← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ MAIROZA 10 ν. NAKONECHNA, Αρ. Αγωγής: 2073/2019, 7/7/2021

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ MAIROZA 10 ν. NAKONECHNA, Αρ. Αγωγής: 2073/2019, 7/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2073/2019 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ MAIROZA 10 Ενάγουσα και ΧΧΧΧ NAKONECHNA Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 04.11.2020 Ημερομηνία: 07.07.2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Εναγόμενη: κυρία Μ. Σπύρου για Γεώργιος Κουκούνης ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η αίτηση/Ενάγουσα: κυρία Ν. Ττοφή για Ν.Ε. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας Mairoza 10 στη Λεμεσό, την 19.09.2019, καταχώρισε αγωγή εναντίον της Εναγόμενης, με την οποίαν αξίωσε το ποσό των €9.603,00, ως υπόλοιπο του ποσού των €18.603,00 που αναλογεί στην Εναγόμενη, ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος ΧΧΧΧ, εκ του συνολικού ποσού των €207.000,00, που αποφάσισε να διαθέσει βάσει προσφορών για τις αναγκαίες επιδιορθώσεις στην πολυκατοικία. Η Εναγόμενη, παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας, καθώς και με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 29.07.2019, παρέλειψε να ανταποκριθεί. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην Εναγόμενη την 16.10.2019 και δι' αυτού η Εναγόμενη καλούνταν να εμφανιστεί στο Δικαστήριο εντός 10 ημερών από την επίδοση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κύριου ΧΧΧΧ, ιδιώτη δικαστικού επιδότη, η επίδοση έγινε στην Εναγόμενη προσωπικά. Την 04.11.2019, η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερώς αίτηση με βάση τη Δ.17,κ.11 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), με την οποία ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης λόγω παράλειψης της τελευταίας να εμφανιστεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Την 12.11.2019, το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησής της, έχοντας ικανοποιηθεί από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε για την απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας, εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €9.603,00 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Στη συνέχεια, η Ενάγουσα έσπευσε να εκτελέσει την απόφαση αυτή, μεταξύ άλλων, εγγράφοντάς την στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, επί της ακίνητης περιουσίας της Εναγόμενης, με το ΜΕΜΟ ΕΒΧΧΧΧ και έπειτα ζήτησε και την εκποίηση της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης που είχε επιβαρύνει με το ΜΕΜΟ. Την 04.11.2020, η Εναγόμενη καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητά τον παραμερισμό (set-aside) της εναντίον της απόφασης και κατ' επέκταση την ακύρωση της εγγραφής της στο Κτηματολόγιο και την απόρριψη της αίτησης για εκποίηση του ΜΕΜΟ. Η αίτησή της για παραμερισμό της απόφασης βασίζεται δικονομικά στη Δ.17,κ.10 ΚΠΔ, ως η διόρθωση της νομικής βάσης της αίτησής της, που προηγήθηκε. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης στη Ρωσική γλώσσα, με σχετική μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα. Δι' αυτής, η Εναγόμενη αναφέρει τις προσωπικές της περιστάσεις. Ως προς την παράλειψή της να εμφανιστεί στη διαδικασία, αναφέρει πως δεν αντιλήφθηκε την επίδοση και την ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας. Δεν διέμενε στο διαμέρισμά της τότε που έγινε η επίδοση, αλλά, όπως αναφέρει στην παράγραφο 33 της ένορκης της δήλωσης, «ακόμα όμως και να μου επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα τα αγωγής, εγώ δεν αντιλήφθηκα ότι οποιοδήποτε έγγραφο αφορούσε την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας. Το κλητήριο ένταλμα είναι γραμμένο στα ελληνικά και εγώ δεν διαβάζω ελληνικά. Το γεγονός ότι εγώ δεν διαβάζω, δεν γράφω και δεν μιλώ ελληνικά βρίσκεται σε γνώση της Ενάγουσας». Αν είχε αντιληφθεί, όπως λέει, ότι επρόκειτο για αγωγή, θα εμφανίζονταν στη διαδικασία. Πληροφορήθηκε για τη δικαστική διαδικασία, και κατ' επέκταση για τη δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2020, όταν της επιδόθηκε η αίτηση της Ενάγουσας για εκποίηση του ακινήτου της με βάση το ΜΕΜΟ, οπότε και τότε διερεύνησε τον φάκελο της υπόθεσης μέσω των δικηγόρων στους οποίους αποτάθηκε. Θεωρεί πως δεν επέδειξε αδιαφορία ή περιφρόνηση. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται πως έχει υπεράσπιση στην αγωγή, γι' αυτό θα πρέπει να της επιτραπεί να την προβάλει και να ακουστεί στη διαδικασία. Ειδικότερα, ισχυρίζεται πως δεν κατέβαλε στην Ενάγουσα μόνον €9.000,00, αλλά συνολικά €11.000,00, και με το ποσό αυτό θεωρεί πως έχει εξοφλήσει, με δεδομένο ότι και τα έργα επιδιόρθωσης είχαν μείνει στη μέση, λόγω κακοδιαχείρισης από την Ενάγουσα ή ανικανότητας του εργολάβου ή για λόγους που δεν γνωρίζει. Μάλιστα, ο εργολάβος είχε αφήσει την οικοδομή σε άσχημη κατάσταση, με αποτέλεσμα η ίδια, τον Ιούνιο του 2020, να είχε τραυματιστεί. Το ποσό των €11.000,00 το κατέβαλε γιατί η Ενάγουσα τους έλεγε ότι θα έπρεπε να αρχίσουν οι εργασίες, κανείς, όμως, δεν ανέμενε ότι θα έμεναν στη μέση. Πέραν τούτου, η Εναγόμενη ισχυρίζεται πως ουδέποτε της είχε δοθεί ειδοποίηση σύγκλησης της γενικής συνέλευσης στην οποίαν αποφασίστηκαν οι επιδιορθώσεις βάσει προσφοράς ύψους €207.000,00, δεν διεξήχθη κανονικά η συνέλευση εκείνη, με συμμετοχή μελών που δικαιούνταν να ψηφίσουν και με απαρτία, ουδέποτε είδε ή ίδια ή άλλοι ιδιοκτήτες διαθέσιμες προσφορές, και δεν θεωρεί ότι ήταν νόμιμη ή έγκυρη η απόφαση της Ενάγουσας που προέκυψε από τέτοια συνέλευση, ούτε η συμφωνία που μετέπειτα συνήψε η Ενάγουσα με τον εργολάβο, ενώ, σε κάθε περίπτωση, «ακόμα κι αν υπήρχε τέτοια απόφαση» και ήταν έγκυρη, είναι υπερβολικό ένα τέτοιο ποσό για τις επιδιορθώσεις της πολυκατοικίας και θα συνιστούσε καταπίεσή της ως ιδιοκτήτρια μονάδας να καταβάλει την αναλογία σε τέτοιο ποσό, ή η αναλογία στην οποία κατέληξε η Ενάγουσα δεν συνάδει με το εμβαδόν της μονάδας της. Αμφισβητεί ότι έλαβε και την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας. Θεωρεί, η Εναγόμενη, ότι η μαρτυρία στην οποία βασίστηκε η έκδοση της απόφασης δεν ήταν επαρκής, ενώ αφήνει να νοηθεί ότι δολίως η Ενάγουσα κινήθηκε στο Δικαστήριο. Προβάλλει ισχυρισμούς σε σχέση με την αίτηση της Ενάγουσας για εκποίηση του ακινήτου της, και εκφράζει τη θέση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης. Ρίχνει την ευθύνη στην Ενάγουσα που καθυστέρησε να λάβει μέτρα εκτέλεσης, θεωρεί πως η Ενάγουσα δεν θα ζημιωθεί από τον παραμερισμό, αλλά η ίδια θα εξαναγκαστεί να καταβάλει χρήματα που θεωρεί πως δεν οφείλει, ενώ λέει πως ακόμα και ο επιδότης που είχε επιχειρήσει να της επιδώσει την αίτηση της Ενάγουσας για εκποίηση του ΜΕΜΟ, η επίδοση της οποίας τελικά έγινε με υποκατάστατη επίδοση, και εκείνος ψεύδεται όταν λέει ότι η Εναγόμενη απέφευγε την επίδοση και δεν άνοιγε την πόρτα. Η Ενάγουσα ενίσταται στην αίτηση της Εναγόμενης και ισχυρίζεται πως δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της απόφασης· η Εναγόμενη δεν δικαιολογεί την παράλειψή της να εμφανιστεί στη διαδικασία, υπέδειξε αδιαφορία και περιφρόνηση· αλλά και δεν έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Έπειτα, η αίτησή της είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη, και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της διατήρησης της απόφασης της Ενάγουσας. Ο κύριος ΧΧΧΧ, πρόεδρος της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας, που ορκίζεται την ένσταση της Ενάγουσας, αναφέρει πως το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγόμενη και είχε την ευκαιρία να εμφανιστεί, ωστόσο η μη εμφάνισή της συνιστά επιλογή της. Ο σκοπός σήμερα, κατά τη θέση του κύριου ΧΧΧΧ, είναι να προκαλέσει περισσότερη καθυστέρηση στην πληρωμή του ποσού που οφείλει, το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητεί, ούτε την απόφαση που ελήφθη για την πληρωμή του ή την αναλογία της μονάδας της, εφόσον ήδη κατέβαλε έναντι ποσό €9.000,00. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Αμφότερες οι πλευρές επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους, και είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Προέχει η εξέταση του νομότυπου της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα, που κατοχυρώνει το άρθρο 30 §§ 1, 3 του Συντάγματος, να πληροφορηθεί το γεγονός και τους λόγους για τους οποίους τον καλούν στο Δικαστήριο και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του ενώπιον αυτού. Σε περίπτωση που η επίδοση δεν είναι νομότυπη, το Δικαστήριο έχει χρέος να παραμερίσει την απόφαση που εκδόθηκε βάσει αυτής (ex debito justitiae), χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθει στην ουσία. Είναι γεγονός που δεν αμφισβητείται ότι το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στην Εναγόμενη προσωπικά την 16.10.2019. Αυτή η επίδοση, που μαρτυρείται με την ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη, είναι νομότυπη με βάση τη Δ.5,κ.2

(1)ΚΠΔ. Το τεκμήριο που συνοδεύει το νομότυπό της είναι πως επέφερε και πραγματική γνώση της αγωγής. Αυτό συνιστά απλά ένα τεκμήριο, η ανατροπή του οποίου βρίσκεται στους ώμους της Εναγόμενης. Η κατάφαση του νομότυπου της επίδοσης δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της αίτησης της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τη Δ.17,κ.10 ΚΠΔ:
  1. Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. σε μετάφραση:
  2. Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με οποιουδήποτε από τους προηγούμενους Κανόνες αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο, σε μια κατάλληλη περίπτωση, να την παραμερίσει ή να την τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους όπως ήθελε φανεί δίκαιο. Η νομολογία[1] είναι καλά θεμελιωμένη σε σχέση με το ζήτημα του παραμερισμού μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε νομότυπα αλλά ερήμην. Συνοψίζεται και σε αρκετές πιο πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και πιο πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, όπως και η Wakeham v. Bhatti, ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Έφεση 49/2011, ημερομηνίας 25.05.2016, η Χρυσόδοντας ν. Ακουολογικό Κέντρο Λάρνακας Γιώργος Παναγιώτου Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε10/2013, ημερομηνίας 06.06.2018, και η Jurgen κ.α. ν. Σταυρινού, Πολιτική Έφεση 80/2014, ημερομηνίας 01.06.
  3. Το Δικαστήριο ελέγχει εάν συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις, σωρευτικά: (α) Εάν έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, με την ουσιαστική μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό, χωρίς να απαιτείται υπάρχει εκτεταμένη αναφορά· αυτή είναι και η ουσιωδέστερη προϋπόθεση[2]. (β) Εάν έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση τόσο στην καταχώριση εμφάνισης όσο και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό[3]· Για την παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης, θα πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως για παράδειγμα ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση του αιτητή, δίδοντας γι' αυτό συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις[4]. Η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό, εάν προκύπτει από αυτήν αδιαφορία και περιφρόνηση, σε τέτοιο βαθμό που να επισκιάζει ξεκάθαρα τη σημαντικότητα της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, ώστε εάν επιτραπεί η ακρόαση της υπεράσπισης, παρά τη διαγωγή, να πλήττεται σοβαρότερα το θεμέλιο της δικαιοσύνης, απ' ότι εάν δεν επιτραπεί η ακρόαση της υπεράσπισης[5]. Προφανώς, η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων ελέγχεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο ζυγίζει, από τη μια, την αρχή ότι είναι προς το συμφέρον του συνόλου της κοινωνίας να τερματίζονται οι αντιδικίες το συντομότερο δυνατόν (interest repuplicae ut sit finis litium), από την άλλη, την αρχή ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να ακούγεται, το οποίο δεν θα πρέπει να του αφαιρείται με μεγάλη ευκολία ή με ζήλο[6]. Όπως επισημαίνεται και στη Jurgen (ανωτέρω), δεν υπάρχουν στεγανά στην εξέταση μιας τέτοιας αίτησης, αλλά κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της τυχόν διαφορετικών γεγονότων. Στη Jurgen (ανωτέρω), για παράδειγμα, ο αιτητής ήταν πρόσωπο που γνώριζε τι έπρεπε να πράξει και δεν είχε άγνοια των ορθών διαδικαστικών διαδικασιών, όπως και των συνεπειών μη καταχώρισης εμφάνισης σε μία αγωγή, ωστόσο επικαλέστηκε το γεγονός ότι γίνονταν διαπραγματεύσεις και ότι είχε την εντύπωση πως δεν θα προωθείτο η αγωγή, «Δεν ενέχει σημασία η "εντύπωση" με την οποία αφέθηκαν οι εφεσείοντες, κατά το δικό τους ισχυρισμό, ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν ή ότι δεν θα λαμβάνονταν περαιτέρω μέτρα», λέχθηκε. Από την άλλη, στην Κοστανιάν ν. Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2020:A73, Πολιτική Έφεση 168/2013, ημερομηνίας 25.2.2020, λέχθηκε ότι: ...τυχόν επιπόλαιοι χειρισμοί ενός εναγομένου, που οδηγούν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, δεν θεωρούνται, χωρίς άλλο, από τη νομολογία ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οποιασδήποτε μορφής. Στην Κοστανιάν (ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι θα έπρεπε να παραμεριστεί η ερήμην απόφαση, η εφεσείουσα, όταν παρέλαβε κλητήριο που αφορούσε διαφορά επί διαμερισμάτων σε πολυκατοικία και χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, παρέδωσε το κλητήριο στο συνεναγόμενο της, ο οποίος την προέτρεψε να του το δώσει για να ενεργήσει όπως και ο ίδιος, παραδίδοντας το στο δικηγόρο του για διευθέτηση. Όμως ο συνεναγόμενος δεν ενήργησε όπως αντιλήφθηκε η εφεσείουσα και εκδόθηκε απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Από την συγγνωστή επιπολαιότητα έως την ασύγγνωστη αδιαφορία υπάρχει μια απόσταση, πραγματική. Η Jurgen (ανωτέρω), για παράδειγμα, διαφοροποιήθηκε από την Κοστανιάν (ανωτέρω) στη βάση του ότι οι εφεσείοντες ήταν οργανισμός με εμπειρία σε δικαστικές διαδικασίες που γνώριζε περί των διαδικασιών και η ιδιότητα τους ενείχε τη δική της σημασία. Με διαφορετικό τρόπο εμπλοκή της ιδιότητας των αιτητών και της πρακτικής δυνατότητας να καταχωρίσουν εμφάνιση υπήρχε στη Sokollow S.A. Oddzial Zaklady Miesne W Kole v. Lope Enterprises Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 2555, στην οποία δεν κρίθηκε ως δικαιολογημένη η παράλειψη των εφεσειόντων, δια των αλλοδαπών δικηγόρων στους οποίους είχαν αποταθεί, να ακολουθήσουν τη δέουσα διαδικασία εμφάνισης, ενδεχομένως κατόπιν συμβουλής από Κύπριους δικηγόρους, αλλά να πράξουν κατά το δοκούν, αποστέλλοντας έγγραφα υπεράσπισης στο Πρωτοκολλητείο. Οι υποθέσεις, οι εντυπώσεις και άλλες υποκειμενικές καταστάσεις δεν προσδίδουν βαρύτητα στους λόγους μη εμφάνισης. Σημασία έχουν τα αντικειμενικά δεδομένα. Στην Wakeham (ανωτέρω) δεν τίθετο υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, ενώ ο εφεσείων παρείχε αρκούντως καλό λόγο μη εμφάνισης και καθυστέρησης υποβολής της αίτησης (περίπου τρείς μήνες), που δεν αμφισβητήθηκε: εξέτιε ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, από όπου δύσκολα μπορούσε να επικοινωνεί, ενώ αντιμετώπισε και προβλήματα υγείας. Ως σύνολο οι περιστάσεις του, σε συνάρτηση με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό. Εξ ου και λέχθηκε πως: Όπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπεράσπιση που θα ήθελε να προβάλει η Εναγόμενη, εάν της δινόταν η ευκαιρία να ανοίξει ξανά την υπόθεση, θα ήταν πως εξόφλησε με την καταβολή ενός μικρότερου ποσού, €11.000,00 αντί €9.000,00 που ισχυρίζεται η Ενάγουσα, που η ίδια θεωρεί ότι επαρκεί για τις επιδιορθώσεις της πολυκατοικίας, ταυτόχρονα αμφισβητώντας το κύρος της απόφασης της Ενάγουσας για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού για τέτοιες επιδιορθώσεις ή και την ορθότητα του υπολογισμού του με βάση το εμβαδόν της μονάδας της. Συναφώς να αναφερθεί πως, με βάση το άρθρο 381Α
(1)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, οι κύριοι όλων των μονάδων θα συμμετέχουν στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την εξασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από το Μέρος αυτό ή από τους Κανονισμούς. Η αναλογία του μεριδίου κάθε κυρίου στις δαπάνες θα καθορίζεται από τους Κανονισμούς με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας. Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν εξετάζει τη μαρτυρία για να την αξιολογήσει όπως σε κανονική δίκη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την αναζητά ή δεν την κοιτάζει ώστε να διακριβώσει κατά πόσο παρατίθεται με έναν τρόπο συνεκτικό και κυρίως πειστικό· ότι δεν είναι «απογυμνωμένη νομιμοποιητικού ερείσματος», όπως ήταν η έκφραση στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Η υπεράσπιση πρέπει να είναι «συζητήσιμη», άρα «λογικοφανής», όπως αναφέρθηκε στη NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.
  2. Στην προκειμένη περίπτωση, απουσιάζουν οποιαδήποτε αντικειμενικά στοιχεία στη μαρτυρία της Εναγόμενης, όπως για παράδειγμα κάποιες αποδείξεις πληρωμής ποσών που δίνουν €11.000,00 αντί €9.000,00· κάποιες ενδείξεις ότι η Εναγόμενη πλήρωσε κάποιο ποσό στην Ενάγουσα για τις επιδιορθώσεις με επιφύλαξη ως προς το δικαίωμά της να αμφισβητήσει τη νομιμότητα ή ορθότητα της απόφασης της Ενάγουσας ή την οφειλή· κάποια μαρτυρία ότι υφίσταται υποχρέωση της Ενάγουσας, απορρέουσα από συμφωνία ή Κανονισμούς, εάν δεν περατωθούν οι εργασίες για λόγο άλλον από το ότι δεν καταβάλλονται από τους ιδιοκτήτες των μονάδων τα χρήματα για τον σκοπό αυτό, να επιστρέψει κάποια χρήματα, και υπό ποιες περιστάσεις, εάν στο μεταξύ αυτά έχουν επενδυθεί στην οικοδομή· κάποια μαρτυρία ότι η μη περάτωση των εργασιών οφείλεται σε τέτοιον άλλο λόγο· πληροφορίες για το ποιο είναι το εμβαδόν της μονάδας της Εναγόμενης που η ίδια ισχυρίζεται πως δεν υπολογίστηκε ορθά. Ενώ σε ένα δικόγραφο ένας εναγόμενος μπορεί να εκθέτει διαζευκτικές βάσεις υπεράσπισης, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας που του ζητείται να αποσείσει το βάρος που έχει σε σχέση με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, αναμένεται να έχει μια πιο ξεκάθαρη υπερασπιστική γραμμή. Η Εναγόμενη προσκομίζει φωτογραφίες ότι δεν περατώθηκαν οι εργασίες, αλλά το γεγονός αυτό δεν λέει οτιδήποτε από μόνο του. Εάν η Εναγόμενη, λόγω κάποιου ανοιχτού εργοταξίου ή μη λήψης μέτρων προστασίας, τραυματίστηκε, αυτό είναι άλλο ζήτημα, που σχετίζεται με δική της ενδεχόμενη απαίτηση, και όχι με την απαίτηση της Ενάγουσας να πληρωθεί το κόστος των εργασιών επιδιόρθωσης της κοινόκτητης οικοδομής. Κρίνω πως δεν προβάλλει συζητήσιμη υπεράσπιση η Εναγόμενη. Περαιτέρω, η Εναγόμενη δεν αποδεικνύει επαρκώς και ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, που πάντως της επιδόθηκε προσωπικά. Ουδεμία υποχρέωση είχε η Ενάγουσα να της επιδώσει έγγραφα στη Ρωσική γλώσσα. Είναι υποχρέωση της Εναγόμενης, όταν βρίσκεται στην Κύπρο και παραλαμβάνει έγγραφα με δικαστικό επιδότη, κατ' επέκταση έγγραφα που σχετίζονται με δικαστικές διαδικασίες, εφόσον η ίδια δεν γνωρίζει τη Ελληνική γλώσσα στην οποίαν είναι συνταγμένα, που είναι και εκ των επισήμων γλωσσών στην Κυπριακή Δημοκρατία, να έχει την αναγκαία πληροφόρηση ως προς το περιεχόμενό τους. Ο ισχυρισμός της ότι δεν θυμάται να παρέλαβε κάποιο έγγραφο, αλλά και εάν παρέλαβε, δεν κατάλαβε, δεν αρκεί είτε για να διαψεύσει τον δικαστικό επιδότη που διενήργησε την επίδοση στην Εναγόμενη προσωπικά και ενόρκως πληροφόρησε το Δικαστήριο γι' αυτήν, είτε για να πείσει το Δικαστήριο πως δεν ήταν επιλογή της Εναγόμενης να μην εμφανιστεί στη διαδικασία της αγωγής. Ειδικότερα όταν ο ισχυρισμός αυτός της Εναγόμενης συνοδεύεται και από μιαν ευρύτερη προσπάθειά της να διαψεύσει γενικότερα τον επιδότη, την μεταγενέστερη ανεπιτυχή προσπάθειά του να την εντοπίσει για να της επιδώσει την αίτηση για εκποίηση ΜΕΜΟ, ή να επιρρίψει ευθύνες για τη μη εμφάνισή της σε όλους τους άλλους, εκτός από τον εαυτό της. Η ίδια προσπάθειά της δεν συνάδει με το γεγονός ότι, όταν έλαβε γνώση, δια θυροκόλλησης, της αίτησης για εκποίηση του ΜΕΜΟ, η οποία επίσης είναι συνταγμένη στην Ελληνική γλώσσα, εκεί, προφανώς λαμβάνοντας πληροφόρηση και συνειδητοποιώντας τις συνέπειες της επιλογής της να μην εμφανιστεί στη διαδικασία, αντέδρασε άμεσα, επιχειρώντας να ανακόψει μια τέτοια εξέλιξη. Έχοντας κατά νου όλη τη στάση της Εναγόμενης έναντι στο συγκεκριμένο θέμα (ασχέτως των λόγων που - δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα- την έχουν διαμορφώσει), σε συνάρτηση με το είδος της απαίτησης, διακρίνεται και κάποιος βαθμός αδιαφορίας και περιφρόνησης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας· κατ' επέκταση των λοιπών ιδιοκτητών των μονάδων της κοινόκτητης οικοδομής που διαχειρίζεται η Ενάγουσα, και, ενάγοντας την Εναγόμενη, έχει εκπροσωπήσει. Η άρση της τελεσιδικίας στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι θα ήταν πιο επιβλαβής απ' ότι η μη ακρόαση των συγκεκριμένων ισχυρισμών της Εναγόμενης σε δίκη, ως αυτοί προβλήθηκαν στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Νοείται πως η Εναγόμενη δεν εμποδίζεται από το να αμφισβητήσει την προσπάθεια της Ενάγουσας να εκτελέσει την δικαστική απόφαση με εκποίηση ακίνητης ιδιοκτησίας ή, εάν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Ενάγουσας που σχετίζεται με τη μη ολοκλήρωση των εργασιών επιδιόρθωσης, να λάβει τα δικά της μέτρα· εκείνα, όμως, δεν σχετίζονται με την απόφαση της Ενάγουσας ως προς την ανάγκη να καταβάλει η Εναγόμενη το συνολικό ποσό των €18.603,00, έναντι του οποίου κατέβαλε ήδη το ποσό των €9.000,00 (δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ένδειξη ότι κατέβαλε περισσότερα), που η Ενάγουσα, υπό την ιδιότητά της ως η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας Mairoza 10 (που η ιδιότητα αυτή δεν αμφισβητείται από την Εναγόμενη), αποφάσισε (και η απόφασή της δεν είχε αμφισβητηθεί από την Εναγόμενη μετά τη λήψη της, αλλά η Εναγόμενη πλήρωσε και ποσό έναντι των εργασιών) ότι αναλογεί στη μονάδα της Εναγόμενης, για τις επιδιορθώσεις της πολυκατοικίας, που όπως υποδεικνύει και η Εναγόμενη έμειναν ατελείς και θέτουν κινδύνους. Μη σχετική με το εάν θα παραμεριστεί η δικαστική απόφαση ή όχι είναι και η καταπίεση που μπορεί δικαιολογημένα να αισθάνεται η Εναγόμενη, και τη μαρτυρεί στην ένορκη της δήλωσης, από την ανάγκη να γίνουν πολυέξοδες επιδιορθώσεις στην κοινόκτητη οικοδομή, που να επιβαρύνουν κατ' αναλογία τους ιδιοκτήτες μονάδων με ενδεχομένως διαφορετικές οικονομικές δυνάμεις ή με οικονομικές δυσκολίες· μπορεί να υπάρχουν λύσεις για τέτοια ζητήματα εκτός της διαδικασίας της αγωγής. Η αίτηση της Εναγόμενης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης δυστυχώς δεν μπορεί να επιτύχει, και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε και Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, Τρύφωνος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080. [2] Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co. Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774. [3] Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86. [4] Iason Travel & Tours Ltd ν. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.
  1. [5] NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.
  2. [6] Δέστε και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.