Φυλακτού ν. Χρίστου κ.α., Αρ. Αγωγής: 452/20, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A178 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 452/20 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Φυλακτού, από την Λεμεσό Ενάγων και 1.ΧΧΧΧ Χρίστου, από την Λεμεσό 2.ΧΧΧΧ Γουλιέρμου Χρίστου, από την Λεμεσό Εναγόμενοι Ημερομηνία: 29.6.21 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Γρηγόριος Χριστοδουλίδης Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση: κ. Πολύμνιος Μιχαηλίδης --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 4.8.20 ο Ενάγων, από τώρα και στο εξής «ο Αιτητής», εξαιτείται εναντίον των Εναγόμενων, από τώρα και στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση», συνοπτική απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.18, θθ.1-5, Δ.48, θθ.1-3, 8 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, την πρακτική, τις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 12 λόγοι ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην υπό κρίση αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου
- Με την ένορκό του δήλωση ο Αιτητής υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ενόρκως, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οι Καθ' ων η αίτηση στις 25.1.19 υπέγραψαν γραμμάτιο συνήθους τύπου αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκό του δήλωση, από τώρα και στο εξής «το γραμμάτιο». Ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε το γραμμάτιο ως πρωτοφειλέτης/χρεώστης και η Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια του Εναγόμενου 1 για ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό στην παρουσία δύο μαρτύρων. Οι Καθ' ων η αίτηση από την υπογραφή του γραμματίου μέχρι σήμερα κατέβαλαν μόνο το ποσό των Ευρώ 12.500.00 σεντ και εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των Ευρώ 117.500,00 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Το πρωτότυπο γραμμάτιο επισυνάφθηκε ως τεκμήριο σε προγενέστερη αίτηση η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους του Αιτητή για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης σημειώματος εμφάνισης η οποία απορρίφθηκε και, επομένως, βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις συμβουλές των δικηγόρων του και εξ όσων ο Αιτητής γνωρίζει προσωπικά οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή ή πιο σωστά καμία υπεράσπιση. Αυτό προκύπτει τόσο από τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και από την φύση του γραμματίου. Σε περίπτωση που δοθεί στους Καθ' ων η αίτηση η άδεια να υπερασπισθούν την αγωγή το αποτέλεσμα θα είναι η καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης και, κατ' επέκταση, στην απονομή της δικαιοσύνης. Στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ο Εναγόμενος 1 αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν οφείλουν το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό ύψους Ευρώ 130.000,00 σεντ πλέον τόκους προς 9%. Το γραμμάτιο είναι εικονικό και συντάχθηκε και υπογράφηκε υπό συνθήκες που το καθιστούν άκυρο αφού είναι αποτέλεσμα αθέμιτης πίεσης, εξαπάτησης, εξαναγκασμού και απειλών. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1 τα γεγονότα στην πραγματικότητα έχουν ως ακολούθως. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 2019 και συγκεκριμένα στις 25.1.19 ο Εναγόμενος 1 δανείσθηκε από τον Αιτητή το ποσό των Ευρώ 45.000,00 σεντ. Κάθε εβδομάδα σχεδόν ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε στον Αιτητή το ποσό των Ευρώ 1.250,00 σεντ με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 1 να έχει καταβάλει στον Αιτητή το συνολικό ποσό των Ευρώ 18.750,00 σεντ. Σχετική είναι η δέσμη αποδείξεων που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος 1 επικαλείται, επίσης, έγγραφο που φέρει τίτλο «ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ» ημερομηνίας 17.2.20 το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 ο Αιτητής παρέλαβε από τον Εναγόμενο 1 το ποσό των Ευρώ 17.500,00 σεντ «για εξόφληση της Συμφωνίας ημ/νίας 12/05/19 και δεν υπάρχει καμία άλλη υποχρέωση ή εκκρεμότητα μεταξύ μας σε σχέση με την εν λόγω Συμφωνία η οποία έχει διευθετηθεί πλήρως. Περαιτέρω, δεν υπάρχει καμία άλλη απαίτηση μεταξύ μας, παρούσα ή μελλοντική και με το παρόν έγγραφο λήγει οριστικά και τελεσίδικα η συμβατική σχέση που δημιουργήθηκε με την Συμφωνία ημ/νίας 12/05/19». Ο Εναγόμενος 1 επικαλείται, επίσης, τραπεζικές επιταγές οι οποίες επισυνάπτονται ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώνεται ως Τεκμήριο
- Αυτές καταδεικνύουν ότι στις 28.1.20 ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε στον Αιτητή το συνολικό ποσό των Ευρώ 53.927,50 σεντ. Οι πιο πάνω επιταγές παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1 και υπογράφηκαν από τον ίδιο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε στον Αιτητή το συνολικό ποσό των Ευρώ 90.177,50 σεντ το οποίο όχι μόνο ξόφλησε όλο το οφειλόμενο στον Αιτητή ποσό αλλά και το ξεπέρασε κατά πολύ. Παρόλα αυτά ο Αιτητής συνεχίζει να απαιτεί επιπρόσθετα χρηματικά ποσά επικαλούμενος είτε υποθετικές συμφωνίες είτε την αποπληρωμή επιπρόσθετων τόκων. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε στον Αιτητή μόνο το ποσό των Ευρώ 12.500,00 σεντ αντί του πραγματικού συνολικού καταβληθέντος ύψους Ευρώ 90.177,50 σεντ είναι κακόπιστος. Σε άλλη παράγραφο της ένορκης δήλωσης του ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι παρά το ότι η οφειλή του στον Αιτητή είχε ολόκληρη ξοφληθεί ο Εναγόμενος 1 αναγκάσθηκε να καταβάλει επιπρόσθετα χρηματικά ποσά καθότι ο Αιτητής ασκούσε αλλεπάλληλες πιέσεις και/ή απειλές τόσο προς τον Εναγόμενο 1 όσο και προς την Εναγόμενη 2 απειλώντας τους στον χώρο εργασίας τους και απαιτώντας επιπρόσθετα και αδικαιολόγητα υπερβολικά ποσά. Η εγγύηση της Εναγόμενης 2 είναι άκυρη και σε κάθε περίπτωση ακυρώσιμη εξ' υπαρχής καθότι το γραμμάτιο είναι εικονικό και/ή άνευ έννομου αποτελέσματος. Η εγγύηση δόθηκε κατόπιν άσκησης εξαναγκασμού και/ή οικονομικού εξαναγκασμού και/ή ψυχικής πίεσης και/ή αθέμιτης πίεσης και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απειλών από μέρους του Αιτητή και, συνεπώς, είναι άκυρη και σε κάθε περίπτωση ακυρώσιμη εξ' υπαρχής. Η απαίτηση του Αιτητή είναι εκ προοιμίου απορριπτέα αφού αξιώνεται προϊόν παράνομης σύμβασης και δη προϊόν τοκογλυφίας καθότι ο Αιτητής κατά την παροχή δανείου χρέωνε και εισέπραττε από τους Καθ' ων η αίτηση για δικό του οικονομικό όφελος χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το επιτόκιο αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 314 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Ο Εναγόμενος 1 ήθελε πολλές φορές να καταγγείλει τον Αιτητή στην Αστυνομία επικαλούμενος ότι το ποσό που αξιώνει είναι προϊόν παράνομης τοκογλυφίας. Δεν το έκανε, όμως, γιατί φοβόταν πολύ για την ζωή του και/ή της συζύγου του και/ή για την επιχείρησή του αφού ο Αιτητής στις συναντήσεις που είχαν κατά τις οποίες παραλάμβανε τα χρήματα ασκούσε επανειλημμένες απειλές εναντίον τους. Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καλόπιστη υπεράσπιση καθότι το γραμμάτιο είναι εικονικό αφού ουδέποτε δόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση τέτοιο ποσό στην πραγματικότητα. Είναι, επίσης, προϊόν αθέμιτης πίεσης, δόλου, απάτης και εξαναγκασμού των Καθ' ων η αίτηση, δεν υπογράφηκε στην παρουσία των μαρτύρων που παρουσιάζονται να βεβαιώνουν την ορθή εκτέλεσή του, αλλά οι υπογραφές τέθηκαν μεταγενέστερα και ουδεμία αντιπαροχή δόθηκε σχετικά με αυτό. Η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη, άνευ αντικειμένου και ουσία αβάσιμη αφού το γραμμάτιο και η εγγύηση συνομολογήθηκαν συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή εικονικά και/ή χωρίς καλή πίστη και/ή απειλών και/ή εξαναγκασμού και/ή οικονομικού εξαναγκασμού και/ή ψυχικής πίεσης και/ή ενάντια στην Νομοθεσία και/ή κατά παράβαση των άρθρων 78 και 80 του Κεφ. 149, όπως τροποποιήθηκε, και/ή χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα και/ή λόγω άνευ νόμιμου ανταλλάγματος εκ μέρους του Αιτητή. Η ένορκη δήλωση του Αιτητή είναι ελλιπής και/ή δεν τηρεί τις προϋποθέσεις της Διαταγής 18 αφού δεν επισυνάπτεται σε αυτή ούτε ένα τεκμήριο προς σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης ώστε να μπορεί να εφαρμοσθεί η εν λόγω Διαταγή η οποία εφαρμόζεται μόνο όπου η υπόθεση είναι καθαρή και αδιαμφισβήτητη. Η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση καθώς και παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων τους τα οποία διασφαλίζονται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: «H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 A.A.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής:- "Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύει το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις που είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 243). Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκο δήλωση είτε του ιδίου, είτε κάποιου άλλου τρίτου ο οποίος μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L. J. στην Αγγλική υπόθεση Symon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στην Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκος δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Διάταξης 14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον συνήθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Επίσης ο Αιτητής είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Είναι το πρόσωπο προς όφελος του οποίου υπογράφηκε το γραμμάτιο και έχει προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση. Επομένως έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και μπορεί να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό. Πάντως ισχυρισμός περί του αντιθέτου δεν απαντά στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Τέλος ο Αιτητής δηλώνει την πεποίθηση ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή και ζητά την έκδοση απόφασης ως η Έκθεση Απαίτησης. Χωλαίνει, όμως, η ένορκος δήλωση στο εξής. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση στις 25.1.19 ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε το γραμμάτιο σύμφωνα με το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει εις διαταγή του Αιτητή το ποσό των Ευρώ 130.000,00 σεντ με τόκο προς 9% ετησίως με μηνιαίες δόσεις των Ευρώ 5.400,00 σεντ, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 1.2.19 και ακολούθως την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. Η Εναγόμενη 2 υπέγραψε ως εγγυήτρια του Εναγόμενου 1 για ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό στην παρουσία δύο μαρτύρων. Το γραμμάτιο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Από της υπογραφής του γραμματίου μέχρι σήμερα οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 κατέβαλαν μόνο το ποσό των Ευρώ 12.500,00 σεντ με αποτέλεσμα να εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των Ευρώ 117.500,00 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Στην Έκθεση Απαίτησης αξιώνεται μεν το ίδιο ποσό των Ευρώ 117.500,00 σεντ πλέον τόκους, δικογραφείται, όμως, ότι το ποσό που κατέβαλε ο Εναγόμενος 1 είναι Ευρώ 22.500,00 σεντ. Βεβαίως δεν μπορεί να καταβλήθηκε ποσό Ευρώ 22.500,00 σεντ και το οφειλόμενο να είναι Ευρώ 117.500,00 σεντ αφ' ης στιγμής το ποσό που αρχικά παραχωρήθηκε ήταν Ευρώ 130.000,00 σεντ. Σύμφωνα με το ύψος της μερικής πληρωμής το αξιώμενο με την αγωγή ποσό είναι λανθασμένο και θα έπρεπε να είναι Ευρώ 107.500,00 σεντ, ήτοι Ευρώ 10.000,00 σεντ μικρότερο. Με το να ισχυρίζεται ο Αιτητής στην ένορκό του δήλωση ότι ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε ποσό Ευρώ 12.500,00 σεντ δεν επιβεβαιώνει το οφειλόμενο με την αγωγή ποσό. Καθότι σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το οφειλόμενο ποσό θα έπρεπε να είναι Ευρώ 107.500,00 σεντ αφού σύμφωνα με αυτή έγινε μερική πληρωμή ύψους Ευρώ 22.500,00 σεντ, ενώ με την ένορκό του δήλωση ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι το οφειλόμενο ποσό είναι Ευρώ 117.500,00 σεντ αφού σύμφωνα με αυτή έγινε μερική πληρωμή ύψους Ευρώ 12.500,00 σεντ. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως ο Αιτητής δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και που αφορούν στον ίδιο ώστε το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας και το βάρος της απόδειξης να εναποτεθεί στους Καθ' ων η αίτηση να καταδείξουν ότι έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Ο Αιτητής απέτυχε να επιβεβαιώσει το οφειλόμενο ποσό. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο