Έλληνας ν. Καλογήρου, Αγωγή αρ.: 405/2013, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 405/2013 Μεταξύ: ΧΧΧ άλλως ΧΧΧ Έλληνας, από Λεμεσό Ενάγοντας Και ΧΧΧΧ Καλογήρου, από Λεμεσό Εναγόμενη -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31.5.2021 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κα Θεοφίλου για A.Chr. Theophilou LLC Για την εναγόμενη: κ. Μ. Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η αξίωση Ο ενάγοντας αξιώνει από την εναγόμενη, ως περιορίστηκε στο στάδιο της επανεξέτασης του ενάγοντα, το συνολικό ποσό των €138.041,10 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Β. Τα δικόγραφα Η έκθεση απαίτησης Στην έκθεση απαίτησης, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η εναγόμενη ασχολείται με τις εισαγωγές και/ή πωλήσεις αυτοκινήτων. Κατά ή περί το Νοέμβριο του 2011, κατόπιν σχετικής συμφωνίας, ο ενάγοντας δάνεισε στην εναγόμενη το ποσό των €47.000 ως επίσης κατέβαλε και το ποσό των €43,40 ως προμήθεια. Η εναγόμενη θα εξοφλούσε τα πιο πάνω ποσά εντός έξι μηνών. Επιπρόσθετα, η εναγόμενη ή/και οι αντιπρόσωποι της, ανάλαβαν όπως εξεύρουν αριθμό μεταχειρισμένων αυτοκινήτων κυρίως από την Αγγλία, για λογαριασμό του ενάγοντα. Έτσι, ως αναφέρεται, σε τρεις περιπτώσεις, κατά τον Ιανουάριο του 2012, η εναγόμενη ειδοποίησε τον ενάγοντα ότι αφίχθηκε στην Κύπρο αριθμός αυτοκινήτων και τον κάλεσε να πληρώσει το ποσό των €40.000, προς τον διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων Λεμεσού, το οποίο αντιπροσώπευε τους φόρους εισαγωγής, πράγμα το οποίο ο ενάγοντας έπραξε ως επίσης κατέβαλε και το ποσό των €62,70 ως προμήθεια. Επιπρόσθετα, ως αναφέρεται, η εναγόμενη και/ή οι αντιπρόσωποι της, παρέλαβαν αριθμό αυτοκινήτων, για λογαριασμό του ενάγοντα, εκτιμημένης αξίας γύρω στα €17.000, χωρίς αυτά και/ή το αντίτιμό τους να παραδοθούν στον τελευταίο. Η αξίωση όμως για το συγκεκριμένο ποσό, ως έχει ήδη αναφερθεί, έχει εγκαταλειφθεί από τον ενάγοντα, στο στάδιο της επανεξέτασης του τελευταίου. Περαιτέρω, στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι ο ενάγοντας, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, δάνεισε την εναγόμενη, το συνολικό ποσό των €50.415 και επιπρόσθετα, κατόπιν παράκλησης της τελευταίας, ο ενάγοντας, κατέβαλε το ποσό των €520, το οποίο αντιπροσωπεύει αεροπορικά εισιτήρια προς Αθήνα για υπαλλήλους ή/και αντιπροσώπους της. Η εναγόμενη κατά ή περί τα μέσα του 2012 εξέδωσε, προς όφελος του ενάγοντα, επιταγή της ΣΠΕ Μ. Γειτονιάς, για το ποσό των €47.000, για εξόφληση του δανείου των €47.000, στο οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, πλην όμως η επιταγή δεν τιμήθηκε (από τώρα θα καλείται η 1η επιταγή). Ο χρόνος αποπληρωμής του, μετά από αίτημα της εναγόμενης, παρατάθηκε για περαιτέρω έξι μήνες και έτσι η τελευταία αντικατέστησε την 1η επιταγή με νέα, μεταχρονολογημένη, για το ίδιο ποσό, πληρωτέα την 20.12.2012, πλην όμως, όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή, δεν εξοφλήθηκε καθότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα (από τώρα θα καλείται η 2η επιταγή). Μέχρι και σήμερα παραμένει απλήρωτη. Η εναγόμενη, ως αναφέρεται, παρέλειψε να εξοφλήσει όλα τα πιο πάνω ποσά, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα και έτσι ο τελευταίος αξιώνει το συνολικό ποσό των €138.041,10. Η έκθεση υπεράσπισης και η ανταπαίτηση Η εναγόμενη στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της προβάλλει ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τις εισαγωγές και/ή πωλήσεις αυτοκινήτων. Ως προβάλλεται, συμβατική σχέση υφίστατο μεταξύ του ενάγοντα και του πατέρα της εναγόμενης, ΧΧΧ Καλογήρου, «στον οποίο παραχωρήθηκε από την εναγόμενη, πραγματική και/ή φαινόμενη εξουσιοδότηση (apparent or ostensible authority) να διαχειρίζεται τον τραπεζικό της λογαριασμό για διευκόλυνση των τραπεζικών συναλλαγών, στα πλαίσια της εργασίας του .», πατέρα της. Αναφορικά με το δάνειο των €47.000 η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η σχετική συμφωνία έγινε μεταξύ του ενάγοντα και του πατέρα της και όπως αυτό εξοφληθεί εντός έξι μηνών. Η δε επιταγή του δανείου, ύψους €47.000, ως αναφέρεται, συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο τελευταίων προσώπων όπως εκδοθεί στο όνομα της εναγόμενης και στη συνέχεια τα χρήματα να δοθούν στον πατέρα της. Ο τελευταίος, ως αναφέρεται, «. δρώντας υπό την ανωτέρω αναφερόμενη πραγματική και/ή φαινόμενη εξουσιοδότηση (apparent or ostensible authority), η οποία του παραχωρήθηκε από την κόρη του, εναγομένη, κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2011, υπέγραψε ο ίδιος επιταγή, εκδοθείσα από τον τραπεζικό λογαριασμό της κόρης του, εναγομένης, για το ποσό των €47.000 προς τον σκοπό αποπληρωμής του δανείου .». Η πιο πάνω επιταγή, ως αναφέρεται, δεν θα εξαργυρωνόταν αμέσως, αφού η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν σε έξι μήνες. Ως προβάλλεται, στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έκδοση της επιταγής, μέχρι και την ημερομηνία αποπληρωμής του δανείου, καταβλήθηκε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των €49.000, το οποίο υπερκάλυπτε το ποσό του δανείου των €47.000 και έτσι η εναγόμενη αξίωσε, ανταπαιτητικώς, το ποσό των €2.000, το οποίο τελικά όμως εγκαταλείφθηκε. Το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε στον ενάγοντα από την εταιρεία Baxterno Trading Ltd, με την οποία συνεργαζόταν ο πατέρας της εναγόμενης. Ο τελευταίος, δρώντας υπό την πιο πάνω εξουσιοδότηση της εναγόμενης, ακύρωσε την επιταγή που εκδόθηκε και συμφωνήθηκε όπως ο ενάγοντας την καταστρέψει, αφού το δάνειο είχε εξοφληθεί. Η εναγόμενη, αρνείται ότι ανέλαβε να εξεύρει αυτοκίνητα, για λογαριασμό του ενάγοντα και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο πατέρας της ήταν αυτός που ανέλαβε να το πράξει. Τα δε αυτοκίνητα που εισήχθηκαν στην Κύπρο, από τον πατέρα της για λογαριασμό του ενάγοντα, πωλήθηκαν μετά από οδηγίες του τελευταίου και το χρηματικό αντίτιμο των πωλήσεων δόθηκε σ' αυτόν. Η εναγόμενη αρνείται ότι ο ενάγοντας, της δάνεισε το ποσό των €50.415, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, ως επίσης και ότι ο τελευταίος κατέβαλε το ποσό των €520 για αεροπορικά εισιτήρια των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της. Ο πατέρας της εναγόμενης, ως αναφέρεται, πράγματι μετέβηκε στο εξωτερικό για λογαριασμό του ενάγοντα και ο τελευταίος ανάλαβε να καλύψει τα έξοδα του. Η εναγόμενη, αναφορικά με την 2η επιταγή, με ημερομηνία πληρωμής 20.12.2012, ισχυρίζεται ότι δεν πρόκειται για δεύτερη, ξεχωριστή επιταγή, η οποία αντικατέστησε την πρώτη, αλλά πρόκειται για την ίδια επιταγή που εκδόθηκε κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2011 και, όπως αναφέρεται, αυτή «παραποιήθηκε και/ή πλαστογραφήθηκε για να φαίνεται ότι εκδόθηκε κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2012, αντί το Δεκέμβριο του 2011». Η 1η επιταγή, ως αναφέρεται, είχε ακυρωθεί με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα, αφού το ποσό του δανείου των €47.000 είχε υπερκαλυφθεί. Η εναγόμενη, ανταπαιτητικώς, αξιώνει απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι, (
- i)η συμφωνία δανείου για το ποσό των €47.000, που συνομολογήθηκε μεταξύ του πατέρα της και του ενάγοντα, εξοφλήθηκε και (
- ii)η επιταγή η οποία υπογράφηκε από τον πατέρα της εναγόμενης, κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2011, πλαστογραφήθηκε και/ή παραποιήθηκε από τον ενάγοντα και/ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο αυτού. Η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση Ο ενάγοντας, με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγομένης, που έρχονται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς και περαιτέρω, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι ο πατέρας της τελευταίας ήταν πτωχεύσας και δεν είχε το δικαίωμα να έχει εμπορικές δραστηριότητες στο όνομα του. Οι σχετικές συμφωνίες, ως αναφέρεται, έγιναν μεταξύ των διαδίκων. Αναφορικά δε με τις επιταγές της εταιρείας Baxterno Trading Limited, για τις οποίες γίνεται αναφορά στην υπεράσπιση, ο ενάγοντας αναγνωρίζει ότι πράγματι δόθηκαν τέσσερις επιταγές για το συνολικό ποσό των €40.000 και αφορούσαν εξόφληση άλλων ποσών από την εναγόμενη στον ενάγοντα. Γ. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον ενάγοντα Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η εναγόμενη ασχολείται με εισαγωγές και πωλήσεις αυτοκινήτων, ως συνέχεια της επιχείρησης του πτωχεύσαντα πατέρα της, ο οποίος δεν μπορούσε να εμπορεύεται λόγω της πτώχευσης του αλλά και για άλλους λόγους. Κατά τον επίδικο χρόνο, γνώριζε ότι ο πατέρας της τελούσε σε πτώχευση και γι' αυτό το λόγο, όταν τον προσέγγισε ο τελευταίος για να συνεργαστεί με την εναγόμενη, ζήτησε από την ίδια να του επιβεβαιώσει ότι η επιχείρηση ήταν δική της, κάτι το οποίο έπραξε επανειλημμένως. Σε αρκετές περιπτώσεις, ως ανέφερε, ο πατέρας της εμφανιζόταν και ενεργούσε για λογαριασμό της. Μετά από παράκληση της εναγομένης, κατά ή περί το Νοέμβριο του 2011, παραχώρησε σ' αυτή δάνειο ύψους €47.000, για να οργανώσει την επιχείρηση της, φέρνοντας τα πρώτα αυτοκίνητα. Το δε δάνειο θα αποπληρωνόταν εντός έξι μηνών. Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας εξέδωσε στο όνομα της εναγομένης τραπεζική επιταγή, ημερ. 25.11.2011, για το ποσό των €47.000, την οποία εξαργύρωσε και επιπλέον κατέβαλε και το ποσό των €43,40, ως προμήθεια της τράπεζας (βλ. Τεκ. 1). Ο ενάγοντας ζήτησε από την εναγομένη να του εντοπίσει από το εξωτερικό μεταχειρισμένα αυτοκίνητα και να του τα παραδώσει στη Λεμεσό, αφού στο μεταξύ συμφωνήσουν την τιμή. Έτσι, σε τρεις συγκεκριμένες ημερομηνίες εντός Ιανουαρίου 2012, η εναγόμενη τον ενημέρωσε ότι εισήγαγε στην Κύπρο τα αυτοκίνητα που της ζήτησε και τον κάλεσε να καταβάλει το ποσό των €40.000, προς το διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου Λεμεσού, για τους φόρους εισαγωγής των πιο πάνω αυτοκινήτων. Έτσι, κατέβαλε το πιο πάνω ποσό στο Τμήμα Τελωνείου, αφού εκδόθηκαν τραπεζικές επιταγές και επιπλέον κατέβαλε και το ποσό των €62,70 ως προμήθεια της τράπεζας (βλ. Τεκ. 2). Επιπρόσθετα, ως ανέφερε, η εναγόμενη και οι συνεργάτες της έλαβαν αριθμό αυτοκινήτων για λογαριασμό του, εκτιμημένης αξίας €17.000 περίπου, χωρίς αυτά ή το αντίτιμο τους, να του παραδοθούν. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζεται ότι το πιο πάνω ποσό, το οποίο αξιωνόταν, εγκαταλείφθηκε στο στάδιο της επανεξέτασης του ενάγοντα. Ο ενάγοντας, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι η εναγόμενη, κατά καιρούς του ζητούσε επιπλέον δανεικά για πληρωμές υποχρεώσεων της, συναφών με την απασχόληση της, στην εμπορεία αυτοκινήτων, καθώς και για προσωπικούς της λόγους. Έτσι, εξέδωσε και παρέδωσε στην εναγόμενη και σε αντιπροσώπους της, σε διάφορες ημερομηνίες, επιταγές της τράπεζας και μετρητά, ύψους €50.415. Παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφα επιταγών, με ημερομηνίες πληρωμής 13.1.2012, 25.1.2012, 31.1.2012, 7.3.2012 και 20.3. (στη τελευταία χωρίς να φαίνεται ξεκάθαρα η χρονολογία), οι οποίες συμποσούνται στο συνολικό ποσό των €22.125 (βλ. Τεκ. 3). Η πιο πάνω επιταγή ημερ. 31.1.2012 εκδόθηκε προς όφελος της XXXXX Γεωργίου, η οποία, ως ανέφερε, είναι γραμματέας στο γραφείο του και, αφού εξαργυρώθηκε από την τελευταία, τα χρήματα δόθηκαν σε μετρητά στην εναγόμενη. Το ίδιο ισχύει και για τις επιταγές ημερ. 25.1.2012 και 13.1.2012, οι οποίες εκδόθηκαν στο όνομα του ενάγοντα. Στις άλλες δύο επιταγές δεν αναγράφεται το όνομα του δικαιούχου. Ο ενάγοντας, ως ανέφερε, μετά από παράκληση της εναγομένης, πλήρωσε το ποσό των €520, το οποίο αντιπροσωπεύει αεροπορικά εισιτήρια για να μεταβούν στην Αθήνα αντιπρόσωποι της τελευταίας και παρά την υπόσχεση της ότι θα το εξοφλούσε, παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο (βλ. Τεκ. 4). Η εναγόμενη, ως δήλωσε, για εξόφληση του δανείου των €47.000 εξέδωσε, κατά ή περί τα μέσα του 2012, επιταγή, προς όφελος του ενάγοντα, για το πιο πάνω ποσό, πλην όμως δεν τιμήθηκε κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Μετά από σχετικό αίτημα της εναγομένης, για παράταση του χρόνου αποπληρωμής του πιο πάνω δανείου, για περαιτέρω έξι μήνες, η τελευταία αντικατέστησε την πιο πάνω επιταγή με νέα μεταχρονολογημένη επιταγή, για το ίδιο ποσό, πληρωτέα την 20.12.2012, πλην όμως και αυτή, όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή, δεν εξοφλήθηκε καθότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και παραμένει απλήρωτη μέχρι και σήμερα (βλ. Τεκ. 5). Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι όλες οι πιο πάνω συμφωνίες συνομολογήθηκαν με την εναγόμενη και όχι με τον πατέρα της και αρνήθηκε ότι πλαστογράφησε την επιταγή. Ήταν η θέση του, ότι στα πλαίσια της επιχειρηματικής και συμβατικής σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης, ο πατέρας της τελευταίας παρουσιαζόταν και ενεργούσε για λογαριασμό της και έτσι τον παρουσίαζε. Ο δε λόγος που κατέβαλε τα χρήματα στην τελευταία ήταν για να βοηθήσει την οικογένεια της, κατόπιν παρακλήσεων του πατέρα της και από την πρώτη στιγμή που τη συνάντησε της ξεκαθάρισε ότι με εκείνη θα συνεργαζόταν. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη κατά καιρούς του ζητούσε μέσω του πατέρα της, πάντοτε όμως με τηλεφωνική επιβεβαίωση της ιδίας, επιπλέον δανεικά για πληρωμές υποχρεώσεων της. Έτσι, εξέδωσε στο όνομα του και παρέδωσε στον πατέρα της και σε άλλους αντιπροσώπους της, διάφορες τραπεζικές επιταγές και μετρητά, συνολικού ύψους περίπου €90.000. Από τα ποσά αυτά, ένα μεγάλο μέρος, του επέστρεψε με τέσσερις επιταγές της εταιρείας Baxterno Trading Limited και έτσι παρέμεινε υπόλοιπο, ύψους €50.415, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω. Η ΧΧΧ Δημοσθένους, δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο των εναγόντων, είναι, μεταξύ άλλων, υπεύθυνη για τη φύλαξη των φακέλων. Παρουσίασε στο Δικαστήριο επιστολή δικηγόρου της Δημοκρατίας, με την οποία ενημερωνόταν ο ενάγοντας, ότι η ιδιωτική ποινική υπόθεση με αρ. ΧΧΧ8/2013, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που καταχωρίστηκε εναντίον της εναγομένης, για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, για τους λόγους που εκεί εξηγούνται (βλ. Τεκ. 7). Δ. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την εναγόμενη Η εναγόμενη, ηλικίας περίπου 23 χρονών κατά το έτος 2011, στη μαρτυρία της ανέφερε ότι μετά την αποφοίτηση της από αγγλικό πανεπιστήμιο (βλ. Τεκ. 16 και 17), επέστρεψε στην Κύπρο το Μάρτιο του 2012, όπου και εργοδοτήθηκε στην εταιρεία Forex. Κατά το έτος 2013, της επιδόθηκε η πιο πάνω ιδιωτική ποινική υπόθεση και ζήτησε σχετικές εξηγήσεις από τον πατέρα της, πλην όμως δεν το έπραξε. Έτσι, στις 22.1.2014 κατήγγειλε τον πατέρα της στην αστυνομία ότι, χωρίς την άδεια της, εξέδωσε επιταγή, από το βιβλιάριο επιταγών της, στο όνομα του ενάγοντα, για το ποσό των €47.000. Ήταν η θέση της ότι, ουδέποτε υπέγραψε την επιταγή και ουδέποτε είχε δώσει τέτοιου είδους εξουσιοδότηση στον πατέρα της. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ως ανέφερε, στις 26.3.2014, την απάλλαξε από την πιο πάνω υπόθεση (βλ. Τεκ. 15). Όταν παραπονέθηκε στον πατέρα της, για την πιο πάνω υπόθεση, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι είχε εξοφλήσει το ποσό της επιταγής, των €47.000, μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου του 2012 και της παρέδωσε σχετική κατάσταση (βλ. Τεκ. 18) και επιπρόσθετα, την διαβεβαίωσε ότι πλήρωσε όλα τα ποσά στον ενάγοντα, παραδίδοντας της, μια άλλη κατάσταση (βλ. Τεκ. 19). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, δήλωσε ότι δεν διατηρούσε οποιαδήποτε επιχείρηση αγοράς, πώλησης και εισαγωγής αυτοκινήτων και παρουσίασε καταστάσεις των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (βλ. Τεκ. 14). Ισχυρίστηκε ότι δεν επισκέφθηκε το γραφείο του ενάγοντα κατά το Νοέμβριο του 2011 και δεν συνομολόγησε μαζί του οποιαδήποτε συμφωνία. Ειδικότερα, δήλωσε ότι δεν δανείστηκε από αυτόν το ποσό των €47.000 ή και οποιοδήποτε άλλο ποσό και δεν ζήτησε, από τον ενάγοντα, να πληρώσει οποιοδήποτε αεροπορικό εισιτήριο. Ήταν η θέση της ότι, ουδέποτε παρέλαβε από τον ενάγοντα και δεν εξαργύρωσε την επιταγή των €47.000, για την οποία γίνεται αναφορά, πιο πάνω. Η εναγόμενη, ανέφερε, ότι πριν μεταβεί για σπουδές άνοιξε τραπεζικό λογαριασμό για τα προσωπικά της έξοδα και για να της καταθέτει χρήματα ο πατέρας της. Ισχυρίστηκε, ότι έδωσε άδεια στον πατέρα της να ελέγχει τον πιο πάνω λογαριασμό της και να προβαίνει σε καταθέσεις, καθότι ήταν φοιτήτρια. Δεν τον εξουσιοδότησε να υπογράψει επιταγές από τον πιο πάνω τραπεζικό της λογαριασμό, όπως και έπραξε και αυτός ήταν ο λόγος που τον κατήγγειλε στην αστυνομία. Η ΧΧΧ Χατζηνικολάου (Μ.Υ.1), εργάζεται στο Τμήμα Τελωνείου, στη Λεμεσό. Μετά από έρευνα που διεξήγαγε στο ηλεκτρονικό μητρώο, διαπίστωσε ότι (
- i)η εναγόμενη δεν είναι εγγεγραμμένη ως εισαγωγέας στο Τμήμα Τελωνείου και επιπρόσθετα, (
- ii)από το 2011 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2020 δεν εντόπισε στο ηλεκτρονικό σύστημα οποιαδήποτε εισαγωγή από μέρους της. Επισήμανε ότι ο μόνος που μπορεί να πληρώσει δασμούς και φόρους στο Τελωνείο είναι ο εισαγωγέας ή ο εκτελωνιστής του και δεν λαμβάνουν επιταγές από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Στην περίπτωση που ο εισαγωγέας επιθυμεί να πληρώσει οτιδήποτε στο Τελωνείο πρέπει να έχει κατατεθειμένη εγγύηση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να παραδώσει τραπεζική επιταγή και μπορεί να αφορά τον οποιοδήποτε. Ο ΧΧΧ Σαββίδης (Μ.Υ.5), στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι γνωρίζει τον ενάγοντα για αρκετά χρόνια. Ήταν αυτός που γνώρισε τον ΧΧΧ Καλογήρου, πατέρα της εναγόμενης, στον ενάγοντα, καθότι ο τελευταίος ήθελε να ασχοληθεί με πωλήσεις αυτοκινήτων και ο πρώτος γνώριζε την αγορά. Στην παρουσία του, ο ενάγοντας δάνεισε στον ΧΧΧ Καλογήρου το ποσό των €47.000 και ο τελευταίος του έδωσε μία επιταγή. Αντιλήφθηκε τον ΧΧΧ Καλογήρου να την συμπληρώνει, πλην όμως δεν γνώριζε αν υπήρχε υπογραφή. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για τη γνωριμία των δύο πιο πάνω, προσώπων και έτσι, λίγες μέρες μετά, κατόπιν σχετικής ερώτησης του, ο ενάγοντας του ανέφερε ότι ο ΧΧΧ Καλογήρου έχει εξοφλήσει το πιο πάνω ποσό. Αναγνώρισε ότι πράγματι, έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, στις 27.8.2014 (βλ. Τεκ. 10) και, ως αναφέρεται σ' αυτήν, τα πιο πάνω διαδραματίστηκαν το 2010, χωρίς όμως να είναι βέβαιος. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι, μετά από σχετική απαίτηση του ενάγοντα, μετέβηκε στο Παραλίμνι με τον ΧΧΧ Καλογήρου, με δύο αυτοκίνητα, εκ των οποίων το ένα από αυτά, πωλήθηκε στον ΧΧΧ Καλοψιδιώτη και παρέλαβε επιταγή για το ποσό των €28.000. Την επόμενη ημέρα συναντήθηκε με τον ΧΧΧ Δημητρίου, στο γραφείο του ενάγοντα και κατ' εντολή του τελευταίου, μετέβηκαν στην τράπεζα, όπου εξαργυρώθηκε η πιο πάνω επιταγή. Ολόκληρο το ποσό αυτής, το παρέδωσε στον ΧΧΧ Δημητρίου. Ο ΧΧΧ Παναγιώτη (Μ.Υ.4), στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι είναι ο διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρείας Baxterno Ltd. Αναγνώρισε ότι εξέδωσε δύο επιταγές, για το συνολικό ποσό των €20.000, προς όφελος του ενάγοντα, πληρωτέες το Μάϊο του 2012, κατόπιν σχετικών οδηγιών του ΧΧΧ Καλογήρου, για να αγοράσει πελάτης του, αυτοκίνητο, από τον τελευταίο (βλ. Τεκ. 11). Επιπρόσθετα δε, για τον ίδιο λόγο, εξέδωσε και άλλες επιταγές, γύρω στις €50.000, πλην όμως, δεν θυμόταν αν ήταν όλες στο όνομα του ενάγοντα. Ο ΧΧΧ Καλογήρου, του ανέφερε ότι χρωστούσε λεφτά στον ενάγοντα και γι' αυτό ήθελε να εκδοθούν, στο όνομα του τελευταίου, οι επιταγές. Η ΧΧΧ Στυλιανού (Μ.Υ.6) Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, παρουσίασε την ποινική υπόθεση με αρ. ΧΧΧ8/2013, που καταχωρίστηκε στις 14.1.2013 από τον ενάγοντα, με κατηγορούμενη, την εναγόμενη. Η τελευταία αντιμετώπιζε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, η κατηγορουμένη, κατά ή περί το Νοέμβριο 2011, στη Λεμεσό, εξέδωσε την επιταγή με αρ. ΧΧΧ99, για το ποσό των €47.000, πληρωτέα την 20.12.2012 (βλ. Τεκ. 12). Η εναγόμενη, στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης, απαλλάχθηκε στις 26.3.2014. Ο αν.λοχ.32 Χ. Χαραλάμπους (Μ.Υ.3), υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λεμεσού. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι η εναγόμενη κατά το έτος 2014 κατήγγειλε τον πατέρα της ότι πλαστογράφησε την επιταγή, για το ποσό των €47.000, για την οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω (βλ. Τεκ. 5), αφού προηγουμένως καταχωρήθηκε και της επιδόθηκε ιδιωτική ποινική υπόθεση. Στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης λήφθηκαν καταθέσεις, μεταξύ άλλων και από τους ΧΧΧ Δημητρίου και ΧΧΧ Σαββίδη, τις οποίες παρουσίασε (βλ. Τεκ. 9 και 10, αντίστοιχα). Τα πιο πάνω πρόσωπα, ως ανέφερε, προσήλθαν εθελούσια, στην Αστυνομία και τον ζήτησαν. Στις 19.3.2014 δόθηκαν οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία όπως καταχωρηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του πατέρα της, σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και όπως γίνουν περαιτέρω εξετάσεις. Στις 15.7.2016 δόθηκαν εκ νέου οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία, όπως η υπόθεση ταξινομηθεί ως μη αστυνομικής φύσης και η επιταγή να δοθεί στον ενάγοντα. Ο ΧΧΧ Μαρκίδης (Μ.Υ.7), είναι δικαστικός γραφολόγος και, ως ανέφερε, στις 6.11.2019 έλαβε εντολή από το δικηγόρο της εναγόμενης όπως διενεργήσει γραφολογική εξέταση της γραφής/συμπλήρωσης και υπογραφής εκδότη στην επίδικη επιταγή και σύγκριση της με αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής της εναγόμενης. Έτσι, στις 13.11.2019 μετέβη στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες γραφολογικές εξετάσεις της πρωτότυπης επίδικης επιταγής. Ο δικηγόρος του ενάγοντα, του ανέφερε ότι ο τελευταίος, αν και παρέλαβε την πρωτότυπη επιταγή από την αστυνομία, εντούτοις δεν κατέστη δυνατό να την εντοπίσει και ότι βρήκε μόνο ακριβές, έγχρωμο αντίγραφο της πρωτότυπης επιταγής. Έτσι, φωτογράφησε την επιταγή (βλ. Τεκ. 5). Επίσης, την ίδια ημέρα, στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της εναγομένης, έλαβε από την τελευταία δείγματα γραφής και υπογραφής, ως επίσης φωτογράφησε, από προσωπικό της σημειωματάριο, έξι δείγματα υπογραφής, ανύποπτου χρόνου. Αντεξεταζόμενος όμως, ανέφερε ότι το συγκεκριμένο σημειωματάριο δεν είχε χρονολογία και όταν ρώτησε την εναγόμενη σχετικά, η τελευταία δεν μπορούσε να του προσδιορίσει το χρονικό διάστημα που κάλυπτε το συγκεκριμένο σημειωματάριο. Μετά από τις εξετάσεις που διενήργησε, ετοίμασε σχετική έκθεση (βλ. Τεκ. 13). Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ενόψει των διαφορών που παρουσιάζονται, και για τις οποίες έκανε σχετική αναφορά, η αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη στην επιταγή (βλ. Τεκ. 5), δεν είναι γνήσια υπογραφή της εναγόμενης αλλά είναι αποτέλεσμα προσπάθειας απομίμησης ή αντιγραφής της γνήσιας υπογραφής της, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της. Επίσης, η αμφισβητούμενη γραφή/συμπλήρωση στην επιταγή (βλ. Τεκ. 5), δεν γράφηκε από την εναγόμενη. Αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει από το φωτοαντίγραφο της επιταγής, κατά πόσο η τελευταία πλαστογραφήθηκε, ώστε να φαίνεται ως ημερομηνία πληρωμής ο Δεκέμβριος του 2012 αντί ο Δεκέμβριος του 2011. Η συγκεκριμένη εξέταση, ως ανέφερε, γίνεται κάτω από την επίδραση υπέρυθρης ακτινοβολίας για να διαπιστωθεί η οποιαδήποτε τυχόν επέμβαση αλλοίωσης και στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είχε στην κατοχή του το πρωτότυπο έγγραφο. Η ΧΧΧ Μούντη (Μ.Υ.2), εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Παρουσίασε στο Δικαστήριο επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ελλάδας, ημερ. 16.9.2011, συνοδευόμενη από κλητήριο θέσπισμα, δηλαδή κλήση κατηγορουμένου για εμφάνιση του ενάγοντα ενώπιον των ελληνικών αρχών, η οποία παραλήφθηκε στις 5.10.2011. Ε. Η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας Απαραίτητη είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας για την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Το Δικαστήριο θα αναφερθεί εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσει ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρεί ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγείται πιο πάνω ήταν διαφορετική, το Δικαστήριο θα καλείτο να εξετάσει πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B160, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητα τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε και με θεωρίες που ευφάνταστα μπορούν να προωθηθούν. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την παράβαλε και διεύρυνε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέτει ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό στο να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν. Ηροδότου και άλλων
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Ο ενάγοντας, με βάση τα όσα ισχυρίστηκε, σε διαφορετικές περιπτώσεις παραχώρησε στην εναγόμενη δάνεια ή και πιστωτικές διευκολύνσεις, (
- i)για το ποσό των €47.000 και προς τούτο εξέδωσε, κατά ή περί το Νοέμβριο του 2011, προς όφελος της, επιταγή και κατέβαλε και το ποσό των €43,40, ως προμήθεια της τράπεζας, (
- ii)για το ποσό των €40.000, το οποίο κατέβαλε στο διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου, αφού εκδόθηκαν τραπεζικές επιταγές και επιπλέον πλήρωσε και το ποσό των €62,70, ως προμήθεια της τράπεζας, (iii) για το ποσό των €50.415 και τέλος (
- iv)για το ποσό των €520, το οποίο αφορά αεροπορικά εισιτήρια, αντιπροσώπων της εναγομένης. Έτσι, αξιώνει το συνολικό ποσό των €138.041,10. Με βάση τα όσα ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, αυτός δάνεισε στην εναγόμενη, σε διάφορες περιπτώσεις, μεγάλα χρηματικά ποσά, ως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω. Δήλωσε δε ότι, ο λόγος που το έπραξε ήταν για να βοηθήσει την οικογένειά της, λόγω των παρακλήσεων του πατέρα της, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν πτωχεύσας. Δεν καθόρισε τη σχέση του, με την οικογένεια της εναγόμενης, η οποία, κατ' ισχυρισμόν, ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για τη δανειοδότηση της τελευταίας. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη ασχολείται με επιχείρηση εισαγωγών και πώλησης αυτοκινήτων, ως συνέχεια της επιχείρησης του πατέρα της που, λόγω της πτώχευσής του αλλά και για άλλους λόγους, δεν μπορούσε να εμπορεύεται. Δεν γνώριζε που βρισκόταν η κατ' ισχυρισμόν επιχείρηση της εναγόμενης, δηλαδή του προσώπου που δανειοδότησε χιλιάδες ευρώ σε διάφορες περιπτώσεις. Όταν ρωτήθηκε, κατά πόσο έχει οποιοδήποτε έγγραφο, το οποίο να καταδεικνύει ότι πράγματι η εναγόμενη έχει τέτοιες δραστηριότητες, απέφυγε ν' απαντήσει. Επί τούτου, ουσιαστικά, ανέγνωσε μέρος της γραπτής του δήλωσης, η οποία όμως δεν απαντά στο πιο πάνω ερώτημα που του τέθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης. Αρχικά, ο ενάγοντας, δεν ήταν σε θέση να καθορίσει χρονικά, πότε, για πρώτη φορά, συνάντησε την εναγόμενη. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης, δήλωσε ότι την εναγόμενη, τη συνάντησε μόνο σε μία περίπτωση, στην παρουσία του πατέρα της, και μετά είχαν τηλεφωνικές επικοινωνίες. Δεν γνώριζε την ηλικία της και δεν ήταν σε θέση να περιγράψει το άτομο το οποίο, κατ' ισχυρισμό, δανειοδότησε αρκετές χιλιάδες ευρώ, σε διάφορες περιπτώσεις. Πέραν δε τούτου, όταν ρωτήθηκε, κατά πόσο γνώριζε εάν η εναγόμενη είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει τα ισχυριζόμενα δάνεια, απέφυγε ουσιαστικά ν' απαντήσει, επαναλαμβάνοντας, τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, ότι ο λόγος που έδωσε τα χρήματα σ' αυτήν ήταν ουσιαστικά για να βοηθήσει την οικογένειά της. Ένα τόσο ουσιαστικό ερώτημα, απέφυγε ν' απαντήσει και να δώσει σαφείς και πειστικές εξηγήσεις. Οι ισχυρισμοί του, όχι μόνο δεν ήταν πειστικοί, αλλά ήταν γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ο ενάγοντας, στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι κατά ή περί το Νοέμβριο του 2011, κατόπιν σχετικής συμφωνίας παραχώρησε στην εναγόμενη δάνειο, για το ποσό των €47.000 και προς τούτο εξέδωσε, στο όνομά της, επιταγή για το πιο πάνω ποσό, με ημερομηνία πληρωμής 25.11.2011, την οποία εξαργύρωσε (βλ. Τεκ. 1). Η δε εναγόμενη, ως ανέφερε, θα εξοφλούσε, το πιο πάνω ποσό, εντός έξι μηνών. Για εξόφληση του πιο πάνω δανείου, ως ανέφερε, του δόθηκε, περί τα μέσα του 2012, η πρώτη επιταγή. Όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα, δεν τιμήθηκε. Η εναγόμενη επικοινώνησε μαζί του και ακολούθως τον επισκέφθηκε ο πατέρας της, στο γραφείο του και του ζητήθηκε παράταση έξι μηνών. Αφού συμφώνησε με την εναγομένη, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία, η τελευταία του ανέφερε ότι θα του αποστείλει, με αντιπρόσωπο της, μια άλλη επιταγή και έτσι, του παραδόθηκε η επίδικη, δεύτερη επιταγή, για το ποσό των €47.000, με ημερομηνία πληρωμής 20.12.2012 (βλ. Τεκ. 5). Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα αλλά και τη μαρτυρία, της πρωτοκολλητή ΧΧΧ Στυλιανού, η οποία γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω, ο ενάγοντας στις 14.1.2013 καταχώρισε, εναντίον της εναγομένης, την ιδιωτική ποινική υπόθεση με αρ. ΧΧΧ8/2013. Η τελευταία αντιμετώπιζε το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, η κατηγορούμενη, κατά ή περί το Νοέμβριο του 2011, εξέδωσε την επιταγή ΧΧΧ99, για το ποσό των €47.000. Η επιταγή, στην οποία γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες της πιο πάνω κατηγορίας, πρόκειται για την επίδικη. Καμία πειστική εξήγηση δόθηκε, γιατί στο κατηγορητήριο που καταχώρισε ο ενάγοντας, αναγράφεται, ως ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής, ο Νοέμβριος του 2011, ενώ, με βάση τα όσα ο ίδιος ανέφερε, η επιταγή εκδόθηκε περί τα μέσα του 2012. Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι η δεύτερη επιταγή, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι έγχρωμο φωτοαντίγραφο και δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση στην κατάθεσή της. Αναγνώρισε ότι είχε στην κατοχή του το πρωτότυπο της επιταγής (βλ. Τεκ. 5). Όταν του ζητήθηκε να την παρουσιάσει, για να μπορέσει η εναγόμενη να προβεί σε γραφολογική εξέταση, αφού αμφισβητούσε ότι πρόκειται για δεύτερη επιταγή και πρόβαλλε ότι παραποιήθηκε η ημερομηνία πληρωμής της, δεν μπορούσε να το πράξει, καθότι δεν την είχε μαζί του και δεσμεύτηκε να την παρουσιάσει σε μεταγενέστερο στάδιο, πράγμα το οποίο τελικά δεν έγινε. Στο στάδιο αυτό υπενθυμίζεται ότι, με βάση τα όσα ανέφερε, ο γραφολόγος ΧΧΧ Μαρκίδης, όταν μετέβηκε στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα στις 13.11.2019, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες γραφολογικές εξετάσεις της πρωτότυπης, επίδικης, επιταγής, του αναφέρθηκε ότι ο ενάγοντας, αν και παρέλαβε την πρωτότυπη επιταγή από την αστυνομία, εντούτοις δεν κατέστη δυνατό να την εντοπίσει και ότι βρήκε μόνο ακριβές, έγχρωμο, αντίγραφο της. Ο ΧΧΧ Μαρκίδης, με βάση τα όσα ανέφερε, δεν ήταν σε θέση, για τους λόγους που εξήγησε, να εξετάσει κατά πόσο αλλοιώθηκε η ημερομηνία πληρωμής της επίδικης επιταγής, καθότι επρόκειτο για έγχρωμο φωτοαντίγραφο. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι, ζήτησε από την εναγόμενη να του βρει από το εξωτερικό αριθμό μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και να του τα παραδώσει στη Λεμεσό, αφού στο μεταξύ συμφωνήσουν την τιμή. Και πάλιν οι πιο πάνω σχετικές αναφορές του, είναι γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες. Ακολούθως, ως ανέφερε, η τελευταία, σε τρεις περιπτώσεις, κατά τον Ιανουάριο του 2012, τον ενημέρωσε ότι ήλθαν στην Κύπρο τα αυτοκίνητα που του ζήτησε και τον κάλεσε να πληρώσει €40.000, προς το διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου Λεμεσού, το οποίο αντιπροσώπευε τους φόρους εισαγωγής. Έτσι, κατέβαλε το πιο πάνω συνολικό ποσό, με τρεις τραπεζικές επιταγές που εκδόθηκαν, κατά τον Ιανουάριο του 2012, στο Τμήμα Τελωνείου (βλ. Τεκ. 2). Ο ενάγοντας δήλωσε ότι η εναγόμενη, κατά καιρούς, του ζητούσε επιπλέον δανεικά για πληρωμές υποχρεώσεών της, συναφών με την απασχόλησή της, καθώς και για προσωπικούς λόγους και, προς τούτο, εξέδιδε και παρέδιδε στην ίδια και σε αντιπροσώπους της, σε διάφορες ημερομηνίες, τραπεζικές επιταγές και μετρητά, συνολικού ύψους €50.415. Μετά από έλεγχο, εντόπισε πέντε αντίγραφα σχετικών επιταγών, συνολικού ύψους €22.125 (βλ. Τεκ. 3). Στις επιταγές που παρουσίασε και που σχετίζονται με το κατ' ισχυρισμό δάνειο των €50.415, δεν αναγράφεται, ως δικαιούχος, η εναγόμενη. Οι δύο, εκδόθηκαν στο όνομα του ενάγοντα, η μία στο όνομα της ΧΧΧ Γεωργίου, γραμματέας του τελευταίου και στις άλλες δύο δεν καταγράφεται το όνομα του δικαιούχου. Τα υπόλοιπα τα έδινε σε μετρητά και λεπτομέρειες, ως ανέφερε, κρατούσε το λογιστήριο του γραφείου του. Παρά τον ισχυρισμό του, ότι διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό στο σύστημα που διατηρούσε, καταγράφοντας τις πληρωμές και εισπράξεις προς και από την εναγόμενη, εντούτοις, δικαιωματικά, δεν τον παρουσίασε. Όταν δε του ζητήθηκε να καθορίσει χρονικά, πότε η εναγόμενη του ζητούσε επιπλέον δανεικά, παρέλειψε να το πράξει. Ουσιαστικά, επί τούτου, ανέγνωσε μέρος της γραπτής του δήλωσης, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, στην οποία όμως δεν καθορίζεται ο χρόνος. Οι σχετικές αναφορές του ήταν γενικές, αόριστες, ατεκμηρίωτες και πέρα δε τούτου, απέφυγε να απαντήσει στο πιο πάνω ουσιαστικό ερώτημα. Και κάτι ακόμη. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι για το δάνειο των €40.000, εξέδωσε επιταγές προς όφελος του Τμήματος Τελωνείου, καθότι ήθελε να δείξει «.ότι αυτά τα χρήματα, όπως έχω πει στην παράγραφο 8, βγήκαν από τραπεζική επιταγή για να φανεί το ύψος των χρημάτων που της έχω δώσει . δανείσει για να πληρώσει τους φόρους.» Γιατί δεν έπραξε κάτι ανάλογο και με το κατ' ισχυρισμό δάνειο των €50.415, αφού σ' αυτό, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, εξέδιδε επιταγές στο όνομα της γραμματέας του, του ιδίου, ως επίσης παρέδιδε μετρητά στην εναγόμενη. Καμία πειστική εξήγηση έδωσε. Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του ανέφερε ότι κατά καιρούς η εναγόμενη του ζητούσε, μέσω του πατέρα της, πάντοτε όμως με τηλεφωνική επιβεβαίωση της ιδίας, δανεικά για πληρωμές υποχρεώσεων. Έτσι, ο ενάγοντας εξέδιδε στο όνομα του και παρέδιδε στον πατέρα της και σε άλλους αντιπροσώπους της, επιταγές της Alpha Bank και μετρητά, ύψους περίπου €90.000. Από το ποσό αυτό, ένα μεγάλο μέρος επιστράφηκε με τέσσερις επιταγές της εταιρείας Baxterno Trading Ltd, και έτσι παρέμεινε το ποσό των €50.415, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω. Αναγνώρισε ότι καταβλήθηκε σ' αυτόν το ποσό των €40.000, από την πιο πάνω εταιρεία και τα χρήματα ήταν έναντι του χρέους που, κατά καιρούς, έδιδε στην εναγόμενη. Ακόμη και αν έτσι είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, καμία εξήγηση έδωσε γιατί δεν αφαίρεσε το πιο πάνω ποσό, από το αρχικό δάνειο των €47.000. Ο ενάγοντας δήλωσε ότι, μετά από παράκληση της εναγομένης, πλήρωσε το ποσό των €520, το οποίο αντιπροσωπεύει αεροπορικά εισιτήρια, για μετάβαση αντιπρόσωπων της στην Αθήνα και προς τούτο παρουσίασε τιμολόγιο, ημερ. 20.1.2012 και εισιτήρια, στο όνομα ΧΧΧ Θεοφάνους και ΧΧΧ Καλογήρου (βλ. Τεκ. 4). Το πιο πάνω ποσό, ως ισχυρίστηκε, δεν καταβλήθηκε από την εναγόμενη, παρά την υπόσχεσή της. Παρά ταύτα όμως, συνέχισε να παραχωρεί, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, δάνεια σ' αυτήν για πολύ μεγαλύτερα ποσά. Καμία πειστική εξήγηση έδωσε περί τούτου αλλά και για τη λογική συνέχεια των πραγμάτων. Όταν ρωτήθηκε, αντεξεταζόμενος, δεν θυμόταν κατά πόσο η εναγόμενη του αποκάλυψε το σκοπό μετάβασης, των πιο πάνω προσώπων, στο εξωτερικό. Όταν του υποβλήθηκε, ότι έδωσε το κλητήριο θέσπισμα των ελληνικών αρχών (βλ. Τεκ. 7), στον πατέρα της εναγόμενης, για να μεταβεί στην Αθήνα με σκοπό να του διευθετήσει την υπόθεση, το αρνήθηκε. Επιπρόσθετα δε, αμφισβήτησε τη γνησιότητα του πιο πάνω εγγράφου, κάτι το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αδιαμφισβήτητη και αξιόπιστη μαρτυρία της ΧΧΧ Μούντη. Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του ανέφερε ότι, πέραν των πιο πάνω, η εναγόμενη και οι συνεργάτες της, έλαβαν αριθμό αυτοκινήτων για λογαριασμό του, εκτιμημένης αξίας €17.000 περίπου, χωρίς όμως αυτά ή το αντίτιμό τους να του παραδοθούν. Το τελευταίο αυτό ποσό, το οποίο αξιωνόταν, εγκαταλείφθηκε από μέρους του συνηγόρου του ενάγοντα, στο στάδιο της επανεξέτασής του. Τα όσα περί τούτου ανέφερε, και πάλιν πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Όταν, όμως ρωτήθηκε σχετικά, δεν θυμόταν τι αυτοκίνητα παράγγειλε και την τιμή που συμφωνήθηκε. Η όλη παρουσία του ενάγοντα, στο εδώλιο του μάρτυρα, δεν ήταν πειστική και κατ' επέκταση θετική. Η μαρτυρία του ήταν γενική, αόριστη, ατεκμηρίωτη και όπως υποδεικνύεται ανωτέρω, ήταν νεφελώδης και χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις, ταλαντεύσεις και υπεκφυγές. Προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, να στοιχειοθετήσει την απαίτηση του, καταφεύγοντας σε ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του, σε όση έκταση δεν συνάδει με τους κοινά αποδεκτούς δικογραφημένους ισχυρισμούς και την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, δεν γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία της ΧΧΧ Δημοσθένους, δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο του δικηγόρο του ενάγοντα, περιστράφηκε ουσιαστικά στο ότι ο Γενικός Εισαγγελέας πληροφόρησε, με επιστολή του, τον ενάγοντα, την απόφαση του να αναστείλει την ποινική δίωξη με αρ. ΧΧΧ8/2013, του Ε.Δ. Λεμεσού, για τους λόγους που εκεί εξηγούνται (βλ. Τεκ. 7). Η μαρτυρία της, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ανεξάρτητα όμως, από το εν λόγω γεγονός, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθ' οιονδήποτε τρόπο και συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της. Η εναγόμενη, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι κατά το έτος 2011 ήταν ηλικίας περίπου 23 ετών και επέστρεψε στην Κύπρο από τις σπουδές της το Μάρτιο του 2012, όπου εργοδοτήθηκε στην εταιρεία Forex. Ήταν η θέση της, ότι ουδέποτε ασχολήθηκε με επιχείρηση εισαγωγής και πώλησης αυτοκινήτων και δεν συνομολόγησε οποιαδήποτε συμφωνία δανείου με τον ενάγοντα. Η μαρτυρία της ΧΧΧ Χατζηνικολάου, υπαλλήλου του Τελωνείου, γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω. Η τελευταία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η εναγόμενη δεν είναι εγγεγραμμένη ως εισαγωγέας στο Τμήμα Τελωνείου και από το 2011 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2020 δεν εντόπισε οποιαδήποτε εισαγωγή από μέρους της. Η εναγόμενη, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι ουδέποτε υπέγραψε την επίδικη επιταγή και δεν έδωσε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση στον πατέρα της. Ως ανέφερε, του έδωσε άδεια να ελέγχει τον τραπεζικό της λογαριασμό και οποτεδήποτε χρειαζόταν χρήματα να προβαίνει σε καταθέσεις καθότι ήταν φοιτήτρια. Δεν τον εξουσιοδότησε να υπογράψει επιταγές από το λογαριασμό της. Η πιο πάνω θέση της όμως, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Ειδικότερα, ως αναφέρεται στην έκθεση υπεράσπισης της, παραχωρήθηκε στον πατέρα της «πραγματική και/ή φαινόμενη εξουσιοδότηση (apparent or ostensible authority) να διαχειρίζεται τον τραπεζικό της λογαριασμό για διευκόλυνση των τραπεζικών συναλλαγών, στα πλαίσια της εργασίας του ΧΧΧ Καλογήρου». Επιπρόσθετα δε, ως αναφέρεται στην έκθεση υπεράσπισης, κατά ή περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2011 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου για το ποσό των €47.000, μεταξύ του πατέρα της και του ενάγοντα και όπως αυτό αποπληρωθεί εντός έξι μηνών. Ως αποτέλεσμα της εν λόγω συμφωνίας, ο πατέρας της, δρώντας υπό την πιο πάνω εξουσιοδότηση η οποία του παραχωρήθηκε από την εναγόμενη, κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2011 υπέγραψε επιταγή, εκδοθείσα από τον τραπεζικό λογαριασμό της τελευταίας, για το πιο πάνω ποσό (βλ. παρ. 3 της έκθεσης υπεράσπισης). Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται σε αυτήν (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, Παφίτης κ.ά. ν. Κακουρή κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154 και Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. ν. Χρίστου Παπαμιθχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549). Συνεπώς, η μαρτυρία της, σε όση έκταση έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους της ισχυρισμούς, δεν γίνεται αποδεκτή. Περαιτέρω δε, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, ανέφερε ότι, όταν παρέλαβε την πιο πάνω ιδιωτική ποινική υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον της, παραπονέθηκε στον πατέρα της και ο τελευταίος της δήλωσε ότι έχει εξοφλήσει το ποσό της επιταγής των €47.000 στον ενάγοντα, παραδίδοντας της, σχετική κατάσταση και επιπρόσθετα τη διαβεβαίωσε ότι πλήρωσε όλα τα οφειλόμενα από αυτόν, ποσά, παραδίδοντας της, μια άλλη κατάσταση. Επισημαίνεται ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής (βλ. άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Ειδικότερα μεταξύ άλλων παραγόντων που καθορίζει το άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου, λαμβάνεται, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει την εξ ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο στην εξ' ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου). Η πρωτογενής μαρτυρία, ιδιαίτερα όπου αυτή μπορεί να παρασχεθεί χωρίς πρόβλημα, η κλήτευση και παρουσία των προσώπων που προέβηκαν στις αρχικές δηλώσεις, προσφέρει στο Δικαστήριο την μοναδική ευκαιρία να την κρίνει υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα από την εξέταση και αντεξέταση όπου οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32
(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (βλ. Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd.
(2012)1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016. Στην προκείμενη περίπτωση η εναγόμενη δεν κάλεσε ως μάρτυρα τον πατέρα της και δεν έχει καταδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία. Η υπεράσπιση θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Εν κατακλείδι, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, αλλά και τους υπόλοιπους παράγοντες που καθορίζονται στο άρθρο 27 του πιο πάνω Νόμου, για την αποδοχή ή μη εξ ακοής μαρτυρίας, δεν προσδίδεται οποιανδήποτε βαρύτητα σ' αυτήν και συνακόλουθα δεν γίνονται αποδεκτά, το τι ανέφερε ο πατέρας της εναγόμενης στην τελευταία, ως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω και καμία βαρύτητα δίνεται στις σχετικές καταστάσεις που παρουσιάστηκαν από την εναγόμενη (βλ. Τεκ. 18 και 19). Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη κατήγγειλε τον πατέρα της στην αστυνομία καθότι πλαστογράφησε την υπογραφή της. Στην έκθεση υπεράσπισης της, ρητά αναφέρεται ότι ο πατέρας της υπέγραψε την επιταγή με την πιο πάνω εξουσιοδότησή της. Όπως έχει νομολογηθεί, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει. Αυτή η δυνατότητα, επιλογής μερών μαρτυρίας, προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο. Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, σελ. 278 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 754). Στην υπό εξέταση περίπτωση, η εναγόμενη δεν περιέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις, ικανές να συνθλίψουν στην ολότητα, τη μαρτυρία της. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση της ότι δεν διατηρούσε οποιαδήποτε επιχείρηση αγοράς, πώλησης και εισαγωγής αυτοκινήτων και επιπρόσθετα ότι δεν συνομολόγησε οποιαδήποτε συμφωνία με τον ενάγοντα. Αντιθέτως, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν γίνονται αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της, που έρχονται σε αντίθεση με το δικόγραφό της ως επίσης και η πιο πάνω εξ ακοής μαρτυρία που προσκομίστηκε. Τα τελευταία όμως, δεν είναι ικανά να καταρρίψουν στην ολότητα, την ουσιαστική της μαρτυρία. Ο ΧΧΧ Σαββίδης, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, είναι το πρόσωπο που γνώρισε τον πατέρα της εναγομένης με τον ενάγοντα, καθότι ο τελευταίος ήθελε να ασχοληθεί με πωλήσεις αυτοκινήτων και ο πρώτος γνώριζε την αγορά. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, ο ενάγοντας δάνεισε τον ΧΧΧ Καλογήρου, το ποσό των €47.
- Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλ. Τεκ. 10), δήλωσε, χωρίς να είναι βέβαιος, ότι κατά το έτος 2010 ήταν που συνομολογήθηκε η πιο πάνω συμφωνία δανείου. Ήταν η θέση του, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για τη γνωριμία των δύο πιο πάνω προσώπων, 3 - 5 περίπου μέρες μετά την πιο πάνω συμφωνία, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ενάγοντα και μετά από σχετική ερώτηση του, ο τελευταίος του ανέφερε ότι ο ΧΧΧ Καλογήρου τον εξόφλησε. Σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην έκθεση υπεράσπισης, η πρώτη επιταγή εξοφλήθηκε στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ Δεκεμβρίου του 2011 και της λήξης της προθεσμίας των έξι μηνών, που συμφωνήθηκε για αποπληρωμή του δανείου, με επιταγές που εκδόθηκαν από την εταιρεία Baxterno Trading Ltd. Πέραν δε τούτου, με βάση τα όσα ανέφερε ο ΧΧΧ Παναγιώτη, διευθυντής της πιο πάνω εταιρείας, τη μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο αποδέχεται για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω, μεταξύ άλλων εξέδωσε δύο επιταγές προς όφελος του ενάγοντα, πληρωτέες το Μάϊο του
- Για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα, το οποίο εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό εξόφληση της επιταγής, ο μάρτυρας κατέφυγε σε ισχυρισμό, ο οποίος κατ' ελάχιστον κατατάσσεται ως μη πειστικός. Συνεπώς, η πιο πάνω αναφορά του ΧΧΧ Σαββίδη, ότι λίγες μέρες μετά την συνομολόγηση της συμφωνίας, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ενάγοντα και ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι εξοφλήθηκε η επιταγή, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πέραν δε τούτου, το πιο πάνω πρόσωπο, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, απέκλεισε να ειδοποιήθηκε είτε από τον ενάγοντα είτε από τον ΧΧΧ Καλογήρου για να μεταβεί στην αστυνομία να δώσει κατάθεση (βλ. Τεκ. 10). Το έπραξε, ως ανέφερε, αφού κλήθηκε από την αστυνομία. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ανέφερε ο αν.λοχ. Χ. Χαραλάμπους, τη μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο αποδέχεται, για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω, ότι ο ΧΧΧ Σαββίδης προσήλθε από μόνος του στην αστυνομία και έτσι του έλαβε κατάθεση. Η όλη παρουσία του ΧΧΧ Σαββίδη στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του. Ο ΧΧΧ Παναγιώτη, διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρείας Baxterno Ltd, αναγνώρισε ότι πράγματι, κατά το Μάϊο του 2012, εξέδωσε δύο επιταγές, για το συνολικό ποσό των €20.000, προς όφελος του ενάγοντα, για ν' αγοράσει πελάτης του αυτοκίνητο από τον πατέρα της εναγομένης και, για τον ίδιο λόγο, εξέδωσε και άλλες επιταγές, γύρω στις €50.000, πλην όμως δεν θυμόταν αν ήταν όλες στο όνομα του ενάγοντα. Το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Παρέθεσε τα γεγονότα όπως τα γνώριζε και θυμόταν. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι, ο πατέρας της εναγόμενης του δήλωσε, ότι χρωστούσε λεφτά στον ενάγοντα και γι' αυτό ήθελε να εκδοθούν, στο όνομα του τελευταίου, οι επιταγές. Το τι ανέφερε ο πατέρας της εναγομένης στον ΧΧΧ Παναγιώτη, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η υπεράσπιση δεν κάλεσε ως μάρτυρα τον ΧΧΧ Καλογήρου, πατέρα της εναγομένης, και δεν έχει καταδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία. Η υπεράσπιση θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και τους υπόλοιπους παράγοντες που καθορίζονται στο άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, δεν προσδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα και δεν γίνεται αποδεκτό το τι ανέφερε ο ΧΧΧ Καλογήρου στον ΧΧΧ Παναγιώτη, ως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω, σ' αντίθεση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του. Ο ΧΧΧ Μαρκίδης, με βάση τα προσόντα, ιδιότητα και εμπειρία, είναι εμπειρογνώμονας, γραφολόγος και η μαρτυρία του προσεγγίζεται ως η νομολογία επιτάσσει (βλ. Anastasiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 92, Ευαγγέλου ν. Αμπίζα
(1982)1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1992)1 A.A.Δ. 446, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65, Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα, με την οποία μάρτυρες πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντά τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης (βλ. κατ' αναλογία Μιτσιγιώργη κ.ά. ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1814. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2004), στη σελ. 2183, αναφέρονται τα ακόλουθα, σε σχέση με το καθήκον των πραγματογνωμόνων όταν αυτοί καταθέτουν υπό αυτή τους, την ιδιότητα ενώπιον Δικαστηρίου: "The duty of the expert witness is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the judge or jury to form their own independent judgment by the application of those criteria to the facts proved in evidence;" Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι στις 13.11.2019, μετά από οδηγίες, μετέβηκε στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες γραφολογικές εξετάσεις της επίδικης, πρωτότυπης, επιταγής. Ο δικηγόρος του ενάγοντα του ανέφερε ότι ο τελευταίος, αν και παρέλαβε την πρωτότυπη επιταγή από την αστυνομία, εντούτοις δεν κατέστη δυνατό να την εντοπίσει και ότι βρήκε μόνο ακριβές, έγχρωμο αντίγραφο της πρωτότυπης επιταγής, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασής του. Μετά από εξετάσεις που διενήργησε, διαπίστωσε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή του εκδότη, στην επίδικη επιταγή (βλ. Τεκ. 5), δεν είναι γνήσια υπογραφή της εναγομένης και επιπρόσθετα, η αμφισβητούμενη γραφή/συμπλήρωση στην επιταγή, δεν γράφτηκε από την τελευταία. Για να καταλήξει, στο πιο πάνω συμπέρασμά του, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και έξι δείγματα υπογραφής της εναγομένης, ανύποπτου χρόνου. Παρά την πιο πάνω σχετική, αρχική δήλωσή του, αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο ήταν ανύποπτου χρόνου οι συγκεκριμένες υπογραφές που έλαβε υπόψη του, για να εξάγει το πιο πάνω συμπέρασμά του. Επιπρόσθετα δε, στην έκθεση του ρητά αναφέρει ότι το πόρισμα του «. δίδεται με την επιφύλαξη του φωτοαντιγράφου. Θα είμαι σε θέση να εκφέρω απόλυτη γνώμη, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, όταν θα έχω την ευκαιρία να εξετάσω την πρωτότυπη επιταγή .» Παρά την πιο πάνω επιφύλαξη του, εντούτοις, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, δήλωσε ότι για το αποτέλεσμα του, ήταν απόλυτα βέβαιος. Καμία πειστική εξήγηση έδωσε, για την μετατροπή του ενδοιασμού, που καταγράφεται στην έκθεση του, σε απόλυτη βεβαιότητα, στο στάδιο της μαρτυρίας. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, τα συμπεράσματα του, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του, δεν είναι ασφαλή. Το Δικαστήριο, όμως, αποδέχεται τη μαρτυρία του ότι, όταν μετέβηκε στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντα, και παρά το γεγονός ότι ζήτησε την επιταγή, δεν του δόθηκε. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός, ουσιαστικά, παρέμεινε αδιαμφισβήτητος από τον ενάγοντα. Στο στάδιο τούτο υπενθυμίζεται ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, εκ μέρους του ενάγοντα, ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε και συμπληρώθηκε στην παρουσία του από την εναγομένη. Εκείνο που ουσιαστικά προβάλλεται από το δικόγραφο της υπεράσπισης, είναι ότι η επίδικη επιταγή δεν πρόκειται για δεύτερη, ξεχωριστή επιταγή, ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, η οποία αντικατέστησε την πρώτη, αλλά πρόκειται για την ίδια επιταγή που εκδόθηκε κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2011 και, ως αναφέρεται, αυτή παραποιήθηκε και/ή πλαστογραφήθηκε, για να φαίνεται ότι εκδόθηκε κατά/ή περί το Δεκέμβριο του 2012, αντί το Δεκέμβριο του 2011. Η δε πρώτη επιταγή, ως αναφέρεται, υπογράφηκε από τον πατέρα της εναγομένης, δρώντας υπό την εξουσιοδότηση που του παραχωρήθηκε από την τελευταία. Ο αν.λοχ.32 Χ. Χαραλάμπους, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η εναγόμενη κατήγγειλε τον πατέρα της ότι πλαστογράφησε την επίδικη επιταγή και, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, προσήλθαν στην αστυνομία οι ΧΧΧ Δημητρίου και ΧΧΧ Σαββίδης και έδωσαν καταθέσεις, τις οποίες παρουσίασε (βλ. Τεκ. 9 και 10). Ο ΧΧΧ Σαββίδης, κλήθηκε από την εναγόμενη και έδωσε μαρτυρία, σε αντίθεση με τον ΧΧΧ Δημητρίου. Δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι ο τελευταίος δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία. Η υπεράσπιση θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Συνεπώς, για τους ίδιους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στο τι αναφέρει στην κατάθεσή του ο ΧΧΧ Δημητρίου. Ο πιο πάνω μάρτυρας, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του, καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του πλην όμως, για τους λόγους που εξηγούνται, δεν προσδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στο τι ανέφερε ο ΧΧΧ Δημητρίου στην κατάθεσή του. Η μαρτυρία των, ΧΧΧ Στυλιανού, πρωτοκολλητή, ΧΧΧ Χατζηνικολάου, υπαλλήλου στο Τμήμα Τελωνείου και της ΧΧΧ Μούντη, υπαλλήλου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης. Η μαρτυρία των τριών πιο πάνω προσώπων, ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω γεγονός, δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθ' οιονδήποτε τρόπο και, συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία τους. Στ. Συμπεράσματα - Ευρήματα Ο ενάγοντας, με το αιτητικό της έκθεσης απαίτησης, αξιώνει το συνολικό ποσό των €138.041,10, για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη, δυνάμει των σχετικών συμφωνιών. Η αξίωση δεν εδράζεται σε επιταγή, πλην όμως επισημαίνεται ότι στην έκθεση απαίτησης ρητά αναφέρεται ότι η εναγόμενη κατά ή περί τα μέσα του 2012 εξέδωσε την επίδικη επιταγή, για εξόφληση του δανείου των €47.000, πλην όμως αυτή δεν τιμήθηκε. Όπως έχει νομολογηθεί, η μη επίκληση στην αξίωση, δεν συνιστά κώλυμα στην απόδοση θεραπείας, η οποία, δικαιολογείται από τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης και που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Αλκιβιάδη ν. The Philips College Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 310/2011, ημερ. 21.3.2017, Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Kennedy hotels Ltd ν. Indjirdjian
(1992)1(A) A.A.Δ. 400, Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 675 και Πολυκάρπου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.ά.
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 324). Στην υπό εξέταση περίπτωση, η μαρτυρία του ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτή, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί. Ειδικότερα, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του ότι συνομολόγησε τις συμφωνίες με την εναγόμενη, για τις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω και ότι η εναγόμενη ζήτησε παράταση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου των €47.000 για περαιτέρω έξι μήνες. Η επιταγή που εξέδωσε ο ενάγοντας στο όνομα της εναγόμενης, με ημερομηνία πληρωμής 25.11.2011, για το ποσό των €47.000 (βλ. Τεκ. 1), δεν είναι ικανό να καταδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι δάνεισε την εναγόμενη το πιο πάνω ποσό, λαμβανομένου υπόψη ότι η μαρτυρία του ενάγοντα, για τους λόγους που έχουν ήδη επεξηγηθεί, δεν γίνεται αποδεκτή. Αντιθέτως, για τους λόγους που εξηγούνται, η μαρτυρία της εναγομένης γίνεται αποδεκτή και συνακόλουθα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας δεν συνομολόγησε μ' αυτήν τις συμφωνίες που αυτός περιέγραψε. Έτσι, η αξίωση του, για παράβαση των συμφωνιών, απορρίπτεται. Εκείνο που παραμένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση απόφασης, για το ποσό των €47.000, της επίδικης επιταγής. Το άρθρο 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής ότι έδωσε αντιπαροχή γι' αυτή και κατά συνέπεια το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εναγόμενο να αποδείξει την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991 και Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1 Α.Α.Δ. 849 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Κάτοχος, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262, είναι ο δικαιούχος ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε η οπισθογράφηση της συναλλαγματικής ή του γραμματίου που έχει στην κατοχή του ή ο κομιστής. Κομιστής δε σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο που είναι πληρωτέο στον κομιστή. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η επίδικη επιταγή, πρόκειται για τη δεύτερη επιταγή σε αντικατάσταση της πρώτης και ότι αυτή εκδόθηκε περί τα μέσα του 2012. Δεν υφίσταται αποδεκτή μαρτυρία, ότι η επίδικη επιταγή (βλ. Τεκ. 5), πρόκειται για τη δικογραφημένη επιταγή, στην οποία βασίζεται η αξίωση του ενάγοντα. Η απόρριψη της μαρτυρίας του, είναι καταλυτική και γι' αυτή την αιτία αγωγής και δεν ενεργοποιήθηκε το μαχητό τεκμήριο, το οποίο υφίσταται υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής, ως καθορίζεται πιο πάνω. Ζ. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο ενάγοντας απέτυχε, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να στοιχειοθετήσει την απαίτηση του και έτσι η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Αναφορικά με την ανταπαίτηση. Η εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικώς, απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι, η συμφωνία δανείου για το ποσό των €47.000, που συνομολογήθηκε μεταξύ του πατέρα της εναγόμενης και του ενάγοντα, εξοφλήθηκε. Με λίγα λόγια, η εναγόμενη επιζητεί απόφαση, για πρόσωπο που δεν είναι διάδικος και, για το οποίο, δεν νομιμοποιείται η ίδια, να αξιώνει. Επιπρόσθετα δε, επιζητεί αναγνωριστική απόφαση ότι η επιταγή, η οποία υπογράφηκε από τον πατέρα της εναγόμενης, κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2011, πλαστογραφήθηκε και/ή παραποιήθηκε από τον ενάγοντα και/ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο αυτού. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι έκθετη σε απόρριψη, η έκδοση τέτοιας απόφασης δεν προσφέρει οτιδήποτε και, πέραν δε τούτου, καμία μαρτυρία προσκομίστηκε από μέρους της εναγομένης, που να δικαιολογεί την έκδοση τέτοιας αναγνωριστικής απόφασης. Έτσι, και η ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο