← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΟΔΙΑΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2320/15, 22/6/2021

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΟΔΙΑΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2320/15, 22/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.12.2019 Αρ. Αγωγής: 2320/15 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσα - Καθ'ης η Αίτηση ν

  1. ΧΧΧ ΑΝΔΡΕΑ ΟΔΙΑΤΗΣ
  2. ΧΧΧ ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΟΥ
  3. ΧΧΧ ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΟΥ Eναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 26.2.2020 Ημερ.: 22.6.2021 Για τον Εναγόμενο αρ. 1 - Αιτητή: κ. Χριστοφόρου Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Μαστορούδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 19.6.2015 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων ποσό €675.509,41 πλέον τόκους δυνάμει Συμφωνίας Δανείου καθώς και την έκδοση διατάγματος για πώληση του ενυπόθηκου δυνάμει της ΥΧΧΧ υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Την 20.12.2017 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση Αναγνωριστικών Αποφάσεων ότι η Συμφωνία Δανείου και οι Συμφωνίες Εγγύησης και Υποθήκης είναι άκυρες, ότι η Συμφωνία Δανείου περιέχει καταχρηστικούς όρους και ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε παράνομες χρεώσεις. Ζητούν επίσης την έκδοση διατάγματος με το οποίο οι Ενάγοντες να διατάσσονται είτε να καταβάλουν στους Εναγόμενους οποιοδήποτε ποσό κατεβλήθη παράνομα ή να συμψηφίσουν τέτοιο ποσό με το υπόλοιπο οφειλόμενο. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες και ακολούθως για ακρόαση. Την 12.3.2019 έγινε αλλαγή δικηγόρου των Εναγομένων αρ. 1 -
  4. Με την υπό εκδίκαση Αίτηση ο Εναγόμενος αρ. 1 εξαιτείται τα εξής: «Παρεμπίπτον Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους Ενάγοντες/ Εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενους ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, από το να προωθήσουν οποιανδήποτε διαδικασία πλειστηριασμού και/ή εκποιήσεως του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ του Φ/ΣΧ LIV/26, Τεμάχιο ΧΧΧ στην Φασούλα, Λεμεσού που καλύπτεται από την υπ΄ αριθμό υποθήκη, ΥΧΧΧ Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού μέχρι πλήρως αποπερατώσεως της ως άνω υπ΄ αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου». Η Αίτηση στηρίζεται στο αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα αρ. 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα αρ. 8, 1 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/1985, στους Θεσμούς 14

(1)και 16
(1)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών 1987 μέχρι 2012, στα αρ. 5
(1), 8
(1), 44Α, 44Β και 44Γ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/1965, στην γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. ΧΧΧ Ανδρέα Οδιάτη, Εναγομένου αρ. 1 - Αιτητή (πιο κάτω αναφερόμενου ως ο «Αιτητής»). Ο Αιτητής αναφέρει ότι στις αρχές Δεκεμβρίου 2005 μετέβη στα γραφεία της ΣΠΕ Αγίας Φύλας Λτδ με σκοπό την σύναψη, μαζί με τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3, δανείου ύψους Λ.Κ.210.000 όπου και παρέδωσε τον τίτλο ακίνητης ιδιοκτησίας του ακινήτου με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Φ/Σχ. LIV/26 Τεμ. ΧΧΧ στην Λεμεσό. Μετά που ειδοποιήθηκε προς τούτο, την 12.12.2005 μετέβη στην ίδια τράπεζα και υπέγραψε μία συμφωνία δανείου, έγγραφα υποθήκης καθώς και μία συμφωνία μέλους παρόλο που ο ίδιος ουδέποτε είχε αιτηθεί να γίνει μέλος. Πρόσεξε ότι τα έγγραφα του δανείου και της υποθήκης έφεραν ημερ. 16.12.2005 και ο Γραμματέας της ΣΠΕ του εξήγησε ότι ήταν η ημερομηνία που θα μετέβαιναν στο Κτηματολόγιο. Σε καμία περίπτωση δεν ενημερώθηκε όμως από τον Γραμματέα να μεταβεί στο Κτηματολόγιο για υποθήκευση της περιουσίας του, ούτε και υπέγραψε κάποια αίτηση για εκταμίευση του δανείου. Όταν έλαβε την αγωγή διαπίστωσε ότι το ακίνητο του ήταν υποθηκευμένο και προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία ώστε να εξεταστεί υπό ποιες συνθήκες υποθηκεύτηκε το ακίνητο του χωρίς να παρευρεθεί ο ίδιος στο Κτηματολόγιο και ποιος έδωσε εντολή για εκταμίευση του ποσού του δανείου. Από την Αστυνομία έλαβε τα έγγραφα της τράπεζας. Για τον λόγο ότι δεν μετέβη στο Κτηματολόγιο για υποθήκευση του ακινήτου ισχυρίζεται ότι η σύμβαση υποθήκης είναι άκυρη. Ο Αιτητής αναφέρει ότι σε περίπτωση που η Καθ'ης η Αίτηση ασκήσει το δικαίωμα της να προβεί στην εκποίηση του ακινήτου βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της υποθήκης δεν θα μπορεί να αποτελέσει λόγο έφεσης. Αμφισβητεί ότι η Καθ'ης η Αίτηση είναι τράπεζα αλλά και ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να τον αποζημιώσει σε περίπτωση που πετύχει η αγωγή του. Το δε ακίνητο έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για τον ίδιο γιατί το έλαβε δωρεά από τους γονείς του. Εισηγείται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην Ανταπαίτηση του και ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Υπεράσπιση και η Ανταπαίτηση του θα είναι άνευ αντικειμένου με δυσμενείς, κυρίως οικονομικές, συνέπειες για τον ίδιο. Η δε Καθ'ης η Αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από τυχόν έκδοση των διαταγμάτων αφού, αν πετύχει η αγωγή της, θα μπορεί να προχωρήσει με την διαδικασία εκποίησης ενώ το ακίνητο θα συνεχίσει να είναι υποθηκευμένο. H Καθ'ης η Αίτηση Τράπεζα καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση η οποία βασίζεται στα αρ. 21, 29, 30, 31, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και στις εκάστοτε τροποποιήσεις και παραρτήματα αυτού, ειδικότερα, χωρίς περιορισμό, στα αρ. 27, 44Α - 44ΙΑΑ, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους γενικούς κανόνες επιείκειας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 4 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  1. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία στην Ανταπαίτηση του στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ειδικότερα, οι αξιώσεις των Εναγομένων στην ανταπαίτηση τους είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα των Καθ' ων η Αίτηση να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης των Εναγομένων, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία και/ή αποδεικτικό στοιχείο και/ή τεκμήριο αναφορικά με την φερεγγυότητα των Καθ'ων η Αίτηση, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης καθότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Η Αίτηση είναι πρόωρη και/ή καταχρηστική και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν προβεί σε καμία απολύτως ενέργεια μέχρι και σήμερα και/ή δεν έχουν λάβει κανένα απολύτως μέτρο για την έναρξη και/ή την εκκίνηση οποιοσδήποτε διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου του Αιτητή/Εναγομένου αρ.
  3. Ο Εναγόμενος αρ. 1 / Αιτητής δεν μπορεί να αιτείται, και μάλιστα προληπτικά, διάταγμα το οποίο να εμποδίζει και να στερεί ουσιαστικά από τους Ενάγοντες το εκ του νόμου δικαίωμα τους, οποτεδήποτε τυχόν ήθελαν αποφασίσουν, να ξεκινήσουν τη διαδικασία που προβλέπει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965 για την εκποίηση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου του Αιτητή προς ικανοποίηση της οφειλής των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες.
  4. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί η αιτούμενη θεραπεία, διότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα αποστερηθούν, και μάλιστα προληπτικά, των εκ του Νόμου και του Συντάγματος προβλεπόμενων δικαιωμάτων τους να ανακτήσουν τα οφειλόμενα ποσά, στη βάση των δυνατοτήτων που τους παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας ΧΧΧ Αγά εκ των υπαλλήλων της Καθ'ης η Αίτηση η οποία αναφέρει ότι δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερ. 16.12.2005 η ΣΠΕ Αγίας Φύλας παραχώρησε στους Εναγόμενους δάνειο ύψους Λ.Κ.210.000 προς εξασφάλιση του οποίου ενεγράφη η ΥΧΧΧ από τον Αιτητή. Οι Εναγόμενοι παρέβησαν τους όρους του δανείου, η Καθ'ης η Αίτηση τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανέρχεται σε €1.002.929,42 πλέον τόκους από 1.1.
  5. Η κα Αγά εισηγείται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ειδικότερα είναι η θέση της ότι δεν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην Ανταπαίτηση και οι Εναγόμενοι δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας. Απορρίπτει επιπλέον τους ισχυρισμούς περί οικονομικής και εμπορικής ζημιάς του Αιτητή επισημαίνοντας ότι αυτός δεν προσκόμισε οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό ή στοιχείο που να αποδεικνύει την ζημιά που δήθεν θα υποστεί από μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως επισημαίνει επιπλέον η Ενόρκως Δηλούσα, ενώ στην παρ. 7 της τροποποιημένης Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Συμφωνία Δανείου είναι άκυρη για τον λόγο ότι δεν ήταν μέλη των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο, στην παρ. 3 της Ένορκης του Δήλωσης ο Αιτητής ρητά παραδέχεται πως ήταν. Ο δε Αιτητής επισυνάπτει ο ίδιος φωτοαντίγραφο της απόδειξης εκταμίευσης του επίδικου δανείου. Είναι η θέση της ότι ουσιώδες ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι το ακριβές ύψος του ποσού και όχι εάν οφείλεται ή όχι κάποιο ποσό στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους. Προχωρώντας στην τρίτη προϋπόθεση του αρ. 32 του Ν.14/60 η Ομνύουσα λέει ότι η εκδίκαση της αγωγής μπορεί να προχωρήσει κανονικά στην βάση των δικογράφων και δεν επηρεάζεται από τυχόν έναρξη διαδικασίας εκποίησης ακινήτου. Εάν ήθελε διαφανεί σε μεταγενέστερο στάδιο ότι οι Εναγόμενοι υπέστησαν ή θα υποστούν ζημιά αυτή θα συνιστά αποκλειστικά σε οικονομική ζημιά. Η Καθ'ης η Αίτηση είναι εύρωστος και φερέγγυος οικονομικά οργανισμός, έλαβε κρατική στήριξη €.6δις και είναι μία από τις πλέον φερέγγυες νομικές οντότητες της Κύπρου με χορηγήσεις αξίας €7.371εκ, ακίνητη περιουσία ύψους €681εκ, μετρητά και καταθέσεις ύψους €81εκ και συμμετοχές σε εταιρείες και άλλα περιουσιακά στοιχεία αξίας €121εκ. Οι αξιώσεις των Εναγόντων αποτιμώνται σε χρήμα και η Καθ'ης η Αίτηση έχει την ικανότητα να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Σε περίπτωση όπου η Καθ΄ης αποφασίσει στο μέλλον να προχωρήσει με διαδικασία εκποίησης το ποσό της πώλησης θα καταβληθεί έναντι της οφειλής των Εναγόντων οι οποίοι θα έχουν όφελος από το ότι το χρέος τους θα μειωθεί. Ούτε και το ισοζύγιο της ευχέρειας δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Θα πρέπει να τονιστεί ότι τα επίδικα ζητήματα στην βάση των οποίων θα εξεταστούν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθορίζονται από την δικογραφημένη θέση του Αιτητή. Μελετώντας την Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι προβάλλουν την θέση ότι η ΣΠΕ Αγίας Φύλας παράνομα και ασκώντας παράνομη και αθέμιτη επιρροή επί των Εναγομένων κατόρθωσαν με δόλιο τρόπο χρησιμοποιώντας ψευδείς παραστάσεις να προτρέψουν και καταδολιεύσουν και παραπλανήσουν και εξαναγκάσουν τους Εναγόμενους προς τον σκοπό σύναψης Συμφωνίας Δανείου, η δε Συμφωνία Δανείου είναι άκυρη καθότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε αιτήθηκαν ή ενεγράφησαν ως μέλη της ΣΠΕ Αγίας Φύλας ώστε να μπορούν να συνάψουν συμφωνίες μαζί της. Άνευ βλάβης των πιο πάνω θέσεων δικογραφούνται επίσης ισχυρισμοί περί ύπαρξης καταχρηστικών και παράνομα τεθέντων μονομερώς από τους Ενάγοντες όρων στην Συμφωνία Δανείου, μεταξύ άλλων όσον αφορά στην χρέωση και αύξηση επιτοκίων και άλλων εξόδων. Όσον αφορά στην ΥΧΧΧ δικογραφείται η θέση ότι εφόσον η Συμφωνία Δανείου δεν ήταν γνήσια και/ή ήταν εκβιαστική, η σύσταση και εγγραφή της Υποθήκης ήταν εξ υπαρχής άκυρη ενώ οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο τυχόν αποσπάστηκε από την ΣΠΕ Αγίας Φύλας λήφθηκε παράνομα «καθότι η εν λόγω Συνεργατική Εταιρεία προέβηκε σε σύναψη τραπεζικών διευκολύνσεων προς τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν είχε την δανειοληπτική ικανότητα με αποτέλεσμα η λόγω εταιρεία να προβεί σε εκβιασμούς και σε αθέμιτες παραστάσεις με απώτερο σκοπό να αποσπάσει την υπογραφή των Εναγομένων και/ή του Εναγομένου 1 σε διάφορα έγγραφα και/ή έντυπα προς διόρθωση του λάθους της και η υπόθεση να καταγγελθεί στην Αστυνομία και να διεξάγονται σχετικές έρευνες για το θέμα αυτό». Η σύσταση της ΥΧΧΧ δεν έγινε με την ελεύθερη βούληση του Εναγομένου αρ. 1 ο οποίος ουδέποτε μετέβηκε στο Κτηματολόγιο για υποθήκευση της περιουσίας του. Επί των ισχυρισμών αυτών στηρίζεται και η Ανταπαίτηση. Παρατηρώ ότι στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό εκδίκαση Αίτηση δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί αθέμιτης πίεσης, εκβιασμού ή καταδολίευσης του Αιτητή ώστε να συνάψει Δάνειο ή να υπογράψει έγγραφα για υποθήκευση του ακινήτου του. Μάλιστα αποτελεί θέση του ιδίου του Αιτητή ότι υπέγραψε δήλωση εγγραφής μέλους αλλά και έγγραφα για υποθήκευση του ακινήτου του. Επισυνάπτει τόσο την Συμφωνία Δανείου όσο και την ΥΧΧΧ αλλά και την Δήλωση με την οποία ζητά να γίνει μέλος της ΣΠΕ Αγίας Φύλας (Τεκμήρια Α - Δ) χωρίς να αμφισβητεί ότι οι υπογραφή επί τούτων είναι η δική του. Επισυνάπτει επιπλέον ως Τεκμήριο Ζ απόδειξη πληρωμής όπου φαίνεται η κατάθεση την 16.12.2005 ποσού Λ.Κ.204.993,50 σε λογαριασμό με το όνομα «Οδιάτης ΧΧΧ και ΧΧΧ και Αργυρού ΧΧΧ». Μοναδικός ισχυρισμός που φαίνεται να υποστηρίζει κάποιο εκ των δικογραφημένων ισχυρισμών του Αιτητή είναι ότι δεν μετέβη ο ίδιος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για υποθήκευση του ακινήτου του. Ακόμη, όμως, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ισχυρισμός περί μη παρουσίας του Αιτητή στο Κτηματολόγιο αρκεί για να ικανοποιήσει (έστω στον περιορισμένο αυτό βαθμό) την πρώτη προϋπόθεση, διαφορετική είναι η κατάληξη μου αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον Αιτητή να δείξει ότι έχει «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης του Αιτητή. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Παρά ταύτα, ο Αιτητής εξακολουθεί να έχει υποχρέωση να προσκομίσει στοιχεία που να ικανοποιούν την προϋπόθεση, πράγμα που δεν έχει γίνει εν προκειμένω. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504 στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success». Πέραν της πιο πάνω κατάληξης η οποία σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης θα απέρριπτα αυτήν και για τον λόγο ότι δεν ικανοποιείται ούτε και η τρίτη προϋπόθεση. Το αρ. 32 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Ο ίδιος ο Αιτητής δέχεται ότι η ζημιά που θα υποστεί αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι οικονομικής φύσης. Παρά το ότι αμφισβητεί την φερεγγυότητα της Καθ'ης η Αίτηση, στην Ένσταση της Ενάγουσας καταγράφεται με λεπτομέρεια ότι αυτή έχει λάβει χορηγήσεις πέραν των €7εκ, κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία ύψους €681εκ, μετρητά και καταθέσεις ύψους €81εκ και άλλα περιουσιακά στοιχεία ύψους €121εκ. Τα πιο πάνω υποστηρίζουν την θέση της Καθ'ης η Αίτηση ότι έχει την δυνατότητα να καλύψει πλήρως την όποια οικονομική ζημιά ήθελε υποστεί ο Αιτητής, το ύψος της οποίας είναι και εύκολο να καθοριστεί. Κατ΄ επέκταση ούτε και αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται. Ακολουθεί ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 - Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.