← Κύπρος

AXIOS CAPITAL PROPERTIES LTD ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2925/20, 29/6/2021

AXIOS CAPITAL PROPERTIES LTD ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2925/20, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2925/20 Μεταξύ: AXIOS CAPITAL PROPERTIES LTD Εναγόντων και BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 4.3.2021 για Τροποποίηση Ένστασης Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2021 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Ιωσήφ Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Καρατσής Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες καταχώρισαν την 10.12.2020 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου με την αδικαιολόγητη άρνηση τους υπό την ιδιότητα τους ως ενυπόθηκοι δανειστές να αποδεχθούν την καταβολή εκ μέρους των Εναγόντων του ποσού που αντιστοιχεί στο ενυπόθηκο χρέος που επιβαρύνει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 1/4XXXXX

  1. Περαιτέρω ζητούν την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τους Εναγόμενους να παρουσιαστούν ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και να απαλείψουν τις υποθήκες με αρ. ΥXXX, ΥXXX και ΥXXX εντός 15 ημερών από την εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους αλλά και που να εμποδίζει τους Εναγόμενους από το να προχωρήσουν με πώληση του ακινήτου. Αξιούν επιπλέον γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των προνοιών του πιο πάνω Νόμου. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής οι Ενάγοντες καταχώρισαν και μονομερή αίτηση ζητώντας την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να προχωρήσουν σε εκποίηση ή πώληση δια πλειστηριασμού του πιο πάνω ακινήτου καθώς και διάταγμα που να αναστέλλει τον προγραμματισμένο για 15.12.2020 πλειστηριασμό (πιο κάτω αναφερόμενη ως «η Κυρίως Αίτηση»). Το Διάταγμα εξεδόθη την 10.12.
  2. Μετά την επίδοση του Διατάγματος και της Κυρίως Αίτησης στους Εναγόμενους αυτοί καταχώρισαν Ένσταση την 5.1.2021 και η Κυρίως Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Την 11.2.2021 καταχωρίστηκε αλλαγή δικηγόρου για τους Εναγόμενους. Ακολούθως την 4.3.2021 καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι εξαιτούνται τα πιο κάτω: «(Α) Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση της Ένστασης ημερ. 05/01/2021 με την προσθήκη μετά τον Λόγο Ένστασης 13 των εξής πέντε

(5)Λόγων Ένστασης, οι οποίοι θα αριθμηθούν ως Λόγοι Ένστασης 14, 15, 16, 17 και 18 ως ακολούθως: «
  1. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει εξασφαλίσει τελική δικαστική απόφαση και/ή διάταγμα δικαστηρίου στην Αγωγή 1845/2019 του Ε.Δ. Λεμεσού, το οποίο διατάσσει την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του επίδικου Ακινήτου, η οποία δημιουργεί δεσμευτικό προηγούμενο και/ή δεδικασμένο και συνεπώς το Σεβαστό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει και/ή να μην ακυρώσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερ.10/12/
  2. Το Δικαστήριο δεν δύναται να ασκεί εξουσίες φύσει Εφετείου με το να εκδώσει και/ή να μην ακυρώσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα επί της απόφασης ομόβαθμου Δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την απόφαση στην Αγωγή 1845/2019 του Ε.Δ. Λεμεσού και διέταξε την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του επίδικου Ακινήτου.
  3. Οι Νόμοι 188(Ι)/2007 και 81(Ι)/2011 δεν συγκρούονται, τουναντίον αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοκαλύπτονται. Εν πάση περιπτώσει, ο Νόμος 188(Ι)/2007 ο οποίος απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση να αποδεχθεί χρήματα, η πηγή των οποίων είναι αμφίβολη, υπερισχύει του Άρθρου 5
(2)του Νόμου 81(Ι)/2011 στον οποιονδήποτε βαθμό αυτοί συγκρούονται και/ή είναι αντίθετοι, καθώς, μεταξύ άλλων, αφορά συγκεκριμένη πρόνοια που σχετίζεται μάλιστα με το δημόσιο συμφέρον, ενώ το Άρθρο 5
(2)του Νόμου 81(Ι)/2011 αφορά σε γενικό καθήκον του ενυπόθηκου δανειστή.
  1. Καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν έχουν υποστεί και/ή θα υποστούν οι Αιτητές. Τουναντίον είναι η Καθ' ης η Αίτηση η οποία έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ένεκα της έκδοσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερ.10/12/2020 και/ή ένεκα της διατήρησης εν ισχύ του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερ.10/12/2020, καθώς αδικαιολόγητα και/ή κατόπιν παραπλάνησης του Δικαστηρίου οι Αιτητές αποτρέπουν την Καθ' ης η Αίτηση από το να ασκήσει τα δικαιώματά της στην βάση των εγγράφων Υποθήκης, του Νόμου 9/1965 και των Άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος.
  2. Οι Αιτητές έχουν κακόπιστα και/ή με σκοπό πρόκλησης πίεσης στην Καθ' ης η Αίτηση και/ή κατόπιν παραπλάνησης του Δικαστηρίου πετύχει την έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερ.10/12/2020, το οποίο αποσκοπεί στο να πιέσει την Καθ' ης η Αίτηση να παρανομήσει και/ή να παραβιάσει τις πρόνοιες του Νόμου 188(Ι)/
  3. (B) Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση της Ένστασης ημερ. 05/01/2021 με την προσθήκη στην νομική βάση της Ένστασης του Νόμου 188(Ι)/2007, Άρθρα 1 - 79 και Παραρτήματα αυτού, και των Άρθρων 23, 26 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. (Γ) Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου επιτρέπον την καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του XXX Χριστοφίδη, προς υποστήριξη της ως των στοιχείων υπό (Α) - (Β) ανωτέρω τροποποιηθείσας Ένστασης». Η Αίτηση στηρίζεται στηρίζεται στο Άρ. 30 του Συντάγματος, στον περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 29, 31 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ. 1-6, Δ.39 Θ.Θ.1-21, Δ.48 Θ.Θ.1-12 και Δ.64, στα αρ. 44Α - 44ΙΑΑ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965, στην διακριτική ευχέρεια, στην πρακτική, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Χριστοφίδη εκ των υπαλλήλων των Εναγομένων ο οποίος αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι - Αιτητές ενήργησαν με την απαραίτητη ταχύτητα στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και σύντομα μετά την αντικατάσταση των δικηγόρων τους. Είναι η θέση του ότι η οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους των προηγούμενων δικηγόρων των Εναγομένων δεν πρέπει να αφεθεί αθεράπευτη. Ειδικότερα εισηγείται ότι η μη περίληψη στην νομική βάση της Ένστασης του Ν.188(Ι)/2007 οφείλεται προφανώς σε παραδρομή ή τυπογραφική παράλειψη πράγμα που φαίνεται και από το ότι γίνεται αναφορά στον Νόμο αυτό στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Αφ'ης δε στιγμής οι Ενάγοντες έχουν ήδη εξασφαλίσει τα Διατάγματα μονομερώς δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα τους ενώ οποιοσδήποτε επηρεασμός μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Όσον αφορά στο αιτητικό για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ο κ. Χριστοφίδης λέει ότι αυτή ασχολείται και παραθέτει μαρτυρία προς υποστήριξη των ζητημάτων που θα προστεθούν μέσω της αιτούμενης τροποποίησης, ενώ διασαφηνίζει και συγκεκριμενοποιεί ορισμένα ζητήματα σε σχέση με την μη αποδοχή χρημάτων από μέρους των Εναγομένων. Η ανάγκη για αυτήν προέκυψε μετά που ο ίδιος προσωπικά μελέτησε την Ένορκη Δήλωση του συναδέλφου του κ. Γρηγορίου και συνειδητοποίησε ότι αυτή χρήζει συγκεκριμένων, πολύ περιοριστικής έκτασης, διευκρινίσεων και διασαφηνίσεων ώστε να παρατεθεί ολοκληρωμένη και σαφέστερη εικόνα των γεγονότων τόσο στο Δικαστήριο όσο και στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25, Δ.48 Θ.Θ.4
(1)και
(2)και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ. 32, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρ. 30, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια, πρακτική και Νομολογία του Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 12 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  1. Η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει και/ή προνοεί για την δυνατότητα τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματός και/ή των δικογράφων και όχι ενδιάμεσων αιτήσεων ή ενστάσεων, οι οποίες ασφαλώς ούτε κλητήριο ένταλμα είναι αλλά ούτε και συνιστούν δικόγραφο εν τη έννοια της Δ.19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνακόλουθα, το δικονομικό δίκαιο το οποίο πηγάζει από την Δ.25 δεν παρέχει την δυνατότητα τροποποίησης ένστασης, όπως το επίμαχο αίτημα, με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να μην δύναται να επιτύχει και/ή να είναι καταδικασμένη εις απόρριψη.
  2. Τα γεγονότα τα οποία οι Αιτητές επιδιώκουν να εισάγουν στην διαδικασία του προσωρινού διατάγματος υπό μορφή λόγων ενστάσεως και συνακόλουθης καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ήταν αφενός εις γνώση τους και αφετέρου είχαν ήδη εκτυλιχθεί πριν την καταχώριση της ειδοποίησης ένστασης τους ημερομ. 05.01.2021, πλην όμως οι Αιτητές παρέλειψαν αδικαιολόγητα να αναφερθούν στα εν λόγω γεγονότα και/ή να εγείρουν σχετικούς λόγους ένστασης με αποτέλεσμα η εν λόγω παράληψη τους να μην δύναται να θεωρηθεί εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της ένστασης αλλά προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας που ξεκάθαρα αποτελεί προϊόν εκ των υστέρων σκέψης.
  3. Ως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607 η αλλαγή δικηγόρου, δεν αποτελεί αφ' εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Συνακόλουθα, ο προσχηματικός λόγος που οι Αιτητές εγείρουν, ήτοι η εκ μέρους τους αλλαγή δικηγόρων μετά την καταχώριση της ένστασης, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί το αίτημα.
  1. Από απλή ανάγνωση της επίδικης αίτησης και της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης προκύπτει ότι τούτες δεν αποκαλύπτουν και ειδικότερα δεν στοιχειοθετούν επαρκείς λόγους οι οποίοι να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος βάσει των προνοιών της νέας Δ.25 αλλά εσφαλμένα παραπέμπουν σε όσα ίσχυαν για την παλαιά Δ.25 η οποία δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω.
  2. Ούτε ο θεσμός 5 της Διαταγής 25 δύναται να συνηγορήσει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος αφού αφενός η Δ.25 θ.5 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία αυτεπάγγελτα να τροποποιεί οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στη διαδικασία για το σκοπό της επίλυσης της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και όχι δικαίωμα σε διάδικο κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος και αφετέρου η επιδιωκόμενες τροποποιήσεις της ένστασης δεν αποτελούν εν πάση περιπτώσει «ελάττωμα ή λάθος» υπό την έννοια που αποδίδεται στην Δ.25 θ.
  3. Η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί αυτεπάγγελτα οποιονδήποτε νομικό έγγραφο δυνάμει της Δ.25 θ.5 ασκείται πάντοτε με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις με σκοπό τον προσδιορισμό της επίδικης διαφοράς. Δοθέντος του ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία προς εκδίκαση είναι ενδιάμεση αίτηση για την έκδοση διαταγμάτων με αποτέλεσμα να μην προσφέρεται, ως νομολογιακά έχει κατ' επανάληψη τεθεί, για ευρήματα και τελικά συμπεράσματα, ο σκοπός της Δ.25 θ.5 απουσιάζει αφού δεν τίθεται ζήτημα προσδιορισμού της επίδικης διαφοράς αλλά εκ πρώτης όψεως εξέταση της και συνεπώς τέτοια εξουσία δεν δύναται να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος.
  4. Τυχόν αποδοχή της τροποποίησης δεν θα επικουρήσει στην αποδοτικότερη εκδίκαση και/ή τον προσδιορισμό της επίδικης διαφοράς αφού τα γεγονότα που επιχειρούνται όπως εισαχθούν στην διαδικασία ως λόγοι ένστασης και/ή ως συμπληρωματική μαρτυρία αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις των Αιτητών και ουδέποτε τέθηκαν υπόψη των Καθ' ων η Αίτηση ως δικαιολογία της άρνησης των Αιτητών να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του Άρθρου 5
(2)του Ν.81(I)/2011 κατά τον χρόνο απόρριψης της προσφοράς των Καθ' ων η Αίτηση να εξοφλήσουν την προς όφελος των Αιτητών υποθήκη.
  1. Οι λόγοι που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνόδευσε την Αίτηση ως υποστηρικτικοί του αιτήματος δεν ανταποκρίνονται στην νέα Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά στην παλαιά Δ.25 όπου το νομολογιακό πλαίσιο είχε διαμορφώσει μια φιλελεύθερη τάση και ευρεία αποδοχή αιτημάτων τροποποίησης σε αντίθεση με την νέα Δ.25 η οποία έχει ουσιαστικά περιορίσει την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση. Συνακόλουθα, το αίτημα εν προκειμένω είναι αναιτιολόγητο.
  2. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε λόγο και/ή «καλό λόγο» για τον οποίο θα πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος τους για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφού σαφώς εξαρτούν την κατάδειξη «καλού λόγου» σε τυχόν επιτυχία του αιτήματος για τροποποίηση.
  3. Υπό του δεδομένου ότι το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται ως συνακόλουθο της τροποποίησης της ένστασης των Αιτητών και/ή εξυπακούει την προηγούμενη επιτυχία και/ή έγκριση του αιτήματος τροποποίησης, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω εις ένσταση της τροποποίησης δεν προκύπτει ως επακόλουθο οποιοσδήποτε «καλός λόγος» εν τη έννοια της Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  1. Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ουσιαστικά αποτελεί απόπειρα εισαγωγής νομικής επιχειρηματολογίας που ούτως ή άλλως προκύπτει από τη μαρτυρία που βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς τυχόν παραχώρηση άδειας για την καταχώριση της από την μια δεν θα εξυπηρετήσει κανένα απολύτως σκοπό ενώ από την άλλη θα επεκτείνει τα επίδικα ζητήματα και την μαρτυρία σε μια διαδικασία που το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση των προϋποθέσεων που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς.
  2. Τα θέματα και ζητήματα που εγείρονται και περιέχονται στο προσχέδιο της ένορκης δήλωσης που οι Αιτητές επιχειρούν την λήψη άδειας για να καταχωρήσουν, είναι ζητήματα ως επί το πλείστο άσχετα στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο και κατ' επέκταση δεν είναι αναγκαία ούτως ώστε να βοηθήσουν το Δικαστήριο να εκδικάσει κατά πόσον συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης του διατάγματος ημερομ. 10.12.2020». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXX Χριστοφίδη εκ των δικηγόρων των Εναγόντων ο οποίος αναφέρει ότι η Δ.25 δεν προβλέπει την δυνατότητα τροποποίησης ενδιάμεσων αιτήσεων ή ενστάσεων. Τα δε γεγονότα που οι Εναγόμενοι επιθυμούν να εισάγουν στην διαδικασία της Κυρίως Αίτησης ήταν γνωστά σε αυτούς πριν την καταχώρισης της Ένστασης τους αλλά αδικαιολόγητα παρέλειψαν να κάνουν αναφορά σε αυτά. Το ότι οι Εναγόμενοι άλλαξαν δικηγόρους δεν αποτελεί λόγο για αποδοχή του αιτήματος. Σε σχέση με το αιτητικό για άδεια καταχώρισης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ο Ομνύοντας εισηγείται ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε καλός λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Η δε προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση αποτελεί απόπειρα εισαγωγής νομικής επιχειρηματολογίας που ούτως ή άλλως προκύπτει από την μαρτυρία που οι Εναγόμενοι ήδη έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι δε ζητήματα ως επί το πλείστον άσχετα στο ενδιάμεσο στάδιο. Περαιτέρω ο κ. Χριστοφίδης εισηγείται ότι η Αίτηση αποσκοπεί στο να γίνει εισήγηση ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να οριστικοποιήσει το Διάταγμα και να ενεργήσει ως Εφετείο ένεκα απόφασης ομοβάθμιου Δικαστηρίου που διατάζει την εκποίηση ενώ επίσης επιχειρείται η μεταβολή και ολοκληρωτική αλλαγή του δήθεν λόγου που οι Εναγόμενοι προώθησαν ως δικαιολογία για την άρνηση τους να δεχτούν την προσφορά των Εναγόντων για εξόφληση της οφειλής. Σε σχέση με το πρώτο μέρος ο Ομνύοντας εισηγείται ότι ο Ν.9/65παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει Ειδοποίηση Πλειστηριασμού και να σταματήσει την διαδικασία όταν έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, η δε εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει του αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου είναι ευρεία. Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της εισήγησης ο κ. Χριστοφίδης λέει ότι μέσω της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση στην Κυρίως Αίτηση οι Εναγόμενοι κατ' επανάληψη αναφέρουν ότι ο λόγος που δεν αποδέχτηκαν τα χρήματα ήταν επειδή αυτά ήταν δήθεν παράνομα και βρώμικα και τώρα, αφενός, παραδέχονται ότι προέβησαν σε ψευδορκία και, αφετέρου, προσπαθούν να προωθήσουν νέους λόγους. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους σημεία αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.25 Θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings». Μελέτη του λεκτικού της δικονομικής πρόνοιας αυτής οδηγεί στο ότι η εμβέλεια αυτής δεν περιορίζεται σε δικόγραφα, αλλά επεκτείνεται σε οποιαδήποτε διαδικασία, και μοναδικός όρος που τίθεται είναι όπως η τροποποίηση γίνει με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται από την διαδικασία αυτή. Εξ ου και ο Θεσμός 5 περιλαμβάνεται στην Δ.25 επιπρόσθετα από τον Θεσμό 1 που προβλέπει ρητά για τροποποίηση δικογράφων. Η Δ.25 Θ.5 είναι πανομοιότυπη με την Δ.28 Θ.12 των παλιών Αγγλικών Θεσμών, και άρα καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί και από το Annual Practice 1958, όπου στην σελ. 637 αναφέρονται τα ακόλουθα: «General Power to amend (O.28 r. 12). ....... Effect of this Rule - Rule 1 of this Order is confined to the amendment of "indorsement or pleading"; and r.11 to correcting errors in "judgments or orders"; but this Rule extends to defects or errors in "any proceedings". And under it every Judge or Master has full power of his own motion to make any amendment which he deems necessary for the purpose of determining the real question at issue between the parties (Nottage v. Jackson, 11 Q.B.D. 627, 638; and see J.A. 1925, s. 43, and r.1 of this Order). "Rule 12 does not mean that an order may be made in general terms, but gives a general power to make proper orders in all cases for determining the real question". It is the duty of any counsel who applies at the trial for leave to amend his pleading "to formulate and state in writing the exact amendment for which he asks" (per Farwell, L.J., in Hyans v. Stuart King
(1908)2 K.B. p. 724). "In any proceedings" - Under this Rule amendments have been made in legal documents of every kind.». Κατ' επέκταση, θεωρώ ότι ορθά η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.25 Θ.5 και ότι παρέχεται δικονομικό έρεισμα για αίτημα τροποποίησης Ένστασης. Εν προκειμένω το προσωρινό διάταγμα εξεδόθη μονομερώς και εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι η πλευρά των Εναγόντων θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την αιτούμενη τροποποίηση η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Αντιθέτως, έγκριση του αιτήματος θα επιτρέψει στο Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλη την ουσία της διαφοράς κατά την εξέταση του κατά πόσο το Προσωρινό Διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να υφίσταται. Οι Ενάγοντες επεξηγούν ότι η ανάγκη για την τροποποίηση προέκυψε με την ανάληψη της υπόθεσης από νέους δικηγόρους εκ μέρους τους αλλά και μελέτης της υπόθεσης από τον κ. Χριστοφίδη, πράγμα που αποτελεί λόγο για έγκριση του αιτήματος. Ακολουθεί ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση της Ένστασης. Όσον αφορά στο αιτητικό για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, σημειώνω ότι στην Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται ότι η μαρτυρία σε διαδικασία αιτήσεων δίδεται με ένορκες δηλώσεις. Η Δ.48 Θ.4
(2)αναφέρει τα ακόλουθα: «
(2)Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Το λεκτικό της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με την υποχρέωση αιτητή να αποδείξει τα γεγονότα, στον βαθμό που αυτός φέρει το βάρος απόδειξης τους. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της σχετικής δικονομικής πρόνοιας, απαιτείται η στοιχειοθέτηση «καλού λόγου» ώστε να εγκριθεί από το Δικαστήριο το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η φράση αυτή, όμως, πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα, κατά την άποψη του, γεγονότα. Στο σημείο αυτό καθίσταται απαραίτητη η μελέτη των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Κυρίως Αίτηση και την Ένσταση σε αυτήν. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση η κα XXX Χατζόγλου αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είχαν πληροφορηθεί ότι η εταιρεία Tole Shipping Repair & Trading Co. Limited ενδιαφέρετο να πωλήσει ακίνητο για το οποίο οι Ενάγοντες εξέφρασαν ενδιαφέρον και τέλη Ιουνίου 2020 επήλθε προφορική συμφωνία ενώ 12.10.2020 υπεγράφη Συμφωνία Πώλησης. Το ακίνητο βαρύνετο με υποθήκες προς όφελος των Εναγομένων και οι Πωλητές ενημέρωσαν τους Εναγομένους ότι η εξόφληση αυτών θα γίνετο από τους Ενάγοντες, οι δε Εναγόμενοι ανέλαβαν να διαγράψουν τις υποθήκες νοουμένου ότι θα λάμβαναν το ποσό των €516.461,92. Την 6.11.2020 οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν ότι οι Εναγόμενοι είχαν θέσει το ακίνητο σε δημόσιο πλειστηριασμό. Μετά από επικοινωνία των δικηγόρων των Εναγόντων με λειτουργούς των Εναγομένων, ζητήθηκε από τους Ενάγοντες να παράσχουν πληροφόρηση ώστε οι Εναγόμενοι να προβούν σε Due Diligence. Παρά την παροχή τέτοιας πληροφόρησης οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και μετέπειτα ενημέρωσαν τους Πωλητές ότι δεν είχαν ικανοποιηθεί ως προς την προέλευση των χρημάτων και άρα θα προχωρούσαν με τον πλειστηριασμό. Με την Ένσταση που καταχωρίστηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους των Εναγομένων αναφέρεται ότι το ακίνητο είχε υποθηκευτεί στο πλαίσιο συμφωνιών μεταξύ των Πωλητών και των Εναγομένων αναφορικά με τις οποίες συμφωνίες εξεδόθη απόφαση στην αγωγή αρ. 1845/19 όπου περιλαμβάνετο και διάταγμα για εκποίηση των υποθηκών. Ταυτόχρονα οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν και διαδικασίες για εκποίηση του ακινήτου αποστέλλοντας τις σχετικές Ειδοποιήσεις. Η επιστολή διευθέτησης δόθηκε στο πλαίσιο συνήθους πρακτικής νοουμένου φυσικά ότι η συναλλαγή ήταν «καθαρή». Οι Εναγόμενοι μετά από έλεγχο κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα χρήματα ήταν αμφιβόλου προελεύσεως και βάσει του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου Ν188(Ι)/2007 υποχρεούνταν να μην τα εισπράξουν. Εκφράζεται η θέση ότι οι Εναγόμενοι σε όλα τα στάδια είχαν καταστήσει σαφές ότι θα διεξάγονταν έλεγχοι AML και μόνο αν τα χρήματα διαφαίνετο ότι ήταν «καθαρά» και δεν υπήρχε οποιαδήποτε σκιά ως προς την προέλευση τους, θα γίνονταν αποδεκτά. Μελετώντας την προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση προκύπτει ότι με αυτήν γίνεται προσπάθεια υποστήριξης των λόγων ένστασης που θα προστεθούν στο σώμα της Ένστασης με την πιο πάνω τροποποίηση. Ως εκ τούτου υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος αφού σε διαφορετική περίπτωση η τροποποίηση θα παραμείνει μετέωρη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την παροχή της ευκαιρίας στα μέρη να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα γεγονότα και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται φιλελεύθερα ώστε να επιτρέπεται οτιδήποτε το οποίο μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Συναφώς κατάληξη μου αποτελεί ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Κατ' ακολουθία εκδίδεται διάταγμα που επιτρέπει την Τροποποίηση της Ένστασης ημερ. 5.1.2021 ως οι παραγράφοι Α και Β του αιτητικού. Η Τροποποιημένη Ένσταση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Δίδεται επίσης άδεια για καταχώριση της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης από μέρους των Εναγόντων η οποία να καταχωριστεί ταυτόχρονα με την Τροποποιημένη Ένσταση. Η Κυρίως Αίτηση ορίζεται για ακρόαση την 21.7.2021 ώρα 9.00π.μ. Τα έξοδα της παρούσας κρίνω ορθό όπως ακολουθήσουν τα έξοδα της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.