← Κύπρος

Δημοκρατίας της Πολωνίας ν. Juvel Ltd κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 4/2020, 13/5/2021

Δημοκρατίας της Πολωνίας ν. Juvel Ltd κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 4/2020, 13/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A159 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης 4/2020 Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Ν.101/87, όπως τροποποιήθηκε -και- Αναφορικά με τον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν. 84/79) -και- Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121/2000) -και- Αναφορικά με της Σύμβαση μεταξύ της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Κύπρου για Προώθηση και Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων, η οποία δημοσιεύτηκε στο Παράρτημα Έβδομο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας Αρ. 2735 της 4ης Σεπτεμβρίου 1992, σελ.

  1. -και- Αναφορικά με τη Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 21.05.2019, στη Διεθνή Διαιτησία με Aρ. ICC CASE 19459/MHM, ενώπιον του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου στο Παρίσι μεταξύ των
  2. Juvel Ltd,
  3. Bithell Holdings Ltd και της Δημοκρατίας της Πολωνίας Μεταξύ: Δημοκρατίας της Πολωνίας, από την Πολωνία Αιτητών -και-
  4. Juvel Ltd, HE 106405, από τη Λεμεσό
  5. Bithell Holdings Ltd, HE 212923, από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------------------- Αίτηση Αιτητών ημερ. 19.2.2020 για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 21.5.2019 Ημερ.: 13.5.2021 Για τους Αιτητές: Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 & 2: Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 19.2.2020 οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση με την οποία αιτούνται την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 21.5.2019 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Διεθνούς Διαιτησίας με αρ. ICC CASE 19459/MHM ενώπιον του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου στο Παρίσι, μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και των Αιτητών, από δεόντως διορισμένους Διαιτητές, υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  6. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Ν. 101/87ως τροποποιήθηκε στα άρθρα 2 και 31-36 αυτού, στον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν. 84/79), στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121/2000), στη Σύμβαση μεταξύ της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Κύπρου για Προώθηση και Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων, η οποία δημοσιεύτηκε στο Παράρτημα Έβδομο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας Αρ. 2735 της 4ης Σεπτεμβρίου 1992, σελ. 348, στον περί Κυρώσεως της Συμβάσεως περί Διευθετήσεως Διαφορών μεταξύ Κρατών και Πολιτών εν Σχέσει προς Επενδύσεις Νόμο του 1966 (Ν. 64/1966), στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, Ν.14/60, άρθρα 22, 29, 30, 31, 33 και 43, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.9, Δ.39, Δ.48 Θ.1-9, Δ.55, Δ.59 και Δ.64, στα Άρθρα 50, 57 και 169 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο κοινοδίκαιο, στους κανόνες της επιείκειας, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Πίττα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών ημερ. 19.2.
  7. Ανέφερε ότι οι Αιτητές είναι το κράτος της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Όμως η παρούσα διαδικασία εγείρεται και εκ μέρους του Υπουργείου Ψηφιοποίησης της Δημοκρατίας της Πολωνίας, του Γραφείου Τηλεπικοινωνιών της Πολωνικής Δημοκρατίας και το Γραφείο του Νομικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας της Πολωνίας, υπέρ των οποίων έχουν επίσης επιδικαστεί έξοδα από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αποτελούν Εταιρείες νόμιμα συσταθείσες στην Κύπρο με έδρα τη Λεμεσό (Τεκμ.1 και 2). Στις 9.5.2013 οι Καθ' ων η Αίτηση υπέβαλαν αίτημα για διαιτησία με βάση το άρθρο 9 της Διμερούς Συμφωνίας μεταξύ της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας για την Προώθηση και Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων της 4.6.1992 και των Κανόνων Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC Rules). Ισχυρίζεται ότι η Συμφωνία Διαιτησίας (με βάση τον Ν.101/87) εμπεριέχεται στην Διμερή Συμφωνία η οποία κυρώθηκε και ενσωματώθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με τη δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 4.9.1992 (Τεκμ.3), δυνάμει του άρθρου 169.3 του Συντάγματος. Συνεπώς το Τεκμ.3 ικανοποιεί την σχετική απαίτηση του Ν.101/
  8. Το Αίτημα για Διαιτησία είχε υποβληθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση με τον ισχυρισμό ότι οι επενδύσεις τους στην Πολωνία είχαν απαλλοτριωθεί, γι' αυτό και υποβλήθηκε στη βάση της Διμερούς Συμφωνίας, για επίλυση της διαφοράς από το Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου στο Παρίσι. Στις 26.10.2015, σύμφωνα με το άρθρο 13

(2)των Κανόνων Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, η Γραμματεία του Διαιτητικού Δικαστηρίου επικύρωσε το διορισμό των δύο Διαιτητών που είχαν προταθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση και Αιτητές και στις 16.4.2016, το διορισμό του Προέδρου του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Στις 14.7.2016 υπογράφθηκαν οι Όροι Αναφοράς της Διαιτησίας και την ίδια ημέρα το Διαιτητικό Δικαστήριο έκδωσε το Διαδικαστικό Διάταγμα 1, παραθέτοντας το χρονοδιάγραμμα και τους διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν την Διαιτησία. Στις 26.2.2019 το Διαιτητικό Δικαστήριο έκδωσε Μερική Τελική Απόφαση (Partial Final Award) η οποία με κοινό αίτημα των Μερών, αυτή δεν δημοσιεύθηκε και με αυτήν αποφάσισε: (α) ότι κέκτηται δικαιοδοσίας να ακούσει τον ισχυρισμό των [Καθ' ων η Αίτηση] ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας απαλλοτρίωσε την επένδυσή τους∙ (β) ότι δεν κέκτηται δικαιοδοσίας επί των άλλων ισχυρισμών των [Καθ' ων η Αίτηση]∙ (γ) Ο ισχυρισμός των [Καθ' ων η Αίτηση] για απαλλοτρίωση απορρίπτεται∙ (δ) Τα έξοδα επιφυλάσσονται για τελική απόφαση περιορισμένη στα έξοδα. Στις 6.3.2019 το Διαιτητικό Δικαστήριο κάλεσε τα Μέρη να υποβάλουν τις τοποθετήσεις τους για τα έξοδα μέχρι τις 27.3.
  1. Στις 21.5.2019 το Διαιτητικό Δικαστήριο έκδωσε την Διαιτητική του Απόφαση σε σχέση με τα έξοδα της Διαιτησίας (Τεκμ.4, 5). Ειδικότερα αποφάσισε όπως: (α) Οι [Καθ' ων η Αίτηση], από κοινού και κεχωρισμένα, θα αποζημιώσουν τους [Αιτητές] με το ποσό των USD 517.500, ως έξοδα διαιτησίας, προβαίνοντας στην αντίστοιχη πληρωμή προς το Υπουργείο Ψηφιοποίησης, (β) Οι [Καθ' ων η Αίτηση], από κοινού και κεχωρισμένα, θα αποζημιώσουν [τους Αιτητές] με τα πιο κάτω ποσά, που αντιπροσωπεύουν το 40% των διαιτητικών εξόδων [των Αιτητών] , προβαίνοντας στις ακόλουθες πληρωμές: i. PLN 149.674,99 προς το Υπουργείο Ψηφιοποίησης, ii. PLN 3.352.84 προς το Γραφείο Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, iii. PLN 519.707,40 προς το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Πολωνίας. (γ) Απορρίπτει όλα τα άλλα αιτήματα. Τονίζει ότι πρόκειται για οριστικού και τελικού χαρακτήρα Διαιτητική Απόφαση και οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αυτοί που άρχισαν τη διαδικασία της Διαιτησίας. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα για το νομικό υπόβαθρο, γεγονότα και δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Με βάση το άρθρο 36 του Ν.101/87 και το Μέρος V του Ν.84/79 αιτείται την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος ώστε να εκτελεστεί η Διαιτητική Απόφαση και οι Αιτητές να ανακτήσουν τα χρηματικά ποσά που τους έχουν δεόντως επιδικαστεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Με την Ένσταση τους οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν τους ακόλουθους λόγους Ένστασης:
  2. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε έγκυρη συμφωνία για διεθνή διαιτησία της διαφοράς η οποία παραπέμφθηκε σε διεθνή διαιτησία δυνάμει του άρθρου 9 της Σύμβασης μεταξύ Πολωνίας και Κύπρου για Προώθηση και Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων.
  3. Η ρήτρα και/ή συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διεθνή διαιτησία είναι παράνομη και άκυρη.
  4. Η σύνθεση του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου στο Παρίσι (Διαιτητικό Όργανο) είναι παράνομη και παράτυπη.
  5. Η αναγνώριση και/ή εγγραφή και/ή εκτέλεση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 21.5.2019 δεν είναι επιτρεπτή στην Κύπρο διότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορούσε να παραπεμφθεί σε διεθνή διαιτησία.
  6. Η εγγραφή και/ή εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης αντίκειται στην δημόσια πολιτική και/ή δημόσιο συμφέρον της Κύπρου και/ή Γαλλίας και/ή Πολωνίας και/ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  7. Οι Αιτητές εμποδίζονται στην προώθηση της παρούσας Αίτησης λόγω των θέσεων που υπέβαλαν στα πλαίσια της διεθνούς διαιτησίας, της υπόθεσης PL Holdings S.a.r.l. (P.L Holdings) Poland ενώπιον του Εφετείου Svea (Svea Court of Appeal) και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σουηδίας, ως και με την υπογραφή της Συμφωνίας μεταξύ των χωρών Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον τερματισμό των Ενδοευρωπαϊκών Διμερών Συμβάσεων για την Προστασία των Επενδύσεων ημερ. 5.5.
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εγγραφή και/ή εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης διότι: (α) δεν υπάρχει γραπτή και/ή έγκυρη συμφωνία παραπομπής διαφοράς σε διαιτησία και οι Αιτητές δεν έχουν επισυνάψει κεκυρωμένο αντίγραφο γραπτής συμφωνίας διαιτησίας. (β) Οι Αιτητές δεν έχουν επισυνάψει στην Αίτηση τους θεωρημένο πρωτότυπο και/ή δεόντως κεκυρωμένο αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης. (γ) Η Διαιτητική Απόφαση επιδικάζει έξοδα διαδικασίας σε μέρη που δεν ήταν διάδικοι στη διαδικασία Διαιτησίας και δεν είναι διάδικοι στην παρούσα Αίτηση. (δ) Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης εκ μέρους άλλων προσώπων και/ή οργάνων και/ή φορέων της Πολωνίας.
  9. Οι Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  10. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη διότι γίνεται από δικηγόρο χωρίς επαρκή δικαιολογία ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε από αρμόδιο λειτουργό ή εκπρόσωπο των Αιτητών. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Olechowski Πολωνού υπήκοου, δικηγόρου στην Πολωνία, ημερ. 26.6.
  11. Εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1996, στον δικηγορικό οίκο Soltysinski Kawecki & Slezak όπου είναι συνέταιρος και ο οποίος (οίκος) διορίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση για να τους εκπροσωπήσουν στην επίδικη διαφορά που προέκυψε λόγω παράβασης από τους Αιτητές, της Συνθήκης του 1992 μεταξύ της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Δημοκρατίας της Κύπρου για την προώθηση και αμοιβαία προστασία των επενδύσεων (ΔΕΣ). Η διαφορά τέθηκε ενώπιον του Οργάνου που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 9 της Συνθήκης (ΔΕΣ) και οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε υπέγραψαν ξεχωριστή Συμφωνία Διαιτησίας με τους Αιτητές σχετικά με τη διαφορά. Οι Καθ' ων η Αίτηση και οι Αιτητές ανέλαβαν δεσμεύεις εμπιστευτικότητας σχετικά με την Διαιτησία και τη διαφορά τους. Συμφώνησαν ότι η Μερική και Τελική Απόφαση δεν πρέπει να δημοσιευθεί και συνεπώς τα γεγονότα της διαιτητικής διαφοράς και το περιεχόμενο της συμφωνίας διακανονισμού υπό όρους, η οποία υπογράφηκε στις 16.7.2013 μεταξύ των Αιτητών και Καθ' ων η Αίτηση και η οποία αποτελεί μέρος του πλαισίου στο οποίο προέκυψε η διαφορά, είναι αυστηρά εμπιστευτικό και δεν μπορεί να αποκαλυφθεί στο σύνολο του. Κατά την Διαιτησία, οι Αιτητές αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία του Οργάνου, υπέβαλαν δικαιοδοτικές ενστάσεις, για λόγους που βασίζονται στο ασυμβίβαστο της δικαιοδοσίας του Οργάνου με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης [παρ.9 (α - ε) της Ένορκης Δήλωσης του]. Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους ημερ. 16.2.2017, οι Αιτητές υποστήριξαν ότι τυχόν απόφαση (παρά τις δικαιοδοτικές ενστάσεις) δεν θα είναι εκτελεστή σε κανένα Κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι η διαφορά ήταν αμιγώς ενδοκοινοτική διαφορά και το Όργανο στερείτο δικαιοδοσίας να αποφασίσει την υπόθεση, επομένως «είναι πολύ πιθανόν οποιαδήποτε απόφαση η οποία εκδίδεται από το Όργανο, να παραμείνει ανεκτέλεστη εντός της Επικράτειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Κατά τη διάρκεια της ακρόασης που έλαβε χώρα από 18 - 22.12.2017 στο Παρίσι, οι Αιτητές υποστήριξαν ενώπιον του Διαιτητικού Οργάνου, τις δικαιοδοτικές τους Ενστάσεις. Στις 6.3.2018, τρεις ημέρες πριν τις 9.3.2018 που είχε ορισθεί η καταχώριση των συνοψίσεων μετά την ακρόαση, το ΔΕΕ έκδωσε την απόφαση του στην υπόθεση C284/2016 Τhe Slovak Republic v. Achmea B.V.. Στις αγορεύσεις τους επί της εν λόγω υπόθεσης Achmea οι Αιτητές στις 16.3.2018, αναφέρθηκαν στις επιπτώσεις της στις διαιτητικές διαδικασίες. Σχετικά είναι τα αποσπάσματα από τις γραπτές αγορεύσεις των Αιτητών στη διαδικασία Διαιτησίας, η Έκθεση Υπεράσπισης, η Έκθεση Ανταπάντησης και η Σύνοψη μετά την ακρόαση (Τεκμ.1). Στις 26.2.2019 το Διαιτητικό Όργανο έκδωσε τη Μερική Τελική Απόφαση και στις 6.3.2019 κάλεσε τα μέρη να υποβάλουν τις θέσεις τους αναφορικά με τα έξοδα. Στις 21.5.2019 το Διαιτητικό Όργανο έκδωσε την Τελική Απόφαση αναφορικά με τα έξοδα. Επεξήγησε ότι η Συνθήκη του 1992 μεταξύ της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Δημοκρατίας της Κύπρου για την Προώθηση και την Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων (ΔΕΣ), τερματίστηκε στις 17.1.2019 στη βάση δήλωσης αναφορικά με τον τερματισμό της εν λόγω Συμφωνίας (ΔΕΣ) και εκδόθηκε (η δήλωση) στις 18.12.2018 (Dz. U. 2019 item 204) (Τεκμ.2). Η Πολωνία τόνισε ότι τα διαιτητικά όργανα που καθιερώθηκαν στη βάση της Συμφωνίας (ΔΕΣ) δεν είχαν δικαιοδοσία λόγω της έλλειψης έγκυρης συγκατάθεσης για διαιτησία. Ακολουθώντας την Απόφαση Achmea, 22 Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, Πολωνίας και Κύπρου, υπέγραψαν στις 19.1.2019, μια Δήλωση (Τεκμ.3) σχετικά με τις νομικές συνέπειες της Απόφασης Achmea. Στις 5.5.2020 23 Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, Πολωνίας και Κύπρου, υπέγραψαν Συμφωνία για τον τερματισμό (Τεκμ.4) των διμερών Ενδοκοινοτικών Επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 29.5.2020). Ισχυρίζεται ότι με βάση την Απόφαση Achmea, τη Δήλωση και Συνθήκη Τερματισμού, η Τελική Απόφαση αναφορικά με τα έξοδα θεωρείται ότι εκδόθηκε στη βάση ανύπαρκτης ή άκυρης Συμφωνίας Διαιτησίας, με βάση το Γαλλικό και Πολωνικό δίκαιο και η εφαρμογή της στη Γαλλία ή στην Πολωνία δεν θα επιτρεπόταν ως αντίθετη με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεπώς της δημόσιας τάξης. Γνωρίζει ότι οι Αιτητές επικαλέστηκαν τις νομικές συνέπειες της Απόφασης Achmea όταν αμφισβήτησαν διαιτητικές αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον της Πολωνίας σε άλλες υποθέσεις που αφορούσαν διμερείς επενδυτικές συνθήκες. Σ' ότι αφορά τη θέση του Γαλλικού Δικαίου επί του θέματος, επεσύναψε ως Τεκμ.5 τη νομική γνωμάτευση της XXXXX Danis και τη θέση του Πολωνικού Δικαίου τη νομική γνωμάτευση του Δρ. XXXXX Wisniewski (Τεκμ.6). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία, προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση ημερ. 21.5.2019 αφορά τα έξοδα που επιδικάστηκαν από το Διαιτητικό Δικαστήριο προς όφελος των Αιτητών, ως αποτέλεσμα της απόρριψης της Διαιτητικής Διαδικασίας με αρ. 19459/ΜΗΜ, την οποία είχαν εγείρει οι Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών. Με την παρούσα διαδικασία οι Αιτητές επιδιώκουν την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης, ώστε να τους επιτραπεί να ανακτήσουν τα δικηγορικά και άλλα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν λόγω της απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε. Οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση και εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης καθορίζονται στο άρθρο 35 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν.101/1987), ως και στα άρθρα III και IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958, η οποία έχει κυρωθεί με τον Ν.84/1979 και έχουν ως ακολούθως: Άρθρο 35(Ν.101/87) «35
(1)Η διαιτητική απόφαση, αvεξάρτητα από τη χώρα στηv oπoία εξεδόθη, αvαγvωρίζεται ως δεσμευτική. Τo Δικαστήριo, μετά από γραπτή αίτηση oπoιoυδήπoτε τωv μερώv, εκδίδει διάταγμα εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, υπό τηv επιφύλαξη τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς ή τoυ επόμεvoυ άρθρoυ.
(2)Τo μέρoς πoυ στηρίζεται στη διαιτητική απόφαση ή πoυ επιζητεί τηv εκτέλεση της oφείλει vα πρoσκoμίσει δεόvτως θεωρημέvo τo πρωτότυπo ή δεόvτως κεκυρωμέvo αvτίγραφo της διαιτητικής απόφασης και της συμφωvίας περί διαιτησίας, όπως αυτή καθoρίζεται στo άρθρo
  1. Αv η διαιτητική απόφαση και η συμφωvία περί διαιτησίας δεv είvαι διατυπωμέvες στηv επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημoκρατίας, τo Δικαστήριo δύvαται vα ζητήσει και τηv πρoσκόμιση δεόvτως κεκυρωμέvης μετάφρασης αυτώv στηv επίσημη γλώσσα της Δημoκρατίας.» Άρθρο ΙΙΙ (Ν.84/1979) "Εκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος θά άναγνωρίζη τάς διαιτητικάς αποφάσεις ώς δεσμευτικές καί θά έκτελή αύτάς συμφώνως προς τους κανόνας διαδικασίας της εδαφικής επικρατείας ένθα λαμβάνει χώραν ή έπίκλησις της αποφάσεως καί ύπό τους έν τοις άκολούθοις άρθροις καθοριζόμενους όρους. Δέον όπως μή έπιβάλλωνται ουσιωδώς επαχθέστεροι όροι ή υψηλότερα τέλη ή δικαιώματα ώς προς τήν άναγνώρισιν ή έκτέλεσιν διαιτητικών αποφάσεων έπί τών οποίων εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβασις άπό εκείνα τά όποια επιβάλλονται ώς προς τήν άναγνώρισιν ή έκτέλεσιν ημεδαπών διαιτητικών αποφάσεων. Άρθρο IV (Ν. 84/79) «
  2. Προς έπίτευξιν της έν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως καί εκτελέσεως, τό αιτούν τήν άναγνώρισιν καί έκτέλεσιν μέρος, οφείλει, κατά τόν χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, νά προσκόμιση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοιτοιημένον άντίγραφον αυτής. (β) τό πρωτότυπον της έν άρθρω ΙΙ αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοιτοιημένον άντίγραφον αυτής.
  3. Έάν η είρημένη άπόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την έπίσημον γλώσσαν της χώρας είς την οποίαν γίνεται έπίκλησις αύτης, τό αιτούν τήν άναγνώρισιν και έκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκόμιση μετάφρασιν των έγγραφων τούτων, εις τήν γλώσσαν ταύτην. Ή μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή ύπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι Αιτητές θα πρέπει να προσκομίσουν στο Δικαστήριο α) το δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπο της Διαιτητικής Απόφασης ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής και β) το πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της Συμφωνίας περί Διαιτησίας. Ο όρος «γραπτή συμφωνία» περί Διαιτησίας, καθορίζεται με σαφήνεια στο άρθρο ΙΙ του Ν.84/79 και στο άρθρο 7 του Ν.101/87 ως ακολούθως: Αρ.ΙΙ(Ν.84/79) «
  4. "Εκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος θά άναγνωρίζη την γραπτήν συμφωνίαν δυνάμει της οποίας τά μέρη αναλαμβάνουν νά υποβάλουν εις διαιτησίαν άπάσας ή τινάς τών διαφορών αί οποίαι προέκυψαν ή δυνατόν νά προκύψουν μεταξύ των έν σχέσει προς ώρισμένην νομικήν σχέσιν, συμβατικήν ή μή, άφορώσαν εις θέμα ίκανόν νά διευθετηθεί διά διαιτησίας.
  5. "Ο όρος «γραπτή συμφωνία» περιλαμβάνει ρήτραν διαιτησίας έν τινι συμβολαίω ή συμφωνίαν περί διαιτησίας, φέρουσαν τήν ύπογραφήν τών μερών ή περιεχομένην εις ανταλλαγήν επιστολών ή τηλεγραφημάτων.
  6. Τό Δικαστήριον Συμβαλλομένου τινός Κράτους, οσάκις επιλαμβάνεται αγωγής έπί θέματος διά τό όποιον τά μέρη έχουν συνάψει συμφωνίαν έν τη έννοια του παρόντος άρθρου, τη αίτήσει ενός τών μερών, παραπέμπει τά μέρη εις διαιτησίαν έκτος έάν διαπίστωση ότι ή είρημένη συμφωνία είναι άκυρος, άνευ αποτελέσματος ή μή δυναμένη νά έκπληρωθη.» Άρ.7(Ν.101/87) «7.-
(1)"Συμφωvία περί διαιτησίας" είvαι η συμφωvία με τηv oπoία υπάγovται σε διαιτησία όλες ή oρισμέvες διαφoρές, παρoύσες ή μέλλoυσες, πoυ απoρρέoυv από καθoρισμέvη έvvoμη σχέση, συμβατική ή μη. Η συμφωvία περί διαιτησίας μπoρεί vα εvταχθεί σε σύμβαση ως ρήτρα διαιτησίας ή vα απoτελέσει τo αvτικείμεvo χωριστής συμφωvίας.
(2)Η συμφωvία περί διαιτησίας είvαι έγκυρη μόvo αv είvαι γραπτή.
(3)Θεωρείται γραπτή η συμφωvία περί διαιτησίας αv περιέχεται σε έγγραφo πoυ φέρει τηv υπoγραφή τωv μερώv, ή σε αvταλλαγή επιστoλώv, τέλεξ, τηλεγραφημάτωv ή άλλωv μέσωv τηλεπικoιvωvίας πoυ καταγράφoυv τη σχετική συμφωvία, ή στηv αvταλλαγή εκθέσεωv απαιτήσεως και υπερασπίσεως, στις oπoίες περιέχεται ισχυρισμός τoυ εvός τωv μερώv για τηv ύπαρξη συμφωvίας περί διαιτησίας χωρίς o ισχυρισμός αυτός vα αvτικρoύεται από τo άλλo τωv μερώv. Αvαφoρά στη σύμβαση σε έγγραφo άλλo, πoυ περιέχει ρήτρα διαιτησίας, συvιστά συμφωvία περί διαιτησίας αv η σύμβαση είvαι γραπτή και η αvαφoρά είvαι τέτoια ώστε vα καθιστά τη ρήτρα αυτή αvαπόσπαστo μέρoς της σύμβασης.» Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη Διαιτητική Απόφαση (Τεκμ.4 στην Αίτηση) εκδόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου του Παρισιού. Στην σελ.2 του Τεκμ.4 αναγράφεται ότι «this document is a certified true copy of the Final Award on Costs rendered in Conformity with the Rules of Arbitration of the ICC International Court of Arbitration». Σε κάθε σελίδα υπάρχει ειδική σφραγίδα του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου και στην πρώτη και τελευταία σελίδα του κειμένου της Διαιτητικής Απόφασης για τα έξοδα, αναγράφεται με την επίσημη σφραγίδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου και υπογραφή του Γενικού Γραμματέα του Διαιτητικού Δικαστηρίου κ. XXXXX G. Fessas, ότι το σχετικό έγγραφο είναι πιστοποιημένο πιστό αντίγραφο του αυθεντικού κειμένου (copie certifiee Conforme a l' original). Συνεπώς, ικανοποιούμαι ότι έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεόντως πιστοποιημένο πιστό αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης για τα έξοδα. Σημειώνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ήγειραν ζήτημα, ούτε και εισηγήθηκαν στην γραπτή τους αγόρευση ότι το πιστοποιημένο αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης δεν είναι γνήσιο και η ορθότητα και αυθεντικότητα του περιεχομένου της ουδόλως αμφισβητήθηκε (βλ. Nimegan Trading Ltd v. Wigramn Inc
(2009)1 A.A.Δ. 825). Σημειώνεται επίσης ότι ως Τεκμ.5 επισυνάπτεται μετάφραση της Διαιτητικής Απόφασης στα ελληνικά, από Ορκωτό Μεταφραστή κ. Φίλιππο Στυλιανού, με αρ. Μητρώου 045 δυνάμει των προνοιών του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών του Ορκωτού Μεταφραστή στην Κυπριακή Δημοκρατία Νόμου του 2019 (Ν.45
(1)/2019). Σ' ότι αφορά τη Συμφωνία περί Διαιτησίας, οι Αιτητές επικαλούνται το αρ.9 της Διμερούς Συμφωνίας ημερ. 4.6.1992 μεταξύ της Δημοκρατίας της Κύπρου και της Δημοκρατίας της Πολωνίας για Προώθηση και Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων (Τεκμ.3 στην Αίτηση), η οποία ενσωματώθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με τη δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Φύλλο Αρ. 2735 της 4ης Σεπτεμβρίου 1992, Παράρτημα Έβδομο σελ. 348, με βάση το άρθρο 169
(3)του Συντάγματος. Συνεπώς γραπτή Συμφωνία περί Διαιτησίας που να φέρει την υπογραφή των μερών εντός της έννοιας των άρθρων
(7)και (II) (ανωτέρω) δεν υπάρχει. Ωστόσο, με βάση το άρθρο 7
(1)του Ν.101/87, η Συμφωνία περί Διαιτησίας μπορεί να ενταχθεί σε σύμβαση ως ρήτρα διαιτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ' ων η Αίτηση άρχισαν την Διαιτητική Διαδικασία εναντίον των Αιτητών και όπως προκύπτει από την επίδικη Διαιτητική Απόφαση (Τεκμ.4 στην Αίτηση), στις 9.5.2013 οι Καθ' ων η Αίτηση υπέβαλαν Αίτημα για Διαιτησία στη βάση του άρθρου 9 της Διμερούς Συμφωνίας της 4ης Ιουνίου 1992 (σελ.5) και στις 14.7.2016 τα Μέρη και το Διαιτητικό Δικαστήριο υπέγραψαν τους όρους Αναφοράς (Terms of Reference) της Διαιτητικής Διαδικασίας (σελ.6). Προκύπτει επομένως ότι οι Καθ' ων η Αίτηση επικαλέστηκαν για την έναρξη της Διαιτητικής Διαδικασίας, το άρθρο 9 της Διμερούς Συμφωνίας της 4.6.1992 και υπέγραψαν τους όρους Αναφοράς της Διαιτητικής Διαδικασίας. Ωστόσο, οι Αιτητές, κατά τη διάρκεια της Διαιτησίας, αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Οργάνου για λόγους που αφορούσαν το ασυμβίβαστο της δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Οργάνου με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα οι Αιτητές κατά τη διάρκεια της Διαιτησίας, υπέβαλαν δικαιοδοτικές ενστάσεις, μέσω των γραπτών εγγράφων και προφορικά, ως ακολούθως: (α) Η ΔΕΣ τερματίστηκε δυνάμει του Άρθρου 59
(1)της Σύμβασης της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών ημερομηνίας 23 Μάϊου 1969 («ΣΒΔΣ»), ως αποτέλεσμα της μετέπειτα σύναψης, μεταξύ, μεταξύ άλλων, της Κύπρου και της Πολωνίας της Συνθήκης Προσχώρησης του 2003 και της Συνθήκης της Λισαβόνας του 2007. (β) Η ΔΕΣ είναι ανεφάρμοστη στο βαθμό που το αντικείμενό της επικαλύπτει το αντικείμενο της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»), στην οποία η Κύπρος και η Πολωνία είναι μέρη. (γ) Η ΔΕΣ πρέπει να ερμηνεύεται διαφορετικά ως αποτέλεσμα της προσχώρησης της Κύπρου και της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτό προκύπτει από το άρθρο 31
(3)(γ) της ΣΒΔΣ. (δ) Το Όργανο στερείται δικαιοδοσίας να ακούσει την υπόθεση λόγω της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ε) Το Όργανο στερείται επίσης δικαιοδοσίας να αποφασίσει τη διαφορά, λόγω του γεγονότος ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή του πρωτογενούς και του δευτερογενούς δικαίου της ΕΕ, που είναι απαραίτητα για την έκδοση απόφασης από το Όργανο, ανήκουν στις αποκλειστικές εξουσίες του ΔΕΕ δυνάμει του άρθρου 19
(1)της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ. Περαιτέρω στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, ημερομηνίας 16 Φεβρουάριου 2017, οι Αιτητές υποστήριξαν ότι ακόμη και αν το Όργανο παραβλέψει αυτές τις δικαιοδοτικές ενστάσεις και εκδώσει απόφαση, τέτοια απόφαση «δεν θα είναι εκτελεστή σε κανένα Κράτος Μέλος της ΕΕ. Αυτό διότι, σύμφωνα με τους Απητές, η «διαφορά [ήταν] αμιγώς ενδοκοινοτική διαφορά και το Όργανο στερείτο δικαιοδοσίας να αποφασίσει την υπόθεση, επομένως είναι πολύ πιθανό οποιαδήποτε απόφαση η οποία εκδίδεται από το Όργανο να παραμείνει ανεκτέλεστη εντός της επικράτειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» Στην Ανταπάντηση (η δεύτερη σύνοψη των Αιτητών) και κατά τη διάρκεια της Ακρόασης, η οποία έλαβε χώρα από τις 18 μέχρι τις 22 του Δεκέμβρη του 2017, οι Αιτητές υποστήριξαν τη θέση τους επί των ΕΕ δικαιοδοτικών ενστάσεων ενώπιον του Οργάνου. Στις 6 του Μάρτη του 2018, δηλαδή, 3 μέρες πριν την προθεσμία των μερών για καταχώρηση των συνοψίσεων μετά την ακρόαση (η οποία είχε ορισθεί για τις 9 Μαρτίου 2018), το ΔΕΕ έκδωσε την απόφαση του στην υπόθεση C- 284/2016 the Slovak Republic vs. Achmea B.V. Στην Απόφαση Achmea, το ΔΕΕ αποφάσισε ότι τα «Άρθρα 267 και 344 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθούν έτσι ώστε να αποκλείουν μια διάταξη διεθνούς συμφωνίας η οποία συνάπτεται μεταξύ Κρατών Μελών [δηλ. μια συμφωνία διαιτησίας], για παράδειγμα το Άρθρο 8 της Συμφωνίας για την ενθάρρυνση και την αμοιβαία προστασία των επενδύσεων μεταξύ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και Τσεχική και Σλοβάκική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, σύμφωνα με την οποία ένας επενδυτής από ένα από αυτά τα Κράτη Μέλη μπορεί, σε περίπτωση διαφοράς σχετικά με επενδύσεις στο άλλο Κράτος Μέλος, να εγείρει διαδικασίες εναντίον του τελευταίου Κράτους Μέλους ενώπιον ενός διαιτητικού οργάνου την δικαιοδοσία του οποίου το εν λόγω Κράτος Μέλος έχει αναλάβει να αποδεχθεί». Στις αγορεύσεις τους επί της Απόφασης Achmea και τις επιπτώσεις της Απόφασης Achmea στις διαιτητικές διαδικασίες, ημερομηνίας 16 Μαρτίου 2018, οι Αιτητές εξήγησαν ότι «η απόφαση προορίζεται να εφαρμοστεί στην επικράτεια της ΕΕ (εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση - ένα Κράτος Μέλος της ΕΕ) [και τέτοια απόφαση] δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί σε οποιοδήποτε Κράτος Μέλος της ΕΕ, εφόσον είναι αντίθετη με τη δημόσια τάξη της ΕΕ. Επιπρόσθετα, οποιαδήποτε συμφωνία διαιτησίας βασισμένη στο Άρθρο 9 της Συνθήκης θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη ή/και αναποτελεσματική.» Οι Αιτητές υπέβαλαν επίσης ότι η «αυτονομία του Ευρωπαϊκού Δικαίου έναντι του διεθνούς δικαίου και του δικαίου των Κρατών Μελών είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της νομικής αρχιτεκτονικής της ΕΕ. Στην Απόφαση Achmea, το ΔΕΕ υπογράμμισε σαφώς ότι η απλή ύπαρξη των διαιτητικών οργάνων στην βάση «ρητρών διαιτησίας» που περιέχονται σε ενδοκοινοτικές ΔΕΣ η οποία θέτει τον επικείμενο κίνδυνο για την αυτονομία του δικαίου της ΕΕ. Το Κράτος Μέλος και όλες οι αρχές τους, συμπεριλαμβανομένων δικαστηρίων, έχουν το καθήκον να προστατεύουν την αυτονομία της έννομης τάξης της ΕΕ έναντι οποιωνδήποτε αντικρουόμενων παραγόντων, είτε εθνικοί είτε υπερεθνικοί. Υπό το φως της αρχής της ισοδυναμίας, τα εθνικά δικαστήρια θα υποχρεούνται να παραμερίζουν τις διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες εξανεμίζουν την θεμελιώδη αρχή της αυτονομίας... Επιπρόσθετα, ανεξάρτητα από την διαφύλαξη της αυτονομίας του Ευρωπαϊκού Δικαίου ως θέμα δημόσιας πολιτικής, η διαιτητική απόφαση θα έπρεπε να παραμεριστεί λόγω της αρχής της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο υπερισχύει των προηγούμενων συνθηκών που έχουν συνάψει τα κράτη μέλη της ΕΕ, καθιστώντας τις ανεφάρμοστες, παραθέτοντας την υπόθεση Commission of the European Economic Community v. Italian Republic, CJEU Case No. 10/61, Απόφαση ημερ. 27 Φεβρουάριου 1962, σελ. 10). Κατά συνέπεια, όπως υπέβαλαν οι Αιτητές, από το 2004, δεν υπάρχει ισχύουσα προσφορά διαιτησίας εκ μέρους της Πολωνίας και, συνεπώς, καμία συμφωνία διαιτησίας δεν μπορούσε να έχει συναφθεί. Αυτό από μόνο του αρκεί για να αναιρέσει κάθε διαιτητική απόφαση που εκδίδεται κάτω από την Συνθήκη. [Σχετικά είναι τα αποσπάσματα από τις γραπτές αγορεύσεις των Αιτητών στη διαδικασία Διαιτησίας, Έκθεση Υπεράσπισης, Έκθεση Ανταπάντησης και Σύνοψη μετά την ακρόαση, Τεκμ.1 στην Ένσταση] Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι Αιτητές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας Διαιτησίας, είχαν υποβάλει αριθμό δικαιοδοτικών ενστάσεων, επικαλούμενοι ότι η επίδικη Διμερής Σύμβαση της 4.6.1992 είχε τερματιστεί, ήταν ανεφάρμοστη και στην επιχειρηματολογία τους, σε σχέση με την Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση 284/2016 The Slovak Republic v. Achmea B.V. ημερ. 6.3.2018, είχαν εισηγηθεί ότι η οποιαδήποτε Συμφωνία διαιτησίας βασισμένη στο άρθρο 9 της Διμερούς Σύμβασης, θα έπρεπε να θεωρηθεί άκυρη και/ή αναποτελεσματική. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι οι Αιτητές ενώπιον της Διαιτητικής διαδικασίας ουδέποτε συμφώνησαν με τους Καθ' ων η Αίτηση ότι το άρθρο 9 της Διμερούς Σύμβασης, αποτελούσε Συμφωνία περί Διαιτησίας μεταξύ τους. Κρίνω ότι η διαφωνία αυτή των Αιτητών ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έγκυρη Συμφωνία περί Διαιτησίας μεταξύ των Αιτητών και Καθ' ων η Αίτηση, στο βαθμό που αυτή βασίζεται στο άρθρο 9 της Διμερούς Σύμβασης του 1992. Περαιτέρω, κρίνω ότι οι Αιτητές εμποδίζονται, λόγω των πιο πάνω δικαιοδοτικών εντάσεων τους στην Διαιτητική διαδικασία αλλά και των δεσμεύσεως τους δυνάμει της Δήλωσης των Εκπροσώπων των Κυβερνήσεων των Μελών Κρατών (Τεκμ.3 στην Ένσταση), αλλά και με βάση τη Συμφωνία για τη Λήξη Ισχύος των Διμερών Επενδυτικών Συμφωνιών μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Τεκμ.4 στην Ένσταση), να προβάλουν αντίθετες θέσεις στην παρούσα διαδικασία και να επικαλούνται ενώπιον του Δικαστηρίου την εφαρμογή του άρθρου 9 της Διμερούς Σύμβασης του 1992 για την ύπαρξη Συμφωνίας περί Διαιτησίας, την οποία ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου θεωρούσαν άκυρη. Κατ' επέκταση, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές δεν προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου έγκυρη Συμφωνία Διαιτησίας μεταξύ των μερών, όπως αυτή καθορίζεται από τα άρθρα 7 (Ν.101/87)και ΙΙ του Ν.84/79 (ανωτέρω). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει την απαιτούμενη προϋπόθεση των άρθρων ΙV (N.84/79) και 35 (N.101/87) περί προσκόμισης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου Έγκυρης Συμφωνίας περί Διαιτησίας μεταξύ των μερών. Η Διμερής Συμφωνία της 4.6.1992, με δεδομένες τις δικαιοδοτικές ενστάσεις των Αιτητών ενώπιον του Διαιτητικού Οργάνου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη Συμφωνία περί Διαιτησίας, εντός των προνοιών των πιο πάνω άρθρων. Συνακόλουθα, η μη συμμόρφωση των Αιτητών με τις επιτακτικές πρόνοιες των Ν.101/87και Ν.84/79ανωτέρω (βλ. Bristol Business Corporation v. Besuno Ltd 1(B) A.A.Δ. 934), ισοδυναμεί με αποτυχία των Αιτητών να αποσείσουν το βάρος απόδειξης, ώστε αυτό να μετατεθεί στους ώμους των Καθ' ων η Αίτηση και αναπόφευκτα οδηγεί σε απόρριψη της Αίτησης. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.