «καλός λόγος» γενικώς ερμηνεύεται φιλελεύθερα ώστε να επιτρέπεται οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στον γενικό αυτό κανόνα δεν μπορεί να μην αποτελεί εξαίρεση η περίπτωση όπου επιζητείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μετά την μονομερή έκδοση διατάγματος. Και αυτό λόγω της αυστηρής απαίτησης για πλήρη αποκάλυψη από πλευράς Αιτητών κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ούτε και μπορεί να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με σκοπό την επανόρθωση παράλειψης ή τη μεταβολή ή αλλοίωση της εικόνας των γεγονότων που δόθηκε στο Δικαστήριο με την αρχική αίτηση. Παρά τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το αίτημα διέπεται όντως από τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.4 με αποτέλεσμα σε εξαιρετικές περιστάσεις να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παροχής άδειας. Θα πρέπει συνεπώς στο στάδιο αυτό να εξεταστεί το κατά πόσο οι λόγοι που προβάλλουν οι Ενάγοντες είναι τέτοιοι που να δικαιολογούν τον χειρισμό της παρούσας ως μία εξ αυτών των εξαιρέσεων. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/14, ημερ. 3.11.2016 στο οποίο αναφέρονται τα πιο κάτω: «Σκοπός της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον εφεσίβλητο ήταν για να απαντήσει σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας οι οποίοι περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της που υποστήριζαν την ένσταση της στην αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Εγκρίνοντας το αίτημα του εφεσίβλητου, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχαν καταδειχθεί «καλοί λόγοι», όπως απαιτείται από τη Δ.48,Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με το σκεπτικό, «Αν δεν απαντηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί, το Δικαστήριο δεν θα έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και θα μπορεί να εκληφθεί ότι ο αιτητής αποδέχεται τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση». Θεώρησε ακόμη το πρωτόδικο Δικαστήριο πως αποτελούσε συνταγματικό δικαίωμα του εφεσίβλητου να υπερασπίσει τον εαυτό του σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος, ώστε να τεθεί η θέση του σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας «που περιλαμβάνονται σε είκοσι έξι παραγράφους στην αρχική ένορκη δήλωσή της και άλλες έξι παραγράφους στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της, σε δεκατρία τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αρχική ένορκη δήλωση και σε τέσσερα τεκμήρια που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.» Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά,Π.Ε.312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη». Έχω μελετήσει την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα (Ε.Δ. Μονογυιού) καθώς και τις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν τις Ενστάσεις των Εναγομένων αρ. 2 και 3 στην Κυρίως Αίτηση, σε συνάρτηση με την προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Παρατηρώ τα εξής: - Οι παρ. 4 και 5 της προτεινόμενης ΣΕΔ αναφέρονται όντως σε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων από μέρους του Εναγομένου αρ.
- Θα συμφωνήσω με τους ευπαίδευτους συνήγορους για τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 ότι, εφόσον το Προσωρινό Διάταγμα έχει ήδη καταστεί απόλυτο για τον Εναγόμενο αρ. 1, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πλέον επίδικο ζήτημα στο πλαίσιο της Κυρίως Αίτησης, αλλά ίσως αντικείμενο άλλης διαδικασίας. - Στις Ενστάσεις των Εναγομένων αρ.2 και 3 στην Κυρίως Αίτηση ο διορισμός Παραλήπτη προβάλλεται ως επιχείρημα για την μη αναγκαιότητα ύπαρξης του Προσωρινού Διατάγματος εφόσον κατά την θέση τους απομακρύνει οποιοδήποτε κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων αρ. 2 και
- Με την προτεινόμενη ΣΕΔ οι Ενάγοντες κάνουν αναφορά σε γεγονότα που κατά τον ισχυρισμό τους έλαβαν χώρα μετά την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος και τα οποία καταρρίπτουν την προαναφερόμενη θέση των Εναγομένων αρ. 2 και
- Θεωρώ ότι σε σχέση με τις παρ. 6 - 13 της προτεινόμενης ΣΕΔ έχει δοθεί καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώριση της ΣΕΔ. - Αναφορικά με τις παρ. 14 - 17 της προτεινόμενης ΣΕΔ οι Ενάγοντες επιθυμούν να προβάλουν γεγονότα μεταγενέστερα της έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος με σκοπό να ενισχύσουν την θέση τους περί του ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων του Εναγομένου αρ.
- Δεδομένου ότι μία εκ των θέσεων των Εναγομένων αρ. 2 και 3, ως φαίνεται ανωτέρω, είναι ότι η ύπαρξη Παραλήπτη απομακρύνει τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, οι αναφορές αυτές είναι σχετικές εφόσον υποστηρίζουν την εκδοχή ότι ο διορισμός του Παραλήπτη από την Alfa Bank πιθανόν να τερματιστεί και τα περιουσιακά στοιχεία να αποξενωθούν. Η δε αποξένωση τέτοιων στοιχείων που ενδεχομένως να έχει ήδη λάβει χώρα, είναι στοιχείο σχετικό με την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
- - Οι παρ. 18 και 19 της προτεινόμενης ΣΕΔ αφορούν στον Εναγόμενο αρ. 1 σε σχέση με τον οποίο το Προσωρινό Διάταγμα έχει ήδη καταστεί απόλυτο και συνεπώς δεν αποτελούν πλέον επίδικο ζήτημα στο πλαίσιο της Κυρίως Αίτησης. Ούτε και το ζήτημα παράτασης της κράτησης του Εναγομένου αρ. 2 από το Δικαστήριο της Μόσχας είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα στην Κυρίως Αίτηση και άρα δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα σε σχέση με τις παρ. 18 - 20 της προτεινόμενης ΣΕΔ. Διαφορετική είναι η θέση μου, όμως, σε σχέση με τα αναφερόμενα στις παρ. 21 - 25 της προτεινόμενης ΣΕΔ αφού αυτά αποτελούν ζητήματα σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση του αρ. 32 του Ν.14/
- Για τις παρ. 21 - 25, συνεπώς, θα πρέπει να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια. - Τα αναφερόμενα στις παρ. 26 - 28 δεν θεωρώ ότι είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα στην Κυρίως Αίτηση με αποτέλεσμα να μην έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να δοθεί άδεια να περιληφθούν στην προτεινόμενη ΣΕΔ. - Τέλος, όσον αφορά στις παρ. 29 - 32 της προτεινόμενης ΣΕΔ είναι γεγονός ότι αναφορά στα δημοσιεύματα γίνεται από τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 στις Ενστάσεις τους στην Κυρίως Αίτηση ώστε να υποστηρίξουν την θέση τους ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί αγώγιμο δικαίωμα. Οι Ενάγοντες, με τις παραγράφους αυτές και το προτεινόμενο Τεκμήριο επιθυμούν να απαντήσουν στα σημαντικά αυτά επιχειρήματα των Εναγομένων αρ. 2 και 3, το δε Τεκμήριο είναι ημερομηνίας μεταγενέστερης της έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος. Συνεπώς και σε σχέση με τις παραγράφους αυτές έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να δοθεί άδεια για ΣΕΔ. Δίδεται συνεπώς άδεια στους Ενάγοντες για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης μόνο όσον αφορά στις παραγράφους 6 έως 17, 21 έως 25 και 29 έως 32 της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Η Συμπληρωματική αυτή Ένορκη Δήλωση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης για προσωρινό διάταγμα. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο