← Κύπρος

Ά.Α. ως μητέρα, πλησιέστερη συγγενής, φίλη και φυσική κηδεμόνας των ανήλικων τέκνων της Α.Α. και Ε.Α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αρ. Αγωγής

Ά.Α. ως μητέρα, πλησιέστερη συγγενής, φίλη και φυσική κηδεμόνας των ανήλικων τέκνων της Α.Α. και Ε.Α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αρ. Αγωγής: 5447/2012, 25/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5447/2012 Μεταξύ: Ά.Α. ως μητέρα, πλησιέστερη συγγενής, φίλη και φυσική κηδεμόνας των ανήλικων τέκνων της Α.Α. και Ε.Α. Ενάγουσας και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόμενης Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2021 Για την Ενάγουσα: Ο κ. Χρ. Χατζηστερκώτης και η κα Ελπίδα Χατζηστερκώτη για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: Ο κ. Σάββας Γιορδαμλής για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟΟΙΜΙΟ: H υπόθεση αυτή αφορά τη διάθεση από την εναγόμενη και αγορά από τους ενάγοντες αξιογράφων τα οποία εκδόθηκαν από την εναγόμενη τράπεζα κατά τα έτη 2008 έως 2011. Πρόκειται για μια από τις πολλές παρόμοιες υποθέσεις που έχουν καταχωριστεί στα δικαστήρια μας, γνωστές ως υποθέσεις «Αξιογράφων». Η υπόθεση αυτή δεν παύει να αφορά συγκεκριμένες αγορές αξιογράφων, οπότε τα γεγονότα και οι συνθήκες που τη χαρακτηρίζουν είναι διαφορετικά και/ή διακριτά από άλλες παρόμοιες και αυτά ασφαλώς θα κριθούν και αξιολογηθούν στη βάση μεταξύ άλλων των προσωπικών περιστάσεων των εναγόντων, της σχέσης των ίδιων ή στενών τους προσώπων με την τράπεζα ή με λειτουργούς της, τις παραστάσεις που είχαν λάβει από λειτουργούς της ή μέσω αυτών και εν γένει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέβησαν στις υπό κρίση αγορές. Η μαρτυρία επομένως θα κριθεί υπό αυτή την οπτική γωνία. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Όπως δηλοί και ο τίτλος της αγωγής αλλά και όπως προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και τη μαρτυρία, η ενάγουσα εγείρει την παρούσα υπό την ιδιότητά της ως μητέρα, πλησιέστερη συγγενής, φίλη και φυσική κηδεμόνας των ανήλικων παιδιών της κατά τον επίδικο χρόνο, Α.Α. και Ε.Α. (στη συνέχεια «η ενάγουσα» ή ανάλογα «οι ενάγοντες») και αξιώνει μεταξύ άλλων διάταγμα με το οποίο να θεωρείται εξ υπαρχής άκυρη και/ή να ακυρώνεται η συμφωνία για την έκδοση, παραχώρηση και κατανομή αξιογράφων του 2010 και των μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου του 2011 της εναγόμενης, Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, (στη συνέχεια «οι εναγόμενοι» ή ανάλογα «η τράπεζα»), στο όνομα των ως άνω ανηλίκων, επιστροφή του ποσού των €250.000,00 που καταβλήθηκε για την αγορά των επίδικων αξιογράφων εντόκως και/ή πλέον τόκο προς 9% από της ημερομηνίας καταβολής του ως άνω ποσού καθώς και αποζημιώσεις επί πολυάριθμων νομικών βάσεων συμπεριλαμβανομένων δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, άσκησης ψυχικής πίεσης, παράβασης καθήκοντος, παράβαση συμφωνίας κ.ά. Επιπλέον αξιώνονται γενικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για δόλο και/ ή απάτη πλέον τα έξοδα. Τα επίδικα ζητήματα μιας υπόθεσης θα πρέπει να προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd),

(1991)1 A.A.Δ. 24 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Υπό αυτό το πρίσμα και έχοντας υπ' όψιν τις αρχές αυτές, λόγω των εκατέρωθεν εισηγήσεων ότι, ισχυρισμοί που προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διενεργήθηκαν οι επίδικες αγορές διαφέρουν ουσιωδώς από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και άρα θα πρέπει να αγνοηθούν, η παράθεση τους στο μέρος αυτό της απόφασης μου, έστω και κατά συνοπτικό τρόπο, κρίνεται σκόπιμη για να είναι σε θέση ο αναγνώστης να αντιληφθεί τις εκατέρωθεν επισημάνσεις ή επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε για το σκοπό αυτό στις αγορεύσεις. Αυτά παρόλο ότι σε κατάλληλες περιπτώσεις και σε διάφορα σημεία θα επανέλθω και σε άλλα μέρη της απόφασης μου με τον απαραίτητο σχολιασμό. Η Έκθεση Απαιτήσεως της ενάγουσας: Τα γεγονότα και οι θέσεις της ενάγουσας ως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση Απαιτήσεως της και επί των οποίων στηρίζονται οι αξιώσεις της αλλά και φανερώνουν τη διάσταση που τους έχει προσδοθεί σε σύγκριση με την παρασχεθείσα μαρτυρία, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: (
  1. i)Οι ενάγοντες, κατά τον επίδικο χρόνο και κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής, ήταν ανήλικοι και διατηρούσαν καταθέσεις τακτικής προθεσμίας στην εναγόμενη τράπεζα με την οποία οι ενάγοντες διατηρούσαν πολύ καλή σχέση που εδραζόταν σε απόλυτη εμπιστοσύνη, σιγουριά και βεβαιότητα. (
  2. ii)Κατά τον επίδικο χρόνο η εναγόμενη αντιμετώπιζε πολύ σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας, την οποία επεδίωξε να αποκαταστήσει μεταξύ άλλων με κεφάλαια των πελατών της. Για το σκοπό αυτό μηχανεύτηκε συγκεκριμένη στρατηγική προώθησης αξιογράφων της τράπεζας πρωτίστως σε συγκεκριμένες κατηγορίες πελατών της, χρησιμοποιώντας τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους της. (iii) Κατά ή περί τον Μάϊο του 2010, αντιπρόσωποι της εναγόμενης επέλεξαν τους ενάγοντες, επειδή ήταν κάτοχοι γραμματίων και/ ή χρεογράφων μεγάλης αξίας, και σε διάφορες ημερομηνίες και με επίμονο τρόπο τους προσέγγισαν μέσω της γιαγιάς και της μητέρας τους σε οργανωμένη βάση, αρχικά μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας και ακολούθως με προσωπική συνάντηση για την προώθηση και διάθεση αξιογράφων της εναγόμενης. (
  3. iv)Είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι επίδικες συμφωνίες αγοράς αξιογράφων της εναγόμενης, έκδοσης του 2010 και 2011, είναι παράνομες και κατ' επέκταση εξ υπαρχής άκυρες, καθ' ότι συνομολογήθηκαν χωρίς απόφαση δικαστηρίου, η οποία να παραχωρούσε σχετική άδεια προς το καλώς νοούμενο συμφέρον των ανηλίκων, και συνεπεία ψευδών παραστάσεων της εναγόμενης και των αντιπροσώπων της προς τη γιαγιά και τη μητέρα των εναγόντων ότι δεν απαιτείτο η λήψη τέτοιας δικαστικής άδειας, ενώ οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. (
  4. v)Διαζευκτικά, οι επίδικες συμφωνίες είναι ακυρώσιμες ως συναφθείσες χωρίς την ελεύθερη συναίνεση της ενάγουσας αλλά συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και ψυχικής πίεσης ως ακολούθως: (α) Η εναγόμενη επιστρατεύτηκε δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις για να εξασφαλίσει τη συναίνεση της μητέρας των εναγόντων σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες. Συγκεκριμένα: - Η εναγόμενη διαβεβαίωσε ψευδώς τη μητέρα και τη γιαγιά των ανήλικων εναγόντων ότι οι επίδικες συμφωνίες μπορεί να συναφθούν μόνο με την υπογραφή της μητέρας των ανηλίκων χωρίς διάταγμα δικαστηρίου ενώ ως τραπεζικό ίδρυμα γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι απαγορεύεται η αποξένωση περιουσίας ανηλίκου χωρίς άδεια από το δικαστήριο προς το καλώς νοούμενο συμφέρον των ανηλίκων. - Η εναγόμενη αναληθώς παρέστησε στη μητέρα και τη γιαγιά των εναγόντων ότι τα αξιόγραφα ήταν πενταετή γραμμάτια με εξασφαλισμένη επιστροφή κεφαλαίου και εξασφαλισμένη απόδοση τόκων 7% και ότι δεν είχαν σχέση με το χρηματιστήριο (Χ.Α.Κ.), ότι ήταν ένα ασφαλές προϊόν, κατάλληλο και επωφελές για τα ανήλικα, ενώ γνώριζαν ότι ήταν ένα περίπλοκο επενδυτικό προϊόν υψηλού κινδύνου με αόριστη διάρκεια, μετατρέψιμο σε μετοχές, το οποίο θα εισήγαγαν άμεσα στο Χ.Α.Κ., χωρίς εξασφαλισμένη τοκοφορία λόγω του δικαιώματος της εναγόμενης παύσης καταβολής τόκων και των σοβαρών προβλημάτων κεφαλαιακής επάρκειας της κατά τον επίδικο χρόνο. - Επιπρόσθετα, η εναγόμενη απέκρυψε από τους ενάγοντες ουσιώδεις πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων μη παραδίδοντας καθόλου και/ ή έγκαιρα το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και/ ή Ενημερωτικό Δελτίο και/ ή μη ενημερώνοντας τους ενάγοντες περί του περιεχομένου του, ως είχαν υποχρέωση, και/ ή για το πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας δια παραπλανητικών ενδείξεων στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και/ ή Ενημερωτικό Δελτίο και/ μη επεξηγώντας τις επίδικες αιτήσεις και/ ή τα σχετικά έγγραφα. (β) Η εναγόμενη, κάνοντας κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης, που υπήρχε μεταξύ της ίδιας και των εναγόντων, πέτυχε τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, οι οποίες είναι υπέρμετρα επαχθείς για τους ανηλίκους, δια της άσκησης αθέμιτης πίεσης στη γιαγιά και τη μητέρα των ανηλίκων, η οποία θα υπέγραφε ως ο νόμιμος κηδεμόνας των χωρίς δικαιοπρακτική ικανότητα ανηλίκων. (
  5. vi)Η εναγόμενη με σκοπό να εξαπατήσει τη μητέρα και τη γιαγιά των ανηλίκων δια ψευδών παραστάσεων, ότι δεν απαιτείτο διάταγμα δικαστηρίου για τη λήψη χρημάτων από τους λογαριασμούς των ανηλίκων, εξαπάτησε τα πιο πάνω πρόσωπα με αποτέλεσμα η μητέρα των ανηλίκων, βάσει της ρηθείσας ψευδούς παράστασης, να υπογράψει τις επίδικες αιτήσεις εκ μέρους των ανηλίκων και εξαιτίας αυτού οι τελευταίοι να υποστούν ζημιά συνολικού ύψους €250,000. (vii) Η εναγόμενη παρέβηκε θεσμοθετημένο καθήκον και η υποχρέωση η οποία απορρέει από το Νόμο ως ακολούθως: (α) Η εναγόμενη δια των αντιπροσώπων και υπαλλήλων της παρείχε στους ενάγοντες επενδυτική συμβουλή κατά παράβαση των όρων της κείμενης νομοθεσίας και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προβούν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων και να υποστούν ζημιά: Συγκεκριμένα: - Με πρωτοβουλία της εναγόμενης αυτή παρείχε προσωπικές συστάσεις στους ενάγοντες με ξεκάθαρο επενδυτικό σκοπό σχετικά με τα αξιόγραφα, περίπλοκα επενδυτικά προϊόντα και χρηματοοικονομικά μέσα, που οι ίδιοι εξέδωσαν, βάσει γενικόλογης, ασαφούς, μεροληπτικής και λανθασμένης ενημέρωσης και παραλείποντας να προειδοποιήσει τους ενάγοντες σε σχέση με τους κινδύνους καθώς και να αντλήσουν τις αναγκαίες πληροφορίες σε σχέση με τους ενάγοντες, ήτοι τη γνώση και πείρα τους σε σχέση με τα αξιόγραφα, την οικονομική τους κατάσταση και επενδυτικούς στόχους τους, ώστε να τους συστήσουν την επένδυση σε χρηματοοικονομικά μέσα κατάλληλα για την περίπτωσή τους. - Περαιτέρω, η εναγόμενη ουδέποτε ενημέρωσε τους ενάγοντες περί του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου ούτε τους παρέδωσαν τέτοιο έγγραφο, ενώ όφειλαν να τους το παραδώσουν και/ ή να τους το παραδώσουν έγκαιρα και/ ή να τους επεξηγήσουν αναλυτικά και λεπτομερώς το πολυσέλιδο, δυσανάγνωστο και δυσνόητο περιεχόμενο αυτού και άρα δε διασφάλισαν ότι οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν και κατανόησαν σαφώς και επαρκώς τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων ενάντια στο καθήκον ακριβούς και πλήρους ενημέρωσης, διαφώτισης, αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, προστασίας των συμφερόντων των πελατών τους και λειτουργίας με εντιμότητα, επαγγελματισμό και την επιμέλεια επιβαλλόμενη υπό τις περιστάσεις και το νόμο σε ένα τραπεζικό οργανισμό της πείρας και των γνώσεων της εναγόμενης, καθήκον το οποίο η εναγόμενη είχε έναντι των εναγόντων με βάση την καλή πίστη καθώς και δυνάμει της νομοθεσίας. - Επιπρόσθετα, οι αντιπρόσωποι και οι υπάλληλοι της εναγόμενης δεν είχαν κατάρτιση επί των κινδύνων των αξιογράφων ούτε τα απαραίτητα πιστοποιητικά παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και ενώ θα έπρεπε να παραπέμψουν τους ενάγοντες σε ανεξάρτητο επενδυτικό σύμβουλο, για να λάβουν επενδυτικές αποφάσεις με πλήρη επίγνωση των χαρακτηριστικών του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος, παρείχαν επενδυτικές συμβουλές στηριζόμενες σε ασαφείς, μεροληπτικές και λανθασμένες πληροφορίες σε σχέση με τα αξιόγραφα, προκειμένου να πείσουν τους ενάγοντες να επενδύσουν σε αυτά. (β) Στα εμπιστευτικά μνημόνια και/ ή ενημερωτικά δελτία αναφορικά με τις επίδικες εκδόσεις αξιογράφων η εναγόμενη συμπεριέλαβε παραπλανητικά στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση, τα περιουσιακά στοιχεία και την κεφαλαιουχική βάση της τράπεζας, με σκοπό να αποκρύψει την οικονομική κατάρρευση της τράπεζας, την κεφαλαιακή της ανεπάρκεια, το γεγονός ότι χρειάζονταν δισεκατομμύρια, για να καλύψουν τη ρευστότητά τους, ότι λάμβαναν δάνεια για αυτόν τον σκοπό και υπήρχε ανάγκη για χρησιμοποίηση βοήθειας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τρίτα πρόσωπα υπό μορφή ΕΛΑ ή άλλως πως, καθώς και την πορεία της τράπεζας προς εκκαθάριση συνεπεία δανείων που παραχωρούσε σε τρίτους χωρίς εξασφαλίσεις, της σύνδεσής της με τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, των επενδύσεών της στην αλλοδαπή και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε σε σχέση με παραρτήματα και συγγενείς εταιρείες στο εξωτερικό, στοιχεία τα οποία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει και για τα οποία είχε λάβει προειδοποιήσεις και ή υπήρχαν εσωτερικές εκθέσεις, που δε γνωστοποίησε. (viii) Συνεπεία των ως άνω, υπογράφτηκαν οι επίδικες συμφωνίες και το καθένα από αυτά τα ανήλικα απέκτησε 54 μη μετατρέψιμα αξιόγραφα έκδοσης 2010 για €54,000 και 71,000 μετατρέψιμα αξιόγραφα έκδοσης 2011 για €71,000. (
  6. ix)Κατά ή περί το 2012, εκπρόσωποι της εναγόμενης ανέφεραν στους ενάγοντες ότι τα αξιόγραφα δεν πληρούν τους όρους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και ότι θα σταματούσε η καταβολή τόκου επ' αόριστον, θέτοντας στους ενάγοντες εκβιαστικά τρεις επιλογές, τη μετατροπή των αξιογράφων σε μετοχές ή την απόκτηση νέων αξιογράφων συμβατών με τους όρους της Κεντρικής Τράπεζας και επιτόκιο 8,75% ή τη διατήρηση του υφιστάμενου σχεδίου χωρίς την καταβολή τόκων. Ακολούθως, η εναγόμενη παράνομα και μονομερώς μετέτρεψε τα αξιόγραφα του 2011 σε μετοχές. (
  7. x)Οι ενάγοντες ζήτησαν την επιστροφή των χρημάτων τους και εξέφρασαν άμεσα και μέσω επιστολών της γιαγιάς τους, Ε.Α., έντονα παράπονα και διαμαρτυρίες στους εκπροσώπους της εναγόμενης ότι οι τελευταίοι χρησιμοποίησαν τη θέση τους, για να ασκήσουν αθέμιτη πίεση στους ενάγοντες, ώστε να δεχτούν να αγοράσουν αξιόγραφα. Οι εκπρόσωποι της εναγόμενης παραδέχτηκαν ότι η εναγόμενη διέπραξε μεγάλο σφάλμα χρησιμοποιώντας διευθυντές, υποδιευθυντές και απλούς υπαλλήλους στην προώθηση των αξιογράφων. (
  8. xi)Άμεση συνέπεια της ως άνω αναφερόμενης παράνομης, δόλιας και κακόπιστης συμπεριφοράς της εναγόμενης ήταν οι ενάγοντες να υποστούν ζημιά συνολικού ύψους €250,000, ήτοι €125,000 έκαστος. Η Υπεράσπιση της εναγόμενης: Στην Υπεράσπισή της η εναγόμενη, πλην των παραδοχών ότι διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες και εξέδωσε τα επίδικα αξιόγραφα καθώς και ότι τα ανήλικα ήταν πελάτες τους και ότι αγόρασαν δια της μητέρας τους τα επίδικα αξιόγραφα, αρνούνται όλους τους λοιπούς δικογραφημένους στην έκθεση απαιτήσεως ισχυρισμούς των εναγόντων ως έχουν εκτεθεί συνοπτικά ανωτέρω, καθιστώντας τα επίδικα ζητήματα της υπό κρίση υπόθεσης. Η εναγόμενη ισχυρίζεται συγκεκριμένα πως μεταξύ της ενάγουσας, των τέκνων της και της τράπεζας υπήρχε η τυπική και συνήθης σχέση τραπεζίτη - πελάτη και πως ουδέποτε δημιουργήθηκε οποιαδήποτε σχέση εμπιστοσύνης. Αρνείται ότι προέβη στις δόλιες και απατηλές και/ή ψευδείς παραστάσεις, τις οποίες της αποδίδει η ενάγουσα, και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε προέτρεψε, παρέπεισε, παραπλάνησε ή εξώθησε την ενάγουσα στην αγορά των επίδικων αξιογράφων και ότι ουδέποτε παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες σε αυτή. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αντίθετα, η ενάγουσα προέβη στην αγορά των επίδικων αξιογράφων αυτοβούλως και εν πλήρη γνώσει των όρων και προνοιών που διέπουν την έκδοσή τους. Συγκεκριμένα, το εμπιστευτικό πληροφοριακό μνημόνιο και το ενημερωτικό δελτίο που σχετίζονται με την έκδοση των αξιογράφων της τράπεζας 2010 και 2011, συντάχθηκαν και δημοσιεύτηκαν βάσει της ισχύουσας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο νομοθεσίας, εγκρίθηκαν από όλες τις αρμόδιες αρχές και το περιεχόμενό τους έγινε αποδεκτό από την ενάγουσα και σε κάθε περίπτωση υιοθετήθηκε και αναγνωρίστηκε από αυτή στις σχετικές αιτήσεις που υπέγραψε και κατέθεσε στην τράπεζα εκ μέρους των τέκνων της, οι οποίες τους δεσμεύουν πλήρως. Τα επίδικα αξιόγραφα τύγχαναν διαπραγμάτευσης στο Χ.Α.Κ και σύμφωνα με τη θέση της εναγόμενης τράπεζας, η ενάγουσα ενημερώθηκε, αναγνώρισε και αποδέχθηκε όλους τους κινδύνους και τα χαρακτηριστικά της επένδυσής και έλαβε πλήρη στοιχεία και ακριβή ενημέρωση αναφορικά με τα επίδικα αξιόγραφα από πιστοποιημένα πρόσωπα και ως εκ τούτου η επίδικη αγορά ήταν αποτέλεσμα της δικής της ελεύθερης βούλησης και επενδυτικής απόφασης. Η εναγόμενη αρνείται ότι παρείχε οποιαδήποτε επενδυτική ή άλλη συμβουλή προς την ενάγουσα ή ότι παρέβηκε οποιαδήποτε συμβατική, νομική ή άλλη υποχρέωσή της και ισχυρίζεται ότι συμμορφώθηκε πλήρως με τις απαιτήσεις της σχετικής νομοθεσίας. Τέλος, ισχυρίζεται ότι τα τέκνα της ενάγουσας εισέπραξαν τόκο και όφελος από την αγορά και την κατοχή των επίδικων αξιογράφων και επομένως η ενάγουσα κωλύεται να αξιώνει ακύρωση των σχετικών εγγράφων και να διεκδικεί αποζημιώσεις εναντίον της. Απάντηση στην Υπεράσπιση: Στην Απάντηση τους οι ενάγοντες αρνούνται και απορρίπτουν όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης στο μέτρο και στο βαθμό στον οποίο αυτοί έρχονται σε αντίθεση και/ή δεν συνάδουν και/ή αντιφάσκουν και/ή δεν συμφωνούν με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, καλούν δε την εναγόμενη να αποδείξει αυστηρά τους ισχυρισμούς της. Υποστηρίζουν ότι η ευθύνη της εναγόμενης ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς στο οποίο έχει περιπέσει εξακολουθεί να υφίσταται. Κατά τα άλλα στο πολυσέλιδο δικόγραφο απαντώνται ένας προς ένας όλοι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης επαναλαμβάνοντας τους δικούς τους της Έκθεσης Απαιτήσεως. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ & ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Για την πλευρά της ενάγουσας κατέθεσαν επτά
(7)μάρτυρες (ΜΕ 1 - 7) συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας και για την πλευρά της εναγόμενης τέσσερις
(4)μάρτυρες (ΜΥ 1 - 4). Κατά την παράθεση της μαρτυρίας κατατέθηκαν ογδόντα
(80)έγγραφα ως τεκμήρια (Τεκμ. 1 - 80), κάποια από αυτά είναι πολυσέλιδα στα οποία γίνεται η ανάλογη αρίθμηση. Σε αυτά θα γίνει αναφορά κατά την παράθεση της μαρτυρίας και θα τύχουν όπου αυτό κριθεί αναγκαίο της ανάλογης και επί μέρους αξιολόγησης. Σύμφωνα με τη νομολογία μας στις αστικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων οι οποίοι θα πρέπει να αποδείξουν την υπόθεση τους βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο αυτό βρίσκει αφετηρία στην υπόθεση της Βουλής των Λόρδων Bhesa Shipping Co S.A v. Edmunds
(1985), 1 WLR 948. Στην κυπριακή νομολογία σχετική είναι μεταξύ άλλων η υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2001), 1 Α.Α.Δ 1858. Συνεπώς σε υποθέσεις όπως η παρούσα, το Δικαστήριο θα πρέπει πρωτίστως να καταλήξει αν οι ενάγοντες έχουν τεκμηριώσει όλα αυτά τα συστατικά στοιχεία των αγώγιμων δικαιωμάτων τα οποία επικαλούνται. Αυτό πρέπει να γίνεται στηριζόμενο στη δύναμη της υπόθεσης τους και όχι στην αδυναμία της υπόθεσης της αντιδίκου της, αν ήθελε βρεθεί ότι υπάρχει τέτοια. Για την απόσειση αυτού του βάρους οι ενάγοντες οφείλουν να παρουσιάσουν θετική, συγκροτημένη, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για να αποδείξουν τις δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις τους. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Νικόλα v. Κονναρή
(2003), 1 Α.Α.Δ 1785 και Αντωνιάδης v. Σταύρου
(1998), 1 Α.Α.Δ
  1. Έχοντας τα πιο πάνω υπ' όψιν προχωρώ με την καταγραφή της μαρτυρίας που κρίνεται ως ουσιώδης για την περαιτέρω αξιολόγηση της σε συνάρτηση ασφαλώς και με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και την κατάληξη μου σε ευρήματα. Η κα Ε.Α. (ΜΕ1), γιαγιά των ανήλικων εναγόντων, στη Γραπτή Δήλωσή της (Έγγραφο Α), την οποία υιοθέτησε ενόρκως, ανέφερε ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Ήταν αυτή που μετά τον θάνατο το 2005 του γιού της και πατέρα των ανήλικων τότε εγγονών της, μέσω της μητέρα τους, είχε καταθέσει σε γραμμάτια επ' ονόματι τους δικά της χρήματα τα οποία προηγουμένως τηρούσε στην εναγόμενη σε γραμμάτια επ' ονόματι της. Αναφέρθηκε στα ποσά που κατάθεσε στα εν λόγω γραμμάτια και πως αυτά εξελίχθηκαν στην πορεία. Η μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρξε τραπεζικός υπάλληλος στην τράπεζα Grindlays η οποία είχε εξαγοραστεί στη συνέχεια από την Λαϊκή Τράπεζα ενώ η ίδια με ένα σχέδιο αφυπηρέτησης παραιτήθηκε από την τράπεζα περί το έτος
  2. Λόγω της μεταφοράς των καταθέσεων της στην εναγόμενη διατήρησε πολύ καλές σχέσεις με προϊστάμενους και υπαλλήλους της Λαϊκής αφού μερικοί από αυτούς ήταν και πρώην συνάδελφοι της από την Grindlays που δούλευαν πλέον για την Λαϊκή Τράπεζα. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δημιουργήθηκε και μία πολύ καλή σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Ήταν δε αυτή που ανανέωνε κάθε χρόνο τα γραμμάτια που είχε καταθέσει στο όνομα των ανήλικων εγγονών της, των εναγόντων. Ισχυρίστηκε ότι στις 3.05.2010 όταν πήγε για να ανανεώσει τα γραμμάτια των εναγόντων, ο εκ των προϊσταμένων του υποκαταστήματος της Λαϊκής στη Λινόπετρα όπου ετηρούνταν κ. Α.Κ. την κάλεσε στο γραφείο του και προσπάθησε να την πείσει να δώσει τη συγκατάθεση της για να μετατραπούν τα γραμμάτια των ανηλίκων εγγονών της σε μία «νέα ασφαλή κατάθεση» όπως τη χαρακτήρισε, χωρίς οποιοδήποτε ρίσκο, που θα απέφερε ψηλό τόκο. Μάλιστα για να την πείσει κάλεσε και κάποιον κ. Α.Α., υπάλληλο της εναγόμενης που υπηρετούσε σε άλλο κατάστημα και τον οποίο είχαν υπεύθυνο για αυτό το ζήτημα των αξιογράφων. Οι δύο προσπάθησαν να την πείσουν να μετατραπούν τα γραμμάτια των παιδιών σε αυτήν την ασφαλή κατάθεση, που την ονόμαζαν «αξιόγραφα», λέγοντας της ότι είχαν επιλέξει μερικούς καλούς τους πελάτες μεταξύ των οποίων και αυτή και την οικογένεια της για να τους προτείνουν και παροτρύνουν να λάβουν μέρος σε αυτό το νέο σχέδιο της τράπεζας το οποίο αποτελεί μία πολύ ασφαλή κατάθεση, ότι ήταν για πέντε χρόνια και με επιτόκιο 7% και τους τόκους θα είχαν τη δυνατότητα να τους λαμβάνουν κάθε τρεις μήνες. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι αρχικά ήταν επιφυλακτική. Τους ρώτησε γιατί ονομάζονται αξιόγραφα και όχι γραμμάτια, λαμβάνοντας την απάντηση ότι δεν θα κολλούσαν στο όνομα, ότι θα έπρεπε να τους έχει εμπιστοσύνη με τόσα χρόνια συνεργασίας που είχαν. Την καθησύχασαν ότι ήταν μια ασφαλής κατάθεση και σχέδιο που θα απέδιδε τόκο 7% και τα οποία μετά τα πέντε χρόνια θα μπορούσαν να μετατραπούν και πάλι σε γραμμάτια. Όταν είχε θέσει το ερώτημα, εξ όσων γνώριζε ως πρώην τραπεζικός, πως θα μπορούσαν τα χρήματα, εφόσον ήταν στο όνομα των ανηλίκων και δεν μπορούσε κανένας χωρίς άδεια του Δικαστηρίου να προχωρήσει σε τέτοια πράξη, της απάντησαν ότι αυτό έχει αλλάξει και τώρα γίνεται χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και μάλιστα μπορεί να γίνει και μεταξύ διαφορετικών τραπεζών και ότι στην ίδια τράπεζα είναι πολύ πιο εύκολο. Περαιτέρω της είπαν ότι θα το κάνουν και κανείς δεν θα πάρει είδηση και σε πέντε χρόνια θα επιστρέψουν τα χρήματα όπως ήταν παλιά και τα παιδιά θα επωφεληθούν αυτού του ψηλού τόκου. Γνώριζαν ότι αυτά ήταν ορφανά και ότι ήταν το μόνο περιουσιακό τους στοιχείο. Η μάρτυρας ανέφερε ότι επανειλημμένα την καθησύχαζαν ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος ή ρίσκο λέγοντας της ότι μόνο σε επιλεγμένους πελάτες γίνεται αυτή η πρόταση και δεν είναι δυνατό να βάλουν τους καλούς πελάτες τους σε ρίσκο. Την παρότρυναν να τηλεφωνήσει στη μητέρα των ανηλίκων για να πάει να υπογράψει για αυτά. Βασιζόμενη στις διαβεβαιώσεις τους και δείχνοντας απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτούς πείστηκε ότι επρόκειτο για μία ασφαλή κατάθεση και τηλεφώνησε στη νύφη της Ά.Α., η οποία είναι Ουκρανή στην καταγωγή, και της είπε να πάει στην τράπεζα για τα γραμμάτια των παιδιών όπως και έγινε. Πολύ συνοπτικά οι ως άνω δύο υπάλληλοι ανέφεραν και σε αυτή όσα και στην ίδια. Η Ά. τη ρώτησε αν αυτό είναι καλό και αυτή επειδή πίστεψε στις διαβεβαιώσεις, παραστάσεις και υποσχέσεις των ως άνω δύο υπαλλήλων, και επειδή είχε εμπιστοσύνη μέχρι εκείνη την ώρα στην τράπεζα, της είπε ότι πίστευε ότι θα είναι εντάξει. Μετά από αυτό η Ά. υπέγραψε όλα τα έγγραφα που της έδωσαν την ίδια μέρα και ώρα δηλαδή στις 3.05.
  3. Εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι η αίτηση για απόκτηση αξιόγραφων φαίνεται να έχει λανθασμένα την ημερομηνία 29.04.2010 ενώ αυτές είχαν πάει στην τράπεζα στις 3.05.2010, ημερομηνία που μεταφέρθηκαν και τα χρήματα δηλαδή οι €54.000= για κάθε παιδί. Παρόμοια διαδικασία ακολουθήθηκε και την 1.07.2011 όπου ο κ. Α.Κ. της ανέφερε ότι υπήρχε ακόμα το σχέδιο οπότε η μητέρα των παιδιών υπέγραψε για μετατροπή δύο γραμματίων για ποσό €71.000= για κάθε παιδί σε αξιόγραφα. Συνολικά δηλαδή το κάθε παιδί απέκτησε αξιόγραφα των εκδόσεων 54 και 71 συνολικής αξίας €125.000=- Εξ όσων θυμόταν η μάρτυρας ανέφερε ότι περί τον Μάϊο του 2012 είχε προσέξει ότι η τράπεζα σταμάτησε να δίνει τόκο και περί την 1.08.2012, όταν άκουσε για το πρόβλημα που είχε προκύψει με τα αξιόγραφα, επικοινώνησε με τους δύο πιο πάνω τραπεζικούς υπαλλήλους και ζήτησε εξηγήσεις αναφέροντας τους ότι οι παραστάσεις, διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις τους ήταν ψεύτικες όπως αποδείχθηκαν και αυτοί να της λένε ότι δεν ήξεραν ότι θα εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα ζητώντας της συγνώμη. Μετά από τη συζήτηση που είχε με τους ως άνω υπαλλήλους είχαν καταλάβει πλέον ότι έπεσαν θύματα εξαπάτησης από τους ως άνω τραπεζικούς και την τράπεζα ότι δήθεν ήταν μία απόλυτα ασφαλής κατάθεση καθώς επίσης τους εξαπάτησαν λέγοντας τους ότι για τα ανήλικα μπορεί να υπογράψει η μητέρα τους χωρίς να χρειάζεται άδεια από το Δικαστήριο. Μετά από αυτό απέστειλε επιστολή στην τράπεζα, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο Υπουργείο Οικονομικών και στην Κεντρική Τράπεζα αλλά μέχρι την ημέρα που κατέθετε στο Δικαστήριο δεν είχαν επιστραφεί τα χρήματα των εγγονών της. Η μάρτυρας κατάθεσε διάφορα έγγραφα που είχε στην κατοχή της και τα οποία σχετίζονταν με την μαρτυρία της τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμ. 1 -
  4. Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών λαμβάνεται υπ' όψιν και όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά σε αυτά κατά την αξιολόγηση όπως ασφαλώς και όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν στη συνέχεια της μαρτυρίας από άλλους μάρτυρες. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε σε όλο το φάσμα της μαρτυρίας της με την ίδια να εμμένει στα βασικά της σημεία. Σε ερωτήσεις όπου απαιτείτο η μνήμη της να ανατρέξει σε λεπτομέρειες μπορεί να παρουσίασε κάποιες αμφιταλαντεύσεις ή και ανακρίβειες χωρίς όμως να διακρίνω ότι η μάρτυρας θέλησε να παραποιήσει γεγονότα και να τα προσαρμόσει προς όφελος της υπόθεσης της. Η μαρτυρία της και αναφέρομαι ειδικά στην αντεξέταση της εφόσον η κύρια εξέταση της συμπεριλήφθηκε στο Έγγραφο Α το οποίο και διάβασε, παρά την μεγάλη ηλικία της και το χρόνο που παρήλθε από τα γεγονότα, χαρακτηριζόταν από σταθερότητα, συνοχή και ευθύτητα, δεν παρουσίασε κενά ή αντιφάσεις τέτοιας έκτασης ή υφής ή τέτοια ανακολουθία που θα με προβλημάτιζε για την αποδοχή της. Διεξήλθα όλες τις σχετικές επισημάνσεις/ υποδείξεις σε σημεία της μαρτυρίας της από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης για αντιφάσεις. Οι ημερομηνίες των επίδικων αγορών αξιογράφων της παρούσας υπόθεσης και αυτής όπου η ίδια η ΜΕ1 με τα άλλα παιδιά της απέχουν μόνο λίγες ημέρες μεταξύ τους κρίνω ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό για ένα άτομο ηλικίας άνω των 80 χρονών να συγχυστεί σε σχέση με μία τόσο μικρή λεπτομέρεια και ειδικά για γεγονότα τα οποία συνέβησαν προ δεκαετίας από της ημερομηνίας κατάθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σύμφωνα με τη νομολογία μας (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες): «αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Η μαρτυρία θα πρέπει να αντικριστεί με ευρύτητα και όχι μικροσκοπικά». Περαιτέρω, η υποβολή, ότι η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών ήταν το αποτέλεσμα παρότρυνσης της ΜΕ1 προς τη μητέρα των ανηλίκων, δε δικογραφείται στην Υπεράσπιση και ως εκ τούτου η εναγόμενη κωλύεται να τον προωθεί στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, περαιτέρω προσκρούει στη δικογραφημένη θέση τους ότι η μητέρα των ανηλίκων υπέγραψε με ελεύθερη συναίνεση τις επίδικες συμφωνίες. Έχοντας κατά νούν το σύνολο της μαρτυρίας δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι θα καθιστούσαν τέτοιες μικροανακρίβειες τη μαρτυρία της ανακόλουθη ή ότι δεν ήταν αληθής ή ότι ήταν εκ των υστέρων σκέψεις της. Ως προς το πότε η μάρτυρας άκουσε για πρώτη φορά περί «αξιογράφων» με αναφορά την ημερομηνία που έληγαν τα γραμμάτια των εναγόντων ήτοι την 3.05.2010 και τις αιτήσεις Τεκμ. 1 και 11 και της ενημέρωσης που έτυχε εκείνη την ημερομηνία από τον κ. Α. δεν αντιτάχθηκε οτιδήποτε ως προς αυτό το γεγονός κατά την αντεξέταση της και δεν αποδίδω καμιά σημασία στο γεγονός ότι αρχικά αναφέρθηκε με λανθασμένο επίθετο για τον κ. Α. - όπως εξάλλου τον γνώριζε - αναφέροντας τον ως Κ. και όχι Α. και δεν θυμόταν αν είχαν δουλέψει μαζί και στην Grinlays. Αποδέχομαι τα όσα ανέφερε περί της σχέσης εμπιστοσύνης που χαρακτήριζε τη σχέση της με υπαλλήλους αλλά και την ίδια τη διάδοχη κατάσταση της τράπεζας όπου η ίδια εργαζόταν για χρόνια και προς τούτο γλαφυρή υπήρξε η περιγραφή της αντιμετώπισης της από τους εκάστοτε προϊστάμενους του παραρτήματος της τράπεζας με το οποίο συνεργαζόταν και όπου τηρούσαν ως οικογένεια τις αποταμιεύσεις τους, οι οποίες εύλογα της προκαλούσαν τα αισθήματα που περιέγραψε ότι ένοιωθε γι' αυτούς και κατά προέκταση με την εναγόμενη τράπεζα. Η σχέση δε που εμφιλοχώρησε κατά την αντεξέτασή της για κάποιον πρώην συνάδελφο της Η., κρίνω ότι δεν επιδρά καθόλου στα επίδικα γεγονότα. Οι σχέσεις της με τον κ. Α. ήταν οι καθοριστικές καθ' όλους τους επίδικους χρόνους. Επομένως, κάποιες υποβληθείσες σε αυτή ανακρίβειες - χωρίς προς τούτο επιβεβαίωση τους - καθόλου δεν επιδρούν στη συνολική της εικόνα. Καθόλου δε δεν μπορεί να αποδοθεί στην αυτόβουλη και χωρίς προηγούμενη επικοινωνία με την τράπεζα εμφάνιση της εκεί, όπως εξάλλου γινόταν πάντοτε, όπως ο ισχυρισμός της, από τη δημιουργία τους, με σκοπό την ανανέωση των επίδικων γραμματίων στις 3.05.2010 ημερομηνία κατά την οποία έληγαν και η οποία και δεν αμφισβητήθηκε, ότι ενείχε και πρόθεση για αλλαγή της μορφής τους σε άλλο καταθετικό ή και επενδυτικό προϊόν. Όλα όσα σχετίζονταν με τα επίδικα γραμμάτια των ανηλίκων βρίσκω ότι έγιναν εκείνη την ημερομηνία όπως ήταν και κλήτευση της μητέρας των ανηλίκων στην τράπεζα, η έλευση του κ. Α. εκεί, οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν και στις δύο περί ασφαλούς κατάθεσης και η συμπλήρωση και υπογραφή των απαιτούμενων νέων εγγράφων. Ως προς δε το ζήτημα της αντίληψης της περί εξασφάλισης διατάγματος του Δικαστηρίου για μετατροπή των γραμματίων των ανηλίκων, είναι φανερόν ότι αυτή εδραζόταν στην προγενέστερη μακρόχρονη θητεία της ως τραπεζικού υπαλλήλου όπου φαίνεται ήταν σε γνώση της μια τέτοια προϋπόθεση. Η απορία της, εφόσον τέθηκε το ζήτημα κατά της συζήτηση με τους υπαλλήλους της εναγόμενης, κρίνεται ως εύλογη και καθόλου δεν μπορεί να της αποδοθεί επίγνωση της αλλαγής που θα επερχόταν στο καταθετικό προϊόν των εναγόντων ενόψει των διαβεβαιώσεων που λάμβανε περί του πενταετούς σχεδίου και ενόψει του σκοπού που ανοίχθηκαν τα γραμμάτια στο όνομα των ανηλίκων δεν την απέτρεπε από του να το αποδεχθεί. Η αλλαγή δε που θα επερχόταν στα γραμμάτια με την μετατροπής τους σε πενταετούς διάρκειας δεν οδηγούσαν σύμφωνα με τις παραστάσεις που δεχόταν στην μετατροπή τους σε επενδυτικό προϊόν. Η μάρτυρας ανέφερε ότι όταν υπηρετούσε σε τράπεζα σχεδόν προ τριακονταετίας, οι τράπεζες τότε δεν χρησιμοποιούσαν τέτοια προϊόντα με χρήματα των πελατών τους. Οπότε και η σχετική αναφορά της στην παρ. 12 του Εγγράφου Α στην οποία παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης για να υποδείξει γνώση εκ μέρους της για το τι έκαμνε, βρίσκω ότι δεν ανάγεται στην τότε γνώση της, γνώση όμως που απέκτησε με την τριβή της στην παρούσα υπόθεση. Η ΜΕ 1 σε σχέση ειδικότερα με το ζήτημα του κατά πόσο γνώριζε ότι με την διαφοροποίηση των γραμματίων των ανηλίκων θα τα αντικαθιστούσε και θα εισάγονταν αυτά στο Χρηματιστήριο (Χ.Α.Κ.), και πάλι βρίσκω ότι όσα ανέφερε αντεξεταζόμενη επί τούτου δεν προσκρούουν στην αρχική της τοποθέτηση ούτε και διέκρινα σκόπιμη παράλειψη της να αναφερθεί στην επί τούτου συζήτηση που της υποβλήθηκε ότι δήθεν είχε με τους κ.κ. Α. και Α. Προκύπτει απλώς από το μέρος της αντεξέτασής της επί του θέματος αυτού ότι αυτή καθησυχάστηκε ότι δεν ελλόχευε τέτοιος κίνδυνος στον οποίο ήταν κάθετα αντίθετη. Δεν είχε δε ξεκαθαριστεί από τους πιο πάνω ότι μετέτρεπαν τα γραμμάτια των ανηλίκων σε επενδυτικά προϊόντα, κάτι που ίσως ως πρώην τραπεζικός υπάλληλος θα έπρεπε να ξεχώριζε όπως της προσάπτει ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης. Δέχομαι επίσης τη μαρτυρία της σε σχέση με την άρνηση της ότι ο κ. Α. της έδωσε τα εμπιστευτικά μνημόνια που αφορούσαν τις επίδικες αγορές αξιογράφων του 2010 και καμιά σημασία για τα γεγονότα της παρούσας αν λίγες ημέρες προηγουμένως, ήτοι την 21.04.2010 είχε υποβάλει παρόμοια αίτηση η ίδια με τους δύο άλλους γιούς της μεταξύ των και του Μ.Ε.
  1. Τα υποθετικά συμπεράσματα που εξάγει ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης σε σχέση με την ενημέρωση που έτυχε η μάρτυρας και του χρόνου που της παρασχέθηκε προς μελέτη του προϊόντος που της πρότειναν, δεν τυγχάνουν σύγκλισης καθώς δεν προκύπτουν από τη μαρτυρία εφόσον παρέμειναν άγνωστες οι λεπτομέρειες της προγενέστερης αίτησης την οποία φέρεται ότι υπέγραψε και η ίδια και ποιας ενημέρωσης έτυχαν σε εκείνη την περίπτωση. Κρίνω ότι οι αναφορές της περί "αξιογράφων" κατά την αντεξέτασή της και πως αυτά της παρουσιάστηκαν δεν μπορεί παρά να είναι εκ των υστέρων γνώση της επί του ζητήματος εφόσον ό,τι είχε υπ' όψιν κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών ήταν ότι η λειτουργία τους θα ήταν ως η προγενέστερη με πενταετή πλέον λήξη των γραμματίων που ως εκ τούτου θα απέφεραν ψηλότερο επιτόκιο. Ούτε από την άγνοια της ότι στο όνομα των ανήλικων υπήρχαν ανοικτές επενδυτικές μερίδες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναξιοπιστίας της εφόσον η ίδια δεν διέθετε τέτοια στοιχεία τα οποία να έδωσε στους κ. κ. Α. και Α. Εξετάζοντας επομένως το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΕ 1 επί των γεγονότων και έχοντας περαιτέρω υπ' όψιν και τη μαρτυρία επί των ίδιων γεγονότων και αυτών της ΜΕ2 και ΜΥ3 και 4 αλλά και τα σχετιζόμενα με τις συμφωνίες έγγραφα/τεκμήρια, αποδέχομαι για όλα τα ουσιώδη ζητήματα τη μαρτυρία της. Η ενάγουσα κα Ά.Α. κατάθεσε ως ΜΕ
  2. Η κυρίως εξέταση της εστιάστηκε στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β). Εξήγησε την ιδιότητα υπό την οποία έχει εγείρει την αγωγή. Ανέφερε ότι είναι Ουκρανή στην καταγωγή και ότι η μητρική της γλώσσα είναι η Ρωσική. Καταλαβαίνει, όπως ανέφερε, διαβάζει, γράφει και μιλά την Αγγλική αρκετά καλά. Καταλαβαίνει και μιλά λίγο την Ελληνική γλώσσα αλλά δεν μπορεί να διαβάσει και να γράψει σε αυτή τη γλώσσα. Διευκρίνισε ότι η ίδια προσωπικά δεν είχε σχέση με την εναγόμενη ούτε γνώριζε τους υπαλλήλους της. Η σχέση των εναγόντων με την εναγόμενη, ως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι σχέση που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σχέσης εμπιστοσύνης, που η πεθερά της, Ε.Α., είχε αναπτύξει με την εναγόμενη, κάνοντας αναφορά και αυτή στους λόγους αυτής της σχέσης. Αναφέρθηκε στην πληροφόρηση που είχε από την πεθερά της, μετά το θάνατο του συζύγου της το 2005, για τη δημιουργία των γραμματίων επ' ονόματι των παιδιών της τα οποία ανανέωνε η πεθερά της όταν αυτά έληγαν όπου και προστίθενταν και οι τόκοι που αυτά απέφεραν. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε της ζητήθηκε ούτε από την πεθερά της ούτε από την εναγόμενη να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο είτε για τη δημιουργία των γραμματίων είτε για την ανανέωση τους. Για τον λόγο αυτό της φάνηκε παράξενο όταν στις 03.05.2010, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με πληροφορίες που είχε λάβει από την πεθερά της, έληγαν και θα ανανεώνονταν τα γραμμάτια των παιδιών της, την πήρε τηλέφωνο η πεθερά της από την τράπεζα, για να μεταβεί εκεί και να υπογράψει ως η μητέρα και φυσική κηδεμόνας των παιδιών κάποια έγγραφα σχετικά με τα ως άνω γραμμάτια. Μετέβη πράγματι στην τράπεζα επειδή της το ζήτησε η πεθερά της και επειδή της είπε ότι ήταν για το καλό των παιδιών της. Περιγράφοντας τη σκηνή που αντίκρισε ανέφερε ότι βρήκε εκεί την πεθερά της να την περιμένει σε ένα γραφείο μαζί με δύο υπαλλήλους της τράπεζας τους οποίους πρώτη φορά έβλεπε στη ζωή της. Της συστήθηκαν ως ο Α.Α. και ο Α.Α. Τον Α.Α. της είπε η πεθερά της ότι τον γνώριζε καλά. Επειδή δεν καταλάβαινε καλά την Ελληνική γλώσσα, οι πιο πάνω τραπεζικοί της είπαν στα αγγλικά ότι πρέπει να υπογράψει κάποια έγγραφα, ώστε τα γραμμάτια των ανήλικων παιδιών της αξίας περίπου €54,000= του καθενός να γίνουν γραμμάτια 5 χρόνων. Επίσης, της είπαν ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος και ρίσκο γιατί η τράπεζα δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα και ήταν αξιόπιστη και ότι τα παιδιά της θα κέρδιζαν από αυτό, γιατί το επιτόκιο θα ήταν ψηλότερο, δηλαδή 7% και ότι με τη λήξη των γραμματίων τα χρήματα θα επιστρέφονται στο ίδιο καθεστώς όπως ήταν πριν. Η ίδια δεν ήταν τραπεζικός και ούτε είχε οποιαδήποτε γνώση πάνω σε τραπεζικά θέματα, ρώτησε την πεθερά της, που ήταν τραπεζικός υπάλληλος για χρόνια, τι πίστευε. Αυτή της είπε ότι οι συγκεκριμένοι τραπεζικοί τη διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, ότι είναι γραμμάτια μεγαλύτερης διάρκειας από τα γραμμάτια που είχαν μέχρι τότε τα παιδιά της και γι' αυτό δίνουν και μεγαλύτερο επιτόκιο και ότι γενικά τους είχε εμπιστοσύνη ως πρώην συνάδελφοι της που ήταν και ότι δε θα τη ξεγελούσαν. Επίσης, της είπε παρόντων των ως άνω υπαλλήλων, οι οποίοι και επιβεβαίωσαν αυτά, ότι ήταν αναγκαίο να υπογράψει αυτή, που ήταν μητέρα τους. Οι συγκεκριμένοι τραπεζικοί υπάλληλοι της είπαν ότι αυτή είναι η διαδικασία και ότι μπορεί η μητέρα των ανήλικων παιδιών να υπογράψει χωρίς να χρειάζεται διάταγμα από το Δικαστήριο. Ο κ. Α. της έδωσε και υπέγραψε διάφορα συμπληρωμένα έγγραφα στα ελληνικά τα οποία δεν ξέρει να διαβάζει ούτε να γράφει ούτε και της διαβάστηκαν ούτε και της επεξηγήθηκαν ούτε και της δόθηκαν αντίγραφα, λέγοντας της ότι θα έστελνε αντίγραφα των εγγράφων που υπέγραψε μαζί με έντυπο για πληροφορίες αργότερα αλλά ουδέποτε της έστειλε τίποτε και ουδέποτε έλαβε οτιδήποτε από την τράπεζα σε σχέση με τα έγγραφα που υπέγραψε. Παρόμοια διαδικασία ακολουθήθηκε και με τα γραμμάτια των παιδιών της που έληγαν την 1.07.
  3. Η μάρτυρας διευκρίνισε ότι πήγε στην τράπεζα και υπέγραψε τα πιο πάνω έγγραφα την πρώτη φορά στις 3.05.2010 και όχι στις 29.04.2010, όπως αναγράφεται με το χέρι στις δύο αιτήσεις (Τεκμ. 1 και 11) και τη δεύτερη φορά την 1.07.2011 και όχι σε προγενέστερη ημερομηνία. Πήγε δε εκείνες συγκεκριμένα τις ημερομηνίες, κατά τις οποίες έληγαν τα γραμμάτια των παιδιών της. Και τις δύο φορές οι συναντήσεις της με τους τραπεζικούς δεν διήρκεσαν πάνω από 10 - 15 λεπτά. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στη συνέχεια της μαρτυρίας της στην πληροφόρηση που είχε από την πεθερά της σε σχέση με τη τύχη αυτών των αξιογράφων και ότι ήταν θύματα εξαπάτησης από την τράπεζα και τους υπαλλήλους της. Κατά την αντεξέτασή της επέμεινε σε όσα κατάθεσε κατά την κυρίως εξέταση της σε σχέση με τη γνώση της Ελληνικής γλώσσας όσο και για τα γεγονότα της υπόθεσης όπως τα περιέγραψε εμμένοντας στην περιγραφή που έκανε κατά την κυρίως εξέτασή της. Η μάρτυρας μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση και σε κανένα σημείο της αντεξέτασής της δεν υπέπεσε σε οποιανδήποτε αντίφαση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αληθή και πειστική και ότι από αυτή μπορώ να εξαγάγω ορθά συμπεράσματα και/ή ευρήματα επί των γεγονότων. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης ότι μη αναφορά στην Έκθεσης Απαιτήσεως περί της άγνοιας της Ελληνικής γλώσσας - κάτι που προέκυψε ως αδήριτη ανάγκη να επεξηγήσει στο Δικαστήριο όταν προσήλθε να καταθέσει διά ζώσης, ότι ήταν ζήτημα δικογράφησης και ότι αυτό επιχειρήθηκε να εισαχθεί με τη μαρτυρία με σκοπό να εισαχθεί το δόγμα του "non est factum" το οποίο δεν δικογραφείται ρητώς αλλά ούτως ή άλλως εφαρμόζεται στη βάση άλλων βάσεων αγωγής. Οι όποιες αναφορές ή σχόλια στη συνέχεια της απόφασης, για το ζήτημα αυτό, ανάγονται στην κρίση μου, εν τέλει, περί της εμπιστοσύνης που τα μέλη της οικογένειας Α. επέδειξαν προς τους εκπροσώπους της εναγόμενης και κατά προέκταση στην εναγόμενη, σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΕ1, 2 και
  4. Είναι γεγονός ότι η ενάγουσα (ΜΕ2) άφησε τον χειρισμό των γραμματίων στην πεθερά της (ΜΕ1) η οποία χειριζόταν το ζήτημα αποκλειστικά εξ αρχής και η απόφαση στην οποία βασίστηκε ουσιαστικά ανήκε στην ίδια η οποία γνώριζε την Ελληνική γλώσσα στην οποία και έγιναν οι όποιες παραστάσεις. Η μαρτυρία της σε γενικές γραμμές ότι τα ζητήματα των γραμματίων των παιδιών της τα χειριζόταν κατά αποκλειστικότητα η ΜΕ1 και ότι τις λεπτομέρειες τις γνώριζε εκείνη, γίνεται αποδεκτή ενόψει όλων των περιστάσεων της υπόθεσης. Ο ρόλος της κατά τη σύναψη των συμφωνιών όπως κατέδειξε η μαρτυρία ήταν δευτερεύων χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζεται η υποχρέωση που είχε η εναγόμενη να παράσχει σε αυτή πλήρη ενημέρωση. Ο κ. Χ.Α. (ΜΕ3), είναι αδελφός και διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα των ανήλικων εναγόντων. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη σχέση εμπιστοσύνης, που υπήρχε μεταξύ της οικογένειας Α. και της εναγόμενης τράπεζας συνεπεία αφενός της πολύχρονης σχέσης της μητέρας του, των αδελφών του και του ιδίου με υπαλλήλους και διευθυντικά στελέχη της τράπεζας και αφετέρου λόγω του γεγονότος ότι τα μέλη της οικογένειας Α. διατηρούσαν τις καταθέσεις τους στην εναγόμενη τράπεζα υπό μορφή γραμματίων τη διάρκεια των οποίων αναπροσάρμοζαν κατά καιρούς ανάλογα με τις συμβουλές που δέχονταν από τους τραπεζικούς. Κατάθεσε σε σχέση με την προσωπική του εμπειρία για την προσέγγισή του από τον κ. Α., διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγόμενης στην Λινόπετρα, τον οποίο γνώριζε πολύ καλά και ο οποίος τον παρότρυνε να τοποθετήσει τα χρήματά του και τα χρήματα των ανήλικων ανιψιών του σε ένα νέο προϊόν για εκλεκτούς πελάτες, το οποίο παρουσίασε ως «γραμμάτια κλειστά» για πέντε χρόνια με 7% επιτόκιο, ώστε τα χρήματά τους «να γεννήσουν», ως χαρακτηριστικά του ανέφερε, με τη δυνατότητα να σπάσει το γραμμάτιο ανά πάσα στιγμή χωρίς καμία αναφορά σε οποιονδήποτε κίνδυνο. Ως αποτέλεσμα, σε συνάντηση, η διάρκεια της οποίας δεν υπερέβη τα πέντε λεπτά, ως συνέβαινε κάθε φορά που πήγαινε να υπογράψει για την ανανέωση των γραμματίων του, υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα που ετοιμάστηκαν από τους τραπεζικούς, χωρίς να του επεξηγηθούν και χωρίς να τα διαβάσει και σε διαφορετικό χρόνο από τη μητέρα του και τον αδελφό του, Π., αν και αφορούσαν κοινό τους λογαριασμό, ο οποίος θα μετατρεπόταν στο νέο αυτό «γραμμάτιο». Μετά το κούρεμα, πήγε στην τράπεζα να σπάσει το «γραμμάτιο», οπόταν και έμαθε ότι τα χρήματά του δεν ήταν σε γραμμάτιο αλλά ότι είχαν μετατραπεί σε «αξιόγραφα», λέξη την οποία πρώτη φορά άκουγε να χρησιμοποιούν οι τραπεζικοί, και ότι αυτά χάθηκαν. Συνειδητοποιώντας ότι είχε εξαπατηθεί, ενεπλάκη σε έντονη λογομαχία με τους τραπεζικούς υπαλλήλους. Ο ΜΕ3 κατέθεσε ότι, εάν γνώριζε ότι δεν επρόκειτο για ασφαλή κατάθεση, ποτέ δε θα έβαζε σε ρίσκο τα χρήματά του και ασφαλώς δεν θα επέτρεπε να εκτεθούν σε κίνδυνο τα χρήματα χρόνων δουλειάς της μητέρας του, τα οποία προορίζονταν για την αποκατάσταση των ανήλικων παιδιών του αποθανόντος αδελφού του, έναντι των οποίων αισθανόταν την ευθύνη να τα προστατέψει, κάτι που γνώριζαν και οι τραπεζικοί λόγω της στενής σχέσης εμπιστοσύνης τους με την οικογένεια Α. Ερωτώμενος, ακόμη, εάν ζητήθηκε από τον ίδιο, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού του, να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο σχετικά με μετοχές του αποβιώσαντος και για το άνοιγμα λογαριασμών στο Χρηματιστήριο στο όνομα των παιδιών του τελευταίου, απάντησε αρνητικά. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ3 ενέμεινε στις θέσεις που πρόβαλε κατά την κύρια εξέτασή του αναφορικά με τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της εναγόμενης και της οικογένειας Α., την προέλευση των χρημάτων των ανηλίκων, τον λόγο που προσεγγίστηκε και ο ίδιος, πέραν της μητέρας του, σε σχέση με τα χρήματα των ανηλίκων - ήτοι ότι στην τράπεζα όλοι γνώριζαν για την οικογενειακή τους κατάσταση και τον θεωρούσαν υπεύθυνο για τα ανήλικα στη θέση του αποθανόντος πατέρα τους. Σταθερός στις θέσεις του παρέμεινε και όταν του υποδείχθηκαν το Τεκμ. 29 και έγγραφα για τα αξιόγραφα που είχε μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό του, τα οποία κατατέθηκαν ως τα Τεκμ. 45 -
  5. Σε σχέση με τα ίδια αυτά έγγραφα ο ΜΕ3 επανέλαβε ότι δε γνώριζε ότι επρόκειτο για αξιόγραφα αλλά η εντύπωση που είχε ήταν ότι αυτά ήταν γραμμάτια. Ισχυρίστηκε ότι δε γνωρίζει τι είναι αξιόγραφα, δε διάβασε τα συγκεκριμένα έγγραφα πριν τα υπογράψει, διότι η συνάντησή του με τον κ. Α. κράτησε περί τα πέντε λεπτά, τον εμπιστευόταν και γι' αυτό τον πίστεψε όταν του παρέστησε ότι ήταν έγγραφα για την ανανέωση του γραμματίου του με πιο προνομιακούς όρους και τον προέτρεψε να τα υπογράψει. Επέμεινε ότι δεν του επεξήγησε το περιεχόμενό τους ο κ. Α., τον οποίο δε γνωρίζει και δε θυμάται, καθώς και ότι δεν υπέγραψε κατά τον ίδιο χρόνο με τη μητέρα του και στην παρουσία του κ. Ανδρέου. Σημειώνω ότι τα ως άνω έγγραφα (Τεκμ. 45 - 48) όπως και τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε ο ΜΕ3 δεν αφορούν άμεσα τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, ως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα, και κατά συνέπεια μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα ως προς τις σχέσεις της εναγόμενης με την οικογένεια Α., η οποία κατά την κρίση μου έχει παραμείνει ακλόνητη, καθότι τόσο στην κύρια εξέταση όσο και αντεξεταζόμενος διαφάνηκε η ειλικρίνεια, ο αυθορμητισμός και η συνέπεια στις δηλώσεις του. Δέχομαι από τη μαρτυρία του την περιγραφή των σχέσεων της ευρύτερης οικογένειας Α. με την εναγόμενη η οποία εδραζόταν σε σχέση εμπιστοσύνης και ότι υπήρξε παρότρυνση εκ μέρους εκπροσώπων της εναγόμενης για μετατροπή των γραμματίων τους που έληγαν ετήσια σε πενταετή με δελεαστικούς όρους χωρίς να επεξηγηθεί σε αυτούς δεόντως η διαφορά τους. Δεν διέκρινα ουσιώδεις διαφορές της δικής του μαρτυρίας από αυτή της ΜΕ1 και ούτε όσα εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης για διαφοροποιήσεις στη μαρτυρία τους μπορούν να αναχθούν σε επίπεδο που θα καθιστούσε αναξιόπιστη ή ανακόλουθη τη μαρτυρία τους ούτε και θα μπορούσαν να εξαχθούν από αυτές τις «διαφοροποιήσεις», που επισημάνθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο συμπεράσματα αντίθετα της λογικής. Είναι δε αντιφατικό να γίνεται εισήγηση στη παρ. 63 της γραπτής αγόρευσης της εναγόμενης ότι: «Σε κάθε περίπτωση, ουδεμία γνώση είχε ο ΜΕ 3 και ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε αναφορικά με τη συνάντηση που είχε η Ενάγουσα το 2010 με τους υπαλλήλους της Τράπεζας και τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους» όταν σύμφωνα με το Τεκμ. 29 δηλαδή αίτηση αξιογράφων της ΜΕ 1 υπογράφεται από αυτήν την 21.04.2010 η οποία όμως αφορούσε και τον ΜΕ 3 όπως και τον άλλο αδελφό του όπως αναφέρεται στην παρ. 59 της ίδιας αγόρευσης. Για τους σκοπούς που ανέφερα πιο πάνω δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΕ 3 ως γνήσια και ειλικρινή. Ο κ. Π.Χ. (ΜΕ4), κλήθηκε να καταθέσει έγγραφα και πληροφορίες που αφορούν τις επενδυτικές μερίδες των ανήλικων/ εναγόντων και του αποθανόντος πατέρα τους που τηρούνται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.) ως αρμόδιος Λειτουργός του τα Τεκμ. 49 -
  6. Ο μάρτυρας αφού αναφέρθηκε στην κατάρτιση και την επαγγελματική του εμπειρία ως οικονομολόγος και κάτοχος συναφών επαγγελματικών τίτλων και ως Λειτουργός στο Χ.Α.Κ. σε διάφορα τμήματα από το 1999, τα οποία ανέφερε αναλυτικά στο στάδιο της αντεξέτασής του. Ανέφερε ακόμα ότι κατά τα έτη 2001-2013 έχει διοριστεί ως Ποινικός Ανακριτής για τη διερεύνηση πιθανών ποινικών αδικημάτων οικονομικής φύσης από τον Γενικό Εισαγγελέα, τον οποίο τα τελευταία χρόνια συμβουλεύει για θέματα που αφορούν την οικονομία. Σύμφωνα με τις Αιτήσεις (Τεκμ. 1 και 11, 71 και 72), ήταν προϋπόθεση για την απόκτηση των επίδικων αξιογράφων, και εφόσον η ΜΕ2, ως προκύπτει από τη μαρτυρία της, όχι μόνο δεν εφοδίασε τους τραπεζικούς με στοιχεία σχετικά με τους εν λόγω λογαριασμούς αλλά ούτε καν γνώριζε ότι τα παιδιά της έχουν λογαριασμούς στο Χ.Α.Κ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 τα Τεκμ. 49 - 51 δεικνύουν ότι ο αποθανών πατέρας των ανηλίκων διατηρούσε μερίδα αποθετηρίου στο Χ.Α.Κ., στην οποία εμφανίζονται 203 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμ. 49, σ. 1, 2). Την 4.06.2008 (ως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρος προς την ΜΕ2) ανοίχτηκαν από τη Λαϊκή Χρηματιστηριακή ΕΠΕΥ μερίδες επενδυτών των ανήλικων παιδιών του (Τεκμ. 50 σ.1, 51 σ.1). Την 10.06.2008 οι ως άνω μετοχές του αποθανόντος μεταβιβάστηκαν δια κληρονομιάς ('transferred by inheritance') στις ρηθείσες μερίδες των παιδιών του, 101 μετοχές στον Α.Α. και 102 στην Ε.Α. (Τεκμ. 49 σ.4, 10 - 11, Τεκμ. 50 σ.4, Τεκμ. 51 σ.4), και την ίδια ημερομηνία η μερίδα επενδυτή του αποθανόντος Λ.Α. έκλεισε (Τεκμ. 49, σ.1, 7 - 8). Η σύζυγος του και μητέρα των ανηλίκων δε διέθετε μερίδα επενδυτή. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι δε φαίνεται από τα έγγραφα ποιος έδωσε την εντολή για τη μεταβίβαση των μετοχών, προσθέτοντας ότι πολλά έγγραφα καταστράφηκαν λόγω παλαιότητας σύμφωνα με πρακτική που ακολουθεί το Χ.Α.Κ. Περιέγραψε τις διαδικασίες ανοίγματος μερίδων και μεταβίβασης μετοχών σε τέτοιες περιπτώσεις ως περίπλοκες και επιτευχθείσες δια της προσκόμισης πολλών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένης και πρωτότυπης φοροαπαλλαγής. Σε ερώτηση πώς είναι δυνατόν να έχουν μεταβιβαστεί οι ως άνω μετοχές στα ανήλικα τον Ιούνιο του 2008, εφόσον η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα τους έκλεισε από τις 23.04.2008 και οι μετοχές δεν πέρασαν από τη διαχείριση, ο μάρτυρας επανέλαβε γενικά τη διαδικασία αλλά δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί περαιτέρω επί της συγκεκριμένης περίπτωσης ελλείψει των σχετικών εγγράφων. Ο ΜΕ 4 εξήγησε τη σύνδεση των αξιογράφων με το Χ.Α.Κ. και στη βάση των γνώσεων και επαγγελματικών του εμπειριών σε συναφή ζητήματα, ερωτήθηκε για τα αξιόγραφα και την λειτουργία τους. Ο ΜΕ4 τα χαρακτήρισε ως επενδυτικό προϊόν που ενέχουν ρίσκο, περίπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο όχι κατανοητό από τον μέσο άνθρωπο λόγω του δυσνόητου τρόπου λειτουργίας του, τον οποίο παραλλήλισε με δανεισμό από δυνητικούς επενδυτές, με σκοπό την ενδυνάμωση της κεφαλαιουχικής βάσης της Τράπεζας. Εξήγησε, επίσης, ότι ο παραλήπτης αίτησης αγοράς αξιογράφων λαμβάνει επενδυτική συμβουλή, η οποία πρέπει να παρέχεται από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να παρέχει επενδυτικές συμβουλές, έχοντας παρακαθίσει σε εξετάσεις και όντας εγγεγραμμένος στο Δημόσιο Μητρώο, που τηρείται στο Υπουργείο Οικονομικών υπό την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Επίσης, βάσει της Ευρωπαϊκής Οδηγίας MIFID, η οποία έχει ενσωματωθεί στην κυπριακή νομοθεσία με τη θέσπιση του νόμου Ν.144(Ι)/2007, πριν την παροχή επενδυτικής συμβουλής, πρέπει να ακολουθείται η διαδικασία KYC (Know Your Client), διαδικασία σκιαγράφησης του προφίλ του εν δυνάμει επενδυτή. Ερωτώμενος εάν ανήλικοι μπορούν να αποτελέσουν «δυνητικό επενδυτή» αξιογράφων, ο ΜΕ4 απάντησε ότι δεν αποτελούν καν επενδυτή, καθότι βάσει του νόμου είναι αδύνατη η επένδυση με χρήματα ανηλίκου χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου, αναφέροντας το παράδειγμα ότι στο Χρηματιστήριο δε διενεργείται καμία αποξένωση περιουσιακού στοιχείου ανηλίκου χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου. Περαιτέρω, υποδείχθηκαν στον ΜΕ 4 συγκεκριμένα τεκμήρια, που αφορούσαν τον ανήλικο Α.Α. και με τη διευκρίνιση ότι τα ίδια ίσχυαν και για την ανήλικη Ε.Α. έκανε αναφορά σε αυτά. Συγκεκριμένα, του υποδείχθηκε η αίτηση (Τεκμ. 1), και ερωτήθηκε σχετικά με το Εμπιστευτικό Μνημόνιο (σ.1, παράγραφος 1), στο οποίο στηριζόταν η επίδικη έκδοση αξιογράφων του
  7. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο δυνητικός επενδυτής θα έπρεπε να είχε στο χέρι αυτό το πολυσέλιδο έγγραφο και να το μελετήσει, πριν την υποβολή της αίτησης. Επίσης, του υποδείχθηκε στη σ.2 του Τεκμ. 1 ότι στο σημείο «Χειριστής» αναγράφεται η CISCO και ερωτήθηκε κατά πόσο αυτή η καταχώρηση συμφωνεί με τα αρχεία του Χ.Α.Κ.. Απάντησε αρνητικά παραπέμποντας στο Τεκμ. 50 σ.1, σύμφωνα με το οποίο χειριστής του εν λόγω λογαριασμού κατά τον επίδικο χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 1 ήταν η Λαϊκή Χρηματιστηριακή, δίνοντας ως πιθανή εκδοχή το να συμπληρώθηκε η αίτηση από κάποιον τραπεζικό υπάλληλο, ο οποίος έκανε λάθος. Ακολούθως, του υποδείχθηκαν τα Τεκμ. 5, 6 και 27, και του ζητήθηκε να εξηγήσει τις κινήσεις των λογαριασμών του ανήλικου Α.Α. Κατέθεσε ότι φαίνεται την 3.05.2010 να έκλεισε o λογαριασμός γραμματίου (αρ. XXXXX2675) στο όνομα του Α. Α. (Τεκμ. 6), αφότου όλα τα χρήματα μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό αρ. XXXXX8100 επ' ονόματι επίσης του Α.Α. (Τεκμ. 6, 27), από όπου ακολούθως €54,000 χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά αξιογράφων (Τεκμ. 5, 27). Επίσης, ερωτήθηκε για την εισαγωγή των επίδικων αξιογράφων στο Χ.Α.Κ. και ο μάρτυρας παραπέμποντας στα Τεκμ. 50 (σ.7) και 55, κατέθεσε ότι για τον ανήλικο Α.Α. τη 18.06.2010 εισήχθησαν 54 αξιόγραφα στο Χ.Α.Κ., τα οποία την 5.08.2013 μετατράπηκαν σε μηδενικές αξίες, και την 12.08.2011 εισήχθησαν 71.000 αξίες στο Χ.Α.Κ. οι οποίες μηδενίστηκαν την 1.02.
  8. Τα ίδια στοιχεία, εξήγησε ο μάρτυρας ως ανωτέρω προκύπτουν και για την ανήλικη Ε. Α. βάσει των Τεκμ. 11, 15, 16, 26, 51,
  9. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ4 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα καθήκοντά που είχε κατά την απόσπασή του στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο μάρτυρας κατέθεσε τα σχετιζόμενα με τους ενάγοντες έγγραφα που τηρούνται στο Χ.Α.Κ. όπως και σχετικών Ανακοινώσεων του Χ.Α.Κ. ως Τεκμ. 49 -
  10. Επέμεινε στις θέσεις που πρόβαλε στα πλαίσια της κύριας εξέτασης του και προέβη σε διευκρινίσεις κάποιων από αυτά. Για παράδειγμα ανέφερε μερικούς από τους πολλούς παράγοντες, που καθιστούν τα αξιόγραφα περίπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο, ήτοι το επιτόκιο το οποίο δεν είναι σταθερό, διότι εξαρτάται από το Euribor, τη μετατρεψιμότητα και την αόριστη διάρκειά τους και τους διάφορους κινδύνους, όπως η ανά πάσα στιγμή παύση πληρωμής τόκου ανάλογα με την κεφαλαιακή επάρκεια της εκδότριας Τράπεζας. Διευκρίνισε επίσης ποιες πληροφορίες περιλαμβάνει το «επενδυτικό προφίλ», που προκύπτει από τη διαδικασία Know Your Client, ήτοι την οικονομική δυνατότητα του ενδιαφερόμενου επενδυτή, τις επιθυμίες και ανάγκες του, τους επενδυτικούς του ορίζοντες σε συνάρτηση με τους ορίζοντες του επενδυτικού προϊόντος, τους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος και πόσο διατεθειμένος είναι να τους αναλάβει, επενδυτικό προφίλ με βάση το οποίο παρέχεται και η κατάλληλη επενδυτική συμβουλή, π.χ. «πούλησε», «αγόρασε», «κράτησε». Σε υποβολή ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας αλλά ως λειτουργός του Χ.Α.Κ. και η μαρτυρία του βασίστηκε σε έγγραφα που έχει στην κατοχή του και γνώσεις τις οποίες έχει αποκτήσει για τα αξιόγραφα στα πλαίσια των καθηκόντων του τόσο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όσο και στο Χ.Α.Κ., ενώ παράλληλα παραδέχτηκε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που καταθέτει σε Δικαστήριο σε υποθέσεις σχετικά με αξιόγραφα. Κρίνω τη μαρτυρία του ως άνω μάρτυρος ως αντικειμενική και ότι αυτός για όσα ρωτήθηκε έδωσε τεκμηριωμένες απαντήσεις χωρίς αμφιταλαντεύσεις και δεν διέκρινα οποιανδήποτε μεροληψία εκ μέρους του. Το γεγονός ότι κατάθεσε υπό την ιδιότητα που κλήθηκε σε διάφορες παρόμοιες υποθέσεις δεν καθιστούν καθ' οιονδήποτε λόγο μεμπτή την μαρτυρία του. Η μαρτυρία του δεν μπορεί να αγνοηθεί σε όποιο μέρος αυτής δεν αφορά τα Τεκμ. 49 - 53, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης, καθότι είναι πλήρως συμβατή με τα επίδικα ζητήματα και πως αυτά θα πρέπει να αντικρισθούν. Αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του και κρίνω ότι από αυτή μπορώ να εξαγάγω ορθά συμπεράσματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση όπως αυτά θα αποτυπωθούν στη συνέχεια και στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Η κα Μ.Ι. (ΜΕ5), Πρωτοκολλητής στο Τμήμα Διαχειρίσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κατέθεσε δέσμη εγγράφων από τον φάκελο της Διαχείρισης Αρ. 541/2005 Ε. Δ. Λεμεσού για τον αποβιώσαντα Λ. Α. Α., πατέρα των ανήλικων Α. και Ε.Α. ως Τεκμ.
  11. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Η μαρτυρία της κρίνεται αντικειμενική και όσα προέρχονται από αυτή γίνονται αποδεκτά και ανάλογη ένταξη τους θα γίνει στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση. Προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΕ5 και από το Τεκμ. 57 ότι οι ρηθείσες μετοχές του αποθανόντος, ήταν η αιτία για το άνοιγμα μερίδων επενδυτή για τα ανήλικα εφόσον σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ4 αυτές δεν είχαν συμπεριληφθεί στην κληρονομική περιουσία και στη διαχείριση. Επίσης, φαίνεται ότι η διαχείριση έκλεισε την 23.04.2008, δηλαδή πριν τη μεταβίβαση των μετοχών του αποθανόντος στα ανήλικα που έγινε στις 10.06.
  12. Από αυτά βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι αν οι εν λόγω μετοχές περνούσαν από τη διαχείριση, τότε το 1/3 μερίδιο αυτών θα πήγαινε στη σύζυγο του αποβιώσαντος κάτι που δεν συμβαίνει ούτε και φαίνεται οποιαδήποτε αποποίηση αυτού του μέρους της κληρονομικής περιουσίας. Παραμένει επίσης ως γεγονός ότι η σύζυγος του αποβιώσαντος η ΜΕ2, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ4 δεν διέθετε μερίδα αποθετηρίου. Ο κ. Κ.Τ. (ΜΕ6), είναι υπάλληλος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Πέραν της ιδιότητας και των προσόντων του με σπουδές στη Λογιστική και μέλος του Ινστιτούτου Εγκεκριμένων Λογιστών ρωτήθηκε σε σχέση με το Τεκμ. 54 την Έκθεση δηλαδή του Ειδικού Ελέγχου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι το συγκεκριμένο πόρισμα προήλθε από επιτόπιο έλεγχο, ο οποίος διενεργήθηκε το 2012, με σκοπό τη διακρίβωση από την Κεντρική Τράπεζα, ως εποπτική αρχή των τραπεζών, σε σχέση με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών δυνάμει του Ν. 144(Ι)/2007, κατά πόσο η εναγόμενη είχε συμμορφωθεί με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσία σε ό,τι αφορά στην ορθή παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής για χρηματοοικονομικά μέσα σε σχέση με τα αξιόγραφα της εναγόμενης έκδοσης 2008, 2009, 2010 και
  13. Έναυσμα για τη διεξαγωγή ης συγκεκριμένης έρευνας, ανέφερε, ήταν τα παράπονα επενδυτών προς την Κεντρική Τράπεζα εναντίον της εναγόμενης αναφορικά με την παύση καταβολής τόκου σε σχέση με τα ως άνω αξιόγραφα, την παραπλάνηση ότι τα αξιόγραφα ήταν κατάθεση, για την παροχή επενδυτικής συμβουλής μέσω των υποκαταστημάτων της τράπεζας από μη πιστοποιημένα πρόσωπα και για μεροληπτική προτροπή αγοράς αυτών με έμφαση στα πλεονεκτήματα. Ο ΜΕ6 ανέφερε ότι το πόρισμα της Κεντρικής Τράπεζας κατέδειξε λανθασμένη παροχή επενδυτικής συμβουλής, παραπέμποντας στην τελευταία παράγραφο της σελίδας 23 της έκθεσης ειδικού ελέγχου που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου το 2012 (Τεκμ. 54) σε σχέση με την εναγόμενη και για τα αξιόγραφα του 2010 και στην τελευταία παράγραφο της σελίδας 27 του ίδιου τεκμηρίου για τα αξιόγραφα του
  14. Περαιτέρω, απαντώντας σε ερωτήσεις για τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, κατέθεσε ότι σύμφωνα με το Τρίτο Παράρτημα Μέρος ΙΙΙ του Ν.144 (Ι)/2007 εμπίπτουν στην κατηγορία των χρηματοοικονομικών μέσων και μάλιστα των περίπλοκων, σύμφωνα με σχετική εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας, κυρίως λόγω της αόριστης διάρκειάς τους για τα αξιόγραφα 2010 και 2011 και της μετατρεψιμότητάς τους σε μετοχές για τα αξιόγραφα
  15. Πρόσθεσε ότι δεν είναι γραμμάτια και ότι απαιτούνται ειδικές γνώσεις για την κατανόησή των πλεονεκτημάτων, μειονεκτημάτων και κίνδυνων αυτών, όπως την παύση πληρωμής τόκου για την προστασία της κεφαλαιακής επάρκειας της εκδότριας τράπεζας. Ο ΜΕ6 κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι το Τεκμ. 54 ήταν αποτέλεσμα δειγματοληπτικού ελέγχου σε συγκεκριμένα υποκαταστήματα, που δε συμπεριλάμβαναν το υποκατάστημα της Λινόπετρας ή τις επίδικες περιπτώσεις, προσθέτοντας ότι κάθε περίπτωση έχει τα δικά της περιστατικά. Περαιτέρω, χαρακτήρισε την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης κατά τον επίδικο χρόνο καλή με επαρκή εποπτικά κεφάλαια πάνω από το ελάχιστο ποσοστό, που όριζε η Κεντρική Τράπεζα. Επίσης, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, κατέθεσε ότι από το 2008 και έπειτα δεν ήταν ασύνηθες για ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο να εκδίδει αξιόγραφα. Κατά την επανεξέταση του ο ΜΕ 6 διευκρίνισε το νόημα της παροχής επενδυτικής συμβουλής αναφέροντας ότι ανακοίνωση για την έκδοση αξιογράφων δεν είναι επενδυτική συμβουλή, γιατί δεν έχει συγκεκριμένο αποδέκτη, σε αντίθεση με την περίπτωση τηλεφωνήματος από υπάλληλο της Τράπεζας σε κάποιον ότι υπάρχει ένα πολύ καλό προϊόν, που «του κάνει», που αγγίζει τα όρια της επενδυτικής συμβουλής, διότι απευθύνεται σε συγκεκριμένο άτομο, στο οποίο γίνεται συγκεκριμένη σύσταση να πράξει κάτι συγκεκριμένο σε σχέση με συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο. Περαιτέρω, σε ερώτηση για το περιεχόμενο της πληροφόρησης που έπρεπε να δοθεί από την εναγόμενη σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα, απάντησε ότι, εάν κάποιος προσεγγίστηκε από την τράπεζα, έπρεπε η τράπεζα να του παρουσιάσει όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και να διενεργήσει τεστ καταλληλότητας, ώστε να διαπιστώσει την οικονομική κατάστασή του, τη δυνατότητά του να αντέξει τη ζημιά, τους επενδυτικούς του στόχους. Επίσης, ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η εναγόμενη είχε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ξένοι οίκοι αξιολόγησης χαρακτήρισαν «σκουπίδια». Σημαντική υπήρξε η αναφορά του ΜΕ 6 σε σχέση με το πότε μπορεί να κριθεί ότι δόθηκε επενδυτική συμβουλή σε κάποιο πρόσωπο αναφέροντας ότι το ζήτημα αυτό κρίνεται ανάλογα με την περίπτωση. Για να αποφασίσει κάποιος κατά πόσο δόθηκε επενδυτική συμβουλή ή υπήρξε αντικειμενικός τρόπος πληροφόρησης, θα πρέπει να έχει υπόψη του όλα τα δεδομένα συμπεριλαμβανομένων του κατά πόσο ένα πρόσωπο προσεγγίστηκε από την Τράπεζα ή πήγε από μόνο του και αυτόβουλα. Αποδέχομαι χωρίς κανέναν ενδοιασμό τη μαρτυρία του ΜΕ 6 και από αυτή ως αδιαμφισβήτητη μαρτυρία αντλούνται χρήσιμα συμπεράσματα/ ευρήματα. Ο κ. Ά.Π. (ΜΕ7), είναι Ανώτερος Λειτουργός στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Εργάζεται εκεί από το 1996 και είναι υπεύθυνος του Τμήματος Ερευνών και Παρακολούθησης της Αγοράς, το οποίο διεξάγει οποιαδήποτε έρευνα για παράβαση της νομοθεσίας που αφορά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Αναφερόμενος στα προσόντα του ανέφερε ότι είναι κάτοχος πτυχίου 'Economic and Social Studies' του Πανεπιστημίου Μάντσεστερ και μεταπτυχιακού 'International Studies', λογιστής και μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου. Ο ΜΕ7 κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στη διαδικασία εκπόνησης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 28.04.2014 (Τεκμ. 58), κατόπιν διερεύνησης για την επένδυση της εναγόμενης τράπεζας καθώς και της Τράπεζας Κύπρου σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ), η οποία κατέδειξε την ύπαρξη παραβάσεων για τις οποίες επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο και στις δύο τράπεζες. Η ανάγκη για τη διεξαγωγή της πιο πάνω έρευνας σε σχέση με την εναγόμενη προέκυψε στα τέλη του 2012 λόγω του γενικότερου αιτήματος διερεύνησης του τρόπου με τον οποίο η τράπεζα είχε υποστεί ζημιά 2,5 δισεκατομμυρίων από τα ΟΕΔ. Η έρευνα διεξήχθη από τον ίδιο τον μάρτυρα σε οικονομικές καταστάσεις, εκθέσεις και ανακοινώσεις της εναγόμενης που εξέδωσε ή όχι καθώς και στα Ενημερωτικά Δελτία (Τεκμ. 59 και 62). Η έρευνα έφερε στην επιφάνεια παραπλανητικά στοιχεία στα εν λόγω έγγραφα με αποτέλεσμα η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διεξάγει διαδικασία παραστάσεων ενδιαφερόμενων προσώπων και εν τέλει να εκδώσει την απόφαση (Τεκμ. 58). Ο μάρτυρας παρέπεμψε στη σ. 12 της απόφασης, όπου αναφέρονται οι κίνδυνοι από τα ΟΕΔ, τους οποίους η εναγόμενη, σύμφωνα με τη σ. 26 του Τεκμ. 58, δεν ανέδειξε στο Ενημερωτικό Δελτίο 2010, ενώ είχε επενδύσει σχεδόν όλα τα κεφάλαιά της στα ΟΕΔ, που βαθμολογούνταν από ξένους οίκους ως 'σκουπίδια'. Περαιτέρω, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, ενώ η εναγόμενη προέβη σε θετική δήλωση αναφορικά με την εφαρμογή των αρχών του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης, δεν εφάρμοζε τρεις αρχές, στις οποίες αναφέρθηκε συνοπτικά παραπέμποντας στις σχετικές σελίδες της απόφασης. Πρώτον, το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας δεν είχε καθόλου αποτελεσματικό έλεγχο της εταιρείας, καθότι δεν εφάρμοσε στοιχειώδεις κανόνες διαχείρισης κινδύνου (σ.12), δεύτερον, δεν τέθηκε ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου επιστολή ημερομηνίας 1.03.2010 της Κεντρικής Τράπεζας προς την εναγόμενη σε σχέση με τους κινδύνους από τα ΟΕΔ (σ.21) και τρίτον, το Διοικητικό Συμβούλιο δε διατηρούσε υγιές σύστημα εσωτερικού ελέγχου, διότι, αν υπήρχε, θα εντόπιζε τον κίνδυνο (σ. 26). Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι η ίδια αξιολόγηση έγινε και για το 2011 με τη διαφορά ότι το 2011 είχε σημειωθεί περαιτέρω υποβάθμιση των ΟΕΔ (σ. 109-143 του Τεκμ. 58). Στη συνέχεια ο ΜΕ7 κατέθεσε για έρευνα στην οποία προέβη η Επιτροπή δια Λειτουργών της στην οποία συμμετείχε και αυτός με σκοπό τον εντοπισμό τυχόν παραπλανητικών αναφορών για την κεφαλαιακή επάρκεια της εναγόμενης στα Ενημερωτικά Δελτία (Τεκμ. 59 και 62), κατόπιν σχετικής επιστολής ημερομηνίας 28.04.2015, η οποία απεστάλη στην Επιτροπή από ειδική αστυνομική ομάδα διερεύνησης της οικονομικής καταστροφής. Με την ολοκλήρωση της έρευνας η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απάντησε με την επιστολή ημερομηνίας 23.07.2015 (Τεκμ. 60) αναφορικά με το Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 19.05.2011(Τεκμ. 62) και την επιστολή ημερομηνίας 18.09.2015 (Τεκμ. 61) για το Ενημερωτικό Δελτίο 28.05.2010 (Τεκμ. 59), συνοψίζοντας τα συμπεράσματά της σε επισυνημμένο σημείωμα κάθε επιστολής σ. 5 - 6 του Τεκμ. 60 και σ.7 του Τεκμ.
  16. Από την έρευνα που διεξήγαγε, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πράγματι στα ρηθέντα Ενημερωτικά Δελτία υπήρχαν παραπλανητικά στοιχεία αναφορικά με την κεφαλαιακή επάρκεια της εναγόμενης, καθότι η τελευταία δεν ανέδειξε το μικρό περιθώριο, που υπήρχε μεταξύ του ελάχιστου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, που έθετε η Κεντρική Τράπεζα για την εναγόμενη βάσει της διαδικασίας «Πυλώνας 2», και του ποσοστού κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας, που αναφερόταν στα Ενημερωτικά Δελτία. Για παράδειγμα στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 19.05.2011 (Τεκμ. 62), η εναγόμενη παρέθεσε δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 11.6%, χωρίς να αναδείξει το πολύ μικρό περιθώριο αυτού από τον δείκτη ελάχιστης κεφαλαιακής επάρκειας 11.35%, που έθεσε η Κεντρική Τράπεζα στην εναγόμενη, περιθώριο το οποίο μεταφραζόταν περί τα 70 εκατομμύρια, τα οποία, δεδομένων των συνθηκών, της άσχημης οικονομικής κατάστασης, το Ελληνικό Μνημόνιο, το ότι το 50% της δραστηριότητας της εναγόμενης ήταν στην Ελλάδα, εύκολα μπορούσαν να χαθούν. Επίσης, ήταν παραπλανητικό στο Ενημερωτικό Δελτίο του 2011 ότι η εναγόμενη παρέλειψαν να αναφέρουν ότι ο δείκτης 11,35% επιβλήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα, γεγονός το οποίο σήμαινε ότι η τράπεζα βρισκόταν σε κίνδυνο, και ότι η σύγκριση του 11,6% θα έπρεπε να γίνει με τον δείκτη 11,35% και όχι με το 8%. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο επενδυτής έπρεπε να γνωρίζει τα περιθώρια κεφαλαιακής επάρκειας, διότι, όταν η τράπεζα αντιμετωπίζει τέτοιο πρόβλημα, δεν πληρώνει τόκο και επηρεάζεται η τιμή των αξιογράφων, εφόσον είναι συνδεδεμένα με την κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας. Επίσης, έπρεπε να αναδειχθούν, εφόσον στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 19.05.2011 (Τεκμ. 62) αναφερόταν ότι τα ΜΑΕΚ του 2011 μετατρέπονται σε συνήθεις μετοχές, όταν επέλθει γεγονός έκτακτης ανάγκης ή βιωσιμότητας ή όταν Τράπεζα κρίνει ότι αυτό είναι αναγκαίο για την κεφαλαιακή της επάρκεια και εφόσον βάσει των πιο πάνω στοιχείων όντως η τράπεζα αντιμετώπιζε πρόβλημα βιωσιμότητας. Για το Ενημερωτικό Δελτίο του 2010 (Τεκμ. 59), ανέφερε ότι ισχύουν όλα τα πιο πάνω με τη διαφορά ότι η Κεντρική Τράπεζα τότε είχε επιβάλει στους εναγόμενους δείκτη 11% και η Τράπεζα είχε 12%. Τέλος, αναφορικά με το Δημόσιο Μητρώο Πιστοποιημένων Προσώπων (Τεκμ. 63), ο μάρτυρας κατέθεσε ότι δημοσιεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στα πλαίσια των καθηκόντων της, είναι επικαιροποιημένο μέχρι τον Αύγουστο 2011 και περιλαμβάνει τα πιστοποιημένα πρόσωπα να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες με καθήκοντα από το 1 μέχρι το 6 παραπέμποντας στη σ.1 του Τεκμ.
  17. Κατά την αντεξέταση, υποβλήθηκε στον μάρτυρα (ΜΕ7), ότι η μαρτυρία του για το Ενημερωτικό Δελτίο του 2010 είναι άσχετη με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, καθότι τα επίδικα αξιόγραφα είναι της πρώτης έκδοσης του 2010 βάσει του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου. Ο μάρτυρας απάντησε ότι εξέτασε στα πλαίσια των καθηκόντων του και το Εμπιστευτικό Μνημόνιο, το οποίο απείχε μόνο λίγες εβδομάδες από το Ενημερωτικό Δελτίο και το περιεχόμενο του οποίου ήταν εξίσου παραπλανητικό, καθότι οι κίνδυνοι που έπρεπε να αναδειχθούν ήταν οι ίδιοι και δεν αναφέρονται. Ακολούθως, του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση Α και Β / Εμπιστευτικά Μνημόνια ημερομηνίας 13.04.2010 προς τον Α.Α. με Α/Α 1170 και προς την Ε.Α. με Α/Α 1171/ Τεκμήρια προς Αναγνώριση Α και Β αντίστοιχα, τα οποία ο μάρτυρας αναγνώρισε και κατέστησαν Τεκμ. 64 και 65 αντίστοιχα. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι στη σ.12 της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Τεκμ. 58), η αξιολόγηση των ΟΕΔ ως «σκουπίδια» έγινε την 27.04.2010 ενώ το Εμπιστευτικό Μνημόνιο για την πρώτη έκδοση αξιογράφων της εναγόμενης του 2010 φέρει ημερομηνία 13.04.
  18. Ο μάρτυρας απάντησε ότι στη σ. 12 της απόφασης φαίνεται, επίσης, ότι η εναγόμενη επένδυσε 3,2 δισεκατομμύρια σε ΟΕΔ, τα οποία την 9.04.2010 (ήτοι πριν την έκδοση του επίδικου Εμπιστευτικού Μνημονίου ημερομηνίας 13.04.2010) αξιολογήθηκαν από τον οίκο Fitsch «BBB- με αρνητικό ορίζοντα», στην τελευταία βαθμίδα πριν τα «σκουπίδια» άνευ συγκλονιστικού απροόπτου. Σε υποβολή στον ΜΕ 7 ότι πριν τη δημοσίευσή τους τα Ενημερωτικά Δελτία 2010 και 2011 εγκρίθηκαν από την Επιτροπή, ο μάρτυρας απάντησε ότι η έγκριση αφορούσε στη συμμόρφωση της εναγόμενης με το εκ του νόμου καθήκον δημοσίευσης ενημερωτικού δελτίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Επιτροπή ευθύνεται για την ακρίβεια του περιεχομένου του (η απάντηση αυτή του ΜΕ7 επιβεβαιώνεται από το ίδιο το Τεκμ. 62, στη σ.
  19. Σε ερώτηση κατά πόσο, βάσει της Οδηγίας της Βασιλείας, η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να δημοσιεύει τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας βάσει του «Πυλώνα 2», ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Επανέλαβε ότι ήταν παραπλανητική η παράλειψη της εναγόμενης να ανακοινώσει ότι η Κεντρική Τράπεζα αύξησε τον ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας από 8%, γεγονός που σήμαινε κίνδυνο, και ότι είναι αυτονόητο ότι πρόκειται για μια σημαντική πληροφορία, που θα έπρεπε να περιληφθεί στο Ενημερωτικό Δελτίο, εφόσον τα αξιόγραφα εξαρτώνται από την κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας που τα εκδίδει. Επίσης, παραπέμποντας στη σ.8 του Τεκμ. 58, κατέθεσε ότι, σύμφωνα με το Ν.116(Ι)/2005, πρέπει να ανακοινώνονται όλες οι σημαντικές εμπιστευτικές πληροφορίες, εφόσον η πληροφορία είναι συγκεκριμένη, αφορά στην έκδοση, δεν είναι δημόσια γνωστή και επηρεάζει αισθητά την αξία. Αναφορικά με τα ΟΕΔ, στα οποία επένδυσε η εναγόμενη, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι σύμφωνα με την «Οδηγία της Βασιλείας» τα κρατικά ευρωπαϊκά ομόλογα έχουν μηδέν κινδύνους καθώς και ότι δεν ήταν ασύνηθες για ένα πιστωτικό ίδρυμα να κατέχει ομόλογα δημοσίου, ως τα ΟΕΔ. Ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτή η θέση περί μηδενικού κινδύνου των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων αφορά στον «Πυλώνα 1», ο οποίος δε δίνει την πραγματική εικόνα των κινδύνων, διότι σύμφωνα με την αγορά τα ΟΕΔ δεν ήταν μηδενικού κινδύνου και το μέλλον τους διακρινόταν δυσοίωνο, καθότι έχασαν τεράστιο μέρος της αξίας τους. Για αυτό υπήρχε ο «Πυλώνας 2», δυνάμει του οποίου η Κεντρική Τράπεζα επέβαλλε επιπρόσθετα κεφάλαια για κινδύνους που δεν αναγνωρίζονται από τον «Πυλώνα 1». Ο μάρτυρας παρέπεμψε στη σ.21 της απόφασης της Επιτροπής, όπου αναδεικνύεται ο κίνδυνος από τα ΟΕΔ με αναφορά σε επιστολή ημερομηνίας 1.03.2010 της Κεντρικής Τράπεζας προς την εναγόμενη μεταξύ άλλων τραπεζών, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται πιο κάτω: «Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, παρατηρούμε ότι η έκθεση της τράπεζάς σας σε κυβερνητικά ομόλογα είναι σημαντική. Συναφώς, σημειώνουμε την πρόσφατη σημαντική αύξηση των περιθωρίων των εν λόγω ομολόγων και ιδιαίτερα των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, η οποία επηρεάζει αρνητικά το ύψος των διαθέσιμων εποπτικών κεφαλαίων της τράπεζας καθώς και το κόστος ρευστότητας που μπορεί να αντληθεί με τη χρησιμοποίηση των υπό αναφορά ομολόγων ως εξασφάλιση». Περαιτέρω, παραπέμποντας στη σ.12 της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Τεκμ. 58), ο μάρτυρας κατέθεσε ότι στο επίδικο Ενημερωτικό Δελτίο δεν αναφέρεται ότι η εναγόμενη ξόδεψε σχεδόν όλα τα κεφάλαιά της σε ΟΕΔ, που ήταν τοξικά ομόλογα. Η πλευρά της εναγόμενης υπέβαλε ακόμη στο μάρτυρα, τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη προέβηκε σε διαβήματα ενημέρωσης για τα ΟΕΔ μέσω της δημοσίευσης των οικονομικών καταστάσεων του 2010 ημερομηνίας 31.03.2010, της απομείωσης των ΟΕΔ, την οποία δέχτηκε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και της αναγνώρισης επιπρόσθετων ζημιών απομείωσης για το
  20. Ο ΜΕ7 αρνήθηκε ότι οι πιο πάνω ενέργειες ισοδυναμούν με ανάδειξη των κινδύνων από τα ΟΕΔ, παραπέμποντας σε συγκεκριμένα σημεία του Τεκμ. 58 (σ.96 τελευταία παράγραφος, σημείωση 44 σ.97) και εξηγώντας αναλυτικά γιατί με κανέναν από τους πιο πάνω τρόπους η εναγόμενη δεν ανέδειξε τους κινδύνους. Είναι δε σημαντικό στο σημείο αυτό να επισημανθεί η αντίφαση που παρατηρείται στις πιο πάνω υποβληθείσες θέσεις της Υπεράσπισης, αφενός ότι η επένδυση σε κρατικά ομόλογα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ως τα ΟΕΔ, ήταν μηδενικού κινδύνου και αφετέρου τα περί απομείωσης των ΟΕΔ και των συνεπακόλουθων ζημιών της εναγόμενης ένεκα αυτών, θέση η οποία όχι μόνο προσκρούει στο δικογραφημένο ισχυρισμό της εναγόμενης ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν αντιμετώπιζε προβλήματα οικονομικής επάρκειας αλλά και που στην ουσία συνιστά παραδοχή για το αντίθετο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ7 ως εμπεριστατωμένη και πειστική. Ο μάρτυρας ήταν αντικειμενικός και όσα ανέφερε προέρχονταν από δημοσιευμένα στοιχεία αρμοδίων αρχών, έρευνες και μελέτες, σε κάποιες από τις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος, και τα οποία δεν μπορούν να αμφισβητηθούν εφόσον παρουσιάζουν την ακριβή εικόνα της εναγόμενης κατά την επίδικη περίοδο. Ο μάρτυρας απαντούσε εμπεριστατωμένα και συνεκτικά για όσα ερωτήθηκε ήταν δε εμφανές ότι είχε εντρυφήσει στο συγκεκριμένο ζήτημα με τη τριβή του σε αυτά τα ζητήματα. Παρόμοια με τον ΜΕ 6 αντικρίζω και αυτού τη μαρτυρία την οποία αποδέχομαι και από την οποία κρίνω ότι μπορώ να εξαγάγω σημαντικά συμπεράσματα/ευρήματα με όλο το σεβασμό προς την αντίθετη άποψη που εκφράζεται από πλευράς της εναγόμενης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ: Ο κ. Χ.Κ. (ΜΥ1) του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο υπάλληλος της εναγόμενης. Διευκρίνισε ότι δεν είχε ανάμειξη με την πώληση των επίδικων αξιογράφων. Σήμερα είναι Σύμβουλος του Ειδικού Διαχειριστή της εναγόμενης με καθήκοντα τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων εναντίον της εναγόμενης. Στα καθήκοντα του είναι ο εντοπισμός εγγράφων και η παροχή πληροφοριών στους δικηγόρους της τράπεζας. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στις δύο επίδικες σειρές αξιογράφων, ήτοι της πρώτης έκδοσης του 2010 βάσει Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου ημερομηνίας 13.04.2010 και της έκδοσης του 2011 βάσει Ενημερωτικού Δελτίου ημερομηνίας 28.05.2010 (σημειωτέων ότι τα ΜΑΕΚ του 2011 βασίστηκαν στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 19.05.2011) και στα Τεκμ. 67 και 68, εσωτερικά σημειώματα της εναγόμενης, τα οποία είχαν αποσταλεί πριν την έκδοση των επίδικων αξιογράφων στο δίκτυο καταστημάτων και τους εξουσιοδοτημένους πωλητές προς ενημέρωση όλων των υπαλλήλων της Τράπεζας για τα κύρια χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων, τους όρους έκδοσής τους και τη διαδικασία προσφοράς τους προς ενδιαφερόμενους επενδυτές. Ακολούθως, επεξήγησε τη διαδικασία υποβολής και παραλαβής αιτήσεων για τα αξιόγραφα του 2010, ως προκύπτει από το Τεκμ. 68 και σε συνδυασμό με το Τεκμ. 69 κατέθεσε ότι στην υπό κρίση περίπτωση, κατόπιν εκδήλωσης ενδιαφέροντος αγοράς των επίδικων αξιογράφων από την κηδεμόνα των ανηλίκων, οι υπάλληλοι της εναγόμενης αποτάθηκαν στη MARFIN CLR (Financial Servises) Ltd για την εξασφάλιση των αριθμημένων αιτήσεων (Τεκμ. 1 και 11) και Εμπιστευτικών Μνημονίων (Τεκμ. 64, 65), τα οποία στάλθηκαν από τη MARFIN CLR την 29.04.2010 στον κ. Αλεξάνδρου, υπάλληλο του υποκαταστήματος Λινόπετρας, για να παραδοθούν με τις αιτήσεις. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι, σε αντίθεση με τη θέση της ΜΕ1, ότι η πρώτη φορά για την οποία οι τραπεζικοί της μίλησαν για τα αξιόγραφα ήταν η 3.05.2010, όταν πήγε για την ανανέωση των γραμματίων των ανηλίκων, από τα Τεκμ. 29, 69 και 70 φαίνεται ότι η ίδια προχώρησε σε αγορά αξιογράφων σε προγενέστερη ημερομηνία. Ακόμη, βάσει των Τεκμ. 73 - 76 κατέθεσε ότι τα ανήλικα Α. και Ε.Α. έλαβαν τόκους από τα επίδικα αξιόγραφα ύψους €11.937,92σ. το καθένα από αυτά. Στο στάδιο της αντεξέτασης του ΜΥ1, με αφορμή τη δήλωση του μάρτυρα ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στην προώθηση των επίδικων αξιογράφων, υποδείχθηκε στο μάρτυρα το Τεκμ. 66 στο σημείο, όπου φαίνεται να διετέλεσε Εσωτερικός Ελεγκτής για το «Treasury» της εναγόμενης κατά τον επίδικο χρόνο πώλησης των επίδικων αξιογράφων, και ακολούθως η παράγραφος 18, στις σ.8, 9 του Τεκμ. 68, όπου αναφέρεται η ανάμειξη του συγκεκριμένου τμήματος με τα αξιόγραφα, όταν ο μάρτυρας εργαζόταν εκεί. Με εμφανή αμηχανία ο ΜΥ1 έδωσε μία αντιφατική απάντηση, αφενός δηλώνοντας ότι στα καθήκοντά του ενέπιπτε ο έλεγχος τήρησης των διαδικασιών και αφετέρου ότι δεν είχε εμπλοκή στη διαδικασία προσφοράς αξιογράφων, καθότι κατά τον χρόνο εκείνο εκπαιδευόταν. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας για την κεφαλαιακή επάρκεια της Τράπεζας κατά τον επίδικο χρόνο και σε πλήρη σύγκρουση με προηγούμενή του απάντηση ότι ως εσωτερικός ελεγκτής των εναγόμενων επεξεργαζόταν οικονομικά στοιχεία της τράπεζας, δήλωσε ότι δε γνωρίζει την κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας κατά τον επίδικο χρόνο, ότι η Κεντρική Τράπεζα επέβαλε διαφορετικό δείκτη ελάχιστης κεφαλαιακής επάρκειας από το 8% και ότι η Τράπεζα δεν παρουσίασε την ορθή εικόνα κεφαλαιακής επάρκειας στο επίδικο Ενημερωτικό Δελτίο και Εμπιστευτικό Μνημόνιο, αν και θυμόταν, όπως ανέφερε, ότι το Ενημερωτικό Δελτίο εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ακόμη, αντεξεταζόμενος επί του σκοπού των Τεκμ. 67 και 68, κατέθεσε ότι δε διάβασε τα συγκεκριμένα έγγραφα στην ολότητά τους σε αντίθεση με προηγούμενες δηλώσεις του ότι δια των εν λόγω εγγράφων η εναγόμενη αποσκοπούσε στην ενημέρωση όλων των υπαλλήλων της τράπεζας για τα αξιόγραφα και ότι αποτελούν την πηγή πληροφόρησής του για τα όσα καταθέτει επί των επίδικων θεμάτων. Ο ΜΥ1 ενώ παραδέχτηκε ανεπιφύλακτα ότι οι επίδικες αιτήσεις (Τεκμ. 1, 11), έπρεπε να παραδοθούν το αργότερο μέχρι 30.04.2010 μαζί με όλο το ποσό, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί βάσει των αποδείξεων (Τεκμ. 5 και 6 και Τεκμ. 15 και 16 για την ανήλικη Ε.Α.) το ποσό στην υπό κρίση περίπτωση καταβλήθηκε την 3.05.2010, ως παραδέχτηκε και ο ίδιος, απάντησε υποθετικά ότι ενδεχομένως να δόθηκε παράταση. Στη συνέχεια, ερωτώμενος ως εσωτερικός ελεγκτής να περιγράψει τη διαδικασία που ακολουθούσε η τράπεζα σε περιπτώσεις αποξένωσης χρημάτων ανηλίκων, ο μάρτυρας αρχικά απάντησε ότι δε γνωρίζει ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι σε κάποιες περιπτώσεις απαιτείτο διάταγμα Δικαστηρίου καταλήγοντας ότι για το 2010 και 2011 είχε «αποξενωθεί» από τα πεπραγμένα της Τράπεζας. Κρίνω ότι δεδομένης της πολύχρονης εμπειρίας του ΜΥ1 στη θέση του εσωτερικού ελεγκτή με καθήκον επίβλεψης της τήρησης των διαδικασιών της τράπεζας, δε νοείται να μη γνώριζε ότι για την αποξένωση χρημάτων ανηλίκου απαιτείται άδεια Δικαστηρίου και επομένως είναι προφανές ότι προσπάθησε να υπεκφύγει την ερώτηση περιπίπτοντας σε αντιφατικές δηλώσεις. Στη συνέχεια σε ερώτηση προς τον ΜΥ1 αν το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο, το οποίο περιέγραψε αντεξεταζόμενος ως κείμενο συνταγμένο στα Ελληνικά, πολυσέλιδο και περίπλοκο για ορισμένους ως είναι, παραδόθηκε στη μητέρα των ανηλίκων, ο μάρτυρας απάντησε ότι, ενώ φαίνεται από τα έγγραφα ότι αυτό παραλήφθηκε από την Τράπεζα (Τεκμ. 69, σ.28), δε γνωρίζει αν οι υπάλληλοι της Τράπεζας έπραξαν σωστά κατά την παράδοσή του ούτε διαθέτει κάποιο έγγραφο, που να αποδεικνύει ότι παραδόθηκε στην Ά.Α. Επίσης, ενώ στην παράγραφο 9 της Γραπτής του Δήλωσης (Εγγράφου Γ) ανέφερε ότι στην υπό κρίση περίπτωση η διαδικασία προώθησης των επίδικων αξιογράφων, ξεκίνησε «κατόπιν εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την αγορά αξιογράφων από την κηδεμόνα των Α. και Ε.Α.», αντεξεταζόμενος για το πότε και πώς έγινε αυτή η «εκδήλωση ενδιαφέροντος», ο μάρτυρας απάντησε ότι δε γνώριζε ούτε είχε κάποιο σχετικό στοιχείο. Περαιτέρω, ενώ κατέθεσε ότι τα Εμπιστευτικά Μνημόνια επεξηγούνταν από εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους, ακολούθως παραδέχτηκε ότι, εφόσον δεν ήταν παρών στην υπό κρίση περίπτωση, δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιος και αν επεξήγησε το Εμπιστευτικό Μνημόνιο στην Ά.Α. Σύμφωνα με τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο ΜΥ1 δεν είχε πρωτογενή γνώση των γεγονότων που αφορούν στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Η κατάθεσή του χαρακτηριζόταν από υποθετικές τοποθετήσεις επί των επίδικων θεμάτων, οι οποίες δεν υποστηρίζονται από τα κατατεθειμένα τεκμήρια, και αφετέρου από αντιφάσεις, ως διαφάνηκε στο στάδιο της αντεξέτασης, οι οποίες εκμηδενίζουν την αξιοπιστία και κατ' επέκταση την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας του. Επομένως η μαρτυρία του κρίνεται ως αδιάφορη ως προς τα επίδικα ζητήματα και δεν μπορεί να προσδοθεί σε αυτή οποιαδήποτε αξία. Ο κ. Α.Α. (ΜΥ2) του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος της εναγόμενης στο κατάστημα της στην Λινόπετρα. Εκεί ήταν που υπογράφτηκαν οι επίδικες αιτήσεις. Ανέφερε ότι γνώριζε τη ΜΕ1 φυσιογνωμικά ως πελάτιδα της εναγόμενης και πρώην υπάλληλο της Grindlays και ότι η σχέση τους περιοριζόταν στην τυπική σχέση τραπεζίτη - πελάτη. Περαιτέρω, προβάλλοντας τη δική του εκδοχή για τα επίδικα γεγονότα, κατέθεσε ότι σε μία επίσκεψη της ΜΕ1 στην Τράπεζα ζήτησε από τους υπαλλήλους της τράπεζας και τον πρώην συνάδελφό της, Η.Η., περισσότερες πληροφορίες για τα αξιόγραφα. Οι υπάλληλοι αποτάθηκαν στον ίδιο ο οποίος εξήγησε στη ΜΕ1 ότι πρόκειται για επενδυτικό προϊόν και ότι, σύμφωνα με τις οδηγίες της Τράπεζας, ο ίδιος δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις και κατ' επέκταση την αρμοδιότητα να την ενημερώσει για τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και τη διαδικασία και ότι, αν ενδιαφερόταν, θα την παρέπεμπε στο εξουσιοδοτημένο/ πιστοποιημένο πρόσωπο, τον Α.Α. Στη συνέχεια διευθέτησε συνάντηση μεταξύ της ΜΕ1, του Χ. και Π. Α. με τον Α. και επικοινώνησε με τη Marfin CLR για την αποστολή του Εμπιστευτικού Μνημονίου και την παράδοσή του στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα κατά τη συνάντησή τους με τον Α. Αυτή, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν η μοναδική εμπλοκή του στα γεγονότα, όπως και στη συνέχεια στις επίδικες περιπτώσεις των ανηλίκων το 2010 και 2011 με μόνη διάφορά ότι στη συνάντηση με τον Α. ήταν η ΜΕ1 και η ΜΕ2, μητέρα των ανηλίκων, την οποία δεν είχε ξαναδεί. Ο ΜΥ2 απέρριψε τους ισχυρισμούς που του τέθηκαν περί παραπλάνησης ή συμβουλής ότι τα αξιόγραφα αποτελούσαν ασφαλές καταθετικό σχέδιο, απόκρυψη ότι τα αξιόγραφα θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο ή παράστασης από πλευράς του ότι τα χρήματα των ανηλίκων μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου και δήλωσε ότι δεν είχε κανένα κίνητρο να πείσει τις ΜΕ1 και ΜΕ2 να προχωρήσουν στις επίδικες συμφωνίες. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ2 σε σχέση με την αναφορά του κατά την κυρίως εξέταση του ότι γνώριζε τη ΜΕ1 «φυσιογνωμικά» όπως ανέφερε, δηλαδή «εξ όψεως», ο μάρτυρας άλλαξε τη δήλωσή του καταθέτοντας ότι «μπορεί να της μίλησε κάποιες φορές». Επίσης, με τη δήλωσή του ότι γνώριζε τη ΜΕ1 «φυσιογνωμικά» δε συνάδει ούτε η παραδοχή του ότι γνώριζε συγκεκριμένες πληροφορίες για την οικογένεια Α., μεταξύ άλλων ότι η ΜΕ1 ήταν πρώην υπάλληλος της Grindlays, ότι γνώριζε τον γιο της τον Χ., ότι επρόκειτο για καλούς πελάτες της εναγόμενης και ότι τα χρήματα των ανηλίκων με τα οποία αγοράστηκαν τα επίδικα αξιόγραφα προήλθαν από αποταμιεύσεις της ΜΕ
  21. Ενώ στην κυρίως εξέταση του (Έγγραφο Γ), εξέφρασε τη θέση ότι τα αξιόγραφα ήταν «επενδυτικό προϊόν» (παρ. 6) και επεξήγησης της διαφοράς των αξιογράφων του 2010 και 2011 (παρ. 10), ο μάρτυρας στη συνέχεια σε ερώτηση τι είναι τα αξιόγραφα ανέφερε ότι δε γνωρίζει ενώ στη συνέχεια μέσα από υποβολές και ερωτήσεις ανέφερε ότι ενημερώθηκε, όταν η Τράπεζα ανακοίνωσε την έκδοση αξιογράφων. Ακόμη, ενώ αρχικά αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι ήταν ένα προϊόν «προς το όφελος των παιδιών», κάτι που παραπέμπει, είναι γεγονός, στα όσα κατέθεσαν οι ΜΕ1, 2, και 3 για τις σχετικές παραστάσεις του μάρτυρα προς τους ίδιους, στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε εκφράζοντας τη θέση ότι «ήταν στην κρίση της κηδεμόνα» και κατέληξε στην εντελώς αντίθετη θέση ότι ενείχαν «επενδυτικό ρίσκο». Στη γραπτή δήλωσή του, παράγραφοι 3, 5, 6, 7, 9 και 10 ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις οδηγίες της Τράπεζας για τα αξιόγραφα και περιέγραψε τη διαδικασία προώθησής τους μέσω των υποκαταστημάτων σε συνεργασία με τη Marfin CLR καθώς και τη δική του εμπλοκή στην υπό κρίση περίπτωση, αρνήθηκε αντεξεταζόμενος ότι υπήρχε μηχανισμός της Τράπεζας για την προώθηση των επίδικων αξιογράφων μέσω των διευθυντών των υποκαταστημάτων και οποιαδήποτε δική του ανάμειξη. Η τελευταία αυτή θέση έρχεται, επίσης, σε ρήξη με τη μαρτυρία του ΜΥ1 και τα Τεκμ. 68 (πρώτη παράγραφος, σ.4) και 69 (σ.28), βάσει των οποίων προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο μάρτυρας ζήτησε και έλαβε από τη Marfin CLR τα επίδικα Εμπιστευτικά Μνημόνια. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δε θυμόταν αν του είχαν αποσταλεί τα Εμπιστευτικά Μνημόνια, ότι ίσως αναφέρεται το όνομά του, επειδή ήταν ο διευθυντής του υποκαταστήματος και εν τέλει ότι δεν τα έλαβε ο ίδιος αλλά προορίζονταν για τον Ανδρέου, ο οποίος τα παρέδωσε στη ΜΕ
  22. Την ίδια αντιφατική στάση κράτησε και σε σχέση με την εμπλοκή του στη συνάντηση της ΜΕ2 με τον Α. Ενώ στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον κ. Α. κατά την αντεξέτασή του κατέθεσε ότι δεν τηλεφώνησε ο ίδιος αλλά είπε σε κάποιον συνάδελφο και ακολούθως ότι ίσως και να του τηλεφώνησε. Ο μάρτυς ενώ στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε ότι μίλησε στη ΜΕ2 σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέτασή του άλλαξε την αρχική του δήλωση καταθέτοντας ότι δε θυμόταν. Περαιτέρω, ενώ αρχικά δήλωσε ότι δεν είχε καμία ανάμειξη και δε γνώριζε για τα επίδικα γεγονότα, σε μεταγενέστερο σημείο δήλωσε ότι η ΜΕ2 δεν ωθήθηκε από τον ίδιο αλλά από τη «γιαγιά» (ΜΕ1). Επίσης, ανέφερε ότι δεν προσέγγισε ο ίδιος τη ΜΕ1 αλλά ότι η τελευταία εκδήλωσε ενδιαφέρον μέσω του Η. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο Η. απουσίαζε με άδεια, σε εμφανή αμηχανία αρχικά το αρνήθηκε και μετά είπε ότι δε θυμάται. Επιπρόσθετα, σχετικά με την εκ της γραπτής του δήλωσης (παρ.11) θέση ότι ο ίδιος δεν είχε κάποια κίνητρα, για να προβεί στην παροχή επενδυτικής συμβουλής για τα επίδικα αξιόγραφα, όταν του υποβλήθηκε ότι βάσει του Τεκμ. 68, παρ. 15, δίνονταν κίνητρα στο δίκτυο των υποκαταστημάτων, απάντησε ότι δε γνωρίζει. Αναφορικά με τις επίδικες αιτήσεις (Τεκμ. 1, 11, 71 και 72), ενώ σε διευκρινιστική ερώτηση στα πλαίσια της κύριας εξέτασης απάντησε ότι δεν αναγνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα, αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι είναι του Α.Α. Όταν ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο οι επίδικες αιτήσεις υποβλήθηκαν μαζί με το ποσό για την αγορά αξιογράφων, ενώ αρχικά απάντησε «σίγουρα», όταν του υποδείχθηκε η ημερομηνία 29.04.2010 επί του Τεκμ. 1 και η ημερομηνία 3.05.2010 επί των Τεκμ. 5 και 6 αποδείξεων πληρωμής, αναίρεσε, δηλώνοντας ότι μάλλον δόθηκε παράταση χωρίς να μπορεί να τεκμηριώσει τη θέση αυτή. Ερωτώμενος για το επίδικο ζήτημα της άδειας Δικαστηρίου, ενώ στη γραπτή του δήλωση κατέθεσε ότι δεν εξέφρασε οποιαδήποτε άποψη επί του θέματος, αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι, όταν είναι προς όφελος του ανηλίκου, γίνεται μόνο με την υπογραφή του φυσικού κηδεμόνα, δήλωση η οποία παραπέμπει στα όσα έχουν καταθέσει οι ΜΕ1 και ΜΕ2 αναφορικά με τις σχετικές παραστάσεις του ΜΥ2 προς αυτές. Στη συνέχεια, αναιρώντας τα προηγούμενα, δήλωσε ότι δεν είναι νομικός και εν τέλει ότι δεν του έτυχε ποτέ, δήλωση καθόλου πειστική, εφόσον προέρχεται από έναν έμπειρο τραπεζικό και δη διευθυντή υποκαταστήματος και δεδομένου ότι ζήτημα λήψης χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό ανηλίκου είναι δυνατόν να προκύψει κατά τη συνήθη πορεία εργασιών ενός τραπεζικού ιδρύματος. Κρίνω στη βάση των πιο πάνω ότι ο ΜΥ 2 δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας. Ήταν φανερή η προσπάθεια του να απεκδυθεί τη δική του εμπλοκή στην υπόθεση. Αντεξεταζόμενος αφενός επικαλείτο άγνοια, προκειμένου να αποφύγει περαιτέρω ερωτήσεις, οι οποίες θα τον εξέθεταν ή θα τον έφερναν σε αμηχανία, και αφετέρου, όταν του υποβάλλονταν προηγούμενες αντιφατικές του δηλώσεις, αναιρούσε συνεχώς τα λεγόμενά του. Είναι προφανές ότι ο ρόλος του στα επίδικα γεγονότα ήταν καίριος και η μαρτυρία του για το αντίθετο δεν ήταν καθόλου πειστική. Ως εκ τούτου απορρίπτω την μαρτυρία του ως μη ειλικρινή και προσποιητή. Θα επανέλθω όμως στη μαρτυρία του όταν στη συνέχεια θα με απασχολήσουν διάφορα επί μέρους ζητήματα όπου θα υπάρξει επίσης σχολιασμός της. Ο κ. Λ. (ΜΥ3), πρώην υπάλληλος της εναγόμενης τράπεζας κατέθεσε δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από δύο ηλεκτρονικές επιστολές ημερομηνίας 30.07.2020 και 31.07.2020 από υπαλλήλους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Τεκμ. 77). Παραπέμποντας στα πιο πάνω έγγραφα, κατέθεσε ότι υπήρχε υπάλληλος των εναγόμενων με το όνομα «Η.Δ.» και όχι «Η.Η.» (προς διόρθωση της μαρτυρίας του ΜΕ2 σε σχέση με το όνομα του συγκεκριμένου προσώπου), ο οποίος ήταν υπάλληλος της Grindlays και ακολούθως της εναγόμενης μέχρι την 1.12.2011, οπότε και αφυπηρέτησε. Είναι προφανές ότι η μαρτυρία του μάρτυρος αυτού (ΜΥ3), αποσκοπούσε στο να ενισχύσει την αξιοπιστία του ΜΥ2 ο οποίος, ενώ αρχικά κατέθεσε ότι η ΜΕ1 προσεγγίστηκε από τον «Η.» και όχι τον ίδιο, προκειμένου να μετατοπίσει τις ευθύνες του σε άλλο υπάλληλο της τράπεζας, στη συνέχεια, όταν του υποβλήθηκε ότι ο Η. απουσίαζε με άδεια κατά τον επίδικο χρόνο, ο ΜΥ2 αναίρεσε τη δήλωσή του. Η προσπάθεια αυτή όμως δεν καρποφόρησε, καθότι αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δε γνώριζε αν ο εν λόγω υπάλληλος απουσίαζε με άδεια κατά τον επίδικο χρόνο αγοράς αξιογράφων. Έχοντας την πιο πάνω αντίληψη για τον σκοπό της μαρτυρίας του κρίνω ότι η μαρτυρία του εν τέλει δεν πρόσφερε οτιδήποτε ως προς τα επίδικα ζητήματα εφόσον όσα ανέφερε δεν έχουν άμεση σχετικότητα με αυτά. Ο κ. Α.Α. (ΜΥ4), του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε, είναι πρώην υπάλληλος της εναγόμενης και ισχυρίστηκε ότι είναι εξουσιοδοτημένος και πιστοποιημένος να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, έχοντας παρακαθίσει σε σχετικές εξετάσεις, όντας κάτοχος σχετικής άδειας (Τεκμ. 78) και καταχωρημένος στο Δημόσιο Μητρώο (Τεκμ. 63), με αύξοντα αριθμό Ν.1306, παραπέμποντας σχετικά στη σ.
  23. Στα πλαίσια της κύριας εξέτασής του, με διευκρινιστική ερώτηση ζητήθηκε από τον μάρτυρα να εντοπίσει το όνομά του στο Δημόσιο Μητρώο (Τεκμ. 63), αλλά δεν τα κατάφερε όπως ούτε στο στάδιο της αντεξέτασης και επανεξέτασης, αφήνοντας μετέωρη τη δικογραφημένη θέση των εναγόμενων ότι οι επίδικες αιτήσεις επεξηγήθηκαν και υπογράφτηκαν στην παρουσία εξουσιοδοτημένου προσώπου να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε, επίσης, στα καθήκοντά του, εκ των οποίων ήταν η ενημέρωση ενδιαφερόμενων επενδυτών για επενδυτικά προϊόντα και η συμμετοχή στη διαδικασία πώλησης των επίδικων αξιογράφων της εναγόμενης, για την οποία δεν έλαβε κανένα κίνητρο ή οικονομικό όφελος. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια Τεκμ. 78 Πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας Αρ. XXXXX7 εκδοθέν από το Υπουργείο Οικονομικών αναφορικά με τον Α.Α., ως Τεκμ. 79 Προειδοποιητικό μήνυμα ημερομηνίας 30.06.2011 προς τον Α.Α., και ως Τεκμ. 80 Δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από δύο έντυπα ημερομηνίας 30.06.2011 με τίτλο «Κατηγοριοποίηση πελατών» και «Επιστολή συναίνεσης» αντίστοιχα ημερομηνίας 30.06.2011 αναφορικά με τον Α.Α. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι μετά την πρώτη επαφή μέσω των υποκαταστημάτων της Τράπεζας και των υπαλλήλων (ως κατέθεσε ο ΜΥ1 και σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΥ2) και, αν υπήρχε ενδιαφέρον, διευθετείτο συνάντηση, όπου ο ίδιος εξηγούσε με απλά λόγια για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων, τα οποία απαρίθμησε στη γραπτή δήλωση, και βάσει ρητής εντολής της τράπεζας δεν έπρεπε να προβαίνει σε συμβουλή, προτροπή, ενθάρρυνση για την αγορά τους. Ακολούθως, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι η πιο πάνω διαδικασία ακολουθήθηκε τον Απρίλιο του 2010 σε σχέση με τα αξιόγραφα της ΜΕ1 και των δύο γιων της, αφού κλήθηκε στο υποκατάστημα της Λινόπετρας, όπου συνάντησε για πρώτη φορά τα πιο πάνω πρόσωπα. Αφού τους ενημέρωσε για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων, αφού τους προέτρεψε να μελετήσουν το Εμπιστευτικό Μνημόνιο, το οποίο τους είχε παραδοθεί, και μετά από συζήτηση, υπέγραψαν στην παρουσία του και αυτός στη δική τους την αίτηση ημερομηνίας 21.04.2010 (Τεκμ. 29), η οποία περιείχε βεβαίωση ότι έχουν τις γνώσεις και ικανότητες για την αξιολόγηση της επένδυσης και αποδοχή του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου ημερομηνίας 13.04.2010, και συνοδευτικά έγγραφα (Τεκμ. 45, 46 και 47). Επισημαίνεται εδώ το γεγονός ότι η ως άνω μαρτυρία εκφεύγει των δικογραφημένων ισχυρισμών της εναγόμενης, όπως επίσης εκτός δικογράφων είναι και η θέση την οποία επιχειρεί η εναγόμενη να αποδείξουν μέσα από αυτή τη μαρτυρία, ήτοι ότι η ΜΕ1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ιθύνων νους για την αγορά των επίδικων αξιογράφων. Αναφορικά με τα επίδικα αξιόγραφα, κατέθεσε ότι λίγες μέρες μετά τα πιο πάνω γεγονότα, κλήθηκε εκ νέου στο υποκατάστημα της Λινόπετρας, όπου συνάντησε τη ΜΕ1 και για πρώτη φορά τη ΜΕ2, κατόπιν εκδήλωσης ενδιαφέροντος επένδυσης σε αξιόγραφα των χρημάτων σε γραμμάτια στο όνομα των ανήλικων παιδιών της ΜΕ
  24. Αφού επεξήγησε τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους σε απλή γλώσσα στα Ελληνικά, διότι δεν του δόθηκε η εντύπωση ότι η ΜΕ2 δυσκολευόταν να καταλάβει, ούτε του ζητήθηκε να τα μεταφράσει στα αγγλικά, και αφού την προέτρεψε να μελετήσει το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο, που είχε λάβει, συμπλήρωσε τις επίδικες αιτήσεις (Τεκμ. 1 και 11) και τα συνοδευτικά έγγραφα (Τεκμ. 30 - 41) με τη βοήθεια των ΜΕ 1 και 2 και χωρίς να του ζητηθούν στα ελληνικά, τα οποία υπέγραψε η ΜΕ2 στην παρουσία του μάρτυρα και ο τελευταίος στην παρουσία της ΜΕ2 χωρίς οποιαδήποτε συζήτηση για διάταγμα Δικαστηρίου. Τα ίδια γεγονότα έλαβαν χώρα και σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα του 2011, παραπέμποντας στα Τεκμ. 71, 72, 79,
  25. Καταληκτικά ο μάρτυρας κατέθεσε ότι προέβη σε πλήρη, ακριβή, ενημέρωση για την αγορά των επίδικων αξιογράφων, θέση, όμως, η οποία δε συνάδει με την προγενέστερη δήλωσή του ότι η ενημέρωση έγινε με απλά λόγια. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ 4 σε σχέση με τα αξιόγραφα, επανέλαβε ότι πρόκειται για ένα επενδυτικό και όχι καταθετικό προϊόν με σύνθετους όρους που έπρεπε να κατανοηθούν. Παραδέχτηκε ότι η έκδοση και προώθηση αξιογράφων εξυπηρετούσε την κάλυψη της κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας που τα εξέδιδε, συμφωνώντας με τη μαρτυρία που δόθηκε από τους ΜΕ4 και ΜΕ
  26. Προς το τέλος της αντεξέτασης, το ζήτημα της κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας εγέρθηκε εκ νέου, οπότε ο μάρτυρας, σε αντίθεση με την πιο πάνω θέση, κατέθεσε ότι η κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας ήταν καλή γι' αυτό και έδινε τόκους. Στη συνέχεια και πάλι σε σύγκρουση με την τελευταία του θέση δέχτηκε ότι η Κεντρική Τράπεζα επέβαλε στην εναγόμενη ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 11,35%, ότι η Τράπεζα είχε δείκτη 11,6%, περιθώριο ελάχιστο, και ότι η κεφαλαιακή επάρκεια ήταν σημαντική για την καταβολή του τόκου. Ακολούθως, απαντώντας σε σχετική υποβολή ο μάρτυρας αρχικά κατέθεσε ότι δε γνώριζε αν η πιο πάνω η πληροφορία υπήρχε στο Εμπιστευτικό Μνημόνιο (Τεκμ. 64, 65), αλλάζοντας τη θέση του έπειτα λέγοντας ότι δεν υπήρχε αυτή η πληροφορία στο Εμπιστευτικό Μνημόνιο και εν τέλει δηλώνοντας ότι ήταν μια πληροφορία, την οποία παρείχαν στους πιο εξειδικευμένους ενδιαφερομένους, καθότι οι υπόλοιποι δεν καταλάβαιναν. Σε υποβολή, ότι ήταν καθήκον του, εφόσον το γνώριζε, να το αποκαλύψει, ο μάρτυρας, επιχειρώντας να μετατοπίσει την ευθύνη, απάντησε ότι ήταν ευθύνη του πελάτη να αξιολογήσει την κατάσταση βάσει του Εμπιστευτικού Μνημονίου και του Ενημερωτικού δελτίου. Περαιτέρω, ο μάρτυρας παραδέχτηκε την επένδυση των εναγόμενων σε ΟΕΔ πριν από τα επίδικα αξιόγραφα. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι τα εν λόγω ΟΕΔ είχαν αξιολογηθεί από ξένους οίκους ως «σκουπίδια», ο μάρτυρας, ενώ αρχικά απάντησε ότι δεν είχε ενημερωθεί από την τράπεζα, ακολούθως δήλωσε ότι εκτελούσαν οδηγίες της τράπεζας και ότι, αν αποκάλυπταν αυτή την πληροφορία, κανένας δε θα ασχολείτο με τα αξιόγραφα. Σε ερώτηση κατά την επανεξέταση αν τα ευρωπαϊκά και κρατικά ομόλογα ήταν ασφαλή, ο ΜΥ4 απάντησε ότι γενικά είναι ασφαλή αλλά για την περίπτωση των ΟΕΔ ανέφερε ότι «Στράβωσε το θέμα. Δεν είναι μυστικό ότι έκλεισε η Τράπεζα». Επίσης, αντεξεταζόμενος σε σχέση με τη διαδικασία προώθησης των αξιογράφων, ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι βάσει του Τεκμ. 68 υπήρχε στρατηγική της εναγόμενης για την προώθηση των επίδικων αξιογράφων, περιγράφοντας εκ νέου τη διαδικασία και αναφερόμενος στο σημαντικό ρόλο των διευθυντών (σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΥ2) για την πρώτη επαφή, την εξασφάλιση από τη Marfin CLR και την παράδοση στον ενδιαφερόμενο του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου - διαδικασία που διαρκούσε λίγες μέρες ίσως και περισσότερο - και στις ενημερωτικές συναντήσεις μαζί του, οι οποίες ανάλογα με τις απορίες διαρκούσαν 30-60 λεπτά, ενώ σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασης δήλωσε ότι σε όσους δεν είχαν χρόνο ή δεν μπορούσαν να καταλάβουν το Εμπιστευτικό Μνημόνιο εξηγούσε τα βασικά. Σε υποβολή ότι η παρουσίαση των αξιογράφων αποτελούσε «σύσταση» απάντησε χαρακτηριστικά «πιθανόν από την Τράπεζα όχι από εμένα». Επίσης, υποβλήθηκε στον μάρτυρα η αντίφαση ανάμεσα στην εκ της γραπτής του δήλωσης (παρ. 9) θέση ότι η αίτηση της ΜΕ1 (Τεκμ. 29) περιείχε βεβαίωση ότι οι αιτητές έχουν γνώση των κινδύνων και στο προειδοποιητικό μήνυμα (Τεκμ. 33) ότι δεν έχουν τις γνώσεις να αξιολογήσουν τους κινδύνους, αντίφαση στην οποία ο μάρτυρας ενέμεινε χωρίς εξήγηση. Σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα, ο ΜΥ4 κατέθεσε ότι η ΜΕ2 εκδήλωσε ενδιαφέρον για τα αξιόγραφα ενώ, σύμφωνα με προηγούμενη δήλωσή του, η πρώτη επαφή δε γινόταν από τον ίδιο. Ακόμη, σε αντίθεση με την κατάθεση του ΜΥ2, ο ΜΥ4 παρουσίασε τον ρόλο του ΜΥ2 ενεργό στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, ήτοι ο ΜΥ2 τον πήρε τηλέφωνο, διευθέτησε τη συνάντηση, στη συνάντηση έκανε τις συστάσεις και έδωσε το Μνημόνιο στη ΜΕ
  27. Περαιτέρω, σε αντίθεση με τη γραπτή του δήλωση, όπου ανέφερε ότι στην επίδικη συνάντηση ήταν η ΜΕ2 με τη ΜΕ1, οι οποίες του έδιναν τις πληροφορίες για τη συμπλήρωση της αίτησης, αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι η αίτηση συμπληρώθηκε με στοιχεία τα οποία του έδιναν η ΜΕ2 με τον ΜΥ
  28. Σχετικά με την ενημέρωση της ΜΕ2, ο μάρτυρας ενέμεινε στη θέση ότι μίλησε στη ΜΕ2 στα Ελληνικά, αν και παραδέχτηκε ότι ήξερε ότι ήταν Ουκρανή. Ακόμη, δήλωσε ότι δε θυμάται αν η ΜΕ2 διάβασε το Μνημόνιο ή αν είχε απορίες αλλά επιλεκτικά θυμήθηκε ότι ρώτησε «πότε θα πάρει τα λεφτά της». Ακόμη, ερωτώμενος αν η πληροφόρηση στην οποία προέβη σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα ήταν κατάλληλη για τα ανήλικα, απάντησε ότι ο αιτητής για αυτόν ήταν η ΜΕ2 και όχι τα ανήλικα. Ακόμη, κατέθεσε ότι δεν έκανε τεστ καταλληλότητας και κατηγοριοποίηση πελάτη στην υπό κρίση περίπτωση, διότι δεν έπρεπε να προβεί σε επενδυτική συμβουλή, δήλωση η οποία συγκρούεται με τα Τεκμ. 30 - 44, 79,
  29. Επίσης, ενώ παραδέχτηκε ότι γνώριζε ότι υπέγραφε μόνο η ΜΕ2, διότι ο πατέρας των ανηλίκων πέθανε, δε ζήτησε πιστοποιητικό θανάτου, διότι δεν ήταν καθήκον του, θέση η οποία συγκρούεται με προηγούμενή του δήλωση ότι καθήκον του ήταν η συμπλήρωση των επίδικων αιτήσεων, καθήκον που αναμφίβολα περιλαμβάνει και την υπογραφή αυτών. Επίσης, ενώ γνώριζε ότι τα αξιόγραφα θα αγοράζονταν με χρήματα ανηλίκων και ενώ, σύμφωνα με την κατάθεσή του, ήταν τραπεζικός επί 26 συναπτά έτη, αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι δε γνώριζε για την αναγκαιότητας εξασφάλισης Διατάγματος του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, σε υποβολή προς τον μάρτυρα ότι η επίδικη αγορά αξιογράφων του 2011 δεν ήταν αποτέλεσμα ότι η ΜΕ2 ικανοποιήθηκε από τους τόκους των αξιογράφων του 2010, ως ήταν η θέση του μάρτυρα σε προηγούμενη υποβολή, αλλά η εξαπάτηση από την τράπεζα ότι επρόκειτο για μία ασφαλή κατάθεση, ο μάρτυρας δήλωσε ότι δε γνωρίζει τι έκανε η Τράπεζα. Η αντίληψη που αποκόμισα από τη μαρτυρία του ΜΥ4 είναι ότι δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη μαρτυρία, καθότι πρώτον, οι απαντήσεις του ήταν γενικές και υποθετικές βάσει της πρακτικής που θα έπρεπε να ακολουθείται, χωρίς να είναι πειστικός για το αν αυτή ακολουθήθηκε στην υπό κρίση περίπτωση, δεύτερον, ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος περιέπιπτε συνεχώς σε αντιφάσεις τόσο σε σχέση με το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης όσο και με προηγούμενες δηλώσεις του κατά την αντεξέταση, τρίτον, κάθε φορά που στο στάδιο της αντεξέτασης υποβαλλόταν στο μάρτυρα ζήτημα παραπλάνησης των εναγόντων ή αμφισβητείτο η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην υπό κρίση περίπτωση, ο μάρτυρας σε μια προσπάθεια να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα, μετατόπιζε την ευθύνη στην τράπεζα, αφήνοντας μετέωρες τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόμενων περί νομότυπης διαδικασίας προώθησης των επίδικων αξιογράφων. Σε επιμέρους πτυχές της μαρτυρίας του θα γίνει αναφορά και στη συνέχεια της παρούσας όπου επίσης θα καταγραφεί και αξιολογική κρίση αυτής. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέλυσαν στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους διεξοδικά τη δοθείσα μαρτυρία όπως την αντιλήφθηκαν ο καθένας κάνοντας αναφορά σε νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται αρχές που εφαρμόζονται σε διάφορα επί μέρους ζητήματα που κατά την άποψη τους άπτονται των επίδικων ζητημάτων. Εισηγήθηκαν όπως το Δικαστήριο επικροτήσει τις δικές τους θέσεις και εισηγήσεις. Έχω μελετήσει με προσοχή όσα εκθέτουν οι δύο πλευρές στις αγορεύσεις τους και λήφθηκαν υπ' όψιν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προηγήθηκε και στην εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων/ ευρημάτων μου χωρίς να απαιτείται από το Δικαστήριο να ενδιατρίψει σε κάθε επί μέρους εισήγηση όταν αυτή κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων (βλ. Oδυσσέα v. Αστυνομίας,
(1992)2 ΑΑΔ 490). Ειδικότερα είναι η εισήγηση της πλευράς της ενάγουσας ότι θα πρέπει να πετύχει η αξίωση της για έκδοση απόφασης ως η έκθεση απαίτησης της καθότι η αγορά των επίδικων αξιογράφων με τα κατατεθέντα σε γραμμάτια χρήματα των ανηλίκων χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου έγινε παράνομα κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, αντίκειται δε στη δημόσια πολιτική, ως αυτή θεμελιώνεται στη νομοθεσία η οποία αποσκοπεί στην προστασία της περιουσίας των ανηλίκων. Κατ' επέκταση οι συμφωνίες με τις οποίες αγοράσθηκαν τα αξιόγραφα είναι άκυρες. Συνεπεία της εξ υπαρχής ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών, οι ενάγοντες δικαιούνται σε αποκατάστασή τους στην πρότερη κατάσταση τους με την έκδοση διατάγματος εναντίον της εναγόμενης για την επιστροφή του οφέλους ύψους €250,000, που η εναγόμενη έλαβε από τους λογαριασμούς γραμματίων των ανηλίκων για τα επίδικα αξιόγραφα, αφενός διότι οι επίδικες συμφωνίες συνομολογήθηκαν συνεπεία εξαπάτησης της μητέρας των ανηλίκων, που υπέγραψε εκ μέρους των ανήλικων και χωρίς δικαιοπρακτική ικανότητα παιδιών της, και αφετέρου για να μη συνεχιστεί η διαμορφωθείσα ένεκα της ως άνω εξαπάτησης κατάσταση, που αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική αποβλέπουσα στην προστασία του καλώς νοούμενου συμφέροντος των ανηλίκων, περιλαμβανομένης της περιουσίας τους. Διαζευκτικά οι επίδικες συμφωνίες είναι ακυρώσιμες κατ' εκλογή των εναγόντων ως συναφθείσες υπό συνθήκες απάτης και ψυχικής πίεσης και συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώνουν την ακύρωσή τους και την αποκατάστασή τους στην πρότερη κατάσταση τους. Η εναγόμενη παρέβη υποχρέωση που απορρέει από τη νομοθεσία. Άμεσο αποτέλεσμα της παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος της ήταν οι ενάγοντες να προβούν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων της εναγόμενης και να υποστούν ζημιά. Συγκεκριμένα: (α) Η εναγόμενη προέβη στην παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής προς τους ενάγοντες σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα κατά παράβαση των προνοιών της κείμενη νομοθεσίας με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προβούν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων της εναγόμενης και να υποστούν ζημιά, (β) Η εναγόμενη κατά παράβαση υποχρέωσης της που απορρέει από την κείμενη νομοθεσία προέβη δυνάμει του Ενημερωτικού Δελτίου σε παραπλανητικές παραστάσεις προς τους ενάγοντες σε σχέση με την κατάσταση κεφαλαιακής επάρκειας της εναγόμενης και δεν ανέδειξε τον ορατό κίνδυνο ένεκα της σύνδεσής της τράπεζας με τοξικά ΟΕΔ αλλά παρέστησαν τα επίδικα αξιόγραφα ως ασφαλή προϊόντα με εγγυημένη επιστροφή κεφαλαίου και απόδοση τόκου 7%, παραπλανητικές παραστάσεις, συνεπεία των οποίων οι ενάγοντες προχώρησαν στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών αγοράς ΜΑΕΚ 2011 της εναγόμενης και υπέστησαν ζημιά. Από την άλλη, θέση της πλευράς της εναγόμενης ήταν ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει σε οποιαδήποτε βάση. Γίνεται εκτενής ανάλυση όλων των πτυχών της υπόθεσης με επισήμανση ότι οι αντιφάσεις, ανακρίβειες, ασάφειες και ισχυρισμοί που παρέμειναν μετέωροι που παρουσιάζονται στην μαρτυρία που προσκόμισαν οι μάρτυρες της ενάγουσας είναι τόσο κομβικές που η απόρριψη των θέσεων τους κατά την εισήγηση μοιάζει μονόδρομος. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: ΟΙ ΣΥΝΑΦΘΕΙΣΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΕΞ ΥΠΑΡΧΗΣ ΑΚΥΡΕΣ: Είναι η θέση των εναγόντων σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι εξ υπαρχής άκυρες. Η θέση αυτή προωθήθηκε και κατά την παράθεση της μαρτυρίας. Συγκεκριμένα: Α. Παράτυπη υπογραφή των επίδικων αιτήσεων Στη σ.4 των αιτήσεων (Τεκμ. 1 και 11), υπό τον τίτλο «ΓΕΝΙΚΑ», στο έβδομο σημείο αναγράφονται τα εξής: «Για ανήλικους αιτητές, η αίτηση θα πρέπει να υπογράφεται από όλα τα πρόσωπα που ασκούν τη γονική μέριμνα για τον αιτητή. Σε περίπτωση που η αίτηση συμπληρώνεται από τους γονείς του ανηλίκου, τότε πρέπει να υπογράφεται και από τους δύο γονείς. Σε περίπτωση που η αίτηση υπογράφεται από πρόσωπο στο οποίο η γονική μέριμνα έχει ανατεθεί από το Δικαστήριο, τότε θα πρέπει να προσκομίζεται πιστοποιημένο αντίγραφο του σχετικού Διατάγματος Δικαστηρίου». Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οδηγούν ότι αυτή εμπίπτει στην περίπτωση που η αίτηση συμπληρώνεται και υπογράφεται για τον ανήλικο και από τους δύο γονείς. Εντούτοις, οι επίδικες αιτήσεις, ως αποτελεί παραδεκτό γεγονός από τα δικόγραφα, υπογράφτηκαν μόνο από τη μητέρα των ανηλίκων. Βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας παραδεκτά γεγονότα αποτελούν, ακόμη, ότι ο λόγος για τον οποίο υπέγραψε μόνο η μητέρα των ανηλίκων είναι ο θάνατος του πατέρα, ότι αυτό το γνώριζε η τράπεζα κατά τον επίδικο χρόνο καθώς και ότι η τράπεζα δε ζήτησε και δεν έλαβε από τη μητέρα των ανηλίκων οποιοδήποτε έγγραφο, που να δικαιολογεί την παρέκκλιση, όπως το πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα, και ότι οι τραπεζικοί παρέστησαν στην μητέρα (ΜΕ2), ότι σύμφωνα με την ακολουθητέα διαδικασία, το μόνο που χρειαζόταν ήταν η υπογραφή της. Μάλιστα, ο ΜΥ4, ο οποίος παρουσιαζόταν ως ο αρμόδιος υπάλληλος για τα αξιόγραφα, δήλωσε αντεξεταζόμενος ότι δεν ενέπιπτε στα καθήκοντά του να ζητήσει και να λάβει από τη μητέρα των ανηλίκων το πιστοποιητικό θανάτου του αποθανόντος πατέρα. Στις επίδικες αιτήσεις για τα αξιόγραφα του 2011 (Τεκμ. 71 και 72), δεν υπήρχε αντίστοιχος όρος, ο οποίος να δίνει το δικαίωμα στους γονείς ή σε κάποιο εκπρόσωπο ανηλίκου να προβεί στην υπογραφή της ρηθείσας αίτησης εκ μέρους του. Μάλιστα στη σ. 1 των Τεκμ. 71 και 72, υπό τον τίτλο «Εξουσιοδότηση / Βεβαίωση του Πελάτη προς την Τράπεζα:» αναφέρεται ότι «Ο κάτωθι υπογράφων προσωπικά». Μάλιστα, στην περίπτωση του Τεκμ. 72, στη σ.2 υπάρχει η υπογραφή της Ά.Α. αλλά δεν αναφέρεται ότι υπογράφει εκ μέρους της ανήλικης κόρης της ως η κηδεμόνας της, με αποτέλεσμα ο αιτητής να φέρεται στην αίτηση διαφορετικός από το πρόσωπο που υπογράφει την αίτηση χωρίς κάποιο στοιχείο, που να το δικαιολογεί. Β. Το εκπρόθεσμό των επίδικων αιτήσεων Προκύπτει ζήτημαι ως προς εκπρόθεσμο των αιτήσεων. Στη σ. 4 των Τεκμ. 1 και 11, υπό τον τίτλο «Υποβολή αιτήσεων» αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές πρέπει να παραδώσουν τη δεόντως συμπληρωμένη και υπογραμμένη Αίτηση, μαζί με όλο το χρηματικό ποσό [.], το αργότερο μέχρι τις 14:00 μ.μ. της 30ης Απριλίου 2010 (λήξη προθεσμίας αποδοχής αιτήσεων). Σημειώνεται πως αιτήσεις που δε θα παραληφθούν μέχρι τη λήξη της προθεσμίας αποδοχής αιτήσεων θα αγνοηθούν [.]». Έτσι σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο των αιτήσεων (Τεκμ. 1 και 11), οι οποίες φέρουν ημερομηνία 29.04.2010, και τα Τεκμ. 5, 6, 15, 16, 26 και 27, ήτοι τις αποδείξεις και καταστάσεις λογαριασμού, όπου φαίνεται ότι τα χρήματα βγήκαν από τους λογαριασμούς των ανηλίκων την 3.05.2010 όταν και υπεγράφησαν αυτές από την ΜΕ2. Σύμφωνα με δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγόντων και ως προκύπτει από τα Τεκμ. 7, 17, 71 και 72 αναφορικά με τα επίδικα ΜΑΕΚ του 2011, η ΜΕ2 υπέγραψε τις επίδικες αιτήσεις (Τεκμ. 71 και 72) την 1.07.2011 σύμφωνα με τα Τεκμ. 7 και 17 και όχι την 30.06.2011 ως αναγράφεται επί των αιτήσεων. Είναι ξεκάθαρο ότι οι επίδικες αιτήσεις είναι εκπρόθεσμες και ως εκ τούτου άκυρες. Αντεξεταζόμενοι οι ΜΥ1, 2 και 4 αναφέρθηκαν υποθετικά σε παράταση της περιόδου αποδοχής των αιτήσεων χωρίς την προσκόμιση οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, το οποίο να τεκμηριώνει αυτή τη θέση. Γ. Παράνομη σύμβαση Σύμφωνα με πρόνοιες του άρθρου 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, βασική προϋπόθεση για το έγκυρο και εκτελεστό μίας σύμβασης είναι να έχει συνομολογηθεί για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό: «Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών». Σύμφωνα δε με το άρθρο 23 του Κεφ.149: «Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο~ ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου~ ή (γ) συνιστά απάτη~ ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου~ ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη». Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό γεγονός από τα δικόγραφα ότι η αγορά αξιογράφων της εναγόμενης έγινε με χρήματα τα οποία ανήκαν στους ενάγοντες οι οποίοι κατά τον επίδικο χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμφωνιών ήταν ανήλικοι. Ως φαίνεται και από τις ίδιες τις επίδικες αιτήσεις, στη σ.1 των Τεκμ. 1 και 11 αναγράφονται τα εξής: «Το πληρωτέο ποσό καταβάλλεται με: [.] Οδηγία χρέωσης τραπ. λογαριασμού που διατηρώ/ούμε με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ως ακολούθως (Δεν επιτρέπεται η χρήση τραπεζικού λογαριασμού ο οποίος ανήκει σε άλλο πρόσωπο εκτός του/των αιτητών) Όνομα/τα κατόχου/ων λογαριασμού A.A. (Τεκμήριο 1) / A.E.(Τεκμ. 11) Αριθμός λογαριασμού XXXXX8100 (Τεκμ.1)/ XXXXX8119 (Τεκμ. 11)». Αντίστοιχος όρος υπάρχει και στη σ. 1 των επίδικων αιτήσεων (Τεκμ. 71 και 72) για τα αξιόγραφα του 2011. Επίσης, από τα Τεκμ. 5, 6, 7, 15, 16, 17, 26, 27, φαίνεται ότι η τράπεζα μετέφερε τα χρήματα από λογαριασμούς γραμματίων των ανηλίκων, τους οποίους έκλεινε στη συνέχεια (Βλ. Τεκμ. 5, 15), σε λογαριασμούς προειδοποίησης τριών μηνών (Τεκμ. 5, 6, 15, 16, 26, 27), από όπου μεταφέρονταν τα χρήματα σε λογαριασμούς στο όνομα της εναγόμενης για την αγορά των επίδικων αξιογράφων (Τεκμ. 6, 7, 16, 17, 26, 27). Οι αποδείξεις (Τεκμ. 5, 6, 7, 15, 16, 17) δε φέρουν την υπογραφή της μητέρας των ανηλίκων αλλά τη φράση «AS PER WRITTEN INSTRUCTIONS», παραπέμποντας προφανώς στους ως άνω όρους των επίδικων συμφωνιών. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (216/1990), η γονική μέριμνα για το ανήλικο τέκνο, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη διοίκηση της περιουσίας του 5
(1)(β), αποτελεί καθήκον και δικαίωμα των γονιών του, οι οποίοι το ασκούν από κοινού 5
(1)(α), ενώ σε περίπτωση θανάτου του ενός ασκείται αποκλειστικά από τον άλλο 5
(2). Κατά το άρθρο 6 του Νόμου κάθε σχετική με τη γονική μέριμνα απόφαση είτε των γονιών είτε του Δικαστηρίου σχετικά με τον τρόπο άσκησής της πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του ανηλίκου. Το άρθρο 12 του Νόμου προνοεί ότι: «Οι γονείς δεν μπορούν χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου να διενεργήσουν στο όνομα του τέκνου, τις πράξεις που απαγορεύονται και στον επίτροπο του ανηλίκου». Σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)(δ) του Νόμου, ο Επίτροπος δεν μπορεί, μεταξύ άλλων, να επενδύει χρήματα που ανήκουν σε ανήλικο χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου με την επιφύλαξη του άρθρου 27, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η επένδυση περιουσίας ανηλίκου χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου σε περίπτωση εγκεκριμένων επενδύσεων, οι οποίες προσδιορίζονται εξαντλητικά στο άρθρο 2 του Νόμου, ήτοι: «"εγκεκριμένες επενδύσεις" σημαίνει: (α) Οποιαδήποτε χρεόγραφα το κεφάλαιο ή τον τόκο τον οποίο έχει εγγυηθεί η Κυβέρνηση (β) ομόλογα, γραμμάτια, μετοχές ή άλλα αξιόγραφα τα οποία έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση ειδικού νόμου ή σε σχέση με δάνειο που έχει συνάψει η Κυβέρνηση (γ) ομόλογα, γραμμάτια, μετοχές ή άλλα αξιόγραφα οργανισμού δημόσιου δικαίου ή αρχής τοπικής Διοίκησης, τα εισοδήματα των οποίων τελούν υπό τον έλεγχο της Κυβέρνησης (δ) επενδύσεις εξασφαλισμένες με υποθήκη ή άλλη επιβάρυνση ακίνητης περιουσίας που η αξία της υπερβαίνει κατά 1/5 το ποσό της επένδυσης (ε) επενδύσεις που καθορίζονται ως εγκεκριμένες επενδύσεις από τον Υπουργό Οικονομικών για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου με σχετικό διάταγμα που δύναται να δημοσιεύσει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας». Είναι προφανές ότι οι επίδικες συμφωνίες αγοράς αξιογράφων δεν εμπίπτουν σε καμιά από τις πιο πάνω περιπτώσεις «εγκεκριμένων επενδύσεων». Ως εκ τούτου, έπρεπε της υπογραφής των αιτήσεων να προηγηθεί η λήψη Δικαστικού διατάγματος από το Οικογενειακό Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης δια της οποίας ο Δικαστής να ικανοποιείτο ότι εν λόγω επένδυση θα ήταν προς το συμφέρον του ανηλίκου, διάταγμα το οποίο, ως αποτελεί κοινό τόπο των διαδίκων, ουδέποτε εκδόθηκε. Εφόσον η επένδυση χρημάτων ιδιοκτησίας ανηλίκων στα επίδικα αξιόγραφα χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου αποτελεί σκοπό απαγορευμένο από το νόμο και άρα παράνομο κατά το άρθρο 23(α) του Κεφ. 149, οι επίδικες συμφωνίες κρίνω ότι είναι παράνομες και ως εκ τούτου εξ υπαρχής άκυρες. Περαιτέρω, κρίνω ότι ο σκοπός των επίδικων συμφωνιών είναι παράνομος, καθότι, όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης και όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που παρουσίασαν οι ενάγοντες (Τεκμ. 6, 7, 16, 17, 26, 27, 50, 51), έχει επιφέρει βλάβη στην περιουσία των ανηλίκων ύψους €250,000 το οποίο κατέβαλαν πλήν ασφαλώς εκείνου του ποσού που εισέπραξαν ως τόκους ύψους €11.937,92σ. το οποίο θα πρέπει κατά την αντίληψη μου να αφαιρεθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.149 όπως θα αναλυθούν στη συνέχεια. Οι επίδικες συμφωνίες κρίνω επίσης ότι είναι παράνομες και στα πλαίσια της έννοιας του άρθρου 23 (ε) του Κεφ. 149, κατά το οποίο μία σύμβαση είναι παράνομη, όταν ο σκοπός ή η αντιπαροχή αυτής αντίκειται στη δημόσια πολιτική. Λαμβάνοντας υπόψη τη διατύπωση του άρθρου 23 (ε) ως έχει νομολογηθεί, το κατά πόσο το αντικείμενο μίας σύμβασης αντίκειται στη δημόσια πολιτική συνιστά νομικό ζήτημα και αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Το συγκεκριμένο καθήκον του Δικαστηρίου, προσδιορίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση GLAMOR DEVELOPMENT ν. CHRISTODOULOU
(1984)1 CLR 444, μετά από ανασκόπηση της αγγλικής νομολογίας επί του θέματος, ως εξής: «The task of the Court is to consider and interpret the particular statury provision within the context of the law as a whole, the policy that it expresses, the evil that it intends to remedy, and reach a conclusion whether the Law intends to prohibit the contract». Θεωρώ ότι από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 216/1990 αναφύεται ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής η προστασία της περιουσίας ανηλίκου από πράξεις που αποσκοπούν και επιφέρουν βλάβη σε αυτήν, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στα πλαίσια ενός ευρύτερου καθήκοντος προστασίας του καλώς νοούμενου συμφέροντος του ανηλίκου. Πρόκειται για ζήτημα ύψιστης σημασίας και δε νοείται ένα σοβαρό τραπεζικό ίδρυμα, ως θεωρείτο η εναγόμενη, δεδομένου του θεσμικού της ρόλου, αφενός να μην το γνωρίζει και αφετέρου να υπονομεύει το δημόσιο συμφέρον, υποκινώντας συναλλαγές οι οποίες αντιβαίνουν στις ως άνω νομοθετικές διατάξεις. Εφόσον οι επίδικες συμφωνίες αφορούσαν σε μη εγκεκριμένη επένδυση περιουσίας ανηλίκων χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου, ο σκοπός τους κρίνω ότι αντίκειται στη δημόσια πολιτική, ως αυτή θεμελιώνεται στην κείμενη νομοθεσία και η οποία αποσκοπεί στην προστασία της περιουσίας ανηλίκου, και άρα είναι παράνομος κατά τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Κεφ. 149, καθιστώντας τις επίδικες συμφωνίες παράνομες και κατ' επέκταση άκυρες. Δ. Συνέπειες άκυρης σύμβασης Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί πιο πάνω, οι επίδικες συμφωνίες κρίνω ότι είναι άκυρες. Οι συνέπειες άκυρης σύμβασης, προσδιορίζονται στο άρθρο 65 του Κεφ. 149: «Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό». Το Άρθρο 65 προνοεί την αποκατάσταση συμβαλλομένων εξ υπαρχής άκυρης συμφωνίας ή συμφωνίας η οποία καθίσταται άκυρη στην προτέρα, ουσιαστικά, θέση τους με την απόδοση πίσω στον ένα συμβαλλόμενο του οφέλους που λήφθηκε από τον έτερο. Παρά τη διατύπωση της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, η οποία μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι και στην περίπτωση παράνομης σύμβασης, επειδή είναι άκυρη, απαιτείται από το πρόσωπο που αποκόμισε όφελος από αυτή να αποκαταστήσει το αναίτιο μέρος, βασικός κανόνας της κυπριακής (καθώς και της αγγλικής) νομολογίας είναι ότι τα Δικαστήρια δε θα εμπλακούν σε παράνομες συμβάσεις ούτε θα προσφέρουν την αρωγή τους στο ένα μέρος ή το άλλο, εκτός εάν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις (Π.Γ. Πολυβίου, «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β, σ.645) όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Alam El Joseph ν. Xριστόφορου Tουμαζίδη
(1998)1 ΑΑΔ 968 και όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή νομολογία καθορίζουν, ότι συναλλαγή η οποία απαγορεύεται από το νόμο ή καταστρατηγεί τους σκοπούς του, είναι εξ υπαρχής άκυρη. Χρήματα, τα οποία καταβάλλονται, βάσει εμφανώς παράνομης συμφωνίας, δεν μπορεί να ανακτηθούν εκτός εάν, η απαίτηση μπορεί να θεμελιωθεί σε βάση ανεξάρτητη από την παρανομία». Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ο πιο πάνω κανόνας δεν είναι άκαμπτος και τα Δικαστήρια δύναται να παρεκκλίνουν από αυτόν ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Μία εκ των περιπτώσεων είναι όταν τα μέρη δε θεωρούνται in pari delicto, καθότι μόνο το ένα μέρος γνώριζε για την παράνομη φύση της συμφωνίας ενώ το δεύτερο μέρος δεν πίστευε ότι η επίδικη σύμβαση συνεπαγόταν οτιδήποτε επιλήψιμο (Π.Γ. Πολυβίου, «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β, σ.631, 634). Στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2012)1 ΑΑΔ 41, η οποία οδηγήθηκε ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ύστερα από αίτημα των εφεσειόντων οι οποίοι εισηγήθηκαν την ανατροπή προηγούμενης απ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.